Σελίδα 3

Άρθρο στην εφημερίδα Νέα Σελίδα την Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018.

Glass marbles on paper currency

Μία δεκαετία μετά την εκδήλωση της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης, είναι πλέον αποδεκτό ότι οι αγορές απέτυχαν να διαγνώσουν έγκαιρα τους κινδύνους που εγκυμονούσε για τη διεθνή οικονομία το περιβάλλον υπερβάλλουσας ρευστότητας της δεκαετίας του 2000. Το γεγονός αυτό συνδέθηκε ευθέως με την αποτυχία των τριών οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης (Moody’s, Standard & Poor’s και Fitch) που ως διαμεσολαβητές πληροφόρησης δεν αποτίμησαν σωστά το ρίσκο που ήταν συνδεδεμένο με τα εταιρικά και κρατικά ομόλογα.

Πριν την κρίση οι αξιολογήσεις των οίκων ήταν πολύ επιφανειακές και αδιαφανείς και δεν υπήρχαν συγκεκριμένα κριτήρια με τα οποία αξιολογούσαν τις χώρες. Έτσι, οι οίκοι προχώρησαν πολύ αργά στις υποβαθμίσεις χωρών με μεγάλο χρέος (Βέλγιο, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία Πορτογαλία κλπ) παρά τη διαφαινόμενη ανοδική πορεία του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Πιθανότατα επειδή  υπερεκτίμησαν την προστασία από χρεοκοπία που απολάμβαναν οι χώρες αυτές ως μέλη της ευρωζώνης.

Επιπρόσθετα, οι οίκοι αυτοί, με τις απότομες και μεγάλες υποβαθμίσεις στις αξιολογήσεις που πραγματοποίησαν  μετά την εκδήλωση της διεθνούς κρίσης, θεωρήθηκαν υπεύθυνοι και για την επιδείνωση και διάχυση της στις χώρες της Ευρωζώνης. Ο κίνδυνος που παραγνωρίστηκε από τους οίκους ήταν ότι μια γνωμοδότηση τους μπορεί να εξελιχθεί σε  αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Διότι μπορεί να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των αγορών προς μια χώρα  και να αυξήσουν τα επιτόκια με τα οποία διατίθενται να δανείσουν τη χώρα αυτή.

Στους οίκους αυτούς ασκήθηκε κριτική ότι ήταν εκτεθειμένοι σε σύγκρουση συμφερόντων και στον ηθικό κίνδυνο. Οι αξιολογήσεις γινόντουσαν μετά από αίτημα των πελατών τους (εκδότες ομολόγων) που πλήρωναν. Μετά την κρίση υπήρξε η πρόταση  για θέσπιση ενός ευρωπαϊκού οίκου αξιολόγησης, ώστε να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός και να περιοριστεί η ισχυρή θέση που έχουν οι τρεις αυτοί οίκοι στις αγορές. Η συγκεκριμένη πρόταση   δεν έχει προχωρήσει ούτε έχει αυξηθεί ο ανταγωνισμός όπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών (ESMA). Από την τελευταία έρευνα που δημοσιοποίησε προκύπτει ότι εξακολουθούν να ελέγχουν το 92% της αγοράς.

Οι οίκοι απάντησαν στην κριτική που τους ασκήθηκε,  καθιστώντας περισσότερο διαφανή τη διαδικασία των  αξιολογήσεων μετά το 2010. Επιπρόσθετα, τώρα στις αξιολογήσεις τους δίνουν πολύ μεγαλύτερη έμφαση στα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη.

Οι αξιολογήσεις τους εξακολουθούν να επηρεάζουν καθοριστικά την πορεία  χωρών που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης. Επομένως, η στόχευση της Ελλάδας για προσέλκυση επενδύσεων εξαρτάται από τις αξιολογήσεις τους. Σήμερα, τα Ελληνικά ομόλογα εξακολουθούν να ανήκουν στην κατηγορία των «σκουπιδιών» junk bonds.  Αυτό σημαίνει ότι η χώρα οφείλει  να αξιολογήσει σε ποιες πολιτικές πρέπει να δώσει άμεση προτεραιότητα ώστε να εξασφαλίσει αναβάθμιση της πιστοληπτικής της αξιολόγησης. Αυτό έχει πρόσθετη σημασία καθώς η χώρα προετοιμάζεται για την έξοδο στις αγορές.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα νέα κριτήρια αξιολόγησης που υιοθέτησαν οι οίκοι μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η συνέχιση του προγράμματος των μεταρρυθμίσεων με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την επιτάχυνση της αναδιάρθρωσης του παραγωγικού προτύπου υπέρ του τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών, πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα των κυβερνητικών επιλογών. Η αξιοπιστία του οδικού χάρτη για παροχή νέων ελαφρύνσεων στο ελληνικό χρέος, ειδικά αν περιορίζει τους κινδύνους που απορρέουν από ασθενέστερο, από το αναμενόμενο, μελλοντικό ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης, θα διευκόλυναν επίσης τις αποφάσεις τους όπως και η πολιτική σταθερότητα και η διαχρονική συνέπεια των πολιτικών.

Ο σχεδιασμός της κυβέρνησης για «καθαρή» έξοδο στις αγορές δείχνει να αποσκοπεί στην εξασφάλιση βαθμών ελευθερίας ώστε να ακυρωθεί ή να ανασταλεί το πρόγραμμα  μεταρρυθμίσεων για πολιτικούς  λόγους. Αυτό όμως θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην αξιολόγηση της χώρας. Θα διαμορφώσει υψηλά το κόστος δανεισμού της περιορίζοντας ακόμη περισσότερο το δημοσιονομικό χώρο και τις αναπτυξιακές προοπτικές.

Οκτώ χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης οι αξιολογήσεις των τριών οίκων  θα καθορίσουν σε καθοριστικό βαθμό αυτήν την φορά την μεταμνημονιακή πορεία της Ελλάδας. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να παραγνωρίσει την πραγματικότητα αυτή για να χτίσει την πολιτική αφήγηση περί «καθαρής» εξόδου. Ούτε και οι επόμενες κυβερνήσεις αφού πολιτική σταθερότητα και διαχρονική συνέπεια των πολιτικών θα επηρεάζουν την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας.

Άρθρο στην «ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ» Δημοσιεύθηκε την Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

Η δημοσιοποίηση έκθεσης του 2009 της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), είχε ως αποτέλεσμα να τεθούν στη δημόσια συζήτηση κρίσιμα ερωτήματα, που αφορούν το παρελθόν αλλά και την ασφαλή  πορεία της Χώρας μετά το πέρας του τρίτου μνημονίου. Οι προβληματισμοί  εκκινούν με το ερώτημα αν στη χώρα και στην Ευρώπη υπήρχαν μηχανισμοί έγκαιρης προειδοποίησης για την ύπαρξη μεγάλων οικονομικών ανισορροπιών. Αν ναι, γιατί απέτυχαν να οδηγήσουν στην έγκαιρη αντιμετώπιση του προβλήματος; Έχουν καλυφθεί επαρκώς τα θεσμικά ελλείμματα στους μηχανισμούς έγκαιρης προειδοποίησης, ώστε να μην επαναληφθεί στο μέλλον ανάλογος οικονομικός εκτροχιασμός;

Μέχρι τον Οκτώβριο του 2009 το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (ΓΛΚ) κατάρτιζε και παρακολουθούσε τον προϋπολογισμό του Κράτους και όχι της Γενικής Κυβέρνησης που περιλαμβάνει οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, κοινωνικής ασφάλισης και ΔΕΚΟ. Αυτό σημαίνει ότι ο Υπουργός Οικονομικών είχε εικόνα της πορείας των οικονομικών της Γενικής Κυβέρνησης, με καθυστέρηση μηνών καθώς δεν είχε έγκαιρα εικόνα για τα οικονομικά των ασφαλιστικών ταμείων. Το ΓΛΚ δημοσιοποιούσε μηνιαία δελτία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού. Η ΤτΕ δημοσιοποιούσε μηνιαία στοιχεία σε ταμειακή βάση. Η ενημέρωση της Βουλής γινόταν από τον Υφυπουργό Οικονομικών στην Επιτροπή Ισολογισμού Απολογισμού και αφορούσε τον Προϋπολογισμό του Κράτους και όχι της Γενικής Κυβέρνησης.

Άρα, η εικόνα για τη δημοσιονομική πορεία της Χώρας εξαρτιόταν αποκλειστικά από την πληροφόρηση που παρείχε η Κυβέρνηση και αυτή που υπήρχε στην Ετήσια Έκθεση του Διοικητή της ΤτΕ και στις δυο εξαμηνιαίες εκθέσεις νομισματικής πολιτικής.

Τον Ιούνιο του 2009, με εντολή Υπουργού, σταμάτησε η έκδοση του μηνιαίου δελτίου του ΓΛΚ! Στην κριτική της αξιωματικής αντιπολίτευσης στις ευρωεκλογές του Ιουνίου ότι η πορεία της Χώρας ήταν εκτός ελέγχου, η ΝΔ απάντησε με το διαφημιστικό σπoτ για τα «πράσινα παπαγαλάκια». Λίγους μήνες νωρίτερα, Πρωθυπουργός και Υπουργός Οικονομικών είχαν διαβεβαιώσει δημόσια τους πολίτες ότι η ελληνική οικονομία ήταν «θωρακισμένη».

Σε συνάντηση που έγινε τον Σεπτέμβριο του 2009, ο Διοικητής της ΤτΕ,  είχε ενημερώσει προφορικά τον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ ότι το έλλειμμα μπορεί να φτάσει σε διψήφιο ποσοστό.  Ο Πρωθυπουργός  στην Έκθεση Θεσσαλονίκης είπε ότι θα ληφθούν μέτρα εφαρμοστέα όμως από τον Ιανουάριο του 2010.

Στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2009 στο γραφείο του Υπουργού Οικονομικών κ. Παπακωνσταντίνου, στην οποία παραβρέθηκα, ο Διοικητής της ΤτΕ μας ενημέρωσε, και εξερχόμενος από τη συνάντηση δήλωσε και δημόσια, ότι το έλλειμμα μπορεί να φτάσει το 12% του ΑΕΠ. Δεν μας δόθηκε η έκθεση που δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα.

Σε ό,τι αφορά τους ευρωπαϊκούς θεσμούς η Ε.Ε. είχε θέσει την Ελλάδα σε επιτήρηση από τον Απρίλιο του 2009. Η Κυβέρνηση της ΝΔ τον Ιούνιο, ανακοίνωσε μέτρα. Την πρακτική τους αξία αμφισβητούσε η έκθεση της ΤτΕ. Όπως επίσης και η ΕΕ, σε σημείωμα της για το Eurogroup του Ιουλίου του 2009, επίσης μη δημοσιοποιημένο πριν τις εκλογές. Σ’ αυτό υπήρχε η εκτίμηση  ότι το έλλειμμα της Ελλάδας μπορεί να φτάσει το 10%.

Το πρόβλημα της ποιότητας  των στατιστικών στοιχείων της ΕΣΥΕ ήταν γνωστό, κάτι που επισημαίνει η έκθεση της ΤτΕ, λέγοντας ότι οι εκτιμήσεις για το έλλειμμα και το χρέος του 2009 που έστειλε η κυβέρνηση της Ν.Δ. στις 2 Οκτωβρίου «ήταν εκτός πραγματικότητας». Ενώ ανακριβή ήταν και τα απολογιστικά στοιχεία για το 2008. Στατιστικές απάτης τα χαρακτήρισε η έκθεση του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου.

Τέλος, ο μηχανισμός των αγορών απέτυχε να διαγνώσει έγκαιρα το μέγεθος του ελληνικού προβλήματος. Έτσι, σε μια περίοδο υπερβάλλουσας ρευστότητας παγκοσμίως, η Ελλάδα δανειζόταν  με επιτόκια  παρεμφερή με αυτά της Γερμανίας.

Τι άλλαξε από τότε; Το ΓΛΚ καταρτίζει μεσοπρόθεσμο και ετήσιο προϋπολογισμό Γενικής Κυβέρνησης και δημοσιοποιεί μηνιαία δελτία εκτέλεσης του.  Συγκροτήθηκε το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή και το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, το οποίο παρέχει αξιολογήσεις για  τις προβλέψεις που περιλαμβάνονται στον προϋπολογισμό.  Αποτελεί νόμο του Κράτους, το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, ενώ η ΕΛΣΤΑΤ είναι πραγματικά ανεξάρτητη και τα στοιχεία της από το 2010 και μετά, δεν έχουν αμφισβητηθεί. Έγινε ανεξάρτητη η Αρχή Δημοσίων Εσόδων.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση θεσπίστηκαν προληπτικοί μηχανισμοί παρακολούθησης των μακροοικονομικών μεγεθών των χωρών και το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, ενισχύθηκαν οι αρμοδιότητες της Eurostat,  δημιουργήθηκε η Τραπεζική Ένωση. Σε ό,τι αφορά το πρόβλημα με τις αγορές, αυτό εξακολουθεί να είναι υπαρκτό. Οι αγορές, σήμερα, τιμολογούν το διετές ομόλογο των ΗΠΑ πιο ακριβά από το αντίστοιχο ελληνικό.

Αν πριν την κρίση υπήρχαν στην Ε.Ε. και στη χώρα οι σημερινοί θεσμοί που υιοθετήθηκαν κυρίως από την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου, θεσμοί που με κάθε ευκαιρία παλεύουν να ξηλώσουν ΣΥΡΙΖΑ σήμερα και Ν.Δ. παλαιότερα, είναι πολύ πιθανό ο οικονομικός εκτροχιασμός, η υπαγωγή στα μνημόνια και η αναγκαία προσαρμογή με το συνεπακόλουθο οικονομικό και κοινωνικό κόστος να είχαν αποφευχθεί ή μετριαστεί. Πέρα από τα όποια λάθη όλων αυτών των χρόνων, ΣΥΡΙΖΑ, Ν.Δ. και το σύνολο του πολιτικού κόσμου, οφείλουν αυτή την απάντηση στις θυσίες του ελληνικού λαού: τι έκαναν και τι θα κάνουν για να αποτρέψουν μια επανάληψη της κρίσης του 2009. Έτσι, μόνο θα αποκαταστήσουν την αξιοπιστία της πολιτικής στη συνείδηση των πολιτών.

Άρθρο στην ιστοσελίδα Huffington Post

Οι οικονομικές κρίσεις του 20ου αιώνα (κρίση του 1929, του 1987, της Ν. Ανατολικής Ασίας κλπ) έδωσαν το έναυσμα για την ανάληψη κυβερνητικών πρωτοβουλιών με σκοπό τη αποτροπή νέων κρίσεων στο μέλλον. Αυτό σε μεγάλο βαθμό έγινε εφικτό επειδή μετά την εκδήλωση της κρίσης διαμορφώθηκε ευρύτερη συναίνεση για τα αίτια που οδήγησαν σ’ αυτήν. Οι όποιες διαφωνίες υπήρξαν αφορούσαν κυρίως το μετά. Ποιος δηλαδή θα ήταν ο αποτελεσματικότερος τρόπος διορθωτικής παρέμβασης για να περιοριστεί το οικονομικό και κοινωνικό κόστος της κρίσης και να αποτραπεί το ενδεχόμενο επανάληψής της μελλοντικά.

Ένα από τα πολλά παράδοξα που σχετίζονται με την ελληνική κρίση η οποία συμπληρώνει ήδη δεκαετία από την εκδήλωσή της είναι, ότι ακόμη και σήμερα οι μυθοπλασίες γύρω από τα αίτιά της παραμένουν ισχυρές. Και όσο παραβλέπουμε  τα  πραγματικά αίτια της κρίσης, τόσο απομακρυνόμαστε από τη δυνατότητα διεξαγωγής μιας ορθολογικής συζήτησης για τις αναγκαίες αλλαγές και την επιθυμητή πορεία για τη Χώρα μετά το πέρας των μνημονίων.

Η βασική, αλλά όχι καθολικά αποδεκτή, ερμηνεία για τα αίτιά της ξεκινά από τη θέση ότι η Ελλάδα μετά την ένταξη στην ΟΝΕ, και ιδιαίτερα μετά το 2004, αδράνησε στην αντιμετώπιση του δημοσιονομικού ελλείμματος και του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που διογκώνονταν χρόνο με το χρόνο. Το κυριότερο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας ήταν το σαθρό παραγωγικό πρότυπο που δεν της επέτρεπε να ενταχθεί αποτελεσματικά στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Αυτό οδήγησε στα μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Έτσι, όταν εκδηλώθηκε η κρίση η Ελλάδα βρέθηκε με ένα υψηλό χρέος, τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα, ύφεση, μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και με ένα έλλειμμα αξιοπιστίας εξαιτίας των «πλαστών στατιστικών στοιχείων» –διατύπωση της έκθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου- που έστελνε στη Eurostat. Όταν οι ροές των κεφαλαίων σταμάτησαν γιατί οι αγορές συμπέραναν ότι η Ελλάδα μπορεί να δυσκολευτεί μελλοντικά να εξυπηρετήσει το τεράστιο χρέος της, η Χώρα υποχρεώθηκε σε αναγκαστικό δανεισμό μέσω ενός Οικονομικού Προγράμματος. Το Πρόγραμμα αυτό προέβλεπε την μείωση του ελλείμματος από το 15,3% κάτω από το 3% του ΑΕΠ σε βάθος πενταετίας.

Παρόλο που σήμερα πλέον είμαστε σε θέση να έχουμε πλήρη εικόνα για την πραγματική δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, εντούτοις δεν υπήρχε αντίστοιχη εικόνα τις ημέρες της κρίσης, δηλαδή το 2009. Για παράδειγμα, ο τότε Πρωθυπουργός ζητούσε συναίνεση σε μέτρα αλλά θεωρούσε την οικονομία «θωρακισμένη» ενώ η κυβέρνηση του έκανε μαζικά προσλήψεις στο Μετρό ή μέσω προγραμμάτων Stage και έδινε αυξήσεις σε συνταξιούχους και επιδόματα. Τον Σεπτέμβριο στην έκθεση της ΔΕΘ, ο τότε Πρωθυπουργός ανακοίνωνε ότι θα πάρει μέτρα που θα εφαρμοζόντουσαν όμως από το 2010. Άρα δεν υπήρχε η αίσθηση του κατεπείγοντος ή της κρισιμότητας ούτε η διάθεση να περιγραφεί δημόσια ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός.

Τρεις μήνες αργότερα και αφού μεσολάβησαν οι εκλογές του Οκτωβρίου, στη συζήτηση που έγινε στη Βουλή τον για τον προϋπολογισμό του 2010, ο εισηγητής της αξιωματικής αντιπολίτευσης αμφισβητούσε την εκτίμηση του Υπουργείου Οικονομικών ότι το έλλειμμα θα διαμορφωθεί στο 12,7% του ΑΕΠ. Κατά την αγόρευσή του είπε ότι το πραγματικό έλλειμμα «είναι ζήτημα αν είναι 8,2% του ΑΕΠ». Κατήγγειλε δε την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ για τα περιοριστικά μέτρα που πρότεινε, για να μειώσει το έλλειμμα κατά 3,6 ποσοστιαίες μονάδες δηλαδή στο 9,1% του ΑΕΠ.

Πρόσφατα δημοσιοποιήθηκε η Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος που συντάχθηκε δύο ημέρες μετά τις εκλογές και μια ημέρα πριν την ορκωμοσία της νεοεκλεγείσας κυβέρνησης. Από την Έκθεση αυτή, που δεν δόθηκε τότε στο νέο Υπουργό των Οικονομικών, διαπιστώνουμε περίτρανα ότι οι υπηρεσίες της Τράπεζας, στις 6 Οκτωβρίου 2009, είχαν καταλήξει στα εξής συμπεράσματα:

  1. «η δημοσιονομική θέση της χώρας δεν είναι διατηρήσιμη»
  2. «οι αποφάσεις όμως που έχουν ληφθεί από τη αρχή του έτους έως σήμερα σχετικά με τις δαπάνες, όχι μόνο δεν συνάδουν με οποιαδήποτε προσπάθεια συγκράτησης των δαπανών αλλά κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση»
  3. «τα στοιχεία τα οποία γνωστοποιήθηκαν στις 30 Σεπτεμβρίου 2009 στη Eurostat για το έλλειμμα και το χρέος (5,9% του ΑΕΠ και 105,5% του ΑΕΠ αντίστοιχα) είναι εκτός πραγματικότητας».

Η έκθεση αυτή σε συνδυασμό με τα όσα υποστήριζαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τότε αλλά και αργότερα, απλά επιβεβαιώνει ότι εκείνες τις κρίσιμες στιγμές δεν υπήρξε συναντίληψη για την φύση του προβλήματος, ούτε για το μέγεθος της κρίσης, ούτε για το τι έπρεπε να γίνει. Γι’ αυτό από τότε, κανένα από τα κόμματα αυτά, ούτε η ΝΔ ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ τοποθετήθηκαν επί της ουσίας του προβλήματος:

α) ποιες ήταν αυτές οι άλλες πολιτικές που θα επέτρεπαν τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος από το 15,3% του ΑΕΠ του 2009 στο 3% μόλις σε μια πενταετία;

β) πώς το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα μειώνονταν από το 11,5% το 2009 στο 2-3% του ΑΕΠ, χωρίς η χώρα να διαθέτει εθνικό νόμισμα για να το υποτιμήσει και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των εξαγόμενων προϊόντων της;

Έκτοτε, ένα μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης αφορούσε το ποιο ήταν το πραγματικό έλλειμμα του 2009 και αν αυτό ήταν που μας οδήγησε στην υπαγωγή στα μνημόνια. Παραβλέποντας ότι, άλλες τρεις χώρες (Ιρλανδία, Πορτογαλία και Κύπρος) χωρίς αντίστοιχες πολιτικές διχογνωμίες για το ύψος του ελλείμματος, υποχρεώθηκαν, αν και με χαμηλότερα ελλείμματα από αυτό της Ελλάδος, να υπαχθούν σε καθεστώς μνημονίων.

Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και τις τρεις αυτές χώρες είναι ότι εκεί δεν χτίστηκαν πολιτικές καριέρες με βάση θεωρίες συνομωσίας. Ούτε επεδίωξαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης να κερδοσκοπήσουν μικροπολιτικά σε βάρος των συμφερόντων της χώρας και των πολιτών. Στις τρεις αυτές χώρες κυβέρνηση και αντιπολίτευση συναίνεσαν. Εφάρμοσαν τις πολιτικές που τους επέτρεψαν διορθώσουν τις οικονομικές ανισορροπίες τους, αποκατέστησαν την αξιοπιστία τους και απέκτησαν ξανά πρόσβαση στις αγορές με ένα μόνο μνημόνιο.

Αντίθετα, στην Ελλάδα από το 2010 μέχρι σήμερα έχουν υπογραφεί τρία μνημόνια. Αυτό συνέβη γιατί το 2010 η αξιωματική αντιπολίτευση της ΝΔ με τα «Ζάππεια» υποσχέθηκε στους πολίτες εύκολο δρόμο, χωρίς οικονομικό και κοινωνικό κόστος, που θα οδηγούσε σε μηδενισμό του ελλείμματος σε ενάμιση χρόνο. Την αντιμνημονιακή θέση της ΝΔ ότι κάθε μέρα θα σχίζει μία-μία τις σελίδες των μνημονίων επανέλαβε αργότερα ο ΣΥΡΙΖΑ όταν βρέθηκε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ διακήρυττε ότι τα μνημόνια θα τα καταργήσει με ένα άρθρο.

Όλα αυτά τα χρόνια ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ κατήγγειλαν τη λιτότητα αλλά αποσιώπησαν σκόπιμα ότι η αυξητική πορεία των δημοσιονομικών ελλειμμάτων της περιόδου 2007-2009 οδήγησε τελικά σε βαθιά ύφεση και όχι σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Σε αντίθεση δηλαδή με τα όσα προβλέπει η οικονομική θεωρία. Η έλλειψη πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης επί ενός εθνικού σχεδίου εξόδου από την κρίση, είχε ως αποτέλεσμα η Χώρα να παραμείνει σε ύφεση για περίπου μια δεκαετία, να χάσει το 25% του ΑΕΠ, και η ανεργία να φτάσει στο 27%.

Σήμερα, οκτώ χρόνια μετά το πρώτο μνημόνιο είμαστε αντιμέτωποι με το ερώτημα ποια θα πρέπει να είναι η πορεία της Χώρας μετά το πέρας του τρίτου μνημονίου; Για να γίνει η συζήτηση αυτή πρέπει να συμφωνήσουμε σε δυο πράγματα: α) Στα αίτια της κρίσης και β) στο ότι η κρίση έφερε τα μνημόνια. Επομένως η έξοδος από τα μνημόνια δεν μας οδηγεί κατ’ ανάγκη σε ασφαλή και οριστική έξοδο από την κρίση.

Η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει:

1) Την ανακοίνωση και υλοποίηση των μέτρων ελάφρυνσης χρέους το καλοκαίρι του 2018 ώστε να μειωθεί ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα από 3,5% στο 2% περίπου του ΑΕΠ.

2) Ένα Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων που θα επιταχύνει την αλλαγή του παραγωγικού προτύπου.

3) Ένα Εθνικό Πρόγραμμα Επενδύσεων της τάξης των 100 δις, που θα προσελκύσει ιδιωτικά κυρίως κεφάλαια, για την επόμενη τετραετία για να αναπληρωθεί ο καταστραμμένος παραγωγικός ιστός.

4) Την διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής για το ιδιωτικό χρέος. Με ένα νέο οδικό χάρτη για την άμεση αντιμετώπισης του προβλήματος των κόκκινων δανείων ώστε οι τράπεζες να μπορούν να επιτελέσουν τον αναπτυξιακό τους ρόλο.

5) Ένα σχέδιο για την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

Αν τα πολιτικά κόμματα της χώρας καταφέρουν να συμφωνήσουν σε αυτά τότε, παρά τα λάθη πριν και μετά την εκδήλωση της κρίσης, θα καταφέρουν να ανακτήσουν ένα μεγάλο μέρος από τη χαμένη αξιοπιστία τους στη συνείδηση των πολιτών. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι θα καταφέρουν να βγει η Χώρα από την κρίση οριστικά και με ασφάλεια.

Δημοσιεύτηκε στη Νέα Σελίδα στις 30 Δεκεμβρίου 2017 στο ένθετο Ιδεογράμματα

Η Ελλάδα, έπειτα από μια χαμένη δεκαετία, το 2017 θα έχει θετικό ρυθμό ανάπτυξης περίπου στο 1,3%, πολύ χαμηλότερα από την αρχική πρόβλεψη για 2,7%. Η χαμηλότερη επίδοση, όπως και η ύφεση το 2015 και το 2016 υπήρξαν το συνδυαστικό αποτέλεσμα των capital controls αλλά και της υπέρμετρης λιτότητας που συνειδητά επέλεξε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Τον Σεπτέμβριο του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ ζήτησε εντολή από τους Ελληνες πολίτες προκειμένου η χώρα με το τρίτο μνημόνιο να ακολουθήσει ηπιότερη δημοσιονομική προσαρμογή σε σχέση με αυτή που προέβλεπε το δεύτερο. Την τριετία 2016-2018 η υπέρβαση του ετήσιου στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα ισοδυναμεί με αφαίμαξη από την οικονομία πόρων ύψους 7,5 δισ. ευρώ. Αυτό έχει ως συνέπεια σημαντικές απώλειες σε όρους ΑΕΠ, θέσεων εργασίας και εισοδημάτων με αποκλειστική ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ και όχι των θεσμικών δανειστών.

Το εύλογο, λοιπόν, ερώτημα που ανακύπτει είναι αν η ελληνική οικονομία μπορεί μεσοπρόθεσμα να επιτύχει σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης ώστε να αναπληρώσει το ΑΕΠ που χάθηκε στην κρίση. Το ερώτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η κυβέρνηση έθεσε ως προτεραιότητα μετά τον Αύγουστο του 2018 οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας να καλύπτονται από τις αγορές. Τα επιτόκια της αγοράς θα είναι πολύ υψηλότερα από των θεσμικών δανειστών και η αύξηση του κόστους δανεισμού θα μειώσει επιπρόσθετα τον δημοσιονομικό χώρο. Ειδικά αν συνυπολογίσουμε τις αρνητικές για την ανάπτυξη συνέπειες από την περικοπή των συντάξεων και τη μείωση του αφορολογήτου που έχει συμφωνήσει η κυβέρνηση για το 2019 και 2020. Ολα αυτά σε μια περίοδο που η διεθνής συγκυρία μπορεί να μην παραμείνει ευνοϊκή, καθώς η πολιτική των αρνητικών επιτοκίων αναμένεται ότι θα αναστραφεί.

Έτσι, η αναπτυξιακή πορεία της χώρας θα κριθεί κυρίως στο μέτωπο των ιδιωτικών επενδύσεων. Αυτές θα πρέπει να αυξηθούν ώστε να υπερβαίνουν τις αποσβέσεις και να καλυφθεί το παραγωγικό κενό που προκαλεί η αποεπένδυση από το 2009. Οι επενδύσεις θα πρέπει, επιπρόσθετα, να κατευθυνθούν στο εξωστρεφές τμήμα της οικονομίας ώστε να συνεισφέρουν στην αναδιάρθρωσή της και να υποβοηθήσουν την αναπτυξιακή πορεία μέσω της ενίσχυσης των καθαρών εξαγωγών.

Η κυβέρνηση το ζήτημα των ιδιωτικών επενδύσεων το έχει αντιμετωπίσει μέχρι σήμερα με ιδεοληπτικό τρόπο. Γι’ αυτό πολλές από αυτές δεν έχουν ξεκινήσει ή δεν προχωρούν. Αντίθετα, ανησυχητικές διαστάσεις παίρνει το φαινόμενο μεγάλων επιχειρήσεων που αποχωρούν από τη χώρα.

Κρίσιμος παράγοντας είναι και η στάση που θα τηρήσει η κυβέρνηση έναντι του προγράμματος μεταρρυθμίσεων. Αν επιλέξει να το αναστείλει, αυτό θα επηρεάσει αρνητικά την αξιοπιστία της χώρας και τη στάση των αγορών, στις οποίες θα προσφεύγει μετά τον Αύγουστο του 2018. Οι αγορές θα επιβάλουν στη χώρα τη δική τους πειθαρχία σε κάθε δημοσιονομική ή μεταρρυθμιστική παρασπονδία, πέρα από λογικές πολιτικών διαπραγματεύσεων. Η ακύρωση των μεταρρυθμίσεων ίσως δώσει στους Ευρωπαίους αφορμή να αναστείλουν την ελάφρυνση του χρέους.

Τέλος, καθοριστικό παραμένει το ζήτημα της εξυγίανσης του χαρτοφυλακίου των τραπεζών. Οι επιλογές της κυβέρνησης την τελευταία τριετία συνέβαλαν στην περαιτέρω αύξηση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και στην ακύρωση του αναπτυξιακού ρόλου των τραπεζών. Οσο, λοιπόν, η κυβέρνηση δεν αναλαμβάνει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες ώστε να πετύχουν οι τράπεζες τους στόχους για μείωση των κόκκινων δανείων, η ελληνική οικονομία θα χάνει τις όποιες αναπτυξιακές ευκαιρίες υπάρχουν.

Για να ενεργοποιηθούν οι αδρανοποιημένες αλλά υγιείς παραγωγικές δυνάμεις της χώρας απαιτείται μετά τις εκλογές να υπάρξει εθνική συνεννόηση. Με ένα εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων στην οικονομία, στους θεσμούς και στο Σύνταγμα, πέρα από τις ιδεολογικές αγκυλώσεις της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ, που θα καταπολεμήσει αποτελεσματικά το πελατειακό κράτος και τις παθογένειες που μας οδήγησαν στην κρίση. Ετσι μόνο θα εξασφαλίσουμε μεσοπρόθεσμη τάση ανάπτυξης που να υπερβαίνει το 2%, προϋπόθεση για οριστική και ασφαλή έξοδο από την κρίση.

Στον τηλεοπτικό σταθμό του ΣΚΑΪ εμφανίστηκε το στέλεχος του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών, μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της ΔΗΣΥ και πρώην υπουργός των Οικονομικών, Φίλιππος Σαχινίδης, με αφορμή το σάλο που έχει ξεσπάσει γύρω από τη δημοσίευση της εσωτερικής έκθεσης της ΤτΕ σχετικά με το έλλειμμα του 2009.

Στις επίμονες ερωτήσεις των δημοσιογράφων Χρήστου Κούτρα, Γιάννη Ντσούνου και Άρη Πορτοσάλτε, γιατί δεν δόθηκε συναίνεση το 2009, ο πρώην υπουργός απάντησε πως το ΠΑΣΟΚ έδωσε συναίνεση όποτε τα ζητήματα τέθηκαν με ειλικρίνεια, με σκοπό το εθνικό συμφέρον, όπως στο Μακεδονικό, όταν η Ντόρα Μπακογιάννη άλλαξε την μέχρι τότε θέση της ΝΔ για το μεγάλο αυτό ζήτημα, ούτως ώστε να υπάρξει συμπόρευση και εθνική γραμμή.

Δεν μπορούσε όμως να υπάρξει καμία συναίνεση στην οικονομία, όταν ρωτούσαν τη ΝΔ γιατί έχουν υπερδανειστεί στα μισά του 2009 κι εκείνοι απαντούσαν πως είναι το «μαξιλαράκι» που θα θωράκιζε την οικονομία, όταν αποδείχθηκε πως ούτε η οικονομία ήταν θωρακισμένη, ούτε έλεγαν την αλήθεια.

 

Ο πρώην Υπουργός απάντησε στα περί καθυστερήσεων, πως όχι απλώς δεν άργησαν, αλλά λίγες εβδομάδες από την ορκωμοσία της κυβέρνησης Παπανδρέου, κατατέθηκε προϋπολογισμός με ανήκουστη ως τότε δημοσιονομική προσαρμογή, την οποία η ΝΔ κατήγγειλε μέσα στην Βουλή.

Σε όλες τις άλλες χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα, υπήρξε συναίνεση στην αποκάλυψη των προβλημάτων, όχι θεωρίες συνωμοσιολογίας, κι έτσι κατάφεραν σε 2 με 3 χρόνια να επανέλθουν με ρυθμούς ανάπτυξης, ανέφερε ο ίδιος.

Ερωτηθείς σχετικά με το βιβλίο του υπουργού Οικονομικών της κυβέρνησης Καραμανλή Γιάννη Παπαθανασίου, στο οποίο κατηγορείται η κυβέρνηση Παπανδρέου ότι φούσκωσε το έλλειμμα, είπε πως «κάποιοι επιχειρούν να ξαναγράψουν την ιστορία», ενώ έκλεισε λέγοντας πως όποια λάθη κι αν έγιναν, δεν επιτρέπουν σε κανέναν την εξίσωση εμπρηστών και πυροσβεστών.

 

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη

Ερ. Η κυβέρνηση πανηγυρίζει ότι σε εννιά μήνες από σήμερα η χώρα επιτέλους επανακτά τον έλεγχο της μοίρας της, και θα ήθελε το πολιτικό αφήγημα της επόμενης ημέρας να συνδεθεί με μια «καθαρή» έξοδο. Εξηγήστε μας τι σημαίνει «καθαρή» έξοδος, και γιατί η πλειοψηφία των αναλυτών τη θεωρεί αδύνατη;

Όταν το 2010 η χώρα έχασε την πρόσβαση στις αγορές και κατέφυγε αναγκαστικά στους θεσμικούς δανειστές αποδέχτηκε την δανειοδότηση αναλαμβάνοντας δεσμεύσεις. Ότι θα εφάρμοζε τις αναγκαίες πολιτικές για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των δίδυμων ελλειμμάτων και να σταθεροποιήσει το τραπεζικό της σύστημα. Η πρόοδος στην υλοποίηση αυτών των πολιτικών αξιολογούνταν κάθε τρίμηνο και μετά από κάθε θετική αξιολόγηση εκταμιεύονταν τα προγραμματισμένα ποσά.

Οι δανειστές πλέον δεν θέλουν να συνεχίσουν να δανείζουν την Ελλάδα μετά τον Αύγουστο του 2018. Επομένως η χώρα είτε θα επιδιώξει να καλύπτει τις ανάγκες της αποκλειστικά από τις αγορές, κάνοντας μια «καθαρή» έξοδο όπως προτείνει η κυβέρνηση, είτε θα διεκδικήσει μια προληπτική γραμμή πίστωσης που θα συνοδεύεται ξανά από δεσμεύσεις. Στην προληπτική αυτή γραμμή θα μπορεί να προσφύγει η χώρα αν οι αγορές δεν την δανείζουν με χαμηλό επιτόκιο.

Πολλοί θεωρούν ότι η Ελλάδα δεν είναι ακόμη έτοιμη  για «καθαρή» έξοδο είτε γιατί δεν έχει ολοκληρώσει τις μεταρρυθμίσεις είτε γιατί δεν έχει εξασφαλίσει ποιες θα είναι οι αποφάσεις των Ευρωπαίων για το χρέος.

Ερ. Σύμφωνοι, αλλά η Deutche Bank θεωρεί ότι το ερώτημα δεν είναι αν η έξοδος θα είναι «καθαρή» ή «υποβοηθούμενη» (σ.σ.: πιστοληπτική γραμμή και νέο MOU), αλλά αν θα είναι «άτακτη» (messy) ή «συνεργατική» (co-operative). Τι σημαίνει το ένα και τι το άλλο;

Οι αναλυτές της Deutche Bank εκτιμούν ότι η κυβέρνηση για καθαρά πολιτικούς λόγους θα επιλέξει την “καθαρή” έξοδο για να εξασφαλίσει ελευθερία κινήσεων στην οικονομική της πολιτική μέχρι τις εκλογές. Στη δημοσιονομική όμως πολιτική έχει ήδη δεσμευτεί ότι η χώρα μέχρι το 2022 θα έχει πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ. Μετά και έως το 2060 η χώρα θα πρέπει να διατηρήσει πρωτογενή πλεονάσματα λίγο πάνω από το 2% του ΑΕΠ.

Άρα το ερώτημα είναι αν η κυβέρνηση μετά τον Αύγουστο του 2018 θα επιλέξει να «ξηλώσει» το πουλόβερ των μεταρρυθμίσεων και να μην εφαρμόσει αυτά που έχει ψηφίσει για περικοπή συντάξεων και αφορολόγητο.

Οι αναλυτές της τράπεζας εκτιμούν ότι τελικά η κυβέρνηση θα επιλέξει να είναι συνεργάσιμη. Διότι έτσι θα εξασφαλίσει τις ευρωπαϊκές αποφάσεις για το χρέος και θα εξασφαλίσει πρόσβαση στις αγορές με χαμηλά επιτόκια δανεισμού.

Ερ. Το να επιλέξει η κυβέρνηση να είναι συνεργάσιμη, δεν μοιάζει με αυτό που χαρακτηρίζεται ως «υβριδική» έξοδος; Δεν συνεπάγεται δηλαδή μια μέτρια και κλιμακωτή ελάφρυνση του χρέους, υπό τον όρο φυσικά η Ελλάδα να δεσμευθεί για συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα μεταρρυθμίσεων;

Πρακτικά ναι. Ο μόνος τρόπος που έχουν οι δανειστές για να δεσμεύσουν την παρούσα κυβέρνηση αλλά και τις επόμενες, είναι μέσω των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους τα οποία θα ενεργοποιούνται υπό την προϋπόθεση ότι η χώρα θα υλοποιεί τις μεταρρυθμίσεις.

Ερ. Πιστεύετε ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα πάρουμε τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, μετά τον Αύγουστο του 2018; Και αν ναι, αυτό θα συμβεί, μόνο εφόσον έχουμε ως τότε καταφέρει να φέρουμε σε πέρας το «βουνό» των μεταρρυθμίσεων (π.χ. ιδιωτικοποιήσεις) που αναφέρει το συμπληρωματικό μνημόνιο;

Οι όποιες αποφάσεις για το χρέος θα έρθουν μετά τον Αύγουστο του 2018. Η πρόοδος στην υλοποίηση των υποχρεώσεων για την επόμενη αξιολόγηση θα παίξει καθοριστικό ρόλο. Ειδικά σε αυτές που αφορούν το πρόγραμμα των αποκρατικοποιήσεων, αφού τα έσοδα από αυτές επηρεάζουν την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους και δίνουν ένα θετικό μήνυμα στις αγορές ότι η Ελλάδα είναι ένας αξιόπιστος επενδυτικός προορισμός. Εδώ όμως θα πρέπει ο κ. Τσίπρας να ξεπεράσει τις εσωκομματικές αντιδράσεις.

Ερ. Τι θα συμβεί άραγε αν δεν μπορέσουμε να υλοποιήσουμε ως τότε όλες αυτές τις μεταρρυθμίσεις; Μήπως οι δανειστές βρουν ένα «πάτημα» στην αποτυχία μας, ώστε να αναστείλουν για το απώτερο μέλλον τα μέτρα για το χρέος;

Είναι προφανές ότι οι ευρωπαϊκές χώρες θα συμφωνήσουν με τα μέτρα ελάφρυνσης, μόνο εφόσον η Ελλάδα συνεισφέρει στη μείωση του χρέους με τα έσοδα από τις  αποκρατικοποιήσεις. Επομένως, αν η Ελλάδα δεν ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις της είναι πολύ πιθανό να υπάρξουν καθυστερήσεις ή και αναβολή στις αποφάσεις των δανειστών για  την ελάφρυνση του χρέους.

Ερ. Πιστεύετε ότι ο κ. Τσίπρας μπορεί να δελεαστεί να πάει τελικά σε μια «άτακτη» (messy) έξοδο;

Τα αποτελέσματα της «άτακτης» διαπραγμάτευσης κατά την περίοδο Ιανουαρίου – Αυγούστου 2015 τα γνωρίζει από πρώτο χέρι ο Πρωθυπουργός όπως και κάθε πολίτης. Τα δύο χρόνια ύφεσης, η καθυστερημένη μετάβαση στην ανάπτυξη, με μια επίδοση περίπου στο 1,3%, πολύ πιο κάτω από την πρόβλεψη του 2,7% για το 2017, είναι αποτελέσματα αυτής της «άτακτης» διαπραγμάτευσης.

Αυτή οδήγησε στο κλείσιμο των τραπεζών, στη μαζική διαρροή καταθέσεων, στην οριστική απώλεια για το Δημόσιο περιουσίας 20 δισ. ευρώ από τις μετοχές των τραπεζών, στην απώλεια ΑΕΠ και εισοδημάτων, όπως και στην καθυστέρηση μείωσης της ανεργίας.

Μπορεί λοιπόν ο πρωθυπουργός να επιχειρήσει μια «άτακτη» έξοδο αλλά στις επόμενες εκλογές δεν θα έχει ούτε την τύχη, ούτε την επίδοση που εξασφάλισε στις εκλογικές αναμετρήσεις από τον Μάιο του 2014 και μετά. Επιπρόσθετα στις επόμενες εκλογές θα έχει να αντιμετωπίσει την ανασυγκροτημένη και ενωμένη κεντροαριστερά, η οποία θα επιδιώξει να ανακτήσει πρωταρχικό ρόλο στη πολιτική ζωή της χώρας.

Ερ. Βέβαια έως το 2020 οι λήξεις ομολόγων που πρέπει να αποπληρωθούν είναι σχετικά μικρές, (ανέρχονται σε κάτι παραπάνω από 10 δισ. ευρω). Από ποια χρονιά ξεκινούν οι δυσκολίες στις αποπληρωμές, από το 2022 και μετά;

Ουσιαστικά το 2022 η χώρα θα αντιμετωπίσει την πρώτη δυσκολία σε ότι αφορά την αναχρηματοδότηση της. Για αυτό και είναι κρίσιμο να μην δανείζεται μόνο σε χρονικό ορίζοντα τριετίας ή πενταετίας, καθώς αυτό θα καταστήσει ακόμη δυσκολότερη την αναχρηματοδότηση από τις αγορές μετά το 2022.

Ερ. Κάποτε ο ΣΥΡΙΖΑ αποκαλούσε «τοκογλυφικά» τα επιτόκια με τα οποία δανείζουν οι δανειστές. Τώρα, που θα τελειώσει το μνημόνιο, και θα πρέπει να απευθυνθούμε ξανά στις αγορές πως θα είναι τα επιτόκια;

Αν τα επιτόκια με τα οποία μας δάνειζαν οι θεσμικοί δανειστές ήταν «τοκογλυφικά» τώρα με την «καθαρή» έξοδο θα πρέπει η κυβέρνηση να επιδιώξει να δανειστεί με ακόμη χαμηλότερα επιτόκια από αυτά των δανειστών.

Αν δεν τα καταφέρει θα περιμένω να ακούσω τα επιχειρήματά τους για να δικαιολογήσουν γιατί η χώρα δανείζεται με τόσο υψηλά επιτόκια. Τα οποία δεν θα είναι απλά υψηλότερα από τα φερόμενα ως «τοκογλυφικά» των δανειστών, αλλά υψηλότερα και από αυτά με τα οποία δανείζονται άλλες χώρες που ήταν σε μνημόνια και τώρα μετά την επιτυχή έξοδο τους στις αγορές δανείζονται με πολύ χαμηλά επιτόκια.

Εμείς ξέρουμε ότι για το υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου θα ευθύνεται η αναξιοπιστία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Για αυτό, και μετά τις εκλογές η εθνική συνεννόηση είναι αναγκαία προϋπόθεση για την οριστική και ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση.

Στην παρουσίαση του βιβλίου του Θ. Στάθη «Αναζητώντας Πρότυπο Δημοκρατίας για το Σήμερα» Λάρισα, 7 Δεκεμβρίου 2017

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές της σημερινής εκδήλωσης για την πρόσκληση να παρουσιάσω το βιβλίο του συντοπίτη μας και φίλου πρώην Υπουργού και Βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Θ. Στάθη.

Το θέμα του βιβλίου «Αναζητώντας Πρότυπο Δημοκρατίας για το σήμερα» είναι από τα πλέον επίκαιρα καθώς για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία η Δημοκρατία αμφισβητείται τόσο έμπρακτα ακόμη και σε χώρες με μακρά κοινοβουλευτική παράδοση.

Η εξέλιξη αυτή έρχεται ως επακόλουθο της ανατροπής της μεταπολεμικής πολιτικής ισορροπίας, που στηρίχτηκε στην εναλλαγή στην εξουσία των σοσιαλδημοκρατών κομμάτων με τα συντηρητικά.

Μετά την πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση, τα σοσιαλιστικά κόμματα στην Ευρώπη χάνουν συνεχώς δυνάμεις. Κερδισμένα βγαίνουν λαϊκιστικά κόμματα κυρίως της άκρας Δεξιάς ή ακόμη και της ριζοσπαστικής αριστεράς, τα οποία προσελκύουν πρώην ψηφοφόρους των σοσιαλιστών που νιώθουν αποκλεισμένοι εξαιτίας της πρόσφατης κρίσης και της παγκοσμιοποίησης.

Τα σοσιαλιστικά κόμματα που στάθηκαν θετικά απέναντι στην παγκοσμιοποίηση υποτίμησαν τον ρόλο του εθνικού κράτους να θεσπίζει κανόνες για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών και την προστασία των καταναλωτών και να χαράζει πολιτικές που στηρίζουν αυτούς που πλήττονται από τις οικονομικές ανακατατάξεις.

Έτσι, οι λαϊκιστές βρήκαν ευήκοα ώτα προωθώντας ως λύση στα σύνθετα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα τον πολιτικό και οικονομικό εθνικισμό και την ξενοφοβία.

Δεν είναι λοιπόν συμπτωματικό ότι μεταξύ των νέων πολιτών αρχίζουν να κερδίζουν έδαφος αυταρχικές απόψεις και μια απαξίωση της πολιτικής και της δημοκρατίας.

Ο συγγραφέας σπεύδει  στο ξεκίνημα του βιβλίου να μας επισημάνει ότι η έμμεση αντιπροσωπευτική δημοκρατία πολύ λίγη σχέση έχει με την άμεση δημοκρατία της Αρχαίας Αθήνας η οποία όπως επισημαίνει ήταν πραγματική δημοκρατία.

Εκφράζει πολλές επιφυλάξεις για τον τρόπο λειτουργίας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας πριν και μετά την κρίση. Ιδιαίτερα για τον τρόπο συγκρότησης κυβερνήσεων που προκύπτουν από ένα εκλογικό σύστημα το οποίο δεν είναι αναλογικό και πριμοδοτεί το πρώτο κόμμα με το bonus των 40 εδρών.

Κάτι που όπως επισημαίνει οδηγεί σε στρέβλωση της βούλησης των πολιτών. Παρά τις επιφυλάξεις του αναγνωρίζει ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι πολύ καλύτερη σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο σύστημα διακυβέρνησης, αφού η τελευταία διασφαλίζει κάποιες ελευθερίες που άλλα συστήματα απορρίπτουν.

Όμως ο συγγραφέας δεν αρκείται σε διαπιστώσεις για τα κακώς κείμενα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Προχωρά στην διατύπωση προτάσεων με στόχο τη αναμόρφωση του τρόπου λειτουργίας της Δημοκρατίας, προσπαθώντας να οριοθετήσει ένα πρότυπο για το σήμερα.

Θα επικεντρωθώ λοιπόν σε ορισμένες από τις προτάσεις που διατυπώνει για να τις αξιολογήσω ως προς τη λειτουργικότητα αλλά και την αποτελεσματικότητά τους. Διότι κρίσιμο κριτήριο για την αποδοχή μιας πρότασης είναι να επιλύει τα υπάρχοντα προβλήματα χωρίς να δημιουργεί περισσότερα.

Ένα ερώτημα που θέτει ο συγγραφέας είναι αν η σημερινή δημοκρατία μπορεί να στραφεί στο αρχαιοελληνικό πρότυπο προκειμένου να υπηρετήσει το στόχο της ευημερίας των πολιτών;

Η πρόταση του για μια τέτοια άμεση συμμετοχή είναι ευκταία, συμπληρωματικά προς τους θεσμούς της  αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Αρκεί να μην τους υποκαθιστά αλλά και να μην δημιουργεί αυταπάτες.

Διότι ακόμη και αν με τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας είχαμε τη δυνατότητα να διασφαλίζουμε αποφάσεις για όλα τα ζητήματα με άμεση ψηφοφορία των πολιτών αυτό δεν θα βοηθούσε ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες της παγκοσμιοποίησης αλλά και της συμμετοχής στην Ε.Ε. και στην Ευρωζώνη.

Πολλά ζητήματα που μας αφορούν συζητούνται και αντιμετωπίζονται με επιλογές που γίνονται έξω από τα  εθνικά όρια σε φόρα όπου συμμετέχουν  εκπρόσωποι της χώρας. Κάποια άλλα όμως αποφασίζονται εκτός Ευρώπης. Ακόμη και σήμερα μετά την κρίση δεν έχουμε ένα σύστημα παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης όπου θα μπορούσαν να λυθούν πολλά προβλήματα με παγκόσμια διάσταση.

Οι πρόσφατες αποκαλύψεις που αφορούν τους φορολογικούς παραδείσους είναι ένα παράδειγμα. Σε συνθήκες πλήρους ελευθερίας των κεφαλαίων οι πλούσιοι αναζητούν νόμιμους ή μη τρόπους για να αποφύγουν την φορολόγηση. Αυτό διαρρηγνύει το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο της Ευρώπης όπου η προοδευτική φορολόγηση κερδών και υψηλών εισοδημάτων εξασφάλιζε τους αναγκαίους πόρους σε εθνικό επίπεδο για να στηρίξουν πολιτικές για την υγεία, παιδεία, πρόνοια.

Την αδυναμία αυτή την αναγνωρίζει ο συγγραφέας όταν αναφέρεται στο θέμα της επιβολής του φόρου Tobin αλλά η πρόταση του δεν θα βρει σύντομα ευήκοα ώτα ακόμη και αν απαγορεύσουμε εισαγωγές από τους φορολογικούς παραδείσους. Η αλήθεια είναι ότι ακόμη και με την απαγόρευση θα συνεχίσουν να υπάρχουν φορολογικοί παράδεισοι.

Εξίσου καθοριστική για την αναμόρφωση της δημοκρατίας είναι η επισήμανση του για την ανάγκη εφαρμογής των νόμων. Προφανώς ο ίδιος έχοντας διατελέσει νομοθέτης γνωρίζει ότι στην Ελλάδα άλλο πράγμα η νομοθεσία και άλλο η εφαρμογή.

Όταν στο ξεκίνημα της κρίσης συναντήθηκα με τον Ιταλό πρώην Υπουργό Τομάσσο Παντόα Σιόππα και του περιέγραψα τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ το 2010 για να αντιμετωπίσει τα πολλαπλά οικονομικά προβλήματα που οδήγησαν στην κρίση αλλά και άλλα, όπως η έλλειψη αξιοπιστίας από την αποστολή ψευδών στοιχείων στην Eurostat –για Statistical fraud μιλά η Έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου- γνωρίζοντας την Ελληνική αλλά και την Ιταλική πραγματικότητα μου απάντησε στωικά: “My young economist legislation is not implementation”.

Χρειάστηκε να μεσολαβήσει κάποιο διάστημα για να συνειδητοποιήσω ότι η δημόσια διοίκηση ήταν σε πολλές περιπτώσεις ανέτοιμη ή αντίθετη στην εφαρμογή των νόμων. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι «νομοθετούσαν» ερήμην της βουλής.

Η αντίσταση στην εφαρμογή των νόμων δεν οφείλεται στο ότι σε πολλές περιπτώσεις έχουν οικονομικό κόστος. Τι οικονομικό κόστος έχει η εφαρμογή της νομοθετικής πρόβλεψης για απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους;

Ότι και αν νομοθετήσει η βουλή, αν δεν υπάρχει Δικαιοσύνη που να λειτουργεί για να τιμωρεί παραβιάσεις του νόμου δεν πρόκειται να προχωρήσει ούτε η χώρα ούτε η αναμόρφωση της Δημοκρατίας. Αλλά και αν βελτιωθεί η λειτουργία της Δικαιοσύνης δεν μπορεί να έχεις έναν αστυνομικό σε κάθε δημόσιο χώρο για να ελέγχει την απαγόρευση καπνίσματος ή την έκδοση απόδειξης. Είναι καθήκον των πολιτών να αποδέχονται τους νόμους και να τους εφαρμόζουν.

Αν σε αυτές τις επισημάνσεις προσθέσει κάποιος την πολυνομία σε συνδυασμό με τις συνεχείς αλλαγές των νόμων μπορεί να κατανοήσει γιατί η Ελλάδα δύσκολα θα γίνει ελκυστική χώρα για επενδύσεις όταν όλοι αναγνωρίζουν ότι αυτή είναι η αναγκαία προϋπόθεση για την οριστική έξοδο από την κρίση.

Τα τελευταία χρόνια πολλοί οικονομολόγοι έχουν επισημάνει το θετικό ρόλο που διαδραματίζουν οι θεσμοί στην επίτευξη της οικονομικής ευημερίας. Η άποψη τους είναι ότι χώρες με ανοικτούς οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς είναι κατά τεκμήριο αυτές που εξασφαλίζουν ικανοποιητικό επίπεδο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

Η Ελλάδα από τη σύσταση της χαρακτηρίζεται από ένα θεσμικό έλλειμμα. Όχι γιατί δεν είχε φωτισμένες πολιτικές ηγεσίες που θα έφερναν χρήσιμους θεσμούς στην Ελλάδα. Το αντίθετο τέτοιες ηγεσίες υπήρξαν αρκετές στην ιστορική πορεία της χώρας. Οι περισσότεροι από τους μεταρρυθμιστές πολιτικούς ηγέτες προωθούσαν θεσμικές μεταρρυθμίσεις που δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας εξελικτικής διαδραστικής διεργασίας στην κοινωνία και την οικονομία με αποτέλεσμα στις περισσότερες περιπτώσεις να παραμείνουν κενές περιεχομένου ή να μην παράγουν τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Η ενίσχυση της Δημοκρατίας προϋποθέτει όπως τονίζει ο συγγραφέας την ενίσχυση της συμμετοχής. Αλλά η πραγματικότητα κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μεταξύ Μαΐου 2012 και Σεπτεμβρίου 2015 το ποσοστό συμμετοχής στις εθνικές εκλογές μειώθηκε από το 65% στο 56%. Η απαξίωση της πολιτικής στα μάτια των πολιτών ως του προνομιακού χώρου επίλυσης των προβλημάτων οδηγεί σε αυτή την εκλογική συμπεριφορά τους.

Το ερώτημα λοιπόν που ανακύπτει είναι: αν αλλάξουμε τον τρόπο λειτουργίας της Δημοκρατίας και των κομμάτων – γιατί η Δημοκρατία αφορά και τη λειτουργία των κομμάτων που είναι εξ ορισμού πυλώνες της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας –  θα αυξηθεί η συμμετοχή; Η άποψη μου είναι πως ναι.

Οι πολίτες πρέπει να αισθάνονται ότι η άποψη τους μετράει και μπορούν να συνδιαμορφώνουν τις προγραμματικές θέσεις του κόμματος τους. Αν μη τι άλλο αυτό φαίνεται να είναι ένα πρώτο μικρό αλλά χρήσιμο συμπέρασμα που μπορεί να βγάλει κανείς από τις διεργασίες στο Βρετανικό Εργατικό κόμμα.

Κρίσιμο θεωρεί ο συγγραφέας το ρόλο των ΜΜΕ. Με βρίσκει αντίθετο η πρόταση του για τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης αρχής η οποία θα παράγει ανεξάρτητες και ιδεολογικά ουδέτερες ειδήσεις. Διότι ακόμη και το τι θα καταγραφεί ή όχι είναι θέμα του δημοσιογράφου όπως και η οπτική γωνία που θα το προσεγγίσει. Επομένως η ανεξάρτητη αρχή δεν λύνει το πρόβλημα παράγοντας αλλά εποπτεύοντας απλώς τις ειδήσεις, ώστε να πληρούνται, έστω και στοιχειωδώς, οι συνταγματικές αρχές της ισότητας της αντικειμενικότητας και της ποιότητας.

Άλλωστε σήμερα τα ΜΜΕ δεν έχουν τη δύναμη που είχαν στο παρελθόν ούτε επηρεάζουν τη γενιά των μιλενιούμς που εξαντλεί την ενημέρωση της από τα ηλεκτρονικά μέσα. Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει πόσο ανεξέλεγκτα είναι αυτά αλλά και το ρόλο που έχουν διαδραματίσει τα fake news στη διαμόρφωση απόψεων και ειδικά στη διακίνηση αυταρχικών και αντιδημοκρατικών αντιλήψεων ή πως μπόρεσαν να επηρεάσουν εκλογές σε πολλές χώρες.

Κλείνω χωρίς να έχω εξαντλήσει όλα τα θέματα που αναπτύσσονται  στο βιβλίο με την πρόταση του συγγραφέα για το εκλογικό σύστημα αλλά και τον τρόπο εκλογής των βουλευτών. Ο συγγραφέας είναι υπέρ της απλής αναλογικής. Αυτή έχει θεσπιστεί. Το πρόβλημα είναι ότι σε μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου δεν υπάρχει κουλτούρα ευρύτερων συναινέσεων θα είναι δύσκολη η συγκρότηση κυβερνήσεων.  Αυτή η έλλειψη συναινετικής διάθεσης μεταξύ των κομμάτων εξηγεί γιατί είμαστε η μόνη χώρα σε κρίση και σε μνημόνια από το 2010 ακόμη όταν όλες οι άλλες που έχουν σχετική κουλτούρα βγήκαν από αυτά σε λιγότερο από τρία χρόνια. Δεν ξέρω λοιπόν πως θα λυθεί το πρόβλημα συγκρότησης κυβέρνησης αν δεν μπορούν να συγκροτηθούν συμμαχικές κυβερνήσεις.

Προτείνει ο συγγραφέας το μπόνους των εδρών να δίνεται στα κόμματα που θα δεχτούν μετά τις εκλογές να συγκροτήσουν κυβέρνηση. Το ορθότερο κατ’ εμένα είναι το μπόνους να το παίρνουν τα κόμματα τα οποία έχουν δηλώσει εκ των προτέρων με ποιον θα συνεργαστούν για να ξέρει και ο ψηφοφόρος τι ακριβώς ψηφίζει.

Τέλος, ο συγγραφέας είναι κατά του σταυρού προτίμησης γιατί σωστά επισημαίνει ότι αυτός ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την ανάπτυξη και διατήρηση του πελατειακού κράτους που μας οδήγησε στην κρίση. Η κατάργηση του σταυρού σήμερα έχει ευρύτερη αποδοχή. Αλλά δεν θεωρώ λειτουργική την πρόταση του για επιλογή των προσώπων που θα καταλάβουν τη βουλευτική έδρα από την ηγεσία του κόμματος ακόμη και αν γίνεται με κλήρωση από μια λίστα. Τα κόμματα πρέπει να εδραιώσουν τις δημοκρατικές διαδικασίες στο εσωτερικό τους και να προκρίνονται μέσω αυτών οι υποψήφιοι.

Ακόμη και αν κάποιος διαφωνεί με τις προτάσεις που διατυπώνει ο συγγραφέας για τα θέματα που θίγει δύσκολα θα διαφωνήσει με τις επισημάνσεις του για τα κακώς κείμενα και την αναγκαιότητα να αντιμετωπίσουμε πολλά από τα προβλήματα που μας οδήγησαν στην μεγαλύτερη οικονομική και κοινωνική κρίση που γνώρισε η χώρα μας μετά τον πόλεμο.  Εύχομαι να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο σου.

Άρθρο στην εφημερίδα «Finance & Markets VOICE» Δημοσιεύθηκε την Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017

Η μεγάλη προσέλευση των πολιτών, τόσο την πρώτη όσο και τη δεύτερη Κυριακή, στην εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη Προέδρου της Δημοκρατικής Παράταξης, στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα στη ΝΔ και τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ., στο εσωτερικό της παράταξης, αλλά και στη νικήτρια των εκλογών, Φώφη Γεννηματά.

Η συμμετοχή 210 χιλιάδων δείχνει ότι, παρά τη συστηματική προσπάθεια απαξίωσης της πολιτικής, οι πολίτες εξακολουθούν να εναποθέτουν σε αυτήν  τις ελπίδες για την οριστική έξοδο της χώρας από την κρίση και την επίλυση των προβλημάτων τους.

Ταυτόχρονα, υπερασπίστηκαν – χωρίς ιδιοτέλεια, αφού η παράταξη δεν είναι στην εξουσία – την μεγάλη συνεισφορά της παράταξης στην μεταπολιτευτική πορεία της χώρας, την ώρα που ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. επιχειρούν την απαξίωση της. Οι πολίτες απαιτούν από την παράταξη αυτόνομη πορεία και την εκ νέου ανάδειξη της ως την ισχυρή προοδευτική παράταξη που θα αντιπαρατίθεται στην Ν.Δ.

Η νικήτρια των εκλογών Φώφη Γεννηματά, στο δίλημμα, εξωστρέφεια, άνοιγμα του κόμματος στην κοινωνία, ενεργοποίηση των διαδικασιών για την εκλογή αρχηγού από τη βάση ή εσωστρέφεια και διατήρηση του ελέγχου σε ένα μικρό, αλλά ελεγχόμενο κόμμα, επέλεξε το πρώτο. Έτσι, με την εξωστρέφεια  οφείλει να συνεχίσει γιατί είναι ο μόνος τρόπος να ανακτήσει η παράταξη τη θέση που κατείχε.

Την πρότασή της εμπλούτισαν με τη συμμετοχή τους στη διαδικασία εννέα υποψήφιοι, που προσέδωσαν αξιοπιστία στο εγχείρημα και συνέβαλαν με την παρουσία τους στην μαζική συμμετοχή των πολιτών.

Η εκλεγμένη Πρόεδρος, στην πορεία προς το ιδρυτικό συνέδριο, οφείλει να εμμείνει στην εξωστρέφεια και να αξιοποιήσει όλους όσοι συμμετείχαν σε αυτή τη διαδικασία. Έτσι, οι πολίτες θα νοιώσουν ότι όλοι -και χωρίς αποκλεισμούς- έχουν το δικαίωμα να συνδιαμορφώσουν τις πολιτικές προτάσεις της παράταξης.

Τα κόμματα και οι υποψήφιοι οφείλουν να σεβαστούν την επιθυμία των πολιτών για ενότητα και ενιαία στάση, τόσο εντός της Βουλής όσο και εκτός. Έτσι μόνο, θα εξασφαλιστούν οι προϋποθέσεις για την επίτευξη του εκλογικού στόχου στις επόμενες εθνικές εκλογές.

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 19/11/2017

Καθώς διανύουμε τη δεύτερη φάση της παγκοσμιοποίησης, προξενεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι, όπως και στην πρώτη φάση της, η δημοκρατία στην Ευρώπη είναι υπό αμφισβήτηση. Η εξέλιξη αυτή έρχεται ως επακόλουθο της ανατροπής της μεταπολεμικής πολιτικής ισορροπίας, που στηρίχτηκε στην εναλλαγή στην εξουσία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων με τα συντηρητικά. Μετά την πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση, τα σοσιαλιστικά κόμματα στην Ευρώπη χάνουν συνεχώς δυνάμεις. Κερδισμένα βγαίνουν λαϊκιστικά κόμματα κυρίως της άκρας Δεξιάς, τα οποία προσελκύουν πρώην ψηφοφόρους των σοσιαλιστών που νιώθουν αποκλεισμένοι εξαιτίας της πρόσφατης κρίσης και της παγκοσμιοποίησης.

Οι λαϊκιστές βρίσκουν ευήκοα ώτα προωθώντας ως λύση στα σύνθετα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα τον πολιτικό και οικονομικό εθνικισμό και την ξενοφοβία. Μεταξύ των νέων πολιτών αρχίζουν να κερδίζουν έδαφος αυταρχικές απόψεις και μια απαξίωση της πολιτικής και της δημοκρατίας. Η εξέλιξη αυτή ακυρώνει την άποψη ότι σε χώρες με υψηλό επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης και μακροχρόνια κοινοβουλευτική παράδοση η δημοκρατία δεν κινδυνεύει.

Σύμφωνα με την πολιτική επιστήμονα Sheri Berman, η μεγαλύτερη συνεισφορά της Σοσιαλδημοκρατίας μετά τον πόλεμο ήταν ότι διασφάλισε τη συνύπαρξη καπιταλισμού και δημοκρατίας («Το πρωτείο της πολιτικής», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Δεν αποτελεί, λοιπόν, σύμπτωση το γεγονός ότι η αποδυνάμωσή της συμπίπτει με την αμφισβήτηση της δημοκρατίας.

Όπως έδειξε η εμπειρία, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν ήταν προετοιμασμένα με προτάσεις πολιτικής για την αντιμετώπιση των συνεπειών της παγκοσμιοποίησης ή μιας μεγάλης κρίσης. Η ανασύνταξή τους προϋποθέτει προγραμματική ανανέωση ώστε να συγκροτήσουν μια νέα κοινωνική συμμαχία, που θα εκφράσει και τις αγωνίες των χαμένων της κρίσης και της παγκοσμιοποίησης. Η αντιμετώπιση της ανεργίας και η καταπολέμηση των ανισοτήτων, που ενισχύθηκαν την τελευταία δεκαετία, πρέπει να γίνουν σημείο αιχμής των προγραμματικών τους προτάσεων.

Η δημιουργία θέσεων εργασίας προϋποθέτει νέες επενδύσεις και είσοδο νέων επιχειρήσεων. Τα σοσιαλιστικά κόμματα στο παρελθόν έδιναν έμφαση στην προστασία των θέσεων απασχόλησης. Έτσι όμως εμπόδιζαν το κλείσιμο μη ανταγωνιστικών επιχειρήσεων που λειτουργούσαν σε βάρος υγιών επιχειρήσεων και εμπόδιζαν την είσοδο νέων επιχειρήσεων.

Σήμερα τα σοσιαλιστικά κόμματα πρέπει να δώσουν έμφαση στην προστασία των εργαζομένων και όχι των θέσεων εργασίας. Η σχετική εμπειρία από τη Σουηδία είναι πολύ χρήσιμη. Εκεί τα συνδικάτα μαζί με τις επιχειρήσεις έχουν προχωρήσει σε συμφωνίες ώστε οι εργαζόμενοι όταν απολύονται να έχουν τη στήριξη των επιχειρήσεων του κλάδου. Η πρόβλεψη αυτή βοηθά ώστε να επανενταχθούν το συντομότερο δυνατό στην αγορά εργασίας. Αυτό αυξάνει την ευελιξία και μειώνει τους κινδύνους και το κόστος που συνεπάγεται για τον εργαζόμενο η απώλεια της θέσης εργασίας.

Στα χρόνια μετά την κρίση οι ανισότητες σε χώρες της Ευρώπης συνέχισαν να διογκώνονται, κυρίως γιατί μεγάλα τμήματα του πληθυσμού βρέθηκαν χωρίς δουλειά ή γιατί οι μισθοί δεν ήταν ικανοποιητικοί. Αντίθετα, ισχυρές επιχειρήσεις με τεράστια κέρδη αλλά και πολίτες με υψηλά εισοδήματα αξιοποιούν κάθε δυνατότητα, νόμιμη ή μη, για να αποφύγουν τη φορολόγηση. Έτσι, το κράτος στερείται φορολογικών εσόδων για τη χρηματοδότηση της κοινωνικής πολιτικής και τη στήριξη αυτών που έχασαν από την κρίση και την παγκοσμιοποίηση.

Για τα σοσιαλιστικά κόμματα δεν υπάρχει άλλη επιλογή από το να προχωρήσουν με αποφασιστικό τρόπο σε πρωτοβουλίες σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο για την αντιμετώπιση του τεράστιου προβλήματος που δημιουργούν οι φορολογικοί παράδεισοι, η φοροδιαφυγή αλλά και ο αθέμιτος φορολογικός ανταγωνισμός από χώρες με χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές.

Η υποτίμηση των κινδύνων που απειλούν τη δημοκρατία στην Ευρώπη είναι τεράστιο λάθος. Μόνη ελπίδα, η ανάκαμψη της Σοσιαλδημοκρατίας ώστε να εκφράσει, πέρα από τα μεσαία στρώματα, και τους χαμένους της παγκοσμιοποίησης.

Η πρόκληση για τα σοσιαλιστικά κόμματα στην Ευρώπη είναι μεγάλη, όπως και οι ευθύνες των ηγεσιών τους για την προγραμματική τους ανανέωση, που θα οδηγήσει στην ανάκαμψή τους.

Άρθρο στην «ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ» Δημοσιεύθηκε την Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

Με την ολοκλήρωση του Τρίτου Μνημονίου τον Αύγουστο του 2018, η Ελλάδα θα είναι η τελευταία χώρα της ευρωζώνης, από τις τέσσερις που προσέφυγαν σε αναγκαστικό δανεισμό, που θα αποκτήσει πρόσβαση στις αγορές. Έτσι, έχει ξεκινήσει η συζήτηση για το μεταπρογραμματικό πλαίσιο εποπτείας της ελληνικής οικονομίας.

Η κυβέρνηση έχει διακηρύξει ότι στοχεύει στην «καθαρή έξοδο». Έτσι, στις επόμενες εκλογές, ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, θα μπορούν να ισχυριστούν ότι οδήγησαν την χώρα έξω από την εποπτεία των μνημονίων, χωρίς τις δεσμεύσεις που θα συνεπάγονταν η έξοδος μέσω προσφυγής σε κάποια προληπτική γραμμή πίστωσης.

Η «καθαρή έξοδος» μπορεί να διασφαλίζει πολιτικά οφέλη αλλά ενέχει τον κίνδυνο να μην είναι ασφαλής και οριστική. Η Ελλάδα έπειτα από μια επταετία προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής  αντιμετώπισε το μεγάλο πρόβλημα των δίδυμων ελλειμμάτων που την οδήγησαν στον αναγκαστικό δανεισμό το 2010. Δεν ολοκλήρωσε όμως την αναδιάρθρωση του ελληνικού παραγωγικού προτύπου ώστε να ενισχυθεί ο τομέας των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Ο κίνδυνος λοιπόν που προδιαγράφεται για τη Ελλάδα είναι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μετά την εξασφάλιση μιας «καθαρής εξόδου» να αναστείλει ή να ανατρέψει μεγάλο μέρος των διαρθρωτικών αλλαγών που πραγματοποιήθηκαν. Αυτό θα αποτρέψει την προσέλκυση αναγκαίων επενδύσεων για την αναδιάρθρωση της οικονομίας.

Οι μελλοντικές ελληνικές κυβερνήσεις δεσμεύονται από τη συμφωνία της παρούσας κυβέρνησης για επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022. Για τη συνέχεια η Ελλάδα θα δεσμεύεται από το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό θεσμικό πλαίσιο μέχρι να αποπληρώσει το 75% των υποχρεώσεών της.

Με το μεγαλύτερο μέρος του χρέους της Ελλάδας να βρίσκεται στα χέρια των θεσμικών δανειστών η χώρα θα πρέπει να εξασφαλίσει ένα αξιόπιστο μεταπρογραμματικό πλαίσιο. Έτσι, θα δανείζεται από τις αγορές με επιτόκια που θα διασφαλίζουν την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Εξίσου αναγκαίο είναι να ανακοινωθούν τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, τα οποία θα συνοδεύονται από δεσμεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης.

Επομένως, η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να ολοκληρώσει με επιτυχία την τρίτη αξιολόγηση καθώς και την καταληκτική αξιολόγηση, και να προσφύγει μερικές φορές ακόμη στις αγορές πριν από τον Αύγουστο του 2018 για να δημιουργήσει απόθεμα ρευστότητας. Παρά τις δυσκολίες επίτευξης του δημοσιονομικού στόχου για το 2018 και την δυσκολία  λήψης απόφασης για την ελάφρυνση του χρέους, ιδιαίτερα μετά το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών, φαίνεται ότι όλες οι πλευρές επιθυμούν την έξοδο της Ελλάδας από τα προγράμματα και αυτό θα διευκολύνει τη λήψη των σχετικών αποφάσεων.

Η ΕΚΤ από την πλευρά της επιτάχυνε την πραγματοποίηση των τεστ αντοχής των ελληνικών τραπεζών ώστε αν διαπιστωθεί οποιαδήποτε ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης αυτή να καταγραφεί πριν από το κλείσιμο του τρίτου μνημονίου.

Ένα άλλος κίνδυνος που μπορεί να επηρεάσει το κόστος δανεισμού της Ελλάδας είναι η στάση του ΔΝΤ, το οποίο έχει εγκρίνει ένα «υπό προϋποθέσεις» πρόγραμμα για την Ελλάδα. Βασική προϋπόθεση για την εκταμίευση χρημάτων από το ΔΝΤ είναι η ελάφρυνση χρέους. Οι Ευρωπαίοι όμως δύσκολα θα προχωρήσουν σε σχετική απόφαση πριν το τέλος του Τρίτου Μνημονίου. Έτσι, υπάρχει μια πιθανότητα το ΔΝΤ να αποφασίσει να αποσυρθεί από το πρόγραμμα πριν τον Αύγουστο του 2018. Το πιο πιθανό όμως είναι ότι θα παραμείνει ως σύμβουλος χωρίς να εκταμιεύσει χρήματα για τη Ελλάδα.

Η επιδίωξη για «καθαρή έξοδο» συνδέεται και με άλλους δύο κινδύνους. Ο πρώτος σχετίζεται με την πιθανότητα να μην μπορεί η Ελλάδα να επωφεληθεί από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης εξαιτίας της κακής πιστοληπτικής αξιολόγησης των ελληνικών ομολόγων. Τέλος, για τον ίδιο λόγο, οι ελληνικές τράπεζες μπορεί να χάσουν τη δυνατότητα συμμετοχής σε πράξεις νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, κάτι που θα οδηγήσει σε αύξηση του κόστους δανεισμού τους.

Σε λιγότερο από ένα χρόνο η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις με τους θεσμικούς δανειστές για το μεταπρογραμματικό πλαίσιο εποπτείας της Ελλάδας. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ θα αποδεχτεί οποιαδήποτε συμφωνία, αρκεί αυτή να μην είναι «πρόγραμμα» ή «προληπτική γραμμή πίστωσης» με όρους, με την επιδίωξη να αξιοποιήσει τους όποιους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής αναστέλλοντας το πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Αυτό όμως θα επηρεάσει αρνητικά το κόστος δανεισμού, ιδιαίτερα καθώς θα βαδίζουμε προς τις εκλογές. Θα επηρεάσει όμως αρνητικά τις μεσοπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, θα εμποδίσει τη δημιουργία νέων ποιοτικών θέσεων εργασίας, θα στερήσει πόρους για τη στήριξη όσων χτυπήθηκαν από την κρίση.

Ο πιο σημαντικός λοιπόν κίνδυνος από μια «καθαρή έξοδο» είναι να υπονομευτεί η ασφαλής έξοδος στις αγορές και η Ελλάδα σε μια νέα κρίση να είναι ξανά ο αδύναμος κρίκος της ευρωζώνης. Για να αποφευχθεί αυτό είναι αναγκαία η σύνταξη ενός εθνικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων, το οποίο όλα τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα μετά τις εκλογές θα δεσμευτούν ότι θα το εφαρμόσουν.