Σελίδα 3

0

Παρέμβαση Φίλιππου Σαχινίδη Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών-ΔΗ.ΣΥ. Στην παρουσίαση της πρότασης της Κ.Ο. της ΔΗΣΥ για τα «κόκκινα» επιχειρηματικά και επαγγελματικά δάνεια

Θέλω να σας ευχαριστήσω που ανταποκριθήκατε στην πρόσκληση της Κ.Ο. της ΔΗΣΥ προκειμένου να συζητήσουμε την πρότασή της για τα «κόκκινα» επιχειρηματικά και επαγγελματικά δάνεια.

Η πρόταση αυτή κατατίθεται προς συζήτηση και θα εμπλουτιστεί με βάση τις απόψεις που θα κατατεθούν σε συζητήσεις -όπως η σημερινή -που θα γίνουν στο επόμενο διάστημα στην πορεία προς το συνέδριο.

Η σημερινή συζήτηση μας δίνει την ευκαιρία να συζητήσουμε συνολικότερα για τις πολιτικές αντιμετώπισης του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ).

Να τονίσω ότι χωρίς την επίλυση του προβλήματος αυτού η χώρα δεν θα βγει από την κρίση, οι πολίτες με χρέη δεν θα έχουν ποτέ μια δεύτερη ευκαιρία για ένα νέο ξεκίνημα και οι χρεωμένες αλλά βιώσιμες επιχειρήσεις δεν θα ανασυγκροτηθούν ποτέ.

Είναι πλέον αποδεκτό ότι η ύφεση στην οποία έχει βυθιστεί η οικονομία από το 2008 οφείλεται όχι μόνο στην περιοριστική δημοσιονομική προσαρμογή που προκάλεσε την μείωση των εισοδημάτων των νοικοκυριών και των εσόδων των επιχειρήσεων αλλά και στην περιορισμένη ρευστότητα της οικονομίας. Η αβεβαιότητα και η πολιτική αστάθεια αυτής της περιόδου περιόρισαν τη διαθέσιμη ρευστότητα.

Η αβεβαιότητα αυτή που ήταν πολύ πιο έντονη κατά την τελευταία διετία, οδήγησε στην επιβολή των capital controls στην παράταση της ύφεσης και στην επιδείνωση του προβλήματος των κόκκινων δανείων. Το πρόβλημα σήμερα επιδεινώνεται από την παρατεταμένη αβεβαιότητα εξαιτίας της μη ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης γεγονός που οδηγεί σε περαιτέρω αύξηση των «κόκκινων» δανείων.

Μετά, λοιπόν, από εννέα χρόνια ύφεσης και στασιμότητας το ζητούμενο από τους πολίτες και ιδιαίτερα από όσους έχουν πληγεί από την κρίση είναι να περάσει η οικονομία σε πορεία βιώσιμης ανάπτυξης.

Στη μετάβαση αυτή ο ρόλος των τραπεζών θα είναι κρίσιμος. Η παροχή χρηματοδότησης σε ανταγωνιστικές και εξωστρεφείς επιχειρήσεις και σε επαγγελματίες με καινοτόμες δραστηριότητες θα διευκολύνει την αλλαγή του παραγωγικού προτύπου.

Επομένως, η επίλυση των ΜΕΔ είναι αναγκαία προϋπόθεση εξόδου από την κρίση διότι θα διευκολύνει την παραγωγικότερη ανακατανομή του κεφαλαίου και της εργασίας από μη βιώσιμες σε βιώσιμες επιχειρήσεις και κλάδους της οικονομίας που παραμένει και το μεγάλο ζητούμενο μετά από μια πολυετή κρίση.

Οι ελληνικές τράπεζες μέχρι στιγμής δεν είναι σε θέση να δώσουν τις αναγκαίες πιστώσεις στις επιχειρήσεις ή τους επαγγελματίες, καθώς είναι επιβαρυμένες με υψηλά ποσοστά Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων.

Η αυξητική πορεία των ΜΕΔ από το 2012 και μετά δείχνει ότι παρά τις πρωτοβουλίες που αναλήφθηκαν κατά την προηγούμενη περίοδο το μέγεθος του προβλήματος και η παράταση της ύφεσης καθιστούν αναγκαίες νέες και πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις.

Πέρα από την ύφεση στην αύξηση των ΜΕΔ διαδραμάτισαν ρόλο και παράγοντες όπως: η αναποτελεσματικότητα των δικαστικών διαδικασιών, η προνομιακή κατάταξη του Δημοσίου και των ταμείων συντάξεων έναντι άλλων κατηγοριών πιστωτών στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, η δυσμενής φορολογική μεταχείριση των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο και των διαγραφών δανείων, η έλλειψη πλαισίου για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό και η ανυπαρξία δευτερογενούς αγοράς ΜΕΔ.

Για την αντιμετώπιση του προβλήματος η ΤτΕ εισήγαγε τον Κώδικα Δεοντολογίας, ο οποίος οριοθετεί τις σχέσεις των πιστωτικών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με τους δανειολήπτες που εμφανίζουν καθυστέρηση στην αποπληρωμή των δανείων τους.

Ο Κώδικας Δεοντολογίας των Τραπεζών παρόλο που έθεσε κανόνες και πλαίσιο διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους δε φαίνεται να είχε τα προσδοκόμενα αποτελέσματα.

Το θεσμικό πλαίσιο είναι ιδιαίτερα βαρύ και τόσο οι τράπεζες όσο και οι δανειολήπτες συχνά δεν φαίνεται να το προτιμούν αλλά προχωρούν σε ρυθμίσεις δανείων εκτός των πλαισίων του κώδικα.

Πρόσφατα, η Τράπεζα της Ελλάδος, σε συνεργασία με την Τραπεζική Εποπτεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, διαμόρφωσε ένα πλαίσιο επιχειρησιακών στόχων για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι τράπεζες έχουν συμφωνήσει στη θέσπιση στόχων οι οποίοι υποβλήθηκαν στο τέλος Σεπτεμβρίου 2016 με χρονικό ορίζοντα τριών ετών. Επιδίωξη είναι η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά περίπου 40,2 δισεκ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2019.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ παρά την κρισιμότητα του προβλήματος έχει καθυστερήσει πολύ στην ολοκλήρωση ενός θεσμικού πλαισίου που να αντιμετωπίζει ολιστικά των πρόβλημα των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων και των επαγγελματιών.

Θεσμοθέτησε τη λειτουργία Εταιρειών Διαχείρισης και Εταιρειών Απόκτησης Απαιτήσεων με τον ν.4354/2015 που αφορά τη διαχείριση δανείων και εκτός του ισολογισμού των πιστωτικών ιδρυμάτων δεν παρουσίασε όμως ένα σοβαρό σχέδιο για τη διαχείριση τους εντός του ισολογισμού των πιστωτικών ιδρυμάτων παρά ένα χρόνο μετά οπότε και κατέθεσε ένα νομοσχέδιο για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό. Το οποίο θα έχει ουσιαστικά προβλήματα στην εφαρμογή του όπως επισημαίνουν θεσμικοί φορείς.

Μια πρώτη προσέγγιση οδηγεί στην εκτίμηση ότι η λογική με αυτές τις δράσεις είναι ότι σταδιακά επιχειρείται να δημιουργηθεί ένα «οικοσύστημα» διαχείρισης των ΜΕΔ στο οποίο θα έχουν ενεργό ρόλο αρκετοί «παράγοντες». Τράπεζες, διαχειριστές, επενδυτές και funds, ακόμα και το Δημόσιο. Όλα αυτά προϋποθέτουν ένα σχέδιο το οποίο όμως η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ουδέποτε εκπόνησε.

Με αυτή την λογική επί της αρχής η δημιουργία εταιρειών διαχείρισης και απόκτησης μη εξυπηρετούμενων δανείων θα μπορούσε να οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα αν είχαν γίνει σωστές προετοιμασίες και έγκαιρα.

Ακόμη χειρότερα η κυβέρνηση υποτιμά τον παράγοντα χρόνο σε ότι αφορά την επίλυση του προβλήματος. Παραβλέπει ότι τον επόμενο χρόνο θα γίνουν τα νέα stress-test των τραπεζών.

Με καθυστέρηση το πλαίσιο συμπληρώνεται και ως προς το σκέλος της εξωδικαστικής διευθέτησης οφειλών, προκειμένου να διευκολυνθεί ο συντονισμός μεταξύ τραπεζών και άλλων πιστωτών, συμπεριλαμβανομένων του Δημοσίου και των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης.

Ένα κρίσιμο ζήτημα είναι, οι προτάσεις, όπως αυτή που καταθέτουμε και συζητούμε σήμερα, να διασφαλίζουν τη στήριξη της υγιούς επιχειρηματικότητας και την απομόνωση των στρατηγικών κακοπληρωτών.

Οι τελευταίοι, επωφελούνται μέχρι τώρα από το γεγονός ότι η σκόπιμη αθέτηση των δανειακών υποχρεώσεων δεν επιφέρει άμεσες κυρώσεις. Και έτσι ανταγωνίζονται κατά αθέμιτο τρόπο και υγιείς και συνεπείς επιχειρήσεις, υγιείς και συνεπείς επαγγελματίες.

Σύμφωνα με μια συντηρητική εκτίμηση της ΤτΕ, που βασίζεται σε δείγμα 13.000 επιχειρήσεων με δάνεια ύψους άνω του 1 εκατ. ευρώ, κατά μέσο όρο μία στις έξι επιχειρήσεις εμφανίζει χαρακτηριστικά στρατηγικού κακοπληρωτή, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι η αναλογία είναι σημαντικά μεγαλύτερη για τις μικρότερες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η πλήρης και αποτελεσματική υλοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, σε συνδυασμό με μια πιο ενεργητική πολιτική διαχείρισης των ΜΕΔ από την πλευρά των τραπεζών, θα βοηθήσει τις επιχειρήσεις, τους επαγγελματίες, αλλά και την οικονομία.

Η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα βελτιώσει την κερδοφορία των τραπεζών και θα περιορίσει την ανάγκη για σχηματισμό προβλέψεων ή για διαγραφές επισφαλών απαιτήσεων.

Το χαμηλότερο επίπεδο των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων βελτιώνει την διάθεση δανείων από μη βιώσιμες επιχειρήσεις, οι οποίες διατηρούνται τεχνητά στη ζωή, προς βιώσιμες επιχειρήσεις.

Η πρόταση της ΔΗΣΥ, που μεταξύ άλλων περιλαμβάνει και την δημιουργία ενός Ταμείου Ανασυγκρότησης, έρχεται να συμπληρώσει το θεσμικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση του προβλήματος των ΜΕΔ.

Προϋποθέτει βέβαια την εξεύρεση ιδιωτικών και δημόσιων πόρων για την λειτουργία του Ταμείου αλλά και την διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού τρόπου λειτουργίας του ώστε να μην δημιουργηθούν θέματα παραβίασης των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων. Αυτό αφορά μια σειρά πραγμάτων που έχουν να κάνουν με τις τιμές μεταβιβάσεως των δανείων από τις τράπεζες προς το Ταμείο καθώς και τελικά ποιος θα παίρνει τις ζημιές του όλου εγχειρήματος.

Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά στα τελευταία χρόνια, πρέπει να προχωρήσουν όλες οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που θα διευκολύνουν την επίλυση των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων. Έτσι θα πετύχουμε την ανακατανομή κεφαλαίων στην ελληνική οικονομία, την ενίσχυση της παραγωγικότητας, το πέρασμα σε μια βιώσιμη ανάπτυξη που θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και πόρους για να στηριχτούν αυτοί που χτυπήθηκαν από την κρίση.

Συνέδριο του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής «Κρίση-Μεταρρυθμίσεις-Ανάπτυξη» Αθήνα 28 Μαρτίου 2017

Η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας από το 2008 και η αδυναμία εξόδου από την κρίση και τα μνημόνια στα οποία αυτή οδήγησε έχει τροφοδοτήσει έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις την τελευταία επταετία ως προς τις δυνητικές οικονομικές επιλογές της χώρας για έξοδο από την κρίση. Έντονες είναι και οι αντιπαραθέσεις στους οργανισμούς που συμμετείχαν στα μνημόνια και τώρα αξιολογούν την συμμετοχή τους σε αυτά.

Έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις για τους λόγους που η χώρα με τα τρία προγράμματα οικονομικής πολιτικής απέτυχε μέχρι σήμερα να διασφαλίσει την έξοδο στις αγορές και την μετάβαση σε βιώσιμη ανάπτυξη.

Αντίστοιχα προγράμματα που υπέγραψαν άλλες χώρες της ευρωζώνης –Ιρλανδία, Κύπρος και Πορτογαλία- διευκόλυναν την επιστροφή τους στις αγορές και σε ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Για τις ανάγκες, λοιπόν, της σημερινής συζήτησης, θα επικεντρωθώ στο ρόλο που είχαν στην πορεία των ελληνικών προγραμμάτων οι μεταρρυθμίσεις.

Σύμφωνα με μια άποψη που συμμερίζεται και ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ O. Blanchard τα ελληνικά προγράμματα δεν πέτυχαν τον στόχο τους γιατί η Ελλάδα δεν προχώρησε σε έγκαιρη και αποτελεσματική υλοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων.

Η άποψη αυτή όπως μπορούμε να δούμε από  τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δεν αποδίδει την πραγματική εικόνα για την προσπάθεια που κατέβαλε η χώρα (Διαφάνεια 2). Ειδικά για την περίοδο 2011-2012, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η Ελλάδα ήταν η χώρα με τη μεγαλύτερη μεταρρυθμιστική δράση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.

Παρά την καθυστέρηση στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που περιλαμβάνονται στα προγράμματα τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα συνεχίζει να κατατάσσεται μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ με ικανοποιητικό βαθμό ανάληψης μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών.

Με το πρώτο πρόγραμμα δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη δημοσιονομική προσαρμογή, στην βελτίωση θεσμικού πλαισίου για την άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής καθώς και σε μέτρα για την αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης η οποία ήταν πολύ αδύναμη σε σχέση με αυτές άλλων χωρών σε προγράμματα.

Ιδιαίτερα σημαντικές ήταν οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν στην αγορά εργασίας την περίοδο 2010-2012. Σύμφωνα με το σχετικό δείκτη του ΟΟΣΑ Employment Protection Legislation Index, έως το 2013 έγινε πλήρης σύγκλιση του θεσμικού πλαισίου της ελληνικής αγοράς εργασίας με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Την περίοδο 2010-2016 καταγράφηκε σημαντική πρόοδος των μεταρρυθμίσεων στις αγορές προϊόντων και στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος με καθυστέρηση όμως σε σχέση με τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας.

Στο δεύτερο πρόγραμμα που ξεκίνησε το 2012 δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στους τομείς αυτούς. Μεταξύ 2008-2013 τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ισχυρή βελτίωση για την Ελλάδα έχοντας καταγράψει την καλύτερη επίδοση στη βελτίωση μεταξύ  των  χωρών που παρακολουθεί ο οργανισμός.

Παρά την αρχική ικανοποιητική πορεία σύμφωνα με το σχετικό δείκτη του ΟΟΣΑ Product Market Regulation Index, η ελληνική οικονομία το 2017 έχει σημαντικό περιθώριο για μεγαλύτερη πρόοδο  στην άρση ρυθμίσεων που περιορίζουν τον ανταγωνισμό στις αγορές προϊόντων.

Τέλος, οι μεταρρυθμίσεις στους θεσμούς, στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, στη δικαιοσύνη, στην ενίσχυση της διαφάνειας  δεν προχώρησαν κατά την περίοδο αυτή πάντα με την ίδια ταχύτητα.

Αντίθετα, σε ορισμένες περιπτώσεις τα τελευταία χρόνια, ειδικά στη δημόσια διοίκηση, την δικαιοσύνη και την παιδεία με τις αναιρούμενες μεταρρυθμίσεις, παρατηρείται μια οπισθοδρόμηση και επιστροφή σε πρακτικές και λογικές που οδηγούν σε αναπαραγωγή πελατειακών σχέσεων που ευθύνονται για την κρίση και την κατάρρευση της οικονομίας.

Οι μεταρρυθμίσεις που έγιναν αποσκοπούσαν στην αύξηση του δυνητικού προϊόντος της ελληνικής οικονομίας μακροπρόθεσμα.

Ένα από τα ζητήματα που έχει τεθεί σχετικά με το ρόλο των μεταρρυθμίσεων είναι αν μπορούν και βραχυπρόθεσμα να παραγάγουν οφέλη σε όρους ΑΕΠ. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από παράγοντες όπως:

  1. Αν οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας προηγούνται αυτών στην αγορά προϊόντων.
  2. Αν πραγματοποιούνται με ταχύτητα πολλές μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων και εργασίας ταυτόχρονα ή σε βάθος χρόνου
  3. Αν υλοποιούνται σε συνθήκες ύφεσης ή ταυτόχρονα με προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής
  4. Αν πραγματοποιούνται με ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις και σε περιβάλλον πολιτικής σταθερότητας

Στην περίπτωση της Ελλάδας προηγήθηκαν οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και στη συνέχεια ακολούθησαν οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων και υπηρεσιών.

Η Ελλάδα για να αποκομίσει τα προβλεπόμενα από τη θεωρία οφέλη έπρεπε να κάνει ταυτόχρονα τις μεταρρυθμίσεις ή να προηγηθούν  αυτές στην αγορά προϊόντων και υπηρεσιών.

Ένα άλλο ζήτημα που καθιστά την Ελλάδα ξεχωριστή περίπτωση ήταν η απότομη μείωση των πιστώσεων στην ελληνική οικονομία ταυτόχρονα με μια εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή.

Κάτι που δεν συνέβη στον ίδιο βαθμό και στην ίδια έκταση στις άλλες χώρες κυρίως γιατί στην Ελλάδα οι μακροοικονομικές ανισορροπίες του 2009 ήταν μεγαλύτερες από αυτές των άλλων χωρών.

Η δραστική μείωση των πιστώσεων επηρέασε με την σειρά της την υφεσιακή πορεία της οικονομίας. Σύμφωνα με μελέτες η δημοσιονομική προσαρμογή στην Ελλάδα ευθύνεται περίπου για το 50% της ύφεσης. Το υπόλοιπο 50% οφείλεται σε άλλους παράγοντες όπως η έλλειψη ρευστότητας και η  αβεβαιότητα.

Κρίσιμος παράγοντας για την επιτυχία των μεταρρυθμίσεων είναι και η ύπαρξη ισχυρού πολιτικού κεφαλαίου και οι μεταρρυθμίσεις  να διασφαλίζουν τις μεγαλύτερες δυνατές κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις. Για αυτό προκρίνεται η ανάληψη μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών αμέσως μετά τις εκλογές. Έτσι, υπάρχει ο αναγκαίος χρόνος για να καταγραφούν τα οφέλη από τις μεταρρυθμίσεις σε βάθος τετραετίας.

Στην περίπτωση της Ελλάδας δεν υπήρξαν οι αναγκαίες κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις. Το αποτέλεσμα ήταν να χάνεται γρήγορα το πολιτικό κεφάλαιο των κυβερνήσεων και η κοινωνική στήριξη στις μεταρρυθμίσεις.

Στην Ελλάδα από τον Οκτώβριο του 2009  και μετά έχουν γίνει τέσσερις εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις, οι εκλογές για την αυτοδιοίκηση το 2010, ευρωεκλογές και αυτοδιοικητικές ταυτόχρονα το Μάϊο του 2014 και ένα δημοψήφισμα το 2015.

Από το 2009 και μέχρι σήμερα η μέση διάρκεια των κυβερνήσεων ήταν 2-2,5 περίπου χρόνια. Ορκίστηκαν έξι πρωθυπουργοί από τους οποίους οι δυο ήταν υπηρεσιακοί και εννέα υπουργοί οικονομικών από τους οποίους οι δυο ήταν υπηρεσιακοί.

Η εμπειρία της Ελλάδας δεν έχει καμία σχέση με αυτήν των τριών χωρών  που βγήκαν από τα προγράμματα  όπου τα μεγάλα κόμματα συμφώνησαν με το περιεχόμενο των προγραμμάτων.

Στην Ελλάδα η ΝΔ αρχικά (2010-2012) αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ (2010-2015) υπερασπίστηκαν την άποψη ότι υπάρχει και άλλος τρόπος εξόδου από την κρίση χωρίς την μείωση των δίδυμων ελλειμμάτων και χωρίς ουσιαστικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Έτσι κυριάρχησε και εδραιώθηκε η αντίληψη ότι η δημοσιονομική προσαρμογή και οι μεταρρυθμίσεις δεν αποτελούν ελληνική επιλογή και μέρος ενός εθνικού σχεδίου εξόδου από την κρίση αλλά μας επιβλήθηκαν από τους δανειστές.

Αυτή είναι η κομβική διαφορά με τις άλλες χώρες που κατάφεραν να βγουν από τα προγράμματα τους.

Στη χώρα μας τα προγράμματα δεν είχαν τη στήριξη του πολιτικού δυναμικού – συνήθως χρησιμοποιείται ο όρος ιδιοκτησία – αφού η στήριξη τους ταυτίστηκε με τεράστιο πολιτικό κόστος.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης πρότειναν τα δικά τους προγράμματα εξόδου από την κρίση (Ζάππεια, Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης) τα οποία όμως ουδέποτε τόλμησαν να θέσουν σε εφαρμογή.

Διότι αν τα παρουσίαζαν στους θεσμικούς δανειστές ως πρόταση προς χρηματοδότηση, δεν θα ελάμβαναν χρηματοδότηση για την εφαρμογή τους.

Όταν τα κόμματα της αντιπολίτευσης κέρδισαν τις εκλογές το 2012 και 2015 αποφάσισαν εν τέλει να υλοποιήσουν τις μεταρρυθμίσεις αλλά με καθυστερήσεις και όχι ολοκληρωμένα.

Ειδικά την διετία 2015-2016 η ταχύτητα προόδου στις μεταρρυθμίσεις υποχώρησε έναντι της διετίας 2013-2014 (Διαφάνεια 3).

Η Ελλάδα συγκρινόμενη με την Πορτογαλία σε βάθος πενταετίας, με δύο προγράμματα προχώρησε 166 μεταρρυθμίσεις ενώ η Πορτογαλία 189 με ένα πρόγραμμα σε τρία χρόνια (Διαφάνεια 4).

Για να κατανοήσουμε τους λόγους για τους οποίους οι παραπάνω μεταρρυθμίσεις απέτυχαν να παραγάγουν τα προβλεπόμενα από την θεωρία οφέλη για την ελληνική οικονομία, είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι, ο βασικός δίαυλος μέσω του οποίου επιδρούν στην οικονομική δραστηριότητα είναι μέσω της μείωσης των τιμών προϊόντων, με αποτέλεσμα την αύξηση της κατανάλωσης και των επενδύσεων. Επιπρόσθετα, η μείωση των τιμών ενισχύει την διεθνή ανταγωνιστικότητα των προϊόντων και υπηρεσιών και οδηγεί σε αύξηση των εξαγωγών.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τις θεωρητικές προβλέψεις, το κρίσιμο κανάλι για να επωφεληθεί μια οικονομία με μικρό τομέα εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών όπως η Ελλάδα είναι μέσω της προσέλκυσης επενδύσεων που θα διευκολύνουν τον μετασχηματισμό της οικονομίας ώστε να ενισχυθεί ο τομέας των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών.

Αφού οι επενδύσεις είναι το βασικό κανάλι, τότε το ερώτημα που τίθεται είναι αν σε μια χώρα με έντονη πολιτική αστάθεια και αβεβαιότητα θα μπορούσαν να γίνουν αυτές οι επενδύσεις;

Να υπενθυμίσω την εικόνα της Ελλάδας που είχε εδραιωθεί διεθνώς από το 2010 με τις διαδηλώσεις, την πυρκαγιά και τους νεκρούς στη Marfin και τις συνεχείς κινητοποιήσεις μέχρι περίπου και το τέλος του 2014.

Η αβεβαιότητα αυτή τροφοδότησε σενάρια εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη το grexit που ταλαιπωρεί ακόμη τη χώρα λόγω της μη ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης (Διαφάνεια 5).

Επομένως, η χώρα υπέφερε από αποεπένδυση λόγω τόσο της μειωμένης ζήτησης ως απόρροια της δημοσιονομικής προσαρμογής, όσο και της πολιτικής αβεβαιότητας και του grexit (Διαφάνεια 6).

Αντίθετα, οι άλλες χώρες και ιδιαίτερα η Ιρλανδία, κατά την ίδια περίοδο πέτυχαν να προσελκύσουν πολύ περισσότερες Ξένες Άμεσες Επενδύσεις (Διαφάνεια 7)

Επιπρόσθετα, οι καθυστερήσεις στις μεταρρυθμίσεις συνεπάγονται κόστος για την οικονομία διότι τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις έχουν κίνητρο να αναβάλουν τις καταναλωτικές και επενδυτικές δαπάνες τους προκειμένου να επωφεληθούν από τις αναμενόμενες μελλοντικές μειώσεις των τιμών και την αύξηση της παραγωγικότητας μετά την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων.

Από το 2012 και μετέπειτα όλες οι αξιολογήσεις των προγραμμάτων ολοκληρώνονται με μεγάλη καθυστέρηση σε σχέση με τα αρχικά χρονοδιαγράμματα ενισχύοντας την αβεβαιότητα για την πορεία της χώρας.

Στην περίπτωση της Ελλάδας υπήρχε πρόβλημα και στη διάρκεια των αξιολογήσεων αλλά και ανατροπή των χρονοδιαγραμμάτων πραγματοποίησης τους, κάτι που συνέβη σε πολύ μικρότερο βαθμό στην περίπτωση της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας.

Οι κυβερνήσεις της περιόδου αυτής είχαν την εσφαλμένη αντίληψη ότι η υποχρέωσή τους σε ότι αφορά τις μεταρρυθμίσεις εξαντλείται στη νομοθέτησή τους. Αλλά όπως έγκαιρα μας είχε επισημάνει το 2010 ο Ιταλός πρ. Υπουργός Οικονομικών Tomasso Padoa-Schioppa «Legislation is not implementation».

Ο διοικητικός μηχανισμός της χώρας είχε αδυναμίες στην υλοποίηση όσων είχαν νομοθετηθεί καθώς περίμεναν συνεχώς οδηγίες από τους πολιτικούς προϊσταμένους, ενώ δεν έλλειπαν οι συντεχνιακές αντιστάσεις και η συνήθης αδράνεια στην εφαρμογή όσων είχαν ψηφιστεί.

Κάτι που δεν ίσχυε στην Κύπρο όπου όπως αναγνώρισε ο πρώην Πρόεδρος κ. Βασιλείου «το πρόβλημα στην Κύπρο είναι μόνο η νομοθέτηση». «Αν οι μεταρρυθμίσεις νομοθετηθούν είπε τότε η δημόσια διοίκηση είναι υποχρεωμένη να τις εφαρμόσει».

Τέλος την αβεβαιότητα ενίσχυε η συχνή αλλαγή αποφάσεων που είχαν ληφθεί στο πλαίσιο των προγραμμάτων ειδικά σε νόμους για την φορολογία επιχειρήσεων και μισθωτών  ή σχετικά με το άνοιγμα των αγορών ή τις μεταρρυθμίσεις στο ασφαλιστικό και στην υγεία.

Οι αλλαγές επέτειναν την σύγχυση και δημιούργησαν έντονες αμφιβολίες για το αν είχε γίνει σωστός σχεδιασμός και αποτίμηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων ή τυχαίοι παράγοντες ή πολιτικοί λόγοι οδήγησαν αρχικά σε ορισμένες επιλογές και αργότερα στις ακριβώς αντίθετες.

Συμπερασματικά, η Ελλάδα προχώρησε σε πολλές μεταρρυθμίσεις αλλά δεν κατάφερε να προσελκύσει τις αναγκαίες επενδύσεις που θα διευκόλυναν το μετασχηματισμό του παραγωγικού προτύπου κυρίως λόγω της πολιτικής αστάθειας και του κινδύνου εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη.

Έτσι αν και η θεωρία προβλέπει ότι σε βάθος πενταετίας μια οικονομία μπορεί να αξιοποιήσει τα οφέλη από τις μεταρρυθμίσεις στην περίπτωση της Ελλάδας δεν έχει συμβεί ακόμη αυτό.

Ο κίνδυνος που διατρέχουμε ως χώρα είναι, στη συνείδηση των πολιτών οι μεταρρυθμίσεις να ταυτιστούν με επιλογές, οι οποίες δεν προάγουν τη θέση των περισσοτέρων πολιτών.

Δεν είναι τυχαίο που οι μεταρρυθμίσεις έχουν αποκτήσει αρνητική σημειολογία και έχει προκληθεί μεταρρυθμιστική κόπωση.

Η παραμονή σε ύφεση για εννέα χρόνια που οδήγησε σε σωρευτική απώλεια ΑΕΠ της τάξης του 25%, η καταστροφή ενός εκατομμυρίου θέσεων εργασίας και η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων είχε ως αποτέλεσμα η πολιτική να απαξιώνεται στη συνείδηση των πολιτών ως χώρος επίλυσης των μεγάλων οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων. Έτσι, οι πολίτες οδηγούνται σήμερα την απάθεια και στην αποχή και δεν στηρίζουν καμία μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία.

Στις παρούσες συνθήκες κανένα από τα πολιτικά κόμματα με ευρωπαϊκό προσανατολισμό δεν έχει πλέον το αναγκαίο πολιτικό κεφάλαιο που απαιτείται για την ολοκλήρωση του προγράμματος των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων που θα βγάλει τη χώρα από την κρίση.

Ο μόνος τρόπος για να ανακτήσουν οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας πολιτικό κεφάλαιο για να ολοκληρώσουν τις μεταρρυθμίσεις είναι να περάσει το γρηγορότερο η χώρα σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, κυρίως μέσω της εξάλειψης της πολιτικής αβεβαιότητας που τροφοδοτεί η συζήτηση για την δεύτερη αξιολόγηση.

Έτσι, θα επανεργοποιηθούν κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις, θα δημιουργηθεί κλίμα αισιοδοξίας για τη συνέχιση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων.

Στόχος είναι η Ελλάδα, από μια μικρή κλειστή οικονομία με διακοπή χρηματοδότησης από τις αγορές,  να καταστεί μια ανοικτή οικονομία με ανάκτηση της πρόσβασης στις αγορές.

Είναι πλέον ανάγκη οι πολιτικές δυνάμεις να προχωρήσουν σε μια συνεννόηση για ένα εθνικό σχέδιο εξόδου από την κρίση. Η εθνική συνεννόηση είναι προϋπόθεση ώστε η χώρα να πετύχει την έξοδο από την κρίση και την μετάβαση σε μια βιώσιμη ανάπτυξη που θα διασφαλίσει τη δημιουργία θέσεων εργασίας, θα παραγάγει πλούτο και πόρους για να στηριχτούν αυτοί που χτυπήθηκαν από την κρίση.

Παρουσίαση Εκδήλωση Γραφείο Προυπολογισμού Βουλής

Ομιλία στην εκδήλωση του Δικτύου Αριστερών Δημοκρατών Θεσσαλονίκη 9 Μαρτίου 2017

Θέλω να ευχαριστήσω το Δίκτυο Αριστερών Δημοκρατών για την πρόσκληση να συμμετάσχω στη συζήτηση με το ερώτημα: «μπορεί να ξαναγεννηθεί η ελπίδα στην Ευρώπη;».

Για να αποφευχθούν παρεξηγήσεις θα τονίσω ότι μιλάμε για τις προοπτικές της Ε.Ε. γιατί στην Ευρώπη ανήκουν και χώρες εκτός Ε.Ε.

Η διοργάνωση της εκδήλωσης βρίσκεται σε τέλειο συγχρονισμό με τις διεργασίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεδομένου ότι πρόσφατα δημοσιοποιήθηκαν οι προτάσεις της Ε.Ε. για το μέλλον της Ευρώπης.

Έχουν περάσει 60 χρόνια από τότε που οι Συνθήκες της Ρώμης θεμελίωσαν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα πρόδρομο της  Ε.Ε. και 18 χρόνια από τη συγκρότηση της ευρωζώνης και οι προβλέψεις για το μέλλον και την προοπτική της Ε.Ε. αλλά και της ευρωζώνης δεν είναι αισιόδοξες.

Να υπενθυμίσω ότι στις 7 Φεβρουάριου συμπληρώθηκαν 25 χρόνια από την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ.

Με αυτή αποφασίστηκε να προχωρήσει η Ε.Ε. σε μεγαλύτερη εμβάθυνση.

Αν κάτι εκπλήσσει είναι ότι στην Ευρώπη, οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν έκαναν κάποια ιδιαίτερη αναφορά για την επέτειο υπογραφής της Συνθήκης που μεταξύ άλλων οδήγησε και στη συγκρότηση της ευρωζώνης.

Δεν ξέρω αν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος που αποσιωπήθηκε η επέτειος υπογραφής της Συνθήκης του Μάαστριχτ ή αν είναι το αποτέλεσμα μιας κυρίαρχης πλέον άποψης ότι το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της ευρωζώνης όπως το περιέγραφε η Συνθήκη ήταν ατελές και συνέβαλε στην εκδήλωση της κρίσης της ευρωζώνης.

Απλά να υπενθυμίσω, κυρίως στους νεότερους που δεν είναι εξοικειωμένοι με τις συζητήσεις της δεκαετίας του 1990, ότι η δημιουργία της ΟΝΕ δεν αντιμετωπίστηκε από όλους ως μια επιλογή πολιτική με αμιγώς οικονομικά κριτήρια. Αλλά ως μια πολιτική απόφαση, αφού θεωρούνταν από πολλούς ο προθάλαμος της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης το οποίο υπήρξε και το όραμα των θεμελιωτών της Ε.Ε.

Όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1990 οι περισσότερες χώρες δεν ήταν έτοιμες να συζητήσουν τη δημιουργία της Ενωμένης Ευρώπης.

Υπό προϋποθέσεις ήταν διατεθειμένες να παραιτηθούν από το εθνικό τους νόμισμα και να προχωρήσουν στην υιοθέτηση ενιαίου νομίσματος και στη δημιουργία μιας ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας.

Το ερώτημα που απασχόλησε πολλούς τότε ήταν γιατί η Γερμανία δέχτηκε να εγκαταλείψει το εθνικό της νόμισμα παρότι αυτό μετά τον πόλεμο της είχε εξασφαλίσει βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης και πρωτοφανή νομισματική σταθερότητα.

Η άποψη ότι το έκανε για να πετύχει την ενοποίηση με την Ανατολική Γερμανία δεν είναι ισχυρή. Το θέμα της γερμανικής ενοποίησης  ήταν  ζήτημα που θα αποφάσιζαν τότε οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση. Οι   χώρες της Ε.Ε. είχαν μικρό ρόλο στην λήψη αυτής της απόφασης.

Φαίνεται λοιπόν ότι οι ευρωπαίοι ηγέτες του σκληρού πυρήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1990 καταλάβαιναν ότι η υιοθέτηση κοινού νομίσματος μπορούσε να προχωρήσει γρήγορα ακόμη και με ένα ημιτελές θεσμικό πλαίσιο που θα ενισχύονταν αργότερα. Αντίθετα η πολιτική ενοποίηση δεν αποτελούσε ούτε τότε ούτε σήμερα μια προοπτική σε ορατό χρονικό διάστημα.

Σήμερα, η Ε.Ε  βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πολύπλευρη κρίση:

  • Η ευρωζώνη εξακολουθεί να ταράζεται από τα προβλήματα χωρών μελών. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σε μνημόνιο μετά την υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
  • Η Βρετανία προετοιμάζεται να ενεργοποιήσει τη διαδικασία αποχώρησης από την Ε.Ε.
  • Η προσφυγική και μεταναστευτική κρίση δοκιμάζουν τις αντοχές της Ε.Ε. και θέτουν υπό αίρεση όλο το θεσμικό πλαίσιο της Ε.Ε. για την ασφάλεια και την προστασία.

Έτσι, σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. αυτοί που στέκονται εχθρικά στην ιδέα της ανοικτής κοινωνίας αλλά και των αξιών που είναι ταυτισμένες με την Ευρώπη κερδίζουν πολιτικά έδαφος είτε ανήκουν στη ακροδεξιά είτε στην ευρωσκεπτικιστική αριστερά. Πολλά από αυτά τα κόμματα υπόσχονται στους ψηφοφόρους ότι θα οδηγήσουν τις χώρες τους έξω από την ευρωζώνη η ακόμη και την Ε.Ε.

Είναι γεγονός ότι συζητήσεις για τη συνοχή της ευρωζώνης είχαν γίνει και στο παρελθόν, ιδιαίτερα δε το 2012 όταν αυξήθηκε η πολιτική αβεβαιότητα στην Ελλάδα μετά τα αποτελέσματα των εκλογών. Αυτό, όμως, που τώρα κάνει διαφορετικά τα πράγματα σε ότι αφορά το μέλλον της Ευρώπης είναι το γεγονός ότι το 2017 είναι χρονιά εκλογών σε τρεις κρίσιμες για την Ε.Ε. χώρες. Τα αποτελέσματα των εκλογών στην Ολλανδία, Γαλλία και Γερμανία μπορεί να οδηγήσουν σε μια αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής πολύ πιο εχθρική απέναντι στην ίδια την ευρωπαϊκή προοπτική.

Οι διαπιστώσεις αυτές μας υποχρεώνουν να αξιολογήσουμε τις επιλογές που έκανε η Ευρώπη όλα αυτά τα χρόνια από το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, και ιδιαίτερα μετά την εκδήλωση της ελληνικής κρίσης, που οδήγησε στον αναγκαστικό δανεισμό της Ελλάδας το 2010.

Οι χώρες της Ευρώπης, και ιδιαίτερα η Γερμανία και η Γαλλία, αρνήθηκαν από την πρώτη στιγμή να αντιμετωπίσουν τα αίτια που τροφοδότησαν την κρίση. Αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν ότι το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα ήταν λειτουργικό μόνο τις ηλιόλουστες ημέρες αλλά εξόχως προβληματικό σε μια απρόσμενη καταιγίδα.

Όλο το θεσμικό πλαίσιο ήταν δημιούργημα φωτισμένων πολιτικών ηγεσιών που διακρίνονταν για την πολιτική τους βούληση. Όταν λοιπόν ξέσπασε η κρίση οι ισχυρές χώρες αποφάσισαν όλο το βάρος της προσαρμογής να το αναλάβουν εξ ολοκλήρου οι χώρες με τα εμπορικά ελλείμματα.

Η επιλογή αυτή έθιξε τον πατριωτικό συναίσθημα πολιτών χωρών σε πρόγραμμα που ένιωθαν ότι το μέλλον των χωρών τους εξαρτιόνταν από πολιτικές αποφάσεις πολιτικών ηγετών που λογοδοτούσαν μόνο στο εθνικό τους ακροατήριο.

Επιπρόσθετα, υποτίμησαν την πολιτική σημασία της μεταστροφής της στάσης των πολιτών έναντι της Ευρώπης ως συνέπεια της παγκοσμιοποίησης αλλά και της αδυναμίας της Ευρώπης να εξασφαλίσει ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης με δίκαιη κατανομή του παραγόμενου πλούτου.

Ο ευρωσκεπτικισμός ενισχύθηκε επειδή οι πολίτες έβλεπαν αντί για πραγματική σύγκλιση χωρών και περιοχών, στασιμότητα ή πραγματική απόκλιση, αύξηση της ανεργίας ή των επισφαλών θέσεων εργασίας και έξαρση των κοινωνικών ανισοτήτων. Η δογματική εμμονή στις πολιτικές λιτότητας και στις μεταρρυθμίσεις που αργούν να παράξουν τα επιθυμητά αποτελέσματα κατέστησε ακόμη πιο δύσκολη την λήψη αποφάσεων στην Ευρώπη για τις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές.

Ας δούμε λοιπόν τι αρνήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι συντάκτες της Συνθήκης του Μάαστριχτ για να αξιολογήσουμε τα βήματα που έγιναν μετά την κρίση αλλά και τις νέες προτάσεις.

Η Συνθήκη δεν περιείχε:

1) Ένα θεσμικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση της χρηματοοικονομικής αστάθειας

2) Ένα θεσμικό πλαίσιο για την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο και όχι απλά επιβολή ορίων για τα εθνικά ελλείμματα σε χώρες της ευρωζώνης

3) Ένα θεσμικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση των ανισορροπιών στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών χωρών μελών της ΟΝΕ

Γιατί απέφυγαν να αντιμετωπίσουν τα ζητήματα αυτά;

Σε ότι αφορά το πρώτο ζήτημα όταν υπογράφηκε η Συνθήκη οι χώρες εξακολουθούσαν να έχουν σε εθνικό επίπεδο σημαντικό έλεγχο στις ροές κεφαλαίων και στον έλεγχο των αγορών.

Πολλές χώρες τότε άρχισαν να διαχωρίζουν την εποπτεία του τραπεζικού συστήματος από την άσκηση της νομισματικής πολιτικής και θεωρούσαν ότι αυτά είναι αρμοδιότητες των εθνικών κρατών που δεν θα έπρεπε να εκχωρηθούν σε ευρωπαϊκά όργανα.

Το δεύτερο ζήτημα ήταν εξίσου καθοριστικό για τα κράτη που ήθελαν  διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας σε ζητήματα φορολογικής πολιτικής αλλά και πολιτικής δαπανών. Άρα δεν ήταν διατεθειμένα να δεχτούν μεταφορά αρμοδιοτήτων σε ευρωπαϊκά όργανα. Έτσι, τελικά προχώρησαν στην υιοθέτηση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης που θέσπιζε ανώτατα όρια για έλλειμμα.

Το τρίτο ζήτημα δεν τους απασχόλησε καθόλου παρά το γεγονός ότι αυτό οδήγησε στη διάλυση παλαιότερων νομισματικών ενώσεων όπως ο κανόνας χρυσού.

Επομένως, ένα εύλογο ερώτημα είναι αν οι όποιες παρεμβάσεις της Ε.Ε τα τελευταία χρόνια και νέοι μηχανισμοί αποτροπής κρίσεων ή προσφυγής για κάλυψη χρηματοδοτικών αναγκών επαρκούν για να αντιμετωπίσουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η απάντηση είναι πως ενώ έγιναν σημαντικά βήματα η Ευρώπη παραμένει ευάλωτη σε μια νέα κρίση.

Παρά την πρόοδο στην τραπεζική ένωση, στην κεφαλαιακή ένωση και την ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου για αυστηρότερη προληπτική παρακολούθηση των μακροοικονομικών πολιτικών για έγκαιρη διάγνωση μακροοικονομικών ανισορροπιών δεν έχουν γίνει ουσιαστικά βήματα στη δημοσιονομική ένωση πχ στα ζητήματα αμοιβαιοποίησης του χρέους ή της ενίσχυσης του κοινοτικού προϋπολογισμού. Αυτό εμποδίζει την ουσιαστική πρόοδο και στην τραπεζική ένωση. Δεν φαίνεται επίσης να υπάρχει προοπτική για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Μηχανισμού για την καταπολέμηση της ανεργίας. Τα δε ευρωπαϊκά αναπτυξιακά προγράμματα δεν παράγουν τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Πιο ουσιαστικός υπήρξε ο ρόλος της ΕΚΤ στην αντιμετώπιση της κρίσης αρχικά με την δήλωση του Ντράγκι “whatever it takes” και μετά με το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Η δήλωση Ντράγκι αν είχε γίνει το 2010 ίσως άλλαζε την τροπή των πραγμάτων για την Ελλάδα αλλά και για τις χώρες που μπήκαν μετά σε μνημόνια.

Πριν από λίγο καιρό κατατέθηκε η Λευκή Βίβλος της Ε.Ε. που εξετάζει πώς θα μετασχηματιστεί η Ευρώπη κατά την επόμενη δεκαετία —από την επίπτωση των νέων τεχνολογιών στην κοινωνία και την απασχόληση μέχρι τις αμφιβολίες σχετικά με την παγκοσμιοποίηση, τους προβληματισμούς όσον αφορά την ασφάλεια και την άνοδο του λαϊκισμού.

Στη Λευκή Βίβλο παρουσιάζονται πέντε σενάρια.

Σενάριο 1: Συνεχίζουμε κανονικά – Η ΕΕ των 27 επικεντρώνει την προσοχή της στην επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος θετικών μεταρρυθμίσεων

Σενάριο 2: Τίποτα περισσότερο από την ενιαία αγορά – Η ΕΕ των 27 δεν μπορεί να συμφωνήσει να κάνει περισσότερα σε πολλούς τομείς πολιτικής πέρα από τις βασικές πτυχές της ενιαίας αγοράς

Σενάριο 3: Αυτοί που θέλουν περισσότερα κάνουν περισσότερα – Η ΕΕ των 27 προχωρά όπως σήμερα, αλλά επιτρέπει στα κράτη μέλη που το επιθυμούν να αναπτύξουν μεγαλύτερη δράση σε συγκεκριμένους τομείς

Σενάριο 4: Κάνουμε λιγότερα με πιο αποδοτικό τρόπο – Η ΕΕ των 27 εστιάζει στην ουσιαστικότερη και ταχύτερη δράση σε επιλεγμένους τομείς πολιτικής, ενώ σε τομείς όπου θεωρείται ότι δεν υπάρχει προστιθέμενη αξία δεν αναλαμβάνει δράση

Σενάριο 5: Κάνουμε μαζί πολύ περισσότερα – Τα κράτη μέλη αποφασίζουν να κάνουν πολύ περισσότερα μαζί σε όλους τους τομείς πολιτικής

Αξίζει να επισημανθεί ότι η Συνθήκη της Λισσαβόνας προβλέπει τη δυνατότητα των χωρών να προχωρήσουν ταχύτερα μέσω ρύθμισης που είναι ανοιχτή για όλες τις χώρες που επιθυμούν να συμμετάσχουν ευθύς αμέσως ή σε μεταγενέστερο στάδιο.

Οι προτάσεις που κατατίθενται τώρα για «δύο ταχύτητες»  από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που είναι το σενάριο 3 – «Αυτοί που θέλουν περισσότερα κάνουν περισσότερα» είτε από χώρες μέλη (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία) δεν είναι σαφές εάν επιδιώκουν την Ευρώπη δύο ταχυτήτων με αποκλεισμούς ή όχι.

Γιατί με αποκλεισμούς μπορούν να δημιουργηθούν αυθαίρετες και επικίνδυνες καταστάσεις με ενδεχόμενο αποκλεισμό κρατών μελών προκειμένου να δημιουργηθεί η Ευρώπη του εσωτερικού πυρήνα με  Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο.

Επομένως τα σενάρια για μία Ευρωπαϊκή Ένωση δυο ταχυτήτων όπως ακούστηκαν στη συνάντηση ηγετών των τεσσάρων ισχυρότερων χωρών της Ε.Ε. στις Βερσαλλίες συνιστούν εξέλιξη που μπορεί να εγκυμονεί κινδύνους για την Ελλάδα.

Η Γαλλία και η Γερμανία, σε προεκλογικό χρόνο, μοιάζουν να μην έχουν πάρει τα μαθήματα της ευρωπαϊκής κρίσης, μίας οικονομικής κρίσης που πολύ γρήγορα απέκτησε πολιτικά χαρακτηριστικά με την άνοδο των ακροδεξιών και αντιδραστικών δυνάμεων στο προσκήνιο πολλών χωρών.

Η απάντηση στην κρίση της Ευρώπης μπορεί να έρθει μέσα από τον περαιτέρω εκδημοκρατισμό και την πολιτική ενοποίηση σε επίπεδο βούλησης και κατεύθυνσης. Μία Ευρώπη με αποκλεισμούς θα είναι βήμα προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Τα επιχειρήματα αυτών που θέλουν το τέλος της Ε.Ε. μιλούν για «Γερμανική Ένωση», ή για Ένωση με αποικιακά και ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά, ή για Ένωση που στόχο έχει την αποδυνάμωση των πολιτών μέσω της μεταβίβασης εξουσίας μακριά από τα εθνικά κοινοβούλια. Πώς θα απαντήσει σε αυτούς ένα μοντέλο Ευρώπης των δυο η περισσότερων ταχυτήτων με αποκλεισμούς; Πως θα αποδυναμώσει τη διασπαστική ρητορική των εχθρών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης;

Η Ε.Ε. μπορεί να είναι μια ισχυρή παγκόσμια δύναμη, με κοινές αντιλήψεις στα θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Άμυνας, με προώθηση της Τραπεζικής Ένωσης, με υιοθέτηση των ευρωομολόγων. Επίσης, ζητήματα όπως της κλιματικής αλλαγής, της ανισότητας και της φτώχειας, των ναρκωτικών ή της φοροδιαφυγής των offshore, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από μεμονωμένα κράτη.

Σε αυτή τη φάση, η Ευρώπη χρειάζεται κοινό όραμα για περαιτέρω συνεργασία όσων το επιθυμούν και όχι τοποθετήσεις που σχετίζονται με τις εσωτερικές εκλογικές ανησυχίες των ηγεσιών ορισμένων κρατών μελών.

Οι ευρωσκεπτικιστές αποκαλούν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μια υπόθεση των ελίτ. Υποχρέωση των Σοσιαλιστών, των προοδευτικών δυνάμεων της Ευρώπης είναι να τη μετατρέψουμε σε ένα εγχείρημα για τους πολίτες.

Η απάντηση στον ελιτισμό δεν είναι να αποτραβηχτούμε στις εθνικές μας γωνιές, μεγεθύνοντας τα προβλήματα των πολιτών και διευκολύνοντας τους με όρους ανισότητας ευνοημένους της παγκοσμιοποίησης αλλά αντιθέτως να ανοιχτεί στους πολίτες με τρόπο που θα ενθαρρύνει την συμμετοχή τους.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα και τι μπορούμε να κάνουμε; Αυτό που πρέπει να μας προβληματίσει ως χώρα είναι ότι πλέον ολοένα και περισσότερο κυριαρχεί η αντίληψη στην υπόλοιπη Ευρώπη ότι η Ελλάδα είναι μια ειδική περίπτωση.

Άποψη που έντεχνα προσπάθησαν να καλλιεργήσουν πολλοί στην Ευρώπη στο ξεκίνημα της κρίσης το 2010 αλλά υποχρεώθηκαν να αναθεωρήσουν όταν η χώρα έδειξε τη βούληση να αλλάξει, να αναγνωρίσει το πρόβλημα και να αντιμετωπίσει τις παθογένειες του παρελθόντος. Η θέση μας αυτή, ενδυναμώθηκε όταν και άλλες χώρες της ΕΕ οδηγήθηκαν σε αναγκαστικό δανεισμό, ενισχύοντας τη δική μας θέση.

Τώρα όμως που οι χώρες αυτές βγήκαν από τα μνημόνια ενώ η Ελλάδα παραμένει η συζήτηση αυτή επανέρχεται και οριοθετεί το εύρος των επιλογών της χώρας σε περίπτωση που τελικά μια μικρή ομάδα χωρών της ευρωζώνης επιλέξει να προχωρήσει σε περαιτέρω ολοκλήρωση θέτοντας εμπόδια στη συμμετοχή άλλων χωρών.

Ο κίνδυνος λοιπόν είναι να δρομολογηθούν διαδικασίες που όχι μόνο θα κρατήσουν την Ελλάδα τώρα εκτός των νέων διεργασιών αλλά και στο μέλλον.

Για αυτό έχει σημασία η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να ξεπεράσει τις ιδεοληψίες της σε ότι αφορά τις οικονομικές και πολιτικές προτεραιότητες της χώρας να επαναφέρει την αξιοπιστία που χτίστηκε με θυσίες, σεβόμενη τις αποφάσεις που έχει υπογράψει και να προχωρήσει όλες εκείνες τις αναγκαίες αλλαγές που θα επιταχύνουν την ασφαλή έξοδο στις αγορές και την έξοδο από τα μνημόνια.

Αυτό θα ενισχύσει την αξιοπιστία της χώρας και θα της επιτρέψει να συμμετάσχει στις πρωτοβουλίες για περισσότερη εμβάθυνση.

Συμπερασματικά, η Ευρώπη κινδυνεύει γιατί ακόμη και μετά την κρίση δεν είχε την πολιτική βούληση για πιο τολμηρά βήματα ώστε να προστατευτεί αποτελεσματικά από μια νέα κρίση. Απέφυγε να υποστηρίξει αναπτυξιακές πολιτικές και να κερδίσει την χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών.

Ίσως γιατί πίστεψε ότι με τις αλλαγές που έκανε άφησε τα χειρότερα πίσω της. Τώρα ήρθε η ώρα των αποφάσεων. Θα πρέπει να δούμε αν θα υπάρξει πρόοδος προς την περαιτέρω εμβάθυνση ή θα γίνουν βήματα προς τα πίσω.

Τα τελευταία 70 χρόνια η Ευρώπη απαλλάχτηκε από τους πολέμους που στοίχισαν εκατομμύρια νεκρούς, επέτρεψε τους πολίτες της να ταξιδεύουν από το ένα άκρο της στο άλλο χωρίς περιορισμούς, επέτρεψε στους νέους να γνωρίσουν το εκπαιδευτικό σύστημα άλλων χωρών ενεργοποίησε προγράμματα για να βοηθήσει χώρες σε υστέρηση να επιταχύνουν την ανάπτυξη τους. Δημιούργησε όραμα και προσδοκίες στους πολίτες της που ξεπερνούσαν το στόχο για τη δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς.

Μέσα στις παρούσες δυσκολίες είναι εύκολο να ξεχνάμε τα οφέλη από την συμμετοχή στην Ε.Ε. και να επικεντρωνόμαστε στις αστοχίες ή στα μειονεκτήματα.

Τώρα που το φάντασμα του οικονομικού εθνικισμού πλανιέται πάνω από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, ενός εθνικισμού που γέννησε τα τέρατα του ναζισμού και του φασισμού είναι καθήκον των προοδευτικών κομμάτων να υπενθυμίσουμε στους πολίτες τα πλεονεκτήματα της Ένωσης, να τους πείσουμε να συστρατευθούν μαζί μας στον αγώνα για μία πιο δημοκρατική και συμμετοχική ΕΕ και μέσα από τη δική τους συμμετοχή, να γίνει το όραμα για την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης πραγματικότητα.

Σας ευχαριστώ.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα “Αληθινές ΕΙΔΗΣΕΙΣ” Δημοσιεύθηκε την Τετάρτη 1η Μαρτίου 2017

Η έξοδος της χώρας από την κρίση μπορεί μετά τις εκλογές να απαιτήσει συγκρότηση κυβερνήσεων συνεργασίας. Για τις δυνάμεις της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας τίθεται το εύλογο ερώτημα των δυνητικών κυβερνήσεων συνεργασίας. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, είναι αναγκαίο, να προσδιοριστεί η ταυτότητα των δυνάμεων του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού στο πλαίσιο της ιστορικής διάκρισης Αριστερά-Δεξιά. Διάκριση που παραμένει σε ισχύ, αλλά με εμπλουτισμένο περιεχόμενο ειδικά ως προς τη στάση στα ζητήματα της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της παγκοσμιοποίησης.

Η Σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη είναι στην Αριστερά. Στην Ελλάδα αυτό αμφισβητείται από την κομμουνιστογενή Αριστερά. Επομένως, το ζητούμενο για αυτήν δεν είναι η στροφή στο Κέντρο, μακριά από αξιακές αναφορές και πολιτικές. Αλλά η ανανέωσή της με προτάσεις για βιώσιμη ανάπτυξη, καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων, στήριξη όσων χάνουν από την παγκοσμιοποίηση και αλλαγή πορείας στην Ε.Ε.

Η Ν.Δ. και με τη νέα ηγεσία της παραμένει πιστός υπηρέτης της πελατειακής πρακτικής που μας οδήγησε στο δημοσιονομικό εκτροχιασμό του 2009 και την κατάρρευση που έφερε τα μνημόνια. Ο ΣΥΡΙΖΑ συνεργάζεται με ένα ακροδεξιό λαϊκιστικό κόμμα και ως κυβέρνηση με τους ΑΝΕΛ αναπαράγει το πελατειακό κράτος με σκοπό τον έλεγχο του κράτους και τη νομή -αντί της αλλαγής- της εξουσίας.

Επομένως, δεν νοείται ότι στόχος των δυνάμεων του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού είναι να μετεξελιχθούν σε στρατηγικό εταίρο της Ν.Δ. Ούτε υπάρχουν προϋποθέσεις συνεργασίας με το ΣΥΡΙΖΑ, που με τις επιλογές του έδειξε ότι βρίσκεται μακριά από τον αξιακό πυρήνα των δυνάμεων της Σοσιαλδημοκρατίας.

Ο αυτοπροσδιορισμός των δυνάμεων του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού αποτελεί προϋπόθεση για την ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία του, στο χώρο που ανήκει ιστορικά.  Θα καταθέσουμε συγκεκριμένη πρόταση εξόδου από την κρίση για την Ελλάδα της επόμενης ημέρας, διεκδικώντας να γίνει πλειοψηφικό ρεύμα που θα καθορίσει τις πολιτικές εξελίξεις. Η έξοδος, όμως, από την κρίση καθιστά αναγκαία τη μετεκλογική συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής συνεννόησης.

Δημοσιευτηκε στην Ημερησία του Σαββάτου 11 Φεβρουαρίου 2017

Από το 2008 μέχρι σήμερα η ελληνική οικονομία συμπλήρωσε εννέα χρόνια σε ύφεση. Την περίοδο αυτή οι σωρευτικές απώλειες στο εθνικό εισόδημα ήταν πάνω από 25% του ΑΕΠ, καταστράφηκαν ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας και επιδεινώθηκαν όλοι οι κοινωνικοί δείκτες.

Η αύξηση του ΑΕΠ πριν από την κρίση ήταν το αποτέλεσμα της κατανάλωσης που χρηματοδοτήθηκε από τον ανεξέλεγκτο δημόσιο και ιδιωτικό δανεισμό. Ήταν αναπόφευκτο ότι τη στιγμή που θα έσκαγε η «φούσκα» του δανεισμού θα χανόταν ένα σημαντικό μέρος από αυτήν την αύξηση του ΑΕΠ. Μέρος του ΑΕΠ που χάθηκε και των θέσεων εργασίας που καταστράφηκαν, θα μπορούσε να είχε διασωθεί αν από το 2010 και μετά υπήρχαν ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις για τις αναγκαίες αλλαγές στην οικονομία, στη δημόσια διοίκηση, στη λειτουργία των θεσμών.

Συνοψίζω τις εκτιμήσεις μου για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας με τις παρακάτω τρεις επισημάνσεις.

Η Ελλάδα σήμερα έχει αντιμετωπίσει τα προβλήματα με τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Παραμένει όμως δέσμια του μεγάλου δημόσιου και ιδιωτικού χρέους. Η αποτελεσματική αντιμετώπισή τους και ιδιαίτερα των «κόκκινων» δανείων θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό τη μελλοντική πορεία της οικονομίας.

Η αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου έχει ξεκινήσει, αλλά γίνεται με αργούς ρυθμούς. Χρειάζονται να εισρεύσουν στην οικονομία πολλά κεφάλαια για επενδύσεις, άνω των 80 δισ. στην επόμενη τριετία, ώστε να αποκατασταθεί μέρος του παραγωγικού ιστού που καταστράφηκε στην κρίση. Για να έρθουν στην Ελλάδα τα κεφάλαια αυτά χρειάζεται σταθερό πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον.

Μετά την υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου η κυβέρνηση δείχνει να μην κατανοεί τις αρνητικές επιπτώσεις για τους πολίτες και την οικονομία από την παρατεταμένη αβεβαιότητα. Καθυστερεί συνεχώς την ολοκλήρωση των αξιολογήσεων, με αποτέλεσμα να μετατίθεται η συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και η έξοδος στις αγορές.

Έτσι, ανοίγει το ενδεχόμενο προσφυγής σε τέταρτο μνημόνιο, χωρίς να είναι δεδομένη η βούληση των δανειστών ως προς το θέμα αυτό. Αυτή η αβεβαιότητα επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση το ενδεχόμενο του Grexit -που ισοδυναμεί με Βενεζουελοποίηση της οικονομίας και εξαθλίωση των πλέον αδύναμων κοινωνικά στρωμάτων- απομακρύνει την προοπτική επιστροφής καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα.

Εξαιτίας της αβεβαιότητας οι δυνητικοί επενδυτές δεν επενδύουν και περιμένουν να δουν ποια θα είναι η κατάληξη των συνομιλιών. Αυτό δυσκολεύει την επανεκκίνηση της οικονομίας.

Για να βγει η χώρα από αυτόν τον φαύλο κύκλο και να ξεκινήσει μια πορεία βιώσιμης ανάπτυξης πρέπει η κυβέρνηση να προχωρήσει σε κλείσιμο της αξιολόγησης διασφαλίζοντας χαμηλότερο στόχο για τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Να προχωρήσει σε θεσμικές αλλαγές στη λειτουργία της δικαιοσύνης, του πολιτικού συστήματος, στο φορολογικό σύστημα, στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, στην παιδεία και στη δημόσια διοίκηση.

Έτσι η χώρα θα προσελκύσει επενδύσεις, θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας με ικανοποιητικές αμοιβές και θα βγουν από τη φτώχεια στρώματα που κτυπήθηκαν από την κρίση. Θα πολλαπλασιαστούν τα μεσαία κοινωνικά στρώματα.

Αυτή είναι η ιστορική υποχρέωση της κυβέρνησης έναντι των πολιτών και ιδιαίτερα της νεότερης γενιάς και καλείται να την αναλάβει εγκαταλείποντας τις ιδεοληψίες που εμποδίζουν την έξοδο της χώρας από την κρίση.