Σελίδα 2

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ «LIBERAL» ΠΕΜΠΤΗ 17 ΜΑΪΟΥ 2018

– Τρεις στους τέσσερις θεσμούς προκρίνουν την ένταξη της χώρας σε προληπτική γραμμή στήριξης. Τι βλέπουν οι θεσμοί αυτοί; Στην ουσία ασκούν πιέσεις στη κυβέρνηση να επανεξετάσει τη στάση της στο συγκεκριμένο θέμα;

Οι συζητήσεις για τη μελλοντική πορεία της χώρας γίνονται σε μια στιγμή που τα σύννεφα πάνω από την παγκόσμια οικονομία πυκνώνουν, η πολιτική αστάθεια διεθνώς ενισχύεται και οι αβεβαιότητες αυξάνονται.

Οι αποφάσεις για την ελάφρυνση του χρέους δεν έχουν ανακοινωθεί ακόμη. Η συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα και η αξιολόγηση του ως προς την βιωσιμότητα του χρέους δεν έχουν ξεκαθαρίσει. Επιπρόσθετα, οι θεσμοί ανησυχούν για τις συνέπειες από τις εκλογικές αναμετρήσεις που έχουμε μπροστά μας στην Ελλάδα.

Οι καθυστερήσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην υλοποίηση των μεγάλων αλλαγών που έχει ανάγκη η χώρα και η οικονομία καθώς και στα προαπαιτούμενα της τέταρτης αξιολόγησης ενισχύουν την πολιτική αβεβαιότητα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα σε ζητήματα, όπως το μέλλον της ΔΕΗ ή τα διόδια στην Εγνατία, βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτά που υποστήριζε μέχρι πρόσφατα ακόμη και μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015. Παρέβλεψαν αυτό που λέει ο λαός πως «ό,τι κάνει η γίδα στο πουρνάρι, το βρίσκει στο τομάρι”, δηλαδή «ό,τι κάνεις, το βρίσκεις μπροστά σου”.

Η αβεβαιότητα ενισχύεται από τις δηλώσεις των υπουργών της κυβέρνησης για τις επιλογές της μετά τη λήξη του Τρίτου Μνημονίου. Έτσι, τα επιτόκια στα ελληνικά ομόλογα δεν έχουν μειωθεί αρκετά και εμποδίζουν την προανακοινωθείσα έξοδο στις αγορές για τη άντληση κεφαλαίων προς ενίσχυση του ταμείου αποθεματικών.

Το αν, τελικά, η κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να ζητήσει προληπτική γραμμή θα εξαρτηθεί από τις συνθήκες στις αγορές το επόμενο διάστημα αλλά και τη θέση της Γερμανίας ως προς το ζήτημα αυτό.

– Τι δείχνει ωστόσο ότι ο κ. Τσακαλώτος παίρνει ολοένα και πιο σαφείς αποστάσεις από τη ρητορική περί «καθαρής εξόδου”;

Η «καθαρή έξοδος” είναι η νέα πολιτική αφήγηση που προσπαθεί να κτίσει το Μαξίμου για να δημιουργήσει τις νέες διαχωριστικές γραμμές ενόψει των επερχόμενων εκλογών.

Αυτό που θέλει να υποστηρίξει η κυβέρνηση είναι ότι η ίδια θέλει να θέσει ένα τέλος στο καθεστώς της εποπτείας της ελληνικής οικονομίας και να ανακτήσει βαθμούς ελευθερίας προκειμένου να προχωρήσει σε παροχές και να αναστείλει μεταρρυθμίσεις που έχουν γίνει. Κατά την αφήγηση της κυβέρνησης, είναι τα κόμματα της αντιπολίτευσης που θέλουν η Ελλάδα να παραμείνει σε συνθήκες εποπτείας.

Η κυβέρνηση αφελώς νομίζει ότι δημιουργώντας ένα «πλασματικό» αφήγημα «καθαρής» εξόδου δημιουργεί και ένα «success story», διαφοροποιώντας αυτήν από τους «άλλους».

Προφανώς έχουν σβήσει από τη μνήμη τους ότι έχουν προνομοθετήσει δημοσιονομικά μέτρα ύψους 2% του ΑΕΠ για δυο χρονιές μετά τη λήξη του μνημονίου και έχουν δεσμεύσει τη χώρα σε πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022.

Μετά από 3,5 χρόνια στην κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ δεν έχουν καταλάβει ότι η ελευθερία στην άσκηση της πολιτικής κατακτιέται με το πέρασμα της οικονομίας σε σταθερούς και βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης και με την ενίσχυση της παραγωγικότητας και όχι με «κούφια» λόγια. Δεν κοιτάνε ούτε τι έκαναν χώρες που τις επικαλούνται ως παράδειγμα όπως η Πορτογαλία.

Από την άλλη μεριά ο κ. Τσακαλώτος έχει διαπραγματευτεί τα τελευταία τρία χρόνια με τους δανειστές και έχει κατανοήσει τους υπάρχοντες συσχετισμούς δυνάμεων. Στην προσπάθεια του να συνεισφέρει στην παράταση της θητείας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, έχει αναθεωρήσει όσα κάποτε πίστευε και διακήρυσσε ή υιοθετήσει, για τον προαναφερθέντα λόγο, ακόμη και όσα δεν πιστεύει. Έτσι, βρίσκεται πιο κοντά στο να κατανοήσει τη σκληρή αλήθεια για το καθεστώς εποπτείας της μεταμνημονιακής Ελλάδας. Για αυτό επιλέγω κατά προτίμηση να ακούω τις αναθεωρημένες απόψεις του, παρά το γεγονός ότι μας ψέγει τους Λαρισαίους γιατί πίνουμε το τσίπουρο και με γλυκάνισο.

– Πάντως ο κ. Ντρούντι της ΕΚΤ, επιμένει ότι χρειάζεται ένα πρόγραμμα προληπτικού χαρακτήρα, προκειμένου η Φρανκφούρτη να διατηρήσει το waiver για τις τράπεζες, απαραίτητο σε περιόδους μεταβλητότητας στις αγορές. Μήπως τελικά οδεύουμε σε μια λύση που κατ’ όνομα μόνο θα διαφέρει από την προβλεπόμενη ECCL, και απλώς η κυβέρνηση ψάχνει τρόπο πως θα την ονομάσει;

Ο κ. Ντρούντι επανέλαβε μια θέση που η ΕΚΤ στο παρελθόν έχει διατυπώσει είτε ευθέως είτε μέσω του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Στουρνάρα.

Απλά καθώς πλησιάζουμε προς την οριστικοποίηση των αποφάσεων για το είδος εποπτείας της Ελλάδας μετά τη λήξη του 3ου Μνημονίου, η ΕΚΤ κάνει πιο ηχηρές παρεμβάσεις για το τι πρέπει να κάνει η Ελλάδα προκειμένου να έχει μια πιο ασφαλή έξοδο στις αγορές.

Ένα πράγμα είναι σίγουρο: Η Ελλάδα δεν θα έχει την ίδια εποπτεία και πορεία που είχαν οι άλλες τρεις χώρες που εξήλθαν των μνημονίων. Κυρίως γιατί εκείνες, δεν είχαν τόσο μεγάλο χρέος όσο η Ελλάδα, ούτε τόσο πολωμένο πολιτικό σύστημα. Στις άλλες χώρες επικράτησε η πολιτική συναίνεση, και με ένα μνημόνιο απέκτησαν πρόσβαση ξανά στις αγορές.

– Είναι αυτό επομένως που εξηγεί ότι οι όροι της “ενισχυμένης εποπτείας” θα είναι όπως φαίνεται τόσο αυστηροί, που δεν θα διαφέρουν στην ουσία από ένα νέο μνημόνιο;

Μετά από οκτώ χρόνια παρουσίας στην Ελλάδα, με τρία μνημόνια, τέσσερις Πρωθυπουργούς και εννέα υπουργούς οικονομικών, οι δανειστές είναι απόλυτα εξοικειωμένοι με τον τρόπο λειτουργίας των θεσμών στην Ελλάδα και τους κινδύνους που μπορεί να ανακύψουν από την σκληρή και ακραία πόλωση που επικρατεί στην ελληνική πολιτική σκηνή.

Αν σε αυτά συνυπολογίσουμε τις αλλαγές που έρχονται στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, κανείς δεν περίμενε ρεαλιστικά ότι η Ελλάδα θα απολάμβανε με απόφαση των δανειστών μια «καθαρή» έξοδο όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Τα ερωτήματα που θέτουμε εμείς ως Κίνημα Αλλαγής είναι: Έχουν γίνει οι αναγκαίες αλλαγές στην Ελλάδα, έχει προετοιμαστεί επαρκώς η οικονομία, έχει μετασχηματιστεί το παραγωγικό πρότυπο ώστε να μπούμε σε πορεία βιώσιμης ανάπτυξης; Σε περίπτωση μιας νέας διεθνούς κρίσης θα είμαστε προστατευμένοι, ώστε να μην πληρώσουμε εκ νέου υψηλό οικονομικό και κοινωνικό κόστος για να την αντιμετωπίσουμε;

Η απάντηση είναι ότι παρά τις μεγάλες αλλαγές που δρομολογήθηκαν από το 2010 και μετά, έχουμε δρόμο ακόμη μπροστά μας. Και η προληπτική γραμμή δεν αρκεί να διασφαλίσει τις σωστές επιλογές που πρέπει να γίνουν ως προς τα ερωτήματα αυτά. Επιπρόσθετα δεν πρέπει να υποβαθμίζουμε το γεγονός ότι έχουμε μια κυβέρνηση που για λόγους ιδεοληπτικούς και επειδή προτάσσει το κομματικό συμφέρον πάνω από το εθνικό, δεν πρόκειται να προχωρήσει τις μεγάλες αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα.

– Είναι πάντως όλο και πιο συχνές οι αναφορές ότι το Βερολίνο, σε αντίθεση με το ΔΝΤ που αξιώνει ένα αυτόματο μηχανισμό ενεργοποίησης των όποιων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους, προτείνει αντίθετα ότι κάθε φορά που δεν θα προχωρούν οι μεταρρυθμίσεις ή δεν θα επιτυγχάνονται οι δημοσιονομικοί στόχοι, να μπαίνει αυτόματα φρένο στις ελαφρύνσεις. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό στη πράξη;

Τόσο η ΕΚΤ όσο και το ΔΝΤ υπερασπίζονται δημόσια την άποψη ότι οι όποιες ελαφρύνσεις για το χρέος πρέπει να δοθούν άμεσα τον Αύγουστο του 2018 και χωρίς όρους για να είναι αξιόπιστες και να επηρεάσουν έτσι θετικά τις αγορές.

Δεν ξέρω πόσο κρίσιμο είναι το ζήτημα αυτό για το ΔΝΤ, αλλά από τη στάση του τα τελευταία χρόνια, κρίνω ότι θα επιμείνει να δοθούν οι ελαφρύνσεις χωρίς όρους. Αν τελικά επιβληθούν όροι που θα συνοδεύουν τα μέτρα ελάφρυνσης τότε είναι πιθανό οι αγορές να υποεκτιμήσουν τη σημασία τους στην διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους και να καταστεί δυσκολότερη η έξοδος στις αγορές.

– Ζούμε πάντως μια κατάσταση που έχουμε ξαναζήσει, γύρω από το αν το ΔΝΤ παραμείνει ή αποχωρήσει από το πρόγραμμα. Τι πιστεύετε ότι θα συμβεί τελικά;

Αν το ΔΝΤ θεωρήσει καθοριστικό να δοθούν τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους χωρίς όρους, και αυτό δεν συμβεί γιατί η Γερμανική κυβέρνηση θα επιλέξει να εξασφαλίσει στο Γερμανικό κοινοβούλιο, στήριξη για τα μέτρα ελάφρυνσης, τότε το ΔΝΤ ίσως αποχωρήσει από το πρόγραμμα. Επομένως η Γερμανία θα διώξει το ΔΝΤ από την Ελλάδα παρά το γεγονός ότι αυτή το έφερε στο πρώτο πρόγραμμα. Σε αυτό το ενδεχόμενο, η ειρωνεία θα είναι να δούμε όλους τους συνομωσιολόγους των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και «διώκτες” του ΔΝΤ, να το καλούν να παραμείνει, μόλις διαισθανθούν ότι η Ελλάδα χάνει τον μόνο σύμμαχο που έχει στο ζήτημα του χρέους.

– Στη περίπτωση, που επαληθευτούν τα παραπάνω σενάρια, τι μήνυμα θα στείλουν για την Ελλάδα στις αγορές, στον τρόπο που εκείνες αποτιμούν τα ελληνικά ομόλογα, και στη δυνατότητά της χώρας να σταθεί στα πόδια της μετά τον Αύγουστο;

Σε αυτή την περίπτωση το ΔΝΤ μπορεί να προχωρήσει σε μια δυσμενή αξιολόγηση για την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους με ότι αυτό συνεπάγεται για τη δυνατότητα της χώρας να συνεχίσει να δανείζεται με ασφάλεια και σε αποδεκτά επιτόκια από τις αγορές.

Αυτό που το Κίνημα Αλλαγής επισημαίνει είναι ότι αν η χώρα δεν προετοιμαστεί κατάλληλα ώστε να εισέλθει σε μια πορεία ψηλής ανάπτυξης και να αυξηθεί η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας, τότε αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να ξαναβρεθεί μετά από κάποια χρόνια στη θέση να ζητήσει νέο πρόγραμμα.

Η χώρα δεν θα ξεφύγει από τον πιθανό μελλοντικό κίνδυνο απώλειας πρόσβασης στις αγορές αν το πελατειακό κράτος που προσπαθεί να οικοδομήσει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές αντικατασταθεί από το πελατειακό κράτος της ΝΔ. Δείτε τι έγινε στην Αργεντινή.

Για αυτό επιβάλλεται μετά τις εκλογές να πάμε σε ευρύτερες εθνικές συνεννοήσεις για αλλαγές σε Σύνταγμα και θεσμούς ώστε να αποκτήσουμε ανοικτούς πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς.

Με ταυτόχρονη κατάργηση των εμποδίων που καθυστερούν τον μετασχηματισμό της οικονομίας σε πιο εξωστρεφή. Με επενδύσεις στην παιδεία την έρευνα και την καινοτομία. Έτσι, μόνο θα διασφαλίσουμε την οριστική και ασφαλή υπέρβαση της κρίσης και θα ενισχύσουμε στη συνείδηση των πολιτών την αξιοπιστία της πολιτικής.

Ομιλία στην εκδήλωση του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών, 27 Απριλίου 2018

Έχει συμπληρωθεί μία δεκαετία από την εκδήλωση της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης το 2008.

Ήταν η μεγαλύτερη μεταπολεμική κρίση με οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες που παρέμειναν αισθητές σε πολλές χώρες για αρκετά χρόνια μετά την εκδήλωσή της και εξακολουθούν να παραμένουν αισθητές στην Ελλάδα.

Σήμερα, είναι πλέον αποδεκτό ότι οι αγορές απέτυχαν τότε να διαγνώσουν έγκαιρα τους κινδύνους που εγκυμονούσε για τη διεθνή οικονομία το περιβάλλον υπερβάλλουσας ρευστότητας της δεκαετίας του 2000.

Το γεγονός αυτό συνδέθηκε ευθέως με την αποτυχία των τριών οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης (Moody’s, S&P’s και Fitch) που ως διαμεσολαβητές πληροφόρησης δεν αποτίμησαν σωστά το ρίσκο που ήταν συνδεδεμένο με τα εταιρικά και κρατικά ομόλογα.

Αν κάτι πρέπει να μας προβληματίζει ως προς το ερώτημα αν «πρέπει να εμπιστευόμαστε τους οίκους αξιολόγησης;» είναι το γεγονός ότι η αποτυχία τους αυτή δεν ήταν η πρώτη.

Είχε προηγηθεί η αποτυχία τους στις αρχές της δεκαετίας του 2000 να προβλέψουν την επικείμενη κατάρρευση πολλών εταιρειών στο χώρο του ίντερνετ αλλά και της ενεργειακής εταιρείας Enron.

Ανάλογες αποτυχίες υπήρχαν και στην περίπτωση χωρών που πτώχευσαν παρά το γεγονός ότι η πιστοληπτική τους βαθμίδα δεν το προέβλεψε αυτό.

Από το 1975 μέχρι το 2009 μόνο μια χώρα από αυτές που είχαν βαθμολογήσει οι οίκοι με τη χαμηλότερη αξιολόγηση τελικά πτώχευσε.

Οι αποτυχίες τους όμως αυτές δεν φαίνεται να οδηγούσαν σε κάποια διορθωτική κίνηση καθώς δεν υπήρχε εποπτεία στη λειτουργία τους.

Δεν αποτελεί λοιπόν σύμπτωση ότι απέτυχαν να αξιολογήσουν σωστά σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα στην αγορά στεγαστικών δανείων των ΗΠΑ. Όταν η αγορά ακινήτων στις ΗΠΑ κατέρρευσε τότε ξεκίνησε η κρίση.

Η κρίση σύντομα μεταδόθηκε μέσω Ην. Βασιλείου στην Ευρώπη και οδήγησε σε αυτό που στη δημόσια συζήτηση έχει χαρτογραφηθεί ως «κρίση χρέους» χωρών της Ε.Ε.

Σε πολλούς δεν είναι ακόμη κατανοητό ποιος υπήρξε ο ειδικός ρόλος των οίκων αξιολόγησης στην κρίση και πως μπορούσαν με τις αποφάσεις τους να επηρεάσουν την εξέλιξη της.

Ο ρόλος τους στην κρίση σχετίζεται με την βαθμολόγηση που δίνουν στα ομόλογα χωρών της ευρωζώνης και το θεσμικό πλαίσιο άσκησης νομισματικής πολιτικής στην ευρωζώνη από τη ΕΚΤ.

Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να κάνω μια αναφορά σε ζητήματα που σχετίζονται με την λειτουργία της ευρωζώνης.

Η μακρά εμπειρία δημοσιονομικής χαλαρότητας σε πολλές χώρες που ήταν υποψήφιες να συμμετάσχουν στην ευρωζώνη ώθησε χώρες όπως η Γερμανία να προτείνουν τη θέσπιση του Συμφώνου Ανάπτυξης και Σταθερότητας προκειμένου να τεθεί σε έλεγχο η δημοσιονομική πολιτική των χωρών της ευρωζώνης μετά την έναρξη της ΟΝΕ.

Αυτή υπήρξε μια συνειδητή επιλογή που προέκυψε από την εκτίμηση ότι οι αγορές μπορεί να αποτύχουν να πειθαρχήσουν χώρες με παράδοση στη δημοσιονομική χαλαρότητα.

Ο ρόλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης να επιβάλλει τη δημοσιονομική πειθαρχία υποβαθμίστηκε όταν παραβιάστηκαν οι κανόνες του από τη Γερμανία και τη Γαλλία το 2003 και αργότερα το 2005 τροποποιήθηκε.

Μετά την τροποποίηση του Συμφώνου η ΕΚΤ δέχτηκε πιέσεις να διευκολύνει το έργο των αγορών να επιβάλλουν αυτές τη δημοσιονομική πειθαρχία στην Ευρωζώνη.

Τελικά, το Νοέμβριο του 2005 η ΕΚΤ ανακοίνωσε ότι η αποδοχή των κρατικών ομολόγων, ως ενέχυρο στις πράξεις νομισματικής πολιτικής της, θα γίνεται υπό την προϋπόθεση ότι θα έχουν πιστοληπτική βαθμολόγηση από ένα επίπεδο και πάνω και ότι η βαθμολόγηση αυτή θα προέρχεται από τους τρεις γνωστούς οίκους αξιολόγησης. Σε αντίθεση λοιπόν με τα όσα ίσχυαν μέχρι και τον Νοέμβριο του 2005 η ΕΚΤ αναγνώριζε πλέον με θεσμοποιημένη πρόβλεψη ότι δεν θα κάνει δεκτά ως ενέχυρο τα ομολόγα χωρών με βαθμίδα κάτω από το Α.

Έτσι, μέσω της ΕΚΤ, εκχωρήθηκε ρόλος στις αγορές και τους οίκους αξιολόγησης να πειθαρχούν τη δημοσιονομική πολιτική των χωρών της ευρωζώνης γιατί απέτυχε στο ρόλο αυτό το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Αυτή η απόφαση της ΕΚΤ δημιούργησε μεταξύ άλλων και τις προϋποθέσεις για την κρίση χρέους στην Ευρώπη. Η ανησυχία για υποβάθμιση των ομολόγων μίας χώρας και πιθανή χρεοκοπία μπορούσε να εξελιχθεί σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Η απόφαση της ΕΚΤ διευκόλυνε τις αγορές να έχουν δυσμενή στάση σε βάρος ομολόγων χωρών με χαμηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση. Έτσι, σε συνθήκες πανικού στην αγορά –όπως συνέβη μετά το 2008- η πρόβλεψη για πιθανή απώλεια της βαθμολόγησης Α των ομολόγων μιας χώρας μπορεί να οδηγήσει σε πιστωτικό γεγονός στο βαθμό που η αγορά γνωρίζει ότι η ΕΚΤ δεν θα τα κάνει πλέον αποδεκτά.

Αυτή υπήρξε η εμπειρία χωρών της ευρωζώνης όπως η Ελλάδα που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης και κατέστη περισσότερο εμφανής μετά την απόφαση της Ντοβίλ τον Οκτώβριο του 2010.

Τότε δηλαδή που οι ηγέτες της Γαλλίας και της Γερμανίας αποφάσισαν ότι προϋπόθεση για να προσφύγει μια χώρα στο μηχανισμό στήριξης θα ήταν η αξιολόγηση βιωσιμότητας του χρέους και η αναδιάρθρωσή του σε περίπτωση που αυτό κρίνονταν μη βιώσιμο.

Μόλις ανακοινώθηκε αυτή η απόφαση οι επενδυτές άρχισαν να εγκαταλείπουν μαζικά ομόλογα χωρών του Νότου διότι πλέον το ενδεχόμενο κουρέματος των ιδιωτών επενδυτών ήταν ανοιχτό.

Επανέρχομαι τώρα στο ρόλο των οίκων. Μέχρι την κρίση του 2008 οι αξιολογήσεις των οίκων ήταν πολύ επιφανειακές και αδιαφανείς και δεν υπήρχαν συγκεκριμένα κριτήρια με τα οποία αξιολογούσαν τις χώρες.

Επιπλέον, δεν φάνηκαν να είναι ικανοί να μπορούν να εκτιμήσουν τους κινδύνους για ευρύτερες συστημικές κρίσεις.

Έτσι, οι οίκοι προχώρησαν πολύ αργά στις υποβαθμίσεις χωρών με μεγάλο χρέος (Βέλγιο, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία Πορτογαλία κλπ) παρά τη διαφαινόμενη ανοδική πορεία του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Για παράδειγμα στην περίπτωση της Ελλάδος ο πρώτος οίκος που άλλαξε την αξιολόγηση ήταν ο οίκος S&P’s μόλις τον Ιανουάριο του 2009, αφού για μια πενταετία δηλαδή από τον Νοέμβριο του 2004  και  μέχρι το 2009 δεν ασχολήθηκε καθόλου με την Ελλάδα παρ’ όλο που τα μακροοικονομικά της μεγέθη επιδεινώνονταν συνεχώς ειδικά μετά το 2007.

Πιθανότατα οι οίκοι άργησαν να αντιδράσουν επειδή  υπερεκτίμησαν την προστασία από χρεοκοπία που απολάμβαναν οι χώρες μέλη της ευρωζώνης.

Τελικά, όταν εκδηλώθηκε η κρίση, οι οίκοι αυτοί, με τις απότομες και μεγάλες υποβαθμίσεις στις αξιολογήσεις που πραγματοποίησαν  μετά την εκδήλωση της, θεωρήθηκαν υπεύθυνοι και για την επιδείνωση και διάχυση της στις χώρες της Ευρωζώνης.

Στους οίκους αυτούς ασκήθηκε κριτική ότι ήταν εκτεθειμένοι σε σύγκρουση συμφερόντων και στον ηθικό κίνδυνο. Οι αξιολογήσεις γίνονται μετά από αίτημα των πελατών τους (εκδότες ομολόγων) που πλήρωναν.

Η Ε.Ε. μετά την εκδήλωση της κρίσης υιοθέτησε τον Κανονισμό 1060/2009 για να ρυθμίσει τη λειτουργία των οίκων αξιολόγησης. Ο στόχος του αρχικού Κανονισμού ήταν να διασφαλίσει την αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων, την ενίσχυση της ποιότητας των βαθμολογήσεων και την ενίσχυση της διαφάνειας στις διαδικασίες αξιολόγησης.

Στη συνέχεια τον αναθεώρησε αρχικά με τον Κανονισμό 513/2011 και στην συνέχεια με τον Κανονισμό 462/2013. Η πρώτη τροποποίηση δεν άλλαξε τους στόχους του αρχικού Κανονισμού. Εξουσιοδότησε όμως την ESMA (European Securities and Markets Aythority) να εποπτεύει τους οίκους αξιολόγησης.

Με την δεύτερη τροποποίηση τέθηκε ως στόχος να εξαλειφθεί από την ευρωπαϊκή νομοθεσία μέχρι το 2020 οποιαδήποτε αναφορά σε αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας για ρυθμιστικούς σκοπούς και προτάθηκε στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να αναπτύξουν δικά τους εργαλεία αξιολόγησης.

Η στόχευση όμως για αποδέσμευση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας από τις αξιολογήσεις των οίκων υπονομεύεται από την κεντρική στόχευση που είναι η ενίσχυση της ποιότητας των βαθμολογήσεων και της διαφάνειας στη διαδικασία αξιολόγησης.

Με τη δεύτερη τροποποίηση προτάθηκε η θέσπιση ενός ευρωπαϊκού οίκου αξιολόγησης. Η πρόταση αυτή είναι αναποτελεσματική ως προς την επίλυση του προβλήματος στη λειτουργία των οίκων αξιολόγησης. Με εξαίρεση ενδεχομένως στο διαγνωσμένο πρόβλημα της «ευμενέστερης» αξιολόγησης των επιχειρήσεων ή κρατών που έχουν έδρα εκεί που εδρεύει ο οίκος αξιολόγησης. Η Ε.Ε. με την πρόταση αυτή επιδίωκε να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός και να περιοριστεί η  ισχυρή θέση που έχουν οι τρεις αυτοί οίκοι στις αγορές.

Η συγκεκριμένη πρόταση δεν έχει προχωρήσει ούτε έχει αυξηθεί ο ανταγωνισμός όπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών (ESMA).

Από την τελευταία έρευνα που δημοσιοποίησε προκύπτει ότι αν και η ESMA έχει στο μητρώο της καταχωρημένους 26 οίκους, οι 3 γνωστοί οίκοι εξακολουθούν να ελέγχουν μετά το 2012 πάνω από το 93% της αγοράς.

Οι οίκοι απάντησαν στην κριτική που τους ασκήθηκε,  καθιστώντας περισσότερο διαφανή τη διαδικασία των  αξιολογήσεων μετά το 2010. Επιπρόσθετα, τώρα στις αξιολογήσεις τους δίνουν πολύ μεγαλύτερη έμφαση στα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη.

Ένα ερώτημα που θέτουν πολλοί μετά την εμπειρία του 2008 είναι αν οι αξιολογήσεις εξακολουθούν να παίζουν κάποιο ρόλο στις αγορές;

Αν δηλαδή παρέχουν στις αγορές κάποια πρόσθετη πληροφόρηση πέρα από αυτήν που οι ίδιες έχουν;

Το ερώτημα αυτό δεν είναι αβάσιμο αν λάβει υπόψη κανείς το γεγονός ότι οι αγορές δεν αντέδρασαν όταν ανακοινώθηκε η υποβάθμιση της αξιολόγησης των βρετανικών ή η αναβάθμιση των Πορτογαλικών ομολόγων.

Έτσι, όταν το Ην. Βασίλειο έχασε την τελευταία αξιολόγηση του ΑΑΑ από την S&P’s μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για το Brexit αντί να πέσουν οι τιμές των ομολόγων αυτές αυξήθηκαν.

Αντίθετα, οι τιμές των ομολόγων ιδιαίτερα των χωρών του Νότου ενισχύθηκαν το 2012 μετά την περίφημη ομιλία του Προέδρου της ΕΚΤ κ. Ντράγκι ο οποίος δήλωσε τότε «είμαι έτοιμος να κάνω ότι χρειάζεται για να σωθεί το ευρώ» παρά το γεγονός ότι η βαθμολόγηση των οίκων δεν άλλαξε.

Ακόμη και μετά την αποτυχία τους στην πράξη οι αξιολογήσεις των οίκων  εξακολουθούν να επηρεάζουν την πορεία  χωρών που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης.

Αυτό συμβαίνει, όπως προαναφέρθηκε, εξαιτίας του θεσμικού πλαισίου άσκησης της νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ.

Μια πρόταση που έχει διατυπωθεί για να ξεπεραστεί αυτό το πρόβλημα είναι να αποσυνδέσει η ΕΚΤ την αποδοχή των ομολόγων χωρών  της ευρωζώνης από την αξιολόγηση που έχουν από τους οίκους αξιολόγησης. Η αποδοχή τους θα μπορούσε να γίνεται με βάση αξιολογήσεις της ίδιας της ΕΚΤ ή του ESM αν τελικά μετασχηματιστεί σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.

Με αυτά τα δεδομένα είναι προφανές ότι η στόχευση της Ελλάδας για την πορεία μετά τα μνημόνια και την επιστροφή σε βιώσιμη ανάπτυξη μέσω της προσέλκυσης επενδύσεων εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις αξιολογήσεις των οίκων. Τα εμπειρικά δεδομένα συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η προσέλκυση επενδύσεων βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα επηρεάζεται από τις αξιολογήσεις.

Μια επιπλοκή από την κριτική που δέχθηκαν οι οίκοι και θα επηρεάσει την Ελλάδα είναι ότι θα γίνουν υπερβολικά επιφυλακτικοί στο να αποτιμούν την βελτίωση. Έτσι οι αναβαθμίσεις θα γίνονται με τέτοια καθυστέρηση που τελικά να είναι «παλαιά νέα» στα οποία η αγορά θα έχει αντιδράσει νωρίτερα.

Μια άλλη επιπλοκή είναι ότι θα γίνουν πιο συντηρητικοί προς το άγνωστο και καινούργιο και έτσι σε φάση ανόδου των επιτοκίων οι αναλύσεις τους για επιχειρήσεις – ειδικά χωρών περιφέρειας, εσωστρεφών και ΜΜΕ- που στοχεύουν σε μεγέθυνση να είναι πολύ συντηρητικές και να υποσκάπτουν τους όρους χρηματοδότησης και τις προοπτικές τους.

Σήμερα, τα Ελληνικά ομόλογα εξακολουθούν να ανήκουν στην βαθμίδα των «σκουπιδιών» junk bonds. H ΕΚΤ δεν αναμένεται να κάνει καμία εξαίρεση στους κανόνες της και έτσι οι ελληνικές τράπεζες θα χάσουν το waiver, όπως έγινε και στην περίπτωση της Κύπρου στις αρχές του 2016, και έτσι τα ελληνικά ομόλογα, δεν θα γίνονται αποδεκτά από την ΕΚΤ για τις πράξεις χρηματοδότησης και δεν συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Η απώλεια αυτής της «εγγύησης” της ΕΚΤ αναμένεται να επηρεάσει τις διαθέσεις των επενδυτών.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οφείλει  να αξιολογήσει σε ποιες πολιτικές πρέπει να δώσει άμεση προτεραιότητα ώστε να εξασφαλίσει αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης. Η αναβάθμιση στα ομόλογα θα πρέπει να έρθει το συντομότερο δυνατόν καθώς η χώρα προετοιμάζεται για την κάλυψη των μελλοντικών της δανειακών αναγκών αποκλειστικά από τις αγορές.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα νέα κριτήρια αξιολόγησης που υιοθέτησαν οι οίκοι μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η συνέχιση του προγράμματος των μεταρρυθμίσεων με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την επιτάχυνση της αναδιάρθρωσης του παραγωγικού προτύπου υπέρ του τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών, πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα των κυβερνητικών επιλογών.

Η αξιοπιστία του οδικού χάρτη για παροχή νέων ελαφρύνσεων στο ελληνικό χρέος, ειδικά αν περιορίζει τους κινδύνους που απορρέουν από ασθενέστερο, από το αναμενόμενο, μελλοντικό ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης, θα διευκόλυναν επίσης τις αποφάσεις τους όπως και η πολιτική σταθερότητα και η διαχρονική συνέπεια των πολιτικών.

Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στη μεταμνημονιακή πορεία της χώρας αυτό συνδέεται με το σχεδιασμό της κυβέρνησης να διασφαλίσει αυτό που η ίδια αποκαλεί «καθαρή» έξοδο στις αγορές ώστε να εξασφαλίσει βαθμούς ελευθερίας για να ακυρώσει ή να αναστείλει το πρόγραμμα  μεταρρυθμίσεων.

Ουσιαστικά η κυβέρνηση επιδιώκει την επονομαζόμενη «καθαρή έξοδο» προκειμένου να κάνει μετά ακριβώς το αντίθετο από ότι χρειάζεται για να επιτυχής η «καθαρή έξοδος» και να διατηρήσει η χώρα την πρόσβαση στις αγορές. Μάλιστα προαναγγέλλει τις προθέσεις της! Αυτό θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην αξιολόγηση της χώρας. Θα διαμορφώσει υψηλά το κόστος δανεισμού της περιορίζοντας ακόμη περισσότερο το δημοσιονομικό χώρο και τις αναπτυξιακές προοπτικές.

Οκτώ χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης οι αξιολογήσεις των τριών οίκων  θα καθορίσουν σε σημαντικό βαθμό αυτήν την φορά την μεταμνημονιακή πορεία της Ελλάδας. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να παραγνωρίσει την πραγματικότητα αυτή για να χτίσει την πολιτική αφήγηση περί «καθαρής» εξόδου. Ούτε και οι επόμενες κυβερνήσεις αφού πολιτική σταθερότητα και διαχρονική συνέπεια των πολιτικών θα επηρεάζουν την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας.

«Ο Κώστας Καραμανλής οδήγησε τη χώρα στο μνημόνιο και ο Τσίπρας κάνει πως δεν καταλαβαίνει τίποτε γι’ αυτή την περίοδο» δήλωσε στο Ραδιόφωνο 24/7 στους 88,6 ο πρώην υπουργός Οικονομικών Φίλιππος Σαχινίδης, σχολιάζοντας την επίσκεψη του πρωθυπουργού στο Καστελόριζο, οκτώ χρόνια μετά από αυτή του Γιώργου Παπανδρέου που ανακοίνωσε την ένταξη της χώρας στο μνημόνιο.

Τόνισε ότι ο κ. Τσίπρας μπορεί να θέλει να συνδέσει τη δική του παρουσία στο Καστελόριζο με την έξοδο της Ελλάδας από τα μνημόνια, αλλά είναι άλλο πράγμα η έξοδος από τα μνημόνια και άλλο η έξοδος από την κρίση.

Σημείωσε ότι ο Αλέξης Τσίπρας θα προσπαθήσει να πείσει τους πολίτες ότι η Ελλάδα βγαίνοντας από το μνημόνιο θα βγει και από την κρίση, αλλά δεν ισχύει.

Πρόσθεσε ότι η χώρα έχει δεσμεύσεις και κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι παρουσιάζει πρόγραμμα ανάπτυξης στο εξωτερικό και όχι στα κόμματα.

Όπως είπε μάλιστα το πρόγραμμα ανάπτυξης θα μπορούσε να ενσωματώσει και προτάσεις των άλλων κομμάτων.

Η σημερινή πρώτη συνεδρίαση της Κεντρικής Πολιτικης Επιτροπής του Κινήματος Αλλαγής πραγματοποιείται 18 περίπου μήνες πριν την Συνταγματική ημερομηνία για την διεξαγωγή των εκλογών.

Στην πραγματικότητα ο χρόνος που έχουμε στη διάθεση μας για να προετοιμαστούμε είναι πολύ λιγότερος αφού όπως όλα δείχνουν οι εκλογές θα διεξαχθούν στο διάστημα μεταξύ φθινοπώρου 2018 και Άνοιξης 2019.

Σε αυτό το περιορισμένο χρονικό διάστημα θα πρέπει να καταβάλλουμε προσπάθεια για να πετύχουμε τους δύο κομβικούς αλλά δύσκολους στην επίτευξη πολιτικούς στόχους:

  • Να αποκαταστήσουμε στη συνείδηση των πολιτών την αξιοπιστία της πολιτικής ως του προνομιακού χώρου επίλυσης των σύνθετων οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων που μας κληροδότησε η κρίση.
  • Να αναδειχθούμε ως ο ισχυρός αντίπαλος της δεξιάς κάτι που μεταξύ άλλων προϋποθέτει την στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο μεγάλος κίνδυνος που διατρέχει η πολιτική ζωή στην χώρα είναι η αυξανόμενη αποστασιοποίηση των πολιτών από την πολιτική.

Αυτό υπήρξε το αποτέλεσμα του απαξιωτικού και μηδενιστικού λόγου για την εκάστοτε κυβέρνηση και το έργο της που υιοθετούσαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης ιδιαίτερα τα λαϊκιστικά κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Ήταν όμως και το αποτέλεσμα της παρατεταμένης διάρκειας της κρίσης και της μεγάλης απώλειας σε όρους ΑΕΠ και θέσεων εργασίας.

Οι μεγάλες απώλειες της Ελλάδας σε σχέση με αυτές άλλων χωρών που μπήκαν στα μνημόνια οφείλεται αφενός στο μεγαλύτερο μέγεθος των προβλημάτων στην έναρξη της κρίσης και αφετέρου στο γεγονός ότι η αντιπολίτευση δεν συναίνεσε στην υλοποίηση των αναγκαίων αλλαγών από τη στιγμή που η χώρα έχασε την πρόσβαση στις αγορές. Ας μην ξεχνούμε τη στάση που τήρησε η ΝΔ από τον Οκτώβριο του 2009 μέχρι και τον Μάιο του 2012. Ούτε αυτή που τήρησε ο ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο μέχρι και τον Δεκέμβρη του 2014.

Στις άλλες χώρες υπήρξαν συναινέσεις και συνεννοήσεις και η πολιτική αντιπαράθεση έμεινε στα πεδία πολιτικής πέρα από αυτά που σχετίζονταν με την υλοποίηση των αναγκαίων αλλαγών για να ξεπεραστεί η κρίση.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο γεγονός η απαξίωση της πολιτικής στην Ελλάδα ούτε πρέπει να υποτιμούμε τους κινδύνους για την πολιτική σταθερότητα από τη πρωτοφανή μείωση του ποσοστού συμμετοχής στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 στο 56%.

Διαφορετικά κινδυνεύουμε να δούμε στο προσεχές μέλλον ένα μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας να γυρίζει την πλάτη στην πολιτική και να γοητεύεται από ακραίες και εξωθεσμικές επιλογές. Πολύ περισσότερο αν η χώρα κάποια στιγμή στο προσεχές μέλλον εκτεθεί στις συνέπειες μιας νέας εξωγενούς κρίσης.

Σήμερα δέκα χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης και οκτώ χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε ότι η έξοδος από τα μνημόνια δεν διασφαλίζει οριστική και ασφαλή έξοδο από την κρίση.

Ότι η ασφαλής και οριστική έξοδος από την κρίση προϋποθέτει ορισμένες ελάχιστες συνεννοήσεις μεταξύ των οποίων είναι το θέμα της ελάφρυνσης του χρέους και της αναθεώρησης των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα, το Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων, η αναθεώρηση του Συντάγματος τα θέματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας.

Από τα προαναφερθέντα ζητήματα ειδικά η αναθεώρηση του Συντάγματος προϋποθέτει εξ ορισμού την επίτευξη ευρύτερων συναινέσεων.

Με δεδομένο ότι η ΝΔ που είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων το 2013, οπότε μπορούσε να ξεκινήσει η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, δεν το έπραξε τότε, δεν έχουμε το περιθώριο σήμερα να καθυστερήσουμε άλλο. Πιστεύω ότι αυτό έγινε κατανοητό και από τον κ. Μητσοτάκη και για αυτό τροποποίησε την αρχική του στάση.

Ας μην μπερδεύουν λοιπόν κάποιοι την αξιακή πολιτική επιλογή για ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις που έχει ανάγκη η χώρα με τη συμπόρευση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί στην πρόταση μας για συναινέσεις περιλαμβάνεται και η ΝΔ.

Σε κάθε περίπτωση ας γίνει κατανοητό ότι η αντίθεση της εκλογικής μας βάσης να συμμετέχει ένα στέλεχος μας μετά τις εκλογές ως Υπουργός σε μια Κυβέρνηση υπό τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ισοδύναμη με την αντίθεση της να συμμετάσχουν τα στελέχη μας σε Κυβέρνηση υπό τη ΝΔ.

Ας παραμερίσουν λοιπόν κάποιοι το άγχος της μελλοντικής τους υπουργοποίησης σε κυβερνήσεις άλλων.

Διότι το ιστορικό μας καθήκον είναι να εργαστούμε ώστε να αποκτήσουμε αυτόνομο πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της χώρας.

Έτσι θα  επιβάλλουμε τους όρους και τις προϋποθέσεις συναινέσεων για τις απαραίτητες αλλαγές, αντί να αυτοεγκλωβιζόμαστε στο ρόλο του χρήσιμου κυβερνητικού συνεργάτη.

Σε ό,τι αφορά τον στόχο μας για στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ αυτός ξεκινά από την εκτίμηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει ούτε μπορεί να διασφαλίσει την οριστική και ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση.

Άλλωστε η κρίση και ο άκρατος λαϊκισμός του έφεραν τον ΣΥΡΙΖΑ στη θέση που είναι σήμερα.

Τώρα που κατέρρευσε η τεχνητή διαίρεση μνημονιακών – αντιμνημονιακών δυνάμεων ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να κρυφτεί πίσω από μια νέα τεχνητή διαίρεση:

«το νέο και ηθικό» έναντι του «παλιού και διεφθαρμένου».

Η πραγματική όμως σύγκρουση σήμερα στην Ελλάδα είναι μεταξύ των προοδευτικών δυνάμεων της αλήθειας και της ευθύνης όπως το Κίνημα Αλλαγής, που  προτάσσουν τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών, έναντι των συντηρητικών δυνάμεων, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ, που προτάσσουν το συμφέρον του κόμματος και των στελεχών του και θέτουν σε δεύτερη μοίρα το συμφέρον της χώρας και της κοινωνίας.

Η πραγματική σύγκρουση σήμερα είναι μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων όπως το Κίνημα Αλλαγής που θέλουν να κατεδαφίσουν το πελατειακό κράτος και να οικοδομήσουν ανοικτούς πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς και των δυνάμεων όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ που επιδιώκουν να κτίσουν το δικό τους πελατειακό κράτος και να συντηρούν κλειστούς πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς.

Για αυτό θεωρούμε αναγκαία την στρατηγική  ήττα του ΣΥΡΙΖΑ.

Ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζουμε ότι θα οδηγήσει τη χώρα σε νέα πολιτικά οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα η αντικατάσταση του πελατειακού κράτους του ΣΥΡΙΖΑ με αυτό της ΝΔ αν στις επόμενες εκλογές κερδίσει η ΝΔ.

Ας επικεντρωθούμε λοιπόν στη χάραξη μιας αυτόνομης πορείας.

Μόνο αυτός ο ρόλος ταιριάζει στη Δημοκρατική Παράταξη ώστε να εργαστεί για την οριστική και ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση.

Και σε αυτή την μάχη οφείλουμε όλοι να συστρατευτούμε.

-Το τρίτο μνημόνιο ολοκληρώνεται τον Αύγουστο, κ. Σαχινίδη. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα προχωρά στην ανάπτυξη χωρίς δεσμεύσεις ή θα υπάρξει και τέταρτο;

Με την έξοδο από τα μνημόνια δεν σημαίνει ότι θα έχουμε οριστική και ασφαλή έξοδο από την κρίση με μετάβαση σε διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Για να περάσουμε σε διατηρήσιμη ανάπτυξη πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα που μας οδήγησαν στην κρίση του 2009. Κάτι που μέχρι στιγμής δεν έχει προχωρήσει στο επιθυμητό βαθμό αν εξαιρέσουμε τα δύο πρώτα χρόνια της κρίσης, που έγιναν αρκετά τολμηρά βήματα. Αντίθετα, βλέπουμε την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να κτίζει ένα νέο πελατειακό κράτος με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη χώρα και την οικονομία.

Οκτώ χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου δεν υπάρχει ούτε μια χώρα στην Ευρώπη διατεθειμένη να προσφέρει νέο φθηνό δανεισμό στην Ελλάδα για άλλη μια τριετία. Άρα, δεν μπορεί να υπάρξει τέταρτο μνημόνιο.

-Πιστοληπτική γραμμή ή αποθεματικό; Τι είναι πιο συμφέρον για τη χώρα;

Λάθος δίλλημα. Αν εκδηλωθεί μελλοντικά μια διεθνής κρίση μας προστατεύει η προληπτική γραμμή ή το αποθεματικό; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ότι κανένα από τα δύο δεν θα μας προστατέψει. Η οικονομία και οι εργαζόμενοι θα είναι προστατευμένοι στο ενδεχόμενο μιας νέας διεθνούς κρίσης μόνο αν ολοκληρωθούν οι αναγκαίες αλλαγές και προχωρήσει η αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου.

Με την «καθαρή έξοδο» η κυβέρνηση επιχειρεί να κτίσει τη νέα της πολιτική αφήγηση: «ναι μεν υπέγραψα το Τρίτο Μνημόνιο εξ’ ανάγκης αλλά έβγαλα τη χώρα από τα μνημόνια». Στην πραγματικότητα μετά τον Αύγουστο δεν θα μπορεί μόνη της να αλλάξει τους αυστηρούς στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Η κυβέρνηση με την υποτιθέμενη «καθαρή έξοδο» έχει θέσει ως στόχο να αναστείλει ή να ακυρώσει μεταρρυθμίσεις που της στοιχίζουν πολιτικά. Με τις επιλογές της, δυστυχώς για τη χώρα, εξακολουθεί να είναι μέρος του προβλήματος και όχι μέρος της λύσης του ελληνικού προβλήματος.

-Ποια είναι η πολιτική πρόταση του Κινήματος Αλλαγής για την επόμενη ημέρα της λήξης του μνημονίου;

Το Κίνημα Αλλαγής υποστηρίζει ότι η ασφαλής και οριστική έξοδος της χώρας από την κρίση προϋποθέτει ευρείες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις για να ανακτηθεί πολιτική αξιοπιστία στην Ευρώπη που χάθηκε μετά τις αδιέξοδες και επικίνδυνες κυβερνητικές επιλογές του 2015. Με ενισχυμένη την αξιοπιστία θα διεκδικήσουμε την ελάφρυνση του δημόσιου χρέους ώστε να καταστεί δυνατή η μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα από 3,5% του ΑΕΠ σε 2% από το 2019.

Η μείωση αυτή θα δημιουργήσει τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο για φορολογικές και ασφαλιστικές ελαφρύνσεις. Αυτές σε συνδυασμό με την επίλυση του προβλήματος του ιδιωτικού χρέους και ένα Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων, που θα επιταχύνει τον μετασχηματισμό της οικονομίας με ενίσχυση του τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών, θα διευκολύνουν την προσέλκυση ιδιωτικών εγχώριων και ξένων επενδύσεων.

Η ενίσχυση των ιδιωτικών επενδύσεων στα επόμενα χρόνια θα στηρίξει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και θα οδηγήσει στη δημιουργία νέων, βιώσιμων και ποιοτικών θέσεων εργασίας με καλούς μισθούς. Έτσι, θα εξασφαλιστούν και οι αναγκαίοι πόροι για τη στήριξη του κοινωνικού κράτους και όσων χτυπήθηκαν από την κρίση. Αυτός είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος αντιμετώπισης της φτώχειας και των κοινωνικών ανισοτήτων που οξύνθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης και όχι τα φιλανθρωπικά μερίσματα της κυβέρνησης παραμονές Χριστουγέννων.

-Πώς μπορεί να σχεδιαστεί και εφαρμοστεί ένα Ελληνικό σχέδιο Ανασυγκρότησης σε ασταθές διεθνές οικονομικό περιβάλλον, λόγω της πολιτικής Τράμπ και της έντασης που επικρατεί στα εθνικά θέματα κυρίως με την ρητορική επιθετικότητα της Τουρκίας;

Η κυβέρνηση απέτυχε τα προηγούμενα χρόνια να αξιοποιήσει το ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον της ποσοτικής χαλάρωσης, των χαμηλών επιτοκίων και της παγκόσμιας ανάπτυξης. Με τις επιλογές της οδήγησε τη χώρα σε δύο χρόνια ύφεσης το 2015 και το 2016, ενώ το 2017 η ανάπτυξη ήταν τελικά στο μισό του αρχικού στόχου.

Σήμερα, λοιπόν, που οι συνθήκες στο διεθνές περιβάλλον φαίνεται ότι χειροτερεύουν σε συνδυασμό με την πολιτική έντασης που συντηρεί η Τουρκία, είναι ακόμη πιο επιτακτική η ανάγκη να προχωρήσουμε σε συναινέσεις ώστε να έχουμε τον Αύγουστο θετικές αποφάσεις για το χρέος και τα ελλείμματα που θα επιτρέψουν την εκπόνηση ενός αξιόπιστου εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης της οικονομίας.

Το Κίνημα Αλλαγής υπογραμμίζει την ανάγκη για στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ αλλά ζητάτε συναίνεση για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Πως συμβαδίζουν αυτά τα δύο;

Η αναθεώρηση του Συντάγματος προϋποθέτει εξ ορισμού την επίτευξη ευρύτερων συναινέσεων. Με δεδομένο ότι η ΝΔ που είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων το 2013, οπότε μπορούσε να ξεκινήσει η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, δεν το έπραξε τότε, δεν έχουμε το περιθώριο σήμερα να καθυστερήσουμε άλλο. Πιστεύω ότι αυτό έγινε κατανοητό και από τον κ. Μητσοτάκη και για αυτό τροποποίησε την αρχική του στάση.

Σε ό,τι αφορά τον στρατηγικό μας στόχο εξακολουθούμε να υποστηρίζουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει ούτε μπορεί να διασφαλίσει την οριστική και ασφαλή έξοδο από την κρίση. Άλλωστε η κρίση και ο άκρατος λαϊκισμός του έφεραν τον ΣΥΡΙΖΑ στη θέση που είναι σήμερα.

Τώρα που κατέρρευσε η τεχνητή διαίρεση μνημονιακών – αντιμνημονιακών δυνάμεων ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να κρυφτεί πίσω από μια νέα τεχνητή διαίρεση: «το νέο και ηθικό» έναντι του «παλιού και διεφθαρμένου».

Η πραγματική όμως σύγκρουση σήμερα στην Ελλάδα είναι μεταξύ των προοδευτικών δυνάμεων, όπως το Κίνημα Αλλαγής, που προτάσσουν τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών, έναντι των συντηρητικών δυνάμεων, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, που προτάσσουν το συμφέρον του κόμματος και των στελεχών του και θέτουν σε δεύτερη μοίρα το συμφέρον της χώρας και της κοινωνίας.

Είναι η σύγκρουση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων που θέλουν να κατεδαφίσουν το πελατειακό κράτος και να οικοδομήσουν ανοικτούς πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς και των δυνάμεων που επιδιώκουν να κτίσουν το δικό τους πελατειακό κράτος και να συντηρούν κλειστούς πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς και τον παρεοκρατικό καπιταλισμό. Στις πρώτες δυνάμεις ανήκει το Κίνημα Αλλαγής. Στις δεύτερες ανήκουν ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ. Για αυτό θεωρούμε αναγκαία την στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ. Ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζουμε ότι θα οδηγήσει τη χώρα σε νέα αδιέξοδα η αντικατάσταση του πελατειακού κράτους του ΣΥΡΙΖΑ με αυτό της ΝΔ αν στις επόμενες εκλογές κερδίσει η ΝΔ.

-Τι απαντάτε σ’ όσους λένε ότι προκαλείται σύγχυση και εκπέμπεται μήνυμα προσέγγισης με τον ΣΥΡΙΖΑ;

Να μην μπερδεύουν την αξιακή πολιτική επιλογή για ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις που έχει ανάγκη η χώρα με τη συμπόρευση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί στην πρόταση μας για συναινέσεις περιλαμβάνεται και η ΝΔ.

Σε κάθε περίπτωση ας κατανοήσουν ότι η αντίθεση της εκλογικής μας βάσης να συμμετέχει ένα στέλεχος μας μετά τις εκλογές ως Υπουργός σε μια Κυβέρνηση υπό τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ισοδύναμη με την αντίθεση της να συμμετάσχουν τα στελέχη μας σε Κυβέρνηση υπό τη ΝΔ. Ας παραμερίσουν λοιπόν το άγχος της μελλοντικής τους υπουργοποίησης σε κυβερνήσεις άλλων.

Το ιστορικό μας καθήκον είναι να εργαστούμε ώστε να αποκτήσουμε αυτόνομο πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της χώρας, επιβάλλοντας έτσι όρους και προϋποθέσεις συναινέσεων για τις απαραίτητες αλλαγές, αντί να αυτοεγκλωβιζόμαστε στο ρόλο του χρήσιμου κυβερνητικού συνεργάτη.

Ας επικεντρωθούμε στη χάραξη μιας αυτόνομης πορείας. Μόνο αυτός ο ρόλος ταιριάζει στη Δημοκρατική Παράταξη ώστε να εργαστεί για την οριστική και ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση.

-Πως σχολιάζετε την επίθεση φιλίας για συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων από τα κυβερνητικά στελέχη; Υπάρχει κοινό έδαφος;

Αν και δεν είναι της ειδικότητας μου ο κλάδος αυτός, πολλές από τις δηλώσεις των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ μοιάζουν να προέρχονται από άτομα με συμπτώματα διπολικής διαταραχής. Δευτέρα-Τετάρτη-Παρασκευή είναι υπέρ της Συνεργασίας με το Κίνημα Αλλαγής. Τρίτη-Πέμπτη-Σάββατο, κατά τα στελέχη αυτά, το Κίνημα Αλλαγής, και οι δυνάμεις που μετέχουν σε αυτό, είναι δυνάμεις που εκπροσωπούν «το παλιό και διεφθαρμένο καθεστώς που οδήγησε στην κρίση και έφερε τα Μνημόνια».

Το ότι στο ΣΥΡΙΖΑ έχουν εισρεύσει στρατιές στελεχών που προέρχονται είτε από την Καραμανλική Δεξιά είτε από το ΠΑΣΟΚ ή ότι συνεργάζονται με ένα ακροδεξιό κόμμα των ΑΝΕΛ δεν φαίνεται να τους απασχολεί. Ίσως επειδή θεολογικά αντιμετωπίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ ως την κολυμπήθρα του Σιλωάμ που αίρει όλες τις αμαρτίες του κόσμου. Προφανώς και τις δικές τους.

-Ποια θα πρέπει να είναι η στρατηγική απάντηση της Ελλάδας στην επιθετικότητα της Τουρκίας στο Αιγαίο και την Κύπρο;

Η Ελλάδα πρέπει να μείνει σταθερή στις θέσεις της για φιλικές σχέσεις με όλες τις γειτονικές χώρες στη βάση του σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου και των Συνθηκών. Οφείλουμε να αξιοποιούμε τη συμμετοχή μας στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ αλλά και τις φιλικές μας σχέσεις με χώρες της ευρύτερης περιοχής. Κάθε κυβέρνηση οφείλει με τις επιλογές της να στηρίζει το στρατιωτικό δόγμα της αποτρεπτικής ισχύος. Σε κάθε περίπτωση η πολιτική ηγεσία οφείλει να μην παρασύρεται από τις επιλογές των γειτόνων που επιθυμούν να διαμορφώσουν συνθήκες ώστε να φέρουν την Ελλάδα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ένα ατύχημα ή ένα θερμό επεισόδιο με την Τουρκία θα έχει καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία και τις προοπτικές της χώρας. Οφείλουμε να βρούμε έναν τρόπο διαχείρισης της αστάθειας στην ευρύτερη περιοχή, που περιλαμβάνει και την τουρκική επιθετικότητα, που θα είναι επωφελής για τα εθνικά συμφέροντα.

Αυτό το τριήμερο είμαστε εδώ γιατί πήραμε μια μεγάλη απόφαση, να ενώσουμε τις δυνάμεις μας και να εργαστούμε για την οριστική και ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση.

Να διασφαλίσουμε ότι η χώρα δεν θα χάσει άλλη μια δεκαετία.

Να  παραδώσουμε στην επόμενη γενιά μια Ελλάδα καλύτερη από αυτή που παραλάβαμε από τους γονείς μας.

Να παλέψουμε με τα άλλα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά και προοδευτικά κόμματα για μια Ευρώπη προοδευτική που θα δίνει στον κοινωνικό πυλώνα την ίδια βαρύτητα με τον οικονομικό πυλώνα.

Να βάλουμε ως στόχο στην Ευρώπη την ολοκλήρωση όχι μόνο της τραπεζικής ένωσης αλλά και της δημοσιονομικής ένωσης.

Φίλες και φίλοι,

Το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης του 2008 οδήγησε σε ορισμένα πολιτικά παράδοξα.

Το πρώτο παράδοξο είναι ότι ενώ στην πράξη ηττήθηκαν οι νεοφιλελεύθερες απόψεις για την πλήρη και ανεξέλεγκτη απελευθέρωση των αγορών το πολιτικό τίμημα δεν το πλήρωσαν τα δεξιά κόμματα που υπερασπίστηκαν αυτές τις απόψεις.

Το πλήρωσαν τα κόμματα της κεντροαριστεράς, της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

Ένα δεύτερο πολιτικό παράδοξο είναι ότι – με εξαίρεση την Ελλάδα – την υποχώρηση της κεντροαριστεράς δεν την καρπώνεται η ριζοσπαστική αριστερά ή όποια άλλη εκδοχή της αριστεράς.

Κερδισμένα βγαίνουν λαϊκιστικά κόμματα κυρίως της άκρας η της εθνικιστικής Δεξιάς, τα οποία προσελκύουν πρώην ψηφοφόρους των σοσιαλιστών.

Προωθώντας ως λύση στα σύνθετα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα τον πολιτικό και οικονομικό εθνικισμό και την ξενοφοβία.

Εύλογα λοιπόν με βάση  την εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας τίθεται το ερώτημα;

Ποιο είναι το μέλλον της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη;

Μπορεί αυτή να αποκτήσει ξανά πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή;

Η απάντηση είναι ναι αλλά θέλει πολύ δουλειά.

Για να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη των πολιτών πρέπει να  επαναπροσδιορίσουμε την ταυτότητα μας.

Να ορίσουμε τις νέες κοινωνικές συμμαχίες.

Να απαντήσουμε στις σημερινές αγωνίες των πολιτών και ιδιαίτερα στον φόβο, την έλλειψη αυτοπεποίθησης και προοπτικής και την γενικευμένη ανασφάλεια σε όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής που προκύπτουν από την παγκοσμιοποίηση και την ασυδοσία της ελεύθερης αγοράς, την έκρηξη της τεχνολογίας, την γήρανση και τις προσφυγικές ροές.

Αυτή είναι η αναγκαία προϋπόθεση για να ανακτήσουμε κεντρικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της χώρας μας.

Για το σκοπό αυτό είναι χρήσιμο να κωδικοποιήσουμε τα συμπεράσματα σχετικά με τα αίτια που οδήγησαν στην πτωτική πορεία της κεντροαριστεράς στην Ευρώπη.

1)  Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι οι κυβερνητικές συνεργασίες των σοσιαλιστών με τον ιστορικό τους αντίπαλο, δηλαδή τα δεξιά κόμματα, κοστίζουν εκλογικά. Αυτό προκύπτει από την εμπειρία της Γερμανίας και της Ολλανδίας, όπου το SPD και το Εργατικό Κόμμα έχασαν σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων τους. Αντίστοιχη είναι και η εμπειρία του ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα.

2)  Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η μείωση των εγγεγραμμένων μελών και η απαξίωση της θεσμικής λειτουργίας των κομμάτων οδήγησαν στη μείωση της εκλογικής τους επιρροής, εξαιτίας της αποκοπής από την εκλογική τους βάση. Όταν οι πολίτες νιώθουν ότι δεν τους ρωτούν, ότι δεν τους λαμβάνουν υπόψη, τότε γυρίζουν την πλάτη στο κόμμα τους, στην πολιτική, αδιαφορούν.

3)  Η πτωτική πορεία των σοσιαλιστικών κομμάτων στην Ευρώπη δεν σχετίζεται μονοσήμαντα με τα μνημόνια και τις πολιτικές λιτότητας. Από τις χώρες στις οποίες έγιναν εκλογές το 2017 και έχασαν τα σοσιαλιστικά κόμματα καμία δεν είχε την εμπειρία των μνημονίων. Αντίθετα, στην Πορτογαλία οι σοσιαλιστές που διαπραγματεύτηκαν το πρώτο και μοναδικό μνημόνιο της χώρας στις εκλογές του 2016 συγκράτησαν τις δυνάμεις τους.

4)  Τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα χάνουν έδαφος γιατί δεν εμπλούτισαν τις προγραμματικές τους θέσεις με προτάσεις για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, που να δίνει πειστικές απαντήσεις στα πραγματικά προβλήματα που τους απασχολούν, όταν φάνηκε ότι το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο δεν ανταποκρίνονταν στα νέα δεδομένα που συνδιαμόρφωναν η παγκοσμιοποίηση και η  θεσμικά ατελής ευρωζώνη.

Έτσι, στα χρόνια μετά την κρίση σε χώρες της Ευρώπης μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα οι ανισότητες άρχισαν  να διογκώνονται και να αυξάνονται τα φαινόμενα ακραίας φτώχειας.

Κυρίως γιατί μεγάλα τμήματα του πληθυσμού βρέθηκαν χωρίς δουλειά ή γιατί οι μισθοί δεν ήταν ικανοποιητικοί.

Αντίθετα, ισχυρές επιχειρήσεις με τεράστια κέρδη αλλά και πολίτες με υψηλά εισοδήματα αξιοποιούν κάθε δυνατότητα, νόμιμη ή μη, για να αποφύγουν τη φορολόγηση. Στερώντας από το κράτος φορολογικά έσοδα για να στηρίξει τις κοινωνικές παροχές που ήταν ιδιαίτερα αναγκαίες στα χρόνια της κρίσης.

Σε αυτές τις μεγάλες προκλήσεις καλείται σήμερα το Κίνημα Αλλαγής να καταθέσει προς συζήτηση  τις δικές του προτάσεις για την Ελλάδα της επόμενης ημέρας.

Οι προγραμματικές μας αναζητήσεις δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι μια παραλλαγή του παλαιού εθνικού κεϋνσιανισμού που ευνοούσε σε συνθήκες κρίσης την αύξηση των κρατικών δαπανών για να στηριχτεί  η οικονομία ανεξάρτητα από τα αίτια της κρίσης.

Σήμερα αυτή η πολιτική δεν είναι χρήσιμη στις χώρες της Ευρωζώνης, ειδικά τις υπερχρεωμένες όπως η Ελλάδα.

Τώρα ήρθε η ώρα να ανοίξει η συζήτηση για τη δημοσιονομική ένωση της Ευρώπης με προϋπολογισμό που θα επιτρέπει να στηριχτούν χώρες ή περιοχές που πλήττονται από την κρίση.

Δεν είναι όμως λύση ούτε οι γενικόλογες αναφορές για προγραμματική στροφή προς τα αριστερά. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη το είδαμε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Αλλά ποια αριστερά; Αυτή που στην Ελλάδα συνεργάζεται με τους ακροδεξιούς των ΑΝΕΛ;

Που εργαλειοποιεί τους θεσμούς;

Που ξαναχτίζει το πελατειακό κράτος που μας οδήγησε στην κρίση και την κατάρρευση;

Που αντιμετωπίζει ιδεοληπτικά τις ξένες επενδύσεις και την ανάγκη για παραγωγή νέου πλούτου;

Φίλες και φίλοι,

Το Κίνημα Αλλαγής σήμερα καταθέτει τις προτάσεις του για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο και την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.

Οι προτάσεις μας βάζουν ως προτεραιότητα πως θα βγει η χώρα από την κρίση οριστικά και με ασφάλεια.

Προσδιορίζουμε τις διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που πρέπει να προκρίνουμε για να αλλάξει το παραγωγικό πρότυπο της χώρας μας.

Να δημιουργηθούν επιχειρήσεις ανταγωνιστικές και εξωστρεφείς που θα προσφέρουν νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας με καλούς μισθούς.

Αλλαγές που θα προετοιμάσουν τη χώρα ώστε να είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει χωρίς οικονομικό και κοινωνικό κόστος ή με πολύ μικρότερο από αυτό που βιώσαμε,  κρίσεις που μπορεί να εκδηλωθούν μελλοντικά.

Θέλουμε η Ελλάδα να γίνει η χώρα που θα προσελκύει ξένες και εγχώριες επενδύσεις  για τη δημιουργία νέων και ποιοτικών θέσεων εργασίας για την αντιμετώπιση της μακροχρόνιας ανεργίας και την καταπολέμηση των ανισοτήτων, που ενισχύθηκαν την τελευταία δεκαετία.

Αυτές οι προτεραιότητες γίνονται σημείο αιχμής των προγραμματικών μας προτάσεων.

Προτείνουμε τη συγκρότηση μιας νέας κοινωνικής συμμαχίας, που θα εκφράσει όχι μόνο τις υγιείς παραγωγικές δυνάμεις αλλά και τις αγωνίες αυτών που χτυπήθηκαν από την κρίση και την παγκοσμιοποίηση.

Αναγνωρίζουμε την ανάγκη για ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις σε κεντρικούς στόχους που αφορούν τη συζήτηση για το χρέος και τη μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα στα οποία δεσμεύτηκε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μέχρι το 2022 εξαιτίας του τεράστιου ελλείμματος αξιοπιστίας που δημιούργησαν οι επιλογές της το 2015.

Ένα έλλειμμα αξιοπιστίας που οδήγησε στην επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων και κόστισε την επιστροφή στην ύφεση το 2015 και 2016 και τον ορισμό αυτών των φιλόδοξων στόχων για τα πλεονάσματα που δυσκολεύουν τη μετάβαση σε διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Μόνο με ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις θα ξεφύγουμε από την παγίδα των σειρήνων του εθνολαικισμού.

Έτσι θα θωρακίσουμε τη δημοκρατία.

Έτσι μόνο δεν θα χάσουμε άλλη μια δεκαετία.

Σε ότι αφορά τη διασφάλιση της πολιτικής σταθερότητας, προϋπόθεση για τη μετάβαση σε διατηρήσιμη ανάπτυξη, δεν μπορεί το Κίνημα Αλλαγής να εξωθείται από διάφορα κέντρα σε ένα συμπληρωματικό ρόλο  συνεργασίας είτε με τη δεξιά είτε με την αριστερή συντήρηση (ΝΔ ή το ΣΥΡΙΖΑ).

Έχουμε τις προοδευτικές προγραμματικές μας θέσεις και τις θέτουμε στην κρίση των πολιτών.

Αν από το εκλογικό αποτέλεσμα τεθεί ζήτημα κυβερνητικών συνεργασιών ας μας πούνε ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ αν συμφωνούν με το πρόγραμμά μας και τις προτεραιότητες που θέτουμε για τη χώρα.

Ας μας πουν αυτοί ποιον επιλέγουν για συνεργασία και με βάση ποιο σχέδιο για τη χώρα.

Εμείς, όταν έπρεπε, επιδείξαμε εθνικά υπεύθυνη στάση όταν, αυτοί που σήμερα αγωνιούν να κτίσουν  ένα νέο δικομματισμό, ύψωναν τα λάβαρα του αντιμνημονίου με τα «Ζάππεια» ή τα «προγράμματα Θεσσαλονίκης».

Φίλες και φίλοι,

Έχουμε το πολύ 18 μήνες μπροστά μας  μέχρι τις εκλογές.

Η επόμενη μάχη θα είναι η πιο κρίσιμη για την πορεία της ελληνικής κεντροαριστεράς και τις δυνάμεις του δημοκρατικού σοσιαλισμού.

Η επίτευξη των εκλογικών στόχων του Κινήματος Αλλαγής προϋποθέτει την αξιοποίηση όλων των μελών και την ενεργό συμμετοχή τους.

Για να ανακτήσει η πολιτική την χαμένη αξιοπιστία της  στη συνείδηση των πολιτών οι πολίτες πρέπει να συμμετέχουν στη διαμόρφωση της πολιτικής.

Η πρόκληση για το Κίνημα Αλλαγής είναι μεγάλη, όπως και οι ευθύνες όλων μας.

Με  την προγραμματική μας ανανέωση αλλά και την ενεργοποίηση των 210 χιλιάδων πολιτών που προσήλθαν στις εκλογές θα το πετύχουμε.

Ας τολμήσουμε.

Όχι για εμάς αλλά για την Ελλάδα.

Την Ελλάδα της δημιουργίας, της προόδου, της ανεκτικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Για αυτήν αγωνιζόμαστε και σε αυτόν τον αγώνα σας καλώ να συστρατευτούμε.

Θέλω να εκφράσω την ικανοποίησή μου για τη σημερινή σας παρουσία στην εκδήλωση για τον προσυνεδριακό διάλογο του Κινήματος Αλλαγής.

Είμαστε στο ξεκίνημα μιας μεγάλης πορείας που θα καταστήσει το Κίνημα Αλλαγής την ισχυρή δύναμη που θα παλεύει για την προοδευτική πορεία της χώρας συγκρουόμενη με τη δεξιά και αριστερή συντήρηση.

Για να διασφαλιστεί ότι η πορεία της χώρας μελλοντικά θα είναι σταθερή και ασφαλής.

Ότι οι πολίτες θα ξαναγίνουν οι πρωταγωνιστές των εξελίξεων συμμετέχοντας στη διαμόρφωση των πολιτικών που αφορούν αυτούς και τα παιδιά τους.

Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για εμάς.

Και ξεκινάμε τώρα το διάλογο με τους πολίτες.

Να τους ακούσουμε.

Να τους αποδείξουμε ότι καταλαβαίνουμε το φόβο που νοιώθουν και την αγωνία τους για τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, στην Ευρώπη ή και πέρα από αυτή.

Ότι μέλημά μας στο σχεδιασμό των προτάσεων μας είναι να απαντήσουμε στην αγωνία τους και να διασφαλίσουμε ότι η Ελλάδα μπορεί να γίνει μια ευνομούμενη χώρα που θα προσελκύσει επενδύσεις και θα έχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Ώστε να δημιουργηθούν νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας με μισθούς που θα εξασφαλίζουν αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο για την οικογένεια τους.

Είμαστε εδώ για να κτίσουμε ξανά μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

Μια σχέση που θα αποκαταστήσει στα μάτια τους το ρόλο της πολιτικής ως το προνομιακό πεδίο στο οποίο θα αντιμετωπίζονται τα σύνθετα οικονομικά και  κοινωνικά προβλήματα.

Γιατί, όσο η πολιτική απαξιώνεται στη συνείδηση των πολιτών τόσο πιο πιθανό και ευκολότερο γίνεται το ενδεχόμενο εξωθεσμικών παρεμβάσεων που θα λειτουργήσουν σε βάρος της δημοκρατίας, των εθνικών θεμάτων αλλά και των πολιτών

  1. Εθνικά θέματα.

Είμαστε σε μια εποχή έντονων προβλημάτων στα Εθνικά θέματα.

Σε μια περίοδο που η ελληνική οικονομία πρέπει να προχωρήσει με τολμηρά βήματα για να βγει οριστικά και με ασφάλεια από την κρίση.

Όμως, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ αποδεικνύει με τις επιλογές της, για μια ακόμη φορά, ότι δεν ενοχλείται από το γεγονός ότι θέτει σε κίνδυνο την πορεία και τα συμφέροντα της χώρας.

Όλα αυτά τη στιγμή που η Τουρκία έχει εντείνει την προκλητικότητά της στο Αιγαίο και την Κύπρο καταπατώντας τις διεθνείς συνθήκες και το διεθνές δίκαιο.

Αμφισβητεί κατά τρόπο απαράδεκτο τα ελληνικά κυρίαρχα δικαιώματα στα Ίμια.

H αδράνεια και η χαλαρότητα με την οποία η Κυβέρνηση χειρίστηκε το θέμα δεν εξυπηρετεί τα εθνικά μας συμφέροντα.

Οι στιγμές απαιτούν σοβαρότητα και εθνική συνεννόηση.

Το ΚΙΝΗΜΑ ΑΛΛΑΓΗΣ επιζητεί ειρηνικές σχέσεις με τη γειτονική μας χώρα στο πλαίσιο και στη βάση των αρχών και των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συνθηκών.

Αλλά και στο ζήτημα των σχέσεων μας με τη FYROM, το Κίνημα Αλλαγής, έχει υποστηρίξει την ανάγκη επίλυσης του προβλήματος της ονομασίας της.

Θέλουμε λύση συνολική και  αποτελεσματική που θα  διασφαλίζει πλήρως τα εθνικά συμφέροντα.

Μια Ενιαία Συνθήκη με νομικά δεσμευτικές εγγυήσεις που θα αποτρέπουν ενέργειες αλυτρωτισμού, προπαγάνδας και καταστρατήγησης των όσων θα συμφωνηθούν.

Με σύνθετη ονομασία για όλες τις χρήσεις.

Η τυχόν «σαλαμοποίηση» της λύσης, θα δημιουργήσει μεγαλύτερα προβλήματα στο μέλλον από αυτά που υποτίθεται πως θα λύσει.

Με βάση αυτά θα κρίνουμε και την τελική πρόταση της κυβέρνησης.

  1. Υπόθεση Novartis

Σε αυτές τις συνθήκες το συμφέρον της χώρας επιβάλλει να μείνουμε μακριά από άγονες πολιτικές αντιπαραθέσεις που δυσκολεύουν τη διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας.

Όμως η κυβέρνηση υπηρετεί μόνο το  δόγμα «ή εμείς ή αυτοί» και αδιαφορεί για τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών.

Στόχος της η εξόντωση των πολιτικών της αντιπάλων με οποιονδήποτε τρόπο όπως φαίνεται και από τον τρόπο που τώρα χειρίζεται την υπόθεση Novartis.

Το Κίνημα Αλλαγής από την πρώτη στιγμή ζήτησε την πλήρη διαλεύκανση όλων των πτυχών του σκανδάλου Novartis.

Ενός σκανδάλου που έχει πληρωθεί ακριβά από τους Έλληνες.

Ιδιαίτερα την περίοδο διακυβέρνησης της ΝΔ 2004-2009 οπότε η φαρμακευτική δαπάνη υπερδιπλασιάστηκε.

Από 2,43 δις ευρώ ανέβηκε στα 5,1 δις ευρώ.

Αντιθέτως,  επί Κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ του 2009,  με αρχή το  2010 η φαρμακευτική δαπάνη μειώθηκε δραστικά με εξυγιαντικά μέτρα που βαρύνουν εξ ολοκλήρου τις φαρμακευτικές εταιρείες.

Τα μέτρα αυτά τα πολέμησε ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος από το 2015 δεν ανέλαβε καμία περαιτέρω προσπάθεια μείωσης, ενώ με πράξεις και παραλείψεις των Υπουργών του ευνόησε τους κερδοσκόπους.

Το Κίνημα Αλλαγής  ζητά να χυθεί παντού άπλετο φως και θα στηρίξει όλες τις ενέργειες της Δικαιοσύνης για την αναζήτηση της αλήθειας, προς πάσα κατεύθυνση ανεξαιρέτως.

Το Κίνημα Αλλαγής θα υπερψηφίσει στην Βουλή την πρόταση προανακριτικής επιτροπής.

  1. Για τη δήθεν «έξοδο από την κρίση».

Τις επόμενες ημέρες η Γραμματεία που ανέλαβε την ευθύνη για την εκπόνηση του προγράμματος του Κινήματος Αλλαγής θα παρουσιάσει τις προτάσεις της.

Αυτές θα τεθούν προς συζήτηση στον προσυνεδριακό διάλογο αλλά και κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου.

Οι πολίτες βλέπουν τις προοπτικές αλλά και τις επιδόσεις της χώρας να απέχουν πολύ από τις διακηρύξεις της κυβέρνησης.

Παρακολουθούν την απέλπιδα προσπάθεια της κυβέρνησης να χτίσει το νέο ιδεολόγημά της ότι η έξοδος από τα μνημόνια συνεπάγεται και έξοδο της χώρας από την κρίση.

Με τη νέα αφήγηση περί «καθαρής εξόδου» τα «επεισόδια» της τριλογίας του ΣΥΡΙΖΑ ολοκληρώνονται.

Το πρώτο επεισόδιο ήταν θα σκίσουμε τα μνημόνια, θα τα καταργήσουμε με ένα νόμο και με ένα άρθρο.

Το δεύτερο αφορούσε το περίφημο «παράλληλο πρόγραμμα».

Τώρα παρουσιάζουν τη δήθεν «καθαρή έξοδο».

Αλλά τους έχουν πια όλοι καταλάβει.

Βλέπουν ότι αυτό το πρόγραμμα του κ. Τσίπρα με την υπερφορολόγηση και τις περικοπές δαπανών τους κρατάει για λίγο ακόμα στην εξουσία με στόχο τελικά να κληροδοτήσουν όλα τα προβλήματα στην επόμενη κυβέρνηση και όχι να λύσουν τα προβλήματα της χώρας.

Ο κ. Τσίπρας έχει ήδη «φροντίσει» να δεσμεύσει τη χώρα για πολλά χρόνια αφού έχει ήδη συμφωνήσει  και προκαταβολικά νομοθετήσει:

  • Δεσμεύσεις για δυσβάσταχτα πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ ως το 2022,
  • Δεσμεύσεις για πλεονάσματα μετά το 2023 περίπου 2% ως το 2060,
  • Την παράδοση του εθνικού πλούτου για 99 χρόνια,
  • Την αποδοχή των νέων περικοπών στις συντάξεις και την μείωση του αφορολόγητου για μισθωτούς και συνταξιούχους.

Η πορεία της οικονομίας αποδεικνύει πως με την πολιτική των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ δεν είναι δυνατή η οριστική και ασφαλής έξοδος από την κρίση.

Ο ρυθμός ανάπτυξης παραμένει ιδιαίτερα αναιμικός.

Μετά από 9 χρόνια ύφεσης και στασιμότητας το 2018 ήταν η πρώτη χρονιά με ανάπτυξη.

Όμως η ανάπτυξη αυτή είναι κάτω από το στόχο που είχε θέσει η κυβέρνηση για 2,7% με ευθύνη της κυβέρνησης.

Γιατί με την υπέρ-απόδοση στα πρωτογενή πλεονάσματα αφαιρεί χώρο από την ανάπτυξη για να ασκήσει πολιτική ελεημοσύνης αντί να χτίσει τις υποδομές για ένα σύστημα κοινωνικής προστασίας που θα προστατεύει όσους έχουν χτυπηθεί από την κρίση.

Σήμερα, η κυβέρνηση αμφισβητεί αυτά που η ίδια υποστήριζε ως κυβέρνηση.

Τότε που πανηγύριζε ότι με τη διαπραγμάτευσή της τα πρωτογενή πλεονάσματα θα είναι μικρότερα και θα δημιουργηθεί χώρος για την ανάπτυξη.

Οι πολίτες επιβαρύνονται για το 2018 με πρόσθετα μέτρα 1,8 δις ευρώ.

Οι κυβερνητικές δεσμεύσεις για 130.000 πλειστηριασμούς (με ορίζοντα 4ετίας) – και με ταυτόχρονη εγκατάλειψη κάθε μέτρου προστασίας της Α’ κατοικίας των μικρών, μεσαίων δανειοληπτών – δημιουργούν σοβαρές ανησυχίες στα ελληνικά νοικοκυριά.

Την ίδια ώρα αυξάνονται οι δαπάνες για το πελατειακό κράτος, δημιουργούνται νέες Γραμματείες και γίνονται αθρόες προσλήψεις μετακλητών.

Τα χρέη των Ελλήνων πολιτών λόγω της εξοντωτικής φορολογίας  προς το Δημόσιο ξεπερνούν για πρώτη φορά τα 101 δις ευρώ,  αποδεικνύουν  τη λάθος κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής.

Την ίδια ώρα μάλιστα που οι εξοντωτικοί φόροι οδηγούν σε απόγνωση νοικοκυριά και επιχειρήσεις, δίνονται μεγάλα φορολογικά κίνητρα για τη δημιουργία  καζίνο, αποδεικνύοντας το πώς εννοούν τη «Δίκαιη Ανάπτυξη» οι ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ.

Η κρίση δεν θα μας εγκαταλείψει όσο δεν γίνονται οι αναγκαίες αλλαγές.

Ειδικά με μια κυβέρνηση που έχει  ιδεοληπτική “αλλεργία” με τις αναγκαίες προοδευτικές μεταρρυθμίσεις που μπορούν να αντιμετωπίσουν τις παθογένειες που οδήγησαν στην κρίση.

Χρέος μας είναι τώρα όσο ποτέ άλλοτε να αναδείξουμε εμείς τη δική μας Εθνική Γραμμή.

Ώστε η κρίση να αποτελέσει παρελθόν αλλά και να μην επιστρέψει ποτέ στο μέλλον.

Η Ελλάδα μπορεί, η Ελλάδα έχει προοπτική!

Αλλά αυτό προϋποθέτει μια ΑΛΛΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ, μια εναλλακτική πρόταση, προοδευτικής διακυβέρνησης που:

  • Προωθεί ένα νέο παραγωγικό πρότυπο για την ανάπτυξη και τη δημιουργία νέου πλούτου στην χώρα.
  • Μεριμνά σταθερά για τη δίκαιη διανομή του με τη στήριξη της μεσαίας τάξης και τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων.
  • Καταπολεμά οριστικά το πελατειακό κράτος, στηρίζει και αναβαθμίζει τους θεσμούς, το πολιτικό σύστημα, την ποιότητα της Δημοκρατίας μας.
  • Έχει την αξιοπιστία να προχωρήσει σε αλλαγές στους όρους της συμφωνίας με τους εταίρους μας, ώστε να απελευθερωθούν πόροι για την Ανάπτυξη και την Κοινωνική Συνοχή.

Σε αυτή την πολιτική εμείς ως Κίνημα Αλλαγής μένουμε σταθερά προσηλωμένοι, επιδιώκοντας την Εθνική Συνεννόηση, αλλά και την στρατηγική συμπόρευση με τις ζωντανές παραγωγικές και κοινωνικές δυνάμεις της χώρας.

Η συνεννόηση προϋποθέτει ότι θα αναγνωρίσουμε όλοι τα λάθη μας στο παρελθόν.

Εμείς το κάναμε, ας το κάνουν όλοι.

Η δημοσίευση -έστω και με μεγάλη καθυστέρηση- της εσωτερικής έκθεσης της Τράπεζας Ελλάδος του 2009, απαντά πολύ καθαρά σε αυτούς που επιμένουν να αποκρύπτουν τις τραγικές ευθύνες της Κυβέρνησης της Ν.Δ (του κ. Καραμανλή) για το πως φθάσαμε στην κρίση και στα Μνημόνια.

Αποκαλύπτεται ο ρόλος τόσο της Νέας Δημοκρατίας, όσο και των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ. Αρνήθηκαν να αναλάβουν τις ευθύνες τους για την αποτροπή της καταστροφής και αντίθετα, με το  λαϊκισμό τους, οδήγησαν στη συνέχιση της κρίσης μέχρι σήμερα.

Καταδίκασαν την Ελλάδα να είναι η τελευταία χώρα στην Ευρώπη που συνεχίζει τις θυσίες για να βγει από τα μνημόνια.

Αυτά ακριβώς ζητήσαμε να αναδειχθούν με την πρότασή μας για την Εξεταστική Επιτροπή, που θα συζητήσει όλη την πορεία της οικονομίας από το 2001 ως σήμερα.

Όχι για να πάρουμε καμία ρεβάνς, αλλά για να εγκαταλειφθούν οριστικά οι απαράδεκτες λογικές και νοοτροπίες που δημιούργησαν τα ανυπέρβλητα ελλείμματα και διόγκωσαν το χρέος, που μας έφθασε στα πρόθυρα της καταστροφής.

Η κατάσταση που διαμορφώνεται στην ελληνική οικονομία καθιστά σαφές πως το τέλος του «προγράμματος» δεν συνεπάγεται την οριστική και ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση.

Στο χθεσινό Eurogroup δεν ελήφθη απόφαση για την εκταμίευση των 5,7 δις γιατί η χώρα δεν ανταποκρίθηκε στις δεσμεύσεις της.

Σύντομα θα ξεκινήσουν οι συζητήσεις για την 4η επισκόπηση του προγράμματος που θα προετοιμάσουν και το έδαφος για την έξοδο από τα μνημόνια.

Μια έξοδος στις αγορές που όπως είδαμε και από την πρόσφατη πορεία του 7ετους ομολόγου μπορεί να μας οδηγήσει σε αχαρτογράφητα νερά.

 

Με την πολιτική των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ η χώρα επιστρέφει στο 2014, με επιβάρυνση 200 δις ευρώ  για την ελληνική οικονομία σύμφωνα με τον κ. Βίζερ απερχόμενο επικεφαλής του γιουρογουορκινγκ γκρουπ (EuroWorking Group).

Η Ελλάδα όμως έχει τις δυνάμεις, μπορεί να προχωρήσει μπροστά.

Η οριστική και ασφαλής έξοδος από την κρίση απαιτεί:

  • Την άμεση ελάφρυνση του χρέους που συνεπάγεται και μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα.
  • Ένα εθνικό σχέδιο επενδύσεων που θα οδηγήσει σε επενδύσεις ιδιωτικές και δημόσιες ύψους 100 δις για την επόμενη τετραετία. Αυτές θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και θα διασφαλίσουν ανάπτυξη και πόρους για να στηριχτεί η κοινωνική προστασία.
  • Την επίλυση του προβλήματος του ιδιωτικού χρέους με έμφαση τα κόκκινα δάνεια ώστε οι τράπεζες να μπορούν να χρηματοδοτήσουν την οικονομία.
  • Ένα σχέδιο αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας.

Η έξοδος από την κρίση απαιτεί προοδευτικές αλλαγές παντού,  που θα  διασφαλίζουν διακυβέρνηση διαφάνειας, αξιοκρατίας, αποτελεσματικότητας και λογοδοσίας.

Το Κίνημα Αλλαγής στην πορεία προς το Συνέδριο, διαμορφώνει την προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης, που θα ανοίξει νέους δρόμους για την χώρα και την Κοινωνία μας, που θα αφήσει οριστικά πίσω τα αδιέξοδα.

Το Κίνημα Αλλαγής θα επιμείνει με το διακριτό και αυτόνομο λόγο του, στην γραμμή της Εθνικής Συνεννόησης, που αποτελεί την κύρια προϋπόθεση για την επίτευξη των εθνικών στόχων.

Η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών και η ανάδειξή μας ως πρωταγωνιστή στις πολιτικές εξελίξεις, θα ανοίξει το δρόμο για μια προοδευτική διακυβέρνηση που έχει ανάγκη ο τόπος.