Άρθρο στην εφημερίδα «Finance & Markets VOICE» Δημοσιεύθηκε την Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017

Η μεγάλη προσέλευση των πολιτών, τόσο την πρώτη όσο και τη δεύτερη Κυριακή, στην εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη Προέδρου της Δημοκρατικής Παράταξης, στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα στη ΝΔ και τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ., στο εσωτερικό της παράταξης, αλλά και στη νικήτρια των εκλογών, Φώφη Γεννηματά.

Η συμμετοχή 210 χιλιάδων δείχνει ότι, παρά τη συστηματική προσπάθεια απαξίωσης της πολιτικής, οι πολίτες εξακολουθούν να εναποθέτουν σε αυτήν  τις ελπίδες για την οριστική έξοδο της χώρας από την κρίση και την επίλυση των προβλημάτων τους.

Ταυτόχρονα, υπερασπίστηκαν – χωρίς ιδιοτέλεια, αφού η παράταξη δεν είναι στην εξουσία – την μεγάλη συνεισφορά της παράταξης στην μεταπολιτευτική πορεία της χώρας, την ώρα που ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. επιχειρούν την απαξίωση της. Οι πολίτες απαιτούν από την παράταξη αυτόνομη πορεία και την εκ νέου ανάδειξη της ως την ισχυρή προοδευτική παράταξη που θα αντιπαρατίθεται στην Ν.Δ.

Η νικήτρια των εκλογών Φώφη Γεννηματά, στο δίλημμα, εξωστρέφεια, άνοιγμα του κόμματος στην κοινωνία, ενεργοποίηση των διαδικασιών για την εκλογή αρχηγού από τη βάση ή εσωστρέφεια και διατήρηση του ελέγχου σε ένα μικρό, αλλά ελεγχόμενο κόμμα, επέλεξε το πρώτο. Έτσι, με την εξωστρέφεια  οφείλει να συνεχίσει γιατί είναι ο μόνος τρόπος να ανακτήσει η παράταξη τη θέση που κατείχε.

Την πρότασή της εμπλούτισαν με τη συμμετοχή τους στη διαδικασία εννέα υποψήφιοι, που προσέδωσαν αξιοπιστία στο εγχείρημα και συνέβαλαν με την παρουσία τους στην μαζική συμμετοχή των πολιτών.

Η εκλεγμένη Πρόεδρος, στην πορεία προς το ιδρυτικό συνέδριο, οφείλει να εμμείνει στην εξωστρέφεια και να αξιοποιήσει όλους όσοι συμμετείχαν σε αυτή τη διαδικασία. Έτσι, οι πολίτες θα νοιώσουν ότι όλοι -και χωρίς αποκλεισμούς- έχουν το δικαίωμα να συνδιαμορφώσουν τις πολιτικές προτάσεις της παράταξης.

Τα κόμματα και οι υποψήφιοι οφείλουν να σεβαστούν την επιθυμία των πολιτών για ενότητα και ενιαία στάση, τόσο εντός της Βουλής όσο και εκτός. Έτσι μόνο, θα εξασφαλιστούν οι προϋποθέσεις για την επίτευξη του εκλογικού στόχου στις επόμενες εθνικές εκλογές.

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 19/11/2017

Καθώς διανύουμε τη δεύτερη φάση της παγκοσμιοποίησης, προξενεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι, όπως και στην πρώτη φάση της, η δημοκρατία στην Ευρώπη είναι υπό αμφισβήτηση. Η εξέλιξη αυτή έρχεται ως επακόλουθο της ανατροπής της μεταπολεμικής πολιτικής ισορροπίας, που στηρίχτηκε στην εναλλαγή στην εξουσία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων με τα συντηρητικά. Μετά την πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση, τα σοσιαλιστικά κόμματα στην Ευρώπη χάνουν συνεχώς δυνάμεις. Κερδισμένα βγαίνουν λαϊκιστικά κόμματα κυρίως της άκρας Δεξιάς, τα οποία προσελκύουν πρώην ψηφοφόρους των σοσιαλιστών που νιώθουν αποκλεισμένοι εξαιτίας της πρόσφατης κρίσης και της παγκοσμιοποίησης.

Οι λαϊκιστές βρίσκουν ευήκοα ώτα προωθώντας ως λύση στα σύνθετα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα τον πολιτικό και οικονομικό εθνικισμό και την ξενοφοβία. Μεταξύ των νέων πολιτών αρχίζουν να κερδίζουν έδαφος αυταρχικές απόψεις και μια απαξίωση της πολιτικής και της δημοκρατίας. Η εξέλιξη αυτή ακυρώνει την άποψη ότι σε χώρες με υψηλό επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης και μακροχρόνια κοινοβουλευτική παράδοση η δημοκρατία δεν κινδυνεύει.

Σύμφωνα με την πολιτική επιστήμονα Sheri Berman, η μεγαλύτερη συνεισφορά της Σοσιαλδημοκρατίας μετά τον πόλεμο ήταν ότι διασφάλισε τη συνύπαρξη καπιταλισμού και δημοκρατίας («Το πρωτείο της πολιτικής», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Δεν αποτελεί, λοιπόν, σύμπτωση το γεγονός ότι η αποδυνάμωσή της συμπίπτει με την αμφισβήτηση της δημοκρατίας.

Όπως έδειξε η εμπειρία, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν ήταν προετοιμασμένα με προτάσεις πολιτικής για την αντιμετώπιση των συνεπειών της παγκοσμιοποίησης ή μιας μεγάλης κρίσης. Η ανασύνταξή τους προϋποθέτει προγραμματική ανανέωση ώστε να συγκροτήσουν μια νέα κοινωνική συμμαχία, που θα εκφράσει και τις αγωνίες των χαμένων της κρίσης και της παγκοσμιοποίησης. Η αντιμετώπιση της ανεργίας και η καταπολέμηση των ανισοτήτων, που ενισχύθηκαν την τελευταία δεκαετία, πρέπει να γίνουν σημείο αιχμής των προγραμματικών τους προτάσεων.

Η δημιουργία θέσεων εργασίας προϋποθέτει νέες επενδύσεις και είσοδο νέων επιχειρήσεων. Τα σοσιαλιστικά κόμματα στο παρελθόν έδιναν έμφαση στην προστασία των θέσεων απασχόλησης. Έτσι όμως εμπόδιζαν το κλείσιμο μη ανταγωνιστικών επιχειρήσεων που λειτουργούσαν σε βάρος υγιών επιχειρήσεων και εμπόδιζαν την είσοδο νέων επιχειρήσεων.

Σήμερα τα σοσιαλιστικά κόμματα πρέπει να δώσουν έμφαση στην προστασία των εργαζομένων και όχι των θέσεων εργασίας. Η σχετική εμπειρία από τη Σουηδία είναι πολύ χρήσιμη. Εκεί τα συνδικάτα μαζί με τις επιχειρήσεις έχουν προχωρήσει σε συμφωνίες ώστε οι εργαζόμενοι όταν απολύονται να έχουν τη στήριξη των επιχειρήσεων του κλάδου. Η πρόβλεψη αυτή βοηθά ώστε να επανενταχθούν το συντομότερο δυνατό στην αγορά εργασίας. Αυτό αυξάνει την ευελιξία και μειώνει τους κινδύνους και το κόστος που συνεπάγεται για τον εργαζόμενο η απώλεια της θέσης εργασίας.

Στα χρόνια μετά την κρίση οι ανισότητες σε χώρες της Ευρώπης συνέχισαν να διογκώνονται, κυρίως γιατί μεγάλα τμήματα του πληθυσμού βρέθηκαν χωρίς δουλειά ή γιατί οι μισθοί δεν ήταν ικανοποιητικοί. Αντίθετα, ισχυρές επιχειρήσεις με τεράστια κέρδη αλλά και πολίτες με υψηλά εισοδήματα αξιοποιούν κάθε δυνατότητα, νόμιμη ή μη, για να αποφύγουν τη φορολόγηση. Έτσι, το κράτος στερείται φορολογικών εσόδων για τη χρηματοδότηση της κοινωνικής πολιτικής και τη στήριξη αυτών που έχασαν από την κρίση και την παγκοσμιοποίηση.

Για τα σοσιαλιστικά κόμματα δεν υπάρχει άλλη επιλογή από το να προχωρήσουν με αποφασιστικό τρόπο σε πρωτοβουλίες σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο για την αντιμετώπιση του τεράστιου προβλήματος που δημιουργούν οι φορολογικοί παράδεισοι, η φοροδιαφυγή αλλά και ο αθέμιτος φορολογικός ανταγωνισμός από χώρες με χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές.

Η υποτίμηση των κινδύνων που απειλούν τη δημοκρατία στην Ευρώπη είναι τεράστιο λάθος. Μόνη ελπίδα, η ανάκαμψη της Σοσιαλδημοκρατίας ώστε να εκφράσει, πέρα από τα μεσαία στρώματα, και τους χαμένους της παγκοσμιοποίησης.

Η πρόκληση για τα σοσιαλιστικά κόμματα στην Ευρώπη είναι μεγάλη, όπως και οι ευθύνες των ηγεσιών τους για την προγραμματική τους ανανέωση, που θα οδηγήσει στην ανάκαμψή τους.

Άρθρο στην «ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ» Δημοσιεύθηκε την Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

Με την ολοκλήρωση του Τρίτου Μνημονίου τον Αύγουστο του 2018, η Ελλάδα θα είναι η τελευταία χώρα της ευρωζώνης, από τις τέσσερις που προσέφυγαν σε αναγκαστικό δανεισμό, που θα αποκτήσει πρόσβαση στις αγορές. Έτσι, έχει ξεκινήσει η συζήτηση για το μεταπρογραμματικό πλαίσιο εποπτείας της ελληνικής οικονομίας.

Η κυβέρνηση έχει διακηρύξει ότι στοχεύει στην «καθαρή έξοδο». Έτσι, στις επόμενες εκλογές, ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, θα μπορούν να ισχυριστούν ότι οδήγησαν την χώρα έξω από την εποπτεία των μνημονίων, χωρίς τις δεσμεύσεις που θα συνεπάγονταν η έξοδος μέσω προσφυγής σε κάποια προληπτική γραμμή πίστωσης.

Η «καθαρή έξοδος» μπορεί να διασφαλίζει πολιτικά οφέλη αλλά ενέχει τον κίνδυνο να μην είναι ασφαλής και οριστική. Η Ελλάδα έπειτα από μια επταετία προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής  αντιμετώπισε το μεγάλο πρόβλημα των δίδυμων ελλειμμάτων που την οδήγησαν στον αναγκαστικό δανεισμό το 2010. Δεν ολοκλήρωσε όμως την αναδιάρθρωση του ελληνικού παραγωγικού προτύπου ώστε να ενισχυθεί ο τομέας των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Ο κίνδυνος λοιπόν που προδιαγράφεται για τη Ελλάδα είναι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μετά την εξασφάλιση μιας «καθαρής εξόδου» να αναστείλει ή να ανατρέψει μεγάλο μέρος των διαρθρωτικών αλλαγών που πραγματοποιήθηκαν. Αυτό θα αποτρέψει την προσέλκυση αναγκαίων επενδύσεων για την αναδιάρθρωση της οικονομίας.

Οι μελλοντικές ελληνικές κυβερνήσεις δεσμεύονται από τη συμφωνία της παρούσας κυβέρνησης για επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022. Για τη συνέχεια η Ελλάδα θα δεσμεύεται από το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό θεσμικό πλαίσιο μέχρι να αποπληρώσει το 75% των υποχρεώσεών της.

Με το μεγαλύτερο μέρος του χρέους της Ελλάδας να βρίσκεται στα χέρια των θεσμικών δανειστών η χώρα θα πρέπει να εξασφαλίσει ένα αξιόπιστο μεταπρογραμματικό πλαίσιο. Έτσι, θα δανείζεται από τις αγορές με επιτόκια που θα διασφαλίζουν την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Εξίσου αναγκαίο είναι να ανακοινωθούν τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, τα οποία θα συνοδεύονται από δεσμεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης.

Επομένως, η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να ολοκληρώσει με επιτυχία την τρίτη αξιολόγηση καθώς και την καταληκτική αξιολόγηση, και να προσφύγει μερικές φορές ακόμη στις αγορές πριν από τον Αύγουστο του 2018 για να δημιουργήσει απόθεμα ρευστότητας. Παρά τις δυσκολίες επίτευξης του δημοσιονομικού στόχου για το 2018 και την δυσκολία  λήψης απόφασης για την ελάφρυνση του χρέους, ιδιαίτερα μετά το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών, φαίνεται ότι όλες οι πλευρές επιθυμούν την έξοδο της Ελλάδας από τα προγράμματα και αυτό θα διευκολύνει τη λήψη των σχετικών αποφάσεων.

Η ΕΚΤ από την πλευρά της επιτάχυνε την πραγματοποίηση των τεστ αντοχής των ελληνικών τραπεζών ώστε αν διαπιστωθεί οποιαδήποτε ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης αυτή να καταγραφεί πριν από το κλείσιμο του τρίτου μνημονίου.

Ένα άλλος κίνδυνος που μπορεί να επηρεάσει το κόστος δανεισμού της Ελλάδας είναι η στάση του ΔΝΤ, το οποίο έχει εγκρίνει ένα «υπό προϋποθέσεις» πρόγραμμα για την Ελλάδα. Βασική προϋπόθεση για την εκταμίευση χρημάτων από το ΔΝΤ είναι η ελάφρυνση χρέους. Οι Ευρωπαίοι όμως δύσκολα θα προχωρήσουν σε σχετική απόφαση πριν το τέλος του Τρίτου Μνημονίου. Έτσι, υπάρχει μια πιθανότητα το ΔΝΤ να αποφασίσει να αποσυρθεί από το πρόγραμμα πριν τον Αύγουστο του 2018. Το πιο πιθανό όμως είναι ότι θα παραμείνει ως σύμβουλος χωρίς να εκταμιεύσει χρήματα για τη Ελλάδα.

Η επιδίωξη για «καθαρή έξοδο» συνδέεται και με άλλους δύο κινδύνους. Ο πρώτος σχετίζεται με την πιθανότητα να μην μπορεί η Ελλάδα να επωφεληθεί από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης εξαιτίας της κακής πιστοληπτικής αξιολόγησης των ελληνικών ομολόγων. Τέλος, για τον ίδιο λόγο, οι ελληνικές τράπεζες μπορεί να χάσουν τη δυνατότητα συμμετοχής σε πράξεις νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, κάτι που θα οδηγήσει σε αύξηση του κόστους δανεισμού τους.

Σε λιγότερο από ένα χρόνο η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις με τους θεσμικούς δανειστές για το μεταπρογραμματικό πλαίσιο εποπτείας της Ελλάδας. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ θα αποδεχτεί οποιαδήποτε συμφωνία, αρκεί αυτή να μην είναι «πρόγραμμα» ή «προληπτική γραμμή πίστωσης» με όρους, με την επιδίωξη να αξιοποιήσει τους όποιους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής αναστέλλοντας το πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Αυτό όμως θα επηρεάσει αρνητικά το κόστος δανεισμού, ιδιαίτερα καθώς θα βαδίζουμε προς τις εκλογές. Θα επηρεάσει όμως αρνητικά τις μεσοπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, θα εμποδίσει τη δημιουργία νέων ποιοτικών θέσεων εργασίας, θα στερήσει πόρους για τη στήριξη όσων χτυπήθηκαν από την κρίση.

Ο πιο σημαντικός λοιπόν κίνδυνος από μια «καθαρή έξοδο» είναι να υπονομευτεί η ασφαλής έξοδος στις αγορές και η Ελλάδα σε μια νέα κρίση να είναι ξανά ο αδύναμος κρίκος της ευρωζώνης. Για να αποφευχθεί αυτό είναι αναγκαία η σύνταξη ενός εθνικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων, το οποίο όλα τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα μετά τις εκλογές θα δεσμευτούν ότι θα το εφαρμόσουν.

Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στο FORUM του ενθέτου ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 15/10/2017

Μετά τις γερμανικές εκλογές, ένα προφανές συμπέρασμα είναι ότι το 2017 υπήρξε το «annus horribilis» για την ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία. Το SPD κατέγραψε τη χειρότερη εκλογική επίδοση μετά τον πόλεμο. Το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα συντρίφθηκε, καταγράφοντας 9,5%. Το νορβηγικό Εργατικό Κόμμα είχε τη δεύτερη χειρότερη επίδοσή του στην 93χρονη πορεία του, αποσπώντας 27%. Το ολλανδικό Εργατικό Κόμμα είναι πλέον το μικρότερο της ολλανδικής Βουλής. Εξαίρεση σε αυτή την πτωτική πορεία των Σοσιαλιστών ήταν το βρετανικό Εργατικό Κόμμα.

Τα συμπεράσματα από την πορεία των ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων είναι χρήσιμα στη συζήτηση για το ιδεολογικό στίγμα, τις δυνητικές συμμαχίες και τις προγραμματικές προτάσεις που καλείται να υιοθετήσει η Δημοκρατική Συμπαράταξη. Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι οι κυβερνητικές συνεργασίες των σοσιαλιστών με τον ιστορικό τους αντίπαλο, δηλαδή τα δεξιά κόμματα, κοστίζουν εκλογικά, όπως φάνηκε στη Γερμανία και την Ολλανδία, όπου το SPD και το Εργατικό Κόμμα έχασαν σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων τους. Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η μείωση των εγγεγραμμένων μελών και η απαξίωση της θεσμικής λειτουργίας των κομμάτων (SPD, γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα) οδήγησαν στη μείωση της εκλογικής τους επιρροής, εξαιτίας της αποκοπής από την εκλογική τους βάση. Όταν οι πολίτες νιώθουν ότι δεν τους ρωτούν, ότι δεν τους λαμβάνουν υπόψη, τότε γυρίζουν την πλάτη στο κόμμα τους, στην πολιτική, αδιαφορούν. Το βρετανικό Εργατικό Κόμμα αύξησε τον αριθμό των μελών του και τη συμμετοχή τους στη λειτουργία του κόμματος και αύξησε τις δυνάμεις του.

Τέλος, η πτωτική πορεία των σοσιαλιστικών κομμάτων δεν σχετίζεται με τα μνημόνια. Από τις χώρες στις οποίες έγιναν εκλογές το 2017, καμία δεν είχε την εμπειρία των μνημονίων. Αντίθετα, στην Πορτογαλία οι σοσιαλιστές στις εκλογές του 2016 συγκράτησαν τις δυνάμεις τους.

Τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα χάνουν έδαφος γιατί δεν εμπλούτισαν τις θέσεις τους με προτάσεις για αύξηση της απασχόλησης, μείωση των ανισοτήτων, στήριξη του κοινωνικού κράτους, για τις αλλαγές που φέρνουν στην εργασία οι τεχνολογικές εξελίξεις. Δεν ακολούθησαν πολιτικές που να στηρίζουν αυτούς που είναι οι μεγάλοι χαμένοι της παγκοσμιοποίησης.
Οι νέες θεωρητικές επεξεργασίες τους είναι μια παραλλαγή του κεϋνσιανισμού (βρετανικό Εργατικό Κόμμα) που δεν είναι χρήσιμη στις χώρες της Ευρωζώνης -ειδικά τις υπερχρεωμένες- ή γενικόλογες αναφορές για στροφή προς τα αριστερά (SPD Γερμανίας, Σοσιαλιστικό Κόμμα Γαλλίας).

Στην Ελλάδα πολλοί προτείνουν γενικόλογα τη στροφή στο προοδευτικό Κέντρο. Δεν αποσαφηνίζουν όμως πώς εντάσσεται αυτό στην ισχυρή -αλλά όχι μοναδική- σύγκρουση Αριστεράς – Δεξιάς. Ποια Ευρώπη επιθυμεί το προοδευτικό Κέντρο; Ποια η σχέση του με τον κόσμο της εργασίας; Ποιο νέο κοινωνικό συμβόλαιο προτείνει, που θα επιτρέψει στην ελληνική Κεντροαριστερά να εκφράσει τους χαμένους από την κρίση και την παγκοσμιοποίηση; Πώς θα ανακτήσει κυρίαρχο ρόλο στην πολιτική σκηνή για την εφαρμογή ενός προοδευτικού προγράμματος διαρθρωτικών αλλαγών που θα επιταχύνουν την έξοδο από την κρίση;

Η ελληνική Σοσιαλδημοκρατία καλείται να συνεισφέρει στον εμπλουτισμό των προγραμματικών προτάσεων της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, παρά να προσδοκά να υιοθετήσει αυτές που θα επεξεργαστούν μεγαλύτερα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα.

Σε ό,τι αφορά στις συμμαχίες, δεν μπορεί να επιλέξει τον δρόμο της συνεργασίας με τη ΝΔ ή τον ΣΥΡΙΖΑ στο όνομα εθνικών αναγκών. Η εθνικά υπεύθυνη στάση του ΠΑΣΟΚ από το 2009-2014 δεν επικροτήθηκε εκλογικά. Αντίθετα, οι πολίτες «επιβράβευσαν» τον λαϊκισμό, τη δημαγωγία και την πολιτική ανευθυνότητα της ΝΔ και των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Τέλος, η επίτευξη των εκλογικών στόχων της ΔΗΣΥ προϋποθέτει την αύξηση των εγγεγραμμένων μελών και την ενεργό συμμετοχή τους στις κομματικές διεργασίες. Οι πολίτες πρέπει να νιώσουν ότι συμμετέχουν στη διαμόρφωση της πολιτικής, ακόμη κι αν ζουν μακριά από τα κέντρα λήψης αποφάσεων. Σε μια περίοδο απαξίωσης των θεσμών, είναι αναγκαία η ενίσχυση της θεσμικής λειτουργίας της ΔΗΣΥ, γιατί έτσι μόνο θα αποκατασταθεί η αξιοπιστία της πολιτικής στη συνείδηση των πολιτών.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» Δημοσιεύθηκε την Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

Η​​ αποχώρηση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε από τη θέση του υπουργού Οικονομικών δίνει την αφορμή για μια αξιολόγηση του ρόλου του στην αντιμετώπιση της κρίσης της Ευρωζώνης. Ανέλαβε καθήκοντα προς τα τέλη του 2009, όταν η χρηματοοικονομική κρίση είχε περάσει από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη και την απειλούσε μέσω κερδοσκοπικών επιθέσεων στα ομόλογα των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου.

Τα spreads άρχισαν να κινούνται ανοδικά από τις αρχές του 2009, αλλά η παρέμβαση του τότε ΥΠΟΙΚ της Γερμανίας Πέερ Στάινμπρουκ οδήγησε στην αποκλιμάκωση των spreads. Οι αγορές αξιολόγησαν ως αξιόπιστη την παρέμβασή του και προσωρινά σταμάτησε η κερδοσκοπία, χωρίς να ανακοινωθεί οποιαδήποτε παρέμβαση ή κάποιο σχέδιο για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Mετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο κ. Σόιμπλε, και ενώ οι διαφορές αποδόσεων άρχισαν να κινούνται εκ νέου ανοδικά, δεν έδωσε αντίστοιχη διαβεβαίωση για στήριξη χωρών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες. O κ. Σόιμπλε έδωσε προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του «ηθικού κινδύνου», παρά στον κίνδυνο από τη διάχυση της κρίσης στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Το πόσο καθοριστική υπήρξε αυτή η διαφορά στάσης επισημάνθηκε έγκαιρα από τον αρθρογράφο των FT, W. Münchau, «Greece can expect no gifts from Europe», 20/11/2009.

Ο κ. Σόιμπλε, προτάσσοντας το ζήτημα του «ηθικού κινδύνου» αλλά και των πολιτικών εξελίξεων στη Γερμανία, εξαιτίας των εκλογών σε γερμανικά κρατίδια στις αρχές του 2010, προχώρησε σε πρωτοβουλία στήριξης της Ελλάδας τον Απρίλιο του 2010. Η επιλογή αυτή αύξησε την αβεβαιότητα σε τρομακτικό βαθμό και το κόστος αντιμετώπισης της κρίσης.

Η Ελλάδα είχε κάνει λάθη μετά την ένταξη στην ΟΝΕ και ιδιαίτερα μετά το 2007, παραγνωρίζοντας τη σημασία αντιμετώπισης των μεγάλων δίδυμων ελλειμμάτων, του μεγάλου χρέους και της προώθησης των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Δεν κατανόησε την αλλαγή στάσης των αγορών μετά το ξέσπασμα της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης το 2008. Αλλά το 2009-2010 ήταν πολύ αργά για να χρησιμοποιηθεί για παραδειγματισμό για λάθη του παρελθόντος.

Τελικά, η κρίση ξέφυγε από κάθε έλεγχο και μετά την Ελλάδα προσέφυγαν στον αναγκαστικό δανεισμό η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Κύπρος. Η εξέλιξη της κρίσης στην Ευρωζώνη μπορεί να ήταν διαφορετική αν ο κ. Σόιμπλε ακολουθούσε το παράδειγμα του κ. Στάινμπρουκ.

Όμως, το πιο βασικό λάθος του κ. Σόιμπλε ήταν η άποψή του ότι η Ελλάδα πρέπει να εκδιωχθεί έστω και προσωρινά από την Ευρωζώνη. Ανεξάρτητα αν το πίστευε ή αν χρησιμοποιούσε ως απειλή το Grexit για να συνετίσει την Ιταλία που είχε μεγάλο χρέος, στην πράξη υπονόμευσε την αξιοπιστία της Ευρωζώνης.

Οι συντάκτες της συνθήκης του Μάαστριχτ δεν έβαλαν ρήτρα εξόδου για να καταστήσουν σαφές ότι η ΟΝΕ είναι μη αναστρέψιμη. Εκτίμησαν ότι έτσι το εγχείρημα θα αποκτούσε πρόσθετη αξιοπιστία.

Η άποψη του κ. Σόιμπλε για αποχώρηση της Ελλάδας ανέτρεπε ένα βασικό θεμέλιο της ΟΝΕ. Διότι, αν αποχωρούσε η Ελλάδα, τότε οι αγορές θα αξιολογούσαν ότι στο μέλλον οποιαδήποτε χώρα αντιμετώπιζε πρόβλημα θα μπορούσε να αποχωρήσει είτε εθελοντικά είτε να εκδιωχθεί.

Έτσι, μετά τις εκλογές του Μαΐου του 2012, που οδήγησαν σε πολιτικό αδιέξοδο στην Ελλάδα, η συζήτηση για το Grexit κορυφώθηκε, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η Ευρωζώνη. Την κατάρρευση απέτρεψε ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, με τη δήλωση ότι «θα κάνω ό,τι χρειαστεί για να σώσω το ευρώ», η οποία θα μείνει σίγουρα στην ιστορία.

Τέλος, ο κ. Σόιμπλε ουδέποτε πρότεινε λύση για το πρόβλημα της ασύμμετρης προσαρμογής στην αντιμετώπιση των ελλειμμάτων-πλεονασμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών των χωρών της Ευρωζώνης. Στην πρόσφατη κρίση, το κόστος προσαρμογής το επωμίστηκαν οι χώρες με τα ελλείμματα και όχι οι χώρες με πλεονάσματα, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία. Η εμπειρία από νομισματικές ενώσεις του παρελθόντος δείχνει ότι, επειδή το κόστος το επωμίζονταν μόνο οι ελλειμματικές χώρες, οι ενώσεις αυτές δεν άντεξαν στον χρόνο.

Θετική υπήρξε η συνεισφορά του κ. Σόιμπλε στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, παρά τις αντιρρήσεις του προέδρου της ΕΚΤ κ. Τρισέ. Από συνομιλία μαζί του τον Σεπτέμβριο του 2011 κατάλαβα ότι είχε ήδη συνεννοηθεί με τον επερχόμενο πρόεδρο της ΕΚΤ ότι θα δεχόταν το ονομαστικό «κούρεμα» του ελληνικού χρέους τουλάχιστον κατά 50%.

Εξίσου θετική υπήρξε η στάση του στη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ένωσης. Δεν είναι ο μόνος που ευθύνεται για τη μη ολοκλήρωσή της. Είναι προφανές ότι το μέγεθος της κρίσης της Ευρωζώνης ήταν τεράστιο και δεν είχε ιστορικό προηγούμενο. Το ατελές θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της κρίσης. Η Ευρωζώνη δεν διαλύθηκε, όπως πολλοί έσπευσαν να προδικάσουν, και ο Σόιμπλε συνέβαλε σε αυτό, αλλά οι απόψεις και η στάση του συνέβαλαν στη διάχυση και αύξησαν το κόστος αντιμετώπισής της.

Speech at the ECPRD Seminar «Parliaments Dealing with Financial Markets’ Issues» Athens, Hellenic Parliament, 5-6 October 2017

As a decade has gone by since the beginning of the global financial crisis, governments and people are starting to take stock of the global economic experience since then.

The 2007 crisis has resulted in the largest contraction in economic activity in the post-war era.

It took several years for the largest economies to recover: US, Germany and France managed to recover only by 2011, while the UK and Japan by 2013.

However, in the Eurozone periphery, Italy, Portugal and Greece still have nοt made up the lost ground. Since 2008 – two years before signing the first economic adjustment program – Greece has lost almost 26% of its GDP and its unemployment rate remains at 22%, some 14 percentage points higher than in 2007.

European economies are today far poorer than the trend before the crash predicted.

The crisis has left the young without any hope that they will have the same opportunities to prosper as their parents.

The cost of financial institutions being bailed-out by governments in certain EU member states has been passed to future generations.

The IMF calculated the cost of extra debt taken on by governments and how much had been recouped by 2015.

It appears that Ireland and Greece are not likely to recover the full amounts and will be working through the costs, in terms of more debt, for years to come.

Along with the economic and social consequences in terms of stagnation and rising inequality, the crisis had a tremendous impact on politics by reshaping the political scene across the EU.

With the economic, social and political consequences of the crisis being so large, the question that arises is why financiers failed to foresee the crisis.

Many financiers in both sides of the Atlantic have argued that it had been impossible to see the crisis coming.

However, financiers should have paid more attention to the emerging global bubble from the way that many different markets, distinct from each other, had become synchronized.

So why were regulators, policymakers, investors, and banks so unprepared at the onset of the crisis?

I would like to argue that “market fundamentalism” -the idea that governmental policies cannot do much to improve on the outcomes markets produce without intervention- was the cause behind the crisis.

The financial system, particularly commercial and investment banks, had been deregulated since 1980.

Since then, greed won out over prudence and banks took too much risk with their depositors’ money.

A second question is why has economic recovery been so slow.

Why did the Eurozone not respond with monetary and/or fiscal policies, but instead overemphasized the role of structural reforms for recovery, thus failing to prevent the social and political tensions which gave rise to populism and political instability?

“Market fundamentalism” and institutional design deficiencies offer an explanation for the weak response by governments and European Institutions in addressing the crisis.

European policymakers, claimed initially that there is a “moral hazard” issue in bailing-out Greece and preferred to postpone their decisions.

As a result, the crisis spread across the EU. Action was taken only when it was realized that the crisis could cause an irreversible damage to the Eurozone.

What have EU governments done to avert the re-emergence of a crisis?

  1. a) They initiated the European Banking Union, aiming to decouple the banking sector from the state, thus preventing the use of taxpayers’ money to rescue failing banks.

This was achieved by establishing single EU mechanisms for the prudential supervision and resolution of banks. A common deposit guarantee scheme is also currently being developed.

Shifting from the era of bail-outs to that of bail-ins, banks’ creditors have to accept losses on their investment. In that way, tax payers are protected from risks taken by bank managers.

  1. b) They adopted the Six Pack, the Two Pack and the Fiscal Compact in order to enhance economic cooperation and surveillance -at least- in the Eurozone. All these mechanisms reduced the political autonomy enjoyed by national parliaments on budgetary issues.
  2. c) The ECB introduced unconventional or non-standard tools of monetary policy in order to avert a second Great Depression.

The introduction of Quantitative Easing along with the announcement of the OMT Program have led to an institutional conversion of ECB from its pre-crisis stance.

Today many question whether these non-standard measures could create new bubbles. The answer lies with regulators. With monetary policy, very expansionary regulators should be restrained from rekindling the incentives that led to the crisis.

  1. d) They established the European Stability Mechanism to support Eurozone countries in financial distress. Nowadays many are suggesting that ESM should be transformed into a European Monetary Fund.

The reforms in EU economic governance and crisis management bring us to the last question.

Do national parliaments have sufficient power and adequate mechanisms to prevent a new financial crisis?

In the case of Greece, the parliament’s institutional framework that existed before the crisis failed to bring out the unsustainable position of the Greek economy with the large twin – deficits and the rising public debt.

The major political parties and social partners failed to understand the complexities associated with the monetary union membership and the implications of globalization.

Year after year, governments, both conservative and socialist, were presenting before the Parliament budgets with very ambitious fiscal targets.

Few majority MPs -if any- were ready to raise doubts on the underlying assumptions and reject the budget on those grounds.

The opposition parties, as a rule, always rejected the budget, as did professional unions and professional associations arguing that it doesn’t support growth and social cohesion and that it is very restrictive, i.e. they were asking for even higher spending.

To understand why Greece failed to keep its public finances in order, we have to concentrate on the institutional framework for the budgetary process.

The European Commission in 2007 found that Greece had the weakest budgetary procedures among the 18 countries examined.

Before the 2009 crisis, almost a third of the general government revenues and expenditures were outside the budgetary process.

Government ministers acted and spent money as semi-autonomous state agents.

The political parties, in their effort to win popular support, were ready to introduce new social or investment programs boosting public spending and introducing tax cuts at the same time, irrespectively of the economic cycle.

This is why Greece experienced deficits even during years of high growth. Between 2001-2009, fiscal deficits were typically at least 70% higher than their targets.

Despite the fact that the Greek constitution envisages a powerful role for the Parliament in the approval of the State budget, in practice, prior to the crisis the Parliament had little information and, consequently, power to monitor the execution of the approved budget.

Greece’s failure to keep its public finances in order was matched by a failure of European institutions, the very institutions responsible to assess the fiscal situation of Eurozone countries within the context of the Stability and Growth Pact.

An attempt to reform public financial management in Greece has been the Law 3871/2010 on “Fiscal Management and Responsibility”, which was voted in August 2010.

This Law introduced a medium-term budgetary framework for the general government to be approved by the Parliament.

Furthermore, the General Accounting Office is required to submit to the Parliament and make available to the press consolidated reports at a general government level covering public revenue, expenditure, liabilities and financing on a monthly, quarterly and biannual basis.

In this way, the execution of the general government budget is closely and transparently monitored.

In order to improve the quality and accuracy of statistical data the government passed in 2010 the Law 3832 and established the Hellenic Statistical Authority (ELSTAT) as an independent Authority subject to the control of the Hellenic Parliament.

Moreover, in order to facilitate MP’s tasks, the government established in 2010 the Parliamentary Budget Office which operates as an independent unit of the Greek Parliament.

Finally, in 2014 the Greek government passed a Law that established the Fiscal Council as an independent Administrative authority that reports to the Hellenic Parliament when requested or before a parliamentary committee when required.

Before the crisis, similar institutional deficiencies in the budgetary process and/or the supervision of financial institutions were common in other Eurozone countries that also lost access to capital markets and were forced to request financial assistance.

Over the last ten years, the huge economic and social consequences of the crisis dictated the need for institutional reforms which affected national parliaments

During the same time, there is an ongoing debate in the EU about the role and the power of national parliaments in determining economic policy at the national level as a result of the progressive transfer of substantial competences from the national to the supra-national arena.

National legislatures have lost a great deal of policy-making autonomy and control over the Council of Ministers, the European Commission, the European Council and the ECB, who dominate decision making in EU.

Concerns are raised that the role of national parliaments during the crisis has been affected by the often non-transparent and fast-paced intergovernmental negotiations of bail-out programs and Eurozone governance arrangements.

There are many asymmetries as regards the position of the member states and their parliaments in the Eurozone crisis.

Parliaments of countries that received financial assistance are more bound by external constraints.

On the other hand, the reform of the EU economic governance has provided national parliaments with an input to exercise in a more systematic way powers they already had.

As a result of the crisis, the duty of information owed by the executive to the parliaments has been strengthened significantly.

At the same time, the scrutiny and oversight powers of parliaments have been enhanced to guarantee the control of the governments’ position before and after their engagement at European level.

At this time, it is not yet clear whether these reforms can compensate for the loss of legislative powers suffered by national parliaments.

Despite the reforms introduced by the EU and the transformation of the role of national parliaments, one lesson we can learn from financial history is that it is practically impossible to prevent a new financial crisis.

Policymakers should be aware that there will likely be another financial crisis pretty soon with their frequency continuing to be high until we create a more stable global financial framework.

Nevertheless, if policymakers keep in mind the huge and painful cost inflicted on citizens in most Eurozone countries, “act properly” by avoiding the fallacies of market fundamentalism and by blocking the ears of policymakers to prevent them from hearing the Sirens of deregulation who are calling for a relaxation of the regulations introduced after the crisis, then there is reason to hope that we may have fewer crises in the future arising from the financial system.

Συνέντευξη στην  ιστοσελίδα «Liberal» στον Βασίλη Γεώργα την Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017

 

– Κύριε Σαχινίδη,  το τελευταίο διάστημα μοιάζει να έχει χαθεί ο έλεγχος σε πολλά μέτωπα. Είμαστε πίσω στην αξιολόγηση, το επενδυτικό κλίμα έχει βαρύνει, ασκείται κριτική για διαχειριστική ανεπάρκεια και ολιγωρία σε μείζονα θέματα. Σας δίνεται η εντύπωση πως η κυβέρνηση παραπατάει;

Η κυβερνητική λειτουργία και το κυβερνητικό έργο απέχουν πολύ από αυτό που είναι αναγκαίο προκειμένου να δοθεί διέξοδος και προοπτική στους πολίτες και τη χώρα. Ειδικά μετά από μια δεκαετία ύφεσης η οποία παρατάθηκε εξαιτίας των διαπραγματευτικών αδιεξόδων και των επιλογών υψηλού κόστους της κυβέρνησης.

Η κυβέρνηση από το 2015 βαδίζει χωρίς σχέδιο, χωρίς διαβούλευση με τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ερήμην των κοινωνικών εταίρων στο όνομα μιας αλήθειας που μόνη αυτή κατέχει, έχοντας προκαλέσει τεράστια ζημιά στην αξιοπιστία της χώρας.

Δεν αποτελεί, λοιπόν, σύμπτωση ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις πιεστικές ανάγκες μιας χειμάζουσας οικονομίας, των πολιτών που κτυπήθηκαν από την κρίση ή σε απρόβλεπτα γεγονότα όπως προκύπτει από τον χειρισμό του πρόσφατου περιστατικού με το ναυάγιο που προκάλεσε αυτήν την πρωτοφανή ζημιά στις ακτές της Αττικής.

– Οδεύοντας προς την τελική ευθεία για τη ολοκλήρωση του μνημονίου, είστε περισσότερο αισιόδοξος ή έχετε λόγους να ανησυχείτε από τον τρόπο που ανταποκρίνεται η οικονομία και χειρίζεται την κατάσταση η κυβέρνηση;

Ουσιαστικά με ρωτάτε αν η μείωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών από 15% του ΑΕΠ το 2007 σε 0,6% του ΑΕΠ το 2016 και η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος από 15,3% του ΑΕΠ το 2009 σε πλεόνασμα 0,7%% του ΑΕΠ το 2016 είναι διατηρήσιμη,  και επομένως αν η Ελλάδα έχει ανακτήσει την αναγκαία αξιοπιστία για να επιστρέψει στις αγορές οριστικά και με ασφάλεια.

 

Αν κάποιος χρησιμοποιήσει ως κριτήριο την διαφορά στα δεκαετή ομόλογα της Ελλάδας και της Πορτογαλίας που είναι περίπου 300  μονάδες βάσης, τότε το συμπέρασμα στο οποίο θα καταλήξει είναι ότι η Ελλάδα έχει ακόμη απόσταση να καλύψει για να ανακτήσει τη χαμένη αξιοπιστία της και να βγει στις αγορές  με ασφάλεια.

Η αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου της χώρας έχει μεν ξεκινήσει αλλά με μεγάλη καθυστέρηση και όχι με την αναγκαία ταχύτητα. Η πολιτική κρίση στην Ελλάδα που ξεκίνησε από το 2011 και η στάση των κυβερνήσεων από το 2012 και μετά, απέτρεψαν  την επιτάχυνση της αναδιάρθρωσης  του παραγωγικού προτύπου στο βαθμό που δεν διευκολύνθηκε η είσοδος νέων επιχειρήσεων και η έξοδος των προβληματικών που λειτουργούν σε βάρος των υγιών και ανταγωνιστικών. Σε αυτό συνέβαλε μεταξύ άλλων και η απουσία πολιτικής για την αντιμετώπιση του προβλήματος των κόκκινων δανείων με αποτέλεσμα οι τράπεζες να μην μπορούν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στον αναπτυξιακό τους ρόλο.

– Δεδομένου ότι ξεκινά μια κρίσιμη περίοδος διαπραγματεύσεων, στη διάρκεια της οποίας δεν θα κριθεί μόνο η 3η αξιολόγηση αλλά και η μεταμνημονιακή εποχή με βάση τις αποφάσεις για το χρέος, τον τρόπο εξόδου της χώρας από το πρόγραμμα και το ρόλο του ΔΝΤ, τι περιμένετε ότι θα συμβεί;

Όλες οι αξιολογήσεις των τελευταίων χρόνων προχωρούν με μεγάλη καθυστέρηση τραυματίζοντας την αξιοπιστία και το επενδυτικό κλίμα της χώρας. Θεωρώ, λοιπόν, πολύ πιθανό ότι και η 3η αξιολόγηση θα καθυστερήσει. Σε ό,τι αφορά τις αποφάσεις για την Ελλάδα, αυτές σε σημαντικό βαθμό θα εξαρτηθούν από τις γερμανικές εκλογές αλλά και από τις συμφωνίες μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας για την επόμενη ημέρα της ΕΕ και της ευρωζώνης.

– Πως ερμηνεύετε τις πιέσεις που ασκεί το ΔΝΤ για την επανεξέταση της κεφαλαιακής επάρκειας των ελληνικών τραπεζών ;

Είναι προφανές ότι το ΔΝΤ δεν συμμερίζεται τις απόψεις των ευρωπαϊκών θεσμών και της ελληνικής κυβέρνησης σύμφωνα με τις οποίες το τραπεζικό σύστημα δεν θα χρειαστεί νέα κεφάλαια. Το ΔΝΤ θα μπορούσε να παρουσιάσει ποια μέτρα κρίνει ότι πρέπει να ληφθούν για να γίνει πιο ανθεκτικό το τραπεζικό σύστημα.

Τα κεφαλαία από μόνα τους δεν λύνουν το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Γι’ αυτό χρειάζεται σοβαρότητα, σταθερότητα, ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια σε όλους τους τομείς που συμβάλουν στη αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων σε επιχειρήσεις και ιδιώτες. Όσο δεν υπάρχει πρόοδος εκεί, συνεχώς θα χρειάζονται νέα κεφαλαία.

Το σίγουρο είναι ότι η αποτελεσματικότητα ή μη στην επίτευξη των στόχων για την μείωση  των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων των ελληνικών τραπεζών, το πέρασμα της ελληνικής οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και η δυνατότητα των τραπεζών να περάσουν σε σταθερή κερδοφορία, θα καθορίσει ποια πλευρά έκανε τις σωστές εκτιμήσεις.

-Ο εκτροχιασμός των εσόδων και οι χαμηλές πτήσεις της ανάπτυξης, συνιστούν κίνδυνο για πρόσθετα μέτρα το 2018; Θα πατήσουμε τελικά στη νάρκη των πρωτογενών πλεονασμάτων;

Η επιστροφή σε σταθερά θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης  θα διευκολύνονταν αν οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα μειώνονταν στο 2% του ΑΕΠ από το 2018. Τελικά παρά τις κυβερνητικές διακηρύξεις αυτό δεν κατέστη εφικτό και ο στόχος για πλεόνασμα 3,5 % του ΑΕΠ, επεκτάθηκε πολύ πιο πέρα από τη διάρκεια του τρίτου μνημονίου.

Είναι δύσκολο να εκτιμήσει κανείς από τώρα αν θα υπάρξουν δυσκολίες στην επίτευξη του στόχου για το 2018 που θα καταστήσουν αναγκαία την λήψη πρόσθετων μέτρων. Η υστέρηση στα έσοδα από τη φορολογία εισοδήματος δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς καθώς θα επηρεάσει και τα ασφαλιστικά έσοδα. Η πορεία των εσόδων τους επόμενους μήνες θα καθορίσει αν και ποια πρόσθετα μέτρα μπορεί να κληθεί να ψηφίσει η κυβέρνηση.

– Ποιες είναι οι εκτιμήσεις για τις πολιτικές εξελίξεις; Βλέπετε σύντομα εκλογές και τι θα είναι αυτό που τελικά θα καθορίσει τον χρόνο προσφυγής στις κάλπες;

Η εκτίμηση μου είναι ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός των ΣΥΡΙΖΑ -ΑΝΕΛ  δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει ουσιαστικά προβλήματα ώστε να οδηγηθεί η χώρα σε εκλογές εξ αυτού του λόγου. Η επιλογή των κυβερνητικών βουλευτών να στηρίζουν δημόσια κάθε κυβερνητική πολιτική  ακόμη και αν αυτή  αντιβαίνει τα όσα υποστήριζε και εφάρμοζε η κυβέρνηση μόλις πριν από λίγο καιρό δεν έχει προηγούμενο καθ’ όλη την περίοδο της κρίσης.

 

Παρά το γεγονός ότι οι ανάγκες της χώρας μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο μέσα από την εθνική συνεννόηση των πολιτικών δυνάμεων, των οποίων η νέα εκλογική δύναμη θα αποτυπωθεί μετά από εκλογές, μια πρόωρη προσφυγή  στις κάλπες θα γίνει μόνο αν ο Πρωθυπουργός διαγνώσει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ χάνει ραγδαία έδαφος μεταξύ των εκλογέων, με τον κίνδυνο να χάσει τη δεύτερη θέση και να βγει τρίτο κόμμα στις επόμενες εκλογές, όποτε αυτές διεξαχθούν.

Στην κυβέρνηση πάντως φαίνεται να επικρατεί η αίσθηση πως απολαμβάνουν της υποστήριξης των δανειστών και θεωρούν ότι είναι πολιτικά βολικό και για την ευρωζώνη να δείξει ότι η Ελλάδα βγαίνει από την κρίση. Τη συμμερίζεστε αυτή την αισιοδοξία ή μήπως διατρέχουμε τον κίνδυνο να ξαναπέσουμε στην παγίδα μιας νέας αυταπάτης που θα μας κοστίσει;

Από τον Σεπτέμβριο του 2015 και μετά, τα κυβερνητικά στελέχη ανακοινώνουν συνεχώς τις κόκκινες γραμμές τις οποίες κατά κανόνα εγκαταλείπουν με μεγάλη καθυστέρηση. Αυτό συμβαίνει, αφού στο μεταξύ η κυβέρνηση έχει αυξήσει το κόστος για τους πολίτες, υιοθετώντας περισσότερα μέτρα και αυξάνοντας με τις καθυστερήσεις την αβεβαιότητα χωρίς κανένα όφελος για την οικονομία και όσους έχουν κτυπηθεί από την κρίση.

Η κυβέρνηση δεν συναντά τρομερές δυσκολίες στις σχέσεις της με τους θεσμούς γιατί δεν εφαρμόζει κάποιο εθνικό σχέδιο το οποίο να έχει συνεννοηθεί με τα κόμματα της αντιπολίτευσης και διαπραγματευθεί με τους θεσμούς. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι σχέσεις με τους θεσμούς ήταν ανέφελες όλα αυτά τα χρόνια. Πολλές φορές οι αποφάσεις της κυβέρνησης οδήγησαν τις σχέσεις αυτές σε οριακό σημείο.

– Αν και είναι ακόμη νωρίς για συμπεράσματα, μπορείτε να διακρίνετε τη δυναμική που θα επιθυμούσατε στο εγχείρημα ανασυγκρότησης της κεντροαριστεράς ή μήπως τελικά το αφήγημα της στροφής του Αλέξη Τσίπρα στη σοσιαλδημοκρατία πείθει περισσότερο τους ψηφοφόρους ;

Ανεξάρτητα από την πολιτική τους τοποθέτηση, πολίτες από όλο το φάσμα των δημοκρατικών και φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων παρακολουθούν με ενδιαφέρον τις εξελίξεις στο χώρο της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Αυτό συνιστά μια θετική εξέλιξη αφού η περίοδος της άρνησης, της αποστροφής και της αδιαφορίας των πολιτών για την πορεία της κεντροαριστεράς  ανήκει στο παρελθόν.

Είναι ευθύνη πλέον όλων όσων διεκδικούν την ηγεσία της ΔΗΣΥ να παρουσιάσουν στους πολίτες τις απόψεις τους για όλα τα μεγάλα θέματα που μας απασχολούν. Για το μέλλον και την προοπτική της χώρας, για τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν στους θεσμούς και την οικονομία ώστε να απαλλαγούμε από το πελατειακό κράτος που μας οδήγησε στην κρίση και να επιταχυνθεί η αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου, για την πολιτική ταυτότητα και τον προσανατολισμό που πιστεύουν ότι πρέπει να αποκτήσει η ελληνική σοσιαλδημοκρατία  ώστε να συγκινήσουν εκ νέου τους πολίτες, να τους δώσουν ένα νέο όραμα για να ασχοληθούν ξανά με την πολιτική.

Από τη συζήτηση που θα διεξαχθεί αυτούς τους δυο μήνες θα κριθούν πολλά για το μέλλον της αλλά και για το μέλλον της χώρας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε έχει τις δυνατότητες ούτε επιθυμεί να μετασχηματιστεί σε  σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.  Είναι δικό τους θέμα μετά το πέρασμα τους στην αντιπολίτευση να αποφασίσουν ποια θα είναι η νέα τους ταυτότητα και αν θα συνεχίσουν να συμπορεύονται με την Ακροδεξιά των ΑΝΕΛ.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα “ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ” Δημοσιεύθηκε την Κυριακή 25 Ιουνίου 2017

Ένα από τα πολιτικά παράδοξα της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα είναι ότι η ήττα της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας που σηματοδοτήθηκε με τη διεθνή χρηματοοικονομική κρίση του 2008 και η παρατηρούμενη πρωτοφανής διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων δεν εξασφάλισαν πολιτικά οφέλη για τα σοσιαλιστικά κόμματα στην Ευρώπη τα οποία βρίσκονται σταθερά σε πτωτική πορεία. Η πτωτική πορεία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων εύλογα εγείρει το ερώτημα αν έχουν περιθώρια ανάκαμψης.

Η ανασύνταξή τους προϋποθέτει την αποκατάσταση της δυνατότητας τους να ανταποκριθούν αποτελεσματικά με επεξεργασμένες πολιτικές προτάσεις στις αγωνίες των ψηφοφόρων τους. Το κοινωνικό συμβόλαιο που προσέφεραν μετά τον πόλεμο για να εξισορροπήσουν τη σύγκρουση εργασίας και κεφαλαίου διασφάλισε την συνύπαρξη του καπιταλισμού με τη δημοκρατία και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων.

Αυτό που άλλαξε τις τελευταίες δεκαετίες ήταν ότι δεν ανταποκρίθηκαν στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης, ούτε κατανόησαν τις μεγάλες αλλαγές της μεταβιομηχανικής περιόδου στην οικονομία και την κοινωνία.

Η ενίσχυση του τριτογενή τομέα στις ευρωπαϊκές οικονομίες είχε ως αποτέλεσμα, την μείωση του ρόλου των συνδικάτων και κατ’ επέκταση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που αυτά στήριζαν. Τη ίδια περίοδο μειώθηκε και ο αριθμός των εργαζομένων στις βιομηχανίες ενώ αναδείχτηκαν νέα κοινωνικά στρώματα, μια νέα μεσαία τάξη πολύ καλά εκπαιδευμένη με ψηλές απολαβές. Με προτεραιότητες όμως αρκετά διαφορετικές από τον παραδοσιακό κόσμο της εργασίας στις βιομηχανίες.

Τα νέα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα σε συνδυασμό με τις μεγάλες προκλήσεις για τον κόσμο της εργασίας, αποτέλεσμα των τεχνολογικών εξελίξεων και της αυτοματοποίησης, καθιστούν αναγκαία την αναζήτηση μιας νέας ταυτότητας για την Σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη.

Για να μπορέσει να εκφράσει μια νέα συμμαχία μεταξύ των υγιών παραγωγικών δυνάμεων που παράγουν νέο πλούτο και αυτών που πλήττονται από την παγκοσμιοποίηση.

Για να το πετύχει δεν αρκεί να περιοριστεί στο όραμα ενός «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο». Σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης δεν αρκεί να προτείνεις υψηλότερη φορολογία και περισσότερες δημόσιες επενδύσεις. Πολλά από τα σύγχρονα προβλήματα (κλιματική αλλαγή, μεταναστευτικό, φοροαποφυγή μεγάλων επιχειρήσεων) έχουν παγκόσμια διάσταση την ώρα που η πολιτική εξακολουθεί να ασκείται εντός των εθνικών ορίων γεγονός που περιορίζει την αποτελεσματικότητα της.

Η λαϊκιστική δεξιά και αριστερά προτείνουν ως λύση τον απομονωτισμό, το κλείσιμο των συνόρων την εκδίωξη των μεταναστών. Η Σοσιαλδημοκρατία πρέπει να ξεφύγει από τη αναζήτηση προτάσεων σε εθνικό επίπεδο όπου είναι βέβαιο ότι θα ηττηθεί και θα χαθεί οριστικά και να παλέψει για μια λύση των προβλημάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο δύσκολο και αν είναι σήμερα αυτό.

Μόνο εκεί μπορεί να διασφαλίσει τον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων του καπιταλισμού. Με ένα ισχυρό ευρωπαϊκό προϋπολογισμό που θα καταστήσει εφικτή μια ευρωπαϊκή κεϋνσιανή πολιτική, με ευρωπαϊκά προγράμματα επενδύσεων και καταπολέμησης της ανεργίας, με ένα ευρωπαϊκό μηχανισμό προστασίας των ανέργων.

Για να τα πετύχει αυτά πρέπει να αποδεχτεί ξανά την ανάγκη «του πρωτείου της πολιτικής» και να εργαστεί για να συγκροτηθούν υπερεθνικά όργανα οικονομικής διακυβέρνησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο στη βάση κοινών αξιών.

Η πρόκληση σήμερα είναι να συγκροτήσει το νέο συμβιβασμό αυτή τη φορά ανάμεσα στο κράτος, την αγορά, τις μεγάλες υπερεθνικές εταιρίες και την κοινωνία των πολιτών. Μόνο αν ανταποκριθεί σε αυτή την πρόκληση η Σοσιαλδημοκρατία θα καταφέρει στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη θα ξαναγίνει δύναμη ηγεμονική στο χώρο της κεντροαριστεράς για να προωθήσει την βιώσιμη ανάπτυξη, την κοινωνική δικαιοσύνη και την κοινωνική πρόοδο σε συνθήκες πολιτικής ασφάλειας.

Ομιλία στην εκδήλωση του Πολιτικού Εργαστηρίου «Σοσιαλισμός και Φιλελευθερισμός» 20 Ιουνίου 2017 Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων

Το θέμα της σημερινής μας συζήτησης παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον όχι μόνο γιατί ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός επανήλθε στην τρέχουσα πολιτική συζήτηση ως μια από τις προτάσεις για την ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας αλλά και για το λόγο ότι η σχέση Σοσιαλισμού και Φιλελευθερισμού χαρακτηρίζεται από μια ιδιαιτερότητα.

Η απάντηση στο ερώτημα για τη σχέση Σοσιαλισμού και Φιλελευθερισμού εξαρτάται σημαντικά από τον χρόνο στον οποίο τίθεται το ερώτημα αλλά και τον τόπο στον οποίο διεξάγεται η συζήτηση. Έτσι θεωρώ, ότι δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι στην ερώτηση αυτή μπορούν να δοθούν και δόθηκαν διαχρονικά διαμετρικά αντίθετες απαντήσεις.

Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και μέχρι την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, η Σοσιαλδημοκρατία έχει υιοθετήσει την ατζέντα του Φιλελευθερισμού σε ότι αφορά την κοινοβουλευτική δημοκρατία και τα δικαιώματα των πολιτών. Ωστόσο, η υιοθέτηση του Πολιτικού Φιλελευθερισμού έχει εν μέρει εργαλειακό χαρακτήρα, διότι θεωρείται το καλύτερο πολιτικό σύστημα για την προώθηση των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Η πλήρης υιοθέτηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ως αξίας θα γίνει σταδιακά, στις δεκαετίες του 1920 και 1930.

Σε ότι αφορά τις οικονομικές θέσεις του Φιλελευθερισμού για όσο διάστημα οι Σοσιαλιστές δεν έχουν ακόμη μια πλήρη και επεξεργασμένη πρόταση για την άσκηση οικονομικής πολιτικής πέρα από τα κείμενα του Μαρξ και την εκτίμηση του για την αναπόδραστη κατάρρευση του καπιταλισμού υπάρχει μια αντιθετική σχέση.

Όπως λέει ο Ιταλός Σοσιαλιστής Κάρλο Ροσέλι («Φιλελεύθερος Σοσιαλισμός», Εκδόσεις Πόλις 2013) «ο σοσιαλισμός γεννήθηκε ως αντίδραση στον –κυρίως οικονομικό – Φιλελευθερισμό που χαρακτήριζε τη σκέψη της αστικής τάξης στις αρχές του 19ου αιώνα».

Οι Σοσιαλδημοκράτες καλούνται να πάρουν πιο συγκεκριμένη θέση σε θέματα οικονομικής πολιτικής μετά το ξέσπασμα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου καθώς αρχίζουν να συμμετέχουν σε κυβερνήσεις της περιόδου.

Το Laissez-faire του 19ου αιώνα δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες για τη διεξαγωγή του πολέμου. Έτσι, για πρώτη φορά το κράτος παρεμβαίνει στη λειτουργία των αγορών. Είναι η περίοδος που θεσπίζονται και εφαρμόζονται προοδευτικά φορολογικά συστήματα για τη χρηματοδότηση των πολεμικών δαπανών ενώ γίνονται οι πρώτες εθνικοποιήσεις επιχειρήσεων. Ο πόλεμος αυτός νομιμοποιεί στην πολιτική σοσιαλιστικές ιδέες όπως τα προοδευτικά φορολογικά συστήματα ή η εθνικοποίηση των επιχειρήσεων.

Η σχέση αντιπαλότητας μεταξύ Σοσιαλισμού και Φιλελευθερισμού γίνεται πιο έντονη στη δεκαετία του 1920 και κορυφώνεται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930 κυρίως ως αποτέλεσμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας του Φιλελευθερισμού να δώσει ουσιαστική απάντηση στις συνέπειες του οικονομικού κραχ του 1929.

Για τον Ροσέλι: «το σοσιαλιστικό κίνημα είναι ο αληθινός κληρονόμος του φιλελευθερισμού, ο φορέας αυτής της δυναμικής αντίληψης για την ελευθερία που πραγματοποιείται στη δραματική κίνηση της ιστορίας. Φιλελευθερισμός και σοσιαλισμός αντί να έρχονται σε σύγκρουση, μια ανούσια αντιπαράθεση, συνδέονται με στενούς δεσμούς. Ο φιλελευθερισμός είναι η ιδεατή δύναμη που εμπνέει, ο σοσιαλισμός η πρακτική δύναμη που υλοποιεί».

Είναι προφανές από τα γραφόμενα του ότι στα τέλη της δεκαετίας του 1920, την εποχή που ο Ροσέλι αντιμάχονταν τον Φασισμό και τον Μαρξισμό, η αυτονόητη σχέση ήταν αυτή της αντιπαλότητας. Ο Ροσέλι εκφράζει ένα ιδιαίτερο ρεύμα στις τάξεις των Σοσιαλιστών που αναδείχτηκε κυρίως στην Ιταλία και τη Γαλλία στη δεκαετία του 1920 χωρίς όμως να γίνει κυρίαρχο.

Είναι η περίοδος που σε όλη την Ευρώπη με εξαίρεση ίσως την Αγγλία η σχέση σοσιαλδημοκρατίας και φιλελευθερισμού προσλαμβάνονταν ως σχέση αντιπαλότητας. Η Σέρι Μπέρμαν στο βιβλίο της «Το Πρωτείο της Πολιτικής» περιγράφει τη σχέση αυτή ως εξής: « ..η σοσιαλδημοκρατία …δεν αποτελεί κάποιου είδους συμβιβασμό ανάμεσα στον μαρξισμό και τον φιλελευθερισμό… Η σοσιαλδημοκρατία αντιπροσώπευε μια πλήρως επεξεργασμένη πρόταση τόσο έναντι του μαρξισμού όσο και έναντι του φιλελευθερισμού, μια πρόταση που την χαρακτήριζε η βαθιά και ακλόνητη προσήλωση στην πρωτοκαθεδρία της πολιτικής έναντι της οικονομίας και στον κοινοτισμό».

Η σοσιαλδημοκρατία όμως στο πέρασμα του χρόνου αλλάζει. Από τη σοσιαλδημοκρατία του Μπερνσταιν μέχρι αυτή του Μπραντ, ή του Σρέντερ ή ακόμη και του Γκάμπριελ η απόσταση είναι τεράστια.

Αυτή η σχέση αντιπαλότητας συντηρείται για πολλά χρόνια μέχρι και την αναβίωση των ιδεών του νεοφιλελευθερισμού που κυριαρχούν στις δεκαετίες 1970-1990. Η πρόσφατη διεθνής χρηματοοικονομική κρίση έθεσε υπό αμφισβήτηση την κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων ιδεών. Λίγα μόλις χρόνια μετά την εκτίμηση του Φουκογιάμα στο έργο του «Το Τέλος της Ιστορίας» ότι αυτές πλέον δεν θα αμφισβητηθούν από κανένα, η κρίση αυτή δικαίωσε την επιφυλακτική στάση αρκετών σοσιαλδημοκρατών που δεν υιοθέτησαν τις προτροπές του Τρίτου Δρόμου.

Η άκριτη προσχώρηση τμημάτων της σοσιαλδημοκρατίας στην άποψη για πλήρη απελευθέρωση των αγορών και περιορισμό του ρόλου του κράτους, τα χρόνια στα οποία εκδηλώθηκε η νέα φάση της παγκοσμιοποίησης, οδήγησε σε ουσιαστική αλλαγή της ταυτότητας της γεγονός που εξηγεί την προσέγγιση της με τον νεοφιλελευθερισμό.

Έτσι, από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 γίνεται ξανά συζήτηση για τον «φιλελεύθερο σοσιαλισμό». Σε αυτή τη φάση η νοηματοδότηση του σοσιαλισμού απέχει πολύ από τις κλασικές του θέσεις. Για παράδειγμα σοσιαλιστικά κόμματα σε πολλές χώρες δεν θεωρούν προτεραιότητά τους την υπεράσπιση του κόσμου της εργασίας, την παρέμβαση του κράτους στην οικονομία και την κοινωνική πρόνοια, απαρνιούνται μια πολιτική αλληλεγγύης που θα αποβλέπει στην προστασία των ατόμων, μια ευρεία αναδιανομή του πλούτου, ή την ανάγκη εξανθρωπισμού του καπιταλισμού κ.λπ.

Από πολιτική άποψη η όσμωση της σοσιαλδημοκρατίας με τον νεοφιλελευθερισμό δεν την βοήθησε εκλογικά. Ο Γερ. Μοσχονάς σε συνέντευξη του της 6ης Ιουνίου στην Εποχή αναφέρει τα εξής για τις εκλογικές επιδόσεις της σοσιαλδημοκρατίας: “Στις 13 δυτικοευρωπαϊκές χώρες που μετράω (εκτός Ελλάδας, Ισπανίας, Πορτογαλίας), η σοσιαλδημοκρατία σήμερα κατά μέσον όρο καταγράφει απώλειες περίπου 33% με 34% σε σχέση με το ποσοστό που είχε στη δεκαετία του 1950. Στις δε τρεις χώρες του Νότου οι απώλειες σήμερα, σε σχέση με τις επιδόσεις της δεκαετίας του 1980, είναι της τάξης του 44,5% κατά μέσον όρο…”.

Η αποδυνάμωση της ενίσχυσε είτε τα λαϊκιστικά κόμματα της Αριστεράς που κράτησαν μια πιο επιθετική στάση απέναντι στην παγκοσμιοποίηση και στην κυριαρχία των αγορών είτε τα λαϊκιστικά κόμματα της ακροδεξιάς για τους ίδιους λόγους αλλά και επειδή επαναφέρουν στο προσκήνιο της πολιτικής έναν ξεπερασμένο εθνικισμό και προτείνουν την εκδίωξη των μεταναστών.

Σήμερα για πολλούς η σχέση Σοσιαλδημοκρατίας και Πολιτικού Φιλελευθερισμού είναι αυτονόητη. Όμως η σοσιαλδημοκρατία -αν και όχι σε όλες τις εκδοχές της- κρατά μια στάση αντιπαλότητας απέναντι στον οικονομικό φιλελευθερισμό και στο πρόταγμα του για ελεύθερες και ανεξέλεγκτες αγορές.

Οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία οδηγούν σε ανανέωση του ενδιαφέροντος για τη σχέση αυτή και ο όρος σοσιαλφιλελευθερισμός χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις ιδέες της πολιτικής πλατφόρμας του νικητή των Προεδρικών εκλογών της Γαλλίας. Είναι δύσκολο να προδικάσει κανείς τι ακριβώς περιεχόμενο θα επιχειρήσει να προσδώσει ο Μακρόν στο Φιλελεύθερο Σοσιαλισμό. Είναι όμως σίγουρο, ότι θα απέχει πολύ από αυτό του Ροσέλι καθώς η πολιτική του πρόταση είναι πιο κοντά σε αυτή του Τρίτου Δρόμου. Αυτή δηλαδή που έφερε τα Σοσιαλιστικά κόμματα πιο κοντά στο νεοφιλελευθερισμό.

Στην Βρετανία αντίθετα η ανάληψη της ηγεσίας του Εργατικού Κόμματος από τον Κόρμπιν οδήγησε σε οριστική ρήξη με τις ιδέες του Τρίτου Δρόμου. Η πολιτική του πρόταση παραπέμπει πιο πολύ στις προγραμματικές προτάσεις της Σοσιαλδημοκρατίας της χρυσής περιόδου του εθνικού Κεϋνσιανισμού που έχει εγκαταλειφθεί από όλα τα Σοσιαλιστικά κόμματα από την δεκαετία του 1990.

Για τις ανάγκες της σημερινής συζήτησης ενόψει του Συνεδρίου της Δημοκρατικής Συμπαράταξης αποκτά ιδιαίτερη σημασία να αναζητήσουμε πως προσλαμβάνουν σήμερα τα ελληνικά κόμματα του δημοκρατικού σοσιαλισμού τη σχέση σοσιαλισμού και φιλελευθερισμού.

Ανατρέχοντας στις προγραμματικές θέσεις της ΔΗΜΑΡ προκύπτει ότι, η ΔΗΜΑΡ εμπνέεται από τα ιδεώδη του πολιτικού φιλελευθερισμού και αντιτίθεται στον κρατισμό και στο πελατειακό κράτος. Αντιπαρατίθεται στο νεοφιλελευθερισμό.

Ανάλογες απόψεις θα βρει κανείς στην πρόσφατη πολιτική εισήγηση για τη ΔΗ.ΣΥ. όπου είναι εμφανής η αναγνώριση της σχέσης μεταξύ Δημοκρατικού Σοσιαλισμού και Πολιτικού Φιλελευθερισμού. Το ίδιο ισχύει και με τα πρόσφατα καταστατικά κείμενα του ΠΑΣΟΚ.

Στα κείμενα του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών υπάρχει ευθεία αναφορά στη σχέση αυτή. Στην Πολιτική Εισήγηση που εγκρίθηκε πρόσφατα στην 3η Συνδιάσκεψη αναφέρονται τα εξής:

“Το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών εκφράζει ταυτόχρονα μια δέσμη αξιών που βασίζονται στις ζωντανές παραδόσεις του ανθρωπισμού, του διαφωτισμού, του πολιτικού φιλελευθερισμού και του δημοκρατικού σοσιαλισμού».

Τέλος σε ότι αφορά τη θέση για το νεοφιλελευθερισμό αναφέρονται τα εξής:

“Συγκροτούμε μέτωπο απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό, και κυρίως, απέναντι στις παλιές και νέες ανισότητες που αυτός παράγει. Μέτωπο στη λογική ότι οι αγορές οδηγούν στα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα παραβλέποντας ότι την ώρα που παράγεται τόσος πλούτος οι ανισότητες φτάνουν σε πρωτόγνωρα επίπεδα για την σύγχρονη εποχή».

Συμπερασματικά, σε μια περίοδο ανασύνταξης του χώρου του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού στην Ελλάδα η σχέση του με τον Πολιτικό Φιλελευθερισμό είναι περισσότερο καθαρή από οποιαδήποτε άλλη φορά στην ιστορία του. Οι αναφορές στις αξίες της Ανοικτής Κοινωνίας στα κείμενα της ΔΗ.ΣΥ. και του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών δεν είναι τυχαίες και δύσκολα θα τις έβρισκε κανείς στα πολιτικά κείμενα κομμάτων του χώρου στο παρελθόν.

Σήμερα, ο Δημοκρατικός Σοσιαλισμός στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι σε αναζήτηση νέας ταυτότητας για να εκφράσει τη συμμαχία των υγιών παραγωγικών δυνάμεων που παράγουν νέο πλούτο και αυτών που πλήττονται από την παγκοσμιοποίηση.

Για να το πετύχει δεν αρκεί να περιοριστεί στο όραμα ενός «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο». Την ώρα που ο ευάλωτος στον νεοφιλελευθερισμό «Τρίτος Δρόμος» κατέρρευσε, η Σοσιαλδημοκρατία καλείται σήμερα να επιδιώξει, σε ευρωπαϊκό πλέον επίπεδο, τον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων του καπιταλισμού και την καταπολέμηση των μεγάλων ανισοτήτων.

Αυτό θα το πετύχει αν αποδεχτεί εκ νέου την ανάγκη να ηγεμονεύει ιδεολογικά «το πρωτείο της πολιτικής» και να εργαστεί για να συγκροτηθούν υπερεθνικά όργανα οικονομικής διακυβέρνησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο στη βάση κοινών αξιών. Πολλά από τα σύγχρονα προβλήματα όπως η κλιματική αλλαγή, το μεταναστευτικό, η φοροαποφυγή των μεγάλων επιχειρήσεων, έχουν παγκόσμια διάσταση. Αν η σοσιαλδημοκρατία κάνει το λάθος να αναζητήσει τη λύση στα σύγχρονα προβλήματα εντός των εθνικών ορίων θα ηττηθεί και θα χαθεί.

Η πρόκληση σήμερα είναι να συγκροτήσει το νέο συμβιβασμό αυτή τη φορά ανάμεσα στο κράτος, την αγορά, τις γιγάντιες εταιρείες που μπορούν να επηρεάσουν επ’ ωφελεία τους τις αποφάσεις του κράτους και την κοινωνία των πολιτών. Στο βαθμό που θα ανταποκριθεί σε αυτή την πρόκληση η Σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη θα ξαναγίνει δύναμη ηγεμονική στο χώρο της κεντροαριστεράς για να προωθήσει την βιώσιμη ανάπτυξη και την κοινωνική δικαιοσύνη σε συνθήκες πολιτικής ασφάλειας.