Σελίδα 12

Συνέντευξη Φίλιππου Σαχινίδη, Υποψηφίου Βουλευτή ΠΕ Λάρισας, και Εκπροσώπου Τύπου του Κινήματος, στο Ρ/Σ «REAL FM 97.8» και στο δημοσιογράφο Νίκο Χατζηνικολάου.

Πάμε να συζητήσουμε για την πολιτική επικαιρότητα με τον κύριο Φίλιππο Σαχινίδη, πρώην Υπουργό Οικονομικών και υποψήφιο Βουλευτή στη Λάρισα με το Κίνημα των Δημοκρατών Σοσιαλιστών, το νέο πολιτικό κόμμα που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός κ. Γιώργος Παπανδρέου. Κύριε Υπουργέ, καλημέρα σας.

Καλημέρα, χρόνια πολλά και καλή χρονιά.

Χρόνια πολλά. Θέλω να ξεκινήσω με ένα απλό ερώτημα αλλά νομίζω κρίσιμο για τους ανθρώπους που ανήκουν στον ευρύτερο χώρο της κεντροαριστεράς. Γιατί ιδρύσατε μαζί με τον Γιώργο Παπανδρέου αυτό το νέο κόμμα; Σε τι διαφέρετε από το ΠΑΣΟΚ; Δεν σας κάλυπτε πολιτικά το υπάρχον κόμμα, το ιστορικό κόμμα, στο οποίο είναι πρόεδρος ο Βαγγέλης Βενιζέλος;

Κύριε Χατζηνικολάου, θα ξέρετε ότι εδώ και πολύ καιρό το ΠΑΣΟΚ είχε αρχίσει να καταγράφει συνεχείς απώλειες δυνάμεων, πολιτικών δυνάμεων, από ανθρώπους που το στήριξαν σε αυτή τη διαδρομή και το έκαναν ένα από τα δύο ισχυρότερα κόμματα της χώρας. Απέναντι σε αυτή την εικόνα που κατέγραφε ο καθένας από εμάς, πολλοί είτε στο δημόσιο λόγο μας είτε στα αρμόδια όργανα είχαμε καταθέσει τις ανησυχίες μας και προτάσεις για το πώς θα ανακοπεί αυτή η συρρίκνωση του ιστορικού αυτού χώρου. Και αυτές οι προτάσεις ποτέ δεν αντιμετωπίστηκαν θετικά. Αντίθετα, αποκλείστηκαν προτάσεις, ότι «είναι εξωτερικά του ΠΑΣΟΚ».

Αυτό σημαίνει, ότι κάποιοι δεν συνειδητοποιούσαν πού ακριβώς βρισκόμαστε ούτε συνειδητοποιούσαν την κρισιμότητα των περιστάσεων. Και δεν το λέω εγώ, διαπιστώνετε τι γίνεται από την ευρωπαϊκή συζήτηση για το ενδεχόμενο του Grexit, που απαιτεί κόμματα διατεθειμένα να εργαστούν για την οριστική και ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση. Κόμματα, τα οποία μπορούν να δώσουν έκφραση και φωνή σε πολίτες που ένιωθαν άστεγοι.

Αυτή την πρωτοβουλία πήραμε και δημιουργήσαμε το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών. Για την ανασύνταξη του χώρου. Για να δώσουμε την δυνατότητα ξανά σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που μας εγκατέλειψαν, που ένιωσαν ότι δεν μπορούσαν να εκφραστούν μέσα από την ιστορική παράταξη, να έχουν ξανά δράση και παρουσία στα πολιτικά δρώμενα της χώρας.

Ο Γιώργος Παπανδρέου όμως, ο Πρόεδρος του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών, ο πρώην Πρωθυπουργός, δέχεται πολλή σκληρή κριτική, αυστηρή κριτική από μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας για το γεγονός ότι οδήγησε τη χώρα στο πρώτο Μνημόνιο. Θα είδατε ότι με την αναγγελία του κόμματος, το πρώτο που ακούστηκε στο διαδίκτυο, στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, ήταν το «Καστελόριζο».

Βεβαίως. Το ερώτημα όμως είναι, τι παραλάβαμε το 2009;

Μήπως πρέπει να μιλήσετε για εκείνη την εποχή; Μήπως πρέπει να εξηγήσετε τι συνέβη; Και να κάνετε και αυτοκριτική, μήπως πρέπει;

Να απαντήσω, ξεκινώντας από το τελευταίο ζήτημα που βάλατε, της αυτοκριτικής. Ο ίδιος χθες μίλησε για λάθη, τα οποία έκανε. Ο ίδιος έχει τοποθετηθεί και θα συνεχίσει να τοποθετείται για το τι ακριβώς είχαμε να αντιμετωπίσουμε το 2009 και το 2010.

Κι είχαμε να αντιμετωπίσουμε 36 δις έλλειμμα, 300 δις χρέος από 180 δις που παρέλαβε η Νέα Δημοκρατία το 2004. Μια κατεστραμμένη παραγωγική βάση και ένα έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της τάξης του 15%. Μια Ευρώπη εχθρική, με συντηρητική αντίληψη, που θεωρούσε ότι για όλο το πρόβλημα ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο η Ελλάδα, και ότι η διεθνής χρηματοοικονομική κρίση καθόδου δεν έφταιγε και επομένως ή θα έπρεπε να δοθεί λύση στο πρόβλημα της Ελλάδας.

Κάποιοι τότε είχαν σκεφτεί να τιμωρηθεί η Ελλάδα με έξοδο από την Ευρωζώνη, για να παραδειγματιστεί η Ιταλία και η Ισπανία, που ήταν ο μεγάλος φόβος των Ευρωπαίων, ή αν ήταν να δοθεί λύση για την Ελλάδα, να δοθεί με έναν τέτοιο τρόπο, που θα αφορά αποκλειστικά και μόνο την Ελλάδα και όχι την Ευρώπη. Ως αποτέλεσμα, η κρίση έφυγε από την Ελλάδα, πήγε σε άλλες τρεις χώρες.

Και σας ερωτώ, μπορείτε να μου πείτε άλλη συζήτηση παρόμοια με αυτή που κάνουμε εσείς και εγώ τώρα στο ραδιόφωνο, στην Ιρλανδία, στην Ιταλία και στην Κύπρο; Διότι, και αυτές οι χώρες υποχρεώθηκαν να πάνε – χωρίς το «Καστελόριζο» τους – σε Μνημόνιο, σε πρόγραμμα. Γιατί; Επειδή η κρίση ήταν πολύ μεγάλη και η Ευρώπη ήταν αθωράκιστη. Για τις ευθύνες της Ευρώπης, έδωσε κανείς εδώ πέρα, από όλους αυτούς που ήταν παρόντες και διοικούσαν τη χώρα όταν ξέσπασε η κρίση, εξήγηση; Ποιες πιέσεις ασκήθηκαν στην Ευρώπη, ώστε να θωρακιστούν οι χώρες και να μη βρεθούν ανυπεράσπιστες απέναντι στην κρίση και στις αγορές;

Ναι, αλλά κύριε Σαχινίδη, αυτές οι χώρες φαίνεται ότι βγήκαν πριν από εμάς από τα Μνημόνια.

Δεν είναι ευθύνη του κυρίου Παπανδρέου όμως αυτό.

Ναι, ένα σχόλιο κάνω και το σχόλιο αφορά όλες τις κυβερνήσεις που βρέθηκαν στο τιμόνι της χώρας τα τελευταία τέσσερα – πέντε χρόνια. Μήπως η πρόταση για δημοψήφισμα, που έκανε λίγο πριν πέσει η κυβέρνησή του, έπρεπε να έχει γίνει πριν το «Καστελόριζο»; Λέω τώρα, κάνουμε ιστορική συζήτηση.

Είμαι ανοιχτός σε αυτή την πρόταση που κάνετε, να προβληματιστώ και να καταθέσω τις απόψεις μου. Θέλω όμως να πιστεύω…

Ή έστω, μήπως έπρεπε τότε να διεκδικήσει στη Βουλή 180 ψήφους για να μπούμε στο πρώτο Μνημόνιο; Μήπως ήταν άλλη η εξέλιξη μετά, αυτό λέω.

Θα απαντήσω και στα δύο. Θα ξεκινήσω από το δεύτερο. Πολλές φορές έχει κατατεθεί η άποψη, ότι θα ήταν εντελώς διαφορετική η πολιτική εξέλιξη στην Ελλάδα, αν η Νέα Δημοκρατία είχε υποχρεωθεί να δώσει συναίνεση στην πολιτική επιλογή εκείνης της περιόδου. Όμως θα συμφωνήσετε μαζί μου, ότι η υπευθυνότητα δεν εκβιάζεται, παρέχεται. Και τα πολιτικά κόμματα δεν σκέφτονται ή δεν θα έπρεπε να σκέφτονται σε τόσο σημαντικά εθνικά ζητήματα με μικροπολιτικό συμφέρον.

Η Νέα Δημοκρατία όφειλε, ως το κόμμα του αστικού τμήματος της χώρας, να παράσχει σε τόσο δύσκολες ώρες για τη χώρα υπεύθυνη πολιτική στήριξη απέναντι στην κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου. Έτσι ώστε, συγκροτώντας ισχυρό μέτωπο στο εσωτερικό να μπορεί να ενισχύσει την διαπραγματευτική της πλευρά.

Σε ό,τι αφορά το άλλο ερώτημα το οποίο υποβάλατε, δηλαδή για το δημοψήφισμα. Θα συμφωνήσω, ότι οι πολίτες θα πρέπει να ερωτώνται και πρέπει να ερωτώνται το σωστό ερώτημα. Διότι η Ευρώπη το 2011, δεν ήθελε η Ελλάδα να θέσει ως ερώτηση στο δημοψήφισμα, αν συμφωνούν οι πολίτες με το Πρόγραμμα ή όχι, αλλά αν συμφωνούν με τη συμμετοχή στην Ευρωζώνη ή όχι. Μα ουδέποτε τέθηκε τέτοιο ζήτημα.

Ναι, αυτό ήταν παραπειστικό ερώτημα.

Ακόμη και αυτή τη στιγμή που συζητούμε, κύριε Χατζηνικολάου, ένα σημαντικό τμήμα, η πλειοψηφία των Ελλήνων δεν αμφισβητεί, ότι η χώρα πρέπει να παραμείνει στην Ευρωζώνη. Άρα, ήταν προσχηματικό το επιχείρημα που χρησιμοποίησαν τότε οι ηγέτες στις Κάννες, που είπαν «αυτό είναι το σωστό ερώτημα». Δεν ήταν αυτό το σωστό ερώτημα.

Το σωστό ερώτημα, για μια πολιτική ηγεσία που θέλει να εξασφαλίσει νομιμοποίηση για αυτά που πέτυχε, είναι «συμφωνείτε με το δεύτερο Πρόγραμμα το οποίο εξασφαλίσαμε και το οποίο επιτρέπει στην Ελλάδα να συνεχίσει τις προοδευτικές μεταρρυθμίσεις προκειμένου να αλλάξει την οικονομία της;» Αυτό το ερώτημα οι Ευρωπαίοι δεν ήθελαν να τεθεί και για αυτό θεωρώ ότι ήταν ένα μείζον πολιτικό λάθος της Ευρώπης που όπως αναφέρεται αυτή τη στιγμή και από τον ευρωπαϊκό Τύπο ήταν – ενδεχομένως – ένα από τα μεγαλύτερα λάθη.

Γιατί όποιος δεν προνοεί, στο τέλος βρίσκεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες της ανάγκης. Και αυτή τη στιγμή, για άλλη μια φορά, η Ευρώπη επειδή δεν προνόησε, βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες της ανάκαμψης.

Τώρα, δύο ερωτήματα, που θα τα βρείτε μπροστά σας σε αυτή την προεκλογική περίοδο κύριε Σαχινίδη, και εσείς και ο κύριος Παπανδρέου. Είναι το ερώτημα για το «λεφτά υπάρχουν», που είπατε πριν από τις εκλογές του 2009, ένα σύνθημα που ο μέσος πολίτης θεωρεί ότι ήταν παραπλανητικό και βέβαια, ένα δεύτερο ερώτημα που θα δεχτείτε είναι για αυτό το σύνθημα που ακούω στις πρώτες εκδηλώσεις – ομιλίες του Γιώργου Παπανδρέου, το «Γιώργο γερά, να φύγει η δεξιά». Το ερώτημα είναι, τι σχέση έχει αυτό το σύνθημα με το γεγονός ότι ο Παπανδρέου στήριξε κυβέρνηση Παπαδήμου. Δηλαδή, ήταν αυτός, ο οποίος επανέφερε ουσιαστικά τη Νέα Δημοκρατία στα κυβερνητικά πράγματα.  

Αυτό έγινε, γιατί πίστευε ότι σε τόσο κρίσιμες συνθήκες ήταν αναγκαία….

Επίσης, παρακαλώ προσθέστε – για να μην σας διακόψω και να δώσετε μια και καλή την απάντηση – ότι το ερώτημα επίσης είναι, αυτό τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, δύο χρόνια που η Νέα Δημοκρατία είναι στην κυβέρνηση δεν τα ψήφισε όλα ο Παπανδρέου; Δεν τα ψήφισαν όλα οι Βουλευτές που τον ακολουθούν; Δεν στήριξαν την κυβέρνηση Σαμαρά; Λοιπόν, τι θα πει «Γιώργο γερά, να φύγει η Δεξιά»;

Να ξεκινήσω από το τελευταίο ερώτημα που θέσατε, που θεωρώ πιο αντιπροσωπευτικό, πιο σημερινό. Τα τελευταία δύο χρόνια η χώρα, μεταξύ Μαΐου και Ιουνίου 2012 βρέθηκε στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Εκείνη τη στιγμή χρειαζόταν άμεσα, η συγκρότηση και η στήριξη μιας κυβέρνησης, που θα επέτρεπε στη χώρα να συνεχίσει να λειτουργεί. Είναι γνωστό ποιος προκάλεσε εκείνη την κρίση, ποιος επέμενε να γίνουν εκλογές τότε, ενώ η χώρα μόλις είχε εξασφαλίσει το δεύτερο πρόγραμμα. Είναι η Νέα Δημοκρατία και ο Σαμαράς, που στη συζήτηση που έκανε η αντιπροσωπεία των δύο κομμάτων, το πρώτο ερώτημα που έθεσε ήταν «πότε θα γίνουν εκλογές». Όχι πώς θα εφαρμοστούν αυτά που προβλέπει το Πρόγραμμα, αλλά πότε θα γίνουν εκλογές. Και απαιτούσαν να γίνουν εκλογές τον Φεβρουάριο και τελικά καταλήξαμε να τις κάνουμε τον Μάιο.

Αυτά τα δύο χρόνια είχαμε μια υποχρέωση απέναντι στους Έλληνες πολίτες να προχωρήσουμε το ταχύτερο δυνατό τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, προκειμένου να ανασυγκροτήσουμε την οικονομία μας και προκειμένου να δημιουργήσουμε θέσεις εργασίας για το ένα εκατομμύριο ανέργους που έχασαν τις θέσεις τους από την κρίση. Πολύ φοβάμαι, ότι οι αλλαγές αυτές δεν προχώρησαν, ούτε με τον απαιτούμενο ρυθμό ούτε προς την σωστή κατεύθυνση. Είχαμε υποχρέωση να επικεντρωθούμε στο πώς θα αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα της φτώχειας, που διογκώθηκαν και των κοινωνικών ανισοτήτων. Ούτε σε αυτά επικεντρωθήκαμε.

Εάν όμως, κύριε Χατζηνικολάου, καταψηφίζαμε πολλές από αυτές τις πρωτοβουλίες που πήρε η κυβέρνηση, η χώρα θα βρισκόταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση από αυτήν την οποία βρίσκεται αυτή τη στιγμή. Επειδή πάντοτε υπηρετήσαμε με συνέπεια το πώς θα αποτρέψουμε το μεγαλύτερο κακό, επιλέξαμε συνειδητά να υπερψηφίζουμε μεν αυτά τα οποία έρχονταν στην Βουλή αλλά ταυτόχρονα να καταθέτουμε τις απόψεις μας.

Σας υπενθυμίζω, ότι πολύ νωρίς, από το φθινόπωρο του 2013, προσπάθησα να θέσω στο δημόσιο διάλογο το ερώτημα, πώς προετοιμάζεται η χώρα ενόψει του γεγονότος ότι το Πρόγραμμα τελειώνει τον Δεκέμβριο του 2014. Είχαμε δηλαδή μπροστά μας δεκαπέντε μήνες, που ξέραμε ότι τελειώνουν τα χρήματα του δεύτερου προγράμματος και η χώρα θα έπρεπε να βγει έξω στις αγορές, για να καλύψει τις ανάγκες της ….

Όμως, κύριε Σαχινίδη ψηφίσατε, ψήφισε ο Παπανδρέου, Πρόεδρο Δημοκρατίας. Δηλαδή, αυτή η καταστροφική πολιτική που καταγγέλλετε, δεν θα συνεχιζόταν αν εκλεγόταν ο Σταύρος Δήμας με την ψήφο του Γιώργου Παπανδρέου;

Εκείνο το οποίο επιμένω είναι, ότι δεν θέλαμε με κανένα τρόπο να οδηγήσουμε τη χώρα σε πολιτική αστάθεια, γιατί το κόστος της πολιτικής αστάθειας, όπως τώρα καταγράφεται – γιατί αυτή τη στιγμή όλη η Ευρώπη συζητάει ξανά τους κινδύνους από το Grexit, δεν προέκυψε τυχαία. Προέκυψε γιατί δεν έγινε η σωστή προετοιμασία για την ημέρα μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος.

Εμείς, λοιπόν, με κανένα τρόπο δεν θα θέλαμε να οδηγηθεί η χώρα σε συνθήκες υψηλής αβεβαιότητας. Και σας λέω, ξέραμε εδώ και δύο χρόνια ότι το Δεκέμβρη τελειώνει το Πρόγραμμα. Ξέραμε, ότι οφείλαμε να προετοιμαστούμε, να έχουμε δηλαδή διαμορφώσει εκείνες τις συνθήκες, που θα μας επέτρεπαν να μπορούν οι ελληνικές επιχειρήσεις να μπορούν να δανείζονται από τις διεθνείς αγορές με όρους ανταγωνιστικούς. Και βέβαια, και το ελληνικό Δημόσιο. Αντί, λοιπόν, να κάνουμε τις αναγκαίες προπαρασκευαστικές ενέργειες, η κυβέρνηση ζήλεψε τον αντιμνημονιακό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ και άρχισε έναν αντιμνημονιακό διαγωνισμό – τουλάχιστον σε επίπεδο ρητορικής – για να δείξει στους ψηφοφόρους ότι «ξέρετε, εμείς είμαστε περισσότερο αντιμνημονιακοί από τον ΣΥΡΙΖΑ, εμείς θα διώξουμε τα κακά προγράμματα, εμείς δεν χρειάζεται να δανειζόμαστε άλλο από τους θεσμικούς πιστωτές και μπορούμε να δανειστούμε από τις αγορές φθηνότερα, ότι δεν χρειαζόμαστε προληπτική γραμμή στήριξης».

Το αποτέλεσμα είναι, ότι αυτή τη στιγμή η χώρα δεν πέτυχε ούτε έναν από τους τρεις αυτούς στόχους που είχε θέσει η κυβέρνηση και βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια συζήτηση επώδυνη για το σύνολο των Ελλήνων. Οι οποίοι λένε, «μα αν υπήρχε αυτό το success story, αν η Ελλάδα είχε λύσει τα βασικά της προβλήματα, τότε γιατί οι Ευρωπαίοι ξανά συζητούν, ότι ίσως είναι προτιμότερη η λύση, η Ελλάδα να φύγει από την Ευρωζώνη;» Δεν έχει κανείς ευθύνη για το γεγονός, ότι επανήλθε αυτή η συζήτηση; Μια συζήτηση, βεβαίως, που την τροφοδοτεί και ο ΣΥΡΙΖΑ με τις δημόσιες τοποθετήσεις και ανακοινώσεις που κάνει. Ένα κόμμα που υπερασπίζεται τον ευρωπαϊκό του προσανατολισμό την ίδια στιγμή προτείνει ως δυνητικούς συνεργάτες το ΚΚΕ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τους ΑΝΕΛ, οι οποίοι όλοι έχουν ένα σαφή αντιευρωπαϊκό προσανατολισμό.

Και αναρωτιέμαι, όταν λοιπόν βγαίνει και κάνει τέτοιες τοποθετήσεις ο ΣΥΡΙΖΑ, πώς ταυτόχρονα θα υπηρετήσει και τον πρωταρχικό του σκοπό που είναι – λέει – να μείνει μέσα στη ζώνη του ευρώ; Αυτά είναι ερωτήματα, τα οποία είναι πολύ χρήσιμο και κρίσιμο να απαντηθούν.

Ένας φίλος μου λέει, ρώτησε τον κύριο Σαχινίδη «ο Παπανδρέου είχε ή δεν είχε διαβούλευση με τον Στρος Καν έξι μήνες πριν από το πρώτο Μνημόνιο»;

Εάν επικοινώνησε ο κύριος Παπανδρέου πριν το Μάιο του 2010 με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, για να ζητήσει συμβουλευτική στήριξη, προκειμένου να γίνει αναδιοργάνωση των φορολογικών υπηρεσιών, είναι κάτι το οποίο δύσκολα μπορεί κανείς να το αμφισβητήσει. Δεδομένου μάλιστα, ότι το ΔΝΤ – και ευχαριστώ τον φίλο που έθεσε την ερώτηση και μου δίνει την ευκαιρία να αναφερθώ σχετικά – το είχε καλέσει για πρώτη φορά η κυβέρνηση Καραμανλή με Υπουργό Οικονομικών τον κ. Αλογοσκούφη. Ας κάνει μια αναζήτηση στο ιστολόγιο και θα δει ότι πρόσκληση υπήρχε από το 2005, προκειμένου να προχωρήσουμε στην αναμόρφωση των φορολογικών μας Αρχών και στην αναμόρφωση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.

Βέβαια, ξέρετε, ότι και ο Καραμανλής λέει, ότι από τον Φεβρουάριο του 2009, έξι μήνες πριν από τις εκλογές είχε ενημερώσει τον Γιώργο Παπανδρέου για την κατάσταση της οικονομίας και επομένως, θα μπορούσε εκεί να είχε επιτευχθεί μια συναίνεση και να μην είχαμε φτάσει στα Μνημόνια.

Εγώ προσωπικά θα ήθελα πάρα πάρα πολύ να πω ότι αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αλλά βρίσκομαι δυστυχώς αντιμέτωπος με μια άλλη πραγματικότητα….

Τον είχε καλέσει, πάντως, αν θυμάστε στο Μαξίμου.

Θυμάμαι πάρα πολύ καλά εκείνη την πρόσκληση, όπως θυμάμαι και πάρα πολύ καλά, κύριε Χατζηνικολάου, ότι τα μέτρα που πρότεινε τότε η κυβέρνηση Καραμανλή ήταν της τάξης του 1%. Δηλαδή, μόλις ένα μικρό κομμάτι από το έλλειμμα του 15,6%…

Σε αυτό, έχετε δίκιο.

Και προσπαθούσε με το 1% να ξεπεράσει τα τεράστια προβλήματα.

Σε αυτό έχετε δίκιο, γιατί προεκλογικά ο Καραμανλής μιλούσε απλώς για «μη αυξήσεις». Έλεγε «δεν θα δοθούν αυξήσεις». Όμως, εσείς λέγατε «λεφτά υπάρχουν» και με το που αναλάβατε την κυβέρνηση το 2009, μοιράσατε και χρήματα.

Από φόρο, τον οποίο βάλαμε στις επιχειρήσεις που είχαν κέρδη.

Διπλή ζημιά, δηλαδή. Και στην αγορά ζημιά και μοιράσατε χρήματα.

Όλες αυτές οι συζητήσεις είναι πολύ χρήσιμες, γιατί βοηθούν στην αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας. Εάν όμως βρίσκεται ένας νεαρός στο ακροατήριο μας, 25 χρονών που έχει πάρει κάποιο πτυχίο, θα πει «ο κύριος Χατζηνικολάου και ο κύριος Σαχινίδης καλά κάνουν και συζητούν για το παρελθόν. Για το γεγονός όμως, ότι υπάρχουν 1 εκατομμύριο άνεργοι, θα συζητήσουν για τις προτάσεις που καταθέτουν τα κόμματα;»

Στο παρελθόν, η ελληνική οικονομία είχε τη δυνατότητα, όταν πήγαινε καλά, όταν έτρεχε με ρυθμό ανάπτυξης 3-4% το χρόνο, να δημιουργεί 50.000 θέσεις εργασίας. Αν απλώς από εδώ και στο εξής, περάσουμε σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και επαναλάβουμε τον ιστορικό μας εαυτό, αυτό σημαίνει, ότι κάποιος που είναι σήμερα 20 χρονών και αν δημιουργούνται 50.000 θέσεις εργασίας το χρόνο, αν είναι ο τελευταίος που θα βρει δουλειά, αυτό θα είναι μετά από είκοσι χρόνια. Αυτό το θέμα, αντί να είναι το μόνο θέμα της δημόσιας συζήτησης, να κληθούν τα κόμματα όλα, το ΠΑΣΟΚ, η Νέα Δημοκρατία, ο ΣΥΡΙΖΑ, να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι και να συζητήσουν…

Σε αυτό δεν διαφωνώ καθόλου, αλλά ξέρετε η κοινωνία έχει την αίσθηση, ότι αυτό δεν μπορούν να το διορθώσουν αυτοί που το δημιούργησαν.  

Έχω πει επανειλημμένως, ότι το πρόβλημα αυτό δεν το δημιουργήσαμε εμείς. Να σας υπενθυμίσω, ότι η ύφεση προϋπήρχε του Μνημονίου.

Δεν εννοώ εσάς συγκεκριμένα. Εννοώ, τις κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ που προηγήθηκαν.

Για αυτό λοιπόν λέω, αυτή την στιγμή αδικούμε όλους αυτούς που έχουν μια αγωνία, που βρέθηκαν αντιμέτωποι με την χειρότερη μορφή της κρίσης, να μην έχει η οικογένεια στο σπίτι ούτε έναν εργαζόμενο, εάν δεν συζητούμε για προγράμματα και προτάσεις πολιτικής, ποιος έχει την δυνατότητα, ποιος πιστεύει στο ρόλο των ιδιωτικών επενδύσεων.

Καταθέτω δημόσια την άποψη, ότι ανεξάρτητα από το μέγεθος των δημοσίων επενδύσεων, ανεξάρτητα από ευρωπαϊκά προγράμματα, η ελληνική οικονομία έχει ανάγκη μέσα στα επόμενα τρία χρόνια από 30 δις ιδιωτικών επενδύσεων. Αυτές οι ιδιωτικές επενδύσεις, για να γίνουν, είτε από ιδιώτες Έλληνες επενδυτές είτε από ξένους, θα πρέπει να έχουμε ένα σταθερό πολιτικό κλίμα, ένα διαφανές φορολογικό πλαίσιο και βεβαίως, πίστη από τους ανθρώπους που θα διαχειρίζονται τη χώρα στην επόμενη κυβέρνηση, ότι ο ιδιωτικός τομέας σε μια μεικτή οικονομία έχει έναν θετικό ρόλο και μπορεί να συνεισφέρει. Εάν, λοιπόν, συλλήβδην απορρίπτουμε κάθε ιδιωτική επένδυση, εάν πιστεύουμε ότι μόνο το Δημόσιο έχει πόρους – που δεν θα έχει ούτως ή άλλως, λόγω των οικονομικών συνθηκών – να επενδύσει για να λύσει το πρόβλημα της οικονομίας, φοβάμαι ότι πορευόμαστε σε λάθος δρόμο.

Θα προκαλούσα και θα παρακαλούσα, λοιπόν, τους συναδέλφους σε αυτές τις συζητήσεις που είναι να γίνουν σε αυτές τις λίγες ημέρες – γιατί είναι η πιο μικρή προεκλογική περίοδος με την οποία έχουμε ποτέ βρεθεί αντιμέτωποι – να συμφωνήσουμε στην ανάγκη να καταθέσει ο καθένας το περιεχόμενο ενός ελληνικού σχεδίου, που θα είναι το σχέδιο με το οποίο θα προσέλθουν στο τραπέζι των συζητήσεων μεταξύ τους τα κόμματα, να γίνει μια συζήτηση και μετά με αυτό να πάμε να συζητήσουμε στο τραπέζι των Ευρωπαίων.

Ο φίλος μου ο Κωνσταντίνος, ακροατής, λέει «ωραία τα λέει ο κύριος Σαχινίδης αλλά ο κύριος Παπανδρέου ήταν αυτός που είχε πει «ένας εργαζόμενος σε κάθε οικογένεια». Νομίζει ότι το ξεχάσαμε τόσο γρήγορα»;

Δεν έχει ξεχάσει ποτέ κανείς, το παραμικρό. Απλώς να υπενθυμίσω στο φίλο ακροατή, ότι ανάλογα προβλήματα με αυτά που βρέθηκε αντιμέτωπη η Ελλάδα, βρέθηκαν και η Πορτογαλία, και η Ιρλανδία, και η Κύπρος και η Ισπανία. Η ανεργία στην Ισπανία είναι αυτή τη στιγμή 25%. Η Ελλάδα δεν είναι η μόνη χώρα με υψηλή ανεργία. Κι η Ευρώπη δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Κι ενώ γίνεται συζήτηση για ένα διευρωπαϊκό πρόγραμμα επενδύσεων 300 δις σε μια νομισματική ένωση που δεν έχει έναν ομοσπονδιακό κοινοτικό προϋπολογισμό, αντί να σπεύσουν να προχωρήσουν στη συγκέντρωση αυτών των κεφαλαίων και να αρχίσουν αυτές οι επενδύσεις για να τονωθούν οι οικονομίες, δυστυχώς ακόμη και τώρα που η Ευρώπη απειλείται από στασιμότητα και αποπληθωρισμό, η Ευρώπη καθυστερεί.

Για αυτό ο κόσμος έχει αναπτύξει αυτή τη στάση του προβληματισμού απέναντι στην Ευρώπη. Διότι, θεωρεί, ότι οι χώρες, οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν σχετικά δεμένα τα χέρια τους και η Ευρώπη δεν ανταποκρίνεται με την ταχύτητα που πρέπει απέναντι σε αυτές τις κρίσιμες ώρες και συνθήκες.

Κύριε Σαχινίδη, σας ευχαριστώ θερμά για αυτή τη συζήτηση.

Κι εγώ σας ευχαριστώ πολύ, καλή χρονιά.

Συνέντευξη Φίλιππου Σαχινίδη, Υποψηφίου Βουλευτή ΠΕ Λάρισας και Εκπροσώπου Τύπου του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών στο Ρ/Σ «ΣΚΑΙ 100,3 » και στο δημοσιογράφο Παύλο Τσίμα.

Στην τηλεφωνική μας γραμμή είναι ο κύριος Φίλιππος Σαχινίδης, ο Βουλευτής και πρώην Υπουργός και ένα από τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ που προσχώρησαν σε αυτή τη καινούργια κίνηση. Καλημέρα σας κύριε Σαχινίδη και χρόνια πολλά.

Καλημέρα, χρόνια πολλά και Καλή Χρονιά.

Να αρχίσουμε λίγο ανάποδα και να επικαλεστώ την εμπειρία σας ως Υπουργός Οικονομικών στην διαχείριση των ελληνικών οικονομικών, στην διαχείριση των σχέσεων με τους ευρωπαίους. Όλη αυτή η συζήτηση που άνοιξε στην Ευρώπη, δεν άνοιξε εδώ, για το αν η Ευρωζώνη αντέχει τώρα μια έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, αν τώρα αυτό είναι πιθανότερο από ότι ήταν το 2010 ή το 2011. Σας φαίνεται ότι είναι μια συζήτηση πραγματική ή είναι μια απόπειρα παρέμβασης στην ελληνική εκλογική μάχη και τρομοκράτησης των ελλήνων ψηφοφόρων;

Θεωρώ ότι είναι ένα τεχνητό δίλημμα που δημιουργούν συντηρητικές δυνάμεις στην Ευρώπη και δυνάμεις έξω από την Ευρώπη, οι οποίες έχουν μια αντιευρωπαϊκή στάση. Το οποίο τεχνητό δίλημμα, βεβαίως, τροφοδοτεί εκφράσεις λαϊκισμού.

Στο δίλημμα που θέτουν οι συντηρητικές δυνάμεις, δύο επιλογές υπάρχουν: ή παραμένετε στην Ευρώπη και ακολουθείτε πολιτικές λιτότητας ή δεν υπάρχει άλλη επιλογή, κάποιος που δεν θέλει να συμμορφωθεί με τους κανόνες να βγει έξω από την Ευρώπη.

Θεωρώ ότι αυτή είναι μια λανθασμένη προσέγγιση. Γιατί η Ευρώπη, για να μπορέσει να συνεχίσει να λειτουργεί αποτελεσματικά και προς όφελος των πολιτών της, θα πρέπει να συνδυάζει τα εξής.

Πρώτον, να υπάρχει δημοσιονομική πειθαρχία, η οποία όμως δεν αγγίζει τα όρια της λιτότητας. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να ζητάς από την Ελλάδα την επόμενη δεκαετία να παράγει πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 4,5%.

Δεύτερον, θα πρέπει η Ευρώπη να αγωνιστεί για να επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Αυτή τη στιγμή, έχει πολύ κακές αναπτυξιακές επιδόσεις. Δεν μπορεί να συνέλθει ακόμη από την κρίση που ξέσπασε το 2008. Και αυτή τη στιγμή βρίσκεται αντιμέτωπη με το φάσμα της «ιαπωνοποίησης». Δηλαδή, να βιώσει αποπληθωρισμό και στασιμότητα.

Και τρίτον, η Ευρώπη δεν μπορεί να μείνει απαθής απέναντι σε ένα φαινόμενο, το οποίο αρχίζει να φαίνεται ότι την απειλεί. Δηλαδή, ναι, να περάσει σε ρυθμούς ανάπτυξης θετικούς, αλλά να μην συνοδεύονται από την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Και δεν μπορεί να μείνει απαθής απέναντι στο γεγονός, ότι μεγάλα τμήματα πληθυσμού, ιδιαίτερα στις χώρες που ήταν σε Προγράμματα, πέρασαν κάτω από τη γραμμή της φτώχειας.

Άρα, επιμένω, είναι τεχνητό το δίλημμα. Και βεβαίως θα συμφωνήσω με την επισήμανση που κάνατε, ότι το μεγαλύτερο λάθος που θα μπορούσαν να κάνουν αυτές οι συντηρητικές δυνάμεις είναι να βάζουν αυτά τα τεχνητά διλήμματα, προσπαθώντας να παρέμβουν στη δημόσια συζήτηση που διεξάγεται στην Ελλάδα με αφορμή τις εκλογές που θα γίνουν στις 25 Ιανουαρίου.

Με βάση αυτά που λέτε, αισθάνεστε ότι υπάρχει ένα πραγματικό έδαφος μετά τις εκλογές, μια καινούργια ελληνική κυβέρνηση όποιου σχήματος και σύνθεσης κι αν είναι, να διαπραγματευτεί μια αλλαγή πολιτικής χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη συμμετοχή της Ελλάδας στο ευρώ;

Επιμένω πολύ σε αυτό που είπε προχθές ο Πρόεδρος του Κινήματος, αναφορικά με τη διαμόρφωση ενός πλαισίου για μια προοδευτική διακυβέρνηση της χώρας. Ναι, η χώρα έχει κάνει φοβερές αλλαγές στα προβλήματα που αντιμετώπιζε, σε ότι αφορά τα ελλείμματα. Άρα, αυτό ενισχύει τη διαπραγματευτική μας θέση.

Πρέπει να επιμείνουμε ότι στόχος των Ελλήνων, που κατέβαλαν τόσο μεγάλες θυσίες όλο αυτό το διάστημα, είναι η Ελλάδα να παραμείνει στην Ευρωζώνη. Αλλά από εδώ και πέρα, η Ευρώπη θα πρέπει να δώσει έμφαση στην ανάπτυξη και μέσω της ανάπτυξης να υποβοηθηθεί η περαιτέρω δημοσιονομική προσαρμογή. Αντί, δηλαδή, να ζητάνε από την Ελλάδα να πετύχει έναν δημοσιονομικό στόχο πρωτογενούς πλεονάσματος 4,5% για δέκα χρόνια, που είναι εξωπραγματικό, είναι προτιμότερο να κάνουμε μια συζήτηση στη βάση ενός ελληνικού σχεδίου. Ενός σχεδίου, που θα έχει ετοιμαστεί εδώ στην Ελλάδα, θα έχει παρουσιαστεί στους Έλληνες, θα ενσωματώνει πακέτο προοδευτικών μεταρρυθμίσεων που θα αλλάξουν τη δομή και τον τρόπο λειτουργίας της οικονομίας, αλλά και των θεσμών που εγκλωβίζουν παραγωγικές και δημιουργικές δυνάμεις.

Ωραία τα λέτε, κύριε Σαχινίδη αλλά αυτό το σχέδιο δεν υπάρχει. Πέντε χρόνια τώρα δεν υπάρχει. Πώς θα το εφεύρουν, θα το βγάλουν από το καπέλο σε λίγες ημέρες;

Χαίρομαι που αναγνωρίζετε, ότι αυτή τη στιγμή, ενώ έχουμε περάσει όλα αυτά, δύσκολα οι ελληνικές δυνάμεις καταφέρνουν να συνεννοηθούν ως προς το ελάχιστο, να παρουσιάσουν ένα ελληνικό σχέδιο. Διότι, μέχρι τώρα, είχαμε μία τεχνητή πόλωση και ένα τεχνητό δίλημμα ανάμεσα σε αυτούς που είναι υπέρ του μνημονίου και σε αυτούς που είναι κατά του μνημονίου. Και μάλιστα φτάσαμε στο σημείο να θέλουν μέσω αυτής της διάκρισης και καταργήσουν και την ιστορική διάκριση των πολιτικών δυνάμεων της χώρας μεταξύ δεξιάς και αριστεράς.

Αυτή τη στιγμή, η διαπραγματευτική ικανότητα της χώρας είναι ενισχυμένη, διότι έχει καταφέρει και έχει μειώσει τα ελλείμματα. Αλλά πρέπει να προτάξουμε δύο πράγματα: Το ένα είναι αλλαγές στο παραγωγικό πρότυπο, και το δεύτερο άμεση αντιμετώπιση των προβλημάτων της ανεργίας και της φτώχιας. Αυτό πρέπει να είναι το περιεχόμενο μιας συζήτησης που θα γίνει με τους Ευρωπαίους. Και βεβαίως, όλες οι αναγκαίες αποφάσεις που αφορούν στο χρέος της χώρας. Γιατί με αυτόν τον τρόπο, θα φύγει αυτός ο προβληματισμός που υπάρχει στις διεθνείς αγορές γύρω από το μέλλον και την προοπτική της Ελλάδας, και θα μπορέσουμε να προσελκύσουμε ιδιωτικές επενδύσεις.

Δεν μπορεί η ελληνική οικονομία να προχωρήσει, εάν μέσα στην επόμενη τριετία-τετραετία δεν προσελκύσει επενδύσεις ιδιωτικές της τάξης των 30 δισεκατομμυρίων, έτσι ώστε, μέρος της παραγωγικής βάσης που καταστράφηκε πριν ή και κατά τη διάρκεια της κρίσης, να αποκατασταθεί για να μπορέσουν να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας.

Μάλιστα. Τώρα όλα αυτά, έτσι όπως σας ακούω και όπως άκουσα και τον κύριο Παπανδρέου το Σάββατο, καταλαβαίνω ότι ο πιθανότερος φορέας για να τα υλοποιήσει, είναι μια κυβέρνηση στην οποία συμμετέχει ο ΣΥΡΙΖΑ, και το δικό σας το Κίνημα, το νεοπαγές.

Πολλές φορές μας ρωτάνε: Με ποιους είστε διατεθειμένοι να συνεργαστείτε; Το ερώτημα δεν είναι με ποιους εμείς είμαστε διατεθειμένοι, αλλά αυτοί οι οποίοι φαίνεται ότι θα έχουν την πρωτοβουλία των κινήσεων, είναι διατεθειμένοι να συνεργαστούν με εμάς στη βάση του πλαισίου, που μόλις προηγουμένως σας περιέγραψα; Διότι, το πλαίσιο είναι πολύ ξεκάθαρο. Πρώτον, παραμονή στην Ευρωζώνη. Δεύτερον, ασφαλής και οριστική έξοδος από το πρόγραμμα.

Διότι, μία από τις συμβατικές υποχρεώσεις της προηγούμενης κυβέρνησης ήταν, καθώς ήξερε ότι το πρόγραμμα τελείωνε τον Δεκέμβριο του 2014, να προετοιμάσει έγκαιρα και με ασφάλεια την έξοδο της χώρας στις αγορές. Αντί, όμως, να το προετοιμάσει, αναλώθηκε σε έναν αντιμνημονιακό λόγο, διότι πίστευε ότι σε αυτό το επίπεδο μπορεί να κερδίσει την Αξιωματική Αντιπολίτευση, τον ΣΥΡΙΖΑ. Ως αποτέλεσμα, αυτή τη στιγμή, η χώρα βιώνει συνθήκες υψηλής αβεβαιότητας. Κι όπως και εσείς αναφέρατε στην εισαγωγή, ξεκινά για άλλη μία φορά, αυτή η συζήτηση περί πιθανής εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Συζήτηση που είχε επίσης κυριαρχήσει στον ευρωπαϊκό τύπο, και την περίοδο μεταξύ Μαΐου και Ιουνίου του 2012, όταν πάλι με επιμονή της Νέας Δημοκρατίας και του κυρίου Σαμαρά, η χώρα τότε, αμέσως μετά τη σύναψη του δεύτερου προγράμματος, προχώρησε στη διεξαγωγή εκλογών, διότι βιαζόταν τότε η Νέα Δημοκρατία να έρθει στην κυβέρνηση και στην εξουσία.

 

Ναι. Τώρα υπάρχει μια ένσταση, που αφορά πια τα καθαρά πολιτικά και εκλογικά. Την άκουσα χθες, το είπε ο κύριος Σταύρος Θεοδωράκης στο δελτίο του ΣΚΑΙ. Είπε ότι “ωραία, σύμφωνοι, ο κύριος Γεώργιος Παπανδρέου έκανε ένα καινούργιο Κίνημα, κάποιοι άνθρωποι συστρατεύτηκαν μαζί του, αλλά τι είναι αυτό που μας κάνει να πιστεύουμε ότι αυτό που δεν κατάφερε να κάνει το 2009 που είχε πάρει 44%, θα το κάνει τώρα που θα πάρει κάτι λιγότερο”.

Υποβαθμίζει κανείς και υποτιμά τις συνθήκες με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπος ο Γιώργος Παπανδρέου και η κυβέρνησή του το 2009. Έλλειμμα 36 δισεκατομμυρίων το 2009. Αυτή τη στιγμή έχουμε πρωτογενή πλεονάσματα. Έλλειμμα στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών 14% του Α.Ε.Π.…

Ναι. Αλλά συγνώμη. Δεν έχουμε ακούσει και καμία αυτοκριτική. Εντάξει. Η κατάσταση ήταν αυτή που ήταν. Δεν έχει καμία ευθύνη η κυβέρνηση για το πώς προετοιμάστηκε;

Να ολοκληρώσω την σύγκριση. Το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων ήταν απέναντι στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, κανείς δεν ήθελε να προσφέρει συναίνεση και συνεργασία και ταυτόχρονα μια βαθύτατα συντηρητική Ευρώπη λειτουργούσε τιμωρητικά.

Δεν μπορώ να φανταστώ ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα εκείνης της περιόδου, αν ήταν στην εξουσία ο κύριος Θεοδωράκης ή ο κύριος Σαμαράς ή ο κύριος Τσίπρας. Αλλά επειδή τουλάχιστον την περίπτωση του κυρίου Σαμαρά την έχουμε δει αυτή την διετία, μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν τότε, δηλαδή η Ευρώπη να στήσει έναν μηχανισμό από το μηδέν, να δώσει στην Ελλάδα τα πρώτα 110 δισεκατομμύρια αρχικά και τα δεύτερα 130 δισεκατομμύρια, είναι μία κατάκτηση η οποία προέκυψε σε ένα περιβάλλον μοναχικό για την κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου και σε μια εχθρική Ευρώπη.

Ναι. Αλλά κι εσείς έχετε αποδεχθεί ότι οι όροι με τους οποίους συνδέονταν αυτά, δεν οδήγησαν σε σωτηρία, οδήγησαν σε καταστροφή της ελληνικής οικονομίας.

Επαναλαμβάνω, τα προβλήματα ξεκινούσαν από το γεγονός ότι η Ευρώπη, στην αρχή, προσλαμβάνοντας με έναν ιδεοληπτικό τρόπο την αιτία της κρίσης, λειτούργησε τιμωρητικά σε βάρος της Ελλάδος.

Σωστό.

Θυμόσαστε τα επιτόκια με τα οποία ξεκίνησε ο δανεισμός. Μετά η Ευρώπη, δεν ήταν διατεθειμένη να δώσει περισσότερα χρήματα, ώστε η προσαρμογή να διαρκέσει περισσότερο. Καταλαβαίνετε, η Ευρώπη είπε, «θέλω η Ελλάδα να μειώσει τα ελλείμματά της μέσα σε τρία χρόνια». Δεν μπορείς να μειώσεις έλλειμμα της τάξης των 36 δισεκατομμυρίων μέσα σε τρία χρόνια χωρίς να βαθύνει η ύφεση και να αυξηθεί η ανεργία. Αυτό όμως για να το αποφύγουμε, σημαίνει ότι η Ευρώπη έπρεπε να μας δώσει όχι 110 με το πρώτο πρόγραμμα, 150 και 160 δισεκατομμύρια.

Υπήρχαν Ευρωπαϊκά Κοινοβούλια, με πολύ εχθρική στάση που τροφοδοτούσε ο λαϊκισμός και δύσκολα θα εξασφάλιζε κανείς από τις χώρες της Ευρώπης περισσότερα χρήματα.

Ακόμη όμως δεν έχουμε ακούσει από τον κύριο Παπανδρέου και μία αυτοκριτική τοποθέτηση για το πώς είχε προετοιμάσει το εκλογικό σώμα, την ελληνική κοινωνία, για αυτές τις δυσκολίες τις οποίες γνώριζε. Η προσγείωση από τον προεκλογικό λόγο του 2009 στον μετεκλογικό και κυρίως στα δύσκολα του 2010, έκανε ακόμα δυσκολότερη, όλα αυτά που λέτε. Δηλαδή, και τη στάση της Ευρώπης και την αντιπαράθεση των άλλων πολιτικών δυνάμεων, ακριβώς γιατί δεν είχε γίνει μια σωστή προετοιμασία και προειδοποίηση των εκλογέων για το τι τους περιμένει.

Έχει κάνει. Κατά καιρούς, στις τοποθετήσεις του, έχει κάνει και αυτοκριτική, είπε ότι και λάθος κινήσεις έγιναν, και πολλές φορές έγιναν λάθος επιλογές, σε μια σειρά από ζητήματα, πρόσωπα κλπ.. Κανένας δεν είναι αλάνθαστος.

Αν καθίσει κανείς να κάνει μια συνολική αποτίμηση της προσπάθειας – επειδή ο ένας εκ των δύο που συστρατεύτηκαν τότε Αρχηγών στον αντιμνημονιακό λόγο, ο κύριος Σαμαράς, είχε πεδίο δόξης λαμπρό, να εφαρμόσει τα Ζάππεια και τον αντιμνημονιακό ιστό απόψεων που υιοθετούσε καθ’ όλη την περίοδο μεταξύ 2009-2011 και να τα υλοποιήσει καθ’ όλο το διάστημα που ήταν Πρωθυπουργός – διαπιστώσαμε ότι τελικά, δεν υπήρχαν πάρα πολλές επιλογές.

Αυτό που είπαμε από την πρώτη στιγμή, ήταν ότι μακάρι να είχαμε περισσότερα χρήματα, να είχαμε περισσότερο χρόνο, και μακάρι να ξεκινούσαμε κυρίως από μεταρρυθμίσεις και να ήταν πιο ήπια η δημοσιονομική προσαρμογή. Δυστυχώς, αυτά δεν έγιναν. Το ερώτημα είναι, αν θα συνεχίσουμε να κάνουμε συζήτηση μόνο για το 2009 και να μη συζητήσουμε καθόλου για το πώς φτάσαμε στο 2009, για να δούμε ποια είναι η πραγματική αιτία…

Σ’ αυτό συμφωνώ. Ότι πρέπει να κάνουμε συζήτηση και για το πριν. Εντάξει.

Η χώρα έφτασε μέχρι το 2004 να έχει δανειστεί 18 δισεκατομμύρια κι από το 2004 μέχρι το 2009 άλλα 120 δισεκατομμύρια. Γιατί δεν μας προβληματίζει αυτό;

Η χώρα είχε κατεστραμμένη παραγωγική βάση και δεν μπορούσαν τα ελληνικά προϊόντα να βρουν θέσεις στα ράφια στο εξωτερικό, ενώ στα ελληνικά καταστήματα υπήρχαν μόνο εισαγόμενα. Αυτό γιατί δεν πρέπει να μας προβληματίσει;

Προφανώς μας προβληματίζει. Γι’ αυτό και συμφωνήσαμε ότι πρέπει να γίνει ένα ελληνικό σχέδιο εξόδου από την κρίση.

Σ’ αυτές τις λίγες ημέρες και σ’ έναν δύσκολο προεκλογικό αγώνα, λόγω και συνθηκών – δεν ξέρω αν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο διεξαγωγής προεκλογικού αγώνα Ιανουάριο – τα κόμματα θα προσφέρουν πολύ μεγάλη υπηρεσία στους πολίτες, εάν τους εξηγήσουν ορισμένα πολύ απλά πράγματα. Η ιστορία έχει δείξει, ότι όταν η ελληνική οικονομία δουλεύει καλά, δουλεύουν οι μηχανές, τρέχουν με 3%-4% ανάπτυξη, ιστορικά έχει αποδειχθεί ότι δημιουργούνταν περίπου 50.000 θέσεις εργασίας τον χρόνο. Έχουμε 1.000.000 ανέργους. Αν αφήσουμε την ιστορία απλώς να επαναληφθεί από εδώ και στο εξής, ένας νεαρός περίπου 20 χρονών θέλει 20 χρόνια, δηλαδή θα γίνει 40 αν είναι ο τελευταίος που θα προσληφθεί.

Αντί λοιπόν να συζητούμε για το παρελθόν και να αφιερώνουμε τα ¾ της συζήτησης στο παρελθόν, είναι πολύ χρήσιμο για τα νέα παιδιά, δηλαδή τους 20άρηδες, τους 25άρηδες, οι οποίοι αυτήν τη στιγμή νοιώθουν μια αποστασιοποίηση από τα πολιτικά πρόσωπα, από τα κόμματα και από το πολιτικό δυναμικό, να τους εξηγήσουμε ποιο είναι αυτό το σχέδιο που προτείνει το κάθε κόμμα, που θα επιτρέψει να δημιουργηθούν όχι 50.000 θέσεις εργασίας αλλά 100.000 και 150.000. Ώστε να δημιουργηθεί μια κρίσιμη μάζα θέσεων εργασίας μέσα στην επόμενη διετία – τριετία και μ ‘ αυτόν τον τρόπο να τροφοδοτηθεί η ανάπτυξη στην ελληνική οικονομία.

Γι’ αυτό επιμένω ότι αν έχεις μια εχθρική στάση, για παράδειγμα απέναντι στο ρόλο των ιδιωτικών επενδύσεων σε μια μεικτή οικονομία, πολύ φοβάμαι ότι υπονομεύεις την ανάκαμψη αυτής της οικονομίας. Γι’ αυτό και είναι χρήσιμο, όλο το επόμενο χρονικό διάστημα να αφιερωθεί σε συγκεκριμένες προτάσεις, σε τεκμηρίωση και βεβαίως, να γίνει και μια αποτίμηση των γεγονότων που μας έφεραν ως εδώ. Για να ξέρουμε αν οι προτάσεις που κατατίθενται σχετίζονται με την αντιμετώπιση των πραγματικών προβλημάτων που οδήγησαν τη χώρα στην κρίση.

Μου επιτρέπετε και μια προσωπική ερώτηση για να κλείσουμε; Εσείς γιατί διαλέξατε τελικά να συνταχθείτε με τον κ. Παπανδρέου και το δικό του ΚΙΝΗΜΑ και να εγκαταλείψετε το κόμμα με το οποίο πρώτο-πολιτευτήκατε και μέσα από το οποίο αναδειχθήκατε και Βουλευτής και Υπουργός; Προσωπικά, πώς εξηγείτε τη στάση σας; 

Παραμένω στο χώρο των ανθρώπων που πιστεύουν ότι η Ελλάδα έχει ανάγκη από ένα σύγχρονο ριζοσπαστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Άποψη, την οποία κατέθετα το τελευταίο χρονικό διάστημα και ζητούσα από τους συντρόφους μου στο ΠΑΣΟΚ να προχωρήσουμε στην ανασυγκρότηση του χώρου: ή θα κάνουμε μία αναδιάρθρωση, ένα restructure και ένα rebranding του ΠΑΣΟΚ, όπως έγινε με το εργατικό κόμμα της Αγγλίας, να πούμε για παράδειγμα ένα ΝΕΟ ΠΑΣΟΚ ή να πάμε σε ένα ΕΠΙΝΕ και να ξεκινήσουμε μία νέα προσπάθεια.

Όταν κατατέθηκε μία πρόταση για την πραγματοποίηση ενός νέου Συνεδρίου, που θα κινητοποιήσει δυνάμεις, έξω από θεσμούς, διαδικασίες, καταστατικά, αυτή η πρόταση απορρίφθηκε και χαρακτηρίστηκε μάλιστα, ως εξωτερικό ζήτημα του ΠΑΣΟΚ. Αντιλαμβάνομαι, ότι κάποιοι ήταν ικανοποιημένοι με την κατάσταση, δεν τους ενοχλούσε η προϊούσα συρρίκνωση των δυνάμεων, οι οποίες ήταν κάποτε κοντά στο ΠΑΣΟΚ και η αποστασιοποίηση τους.

Ναι, αλλά και μ’ αυτό που κάνετε εσείς, τη συρρίκνωση δε θα την ενισχύσετε;

Εγώ δεν μπορούσα να σιωπώ. Να βλέπω τον πολιτικό χώρο που στήριξαν εκατομμύρια Έλληνες πολίτες να συρρικνώνεται και να μην αναλαμβάνω την υποχρέωση να μιλήσω γι’ αυτό ή να μην αναλαμβάνω κάποια πρωτοβουλία.

Ήρθε, λοιπόν, η ώρα ο καθένας από εμάς να αναλάβει τις ευθύνες του. Κι εγώ ανέλαβα μαζί με άλλους τις ευθύνες μου και λέω, ελάτε να προχωρήσουμε σε μια ανασύνταξη του χώρου των δυνάμεων του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Για να μπορέσει η Ελλάδα πραγματικά να αποκτήσει ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, το οποίο θα εργαστεί για την ασφαλή και οριστική έξοδο της Ελλάδος από την κρίση και θα επιτρέψει στη χώρα να σταθεί ισότιμα μέσα στην Ευρώπη και στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας.

Κύριε Σαχινίδη, σας ευχαριστώ πολύ. Καλημέρα. Καλή επιτυχία και χρόνια πολλά. 

Εγώ σας ευχαριστώ. Καλημέρα. Καλή χρονιά και χρόνια πολλά.

Συνέντευξη Φίλιππου Σαχινίδη, Υποψηφίου Βουλευτή ΠΕ Λάρισας και Εκπροσώπου Τύπου του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών στο Ρ/Σ «BHMA FM 99,5» και στους δημοσιογράφους Αργύρη Παπαστάθη και Ηλιάνvα Σκιαδά την Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015. 

Έχουμε στην τηλεφωνική μας γραμμή τον πρώην Υπουργό Οικονομικών, βουλευτή Λάρισας, να το λέμε κι αυτό, και στέλεχος του νέου κόμματος του Γιώργου Παπανδρέου του «Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών» τον κύριο Φίλιππο Σαχινίδη. Καλό σας μεσημέρι.

Καλό σας μεσημέρι, χρόνια πολλά και καλή χρονιά.

Συνέντευξη Φίλιππου Σαχινίδη, Υποψηφίου Βουλευτή ΠΕ Λάρισας, στο Ρ/Σ «ΑΘΗΝΑ 9,84» και στο δημοσιογράφο Άρη Τόλιο.

Έχουμε στην τηλεφωνική γραμμή ένα από τα σημαντικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ, πρώην πλέον, γιατί συντάσσεται με τον Γιώργο Παπανδρέου, τον πρώην Υπουργό Εθνικής Οικονομίας. Κύριε Βουλευτή, στην περιοχή της Λάρισας φαντάζομαι, κύριε Φίλιππε Σαχινίδη, γιατί πρέπει να λέμε και τις περιοχές τώρα.

Βεβαίως. Υποψήφιος βουλευτής στο Νομό Λάρισας.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη, Υποψηφίου Βουλευτή ΠΕ, Λάρισας, στην Εφημερίδα Των Συντακτών, το Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015.

Οι σημαντικότερες μεταπολεμικές κατακτήσεις των δυνάμεων του Ευρωπαϊκού Δημοκρατικού Σοσιαλισμού ήταν η επίτευξη της συνύπαρξης της Δημοκρατίας με τον καπιταλισμό και η διασφάλιση της κοινωνικής σταθερότητας μέσω πολιτικών καταπολέμησης των κοινωνικών ανισοτήτων.

Όλα αυτά έγιναν πραγματικότητα όταν οι δυνάμεις της Σοσιαλδημοκρατίας, με βάση την προπολεμική εμπειρία, κατανόησαν ότι, χωρίς έλεγχο των αγορών, παρέμβαση του κράτους για ενίσχυση της ζήτησης σε συνθήκες ύφεσης και για παροχή κοινωνικών υπηρεσιών, ο καπιταλισμός με τις περιοδικές κρίσεις του θέτει σε κίνδυνο τη Δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή.

Η παγκοσμιοποίηση σε συνδυασμό με την ΟΝΕ, η οποία μέχρι την κρίση λειτουργούσε με ένα ατελές θεσμικό πλαίσιο, βρήκαν απροετοίμαστη την Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία.

Η τελευταία από τη δεκαετία του 1990 είχε κάνει σημαντικές υποχωρήσεις έναντι της πάγιας θέσης της για τον ρόλο των αγορών. Επιπρόσθετα, η δημιουργία της ΟΝΕ περιόρισε την αποτελεσματικότητα των κρατικών παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση βραχυχρόνιων υφέσεων, ειδικά στα κράτη με μεγάλο χρέος.

Η διεθνής χρηματοοικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 ανέτρεψε την κυρίαρχη πεποίθηση ότι ο ρυθμιστικός ρόλος του κράτους είναι επιζήμιος για την οικονομία και πρέπει να περιοριστεί. Όπως και ότι ο καπιταλισμός μπορεί να συνεχίσει να παράγει πλούτο χωρίς σκαμπανεβάσματα που απειλούν την κοινωνική συνοχή. Ανέτρεψε και τη δοξασία ότι η Δημοκρατία κυριάρχησε σε όλο τον κόσμο και κανείς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει.

Οι πολίτες σήμερα αισθάνονται ότι πολλές επιλογές των εθνικών κυβερνήσεων υπαγορεύονται από τις αγορές και υποβάλλουν σε τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό κόστος τις χώρες. Ότι ο ρόλος των εθνικών κυβερνήσεων στην ευρωζώνη είναι περιορισμένος, καθώς τα εργαλεία πολιτικής για την αντιμετώπιση της κρίσης είναι περιορισμένα. Ότι η Ευρώπη άργησε πολύ να πάρει αποφάσεις για να προστατέψει το ευρωπαϊκό όραμα ή λειτούργησε τιμωρητικά σε χώρες όπως η Ελλάδα.

Έτσι, τροφοδοτούνται ακραίες, αντιευρωπαϊκές και αντισυστημικές απόψεις, αφού δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις δεν έχουν τα χρονικά περιθώρια ή τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν με κοινωνικά δίκαιο τρόπο προβλήματα που απασχολούν τους πολίτες.

Η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο της κρίσης αυτής και χτυπήθηκε όσο ποτέ άλλοτε. Πλήρωσε τίμημα ίσο με αυτό που πλήρωσαν οι ΗΠΑ στην κρίση του 1929.

Η αντιμετώπιση της κρίσης από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε ιδιαίτερες δυσκολίες. Ο ρόλος των ανώτατων εισοδηματικά στρωμάτων που συγκροτούν-μέσω του έλεγχου σε ΜΜΕ και τράπεζες – ισχυρές ομάδες πίεσης επηρέασε τον τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης αλλά και την κατανομή των βαρών. Στέρησε από το πολιτικό δυναμικό νομιμοποίηση στις επιλογές τους, στον βαθμό που η τελική κατανομή των βαρών είναι ασύμμετρη και οι συνέπειες της κρίσης για τα κατώτερα και μεσαία εισοδηματικά στρώματα είναι μακροπρόθεσμες.

Η χώρα πηγαίνει ξανά σε πρόωρες εκλογές. Η κυβερνητική συμμαχία που θα προκύψει από την επόμενη Βουλή θα έχει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της μελλοντικής πορείας της χώρας. Οι προτεραιότητες της επόμενης κυβέρνησης θα πρέπει να είναι η ασφαλής και βιώσιμη έξοδος στις αγορές, η ανασυγκρότηση του παραγωγικού προτύπου και η διασφάλιση ότι η ανάπτυξη θα διαχέει τα οφέλη σε όλα τα εισοδηματικά στρώματα, με προτεραιότητα σε όσους θίχτηκαν από την κρίση. Τομείς στους οποίους η κυβέρνηση καθυστέρησε σημαντικά.

Αυτό που φάνηκε από τον Ιούνιο του 2012 και μετά είναι ότι στη Βουλή χρειάζονται δυνάμεις που θα ασκούν αυστηρό έλεγχο σε κυβερνήσεις συνεργασίας. Διαφορετικά, οι δυνάμεις που επιθυμούν την επιστροφή στην «κανονικότητα» που μας οδήγησε στην κρίση του 2009, είναι έτοιμες να θέσουν σε κίνδυνο την ασφαλή και οριστική έξοδο της χώρας από την κρίση.

Επτά χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η οποία άφησε βαθειά σημάδια στην ελληνική κοινωνία, ήρθε η ώρα οι δυνάμεις που κινούνται στον χώρο του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού, του Προοδευτικού Κέντρου, της Μεταρρυθμιστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας να αποτολμήσουν ένα νέο ξεκίνημα.

Να συγκροτήσουν μια ισχυρή κοινοβουλευτική παρουσία που θα εργαστεί για τη διαμόρφωση μιας πλειοψηφίας στην ελληνική κοινωνία. Για την ολοκλήρωση ενός προγράμματος προοδευτικών μεταρρυθμίσεων που θα αλλάξει το παραγωγικό πρότυπο της χώρας.

Σε συνεργασία με αντίστοιχες δυνάμεις στην Ευρώπη, να εργαστούν για την αποκατάσταση του ρόλου της πολιτικής έναντι των αγορών. Με αναγνώριση της ανάγκης για δημοσιονομική σταθερότητα, ισχυρότερο ρυθμιστικό ρόλο για το κράτος, αλλά και ενίσχυση των πολιτικών στήριξης όσων θίγονται από τις κρίσεις του καπιταλισμού. Προκειμένου να εξανθρωπιστεί η παγκοσμιοποίηση και να θωρακιστεί η Δημοκρατία από τους κινδύνους που την απειλούν. Αυτό είναι το πρόταγμα για τις προοδευτικές δυνάμεις της χώρας σε αυτές τις εκλογές.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη, Υποψηφίου Βουλευτή ΠΕ, Λάρισας, στην εφημερίδα «ΗΜΕΡΗΣΙΑ».

Λανθασμένες εκτιμήσεις και σχεδιασμοί από την πλευρά της κυβέρνησης και η έλλειψη πολιτικής βούλησης από την αντιπολίτευση για την επίτευξη συναίνεσης προκειμένου να εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας οδηγούν τη χώρα ξανά σε πρόωρες εκλογές.

Το γεγονός αυτό ενίσχυσε την αβεβαιότητα για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και είχε ως αποτέλεσμα να επανέλθει η συζήτηση για το Grexit.

Όπως συνέβη και μεταξύ των εκλογών Μαΐου και Ιουνίου 2012. Τότε εξαιτίας της ΝΔ η οποία επέμενε να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές και στα πρόθυρα της κατάρρευσης.

Η επαναφορά τη συζήτησης αυτής δεν φαίνεται να προβληματίζει την κυβέρνηση.

Ο δε ΣΥΡΙΖΑ με μια απλοϊκή προσέγγιση την εντάσσει στους μηχανισμούς τρομοκράτησης των πολιτών προκειμένου να μην ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ.

Η κυβέρνηση θα έπρεπε να ανησυχεί για την επαναφορά του Grexit δεδομένου ότι στα επιτεύγματά της εντάσσει την σταθεροποίηση της οικονομίας και την πρόοδο που έχει καταγραφεί με τη εξάλειψη των δίδυμων ελλειμμάτων.

Οφείλει να εξηγήσει στους πολίτες το παραπάνω παράδοξο. Πως δηλαδή ενώ σταθεροποιήθηκε η οικονομία κινδυνεύει με κατάρρευση επειδή προκηρύχτηκαν εκλογές.

Δυστυχώς, τόσο η Κυβέρνηση όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ αποφεύγουν συστηματικά να μιλήσουν για τα πραγματικά διλλήματα της χώρας από το 2009.

H ΝΔ ειδικά δείχνει να μην διδάχτηκε το παραμικρό από τα Ζάππεια.

Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι το Μνημόνιο αλλά τα διαρθρωτικά προβλήματα του παραγωγικού προτύπου τα οποία, σε συνδυασμό με τον υπερδανεισμό της περιόδου 2004-2009, μας οδήγησαν στο Μνημόνιο. Τα προβλήματα αυτά δεν έχουν εξαλειφθεί.

Είναι γνωστό εδώ και δύο χρόνια ότι το δεύτερο πρόγραμμα σε ότι αφορά το ευρωπαϊκό σκέλος του τελειώνει το Δεκέμβριο του 2014.

Επομένως η χώρα όφειλε έγκαιρα να προετοιμαστεί για την ομαλή και ασφαλή έξοδο στις αγορές.

Αυτό προϋπέθετε προετοιμασία ώστε η έξοδος στις αγορές να είναι αποτέλεσμα ουσιαστικής αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των αγορών στην Ελλάδα.

Η προετοιμασία έπρεπε να περιλαμβάνει την αναγνώριση της ανάγκης ότι για ένα μικρό χρονικό διάστημα η χώρα θα έχει μια προληπτική γραμμή πίστωσης.

Για να διασφαλιστεί και να ενισχυθεί περαιτέρω η αξιοπιστία της χώρας χρειαζόταν η προετοιμασία να περιλαμβάνει και ένα Εθνικό Σχέδιο με μεταρρυθμίσεις με προοδευτικό πρόσημο που θα ενεργοποιούσαν τις διαδικασίες μετασχηματισμού του παραγωγικού προτύπου.

Επιπρόσθετα, το Εθνικό Σχέδιο θα περιελάμβανε ένα σκέλος με πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση των κοινωνικών συνεπειών της ανεργίας και της αύξησης της φτώχειας.

Τίποτε από όλα αυτά δεν συνέβη. Κανείς από την κυβέρνηση δεν προβληματίστηκε από τους κραδασμούς της δεύτερης εξόδου στις αγορές που συνέπεσε με την κατάρρευση μιας Πορτογαλικής τράπεζας και έστειλε ένα ηχηρό σήμα κινδύνου.

Αντίθετα υιοθέτησαν μια ρητορική αντίστοιχης αυτής του ΣΥΡΙΖΑ διακηρύσσοντας ότι φεύγει το Μνημόνιο, ότι δεν χρειάζεται προληπτική γραμμή πίστωσης και ότι τα υπόλοιπα κεφάλαια του ΔΝΤ μπορούμε να τα δανειστούμε από τις αγορές φθηνότερα.

Το ζητούμενο για τη χώρα μετά τις εκλογές δεν είναι πώς θα διώξει το Μνημόνιο το οποίο τελειώνει τον Φεβρουάριο του 2015.

Αλλά πως θα έχουμε μια οικονομία ανταγωνιστική.

Πως θα μπορεί το Δημόσιο και οι ιδιώτες μετά τον Φεβρουάριο να δανείζονται από τις διεθνείς αγορές με όρους ανταγωνιστικούς για να καλύπτουν τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να συντηρήσει το τεχνητό δίλλημα Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο που του επέτρεψε να πολλαπλασιάσει την εκλογική του βάση.

Αδυνατεί να παρουσιάσει πρόταση για την αλλαγή παραγωγικού προτύπου. Υπόσχεται μόνο κατάργηση των 400 νόμων που ψηφίστηκαν.

Αδυνατεί να μας πει πως η χώρα θα εξασφαλίσει ομαλή έξοδο στις αγορές. Υπόσχεται μόνο ότι θα συζητήσει διαγραφή χρέους.

Αδυνατεί να αναγνωρίσει ότι προϋπόθεση για να περάσει η χώρα σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης είναι η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων της τάξης των 30 δις στην επόμενη τριετία.

Αυτό το νούμερο αφορά επενδύσεις πέρα από τις δημόσιες επενδύσεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να αποκατασταθεί η παραγωγική βάση που καταστράφηκε πριν ή κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Αυτές οι επενδύσεις θα αποτελέσουν το εφαλτήριο για την συγκρότηση μιας οικονομίας ανταγωνιστικής που θα δημιουργεί υγιείς θέσεις εργασίας και νέα εισοδήματα για τους εργαζόμενους.

Έτσι, η οικονομία θα δημιουργεί και τους αναγκαίους πόρους για να χρηματοδοτεί την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών προς τους πολίτες.

Τα κόμματα στις εκλογές αυτές οφείλουν να παρουσιάσουν το Εθνικό Σχέδιο τους για το νέο παραγωγικό πρότυπο της χώρας και επ’ αυτών να γίνει η δημόσια συζήτηση για το πώς η Ελλάδα θα κινηθεί με ασφάλεια σε μια νέα πορεία.

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΜΕ ΘΕΜΑ: «Η λύση για το Δημόσιο Χρέος & η Προοπτική Ανάπτυξης» την Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2014

H συζήτηση για το δημόσιο χρέος, είναι από τις πιο κρίσιμες για τη χώρα και τους πολίτες της, καθώς αναζητούμε την οριστική έξοδο από την κρίση, την ασφαλή έξοδο στις αγορές  και την μετάβαση σε μια σταθερή αναπτυξιακή πορεία.

Η συζήτηση αυτή αποτελεί κομβικό σημείο στην αντιπαράθεση των κομμάτων, ενόψει και των συζητήσεων με τους  Ευρωπαίους εταίρους, που έχουν δεσμευτεί ότι θα λάβουν αποφάσεις για περαιτέρω ελάφρυνσή του.

Οποιαδήποτε συζήτηση για το χρέος, πρέπει να ξεκινά από ορισμένες διαπιστώσεις, για να μπορούμε να αξιολογήσουμε τις προτάσεις πολιτικής που κατατίθενται και να προκρίνουμε αυτές που θα οδηγήσουν σε ασφαλή και οριστική αντιμετώπιση του προβλήματος.

Συνέντευξη στο Ρ/Σ "Σκαϊ 100,3" στην εκπομπή "Ημερολόγιο" με τον Παύλο Τζίμα, την Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Ο Βουλευτής του ΠΑΣΟΚ και πρώην Υπουργός Οικονομικών κ. Φίλιππος Σαχινίδης είναι στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Καλημέρα σας κ. Σαχινίδη.

Ομιλία στην εκδήλωση της ΔΗΜ.ΑΡ "Προοδευτική Διακυβέρνηση και Δημοκρατικές Μεταρρυθμίσεις", Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Έχουν συμπληρωθεί επτά χρόνια από την εκδήλωση της μεγαλύτερης μεταπολεμικής κρίσης και της μόνης που είχε ως αφετηρία, όχι κάποια χώρα της περιφέρειας αλλά την Μέκκα του καπιταλισμού, τις Η.Π.Α.

Η κρίση αυτή μεταφέρθηκε στην Ευρώπη μέσω του Ην. Βασιλείου και στη συνέχεια στην ευρωζώνη.

Σήμερα, οι περισσότερες εκτός ευρωζώνης οικονομίες που χτυπήθηκαν από την κρίση, έχουν – σε μεγάλο βαθμό – αποκαταστήσει τις απώλειες που προκάλεσε αυτή στα εισοδήματα και την απασχόληση.

Η ευρωζώνη όμως, εξακολουθεί να ταλαιπωρείται από τις συνέπειες της δεύτερης ύφεσης, αυτής που ξεκίνησε το 2012 και κινδυνεύει να βιώσει στασιμότητα και αποπληθωρισμό.

Η αδυναμία της Ευρώπης να αντιμετωπίσει έγκαιρα και αποτελεσματικά την κρίση και να διευκολύνει την υλοποίηση των αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών στις χώρες που βρέθηκαν στον επίκεντρό της, είχε – μεταξύ άλλων – ως αποτέλεσμα, οι χώρες αυτές να έχουν διαφορετική πορεία κατά τη διάρκεια του προγράμματος αλλά και μετά από αυτό.

Από τις τέσσερις, λοιπόν, χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα, σήμερα οι δύο είναι εκτός προγράμματος.

Η Ιρλανδία, επανήλθε σε γρήγορους ρυθμούς ανάπτυξης και η ανεργία μειώθηκε σε σημαντικό βαθμό. Επωφελήθηκε από το γεγονός, ότι πριν την κρίση είχε προχωρήσει σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, τις οποίες και συνέχισε καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος.

Η Πορτογαλία, βγήκε από το πρόγραμμα και έχει χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Τα κοινωνικά προβλήματα που προέκυψαν κατά την αντιμετώπιση της κρίσης παραμένουν έντονα.

Η Ελλάδα, κατάφερε σε δύσκολες συνθήκες να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των δίδυμων ελλειμμάτων και της έλλειψης αξιοπιστίας, που της στέρησε την πρόσβαση στις αγορές και την προσφυγή στους θεσμικούς πιστωτές.

Με μεγάλες όμως οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, αφού το ΑΕΠ σε μια εξαετία μειώθηκε κατά 25% περίπου και η ανεργία έφτασε το 27%.

Η διαπίστωση αυτή μας φέρνει αντιμέτωπους με το ερώτημα, γιατί στην Ελλάδα αν και έγιναν προσπάθειες προσαρμογής και προκλήθηκαν μεγάλες απώλειες στα εισοδήματα και αυξήθηκε σε πρωτοφανή επίπεδα η ανεργία, εντούτοις η έξοδος από την κρίση καθυστερεί;

Υποστηρίζω, ότι η κρίση επηρέασε κατά τρόπο ασύμμετρο την Ελλάδα, γιατί μετά την ένταξή της στην ΟΝΕ όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με το πρόβλημα των διογκούμενων δίδυμων ελλειμμάτων δεν προχώρησε σε καμία διαρθρωτική αλλαγή για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα αυτά.

Το πολιτικό δυναμικό και οι οικονομικοί παράγοντες -εργοδότες και εργαζόμενοι – άργησαν  να κατανοήσουν τους νέους όρους του παιχνιδιού εντός της ΟΝΕ αλλά και τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης.

Έτσι, η οικονομία απόκτησε ένα διογκωμένο μη παραγωγικό και μη ανταγωνιστικό τμήμα, στο οποίο μεταφέρθηκαν ανθρώπινοι και υλικοί πόροι από το τμήμα της οικονομίας που ήταν εκτεθειμένο στον διεθνή ανταγωνισμό, το οποίο σταδιακά αποδυναμώθηκε σε σημαντικό βαθμό.

Το γεγονός αυτό αποτυπωνόταν καθαρά στην πορεία του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο από την επομένη της ένταξης στην ΟΝΕ διευρύνονταν συνεχώς μέχρι που έφτασε στο πρωτοφανές μέγεθος του 14,5% το 2008.

Θα περίμενε κάποιος, ότι οι εξελίξεις αυτές θα προκαλούσαν εύλογη ανησυχία στις κυβερνήσεις της περιόδου από το 2001 και ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης το Σεπτέμβριο του 2008.

Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε.

Η Ελλάδα, παρά την διεύρυνση του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και την ταυτόχρονη αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος, συνέχιζε να έχει πρόσβαση στις αγορές με πολύ μικρό κόστος μέχρι να ξεσπάσει η διεθνής κρίση και να εκτροχιαστεί δημοσιονομικά το 2009.

Έτσι, το ζήτημα λήψης διαρθρωτικών και όχι συγκυριακών μέτρων για την αντιμετώπιση των ανισορροπιών του δίδυμου ελλείμματος δεν απασχολούσε έντονα τους αρμόδιους, πέρα από όσο χρειάζονταν για να αντιμετωπίσουν τις Ευρωπαϊκές παρατηρήσεις ούτε ήταν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.

Εξίσου αδύνατοι αποδείχτηκαν και οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί παρακολούθησης, να διαμορφώσουν συνθήκες έγκαιρης αντιμετώπισης του προβλήματος, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.

Ένα πρώτο λοιπόν συμπέρασμα είναι, ότι η χώρα μέχρι την κρίση δεν είχε θεσμούς που να διευκολύνουν την ανάληψη πρωτοβουλιών για την έγκαιρη εισαγωγή αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών.

Μετά την εκδήλωση της κρίσης καταγράφηκε ανάλογη αδυναμία κατανόησης των αιτιών που μας οδήγησαν στην κρίση.

Έλλειψαν και οι αναγκαίες πολιτικές συναινέσεις ως προς τη διάγνωση του πραγματικού προβλήματος της χώρας και ως προς τις διαθέσιμες επιλογές – υπενθυμίζω Ζάππεια ή επικλήσεις σε παραδείγματα χωρών της Λατινικής Αμερικής ως πρότυπα για τις επιλογές της Ελλάδας – ώστε να προχωρήσει η χώρα κατά προτεραιότητα σε αυτές που θα περιόριζαν το κόστος της προσαρμογής και θα επιτάχυναν την έξοδο από την κρίση.

Με έναν αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρώπη, η έλλειψη συναίνεσης στο εσωτερικό αποδυνάμωνε τη διαπραγματευτική θέση της χώρας απέναντι σε μια έκδηλα τιμωρητική διάθεση των Ευρωπαίων αρχικά.

Σήμερα, που η χώρα έχει επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, το μεγάλο ερώτημα παραμένει, αν δηλαδή έχουμε πραγματικά καταφέρει να ξεφύγουμε οριστικά από την κρίση και ποιες είναι οι προοπτικές για την επόμενη ημέρα.

Για τις δυνάμεις της Σοσιαλδημοκρατίας – που βρέθηκαν μόνες τους στο επίκεντρο της προσπάθειας για να αντιμετωπιστεί η κρίση και κατέγραψαν τεράστιες απώλειες στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις – αποτελεί προτεραιότητα να προσδιορίσουν τον οδικό χάρτη για την προοδευτική ανασυγκρότηση της χώρας μετά το πέρας του προγράμματος.

Η χώρα οδηγήθηκε στην κρίση, γιατί οι θεσμοί δεν λειτουργούσαν σωστά και το παραγωγικό πρότυπο ήταν αναποτελεσματικό.

Στο διάστημα που μεσολάβησε, αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά αυτά τα προβλήματα, ώστε να μην επαναληφθεί η κρίση;

Η απάντηση είναι αρνητική.

Εκτιμώ, ότι το μεγαλύτερο μέρος των αναγκαίων αλλαγών, ιδιαίτερα στους θεσμούς, είναι ακόμη μπροστά μας.

Σε μεγάλο βαθμό οι θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν όπως πριν από την κρίση.

Σε πολλές περιπτώσεις, προοδευτικές μεταρρυθμίσεις αποδομήθηκαν από αντιμεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες, βαθύτατα συντηρητικής αν όχι συντεχνιακής αντίληψης, όπως για παράδειγμα στο χώρο της παιδείας με την ουσιαστική κατάργηση των προβλέψεων του Νόμου «Διαμαντοπούλου».

Άλλο τυπικό παράδειγμα, ο τρόπος επιλογής διοικήσεων σε φορείς του Δημοσίου.

Φορείς ή εταιρείες του δημοσίου δεν στελεχώνονται με πρόσωπα που έχουν τα κατάλληλα προσόντα αλλά λειτουργούν ως φυτώριο πολιτικών ή προς αποκατάσταση πολιτικών που δεν εκλέχτηκαν.

Δεν θέλω με αυτό να απαξιώσω το σύνολο των πολιτικών που έχουν επιλεγεί σε τέτοιες θέσεις αλλά πολλοί από αυτούς δεν θα ήταν στη θέση τους αν δεν ήταν κομματικά στελέχη.

Την ώρα που το ποσοστό των πολιτών σε συνθήκες φτώχειας αυξάνεται και οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται, η άσκηση κοινωνικής πολιτικής παραμένει κατακερματισμένη σε διάφορα υπουργεία.

Αυτό αντανακλά τη λογική της πελατειακής Ελλάδας, όπου κάθε υπουργός είχε κονδύλια και προγράμματα για να κάνει κοινωνικό έργο και βέβαια να ενισχύει το κοινωνικό του προφίλ προκειμένου να επανεκλέγεται.

Αυτές οι δομές καθιστούν την κοινωνική πολιτική αναποτελεσματική. Οι ελάχιστοι διαθέσιμοι πόροι που υπάρχουν δεν καταλήγουν στη στήριξη αυτών που έχουν ανάγκη.

Υποστηρίζω, ότι η αδυναμία επίτευξης ευρύτερων πολιτικών συναινέσεων στέρησε τη χώρα από έγκαιρη υλοποίηση των αναγκαίων αλλαγών.

Είναι γεγονός, ότι το ΠΑΣΟΚ στην πολύχρονη διαδρομή του κατάφερε να προχωρήσει σε πολλές μεταρρυθμίσεις χωρίς συναινέσεις, π.χ. στην πρώτη περίοδο στο Οικογενειακό Δίκαιο, στην Παιδεία, στο νόμο για το ΕΣΥ, την εργατική νομοθεσία. Αργότερα το ΑΣΕΠ, τον Καποδίστρια, τα ΚΕΠ, την ένταξη στην ΟΝΕ.

Και τελευταία, με τις πρωτοβουλίες για την ενίσχυση του πλαισίου για τους φοροελεγκτικούς μηχανισμούς, την Διαύγεια και τον Καλλικράτη.

Εξαίρεση, ο νόμος για την Παιδεία, που εξασφάλισε ευρύτερη συναίνεση και παρ’ όλα αυτά ανατράπηκε.

Στις περισσότερες από τις παραπάνω μεταρρυθμίσεις το ΠΑΣΟΚ είχε εξασφαλίσει πλατειές κοινωνικές συναινέσεις και για αυτό το λόγο δεν μπόρεσαν ή δεν επεδίωξαν οι επόμενες κυβερνήσεις να προχωρήσουν σε αλλαγές.

Σε ορισμένες περιπτώσεις οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις κατανοούσαν την ανάγκη υιοθέτησής τους αλλά εξέφραζαν αντιθέσεις για να αποκομίσουν μικροπολιτικά οφέλη.

Η κρίση ανέδειξε ακόμη περισσότερο την ανάγκη ενίσχυσης της δημοκρατίας, η οποία απειλείται όσο υπονομεύεται η κοινωνική συνοχή και σταθερότητα.

Ο ρόλος των ΜΜΕ στη διαμόρφωση απόψεων πρέπει να μας ωθήσει σε επιλογές που διασφαλίζουν την αντικειμενικότητα και τον πλουραλισμό στην ενημέρωση των πολιτών.

Σήμερα, η αποδυνάμωση του παραδοσιακού δικομματισμού καθιστά αναγκαίο ένα πλαίσιο λειτουργίας κυβέρνησης και Βουλής, που θα διευκολύνει τη συγκρότηση πολυκομματικών κυβερνήσεων στη βάση προγραμματικών συμφωνιών ακόμη και κομμάτων με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες.

Σε αυτό το πλαίσιο, εντάσσονται και αλλαγές που αφορούν τη διάρκεια μιας Βουλής που προκύπτει ύστερα από πρόωρη διάλυση προηγούμενης, το εκλογικό σύστημα, τις εκλογικές περιφέρειες, τον τρόπο εκλογής βουλευτών, τα οικονομικά των κομμάτων κ.ά., προκειμένου η χώρα να διαμορφώσει ένα θεσμικό πλαίσιο που να διευκολύνει τη συνεργασία των πολιτικών δυνάμεων.

Η Δικαιοσύνη, παρά τις όποιες προσπάθειες έχουν γίνει, δεν μπορεί ακόμη να συνεισφέρει στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της οικονομίας και την εμπέδωση αίσθησης κράτους δικαίου.

Η εκδίκαση σημαντικού αριθμού υποθέσεων καθυστερεί και το γεγονός αυτό προβληματίζει πολλούς δυνητικούς επενδυτές.

Στην οικονομία, παρά τις εκτεταμένες αλλαγές στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, δεν έχει επιτευχθεί ο αναγκαίος μετασχηματισμός προς όφελος του τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών.

Εξίσου σημαντική είναι η ανάγκη αναβάθμισης του εποπτικού ρόλου του κράτους ειδικά σε ζητήματα που αφορούν την λειτουργία των χρηματοοικονομικών αγορών που αποτελέσαν και την αφετηρία των μεγάλων κρίσεων.

Το τραπεζικό σύστημα είναι σε καλύτερη θέση σε σχέση με την περίοδο πριν από την ανακεφαλαιοποίηση.

Μπορεί πλέον να προσελκύει κεφάλαια από ιδιώτες και τις αγορές.

Εξακολουθεί, όμως, να είναι παγιδευμένο σε δανειοδοτήσεις επιχειρήσεων που δεν είναι ανταγωνιστικές και δεν έχουν προοπτική.

Έτσι, αποστερεί τα λίγα διαθέσιμα κεφάλαια από τις ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, που θα διευκολύνουν την αναγκαία αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης.

Στις νέες συνθήκες οι επιχειρηματίες θα πρέπει να διαθέτουν περισσότερα ίδια κεφάλαια στις επενδυτικές τους πρωτοβουλίες, ώστε να συμμετέχουν περισσότερο στο ρίσκο που αναλαμβάνουν.

Η δε δραστηριότητά τους να μην εξαντλείται σε συναλλαγές με τον ευρύτερο δημόσιο τομέα αλλά με άλλες επιχειρήσεις στην Ελλάδα ή το εξωτερικό.

Η αναμόρφωση της δημόσιας διοίκησης προχωρεί με αργούς ρυθμούς.

Η αξιολόγηση των υπαλλήλων παραμένει το μεγάλο ζητούμενο, ώστε η χώρα να αποκτήσει μια δημόσια διοίκηση που να εξυπηρετεί τον πολίτη και να είναι φιλική προς την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Υπάρχει ένα μεγάλο ερώτημα, αν στη χώρα έχουν διασφαλιστεί οι αναγκαίες συναινέσεις μεταξύ των πολιτικών κομμάτων που θα διασφαλίσουν ένα σταθερό, διαφανές, κοινωνικά δίκαιο και αξιόπιστο φορολογικό πλαίσιο, που θα διευκολύνει την προσέλκυση των επενδύσεων.

Τονίζω το ζήτημα αυτό, γιατί τα τελευταία 5 χρόνια έχουμε ψηφίσει πάνω από 1500 σελίδες φορολογικών διατάξεων χωρίς να έχουμε διασφαλίσει τα προαναφερθέντα.

Έτσι, το φορολογικό πλαίσιο παραμένει προβληματικό και άδικο. Για παράδειγμα, αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο ως προς το αφορολόγητο τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους σε σχέση με τους ελεύθερους επαγγελματίες και εξακολουθεί να φορολογεί πολίτες στη βάση τεκμηρίων και όχι πραγματικού εισοδήματος.

Πολλές από τις παραπάνω διαπιστώσεις τις συμμερίζονται πολιτικοί και κόμματα, ανεξάρτητα από την ιδεολογική τους αφετηρία.

Ο πρόσφατος, όμως, τεχνητός διαχωρισμός των πολιτικών δυνάμεων μεταξύ «μνημονιακών» και «αντιμνημονιακών», πέρα από την ανιστόρητη κατάργηση της διάκρισης μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, οδήγησε σε ένα διχασμό που εμποδίζει μια ουσιαστική δημόσια συζήτηση για τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και την θεσμική και οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας.

Η έννοια της μεταρρύθμισης σήμερα υποχωρεί μεταξύ των πολιτών και έχει πλέον μια αρνητική σημειολογία.  Οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι αυτοσκοπός αλλά εργαλείο για την εμπέδωση της κοινωνικής δικαιοσύνης και όχι για να διευρύνουν τις κοινωνικές ανισότητες.

Δεν μπορεί κάποιος να πιστεύει, ότι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας στην Ελλάδα θα επιτευχθεί με μείωση των κατώτατων μισθών στο ιδιωτικό τομέα όταν μια μικρή ανατίμηση του ευρώ αρκεί για να εξαφανίσει όλα τα οφέλη.

Πολλές από αυτές που την τελευταία διετία αποκαλούνται μεταρρυθμίσεις, όχι μόνο δεν έχουν προοδευτικό πρόσημο αλλά μας οδηγούν με γρήγορη ταχύτητα στις παθογένειες που προκάλεσαν την κρίση.

Και εδώ, όσοι στηρίξαμε την τρικομματική αρχικά και δικομματική μετά κυβέρνηση συνεργασίας, έχουμε ευθύνη που δεν αναδείξαμε την αντίθεσή μας.

Ο κίνδυνος που διατρέχουμε ως χώρα είναι, στη συνείδηση των πολιτών οι μεταρρυθμίσεις να ταυτιστούν με επιλογές, οι οποίες δεν προάγουν τη θέση των περισσοτέρων πολιτών.

Ειδικά αυτών που δημιουργούν πλούτο και αυτών που έχουν ανάγκη στήριξης.

Αντίθετα, διασφαλίζουν τις θέσεις και συμφέροντα μικρών ομάδων με ισχυρή εκπροσώπηση στο πολιτικό σύστημα στο όνομα άλλοτε «προοδευτικών» και άλλοτε «φιλολαϊκών» κατά βάθος όμως μόνο συντεχνιακών πολιτικών.

Αυτό υπονομεύει τη θεμελίωση της κοινωνικής συμμαχίας «παραγωγών» και «οικονομικά ασθενέστερων» που πρέπει να επιδιώξουν οι δυνάμεις της Σοσιαλδημοκρατίας του πολιτικού φιλελευθερισμού, της πολιτικής οικολογίας και της μεταρρυθμιστικής αριστεράς.

Ώστε με δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις να επιτύχουν την εκ νέου θέσμιση της πολιτείας, την ανασυγκρότηση της οικονομίας για να γίνει βιώσιμη, να δημιουργεί θέσεις εργασίας, εισοδήματα και πόρους που θα χρηματοδοτούν την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών για τη στήριξη των οικονομικά ασθενέστερων.

Αυτές είναι οι προκλήσεις για τις δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και όχι μόνο.

Το ερώτημα είναι, θα σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων;

Διότι η επόμενη ημέρα μετά το πρόγραμμα δεν θα είναι εύκολη.

Ούτε θα βγούμε οριστικά από την κρίση με διαγγέλματα, ατάκες και λογύδρια και μεταρρυθμιστικά ευχολόγια.

Θέλει συνεννόηση και πράξεις.

Σήμερα, έχουμε ακόμα μοναδική ευκαιρία να διορθώσουμε τα πράγματα.

Να φτιάξουμε την Ελλάδα από την αρχή.

Θα το κάνουμε;

Είμαστε πολλοί που είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε κάθε προσωπικό συμφέρον για το γενικότερο καλό.

Όχι γιατί μας το επιβάλλει κανένας.

Όχι γιατί μας το ζητάει η οποιαδήποτε Τρόικα.

Αλλά γιατί, εκεί μας οδηγούν τα πιστεύω μας και οι αρχές μας.

Ομιλία σε εκδήλωση του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και του ΚΕΠΕ «Η λύση για το Δημόσιο Χρέος και η προοπτική της Ανάπτυξης», Σάββατο 5 Ιουλίου

H συζήτηση για το χρέος, είναι μια από τις πιο κρίσιμες για τη χώρα και τους πολίτες της, καθώς αναζητούμε την οριστική έξοδο από την κρίση και την επιστροφή σε μια σταθερή αναπτυξιακή πορεία.

Οποιαδήποτε συζήτηση για το χρέος πρέπει να ξεκινά από ορισμένες διαπιστώσεις για να μπορούμε να καταλήξουμε σε προτάσεις πολιτικής.

Διαπίστωση Πρώτη: Σήμερα ο λόγος Χρέους προς ΑΕΠ στην Ευρωζώνη είναι ψηλότερος από τον αντίστοιχο του 2009 και πλησιάζει το 95% του ΑΕΠ.

To 2009 όταν ξέσπασε η κρίση στην Ευρώπη με την κερδοσκοπική επίθεση που εκδηλώθηκε σε βάρος της Ελλάδας, ο Μ.Ο. του  χρέους στην Ευρωζώνη των 18 ήταν στο 80% του ΑΕΠ.

Στο τέλος του 2013, ο Μ.Ο. του χρέους στην Eυρωζώνη ήταν στο 95% του ΑΕΠ με πέντε χώρες να έχουν λόγο χρέους προς ΑΕΠ πάνω από το 100% (από αυτές, οι τέσσερις ήταν ή εξακολουθούν να είναι σε πρόγραμμα) και οκτώ, δηλαδή οι μισές χώρες της Eυρωζώνης, να έχουν λόγο πάνω από το 90%.

Το παράδοξο είναι, ότι σήμερα, πολλοί υπερασπίζονται την άποψη ότι η κρίση ξεπεράστηκε όταν πολλές από τις χώρες (πχ Πορτογαλία και Ιρλανδία) έχουν λόγο χρέους που είναι κατά πολύ υψηλότερος από το λόγο που είχαν όταν βρέθηκαν στο επίκεντρο κερδοσκοπικής επίθεσης.

Υπενθυμίζω, ότι η άποψη που κυριάρχησε την Άνοιξη του 2010 στην Ευρώπη ήταν, ότι η κρίση ήταν κρίση ρευστότητας και ήταν αποκλειστικά ελληνική.

Αυτό καθόρισε και τη στάση τους, ως προς το περιεχόμενο του πρώτου Προγράμματος αλλά και έναντι του προβλήματος του χρέους.

Αυτό μας οδηγεί στη Δεύτερη Διαπίστωση: Δεν υπάρχει κανόνας για το πότε ένα χρέος θεωρείται βιώσιμο.

Η βιβλιογραφία δεν προσφέρει καμία ασφαλή μεθοδολογία, βάσει της οποίας, μπορούμε να υπολογίσουμε πότε ένα χρέος θεωρείται βιώσιμο και πότε όχι.

Η έκθεση για την βιωσιμότητα του Ελληνικού Χρέους επικεντρώνεται στο ποσοστό 120% που τέθηκε αρχικά ως στόχος για το 2020 από τους θεσμικούς πιστωτές.

Η Ιαπωνία έχει ένα χρέος κοντά στο 200% χωρίς να έχει αμφισβητηθεί η βιωσιμότητα του, ενώ η Πορτογαλία είχε χρέος κοντά στο 80% όταν αμφισβητήθηκε η βιωσιμότητά του και αποκόπηκε από τις αγορές.

Το 120% είναι αυθαίρετο και χρησιμοποιήθηκε ως κριτήριο από τους πιστωτές, γιατί σε διαφορετική περίπτωση – αν δηλαδή οριζόταν σε χαμηλότερο σημείο – θα εμφανιζόταν η Ιταλία, που έχει υψηλό χρέος, να θεωρείται ότι το χρέος της δεν είναι βιώσιμο.

Επομένως, η βιωσιμότητα του χρέους, σε μεγάλο βαθμό είναι συνάρτηση της άποψης των αγορών, οι οποίες δεν έχουν ενιαίους κανόνες για την αξιολόγηση.

Στην αξιολόγησή τους για τη βιωσιμότητα του χρέους, οι αγορές, λαμβάνουν υπόψη τους, πέρα από το ύψος του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, δύο δεδομένα:

α) Ποιό είναι το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους

β) Ποιό είναι το ρίσκο αναχρηματοδότησης του.

Διαπίστωση Τρίτη: Το μεγαλύτερο όφελος από το PSI αλλά και από την επαναγορά χρέους είναι ότι διασφάλισε την αποσύνδεση του ύψους του χρέους από το κόστος εξυπηρέτησης και το ρίσκο αναχρηματοδότησης του.

Με το PSI και την επαναγορά χρέους το ελληνικό χρέος μειώθηκε κατά   126 δις ή  70% του ΑΕΠ.

Η τελική απομείωση ήταν μικρότερη, γιατί περίπου 50 δις προστέθηκαν στο χρέος προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την ανακεφαλαιοποίηση ή την εξυγίανση του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Ένα μέρος από το χρέος των 50 δις θα μειωθεί όταν διατεθούν στην αγορά οι μετοχές των τραπεζών που σήμερα το κράτος διαθέτει.

Παρά τη μείωση, το χρέος σήμερα παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα, 174% του ΑΕΠ το 2014.

Έτσι, και παρά το γεγονός, ότι η Ελλάδα κατάφερε να βγει το 2014 στις αγορές για πρώτη φορά μετά το 2010, παραμένει ανοικτή η συζήτηση για το με ποιες προϋποθέσεις οι αγορές θα οριστικοποιήσουν την άποψη τους ότι το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο.

Το PSI άλλαξε δυο σημαντικές παραμέτρους του χρέους, που λαμβάνουν υπόψη τους οι αγορές κατά την αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους.

Η πρώτη παράμετρος, αφορά το κόστος εξυπηρέτησης που πλέον ταμειακά είναι στα 6 δις ή 3,3% του ΑΕΠ για την περίοδο 2013-2018.

Το χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης οφείλεται στην σημαντική μείωση των επιτοκίων και των risk premia για την Ελλάδα. Έτσι σήμερα, το μέσο επιτόκιο εξυπηρέτησης του χρέους διαμορφώνεται στο 2,5%.

Η δεύτερη παράμετρος, είναι η αποσύνδεση του ύψους του χρέους από το ρίσκο αναχρηματοδότησής του για την επόμενη πεντηκονταετία με εξαίρεση την περίοδο 2021-2022 όπου και εμφανίζεται ένα υψηλό επίπεδο Ελληνικών λήξεων.

Αυτή η μεγάλη διασπορά λήξεων χρέους επιτεύχθηκε με την επιμήκυνση του χρέους. Η μέση υπολειπόμενη διάρκεια του χρέους έχει επεκταθεί χρονικά στα 16 περίπου έτη στο τέλος του 2013, από 7 περίπου στο τέλος του 2010.

Τέλος, εξίσου σημαντικό, είναι το γεγονός ότι το δημόσιο χρέος διακατέχεται στο μεγαλύτερο μέρος του, κυρίως, από θεσμικούς πιστωτές ενώ το  διαπραγματεύσιμο τμήμα είναι πάρα πολύ μικρό, μόλις 35 δισ.

Διαπίστωση Τέταρτη : Η άποψη για το λόγο χρέους προς ΑΕΠ που καθορίζει τη βιωσιμότητα του χρέους μιας χώρας εξαρτάται από το αν έχει δική της Κεντρική Τράπεζα ή όχι.

Κατά τη διάρκεια της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης οι αποδόσεις των ομολόγων σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Αγγλία παρέμειναν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα.

Αυτό συνέβη, γιατί οι αγορές ήταν πεπεισμένες ότι σε περίπτωση αδυναμίας των Κυβερνήσεων να αποπληρώσουν το χρέος τόσο η FED όσο και η Τράπεζα της Αγγλίας θα τύπωναν χρήμα για την αποπληρωμή του.

Σήμερα είναι αποδεκτό, ότι για τις χώρες μέλη της Ευρωζώνης ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ που καθορίζει τη βιωσιμότητα του χρέους είναι μικρότερος από αυτόν που αφορά χώρες με δική τους κεντρική τράπεζα και νόμισμα στο οποίο εκδίδεται το χρέος.

Διαπίστωση Πέμπτη: Χώρες μέλη νομισματικής ένωσης με υψηλό χρέος δεν έχουν διαθέσιμο το εργαλείο  της δημοσιονομικής πολιτικής.

Χώρες-μέλη της ευρωζώνης οφείλουν να διατηρούν σε επίπεδα αρκετά κάτω του 100% το χρέος τους, για να μη βρεθούν αντιμέτωπες με μια κρίση χρέους, αλλά και για να έχουν το εργαλείο της δημοσιονομικής πολιτικής διαθέσιμο σε περίπτωση που βρεθούν σε συνθήκες ύφεσης.

Η χώρα ως μέλος της ευρωζώνης δεν έχει άλλο εργαλείο πολιτικής, πέρα από αυτό της δημοσιονομικής πολιτικής, διότι την νομισματική πολιτική την καθορίζει πλέον η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Με δεδομένο ότι βρισκόμαστε μακριά από την προοπτική δημιουργίας ενός ομοσπονδιακού, αναδιανεμητικού δημοσιονομικού μηχανισμού, το μόνο εργαλείο πολιτικής που διαθέτει η χώρα είναι η ενίσχυση της ζήτησης μέσω αύξησης των δαπανών ή της μείωσης των φόρων.

Όσο, λοιπόν, το χρέος παραμένει σε υψηλά επίπεδα, η χώρα στερείται αυτής της δυνατότητας και θα είναι χωρίς εργαλεία πολιτικής κάθε φορά που θα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ύφεση.

Διαπίστωση Έκτη: Το υψηλό χρέος επηρεάζει αρνητικά την ανάπτυξη.

Το υψηλό χρέος υπονομεύει μεσοπρόθεσμα τις αναπτυξιακές προοπτικές μιας χώρας.

Στη διεθνή συζήτηση αλλά και στα κείμενα των προγραμμάτων χωρών της ευρωζώνης γίνεται αναφορά στα ευρήματα της εργασίας των Reinhart και Rogoff για να τεκμηριωθεί η άποψη, ότι οι χώρες με χρέος άνω του 90% κινδυνεύουν από μικρότερους ρυθμούς ανάπτυξης.

Η μελέτη αυτή έχει αμφισβητηθεί ως προς τα ευρήματά της.

Είναι όμως γενικά παραδεκτό, ότι ένα πολύ υψηλό χρέος αφαιρεί πόρους από την οικονομία για την εξυπηρέτησή του και πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Εκτιμώ, λοιπόν, ότι αυτή η αντίληψη για τη σχέση υψηλού χρέους και ανάπτυξης είναι που έχει οδηγήσει την Αξιωματική Αντιπολίτευση να καταθέσει συγκεκριμένη πρόταση για τη σύγκληση Ευρωπαϊκής Διάσκεψης για τη μείωση του χρέους.

Αντιλαμβάνομαι, δηλαδή, ότι και εσείς συμφωνείτε ότι ένα υψηλό χρέος δημιουργεί πρόβλημα στις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.

Άρα, πρέπει να συμφωνήσουμε σε αυτή τη χώρα ότι χρειάζονται προληπτικοί μηχανισμοί ελέγχου ώστε να μην αφήνουμε το χρέος να αυξάνει ανεξέλεγκτα.

1) Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν την πορεία του χρέους για να πετύχουμε τη μείωση του.

Η δυναμική του χρέους επηρεάζεται από παράγοντες, όπως η ύπαρξη ή μη ελλειμμάτων, το ύψος των επιτοκίων, η πορεία του ΑΕΠ, ο πληθωρισμός, τα έσοδα από αποκρατικοποιήσεις κ.α.

Όσο πιο  γρήγορα αυξάνεται το ονομαστικό Α.Ε.Π., τόσο πιο  εύκολα μπορεί να εξυπηρετηθεί το χρέος,  και μειώνεται ο λόγος  χρέους προς  Α.Ε.Π. που αξιολογούν οι αγορές.

Εκτός λοιπόν από την παραγωγή  πρωτογενών πλεονασμάτων, ένας υψηλός πληθωρισμός ή μια γρήγορη αύξηση του ονομαστικού Α.Ε.Π., βοηθάει στη μείωση του βάρους του χρέους.

Η χώρα σήμερα έχει αποπληθωρισμό, ο οποίος υπονομεύει τη δυναμική του χρέους μέσα από σειρά διαφορετικών καναλιών, όπως είναι: ο επηρεασμός του παρανομαστή που είναι το ΑΕΠ, τα πραγματικά επιτόκια, οι δημοσιονομικές επιδόσεις εσόδων και δαπανών που με την σειρά τους επηρεάζουν το πρωτογενές αποτέλεσμα μιας χώρας και όλα αυτά, παρά το γεγονός, ότι πετυχαίνουμε τους στόχους για το πρωτογενές πλεόνασμα.

Για να το αποφύγουμε αυτό, η Ελλάδα, πρέπει να έχει μικρότερο πληθωρισμό από το μέσο όρο της ευρωζώνης, όχι όμως αποπληθωρισμό που οδηγεί σε μείωση του ονομαστικού Α.Ε.Π. και επομένως, σε αύξηση του λόγου του χρέους προς ΑΕΠ.

Αυτή η στόχευση δυσχεραίνεται  από την πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που κρατά κατά μέσο όρο τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης  κάτω από το 1%, που είναι πολύ κάτω από το στόχο του 2% που ορίζει η συνθήκη του Maastricht.

Οι χώρες-μέλη της Ε.Ε. και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, πρέπει να αντιμετωπίσουν το ταχύτερο δυνατό τον κίνδυνο που συνεπάγεται ο αποπληθωρισμός για την βιωσιμότητα του χρέους χωρών σε Πρόγραμμα.

Γιατί αν το χρέος μιας χώρας αντιμετωπίζεται από τις αγορές ως μη βιώσιμο, τα μακροπρόθεσμα επιτόκια της χώρας θα κινούνται σε σχετικά υψηλά επίπεδα.

Αυτό επηρεάζει αρνητικά την προσέλκυση των επενδύσεων και επιπρόσθετα αυξάνει και το κόστος χρήματος για τις επιχειρήσεις, οι οποίες μετά από μια εξαετή ύφεση, πέρα από τα προβλήματα της περιορισμένης ζήτησης, αντιμετωπίζουν τεράστιο πρόβλημα χρηματοδότησης.

Έτσι οδηγούμαστε σε ένα φαύλο κύκλο, αφού η βιωσιμότητα του χρέους καθορίζεται από την αναπτυξιακή πορεία της χώρας αλλά η ανάπτυξη επηρεάζεται αρνητικά από το γεγονός, ότι οι αγορές θεωρούν ότι το χρέος της χώρας δεν είναι βιώσιμο, και κρατούν τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα.

Τα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις, επίσης, επηρεάζουν τη δυναμική του χρέους αλλά δεν είναι τόσο σημαντικά μέχρι σήμερα, ώστε να συμβάλλουν καθοριστικά στην μείωση του.

2) Προτάσεις για την απομείωση του Ελληνικού χρέους

Η προοπτική μιας απομείωσης του ονομαστικού  χρέους με πρωτοβουλία των δανειστών, θα διευκόλυνε πάρα πολύ την προσπάθεια της Ελλάδας να βγει από την κρίση και είναι θεμιτή.

Εμφανίζει όμως δυσκολίες, με δεδομένη την αντίδραση που θα καταγραφεί στα Εθνικά Κοινοβούλια άλλων χωρών, να πάρουν μια απόφαση που θα διαγράφει το ελληνικό χρέος και θα αυξάνει το δικό τους χρέος.

Επιπρόσθετα, μια δεύτερη απομείωση του χρέους μετά αυτή του PSI θα είχε οριακό όφελος, αφού αυτό θα αφορά μόνο το κομμάτι του διμερούς χρέους που ανέρχεται στα 52,9 δις και στο κομμάτι που είναι στα χέρια ιδιωτών και είναι συνολικού ύψους 35 δις.

Η διαγραφή αυτή θα αύξανε το ρίσκο στα επιτόκια της μελλοντικής χρηματοδότησης έναντι οριακού οφέλους σε ετήσια βάση ως προς τους τόκους.

Τα ίδια προβλήματα για την μελλοντική εξυπηρέτηση του χρέους, χωρίς σημαντικό όφελος, θα προκύψουν ακόμη και αν τεθεί ως στόχος διαγραφή μέρους του χρέους που διακρατεί το EFSF.

Α) Πρωτοβουλίες για την απομείωση χρέους στην Ευρώπη

Στην Ευρώπη, μετά το ξέσπασμα της χρηματοοικονομικής κρίσης, διατυπώθηκαν πολλές προτάσεις για την απομείωση του χρέους των χωρών της Ευρωζώνης.

Α1) Η πρώτη πρόταση, είναι η απομείωση του χρέους  μέσω της αμοιβαιοποίησης, που όμως είναι δύσκολο να εφαρμοσθεί, εξαιτίας  των αντιδράσεων που σημειώνονται κυρίως από τη Γερμανία περί ηθικού κινδύνου.

Α2) Μια δεύτερη πρόταση που έχει διατυπωθεί, είναι να περάσει μέρος του χρέους που συσσώρευσαν οι χώρες για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος στο ESM και να μειωθεί το χρέος, είτε ισόποσα είτε κατά ένα μέρος μικρότερο της τρέχουσας χρηματιστηριακής αξίας των τραπεζικών μετοχών που θα περάσουν στο ESM.

Πέρα από τις πολιτικές δυσκολίες που εμφανίζει και αυτή η πρόταση σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, το όφελος για το χρέος στην περίπτωση της Ελλάδος δεν μπορεί να υπερβεί τα 25 δις η 14% του ΑΕΠ.

Α3) Πρόταση Paris και Wyplosz

Μια πιο ενδιαφέρουσα και πολιτικά αποδεκτή πρόταση, που οδηγεί σε ονομαστική απομείωση του χρέους είναι αυτή που έχουν διατυπώσει οι Paris και Wyplosz, που προτείνουν τη δημιουργία ενός οχήματος ειδικού σκοπού στο οποίο οι χώρες θα εκχωρήσουν τα μελλοντικά έσοδα από την έκδοση χρήματος από την ΕΚΤ.

Αυτό με τη σειρά του θα αγοράζει, με κεφάλαια που θα δανείζεται έναντι αυτών των εσόδων, χρέος που έχουν εκδώσει οι χώρες μέλη της ευρωζώνης.

Η άποψη αυτή, στο βαθμό που θα γίνει αποδεκτή, μπορεί να οδηγήσει υπό προϋποθέσεις σε μείωση του ονομαστικού χρέους των χωρών της Ευρώπης κατά 50% κατά Μ.Ο.

Σύμφωνα με τη μελέτη, το χρέος της Ελλάδας μπορεί να μειωθεί μετά από την εφαρμογή αυτής της πρότασης στο 105% του ΑΕΠ.

4) Προτάσεις για την ελάφρυνση του Ελληνικού χρέους

Με βάση τα προαναφερθέντα, σε ότι αφορά τη δυνατότητα που υπάρχει στα Κοινοβούλια των άλλων χωρών να λάβουν αποφάσεις για την ελάφρυνση του χρέους, η Ελλάδα μπορεί να διεκδικήσει:

Α) Tην περαιτέρω επιμήκυνση του χρέους, με γνώμονα όχι τη μείωση του σε όρους παρούσας αξίας, αλλά για να μειωθεί ή να μηδενιστεί το ρίσκο αναχρηματοδότησης του, και

Β) Να κλειδώσει τα επιτόκια στα παρόντα χαμηλά επίπεδα.

Συνολικά τα δάνεια από την Ευρωζώνη ανέρχονται στα 188 δισ. ευρώ.

Τα διμερή δάνεια η Ελλάδα θα αρχίσει να τα αποπληρώνει από το 2020 και η τελευταία προγραμματισμένη δόση είναι το 2041.

Ωστόσο, ο μέσος χρόνος αποπληρωμής τους είναι 17 χρόνια ενώ οι προγραμματισμένες δόσεις αποπληρωμής είναι άνισα κατανεμημένες.

Τα δάνεια από τον EFSF έχουν μέση διάρκεια τα 30 έτη και η δομή του προγράμματος αποπληρωμών είναι πιο συγκεκριμένη.

Η Ελλάδα μπορεί να επιδιώξει την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των διμερών δανείων και εκείνων από τον EFSF στα 70 χρόνια.

Αυτό θα οδηγήσει σε αισθητή μείωση των ετήσιων αναγκών αποπληρωμής των δανείων. Είναι σαφές, ότι οι χαμηλότερες ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες καθιστούν καλύτερα διαχειρίσιμο το ελληνικό χρέος.

Σε ότι αφορά τα επιτόκια δανεισμού, περιθώρια παρεμβάσεων υπάρχουν μόνο σε εκείνα των διμερών δανείων, καθώς το EFSF δανείζει την Ελλάδα σχεδόν με το επιτόκιο που δανείζεται ο ίδιος ο Μηχανισμός.

Σήμερα, η Ελλάδα, καταβάλλει κυμαινόμενο επιτόκιο για τα διμερή δάνεια ίσο με το Euribor 3μήνου συν 0,50%.

Όμως, μετά την πάροδο 3-5 ετών, εκτιμάται ότι τα επιτόκια αυτά θα αυξηθούν και έτσι θα αυξηθούν και οι δαπάνες για τόκους.

Γι’ αυτό πρέπει να ζητήσουμε τη μετατροπή του χαμηλού κυμαινόμενου επιτοκίου σε σταθερό, για τα επόμενα 15 χρόνια.

Με αυτήν την κίνηση διασφαλίζονται οι χαμηλές μελλοντικές δαπάνες για τόκους.

Πέρα από τη προαναφερθείσα στόχευση για την ελάφρυνση του χρέους, η Ελληνική Διαπραγματευτική Ομάδα πρέπει να επεξεργαστεί περαιτέρω και να αξιολογήσει τα πλεονεκτήματα της πρότασης Paris – Wyplosz που οδηγεί σε απομείωση του χρέους των χωρών κατά Μ.Ο. κατά 50% μέσω της τιτλοποίησης των εσόδων από το εκδοτικό προνόμιο της ΕΚΤ και να συνεργαστεί με άλλες χώρες για την προώθηση της και την αποδοχή της.

4) Αναπτυξιακά προγράμματα έναντι διεκδίκησης απομείωσης του χρέους.

Ο πλέον καθοριστικός τρόπος για την μείωση του χρέους είναι μέσω της επιτάχυνσης της αναπτυξιακής διαδικασίας.

Γι’ αυτό είναι αναγκαίες οι διαρθρωτικές αλλαγές που αλλάζουν το παραγωγικό πρότυπο και αυξάνουν την παραγωγικότητα και το δυνητικό προϊόν της χώρας.

Η ανάπτυξη οδηγεί ταχύτερα σε απομείωση του χρέους σε σχέση με τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Αντί, λοιπόν, η χώρα να θέτει ως διεκδικητικό πλαίσιο την  ονομαστική μείωση του χρέους, κάτι το οποίο φαντάζει δύσκολο να ικανοποιηθεί από άλλα Κοινοβούλια, πρέπει να διεκδικήσει ένα επενδυτικό πρόγραμμα στήριξης από τις χώρες της Ευρώπης, ένα σχέδιο Μάρσαλ, που θα της επιτρέψει να επιστρέψει σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Συμπληρωματικά, ένας άλλος μοχλός ελέγχου του υψηλού χρέους, θα μπορούσε να είναι η άσκηση διακριτικής και ενεργητικής νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ, προκειμένου να αποφύγουμε τον αποπληθωρισμό και να περάσουμε στη φάση του ελεγχόμενου και χαμηλού πληθωρισμού.

Τέλος, η πολιτική ελέγχου της δυναμικής του χρέους πρέπει να αποσυνδεθεί από την άποψη των θεσμικών πιστωτών ότι πρέπει να στηριχτεί κυρίως στην δημιουργία υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 4,5% του ΑΕΠ.

Πέρα από την αντικειμενική δυσκολία να παράξεις για μεγάλα χρονικά διαστήματα τόσο ψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, ανεξάρτητα από την πορεία της οικονομίας, σε συνθήκες περιορισμένης ρευστότητας δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο γι τις αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Η Ελλάδα έχει κάνει τη μεγαλύτερη προσαρμογή στο διαρθρωτικό πρωτογενές ισοζύγιο.

Επομένως, η Ελλάδα, πρέπει να δεσμευτεί ότι θα συνεχίσει τις διαρθρωτικές αλλαγές και τη δημοσιονομική προσαρμογή με πιο μικρά πρωτογενή πλεονάσματα, ώστε να μπορέσει η οικονομία να αναπτυχθεί και η υπόλοιπη δημοσιονομική προσαρμογή να γίνει μέσω της ανάπτυξης.