ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ «LIBERAL» ΤΡΙΤΗ 4 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2018 στον Γιώργο Φιντικάκη

Σχολιάστε μας καταρχήν την ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ για την πορεία του ΑΕΠ το β’ τρίμηνο. Τι μας δείχνει η ανάλυση των στοιχείων για την κατανάλωση και τις επενδύσεις;

Η οικονομία στο δεύτερο τρίμηνο του 2018 χάνει σε δυναμική, ιδιαίτερα αν συνυπολογίσει κανείς την προς τα άνω αναθεώρηση του πρώτου τριμήνου. Το φρενάρισμα οφείλεται στην αρνητική συνεισφορά που είχαν οι επενδύσεις στην μεταβολή του ΑΕΠ.

Η εξέλιξη αυτή είναι ένα ακόμη καμπανάκι ότι το μείγμα πολιτικής της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. που στηρίζεται στην υπερφορολόγηση για τη δημιουργία υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων εμποδίζει την πραγματοποίηση επενδύσεων και περιορίζει τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Αυτό σημαίνει απώλεια σε όρους ΑΕΠ και συνεπακόλουθα χαμένες θέσεις εργασίας. 

Στην κυβέρνηση ήλπιζαν σε ένα «καλό» νέο από την ΕΛΣΤΑΤ προκειμένου, κατά τις διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς στις 10 Σεπτεμβρίου, να μπορεί να υποστηρίξει ότι το πλεόνασμα θα κινηθεί πάνω από το 4% του ΑΕΠ το 2018, και άρα έχει μεγάλη άνεση να χρηματοδοτήσει τόσο το φετινό πακέτο παροχών όσο και εκείνο του 2019. Δίνει τέτοιες δυνατότητες η πορεία της ανάπτυξης ;

Αν η ανακοπή της δυναμικής του ΑΕΠ που καταγράφεται στο δεύτερο τρίμηνο  συνεχιστεί και στα επόμενα δύο τρίμηνα, τότε η ανάπτυξη θα διαμορφωθεί κοντά στον αναθεωρημένο μικρότερο στόχο που τέθηκε από την κυβέρνηση στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, δηλαδή στο 2%.

Η επίδοση αυτή είναι κάτω από τις αρχικές προβλέψεις για ανάπτυξη της τάξης του 2,5% και μακριά από τις ανάγκες μιας οικονομίας που εξέρχεται από μια δεκαετή ύφεση. Το τι θα κάνει τελικά η κυβέρνηση σε ότι αφορά τις παροχές θα εξαρτηθεί από το αν επιλέξει να σεβαστεί τους δημοσιονομικούς στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα που η ίδια διαπραγματεύτηκε ή επιλέξει να «κλωτσήσει την καρδάρα με το γάλα» για να διασώσει ο ΣΥΡΙΖΑ ότι μπορεί από τα εκλογικά του ποσοστά στις επόμενες εκλογές.   

Ενόψει της ομιλίας του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, κυβερνητικά στελέχη διαμορφώνουν ένα κλίμα υψηλών προσδοκιών για προεκλογικές παροχές. Τι μπορεί να σημάνει αυτό για την οικονομία, και τι μηνύματα θα στείλει στις αγορές, αλλά και στους εταίρους;

Μετά τη λήξη του Τρίτου Μνημονίου η ελληνική οικονομία παραμένει ευάλωτη σε κρίσεις προερχόμενες από το εξωτερικό, στο ενδεχόμενο μιας δημοσιονομικής εκτροπής ή εγκατάλειψης του προγράμματος των διαρθρωτικών αλλαγών.

Η αδυναμία αυτή, οφείλεται στο γεγονός ότι πολλές από τις αναγκαίες αλλαγές στην οικονομία, τους θεσμούς, τη δημόσια διοίκηση και στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος δεν προχώρησαν τα τελευταία χρόνια. Σε αρκετές μάλιστα περιπτώσεις έγιναν προσπάθειες κάποιες αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν τα πρώτα χρόνια της κρίσης να ακυρωθούν.

Αν τελικά η κυβέρνηση καταφύγει σε προεκλογικές παροχές πέρα από τους συμφωνημένους με τους δανειστές δημοσιονομικούς στόχους τότε η χώρα διατρέχει τον κίνδυνο να χάσει τη δυνατότητα για αναβάθμιση της πιστοληπτικής της αξιολόγησης.

Η πιο πιθανή κατάληξη τότε θα είναι η χώρα να χάσει ότι κέρδισε μετά από μια οκταετή προσπάθεια και βέβαια να απαξιωθεί πλήρως η πολιτική στα μάτια των πολιτών. Εξέλιξη που μπορεί να οδηγήσει τους πολίτες σε ακραίες επιλογές.

Πιστεύετε ότι στη ΔΕΘ ο κ. Τσίπρας αφενός θα εξαγγείλει μια φιλοκοινωνική πολιτική μεν, αφετέρου όμως θα δεσμευθεί ότι θα σεβαστεί τους δημοσιονομικούς στόχους; Δηλαδή, θα επιχειρήσει να ικανοποιήσει τόσο το κομματικό όσο και το… διεθνές ακροατήριο; Κατά πόσο όμως είναι εφικτά και τα δύο ;

Ελπίζω ότι η κυβέρνηση με βάση την πρόσφατη εμπειρία της Ιταλίας και της Τουρκίας να έχει κατανοήσει σε τι περιπέτειες μπορεί να οδηγηθεί η χώρα αν προσχωρήσει στη λογική των προεκλογικών παροχών και στην ανατροπή των υψηλών δημοσιονομικών στόχων που αποδέχτηκε.

Από τις δηλώσεις υπουργών και βουλευτών της κυβερνητικής πλειοψηφίας ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. προκύπτει ότι τελικά υπάρχει ο κίνδυνος να δούμε την πρόσφατη ιστορία της χώρας να επαναλαμβάνεται.

Να υπενθυμίσω ότι τον Αύγουστο του 2007 ο τότε Πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής εξερχόμενος από το Προεδρικό Μέγαρο δήλωσε ότι ζήτησε από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας την προκήρυξη πρόωρων εκλογών για την κατάρτιση ενός «προϋπολογισμού κοινωνικής αλληλεγγύης» προκειμένου να στηριχτούν τα ελληνικά νοικοκυριά που συνεισέφεραν στη προσπάθεια για την έξοδο της χώρας από την επιτήρηση. Την συνέχεια την γνωρίζουμε. Δημοσιονομικό έλλειμμα 10% του ΑΕΠ το 2008, 15,3% του ΑΕΠ το 2009, υπερχρέωση της χώρας και συνεπακόλουθα κατάρρευση και προσφυγή στο μνημόνιο το 2010.    

Στη κυβέρνηση επιμένουν ότι δεν μας επηρεάζει η αναταραχή στις αγορές εξαιτίας Ιταλίας, Τουρκίας, Αργεντινής. Είναι πράγματι έτσι; Αν ναι, τότε γιατί οι αγορές ζητούν για να μας δανείσουν 4,4% (σ.σ: η απόδοση του 10ετούς την Παρασκευή, που αποτελεί ρεκόρ Αυγούστου), και τα spreads βρίσκονται κοντά στα επίπεδα του 2010;

Η αντιμετώπιση της κρίσης στην Ευρώπη το 2010 ήταν αυτή που γνωρίζουμε όχι μόνο γιατί η Ευρώπη ήταν θεσμικά απροετοίμαστη αλλά γιατί η Γερμανία  ανησυχούσε τότε ότι οι όποιες δεσμεύσεις έναντι της Ελλάδας θα έπρεπε να επεκταθούν και στην Ιταλία σε περίπτωση που και αυτή έχανε την πρόσβαση στις αγορές.

Η Ελλάδα, παρά την λήξη του τρίτου μνημονίου, δεν έχει κτίσει ακόμη την αξιοπιστία της που τραυματίστηκε ανεπανόρθωτα με τους επικίνδυνους και τυχοδιωκτικούς πειραματισμούς της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. το 2015.

Η πιστοληπτική της αξιολόγηση παραμένει χαμηλή, το ύψος του δημόσιου χρέους υψηλό όπως επίσης και το ύψος των κόκκινων δανείων. Οι κεφαλαιακοί έλεγχοι τρία χρόνια μετά την επιβολή τους είναι σε ισχύ. Επιπρόσθετα, χάσαμε τη δυνατότητα να συμμετάσχουμε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης εξαιτίας των πειραματισμών του 2015.

Για αυτόν τον λόγο οι αγορές εξακολουθούν να τιμολογούν ακριβά τους κινδύνους που σχετίζονται με τη χώρα. Όσο, λοιπόν, οι συνθήκες στις αγορές είναι ευμετάβλητες, εξαιτίας των εξελίξεων στην Ιταλία ή ακόμη και στην Τουρκία, η Ελλάδα δεν θα καταφέρει να πετύχει αυτό που πέτυχε η Πορτογαλία όταν βγήκε από τα μνημόνια. Να μειωθούν δηλαδή αισθητά τα spreads και να αντλεί κεφάλαια από τις αγορές σε αποδεκτά επιτόκια.

Σύμφωνα με το κακό σενάριο, σε 22 μήνες από σήμερα η Ελλάδα θα έχει εξαντλήσει το «μαξιλάρι», και όταν θα στραφεί στις αγορές προκειμένου να δανειστεί, θα βρεθεί αντιμέτωπη με υψηλά επιτόκια, οπότε θα αναγκαστεί να ζητήσει από τους εταίρους προληπτική γραμμή. Ποιά η γνώμη σας;

Η χρησιμότητα του αποθεματικού είναι ισχυρή όσο αυτό είναι ανέγγιχτο. Ο κίνδυνος για την Ελλάδα δεν θα ξεκινήσει όταν τελειώσουν τα χρήματα του αποθεματικού. Θα ενεργοποιηθεί όταν οι αγορές διαπιστώσουν ότι η χώρα δεν θα έχει καταφέρει ως το τέλος του 2019 να ακολουθήσει ένα κανονικό πρόγραμμα εκδόσεων και αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει αυτά τα χρήματα.

Όλα λοιπόν θα εξαρτηθούν από τις πολιτικές που θα ακολουθήσει η παρούσα κυβέρνηση και αυτή που θα προκύψει από τις ερχόμενες εκλογές.

Αν η κυβέρνηση σήμερα παραβιάσει τις δεσμεύσεις της χώρας με αποτέλεσμα να μην βελτιωθεί η πιστοληπτική ικανότητα και μείνουν τα επιτόκια σε σχετικά υψηλά επίπεδα οπότε υποχρεωθεί η χώρα να χρησιμοποιεί τα χρήματα του αποθεματικού το 2019, τότε θα βρεθεί αντιμέτωπη με αρνητικές εκπλήξεις.

Μετά τις εκλογές η χώρα πρέπει να κτίσει την αξιοπιστία της. Το Κίνημα Αλλαγής προτείνει μετά τις εκλογές οι πολιτικές δυνάμεις να συνεννοηθούν για ένα πρόγραμμα αλλαγών και να διεκδικήσουν από τους δανειστές τη μείωση του στόχου για το πρωτογενές αποτέλεσμα στο 2%. Αυτό θα διευκολύνει το πέρασμα στη βιώσιμη ανάπτυξη και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Άρθρο στην εφημερίδα «ΕφΣυν του Σαββάτου» Δημοσιεύθηκε το Σάββατο 25 Αυγούστου 2018

Η λήξη του τρίτου Μνημονίου που υπέγραψε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. και η ένταξη της Ελλάδας στο πολύ αυστηρό καθεστώς επιτήρησης που ορίστηκε για αυτήν δεν προσφέρονται για πανηγυρισμούς. Ούτε για πολωτικά διαγγέλματα από την Ιθάκη. Ούτε παρέχει πολιτική νομιμοποίηση της άποψης «ότι η χώρα δεν έπρεπε να ακολουθήσει πολιτική περικοπών για να μειώσει τα ελλείμματα, αλλά έπρεπε να λύσει τα προβλήματά της επιλέγοντας την έξοδο από την ευρωζώνη».

Ηρθε η ώρα να συζητήσουμε ορθολογικά για τη μελλοντική πορεία της χώρας. Για το πώς θα εισέλθει η ελληνική οικονομία σε τροχιά πραγματικής σύγκλισης με τις υπόλοιπες οικονομίες της ευρωζώνης.

Είναι ώρα να αντιπαρατεθούν πολιτικές προτάσεις για το πώς θα διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις μετάβασης σε βιώσιμη ανάπτυξη που θα δημιουργεί νέες και ποιοτικές θέσεις εργασίας με καλές αμοιβές.

Γιατί μόνο έτσι θα δώσουμε προοπτική στους απογοητευμένους Έλληνες πολίτες που είδαν τα εισοδήματά τους να συρρικνώνονται. Τις θέσεις εργασίας να καταστρέφονται. Τα χρέη τους να συσσωρεύονται καθώς πολλοί από αυτούς έγιναν «κακοπληρωτές». Οχι από επιλογή, αλλά εξαιτίας της αδυναμίας τους να εξυπηρετήσουν τα δυσανάλογα με τις πραγματικές τους δυνάμεις χρέη που ανέλαβαν την περίοδο της «επίπλαστης» ευημερίας του ανεξέλεγκτου δημόσιου και ιδιωτικού δανεισμού. Χρέη που διευρύνθηκαν ακόμη περισσότερο με τη δυσβάσταχτη φορολογία που επιβλήθηκε την τελευταία τριετία.

Είναι ώρα να συζητήσουμε για ένα οραματικό αλλά καλά στοχοθετημένο σχέδιο ανάπτυξης της χώρας που μεταξύ άλλων θα περιλαμβάνει το σύνολο των αναγκαίων αλλαγών σε θεσμούς και πολιτικό σύστημα. Αλλαγών που θα θέτουν αποτελεσματικούς φραγμούς στην οικοδόμηση νέου πελατειακού κράτους από τον ΣΥΡΙΖΑ σήμερα ή τη Ν.Δ. αύριο.

Αλλαγές στην οικονομία που πρέπει να ολοκληρώσει η χώρα ώστε να επιταχυνθεί ο μετασχηματισμός της σε εξωστρεφή. Ο κίνδυνος που διατρέχουμε αν εγκαταλείψουμε το πρόγραμμα των αναγκαίων αλλαγών είναι να βυθιστούμε σε μια χρόνια κοινωνικά και πολιτικά επικίνδυνη στασιμότητα που θα τροφοδοτήσει περαιτέρω την αναξιοπιστία της πολιτικής.

Είναι ώρα να συζητήσουμε πώς θα αλλάξει το μίγμα πολιτικής με μείωση των φόρων σε ένα περιβάλλον περιορισμένου δημοσιονομικού χώρου ώστε να επιταχυνθεί η πορεία προς την ανάπτυξη.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. υποστηρίζει ότι η λιτότητα ευθύνεται για την απώλεια του ΑΕΠ των προηγούμενων χρόνων.

Πώς συμβαδίζει η άποψη αυτή με τους υψηλούς δημοσιονομικούς στόχους του Μεσοπρόθεσμου που προβλέπει ταυτόχρονα υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης; Διότι η χώρα έχει δεσμευτεί από την παρούσα κυβέρνηση να δημιουργεί πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και 2,2% του ΑΕΠ μέχρι το 2060.

Το Κίνημα Αλλαγής προτείνει την επίτευξη μετά τις εκλογές εθνικής συνεννόησης για ένα πρόγραμμα αλλαγών ώστε να τονωθεί η αξιοπιστία της χώρας και να επανεξεταστούν από τους δανειστές οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα και να μειωθούν στο 2% του ΑΕΠ.

Υποστηρίζει ότι μόνο με τη δημιουργία νέου πλούτου η χώρα θα διασφαλίσει τους αναγκαίους πόρους για να στηρίξει το κοινωνικό κράτος και όσους χτυπήθηκαν από την κρίση.

Είναι ώρα να αντιπαρατεθούν πολιτικές προτάσεις για το πώς θα προσελκυσθούν νέες ιδιωτικές επενδύσεις. Με ποια συγκεκριμένα κίνητρα, σε ποιους τομείς με ποιες συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής.

Το Κίνημα Αλλαγής υποστηρίζει τη θέση για την ανάγκη να πραγματοποιηθούν επενδύσεις ύψους 100 δισ. στην επόμενη τετραετία. Ώστε να αναπληρωθεί τμήμα του κατεστραμμένου παραγωγικού ιστού.

Μεγάλο μέρος από αυτές τις αναγκαίες επενδύσεις θα πρέπει να γίνει από ξένους επενδυτές. Αρα πρέπει να αλλάξουμε την εικόνα της Ελλάδας που, παρά τις πολλές αλλαγές από το 2010 και μετά, παραμένει προτελευταία μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. ως προς την ευκολία στο επιχειρείν, σύμφωνα με τους δείκτες της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Να αντιπαρατεθούν προτάσεις για τη μείωση των «κόκκινων» δανείων των τραπεζών ώστε να δημιουργηθεί ρευστότητα με την οποία οι τράπεζες θα χρηματοδοτήσουν νέα επενδυτικά σχέδια.

Να εξετάσουμε αν η χώρα προχώρησε σε όλες τις αναγκαίες αλλαγές. Ώστε να μην ξαναβρεθεί, σε περίπτωση που εκδηλωθεί μια νέα κρίση διεθνώς, στη θέση αδυναμίας που βρέθηκε το 2009 λόγω του δημοσιονομικού εκτροχιασμού και αναγκάστηκε να καταφύγει στο πρώτο Μνημόνιο.

Το Κίνημα Αλλαγής στοχεύει στην ανάκτηση της αξιοπιστίας της πολιτικής. Θα συνεχίσει να καταθέτει τις προγραμματικές του προτάσεις γιατί πιστεύει ότι έχει τις κοινωνικές δυνάμεις και συμμαχίες για να εργαστεί για μια Ελλάδα ισχυρή, όπου θα κυριαρχεί η κοινωνική δικαιοσύνη και θα διασφαλίζει ότι όλοι οι πολίτες θα ωφελούνται από τον νέο πλούτο που θα παράγεται.

Δημοσιεύτηκε στο Larissanet στις 21 Ιουλίου

Κύριε Σαχινίδη, τελικά τον Αύγουστο του 2018 «βγαίνουμε από τα μνημόνια», όπως επισημαίνουν στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ή «μπαίνουμε στο τέταρτο μνημόνιο», όπως αντιτείνουν από την πλευρά της ΝΔ;

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιχειρεί να κτίσει μια νέα αφήγηση: ότι τώρα που λήγει το Τρίτο Μνημόνιο βγαίνει η χώρα από την κρίση. Όμως η ασφαλής και οριστική έξοδος από την κρίση παραμένει το μεγάλο ζητούμενο για τη χώρα και τους πολίτες. Η οικονομία  θα παραμείνει στάσιμη στερώντας τη δυνατότητα στήριξης αυτών που χτυπήθηκαν από την κρίση και θα είναι ξανά επιρρεπής σε κρίσεις όσο  δεν αντιμετωπίζονται  οι παθογένειες που μας οδήγησαν στην δημοσιονομική κατάρρευση του 2009. Η αντικατάσταση του πελατειακού κράτους που χτίζει τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ με αυτό της ΝΔ σε περίπτωση εκλογικής της νίκης δεν θα βοηθήσει στην πρόοδο της χώρας και των πολιτών.

ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ έχουν τεράστιες ευθύνες για το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της ευρωζώνης που χρειάστηκε τρία μνημόνια και έμεινε οκτώ χρόνια για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των μεγάλων ελλειμμάτων. Όλες οι άλλες χώρες με ένα μνημόνιο επέστρεψαν στις αγορές και τώρα έχουν θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Επειδή,  λοιπόν, το πολιτικό κεφάλαιο των πολιτικών δυνάμεων που κυβέρνησαν την χώρα τα χρόνια της κρίσης έχει απομειωθεί στη συνείδηση του κόσμου ο μόνος τρόπος αποκατάστασης του είναι να συμφωνήσουν τα κόμματα μετά τις εκλογές σε ένα πρόγραμμα αλλαγών στους θεσμούς και την οικονομία ώστε να επιταχύνουμε την πορεία προς τη σταθερή ανάπτυξη και να ελαχιστοποιήσουμε το οικονομικό και κοινωνικό κόστος μιας κρίσης στο μέλλον.

Πώς είδατε την πρόσφατη απόφαση του Eurogroup για το ελληνικό χρέος και τι – κατά τη γνώμη σας – σημαίνει για την πορεία των δημόσιων οικονομικών;

Η επιδίωξη της ελληνικής κυβέρνησης ως προς τις αποφάσεις για το χρέος θα έπρεπε να είναι διπλή. Αφενός να οδηγούν σε μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα από το 3,5% σε 2% του ΑΕΠ. Ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργούνταν θα διευκόλυνε την μετάβαση σε σταθερά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Αφετέρου η λύση να προσληφθεί από τις αγορές ως αξιόπιστη για τη βιωσιμότητα του χρέους. Αυτό θα οδηγούσε σε δανεισμό του ελληνικού δημοσίου με πολύ χαμηλότερα επιτόκια από τα σημερινά και θα έστελνε σήμα στους επενδυτές ότι τα δύσκολα για την Ελλάδα είναι πίσω. Επομένως και επιτάχυνση των επενδύσεων θα διασφαλίζονταν και επιστροφή καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα ώστε να χρηματοδοτηθούν νέα επενδυτικά σχέδια.

Τίποτε από όλα αυτά δεν προέκυψε από τις αποφάσεις του Ιουνίου. Η Ελλάδα δεσμεύτηκε με πολύ υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Αυτές οι αποφάσεις υπήρξαν η συνέπεια της εμπειρίας από τις αδιέξοδες διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ το 2015. Οι θεσμικοί δανειστές μη έχοντας την παραμικρή εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση προτίμησαν να διασφαλιστούν με αυτές τις αυστηρές αντιαναπτυξιακές δεσμεύσεις. Για αυτό θεωρώ αναγκαία την επίτευξη ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών συναινέσεων μετά τις εκλογές ώστε να ενισχυθεί η αξιοπιστία της χώρας για να ζητήσει να διορθωθούν αυτές οι αποφάσεις.

Πως θα συνοψίζατε την πρόταση που καταθέτει το «Κίνημα Αλλαγής» σε ότι αφορά το μείγμα οικονομικής πολιτικής, το οποίο θα πρέπει να ακολουθήσει η χώρα τα επόμενα χρόνια;

Προτεραιότητα στο οικονομικό μας πρόγραμμα έχουν η μείωση των φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών, η δημιουργία προϋποθέσεων για προσέλκυση επενδύσεων που θα δημιουργήσουν νέες και ποιοτικές θέσεις εργασίας με καλές αμοιβές και η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους που αποδυναμώθηκε στα χρόνια της κρίσης. Την ίδια ώρα είναι ανάγκη να προχωρήσουμε πολλές από τις διαρθρωτικές αλλαγές που αφορούν την διευκόλυνση έναρξης λειτουργίας επιχειρήσεων που θα ενισχύσουν την εξωστρέφεια της οικονομίας και να διευκολύνουμε την έξοδο προβληματικών επιχειρήσεων που αλλοιώνουν τις συνθήκες ανταγωνισμού. Να πάρουμε πρωτοβουλίες για να επιταχυνθεί το έργο απονομής δικαιοσύνης. Να διευκολύνουμε την δημιουργία εταιρειών επενδυτικών κεφαλαίων ώστε να έχουμε εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης της οικονομίας. Πολλές από τις αναγκαίες αλλαγές χρειάζονται χρόνο και ευρύτερες συναινέσεις για να προχωρήσουν. Για αυτό επιμένουμε στην ανάγκη για εθνική συνεννόηση μετά τις εκλογές.

Το «Κίνημα Αλλαγής» κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα είχε εσωτερικούς κλυδωνισμούς, οι οποίοι μάλιστα οδήγησαν και στην αποχώρηση του «Ποταμιού». Πώς βλέπετε το μέλλον του εγχειρήματος; Τι απαντάτε σε αυτούς που διαπιστώνουν ότι ο πολιτικός φορέας «ξεφουσκώνει»;

Από το ξεκίνημα αυτής της προσπάθειας είχαμε επίγνωση των δυσκολιών που θα συναντήσουμε στην προσπάθεια μας να δρομολογήσουμε μια κοινή πορεία όλων των προοδευτικών δυνάμεων. Στο Κίνημα Αλλαγής επιμένουμε σταθερά και αποφασιστικά στην προσπάθειά που ξεκινήσαμε και θέλουμε να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες των 212.000 ψηφοφόρων που προσήλθαν στις εκλογές. Έτσι έχουμε ξεκινήσει την παρουσίαση της προοδευτικής  πρότασής μας για μια πορεία της χώρας που θα διασφαλίσει την οριστική και ασφαλή έξοδο από την κρίση. Τη μετάβαση σε μια ανάπτυξη που θα ωφελεί όλους τους Έλληνες και θα οδηγεί στη δημιουργία νέων και ποιοτικών θέσεων εργασίας ώστε να μειωθεί η ανεργία και να επιστρέψουν στην πατρίδα όσοι στα χρόνια της κρίσης υποχρεώθηκαν να φύγουν στο εξωτερικό. Στην εκλογική μάχη που θα δώσουμε θα επιδιώξουμε τη μεγάλη ανατροπή για να προχωρήσουμε τις αλλαγές για την πρόοδο της χώρας και των πολιτών.

Το «Κίνημα Αλλαγής» ζητάει «εκλογές εδώ και τώρα». Σε περίπτωση που η στήριξή του, μετεκλογικά, είναι απαραίτητη για να σταθεί μια κυβέρνηση με κορμό είτε τον ΣΥΡΙΖΑ, είτε τη ΝΔ, εσείς τι θα κάνετε;

Στο πρόσφατο ιδρυτικό Συνέδριο αποφασίσαμε ότι το Κίνημα Αλλαγής θα ακολουθήσει αυτόνομη πορεία. Είναι η μόνη πολιτική επιλογή που διασφαλίζει τη συνέχειά μας και τη δυνατότητα να ξαναγίνουμε ο ισχυρός προοδευτικός αντίπαλος της ΝΔ. Για να το πετύχουμε αυτό δεν πρέπει να αυτο-εγκλωβιζόμαστε μέσω του ετεροπροσδιορισμού ούτε να λοξοκοιτάμε προς τη ΝΔ ή το ΣΥΡΙΖΑ που εκφράζουν τη δεξιά και αριστερή συντήρηση αντίστοιχα. Εμείς, επιμένουμε στην άποψή μας για εθνική συνεννόηση μετά τις εκλογές και όταν έρθει η ώρα θα τους καλέσουμε να τοποθετηθούν έναντι των προτάσεών μας και αυτοί ας αναλάβουν τις ευθύνες τους. Εμείς, όταν έπρεπε, τις αναλάβαμε παρά το μεγάλο πολιτικό κόστος.

Ετοιμάζεστε για τη συμμετοχή σας στο ψηφοδέλτιο Ν. Λάρισας του «Κινήματος Αλλαγής»; 

Η είσοδος μου στην πολιτική συνέπεσε με το ξέσπασμα της μεγαλύτερης κρίσης που γνώρισε η χώρα μετά τον πόλεμο. Τα χρόνια που βρέθηκα με την υπουργική ιδιότητα στο υπουργείο Οικονομικών συνάντησα τεράστια εμπόδια και δυσκολίες για να προωθήσω πολλές από τις αλλαγές που είχε ανάγκη η χώρα. Οι πολιτικοί μας αντίπαλοι έσπειραν το μίσος και δίχασαν την κοινωνία χωρίς όμως να καταφέρουν να οδηγήσουν τη χώρα σε μια ασφαλή πορεία. Αντίθετα, την κράτησαν παγιδευμένη στη στασιμότητα και την οδήγησαν χρόνια πίσω. Τελικά, χάσαμε  πολλά χρόνια γιατί κάποιοι συνειδητά διαστρέβλωναν τις αλήθειες που έπρεπε να ειπωθούν στους πολίτες. Πήρα την απόφαση να είμαι υποψήφιος γιατί με βάση τα όσα συζητήσαμε πιστεύω ότι η χώρα έχει ανάγκη από πολιτικούς που είναι έτοιμοι να πουν αλήθειες και να εργαστούν ώστε να προχωρήσουν οι αναγκαίες αλλαγές για να βγει η χώρα οριστικά και με ασφάλεια από την κρίση και να στηρίξουμε όλους όσους χτυπήθηκαν από αυτή. Έτσι, έχω ήδη ξεκινήσει τις επαφές μου με πολίτες και εκπροσώπους φορέων σε όλο το νομό για να στηρίξω την προσπάθεια του Κινήματος Αλλαγής για ανατροπή του αδιεξόδου σημερινού πολιτικού σκηνικού.

Άρθρο στα ΝΕΑ του Σαββάτου.

Με τη λήξη του τρίτου Μνημονίου, οι πολίτες που βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις συνέπειες της δεκαετούς κρίσης θέτουν προς τις πολιτικές δυνάμεις που κυβέρνησαν τη χώρα τα χρόνια αυτά τα ακόλουθα ερωτήματα.
Το πρώτο είναι αν έχουμε υπερβεί την κρίση οριστικά και με ασφάλεια. Αν δηλαδή έχει ολοκληρωθεί το σύνολο των αναγκαίων αλλαγών ώστε η οικονομία να είναι περισσότερο ανθεκτική στο ενδεχόμενο μιας νέας κρίσης στο μέλλον.
Το δεύτερο είναι αν, έπειτα από μια χαμένη δεκαετία, η μετάβαση σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης το 2017 θα έχει συνέχεια ώστε η χώρα να εισέλθει σε τροχιά πραγματικής σύγκλισης με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Ως προς το πρώτο ερώτημα, η απάντηση είναι αρνητική. Η λήξη του τρίτου Μνημονίου δεν σηματοδοτεί την ασφαλή υπέρβαση της κρίσης όπως θέλει η κυβερνητική αφήγηση περί «καθαρής» εξόδου που παραβλέπει τις μακροχρόνιες δημοσιονομικές δεσμεύσεις της χώρας. Το κόστος της κρίσης στην Ελλάδα υπήρξε τόσο μεγάλο, έναντι αυτού άλλων χωρών, εξαιτίας της άρνησης ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ να συναινέσουν το 2010 στις αναγκαίες αλλαγές. Οσο η χώρα δεν αντιμετωπίζει τις παθογένειες που οδήγησαν στην κατάρρευση του 2009, όσο το πελατειακό κράτος ενισχύεται αντί να αποδυναμώνεται, δεν θα έχουμε οριστική υπέρβαση της κρίσης. Αντίθετα, διατρέχουμε τον κίνδυνο σε περίπτωση νέας κρίσης μελλοντικά να πληρώσουμε ξανά μεγάλο οικονομικό και κοινωνικό κόστος.
Σε ό,τι αφορά το ερώτημα για τις αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, η χώρα, υπό την προϋπόθεση ότι θα προχωρήσει στις αναγκαίες αλλαγές, θα περάσει σε βιώσιμη ανάπτυξη εφόσον πετύχει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις ακόλουθες τέσσερις προκλήσεις.
Η πρώτη είναι, μετά τις εκλογές, η χώρα να διεκδικήσει να επανεξεταστεί προς τα κάτω ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ που περιορίζει τις αναπτυξιακές προοπτικές. Ο νέος δημοσιονομικός χώρος θα χρησιμοποιηθεί για ελάφρυνση φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών.
Η δεύτερη είναι η προσέλκυση περίπου 100 δισ. ευρώ επενδύσεων στα επόμενα τρία με τέσσερα χρόνια, με έμφαση στον εξωστρεφή τομέα της οικονομίας. Ετσι, θα αναπληρωθεί τμήμα του κατεστραμμένου παραγωγικού ιστού και η οικονομία θα μπορεί να αναπτύσσεται με ρυθμό 2%-2,5% ετησίως.
Η τρίτη είναι να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το πρόβλημα των κόκκινων δανείων. Η επιτυχής ρύθμιση θα ενισχύσει την αξιοπιστία των τραπεζών και θα διευκολύνει την επιστροφή καταθέσεων. Με τη ρευστότητα που θα εξασφαλιστεί θα στηριχτούν πολλές μικρές ή μεσαίου μεγέθους ανταγωνιστικές επιχειρήσεις που άντεξαν στην κρίση.
Τέλος, η πιο σημαντική πρόκληση είναι η δημιουργία νέου πλούτου να αφορά το σύνολο των πολιτών και όχι τους λίγους. Διαφορετικά η έλλειψη κοινωνικής συνοχής μπορεί να οδηγήσει σε πολιτική αστάθεια που θα εμποδίσει την προσέλκυση των αναγκαίων επενδύσεων.
Οι παραπάνω προκλήσεις είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά από μια μονοκομματική ή δικομματική κυβέρνηση.
Το Κίνημα Αλλαγής επιμένει ότι μετά τις εκλογές είναι αναγκαίες ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις ώστε να υλοποιηθούν οι αναγκαίες αλλαγές σε θεσμούς, πολιτικό σύστημα και οικονομία. Ετσι μόνο η οικονομία θα μπορεί να αναπτύσσεται με ρυθμούς της τάξης του 2%-2,5%, θα δημιουργηθούν νέες και ποιοτικές θέσεις εργασίας ώστε να μειωθεί ουσιαστικά η ανεργία, θα διαμορφωθούν προϋποθέσεις επιστροφής όσων υποχρεώθηκαν να φύγουν στο εξωτερικό και θα στηριχτεί το κράτος πρόνοιας που υποχώρησε στα χρόνια της κρίσης. Η παραγωγή νέου πλούτου και η στήριξη όσων χτυπήθηκαν από την κρίση είναι η εγγύηση για την οριστική υπέρβαση της κρίσης και αυτές είναι οι προτεραιότητες του Κινήματος Αλλαγής.

Δημοσιεύθηκε την Κυριακή 24 Ιουνίου 2018

Πως αξιολογείτε τις αποφάσεις του Eurogroup;

Οι άτολμες αποφάσεις για το χρέος και η ενισχυμένη εποπτεία της Ελλάδας δεν προσφέρονται για πανηγυρισμούς. Οι αποφάσεις αυτές είναι το συνδυαστικό αποτέλεσμα των πολιτικών προτεραιοτήτων των Ευρωπαίων αλλά και του ελλείμματος αξιοπιστίας που προκάλεσαν οι αδιέξοδες επιλογές του 2015. Έτσι, σε μια νύκτα κατέρρευσε η προσπάθεια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να οικοδομήσει την αφήγηση για «καθαρή» έξοδο της Ελλάδας από το Τρίτο μνημόνιο στο οποίο μας οδήγησε με τις επιλογές της.

Η Ελλάδα στα επόμενα χρόνια θα συνεχίσει να αξιολογείται για την πορεία της οικονομίας και τη συμμόρφωσή της με τις δεσμεύσεις. Με τη διαφορά ότι οι νέες δεσμεύσεις, πέρα από τις γνωστές των συντάξεων και του αφορολόγητου, δεν θα συνδέονται πλέον με τη παροχή φθηνών κεφαλαίων από τον ESM αλλά θα καθορίζουν αν θα υλοποιούνται κάποια από τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους.

Η Ελλάδα δεσμεύεται για πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και 2,2% του ΑΕΠ μέχρι το 2060, με ότι αυτό σημαίνει για την αναπτυξιακή πορεία της χώρας.

Παρά την απόφαση του Οκτωβρίου του 2011, που οδήγησε στη μεγαλύτερη περικοπή χρέους το 2012, το πρόβλημα δεν λύθηκε οριστικά λόγω των μετέπειτα αρνητικών εξελίξεων στην πορεία της οικονομίας. Τα άτολμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους δεν λύνουν αξιόπιστα το ζήτημα της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους σε βάθος χρόνου. Οι τελικές αποφάσεις μετατέθηκαν για το 2032.

 

Η τωρινή συμφωνία με τους δανειστές για την έξοδο από τα μνημόνια, τι σημαίνει για τους πολίτες μετά από τις πολυετείς θυσίες;

Έξοδος από τα μνημόνια δεν σημαίνει έξοδος από την κρίση. Γιατί η έξοδος από την κρίση σημαίνει σταθερή ανάπτυξη, με νέες και ποιοτικές θέσεις εργασίας και καλές αμοιβές. Και αυτό παραμένει το μεγάλο ζητούμενο για τη χώρα δέκα χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης. Το κλείσιμο, λοιπόν, του τρίτου μνημονίου δεν μεταφράζεται σήμερα σε κάτι ουσιαστικό για την καθημερινότητα του πολίτη.

Από τις πολιτικές και οικονομικές επιλογές των επόμενων χρόνων θα κριθεί αν η χώρα θα περάσει σε τροχιά σταθερής ανάπτυξης που θα ξεπερνά το 2%. Αν θα εξασφαλίσει το να κατανέμονται τα οφέλη της ανάπτυξης ισόρροπα στις διαφορετικές περιφέρειες της χώρας αλλά και προς τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα, ώστε να καταπολεμηθούν οι κοινωνικές ανισότητες που εντάθηκαν κατά την περίοδο της κρίσης.

 

Αναλάβατε και τώρα τα ηνία της οικονομίας στο Κίνημα Αλλαγής. Ποιο είναι το προσωπικό στοίχημά σας;

Η μεγάλη προσωπική πρόκληση για εμένα είναι να διασφαλίσω ως Γραμματέας του Τομέα Οικονομικών ότι σε συνεργασία με τους Γραμματείς των άλλων Τομέων θα εξειδικεύσουμε έγκαιρα τις προγραμματικές μας θέσεις που υιοθετήθηκαν στο ιδρυτικό μας συνέδριο. Να παρουσιάσουμε στους πολίτες και να τους καλέσουμε να συζητήσουμε, όπως θα κάνουμε τη Δευτέρα 25 Ιουνίου στο Ινστιτούτο Γκαίτε, τις προτάσεις μας για το πώς θα διασφαλιστεί η ασφαλής και οριστική υπέρβαση της κρίσης.

 

Υπάρχουν περιθώρια φοροελαφρύνσεων;

Ένας στους δύο φορολογούμενους έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές στην εφορία. Η επανεκκίνηση της οικονομίας δεν μπορεί να επιτευχθεί σε αυτές τις συνθήκες. Ήρθε λοιπόν η ώρα να επαναξιολογηθεί το μείγμα πολιτικής. Υπάρχουν περιθώρια και αυτά θα πρέπει να μεταφραστούν σε φορολογική ελάφρυνση ή σε ελάφρυνση των ασφαλιστικών βαρών.

 

Κύριε Σαχινίδη, είχατε κορυφαίο ρόλο στο υπουργείο Οικονομικών την άγρια εποχή του πρώτου μνημονίου αλλά και της πρώτης παρέμβασης των δανειστών, το 2012, για την περιγραφή των μέτρων για το χρέος. Αν γυρνούσατε πίσω, τι θα διορθώνατε;

Αν κοιτάξει κανείς τι συνέβη στα οκτώ χρόνια από το 2010 θα διαπιστώσει ότι όλες οι κυβερνήσεις που εκλέχτηκαν από το 2012 και μετά συνέχισαν να εφαρμόζουν την ίδια περίπου δημοσιονομική πολιτική: μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων με περικοπές δαπανών και αύξηση της φορολογίας. Αν διαφέρει κάτι, είναι το μείγμα πολιτικής, το οποίο στα δύο πρώτα μνημόνια, σύμφωνα με το Γραφείο προϋπολογισμού της Βουλής ήταν

παρόμοιο. Με το τρίτο μνημόνιο η δημοσιονομική προσαρμογή προέκυψε κυρίως από την υπερφορολόγηση και λιγότερο από την περιστολή των δαπανών.

Βλέποντας τελικά, ότι ένα μεγάλο μέρος του οικονομικού και κοινωνικού κόστους που κατέβαλε η Ελλάδα οφείλονταν στην έλλειψη πολιτικών και κοινωνικών συναινέσεων για την προώθηση των μεταρρυθμίσεων, που θα αντιμετώπιζαν τις αιτίες της κρίσης και την αβεβαιότητα που προκαλούσαν οι κοινωνικές συγκρούσεις το 2010-2011, θα επεδίωκα, παρά τις συνεχείς προσπάθειες του τότε Πρωθυπουργού και της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ακόμη περισσότερο να εξασφαλιστούν αυτές οι συναινέσεις. Αυτό θα μας οδηγούσε αντί να χάσουμε το 25% του ΑΕΠ, να χαθεί 15% και να καταστρέφονταν λιγότερες θέσεις εργασίας.

 

Το Κίνημα Αλλαγής διεκδικεί αυτόνομη πορεία και διψήφιο ποσοστό στις εκλογές. Πιστεύετε ότι είναι εφικτός ο διπλός στόχος;

Το ζητούμενο σήμερα και μέχρι τις εκλογές είναι να εργαστούμε σκληρά ώστε το αποτέλεσμα των εκλογών να μας επιτρέψει να κατοχυρώσουμε τον στόχο μας για αυτόνομη πορεία. Ο στόχος για διψήφιο ποσοστό είναι εφικτός και ο καθένας από εμάς θα πρέπει συνεχώς να αναλογίζεται τι περισσότερο μπορούμε να κάνουμε για να τον πετύχουμε.

 

Τάσσεστε υπέρ των μετεκλογικών κυβερνητικών συνεργασιών; Με το κόμμα του κ. Τσίπρα ή του κ. Μητσοτάκη;

Είμαι υπέρ της αυτόνομης πορείας, θέση άλλωστε που υπερασπίστηκα σε όλες τις τοποθετήσεις μου στα όργανα του Κινήματος Αλλαγής. Δεν αρμόζει στους ανθρώπους του χώρου μας να λοξοκοιτάζουν δεξιά ή αριστερά. Λοξοκοιτάζουν αυτοί που δεν έχουν ταυτότητα. Αυτοί που δεν πιστεύουν στην προοπτική του χώρου. Αυτοί που πιστεύουν ότι δεν έχει σημασία σε ποια κυβέρνηση μετέχεις, με ποιο Πρωθυπουργό και με ποιο πρόγραμμα αρκεί να είσαι Υπουργός.

Η χώρα έχει ανάγκη από ένα ισχυρό κόμμα της κεντροαριστεράς που θα υποχρεώσει τη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές να συνεννοηθούν για ορισμένα βασικά ζητήματα που αφορούν την μελλοντική πορεία της. Τασσόμαστε υπέρ της Εθνικής Συνεννόησης μετά τις εκλογές, γιατί τα προβλήματα της χώρας δεν μπορούν να περιμένουν, ούτε η χώρα θα ωφεληθεί αν το πελατειακό κράτος που χτίζει ο ΣΥΡΙΖΑ αντικατασταθεί από το πελατειακό κράτος της ΝΔ.

 

Θα είστε υποψήφιος στην Λάρισα;

Ναι, θα είμαι υποψήφιος στη Λάρισα όπως έχω ήδη ανακοινώσει στα μέλη και τους φίλους του Κινήματος Αλλαγής στις επισκέψεις που κάνω στην περιφέρεια μου.