Σελίδα 6

Στην εκδήλωση- συζήτηση του ΙΣΤΑΜΕ και του Friedrich Ebert Stiftung με θέμα : «Ελληνική Οικονομία: Ώρα Μηδέν» που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

Η Ελλάδα το 2017, επτά χρόνια μετά το δημοσιονομικό εκτροχιασμό του 2009 και εννέα χρόνια μετά την έναρξη της ύφεσης, έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του δημοσιονομικού ελλείμματος αλλά και του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που αποτέλεσαν την αφορμή για την αποκοπή της από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές το 2010.

Η διόρθωση των ανισορροπιών έγινε με κόστος όμως υπερβολικά μεγαλύτερο από ότι δικαιολογούσαν οι μακροοικονομικές ανισορροπίες.

Σωρευτικά η απώλεια στο ΑΕΠ από το 2008 έφτασε περίπου στο 25%. Μελέτες που έχουν γίνει αποδίδουν το 50% της απώλειας στη δημοσιονομική προσαρμογή και το υπόλοιπο 50% μεταξύ άλλων κυρίως στην πολιτική αστάθεια και αβεβαιότητα της περιόδου καθώς και στην έλλειψη ρευστότητας.

Σε πρωτοφανές, για την μεταπολεμική περίοδο, επίπεδο, κινείται και η ανεργία η οποία βρίσκεται γύρω στο 23% για περισσότερα από πέντε χρόνια.

Βλέποντας ποιο υπήρξε το τίμημα παραλείψεων και της αδράνειας μιας ολόκληρης δεκαετίας στο όνομα του πολιτικού κόστους, και ιδιαίτερα εξαιτίας του εκτροχιασμού της περιόδου 2004-2009 που οδήγησε σε αυτή την κρίση, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η διερεύνηση των προϋποθέσεων εξόδου από την κρίση καθώς και των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας.

Θα συνοψίσω, λοιπόν, τις εκτιμήσεις μου για την προοπτική εξόδου της Ελληνικής Οικονομίας από την κρίση, σε επτά σημεία.

1) Ο κύκλος της δημοσιονομικής προσαρμογής έχει ολοκληρωθεί. Η χώρα έχει καθυστερήσει υπερβολικά – με βάση το κριτήριο των αντοχών της κοινωνίας – να διασφαλίσει το πέρασμα σε βιώσιμη ανάπτυξη.

Τώρα, πρέπει να δοθεί έμφαση στην επιτάχυνση του μετασχηματισμού της οικονομίας σε ανταγωνιστική και εξωστρεφή.

Μια διαδικασία που ξεκίνησε αργά και της οποίας τα αποτελέσματα έχουν αρχίσει τώρα να φαίνονται. Οι παρενέργειες όμως της υστέρησης αυτής συνοψίζονται στην παρατεταμένη διάρκεια της κρίσης.

Σήμερα, έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στην ανάκτηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας σε όρους κόστους εργασίας.

Απώλεια που έγινε ιδιαίτερα έντονη την περίοδο 2007-2009 καθώς οι μισθολογικές αυξήσεις ήταν πλήρως αποσυνδεμένες από την πορεία της παραγωγικότητας.

Οι εξαγωγές όμως των αγαθών και υπηρεσιών δεν μπόρεσαν να συνεισφέρουν με την αύξηση τους στην αναχαίτιση της ύφεσης την περίοδο της δημοσιονομικής προσαρμογής.

Αυτό σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην έλλειψη επαρκούς χρηματοδότησης, στο υψηλότερο κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού, στην αυξημένη αβεβαιότητα και πιο πρόσφατα στην επιβολή των Capital Controls.

Εξίσου σημαντικό ήταν ότι οι μεταρρυθμίσεις στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών και η εξάλειψη αντικινήτρων στην επενδυτική δραστηριότητα καθυστέρησαν σε σχέση με τις μεταρρυθμίσεις που έχουν γίνει στην αγορά εργασίας.

2) Η απότομη δημοσιονομική προσαρμογή, αποκάλυψε τη συγκαλυμμένη ανεργία που προϋπήρχε της κρίσης και σχετίζονταν με τη διόγκωση του μη ανταγωνιστικού και εσωστρεφούς παραγωγικού τομέα της ελληνικής οικονομίας.

Η Ελλάδα σήμερα, έχει την υψηλότερη ανεργία στην Ε.Ε, την υψηλότερη ανεργία μεταξύ των νέων, αλλά και των 55 και άνω.

Οι συνθήκες στην αγορά εργασίας είναι τέτοιες, που είναι πλέον αναγκαίο να διασφαλιστούν προϋποθέσεις για μείωση της ανεργίας, με δημιουργία θέσεων εργασίας κυρίως στον ανταγωνιστικό και εμπορεύσιμο τομέα της οικονομίας.

Η Ελλάδα, στο παρελθόν, δημιουργούσε περίπου 40-50 χιλ θέσεις εργασίας το χρόνο. Αν το μέλλον δεν υπερβεί το παρελθόν, η αντιμετώπιση της ανεργίας θα πάρει πολλά χρόνια.

Το αποτέλεσμα θα είναι η ανεργία η οποία είναι πλέον μακροχρόνια να οξύνει ακόμη περισσότερο τις κοινωνικές συνθήκες.

Να αυξήσει τις κοινωνικές ανισότητες και την πολιτική αστάθεια τροφοδοτώντας αντισυστημικές επιλογές από τους πολίτες.

Είναι αναγκαίο να δημιουργηθούν – με κίνητρα και αντικίνητρα – προϋποθέσεις για τη δημιουργία πολλών νέων, ανταγωνιστικών επιχειρήσεων, προκειμένου να αρχίσει να αντιμετωπίζεται άμεσα το πρόβλημα της ανεργίας.

Η αντιμετώπιση αυτής της κρίσης στην απασχόληση, δεν μπορεί να αφήνεται σε συμβατικά εργαλεία πολιτικής.

Απαιτούνται καινοτόμα εργαλεία. Χορήγηση φορολογικών κινήτρων, μείωση ασφαλιστικών εισφορών για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας ή για όσους ξεκινούν νέες επιχειρήσεις, διοικητική υποστήριξη, μείωση της γραφειοκρατίας για τις νέες αυτές επιχειρήσεις.

Σήμερα η πολιτική της κυβέρνησης όταν δεν κινείται προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση υπολείπεται κατά πολύ των αναγκαίων πρωτοβουλιών.

3) Είναι ανάγκη να κλείσουμε άμεσα την εκκρεμότητα του χρέους ώστε να δοθεί οριστική απάντηση στο ερώτημα αν η Ελλάδα μπορεί να εξυπηρετήσει το χρέος της.

Η συζήτηση για τη βιωσιμότητα του χρέους επηρεάζει κατά τρόπο καθοριστικό την πορεία εξόδου από την κρίση.

Η συζήτηση για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους μετά το PSI δεν μπορεί να γίνεται μόνο στη βάση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Πιο σημαντικό κριτήριο στην περίπτωση της Ελλάδας είναι η αξιολόγηση της δυνατότητας να εξυπηρετεί το χρέος της.

Η Ελλάδα με μια σειρά αποφάσεων πέτυχε να ελαφρύνει την εξυπηρέτηση του χρέους. Όμως τα ασφάλιστρα κινδύνου και η παρατεταμένη αβεβαιότητα για τη χώρα παραμένουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα και αυτό δυσχεραίνει την προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων που δεν έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα.

Την ίδια ώρα οι παρατεταμένες καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης αφήνουν περιθώριο να επιστρέψει ξανά η συζήτηση για Grexit με ότι αυτό συνεπάγεται για το επενδυτικό κλίμα.

Είναι προφανές ότι η αποδοχή του 3,5% του ΑΕΠ ως στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα για μεγάλη περίοδο μετά το 2018 είναι δύσκολα επιτεύξιμη. Δεν θα επιτρέψει τη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου και θα δυσκολέψει τη μετάβαση σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης

Είναι λοιπόν αναγκαίο η διαδικασία της δεύτερης αξιολόγησης του Τρίτου Προγράμματος να προχωρήσει, με χαμηλότερο στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα να ξεκινήσει η συζήτηση για τη συμμετοχή στο πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.

Η συζήτηση αυτή, σε αντίθεση με τις κυβερνητικές δηλώσεις, δεν θα είναι ούτε εύκολη ούτε γραμμική τόσο για νομικούς λόγους όσο και για λόγους πολιτικούς που σχετίζονται με τις πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη.

Η ανάγκη όμως για θετική έκβαση στην αξιολόγηση και στη συμμετοχή στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ είναι καθοριστική αν η Ελλάδα θέλει να βγει στις αγορές το 2017 ώστε να καλύπτει το σύνολο των δανειακών αναγκών της από τις κεφαλαιαγορές μετά το 2018.

Διαφορετικά κινδυνεύει να μπει την περιπέτεια αναζήτησης ενός τέταρτου μνημονίου σε μια Ευρώπη που θα βλέπει εχθρικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

4) Όλοι στην Ελλάδα συμφωνούν για την ανάγκη να περάσει η χώρα σε σταθερή αναπτυξιακή πορεία. Όμως, η επίτευξή της, δεν είναι μια μηχανική διαδικασία. Η ανάπτυξη, δε διατάσσεται ούτε επιστρατεύεται, ούτε νομοθετείται με ένα άρθρο.

Προϋποθέτει, πολιτική και κοινωνική σταθερότητα, ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις για την πορεία και τις στρατηγικές επιλογές της χώρας, επενδύσεις από εγχώριους και ξένους επενδυτές και ρευστότητα.

Η χώρα στα επόμενα τρία χρόνια χρειάζεται πάνω 80 δις επενδύσεις για να αναπληρώσει μέρος από τον παραγωγικό ιστό που καταστράφηκε κατά την διάρκεια της κρίσης αλλά και εξαιτίας της αποεπένδυσης από το 2008 και μετά.

Όμως, ποιος θα διαθέσει αυτά τα κεφάλαια; Ο κρατικός Προϋπολογισμός μπορεί να καλύψει ένα περιορισμένο τμήμα αλλά όχι το συνολικό ποσό. Η χώρα χρειάζεται επειγόντως εγχώριες και άμεσες ξένες επενδύσεις αλλά η κυβερνητική στρατηγική για να προσελκύσει η χώρα επενδύσεις δεν υφίσταται αν δεν είναι εχθρική.

Το φορολογικό πλαίσιο, ο τρόπος λειτουργίας και η ταχύτητα απονομής της Δικαιοσύνης, η γραφειοκρατική αντιμετώπιση των επενδύσεων, οι υποδομές, οι αποκρατικοποιήσεις, οι δαπάνες για παιδεία, έρευνα και καινοτομία, πρέπει να αναπροσανατολιστούν προς αυτή την κατεύθυνση. Ταυτόχρονα πρέπει να προωθηθούν θεσμικές αλλαγές που θα ακυρώσουν το πελατειακό κράτος που προσπαθεί να ανασυγκροτήσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

5) Το τραπεζικό σύστημα, σταδιακά, θα πρέπει να «στρέψει» σημαντικό μέρος της πιστοδοτικής του ικανότητας προς τις νέες επιχειρήσεις που χρειάζεται η χώρα.

Για να περάσει η χώρα σε βιώσιμη ανάπτυξη πρέπει να αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία του τραπεζικού συστήματος προκειμένου να επιτελέσει τον αναπτυξιακό του ρόλο από κοινού με άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία.

Όσο η οικονομία είναι σε ύφεση και τα δάνεια δεν εξυπηρετούνται, αυξάνονται οι κίνδυνοι του ενεργητικού και μειώνεται η ικανότητα εσωτερικής συσσώρευσης κεφαλαίου των τραπεζών. Επομένως δεν συντρέχουν ευνοϊκές προϋποθέσεις για χορήγηση νέων δανείων.

Η πρόκληση, λοιπόν, για την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας είναι να προχωρήσουν οι τράπεζες σε μια αναδιάρθρωση του δανειακού χαρτοφυλακίου τους ακόμη και με μερική προοδευτική διαγραφή χρεών εταιρειών οι οποίες είναι βιώσιμες και στις οποίες αξίζει να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία.

Το πρόβλημα της ΟΝΕ σήμερα δεν είναι το δημόσιο αλλά το ιδιωτικό χρέος που έχει γιγαντωθεί και στο οποίο η ΕΚΤ με αμεσότερα εργαλεία εποπτείας προσπαθεί να ομαλοποιήσει.

Για να επιταχυνθεί λοιπόν η διαδικασία ανασυγκρότησης της οικονομίας, είναι αναγκαίο να οριστικοποιηθεί και να εφαρμοστεί το πλαίσιο αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων καθώς και να αξιολογηθεί η βιωσιμότητα των προβληματικών επιχειρήσεων με διαφανή και δίκαια κριτήρια.

Οι βασικές δράσεις για την υλοποίηση του εν λόγω πλαισίου θα πρέπει άμεσα να ξεκινήσουν ή να επιταχυνθούν.

Οι δράσεις αυτές, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν:

(α) την ολοκλήρωση και ψήφιση του θεσμικού πλαισίου για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό και τις μεταρρυθμίσεις του πτωχευτικού δικαίου έτσι ώστε να «ελαφρυνθεί» από υποθέσεις το δικαστικό σύστημα

(β) την ανάπτυξη μιας δυναμικής δευτερογενούς αγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων και την προσέλκυση ξένων επενδύσεων

(γ) την παροχή φορολογικών κινήτρων αλλά και τη θεσμοθέτηση της νομικής κάλυψης των στελεχών των τραπεζών για την διευκόλυνση των μερικών ή ολικών διαγραφών χρέους.

Η μεγάλη πρόκληση της επόμενης ημέρας είναι κατά πόσο οι τράπεζες είναι έτοιμες και διατεθειμένες να αξιολογήσουν και να διαχειριστούν τις βιώσιμες επιχειρήσεις και οικονομικούς κλάδους, έτσι ώστε να διοχετεύσουν τα περιορισμένα κεφάλαια τους στις αποδοτικότερες επενδύσεις.

Καθώς θα δημιουργούνται νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες και νέες θέσεις εργασίας με αντίστοιχα εισοδήματα, αυτό θα βελτιώνει τη ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων, επιτρέποντας τη στροφή των τραπεζικών πιστώσεων.

Έτσι, το τραπεζικό σύστημα θα δημιουργήσει προϋποθέσεις περιορισμού της έκθεσης του στις δραστηριότητες που θα συρρικνώνονται (μη ανταγωνιστικός τομέας) και θα μπορεί να τροφοδοτήσει το νέο που γεννιέται και αναπτύσσεται.

6) Η βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή είχε ως αποτέλεσμα, τη σημαντική υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου, ιδίως για ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού.

Δεν μπορούμε να μιλάμε για προοπτική ανάπτυξης, όταν επιταχύνονται οι κοινωνικές ανισότητες.

Επομένως, βασική προτεραιότητα για τις πολιτικές που πρέπει να σχεδιαστούν τα επόμενα χρόνια θα πρέπει να αποτελεί η μείωση των ανισοτήτων.

Αυτή θα γίνει μέσω σχεδιασμένων πολιτικών κοινωνικής προστασίας και ένταξης –που τώρα για δημοσιονομικούς κυρίως λόγους δεν υπάρχουν παρά τις ανάγκες- προκειμένου να διασφαλιστεί η κοινωνική συνοχή και μεσοπρόθεσμα η αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Πρέπει όμως να μας απασχολήσει και το ερώτημα, αν ωφελούνται ομοιόμορφα οι πολίτες από την οικονομική ανάπτυξη που θα έρθει;

H κριτική στην παγκοσμιοποίηση δεν είναι ότι δεν δημιούργησε πλούτο αλλά ότι σε πολλές περιπτώσεις το 90% του πλούτου το καρπώθηκε το 1% του πληθυσμού ενώ το υπόλοιπο 10% πήγε στο 99% του πληθυσμού.

Είναι, λοιπόν, καθοριστικό για τις δυνάμεις του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού στις προγραμματικές τους επεξεργασίες να προτάξουν την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των πολιτικών ανάπτυξης, ώστε να προκύπτουν από αυτή βιώσιμα οφέλη σε όρους απασχόλησης και εισοδήματος για το σύνολο των πολιτών και να διαχέονται αυτά σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και όχι μόνο στα εισοδηματικά ανώτερα.

7) Κλείνω, λέγοντας ότι, η χώρα δεν μπορούσε να αποφύγει την απώλεια μέρους του ΑΕΠ καθώς η ενίσχυσή του σε ονομαστικούς όρους μέχρι το 2007 ήταν το αποτέλεσμα αποκλειστικά του άμετρου δημόσιου και ιδιωτικού δανεισμού.

Έτσι, το ονομαστικό ΑΕΠ φούσκωνε και έκρυβε τους κινδύνους από την ονομαστική αύξηση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους.

Θα μπορούσαν όμως οι απώλειες σε ΑΕΠ και κατεστραμμένες θέσεις εργασίας να περιοριστούν σε σημαντικό βαθμό αν συνέτρεχαν οι αναγκαίες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις από το ξεκίνημα της κρίσης.

Συναινέσεις που διασφαλίστηκαν σε άλλες χώρες που μπήκαν σε προγράμματα και τώρα έχουν επανέλθει στις κεφαλαιαγορές.

Ενώ η Ελλάδα μετά τους πειραματισμούς με τα Ζάππεια και τη Θεσσαλονίκη παραμένει η μόνη χώρα σε πρόγραμμα. Στερώντας από τους πολίτες και ιδιαίτερα τη νέα γενιά το όραμα και την προοπτική για μια Ελλάδα της ευημερίας που δίνει ευκαιρίες σε όλους και όλες και προστατεύει όσους έχουν ανάγκη.

Αυτός πρέπει να είναι ο στόχος για τις προοδευτικές δυνάμεις και σε αυτό τον στόχο πρέπει να προσανατολιστούν οι δυνάμεις της Δημοκρατικής Συμπαράταξης αν θέλουν να ανακτήσουν την σύνδεση τους με τις δημιουργικές κοινωνικές δυνάμεις που τα χρόνια πριν ή κατά την διάρκεια της κρίσης ένοιωσαν ότι χάθηκε η επαφή με την Δημοκρατική Παράταξη.

Άρθρο του Φίλιππου Σαχινίδη στην ιστοσελίδα «Liberal» την Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016

Η παράταση της ύφεσης για ένατη χρονιά και η παρατεινόμενη αβεβαιότητα σχετικά με την αναπτυξιακή προοπτική της ελληνικής οικονομίας, τροφοδοτεί άλλη μια φορά τη συζήτηση αναφορικά με τα δυνητικά οφέλη που θα διαμορφώνονταν για την Ελλάδα αν επέλεγε να εγκαταλείψει το ευρώ.
Η άποψη αυτή πρωτοδιατυπώθηκε σχεδόν αμέσως μετά το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης το 2009. Έχει υποστηρικτές τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό, όπου την υπερασπίζονται κυρίως οικονομολόγοι αγγλοσαξονικής καταγωγής, όπως ο Krugman και ο Stiglitz, αλλά και μέλη κυβερνήσεων ευρωπαϊκών χωρών.
Σύμφωνα με την άποψη αυτή, το κύριο πρόβλημα της Ελλάδας είναι η μειωμένη ανταγωνιστικότητά της, αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, της ταχύτερης αύξησης του εργατικού κόστους στην Ελλάδα έναντι των εμπορικών της εταίρων από την επομένη της ένταξής της στην ΟΝΕ.
Βγαίνοντας από το ευρώ η χώρα θα αξιοποιήσει το εργαλείο της υποτίμησης για να ανακτήσει την χαμένη ανταγωνιστικότητα χωρίς να υποχρεωθεί να μειώσει μισθούς και τιμές, ελαχιστοποιώντας το πολιτικό κόστος της προσαρμογής. Έτσι θα προσελκύσει επενδύσεις, θα αυξήσει τις εξαγωγές της, με τελικό όφελος την επανεκκίνηση της οικονομίας και αύξηση της απασχόλησης.
Οι υποστηρικτές της άποψης αυτής δεν εξηγούν ποιες θα είναι οι επιπτώσεις για την οικονομία από την δυσβάστακτη επιβάρυνση που θα προκαλέσει η εξυπηρέτηση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, τα οποία θα παραμείνουν σε ευρώ, το οποίο θα ανατιμάται συνεχώς έναντι της δραχμής.
Προφανώς, άρρητα δέχονται ότι η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη θα έχει ως ανταποδοτικό όφελος την συνολική ή μερική διαγραφή του ελληνικού χρέους έναντι των θεσμών και των χωρών της ευρωζώνης.
Διότι αν αυτό δεν συμβεί, τότε τα θεωρητικά οφέλη από την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα θα εξουδετερωθούν πριν καν ενεργοποιηθούν, αφού η Ελλάδα δεν θα έχει πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίων εξαιτίας της χρεοκοπίας στην οποία θα οδηγηθεί, καθώς θα αδυνατεί να εξυπηρετήσει το χρέος της.
Σε κάθε περίπτωση, αυτή η λύση προφανώς δεν μπορεί να αφορά το ιδιωτικό χρέος. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν το δημόσιο χρέος κουρευτεί, οι ελληνικές επιχειρήσεις και οι ιδιώτες που έχουν δανειστεί από τις διεθνείς αγορές θα καταρρεύσουν – με εξαίρεση μερικές λίγες με κύριο όγκο δραστηριοτήτων, άρα και έσοδα, από το εξωτερικό – υπό το βάρος της αδυναμίας εξυπηρέτησης του χρέους τους σε ευρώ ή άλλα νομίσματα.
Ας υποθέσουμε λοιπόν προς στιγμήν -μεγάλη υπόθεση σε κάθε περίπτωση- ότι προσφέρεται εκ νέου η δυνατότητα στη χώρα να επιλέξει την εγκατάλειψη της ευρωζώνης έναντι σημαντικής διαγραφής χρέους.
Σε αυτή την περίπτωση η χώρα θα προχωρήσει σε υποτίμηση του νομίσματός της, προκειμένου να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα κόστους πέρα από την βελτίωση που έχει πετύχει μέχρι σήμερα μέσω της εσωτερικής υποτίμησης.
Ερώτημα πρώτο: θα μπορέσει η χώρα να αξιοποιήσει την δυνατότητα αυτή για να αυξήσει τις εξαγωγές της; Τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας επιτρέπουν να υποστηρίξουμε πως όχι ή όχι κατ’ ανάγκη. Γιατί η παραγωγική βάση της χώρας έχει απομειωθεί σε σημαντικό βαθμό, εξαιτίας της αποεπένδυσης από το 2008.
Το τμήμα της που παραμένει σε λειτουργία δεν έχει πετύχει την αναγκαία αναδιάρθρωση ώστε να ενισχυθεί ο τομέας των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών για να αυξηθούν οι εξαγωγές ή να υποκατασταθούν οι εισαγωγές.
Ακόμη χειρότερα, διαπιστώνουμε, ότι παρά τη βαθιά ύφεση και την έντονη κάμψη της ζήτησης, η Ελλάδα συνεχίζει να εισάγει σχεδόν 30 δισ. ευρώ ενδιάμεσων, κεφαλαιουχικών, πρωτογενών αγαθών και ενέργειας, τα οποία είναι δύσκολο ή και αδύνατο να υποκατασταθούν από εγχώρια παραγωγή.
Επομένως, οι πιθανότητες για αύξηση των επενδύσεων που θα ενισχύσουν την ποιότητα/ένταση παραγωγικού κεφαλαίου, την αποτελεσματικότητα και την προστιθέμενη αξία της οικονομίας θα ελαχιστοποιηθούν, με τις αντίστοιχες επιχειρήσεις που ενεργοποιούνται σε σχετικούς κλάδους είτε να κλείνουν είτε να εγκαταλείπουν τη χώρα.
Είναι λογικό να συμπεράνουμε ότι, το πιθανότερο είναι η οικονομία να διολισθήσει σε ένα παραγωγικό πρότυπο που θα βασίζεται εξολοκλήρου σε εξαγωγές ελάχιστης προστιθέμενης αξίας καθώς και υπηρεσιών, η ανταγωνιστικότητα των οποίων θα βασίζεται αποκλειστικά σε χαμηλό κόστος, ανταγωνιζόμενη χώρες αντίστοιχα χαμηλού εισοδήματος και ποιότητας.
Αλλά και η κατανάλωση σε μεγάλο βαθμό θα υποχωρήσει, καθώς η πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων και συνταξιούχων θα μειώνεται εξαιτίας των υποτιμήσεων και των συνεπαγόμενων πληθωριστικών πιέσεων που αυτές θα δημιουργούν.
Εύλογα, λοιπόν, μπορεί να τεθεί το επόμενο ερώτημα. Μήπως το πέρασμα στο εθνικό νόμισμα μπορεί να επιταχύνει αυτή την αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης;
Γιατί η αναγκαία αυτή αναδιάρθρωση προχωρά σχετικά αργά από τότε που ξέσπασε η κρίση, με αποτέλεσμα παρά την εσωτερική υποτίμηση οι εξαγωγές της χώρας να μην έχουν καταγράψει κάποια ουσιαστική αύξηση, ούτε να έχει παρατηρηθεί αξιοσημείωτη υποκατάσταση εισαγωγών.
Είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς ότι η επιστροφή στη δραχμή θα επιταχύνει την αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης. Είναι πιο λογικό να υποθέσει κανείς ότι θα συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Το τραπεζικό σύστημα δεν θα έχει επαρκή κεφάλαια για να χρηματοδοτήσει επενδύσεις στον τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Την ίδια στιγμή το ασταθές νομισματικό περιβάλλον θα λειτουργεί ως αντικίνητρο στην εισαγωγή ελληνικών κεφαλαίων που τώρα βρίσκονται στο εξωτερικό ή ακόμη και διεθνών κεφαλαίων.
Στην καλύτερη των περιπτώσεων, τα κεφάλαια που θα έρχονται στην Ελλάδα θα είναι κερδοσκοπικά με στόχο το άμεσο κέρδος και όχι κεφάλαια που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε επενδύσεις μεσομακροπρόθεσμων αποδόσεων που θα διευκολύνουν την αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης.
Επιπρόσθετα, το κόστος κεφαλαίου θα είναι εξαιρετικό υψηλό εξαιτίας των υποτιμήσεων και τα όποια οφέλη στην ανταγωνιστικότητα από τις υποτιμήσεις θα ακυρώνονται από το αυξημένο κόστος κεφαλαίων, αλλά και των ενεργειακών πηγών που σε μεγάλο βαθμό είναι εισαγόμενες.
Η αλήθεια είναι ότι, σε περίπτωση επιστροφής στο εθνικό νόμισμα, θα δημιουργηθούν οφέλη κυρίως για όσους έχουν τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό. Θα τους δοθεί η δυνατότητα να εξαγοράσουν σε πενιχρές τιμές περιουσιακά στοιχεία στην Ελλάδα.
Αντίθετα, οι έλληνες εργαζόμενοι και συνταξιούχοι, όπως και οι άνεργοι, θα είναι οι μεγάλοι χαμένοι μιας πιθανής επιστροφής σε εθνικό νόμισμα καθώς τα εισοδήματά τους ή τα επιδόματά τους θα απαξιώνονται και δεν θα τους εξασφαλίζουν ούτε τα στοιχειώδη, οδηγώντας τους περισσότερους από αυτούς σε συνθήκες απόλυτης φτωχοποίησης.
Αντί λοιπόν να συζητάμε για τα θεωρητικά οφέλη από την επιστροφή στη δραχμή, που είτε δεν υφίστανται είτε δεν αφορούν αυτούς που πλήττονται από την κρίση, ας δούμε ποιες παραλείψεις και καθυστερήσεις στις κυβερνητικές επιλογές εμποδίζουν την ταχύτερη αναδιάρθρωση της οικονομίας, ώστε αυτή να περάσει το ταχύτερο δυνατό σε βιώσιμη ανάπτυξη. Αυτή θα μας επιτρέψει να δούμε αύξηση της απασχόλησης αλλά και θα δημιουργήσει πόρους για στοχευμένες κοινωνικές πολιτικές προκειμένου να στηριχτούν όσοι πραγματικά έχουν ανάγκη.

Άρθρο μου στη Βραδυνή της Κυριακής 4-12-2016

Η πολιτική αβεβαιότητα στην Ευρώπη έχει ενισχυθεί ιδιαίτερα μετά το αποτέλεσμα του Βρετανικού δημοψηφίσματος που οδηγεί στο Brexit, αλλά και την εκλογή του κ. Τραμπ ως Πρόεδρου των Η.Π.Α.
Αυτή η αβεβαιότητα αναμένεται να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο αν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις ότι ο κ. Ρέντσι θα είναι ο μεγάλος χαμένος του δημοψηφίσματος στην Ιταλία και επιλέξει να παραιτηθεί, όπως έχει δηλώσει.

Η αβεβαιότητα αυτή πυροδοτεί για άλλη μια φορά σενάρια σχετικά με το μέλλον και την προοπτική της ευρωζώνης. Αφορμή, οι εκτιμήσεις ότι σε περίπτωση παραίτησης του κ. Ρέντσι και διεξαγωγής εκλογών η επόμενη κυβέρνηση θα είναι κυβέρνηση συνασπισμού κομμάτων με αντιευρωπαϊκό προσανατολισμό. Μια τέτοια κυβέρνηση θα ήταν δυνατόν, παρά τις συνταγματικές δυσκολίες που υπάρχουν, να θέσει σε δημοψήφισμα την παραμονή της Ιταλίας στην ευρωζώνη.

Συζητήσεις για τη συνοχή της ευρωζώνης είχαν γίνει και στο παρελθόν, ιδιαίτερα δε το 2012 όταν αυξήθηκε η πολιτική αβεβαιότητα στην Ελλάδα μετά τα αποτελέσματα των εκλογών. Οι συζητήσεις αυτές οδήγησαν τα θεσμικά όργανα της Ευρώπης, αλλά και κυβερνήσεις να προετοιμαστούν για το ενδεχόμενο ενός Grexit, ενδεχόμενο το οποίο δεν επιβεβαιώθηκε.

Αυτό, όμως που τώρα κάνει διαφορετικά τα πράγματα είναι ότι η Ευρώπη για πρώτη φορά βρίσκεται αντιμέτωπη με το αίτημα για αποχώρηση που θα καταθέσει η Βρετανία το 2017. Σε περίπτωση πολιτικής αναταραχής στην Ιταλία, η πιθανή αμφισβήτηση της βιωσιμότητας του ιταλικού χρέους από τις αγορές δεν είναι πλέον ένα εξωπραγματικό σενάριο.

Οι διαπιστώσεις αυτές μας υποχρεώνουν να αξιολογήσουμε τις επιλογές που έκανε η Ευρώπη όλα αυτά τα χρόνια από το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, και ιδιαίτερα μετά την εκδήλωση της ελληνικής κρίσης, που οδήγησε στον αναγκαστικό δανεισμό της Ελλάδας το 2010.

Οι χώρες της Ευρώπης, και ιδιαίτερα η Γερμανία και η Γαλλία, αρνήθηκαν από την πρώτη στιγμή να αντιμετωπίσουν τα αίτια που τροφοδότησαν την κρίση. Αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν ότι το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα ήταν λειτουργικό μόνο τις ηλιόλουστες ημέρες αλλά εξόχως προβληματικό σε μια απρόσμενη καταιγίδα. Επιπρόσθετα, υποτίμησαν την πολιτική σημασία της μεταστροφής της στάσης των πολιτών έναντι της Ευρώπης.

Ο ευρωσκεπτικισμός ενισχύθηκε επειδή οι πολίτες έβλεπαν αντί για πραγματική σύγκλιση χωρών και περιοχών, στασιμότητα ή πραγματική απόκλιση και έξαρση των κοινωνικών ανισοτήτων.
Η δογματική εμμονή στις πολιτικές λιτότητας και στις μεταρρυθμίσεις που αργούν να παράξουν τα επιθυμητά αποτελέσματα κατέστησε ακόμη πιο δύσκολη την λήψη αποφάσεων στην Ευρώπη για τις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές.

Έτσι, ξεκινώντας από την αρχική άρνηση αντιμετώπισης του προβλήματος και πηγαίνοντας προς τις ατελέσφορες παρεμβάσεις για την επίλυση της ελληνικής κρίσης, τώρα βρίσκονται αντιμέτωπες με ότι προσπαθούσαν να αποφύγουν όλα αυτά τα χρόνια: την μεταφορά της κρίσης στην Ιταλία.

Η εξέλιξη αυτή διαδραματίζεται σε μια κρίσιμη περίοδο για την ιταλική οικονομία, καθώς ένας σημαντικός αριθμός τραπεζών χρειάζεται κεφαλαιακή ενίσχυση.

Αν οι τράπεζες αυτές δεν καταφέρουν να προσελκύσουν τα αναγκαία κεφάλαια από την αγορά, τότε η Ιταλική κυβέρνηση θα πρέπει να εφαρμόσει το νέο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο και να κουρέψει τα τραπεζικά ομόλογα στα οποία έχουν τοποθετήσει πολλοί μικροαποταμιευτές τα χρήματα τους. Το πολιτικό κόστος για την Ιταλία θα είναι μεγάλο και θα επιδιώξει να το αποφύγει.

Ωστόσο οι επιλογές της Ιταλίας, ειδικά σε περίπτωση παραίτησης του κ. Ρέντσι, μπορεί να οδηγήσουν τις αγορές σε αμφισβήτηση της βιωσιμότητας του χρέους της. Η ΕΚΤ δεν έχει απεριόριστη δυνατότητα να προστατεύσει την Ιταλία από μια αρνητική αντίδραση των αγορών.

Επομένως, ένα εύλογο ερώτημα είναι αν οι όποιες παρεμβάσεις της Ε.Ε τα τελευταία χρόνια και νέοι μηχανισμοί αποτροπής κρίσεων ή προσφυγής για κάλυψη χρηματοδοτικών αναγκών επαρκούν για να αντιμετωπίσουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η απάντηση είναι πως, μάλλον όχι. Για αυτό έχουν αναδυθεί και πάλι οι απαισιόδοξες εκτιμήσεις για την μελλοντική συνοχή της ευρωζώνης.

Συμπερασματικά, η Ευρώπη κινδυνεύει γιατί ακόμη και μετά την κρίση δεν είχε την πολιτική βούληση για πιο τολμηρά βήματα ώστε να προστατευτεί αποτελεσματικά από μια νέα κρίση. Απέφυγε να υποστηρίξει αναπτυξιακές πολιτικές και να κερδίσει την χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών. Ίσως γιατί πίστεψε ότι με τις περιορισμένες θεσμικές αλλαγές που έκανε άφησε τα χειρότερα πίσω της. Η πραγματικότητα, όμως, δείχνει να είναι διαφορετική και σύντομα θα μάθουμε αν τα χειρότερα για την Ευρώπη αλλά και για την Ελλάδα, ως μέρος της Ευρώπης, είναι μπροστά μας.

Το άρθρο είναι η συμμετοχή μου στο συλλογικό έργο: "Η κοινωνική ασφάλιση ως προυπόθεση οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής", Εκδόσεις Παπαζήση 2016.

  1. Εισαγωγή

Έχουν συμπληρωθεί 25 χρόνια από τότε που το ασφαλιστικό πρόβλημα βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης ως ζήτημα προς άμεση επίλυση. Έκτοτε αποτελεί προνομιακό πεδίο σκληρής και άγονης πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς δεν έχουμε καταφέρει μέχρι στιγμής να το επιλύσουμε.

Στην 25ετία που μεσολάβησε, έγιναν έξι παρεμβάσεις. Η πρώτη ουσιαστική παρέμβαση έγινε με τους νόμους 1902/1990 και 2084/1992, που συνδυαστικά έδωσαν ανάσα στο ασφαλιστικό μας σύστημα.

Η δεύτερη ουσιαστική παρέμβαση υπήρξε ο ν. 3863/2010. Καθιέρωνε μία σχεδόν καθολική, βασική σύνταξη και μια ανταποδοτική αναλογική σύνταξη. Σε αντίθεση με την επικρατούσα άποψη, η μεταρρύθμιση του 2010 δεν επιβλήθηκε από την τρόικα αλλά υπήρξε πολιτική πρωτοβουλία της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Αν κάποιος θέλει να σταθεί κριτικά απέναντι στον ν. 3863/2010, θα πρέπει κυρίως να επικεντρωθεί στις υποθέσεις στις οποίες στηρίχθηκε ως προς το ζήτημα της ανεργίας, αλλά και της οικονομικής ανάπτυξης, οι οποίες, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, ήταν πάρα πολύ αισιόδοξες.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ληφθεί τότε η πολιτική απόφαση να υπάρξει μία μεγάλη μεταβατική περίοδος για την εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου. Η εφαρμογή του θα ξεκινούσε από την 1η Ιανουαρίου του 2015. Ο νέος τρόπος υπολογισμού των συντάξεων θα είχε πλήρη εφαρμογή περίπου το 2030.

Μια άλλη αδυναμία των παρεμβάσεων κατά την περίοδο της κρίσης ήταν ότι θεσπίστηκαν σημαντικές πρόσθετες διευκολύνσεις για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων πολλών κατηγοριών ασφαλισμένων ενώ δεν έγιναν παρεμβάσεις σε διατάξεις που διευκόλυναν την πρόωρη συνταξιοδότηση. Έτσι, μεταξύ 2010-2015 το ασφαλιστικό σύστημα επιβαρύνθηκε από την μαζική έξοδο εκατοντάδων χιλιάδων ασφαλισμένων που βγήκαν στην σύνταξη (Γιαννίτσης 2016).

Οι παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό συνεχίστηκαν και μετά το 2010, με κυριότερη αυτή με τον ν. 4052/2012 που αφορούσε κυρίως τα επικουρικά ταμεία. Οι προγενέστερες παρεμβάσεις με τους νόμους 2676/1999, 3029/2002 και 3655/2008 ήταν μικρότερης εμβέλειας και αφορούσαν κυρίως ζητήματα συγκεντροποίησης ασφαλιστικών ταμείων και εξομοίωσης στην αντιμετώπιση των ασφαλισμένων.

  1. Ήταν αναγκαία μια νέα παρέμβαση στο ασφαλιστικό μετά τον ν. 3863/2010;

Το 2016 ξανασυζητάμε για το ασφαλιστικό μετά την νομοθετική πρωτοβουλία που πήρε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στο πλαίσιο του τρίτου μνημονίου.

Να τονιστεί ότι σήμερα το πρόβλημα του ασφαλιστικού παρά τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες είναι μικρότερο ως προς το μέγεθος από εκείνο του 2009. Τότε το ασφαλιστικό χρειαζόταν ετήσια ενίσχυση 18,5 δις ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ σήμερα χρειάζεται 10,5 δις ευρώ.

Τότε έπρεπε να γίνουν παρεμβάσεις για να αποτραπεί αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης από τα 32,7 δις ευρώ το 2009 στα 48 δις ευρώ που θα έφθανε το 2015 με βάση τις μελέτες. Σήμερα είμαστε στα 28,5 δις ευρώ και αναζητείται σταθεροποίηση. Αυτή η μεγάλη διαφορά δείχνει και πόσο διαφορετικές ήταν οι συνθήκες τότε σε σχέση με τις σημερινές.

Εύλογα μπορεί να τεθεί το ερώτημα γιατί είναι τόσο δύσκολο να αντιμετωπιστεί κατά ουσιαστικό τρόπο το ασφαλιστικό ζήτημα, έτσι ώστε να δίνει την αίσθηση της ασφάλειας σε βάθος χρόνου τόσο στους εργαζόμενους όσο και στους εργοδότες και ταυτόχρονα να συνεισφέρει μέσα από τη βελτίωση του οικονομικού κλίματος στην έξοδο της χώρας από την ύφεση στην οποία είναι βυθισμένη από το 2008;

Θεωρώ ότι δύο είναι οι βασικοί λόγοι:

Ο πρώτος είναι γιατί σε όρους πολιτικής οικονομίας η αδράνεια, η μη επίλυση του ασφαλιστικού, ωφελούσε τμήματα της κοινωνίας που είχαν δυναμική παρουσία και πελατειακούς μηχανισμούς παρέμβασης στα κόμματα εξουσίας και αντιπολίτευσης.

Είναι λάθος να πιστεύει κανείς ότι μια κοινωνική ομάδα μπορεί να διασφαλίζει τα προνόμια της, μόνο αν έχει πρόσβαση στα κόμματα εξουσίας. Εξίσου δυναμική παρέμβαση μπορεί να έχει μέσω των κομμάτων της αντιπολίτευσης γιατί αυτά ασκούν μεγάλη πίεση στα κόμματα εξουσίας σε θέματα που μπορεί να τους ωφελήσουν πολιτικά, όπως είναι για παράδειγμα το ασφαλιστικό.

Κάθε φορά λοιπόν που άνοιγε η σχετική συζήτηση τα κόμματα της αντιπολίτευσης, πολλές φορές και της συμπολίτευσης, αλλά και λαϊκιστές διαμορφωτές της κοινής γνώμης έκλειναν πονηρά το μάτι στους συνταξιούχους λέγοντας ότι δεν χρειάζεται να γίνει καμία παρέμβαση. Ένα τυπικό παράδειγμα παρέμβασης στο ασφαλιστικό που αναβλήθηκε ήταν αυτή του 2001 με τον Τάσο Γιαννίτση.

Το αποτέλεσμα όμως της αδράνειας ήταν να φτάσουμε στο σημείο το 2010 να γίνουν παρεμβάσεις που ήταν πλέον αναγκαστικές και εκ των πραγμάτων βίαιες, για να μπορεί το ασφαλιστικό σύστημα σήμερα να πληρώνει αυτές τις χαμηλότερες συντάξεις.

Η πολιτική άποψη όσων αντιτάχθηκαν στην αλλαγή που ήρθε με τον ν. 3863/2010 ήταν ότι το ελληνικό σύστημα ασφάλισης ήταν βιώσιμο ‒σε αντίθεση με ότι υποστήριζαν μέχρι τότε όλοι οι διεθνείς οργανισμοί‒ και ότι οι παρεμβάσεις που έγιναν με τον νόμο αυτόν δεν ήταν παρά το αποτέλεσμα ιδεοληπτικών προσεγγίσεων.

Ωστόσο όλες οι μελέτες οι οποίες είχαν γίνει μέχρι τότε έδειχναν ότι, εάν δεν γινόταν παρέμβαση στο ασφαλιστικό, σε βάθος χρόνου οι σχετικές δαπάνες θα έφταναν στο 24% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Επιπλέον λόγω της γήρανσης του πληθυσμού οι προβλεπόμενες εισφορές δεν θα ξεπερνούσαν το 10% του ΑΕΠ. Αυτή η διαφορά ανάμεσα στις εισροές και τις εκροές θα οδηγούσε μαθηματικά σε κατάρρευση του ασφαλιστικού. Επομένως η άποψη όσων αντιτάχθηκαν στη μεταρρύθμιση δεν τεκμηριωνόταν σε καμία μελέτη και όσες υπήρχαν μέχρι τότε επιβεβαίωναν ακριβώς το αντίθετο. Ότι το ασφαλιστικό δεν είναι βιώσιμο.

Πού βρισκόμαστε όμως σήμερα σύμφωνα με τις σχετικές μελέτες; Η τελευταία σχετική μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (The 2015 Ageing Report) αποτιμά ποιες ήταν οι επιπτώσεις από τον ν. 3863/2010 στη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Σύμφωνα με αυτή το 2013 οι συνταξιοδοτικές δαπάνες στην Ελλάδα παρέμεναν οι υψηλότερες στην Ευρώπη: ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν στο 16,1%, όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη ήταν περίπου στο 12,3%.

Σύμφωνα με την έκθεση μετά από τις παρεμβάσεις της τελευταίας πενταετίας οι συνταξιοδοτικές δαπάνες το 2030 θα μειωθούν στο 14% του ΑΕΠ. Το ποσοστό αυτό θα είναι κατά μία ποσοστιαία περίπου μονάδα ψηλότερο από το μέσο όρο της Ευρώπης που θα είναι στο 13% του ΑΕΠ.

Για να γίνει κατανοητό γιατί κερδίζει η αδράνεια στην αντιμετώπιση του ασφαλιστικού, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ποιοι ωφελούνται και ποιοι ζημιώνουν από τη μη επίλυση του.

Τον λογαριασμό της μη αντιμετώπισης των ελλειμμάτων του ασφαλιστικού καλούνται να πληρώσουν:

1) Άμεσα οι φορολογούμενοι μέσω της αύξησης της φορολογίας προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η αύξηση των συνεισφορών του προϋπολογισμού προς τα ασφαλιστικά ταμεία.

2) Έμμεσα οι νεότερες και οι επερχόμενες γενεές, αφού οι φορολογούμενοι κάθε περιόδου επιδιώκουν να μην καλυφθεί το σύνολο των βαρών από νέα αύξηση φορολογίας αλλά να γίνει μετάθεσή τους στο μέλλον μέσω της συσσώρευσης χρέους.

Όσο η πρόσβαση μιας χώρας σε φθηνό χρήμα είναι διαθέσιμη, τόσο πιο εύκολα μετατίθεται η λύση του προβλήματος.

Θεωρώ επομένως ότι ο δεύτερος λόγος για τον οποίο κατά τη δεκαετία του 2000 δεν έσπευσαν οι κυβερνήσεις να αντιμετωπίσουν το ασφαλιστικό είναι ότι μετά την ένταξη στη ΟΝΕ η χώρα είχε πρόσβαση σε φθηνό δανεισμό από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων.

Οι κυβερνήσεις της χώρας μετά το 2001 είχαν βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση πολιτικής τους οποίους δεν είχαν τα προηγούμενα χρόνια. Η περιορισμένη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και το υψηλό κόστος δανεισμού της περιόδου πριν από την ένταξη στην ΟΝΕ λειτουργούσαν περισσότερο πιεστικά στη λήψη αποφάσεων για να αντιμετωπιστεί το ασφαλιστικό που επιβάρυνε σταθερά τον προϋπολογισμό.

Άρα αυτοί που πληρώνουν το τίμημα της αδράνειας μέσω της συσσώρευσης χρέους και της αβεβαιότητας για τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα είναι κυρίως οι νέοι, οι οποίοι δεν έχουν ουσιαστική δυνατότητα παρέμβασης στους πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων.

Όταν όμως μια γενεά μεταφέρει υπέρμετρα βάρη στην επόμενη γενεά ‒και με αυτό εννοώ βάρη που δεν δικαιολογούνται από την αρχή της διαγενεαλογικής αλληλεγγύης‒ πόσο αριστερή ή πόσο κοινωνικά δίκαιη μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η πολιτική;

Οι συντάξεις στηρίζονται στις εισφορές αυτών που εργάζονται σήμερα. Αν λοιπόν οι πρώτες είναι δυσανάλογες σε σχέση με τις εισφορές ή ανατραπεί η ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς που εργάζονται και εισφέρουν και σε αυτούς που είναι συνταξιούχοι, τότε το σύστημα καταρρέει και καμία σύνταξη δεν είναι εγγυημένη.

Οι εγγυήσεις που παρέχει το Σύνταγμα για τις συντάξεις καμία ουσιαστική αξία δεν έχουν, αν το κράτος δεν διαθέτει τους αναγκαίους πόρους για να χρηματοδοτήσει το ασφαλιστικό σύστημα. Η ένδεια πόρων του ασφαλιστικού και του προϋπολογισμού οδήγησε στις περικοπές. Άρα οι όποιες αποφάσεις του δικαστικού ελέγχου για ακύρωσή τους δεν μπορεί να παραγνωρίζει τα αίτια που οδήγησαν σε αυτές τις περικοπές.

Τονίζω το σημείο αυτό, διότι δεν υπάρχει σταθερός κανόνας από την πλευρά του δικαστικού ελέγχου ως προς το ποιες περικοπές είναι συνταγματικές και ποιες όχι. Πράγμα που σε συνθήκες κρίσης οδηγεί σε απουσία ασφαλούς δημοσιονομικού προγραμματισμού εκ μέρους του νομοθέτη, όταν οι περιστάσεις επιβάλλουν αλλαγή στις παροχές.

Μια δεύτερη κριτική επισήμανση προς όσους αντιδρούσαν στις αλλαγές του 2010 και στις επόμενες αφορά το ερώτημα αν το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας διακρινόταν για τη διαφάνειά του και για την ίση μεταχείριση των ασφαλισμένων. Είδαμε ότι ήταν άνισο σε ότι αφορά την κατανομή των βαρών ανάμεσα στις διαφορετικές γενεές. Τι ίσχυε όμως σε ότι αφορά την κατανομή των βαρών εντός της ίδιας γενεάς;

Η πραγματικότητα είναι ότι σε μεγάλο βαθμό ακόμα και σήμερα μετά από όλες αυτές τις παρεμβάσεις το ασφαλιστικό είναι άδικο και άνισο. Είναι άδικο, αφού το δικαίωμα στη σύνταξη δεν το καθόριζαν διαφανείς και ενιαίοι κανόνες για όλους τους εργαζόμενους, αλλά αδιαφανείς κανόνες, αποτέλεσμα συναλλαγών μεταξύ κομμάτων και εργαζομένων στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων. Άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων του ΙΚΑ και άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων της ΔΕΗ και του ΟΤΕ. Άλλη η κατά συνταξιούχο ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό στο ΙΚΑ και άλλη στο συνταξιούχο των ταμείων της ΔΕΗ και του ΟΤΕ.

Ο κρατικός προϋπολογισμός το 2009 έδινε 4,5 δισεκατομμύρια για περίπου 1,2 εκατομμύρια ασφαλισμένων του ΙΚΑ, δηλαδή 3.750 ανά ασφαλισμένο αλλά έδινε 750 εκατομμύρια για 37.000 ασφαλισμένους στη ΔΕΗ, δηλαδή περίπου 20.000 ευρώ ανά ασφαλισμένο. Πόσο δίκαιη είναι αυτή η ανισότητα στην κατανομή των ενισχύσεων ανά δικαιούχο;

Αυτά τα χαρακτηριστικά του ασφαλιστικού συστήματος όμως επηρεάζουν αρνητικά και τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας, διότι οδηγούσαν τους εργαζόμενους σε επιλογές οι οποίες συνέβαλαν στη διόγκωση ενός στρεβλού παραγωγικού προτύπου που ευθύνεται για την κρίση που οδήγησε στην κατάρρευση του 2009. Διότι οι εργαζόμενοι επέλεγαν είτε τύπους εργασίας είτε θέσεις εργασίας στον μη ανταγωνιστικό και εσωστρεφή τομέα της οικονομίας, ο οποίος διογκώθηκε σε τέτοια έκταση που κατέστησε το παραγωγικό πρότυπο της χώρας μη βιώσιμο.

Με απλά λόγια ο ελληνικός καπιταλισμός δεν μπορούσε να ενσωματωθεί ανταγωνιστικά στον παγκόσμιο, γιατί τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που παράγονταν στην Ελλάδα δεν είχαν ζήτηση στις υπόλοιπες χώρες αλλά ούτε και στο εσωτερικό.

Δεν ήταν όμως μόνο άδικο το σύστημα, ήταν και σαθρό, αφού δεν υπήρχαν έλεγχοι για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά του ως προς την κοινωνική του στόχευση.

Δεν είναι τυχαίο ότι παρά τις υψηλές δαπάνες ‒ υψηλότερες από άλλες ευρωπαϊκές‒ το ασφαλιστικό μας σύστημα ήταν πριν από την κρίση αναποτελεσματικό –μετά την κρίση άλλαξε η εικόνα- ως προς το να προστατέψει τους δικαιούχους και ιδιαίτερα αυτούς με ηλικία από 65 και πάνω. Πριν την κρίση, το ποσοστό σε φτώχεια στην Ελλάδα σε αυτή τη συγκεκριμένη ηλικιακή κατηγορία των συνταξιούχων ήταν υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρώπη.

Η μη επίλυση του ασφαλιστικού δεν είναι χωρίς κόστος για την οικονομία και στις παρούσες συνθήκες υπονομεύει, την προοπτική της σταθερής ανάπτυξης στον βαθμό που αφαιρεί δυσανάλογα μεγάλους πόρους από την οικονομία μέσω της επιβολής νέων φόρων.

Στο δημόσιο διάλογο για το ασφαλιστικό η συζήτηση επικεντρώνεται μονομερώς στην πλευρά των πόρων του συστήματος και πολύ λίγο στις πληρωμές. Όμως τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό πληρωμών και ότι ως χώρα ξεχωρίζει έναντι των υπολοίπων διότι το κράτος συνεισφέρει περισσότερα για τη στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος ως ποσοστό του ΑΕΠ σε σχέση με αυτά που συνεισφέρουν οι άλλες χώρες.

Ερχόμαστε λοιπόν στο κρίσιμο ζήτημα που αφορά την επάρκεια η μη των πόρων του συστήματος. Η κυρίαρχη άποψη είναι ότι το ασφαλιστικό μπορεί να λυθεί, αν η χώρα επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και ταυτόχρονα επικεντρωθεί στη συλλογή ασφαλιστικών εσόδων που διαφεύγουν ή επιβάλει νέες εισφορές σε εισοδήματα για τα οποία δεν καταβάλλονται εισφορές.

Η εισφοροδιαφυγή είναι μεγάλη στην Ελλάδα αφού ως προς τα ασφαλιστικά έσοδα υστερεί σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες περίπου κατά 2,5 έως 3,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, τόσο πριν από την κρίση όσο και κατά τη διάρκειά της. Έχουν γίνει σημαντικές προσπάθειες να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της εισφοροδιαφυγής, αλλά χωρίς απτά αποτελέσματα.

Σε ότι αφορά την ανάπτυξη, οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης οδηγούν σταδιακά σε αύξηση της απασχόλησης και επομένως ενισχύονται τα έσοδα του συστήματος. Όμως να υπενθυμίσω ότι το πρόβλημα με το ασφαλιστικό υπήρχε και σε εποχές που η ελληνική οικονομία έτρεχε με πραγματικούς ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 3%-4%.

Επομένως, η ανάπτυξη δημιουργεί πόρους για ένα βιώσιμο ασφαλιστικό, υπό την προϋπόθεση ότι η αρχιτεκτονική του ασφαλιστικού έχει στηριχτεί σε παραδοχές που ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα.

Αντίθετα, αν το ασφαλιστικό έχει περιορισμένα έσοδα και δαπάνες οι οποίες συνεχώς αυξάνονται, τότε δημιουργεί τεράστιες δημοσιονομικές πιέσεις, αφού η διατήρηση του επιπέδου των παροχών του προϋποθέτει συνεχώς στήριξη από τον κρατικό προϋπολογισμό. Αυτή η στήριξη μπορεί να οδηγήσει σε νέα δημοσιονομική εκτροπή και τότε να χαθεί η προοπτική της βιώσιμης ανάπτυξης.

Με βάση τα παραπάνω τίθεται το ερώτημα αν η απουσία ουσιαστικής παρέμβασης στο ασφαλιστικό όλα αυτά τα χρόνια μπορεί να σχετίζεται με την κρίση δημόσιου χρέους ή όχι; Με βάση τα δεδομένα του Οκτωβρίου του 2009, όταν ανέλαβα καθήκοντα στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, το ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόταν περίπου 1,5 δις ευρώ το μήνα ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καταβάλει τρέχουσες συντάξεις. Αυτό σημαίνει ότι χρειαζόταν περίπου 18 δις ευρώ το χρόνο.

Η στήριξη του προϋπολογισμού προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης ήταν της τάξης των 5,4 δις ευρώ ή 4% του ΑΕΠ το 2001. Το 2009, είχε φτάσει στα 18,9 δις ευρώ ή 8,2% του ΑΕΠ. Αν είχε σταθεροποιηθεί η συνεισφορά του κρατικού προϋπολογισμού στα ονομαστικά επίπεδα του 2001, η χώρα θα είχε 75 δισεκατομμύρια λιγότερο χρέος σε σχέση με αυτό το οποίο είχε το 2009.

Με λίγα λόγια, ένα στα τέσσερα ευρώ που χρωστούσε η χώρα το 2009 οφείλονταν στο γεγονός ότι τη δεκαετία του 2000 δεν προνόησαν οι κυβερνήσεις να ανακόψουν αυτήν την ανησυχητική πορεία αύξησης της χρηματοδότησης των ασφαλιστικών ταμείων από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Τελευταία γίνεται αναφορά στις αρνητικές επιπτώσεις που είχε το PSI στα αποθεματικά του ασφαλιστικού και ότι η κατάρρευσή του οφείλεται στο PSI. Πρόκειται για προκλητική άγνοια των πραγματικών δεδομένων, που επιχειρεί να συσκοτίσει τα πραγματικά αίτια του ασφαλιστικού προβλήματος.

Μιλάνε για απώλεια της τάξης των 26 δις ευρώ πριν το PSI, όταν τα ομόλογα που είχαν όλα τα ασφαλιστικά ταμεία ήταν 25,4 δις ευρώ. Ειδικά τα τέσσερα μεγαλύτερα ταμεία, ΙΚΑ, ΟΓΑ, ΟΑΕΕ και ΝΑΤ, που έχουν 2,2 εκατ. από τα 2,65 εκατομμύρια των ασφαλισμένων, είχαν αποθεματικά σε ομόλογα μόλις 3 δις ευρώ. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας (2012) από το PSI χάθηκαν 11,7 δις ευρώ.

Τέλος αποσιωπάται το γεγονός ότι ο κρατικός προϋπολογισμός από το 2010 μέχρι σήμερα έχει δώσει για το ασφαλιστικό 100 δις ευρώ, δηλαδή εννέα φορές περισσότερα από όσα χάθηκαν για το PSI.

Αφού λοιπόν έγιναν τόσες παρεμβάσεις την τελευταία εικοσιπενταετία, γιατί σήμερα το ασφαλιστικό εξακολουθεί να έχει προβλήματα; Η απάντηση σε ένα μεγάλο βαθμό σχετίζεται με συγκυριακούς παράγοντες:

1) Η ανεργία ανέρχεται στο 1,3 εκατομμύρια άτομα και την τελευταία πενταετία οι μισθοί μειώθηκαν σημαντικά. Αυτές οι εξελίξεις είχαν ως αποτέλεσμα να μειωθούν σημαντικά και τα ασφαλιστικά έσοδα.

2) Η οικονομία είναι σε ύφεση από το 2008 και έχουν κλείσει πάρα πολλές επιχειρήσεις ή πολλές από αυτές που συνεχίζουν να λειτουργούν δεν αποδίδουν τις ασφαλιστικές εισφορές αυξάνοντας τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις των ταμείων.

3) Η έλλειψη βεβαιότητας για το μέλλον και για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων είχε ως αποτέλεσμα πολλοί εργαζόμενοι να προσφύγουν στη σύνταξη και να αυξηθούν απότομα οι πληρωμές του συστήματος. Σύμφωνα με το σύστημα Ήλιος (ΗΔΙΚΑ 2015) σήμερα οι δικαιούχοι είναι 2.650.000, ενώ εκτιμήσεις που αναγράφονται στον Τύπο, αναφέρουν ότι εκκρεμούν 173.000 αιτήσεις για κύριες συντάξεις (Καθημερινή 2015).

Αυτό όμως που είναι πιο ανησυχητικό είναι ότι περίπου το 50% από αυτούς που προσφεύγουν αυτή τη στιγμή στη σύνταξη είναι στην ηλιακή κατηγορία 51-61 ετών (ΗΔΙΚΑ 2015), πράγμα που σημαίνει ότι ακόμη και σήμερα οι παροχές του συστήματος εξακολουθούν να λειτουργούν ως κίνητρο για την έξοδο στη σύνταξη, εισάγοντας στρεβλώσεις στις επιλογές των εργαζομένων.

Με λίγα λόγια η κρίση επιτάχυνε την πρόωρη έξοδο από την αγορά εργασίας και αυτό εκ των πραγμάτων επηρεάζει αρνητικά τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας, αφού μειώνεται ο αριθμός των ατόμων που βρίσκονται στην αγορά εργασίας.

Η επιστροφή λοιπόν στην ανάπτυξη και στην πλήρη απασχόληση μπορεί να προσφέρει ανακούφιση στο ασφαλιστικό, αλλά δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα της άνισης κατανομής των βαρών εντός της ίδιας γενεάς ούτε και μεταξύ διαφορετικών γενεών.

Επομένως η παρέμβαση στο ασφαλιστικό ήταν αναγκαία   προκειμένου να τεθεί σε σταθερή τροχιά και να βοηθήσει στην επίτευξη βιώσιμων δημόσιων οικονομικών, προϋπόθεση για μετάβαση σε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης.

  1. Η παρέμβαση στο ασφαλιστικό από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που συγκροτήθηκε μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, αρνήθηκε να εφαρμόσει τον ν. 3863/2010, καθώς συνέπεσε το 2015 να είναι και το πρώτο έτος πλήρους εφαρμογής του.

Με το νόμο που τελικά κατατέθηκε και ψηφίστηκε η κυβέρνηση επεδίωξε να συνδυάσει πολιτικές και οικονομικές στοχεύσεις πάντα εντός του διαπραγματευτικού πλαισίου με τους θεσμικούς δανειστές.

Συγκεκριμένα όφειλε να πετύχει άμεσα εξοικονομήσεις της τάξης του 1% του ΑΕΠ και να περιορίσει τις περικοπές στις συντάξεις κάτω από ένα όριο.

Έτσι, πέτυχε να διασώσει το ύψος των καταβαλλόμενων κύριων συντάξεων μέχρι και το 2018 με την εισαγωγή του επαναϋπολογισμού των συντάξεων και την πρόβλεψη για καταβολή προσωπικής διαφοράς για τους παλιούς ασφαλισμένους ώστε να καλύπτει την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Περικόπτει τις επικουρικές συντάξεις σε επιλεγμένο ποσοστό συνταξιούχων, για τους οποίους όμως η περικοπή αυτή μπορεί να φτάσει και το 40% της σύνταξής τους.

Προχωρά στη δημιουργία ενός ταμείου, το οποίο θα διαχειρίζεται το σύνολο της συνταξιοδοτικής δαπάνης, συμπεριλαμβανομένης και της δαπάνης για συντάξεις του δημοσίου. Μέσω της συγχώνευσης αυτής θα μπορέσει να κάνει χρήση των αποθεματικών όλων των ταμείων για την πληρωμή των συντάξεων για τουλάχιστον δυο χρόνια. Ένα από τα αρνητικά χαρακτηριστικά του νέου νόμου είναι ότι δεν αποκατάστησε τη σχέση εισφορών – παροχών.

Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι με το νέο νόμο επιτυγχάνεται η ίση μεταχείριση και η επίτευξη δικαιοσύνης μεταξύ παλαιών και νέων συνταξιούχων. Στην πραγματικότητα υφίσταται διαφορετική αντιμετώπιση. Η εκτίμηση ότι μετά από τρία έτη θα επέλθει «εξίσωση» των παλαιών συνταξιούχων με τους νέους, προϋποθέτει την ανάπτυξη της οικονομίας.

Με το νέο σύστημα διατηρείται ο διαχωρισμός των συνταξιούχων σε συνταξιούχους πολλών ταχυτήτων. Οι σημερινοί συνταξιούχοι βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση έναντι αυτών που θα ακολουθήσουν. Το πιο αρνητικό χαρακτηριστικό της νέας παρέμβασης είναι ότι ενώ επιβαρύνει τους εργαζομένους με τις υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές στην Ευρώπη τους προσφέρει χαμηλές παροχές μειώνοντας τα κίνητρα τους για ασφάλιση.

Πρέπει όμως να γίνει κατανοητό ότι η νέα παρέμβαση όπως και κάθε παρέμβαση θα βρει την ευρύτερη δυνατή κοινωνική συναίνεση, όταν γίνεται σε συνθήκες απόλυτης διαφάνειας, χωρίς να συνεχίζει τις παθογένειες του παρελθόντος, όπου όσοι είχαν πρόσβαση σε πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων διασφάλιζαν τα προνόμιά τους.

Η επίλυση στο ασφαλιστικό δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της επικέντρωσης στους πόρους του συστήματος. Επιλογές όπως αυτές που αφορούν περαιτέρω αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών πρέπει να αξιολογούνται με γνώμονα την επίπτωση στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και στην ανάπτυξη. Αν λοιπόν υποστηρίζεται από την κυβέρνηση ότι λύνεται το πρόβλημα αυξάνοντας τις εργοδοτικές εισφορές, αλλά αυτό με τη σειρά του αποτρέπει τις επενδύσεις και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, τότε μπαίνουμε σε έναν φαύλο κύκλο.

Η νέα παρέμβαση για το ασφαλιστικό όφειλε να στοχεύει και στη διευκόλυνση του διαρθρωτικού μετασχηματισμού της οικονομίας. Να μην εισάγει στρεβλώσεις που ευνοούν τη δραστηριοποίηση των εργαζομένων στο μη ανταγωνιστικό και εσωστρεφές τμήμα της οικονομίας, πράγμα που υπήρξε και η αιτία που φτάσαμε στην κατάρρευση του 2009.

  1. Επίλογος

Για να βγει η οικονομία από την ύφεση, είναι αναγκαία η αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου, ώστε να δημιουργηθούν νέες και βιώσιμες θέσεις εργασίας και να αυξηθούν τα εισοδήματα και επομένως οι πόροι του συστήματος.

Η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα ειδικά σε συνθήκες κρίσης και έξαρσης των κοινωνικών ανισοτήτων είναι πώς θα διασφαλιστεί η επάρκεια των συντάξεων, ώστε να προστατεύονται οι ηλικιωμένοι από τη φτώχεια, αλλά και πώς οι συνταξιοδοτικές δαπάνες θα είναι συμβατές με βιώσιμα δημόσια οικονομικά. Αυτή είναι η υποχρέωση που έχουμε απέναντι στις νέες γενεές, για να νιώσουν ότι οι θυσίες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα δεν θα πάνε χαμένες.

Πηγές

Γιαννίτσης Τ., (2016) Το ασφαλιστικό και η Κρίση, (εκδόσεις Πόλις).

Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2015), The 2015 Ageing Report, Economic and budgetary projections for the 28 EU Member States (2013-2060), http://ec.europa.eu/economy_finance/publications/european_economy/2015/pdf/ee3_en.pdf

ΗΔΙΚΑ (2015), Έκθεση 25η, μηνιαία έκθεση του Ενιαίου Συστήματος Ελέγχου και Πληρωμών Συντάξεων «ΗΛΙΟΣ», http://www.idika.gr/files/25%CE%B7_%CE%B5%CE%BA%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7_%CE%97%CE%9B%CE%99%CE%9F%CE%A3_final.pdf

Καθημερινή (2015), «Νέα απειλή για το ασφαλιστικό 330.000 αιτήσεις συνταξιοδότησης», 13 Δεκεμβρίου, http://www.kathimerini.gr/842050/article/ oikonomia/ellhnikh-oikonomia/nea-apeilh-gia-to-asfalistiko-330000-aithseis-synta3iodothshs

Τράπεζα της Ελλάδας (2012), Απάντηση στην ερώτηση 170/17/7/2012, Κοινοβουλευτικού Ελέγχου, http://www.tovima.gr/files/1/2012/09/04/ PINAKES%20PSI.pdf

Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (2015), Πόρισμα Επιτροπής για την πρόταση ενός νέου ασφαλιστικού συστήματος, Προς Ένα Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο για τις Συντάξεις, http://www. tovima.gr/files/1/2015/10/po.pdf

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» Δημοσιεύθηκε την Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

Η​​ υπογραφή του τρίτου μνημονίου τον Αύγουστο του 2015 έδωσε στη χώρα τη δυνατότητα να καλύψει τις χρηματοδοτικές της ανάγκες μέχρι το 2018. Ο στόχος –όπως και των προηγούμενων προγραμμάτων– είναι, μέσω της δημοσιονομικής σταθεροποίησης και της προώθησης των αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών, να προετοιμαστεί η χώρα ώστε να βγει στις αγορές και να κλείσει ο κύκλος του αναγκαστικού δανεισμού που ξεκίνησε το 2010, μετά τη δημοσιονομική κατάρρευση του 2009.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ όφειλε να προχωρήσει στην έγκαιρη εφαρμογή των δεσμεύσεων που ανέλαβε. Γιατί όπως έδειξε η εμπειρία από το 2010 και μετά και ειδικά αυτή του πρώτου εξαμήνου του 2015, όλες οι καθυστερήσεις λειτουργούν εις βάρος της οικονομίας. Ενισχύουν την αβεβαιότητα, παρατείνουν την ύφεση και συντηρούν υψηλά ποσοστά ανεργίας. Τελικά, οδηγούν σε περισσότερα μέτρα και μετατίθεται στο απώτερο μέλλον ο χρόνος εξόδου στις αγορές. Επιπρόσθετα, η έγκαιρη εφαρμογή των δεσμεύσεων, όπως για παράδειγμα η αντιμετώπιση του προβλήματος των «κόκκινων» δανείων, θα βελτίωνε την αναπτυξιακή προοπτική.

Σύμφωνα με τη δέσμευση που ανέλαβαν οι θεσμικοί δανειστές, η επιτυχής ολοκλήρωση των αξιολογήσεων θα οδηγούσε σε λήψη μέτρων ελάφρυνσης του χρέους. Η ελάφρυνση θα καθιστούσε το χρέος βιώσιμο και θα επέτρεπε την ΕΚΤ να συμπεριλάβει τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Έτσι, η χώρα θα επιχειρούσε το 2017 να βγει δοκιμαστικά στις αγορές ώστε στα τέλη του 2018 να καλύπτει αποκλειστικά από αυτές τις δανειακές της ανάγκες.

Ήδη βαδίζουμε προς το μέσον του τρίτου προγράμματος και με μεγάλη καθυστέρηση ξεκίνησε η δεύτερη αξιολόγηση. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι στο πιο ευνοϊκό σενάριο η αξιολόγηση θα ολοκληρωθεί στο τέλος Νοεμβρίου, έτσι ώστε στο Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου να ανακοινωθούν τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους.

Σε ό,τι αφορά τα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα, σύμφωνα με δηλώσεις εκπροσώπων θεσμικών φορέων αλλά και του Γερμανού υπουργού Οικονομικών κ. Σόιμπλε, αυτά δεν πρόκειται να ανακοινωθούν πριν από το 2018. Κάτι πολύ πιθανό δεδομένου ότι πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν θα ήθελαν να ανοίξει μια συζήτηση για ελάφρυνση στο ελληνικό χρέος όσο βρίσκονται αντιμέτωπες με κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις.

Επομένως, το ενδεχόμενο να βγει η Ελλάδα στις αγορές το πρώτο εξάμηνο του 2017 απομακρύνεται, δυσκολεύοντας τον στόχο για κάλυψη του συνόλου των δανειακών αναγκών της χώρας από τις αγορές μετά το 2018.

Εύλογα λοιπόν τίθεται το ερώτημα μήπως η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ πρέπει να προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο ενός τέταρτου προγράμματος. Το ζήτημα αυτό έχει μελετηθεί από το επιστημονικό ινστιτούτο Bruegel. Ο Z. Darvas σε άρθρο του επισημαίνει ότι ακόμη και με το πιο πιθανό σενάριο –μικρό πρωτογενές πλεόνασμα και μέτρια αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ– είναι δύσκολο για την Ελλάδα να καταφέρει να επιστρέψει στις αγορές δανειζόμενη με ένα ικανοποιητικό επιτόκιο που θα καθιστά βιώσιμο το ελληνικό χρέος.

Με λίγα λόγια, το χρέος της Ελλάδας είναι βιώσιμο όσο δανείζεται από τον ESM με χαμηλά επιτόκια. Αν η Ελλάδα βγει να δανειστεί από τις αγορές ακόμη και μικρά ποσά, η βιωσιμότητα του χρέους μπορεί να τεθεί υπό αίρεση.

Οι επιλογές λοιπόν που υπάρχουν σήμερα για την Ελλάδα και τους θεσμικούς δανειστές, που διακρατούν πολύ μεγάλο μέρος του ελληνικού χρέους, είναι δύο:

  • Να περικοπεί σημαντικό μέρος του ελληνικού χρέους.
  • Να συνεχίσει να δανείζεται η Ελλάδα με τα πολύ ευνοϊκά επιτόκια του ESM, τα οποία καθιστούν βιώσιμο το ελληνικό χρέος.

Αν η πρώτη επιλογή δεν βρίσκει ανταπόκριση στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, τότε η μόνη που απομένει είναι οι θεσμικοί δανειστές να συνεχίσουν να δανείζουν την Ελλάδα μέσω ενός τέταρτου προγράμματος.

Όμως και η «λύση» του τέταρτου μνημονίου δεν θα οδηγήσει αυτόματα σε θετικούς και βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης. Η κυβέρνηση οφείλει να προωθήσει διαρθρωτικές αλλαγές που θα επιταχύνουν την αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου και θα διευκολύνουν την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα και την προσέλκυση επενδύσεων. Έναντι αυτών των δεσμεύσεων θα διεκδικήσει περαιτέρω μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα. Η μείωση αυτή θα δημιουργήσει δημοσιονομικό χώρο για μείωση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών. Έτσι, θα διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για να περάσει η οικονομία σε σταθερή ανάπτυξη, να καταστεί βιώσιμο το χρέος και να προετοιμαστεί η χώρα για μια ασφαλή έξοδο στις αγορές όπως το πέτυχαν και οι υπόλοιπες χώρες που προσέφυγαν σε αναγκαστικό δανεισμό.

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη στην παρουσίαση του βιβλίου του Γ. Παπακωνσταντίνου

Φίλες και φίλοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τον Γ. Παπακωνσταντίνου για την ευκαιρία που μου δίνει να συμμετάσχω στην παρουσίαση του βιβλίου του «Game Over: Η Αλήθεια για την κρίση” στην Ξάνθη.

Αυτή η δεύτερη ευκαιρία, μου επιτρέπει σήμερα να μιλήσω για το βιβλίο μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία, αφού κάθε νέα ανάγνωση του βιβλίου επιτρέπει να ανακαλύψεις νέα σημαντικά στοιχεία που περιλαμβάνονται σ’ αυτό.

Πριν ξεκινήσω να μιλώ για το βιβλίο αυτό, οφείλω ορισμένες προσωπικές επισημάνσεις.

Τα όσα γράφει στο βιβλίο, οι μαρτυρίες δηλαδή, δεν αφορούν γεγονότα ξένα προς εμένα.

Αλλά γεγονότα, που έζησα με τον ίδιο βαθμό έντασης ή σε ορισμένες περιπτώσεις και μεγαλύτερο, αφού οι συχνές μετακινήσεις του στο εξωτερικό καθιστούσαν αναγκαία την αναπλήρωσή του στις δύσκολες και γεμάτες από σκληρές συγκρούσεις κοινοβουλευτικές εργασίες.

Με αυτή την έννοια, η σημερινή μου τοποθέτηση για το βιβλίο και τον Παπακωνσταντίνου υπόκειται σε έλεγχο αντικειμενικότητας.

Πολλές φορές, αναρωτήθηκα, αν στις 400 τόσες σελίδες καταφέρνει να μεταφέρει στον αναγνώστη την αγωνία του και τις πρωτόγνωρες, για πολιτικό, δυσκολίες, με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπος.

Τα ξενύχτια και τις ατελείωτες συζητήσεις με όλους τους συνεργάτες του.

Τους προβληματισμούς του, για το αν υπήρχαν άλλες επιλογές που έπρεπε να διερευνηθούν.

Τις συναντήσεις και συζητήσεις με εκπροσώπους μεγάλων τραπεζών, με πολιτικούς χωρών που αντιμετώπισαν κρίση, με οικονομολόγους διεθνούς εμβέλειας.

Την προσπάθειά του να κερδίσει συμμαχίες στο εσωτερικό ενός κόμματος, που είχε κρίση συνειδήσεως, που φοβόταν μην χάσει την ψυχή του, αλλά αδυνατούσε να καταθέσει εναλλακτική πρόταση, καθώς καλούνταν να εφαρμόσει την πιο αυστηρή δημοσιονομική προσαρμογή που έγινε ποτέ μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.

Πολλές φορές όταν καθόμασταν στην αίθουσα συσκέψεων του Υπουργείου με τις φωτογραφίες όλων των προκατόχων του ίσως και ο ίδιος να αναρωτήθηκε, αν ήταν κάποιος από αυτούς στη θέση του, τι διαφορετικό θα έκανε;

Ήμουν παρών σε πολλά από όσα περιγράφει και σας διαβεβαιώνω, ότι κάθε φορά, σε κάθε δυσκολία, ανταποκρίνονταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Και το λέω αυτό, γιατί πολλές φορές άκουσα να λένε ότι ευθύνεται για την πορεία προς τα μνημόνια.

Για το περιεχόμενο τους.

Ότι, κάποιος άλλος στη θέση του, θα είχε ακολουθήσει άλλη πορεία ή θα είχε αποφύγει τα μνημόνια.

Όλα αυτά, είναι η αφήγηση που χτίσανε οι αντίπαλοί του και αντίπαλοί μας όλα αυτά τα χρόνια για να χτίσουν, όπως φάνηκε εκ των υστέρων, πολιτικές καριέρες στις πλάτες των Ελλήνων.

Όταν όμως αυτά ακούγονται από προκατόχους του, που ευθύνονται για την πορεία της χώρας προς την κρίση, ας αναρωτηθούν πόσα δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθεσαν στο χρέος και τι ελλείμματα παρέλαβαν και τι ελλείμματα παρέδωσαν και μάλιστα σε ημέρες ευημερίας.

Ποιες δύσκολες αποφάσεις απέφυγαν να πάρουν όταν έπρεπε, με αποτέλεσμα το πρόβλημα να μετακυλίεται στους επόμενους μέχρι που στο τέλος ξέσπασε η καταιγίδα και η χώρα βρέθηκε απροετοίμαστη και υπερχρεωμένη.

Δυστυχώς όταν ξέσπασε η κρίση δεν μιλήσαμε για τις παραλείψεις ή τα εγκληματικά λάθη του παρελθόντος, γιατί από την πρώτη στιγμή δώσαμε προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του προβλήματος και όχι στην αναζήτηση πολιτικών ή ποινικών ευθυνών.

Ίσως και να ‘ταν λάθος μας αυτό. Προτάξαμε την χώρα και τους πολίτες και όχι την πολιτική κυριαρχία.

Έτσι δόθηκε η ευκαιρία σε κάποιους να ανασκουμπωθούν σήμερα και να μας κουνάνε το δάχτυλο για το πόσο διαφορετικά θα τα χειριζόντουσαν οι ίδιοι.

Ότι θα αποφεύγαμε τα μνημόνια ή ότι με μερικές μικρές περικοπές θα περισώζαμε ότι κτίστηκε για πολλά χρόνια σε σαθρά θεμέλια.

Και αναρωτιέμαι, αν ήταν τόσο απλό, γιατί δεν το επεσήμαναν νωρίτερα ή όσοι κυβέρνησαν πιο πριν γιατί δεν προχώρησαν στην έγκαιρη αντιμετώπιση των προβλημάτων για να μην φτάσει η χώρα στην κατάρρευση;

H κοινωνία, που υποφέρει για περισσότερα από εννιά χρόνια από την ύφεση, πολλές φορές έθεσε και εξακολουθεί να θέτει το ερώτημα, μα καλά φτάσαμε σε αυτήν την κρίση εξαιτίας της υπερχρέωσης, 300 δις χρέος και των πλαστών στατιστικών στοιχείων που έστελνε η ΝΔ στην Ευρώπη και δεν θα λογοδοτήσει κανείς από αυτούς που ευθύνονται;

Το ότι τελικά η χώρα δεν χρεοκόπησε, οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στην αξιοπιστία του Γ. Παπακωνσταντίνου μεταξύ των ομολόγων του.

Μια αξιοπιστία, που την κέρδισε σιγά σιγά καθώς αποδείκνυε ότι πίστευε στην  ανάγκη να αλλάξουμε για να μην βουλιάξουμε.

Γιατί ήταν ένας από τους λίγους υπουργούς της περιόδου των μνημονίων που αποδέχτηκε την ιδιοκτησία του προγράμματος και προσπαθούσε σε κάθε αξιολόγηση να πετύχει βελτιώσεις.

Η Ελλάδα, με τις πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου και του Γ. Παπακωνσταντίνου, τελικά δεν έγινε «το ατύχημα που περιμένει να συμβεί» όπως έχει γραφτεί στους Financial Times από το 2008.

Βέβαια, η δημόσια αφήγηση που έχει κυριαρχήσει δεν συμμερίζεται την άποψή μου. Η δημόσια αφήγηση, τον θέλει να είναι ο κακός της ιστορίας. Ό ένοχος για όλα όσα υπέφεραν οι Έλληνες τα τελευταία χρόνια. Γιατί έτσι βόλευε τους εμπρηστές και όσους τους προστάτευαν. Να περάσουν την ευθύνη στους πυροσβέστες.

Το βιβλίο αυτό, όπως τονίζει ο ίδιος στον πρόλογο, δεν είναι μια σύνθεση διηγήσεων άλλων, αλλά η προσωπική του μαρτυρία για όλα όσα συνέβησαν στην πιο κρίσιμη περίοδο της μεταπολίτευσης που επηρέασαν όλους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες.

Είναι η δική του αλήθεια για την κρίση. Επομένως, είναι η αποτύπωση των γεγονότων όπως τα προσέλαβε και τα αξιολόγησε. Είναι μια ματιά υποκειμενική. Υπόκειται όμως σε αξιολόγηση, με την έννοια ότι, τα όσα λέει μπορούν να ελεγχθούν και να αντικρουστούν.

Με αυτήν την έννοια, είναι μια μοναδική μαρτυρία τουλάχιστον από την πλευρά της Ελλάδας, αφού δεν υπάρχει ακόμη άλλη γραπτή μαρτυρία από όσους συμμετείχαν με θεσμικό ρόλο στα γεγονότα εκείνης της εποχής.

Το βιβλίο αυτό είναι μια απόπειρα, όπως λέει, να κτιστεί μια ενιαία αφήγηση για την κρίση. Σε μια χώρα που έξι χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου και οκτώ μετά την έναρξη της ύφεσης, δεν έχουμε ακόμη καταλήξει σε μια κοινά παραδεκτή αφήγηση για το πώς φτάσαμε στην κρίση.

Γιατί όλα αυτά τα χρόνια, από την πρώτη στιγμή, κυριάρχησαν οι μύθοι και οι συνομωσίες. Θα προσπαθήσω να αναφέρω κάποιους από αυτούς, όχι όμως εξαντλητικά. Ότι σκόπιμα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έβαλε τη χώρα στο Μνημόνιο για να πάρει τα σκληρά μέτρα και να ενισχύσει την κερδοφορία των ιδιωτικών κεφαλαίων.

Ότι όλα έγιναν για να μπει το ΔΝΤ στη χώρα και να βάλει η Αμερική πόδι στην Ευρώπη μέσω Ελλάδας.

Ότι έγιναν για να κερδοσκοπήσουν κάποιοι – που είχαν πρόσβαση στην κυβέρνηση – στις αγορές ομολόγων.

Και για να γίνει αυτό ή όλα αυτά μαζί, σύμφωνα με τη θεωρία της συνομωσίας η Κυβέρνηση  του ΠΑΣΟΚ «φούσκωσε» τεχνητά το έλλειμμα του 2009 για να χάσει η χώρα την πρόσβαση στις αγορές και να καταφύγει στα μνημόνια.

Απορρίπτοντας τις προσφορές των κεφαλαίων των Ρώσων, Κινέζων, Αράβων ή ακόμη και τα 600 δις του Σώρρα.

Η απλή εξήγηση ότι η Ελλάδα για άλλη μια φορά, όπως το 1983, το 1985, το 1990 και το 1993, βρισκόταν αντιμέτωπη με μακροοικονομικές ανισορροπίες, οι οποίες είχαν ξεφύγει πέρα από κάθε όριο και δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν εύκολα από μια χώρα η οποία ως μέλος της ευρωζώνης δεν είχε εργαλεία πολιτικής όπως η υποτίμηση, δεν πέρασε ποτέ ως επιχείρημα τα κρίσιμα αυτά χρόνια.

Δεν πέρασε ακόμη και όταν ο ίδιος έφυγε από τη θέση του Υπουργού Οικονομικών και η χώρα με την Κυβέρνηση Λ. Παπαδήμου προχώρησε στη συμφωνία για το δεύτερο μνημόνιο.

Δεν πέρασε ούτε και αργότερα, όταν ο κ. Α. Σαμαράς ως Πρωθυπουργός υποχώρησε από την αντιμνημονιακή στάση του «δεν θα συναινέσω στο λάθος» και προχώρησε στην υιοθέτηση μιας ιδιαίτερα εμπροσθοβαρούς δημοσιονομικής πολιτικής για το 2012 και 2013.

Δεν πέρασε, ούτε με την άνοδο του κ. Α. Τσίπρα στην εξουσία.

Το αντίθετο, η κυριαρχία των μύθων και των συνομωσιών, η υποχώρηση της κοινής λογικής, η άγνοια ή η συστηματική απόρριψη επιχειρημάτων που στηρίζονταν σε πραγματικά και μη αμφισβητήσιμα αριθμητικά ή στατιστικά δεδομένα είναι που οδήγησε στην άνοδο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην εξουσία.

Από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2015 ήρθαν τα πάνω κάτω. Οι τράπεζες έκλεισαν, τα capital controls επιβλήθηκαν, περιουσιακά στοιχεία με τη μορφή μετοχών αξίας 25 δις από τη συμμετοχή του ΤΧΣ στο κεφάλαιο των τραπεζών εξαφανίστηκαν σε μια νύχτα αυξάνοντας το χρέος ισόποσα, η δυναμική του χρέους επιδεινώθηκε, η διαρροή των καταθέσεων ξεπέρασε κάθε όριο, η ΕΚΤ κατέστησε μη επιλέξιμα τα ελληνικά ομόλογα.

Κανείς, όμως, δεν θέλει να παραδεχτεί, ότι τελικά το 2010 με 36 δις έλλειμμα και χωρίς πρόσβαση στις αγορές λόγω των απαγορευτικών επιτοκίων δεν υπήρχε άλλος δρόμος από αυτόν της προσφυγής στους θεσμικούς δανειστές.

Ότι τέσσερα χρόνια αργότερα και αφού η χώρα είχε σχεδόν μηδενίσει το πρωτογενές έλλειμμα, η Ευρώπη δεν θα άλλαζε την πολιτική της επειδή στην Ελλάδα κέρδισαν τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ.

Ότι για να μείνει στην εξουσία η νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ –ΑΝΕΛ θα έπρεπε, όχι μόνο να μην σκίσει τα μνημόνια όπως υπόσχονταν ή να τα καταργήσει με άρθρο μονό, αλλά να ψηφίσει το τρίτο μνημόνιο και μάλιστα με άρθρα πολλά για να πάρει τα 86 δις ευρώ που καλύπτουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας μέχρι το 2018.

Τελικά, όπως μάθαμε εκ των υστέρων, όσοι μας κατηγορούσαν για «προδοσία», «εθνική μειοδοσία», ως «μερκελιστές» ή «τσολάκογλου» είχαν αυταπάτες.

Διαβάζοντας, λοιπόν, το βιβλίο, αναρωτιέται κανείς μαζί με τον συγγραφέα, γιατί όλες αυτές οι ακραίες πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις που οδήγησαν μεταξύ άλλων και στο θάνατο τριών εργαζομένων που πυρπολήθηκαν από εμπρηστική βόμβα;

Γιατί η οικονομία έχασε το 25% του ΑΕΠ και παραμένει για όγδοο χρόνο στην ύφεση;

Γιατί τελικά, είμαστε η μόνη χώρα σε μνημόνιο, έξι χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, όταν Ιρλανδία, Κύπρος και Πορτογαλία μπήκαν μετά από την Ελλάδα, και είναι ήδη εκτός;

Μήπως αργήσαμε να πάρουμε μέτρα ή πήραμε πολύ λίγα;

Μέτρα πήρε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και μάλιστα πολλά.

Αλλά και η Πορτογαλία και η Ιρλανδία που είχαν πάρει μέτρα και μάλιστα πολλά, πάλι κατέληξαν στα μνημόνια.

Τρεις παράγοντες, που επισημαίνονται σε διαφορετικά σημεία του βιβλίου, καθόρισαν το μέγεθος και την ένταση της ελληνικής κρίσης.

Ο πρώτος, κωδικοποιείται από τον συγγραφέα με την έκφραση «πολιτικοί υπολογισμοί».

Πολιτικοί υπολογισμοί στο εσωτερικό της χώρας και πολιτικοί υπολογισμοί στο εξωτερικό.

Πολιτικοί υπολογισμοί οδήγησαν, το φερόμενο ως αστικό κόμμα της χώρας, τη ΝΔ, να υψώσει πρώτο την αντιμνημονιακή σημαία αντί να επιλέξει τη συναίνεση.

Οι σχεδιαστές της αντιμνημονιακής στρατηγικής της ΝΔ κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι μόνο έτσι θα μπορούσε να απορροφήσει τις διαρροές από τους απογοητευμένους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ.

Προφανώς, ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό των σχεδιαστών της στρατηγικής της ΝΔ, ότι η στάση τους νομιμοποιούσε στη συνείδηση των πολιτών την ακραία στάση του ΣΥΡΙΖΑ ή της ακραίας λαϊκής δεξιάς και ακροδεξιάς.

Ούτε καν πέρασε από το μυαλό τους, ότι όταν θα έκαναν την αναγκαία στροφή, τότε θα έχαναν ψηφοφόρους τόσο προς τη ΧΑ και τους ΑΝΕΛ όσο και προς το ΣΥΡΙΖΑ.

Έτσι, η ΝΔ απέρριψε όλες τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για συναίνεση ακόμη και όταν ο Γ. Παπανδρέου είπε ότι αν η παρουσία του συνιστά πρόβλημα είναι διατεθειμένος να το συζητήσει.

Ποτέ δεν κατάλαβαν ότι η συνεργασία θα ωφελούσε τη χώρα και τους πολίτες αλλά και την πολιτική σταθερότητα.

Ο στόχος τους, να πέσει η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, σε δύο μόλις χρόνια από την νίκη του 2009. Στόχος, που τελικά επιτεύχθηκε, αλλά το πολιτικό κέρδος ακόμη και για τη ΝΔ ήταν πολύ μικρό. Έτσι, στις εκλογές του Μαΐου 2012 η ΝΔ πήρε μόλις 18,5% και σε αυτές του Ιουνίου 29,5%.  Κυβέρνησε σε συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ τελικά, μόλις για 30 μήνες.

Πολιτικοί υπολογισμοί και από την πλευρά πολλών στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ. Είτε για την αναγκαιότητα ή όχι των μέτρων, είτε για την ανοικτή στήριξη ή την αποστασιοποίηση από την πολιτική που υιοθέτησε η κυβέρνηση, προκειμένου να διασφαλιστούν οι προϋποθέσεις επανεκλογής τους. Λίγοι καταλάβαιναν τι έρχεται για τη χώρα, τους πολίτες, το πολιτικό σύστημα.

Πολιτικοί υπολογισμοί και στο εξωτερικό. Σύγκρουση μεταξύ Μέρκελ και Σόιμπλε για την αναγκαιότητα ενός προγράμματος ή για την παρουσία του ΔΝΤ ή για την προτιμητέα αντιμετώπιση του ελληνικού χρέους.

Η Γερμανία μετά την χρηματοοικονομική κρίση αναδείχτηκε σε ηγεμονική δύναμη της Ευρώπης αλλά οι πολιτικοί υπολογισμοί για τον αντίκτυπο των αποφάσεων που αφορούσαν την Ελλάδα ή άλλες χώρες στους γερμανούς ψηφοφόρους καθόριζαν τη στάση της Μέρκελ.

Πολιτικοί υπολογισμοί για τις εκλογές σε κάποιο κρατίδιο της Γερμανίας οδηγούσαν σε καθυστέρηση της ανακοίνωσης της απόφασης για τη δημιουργία του Ελληνικού Μηχανισμού.

Πολιτικοί υπολογισμοί από τη πλευρά των άλλων χωρών του νότου να μην μπουν στο κάδρο της κρίσης, εμπόδισαν τη συγκρότηση συμμαχίας για έγκαιρη και ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος, που όπως αποδείχτηκε τελικά, δεν ήταν ελληνικό.

Πολιτικοί υπολογισμοί από την πλευρά των αμερικάνων, που ενόψει των Προεδρικών εκλογών του 2012 ήθελαν να λυθεί το ελληνικό πρόβλημα για να μην μεταδοθεί η κρίση στις ΗΠΑ και επηρεάσει αρνητικά την επανεκλογή Ομπάμα.

Αλλά η δυνατότητα παρέμβασης στην Ευρώπη μικρότερη από ότι στο παρελθόν, αφού ο γερμανός υπουργός οικονομικών φέρεται να υπέδειξε στον αμερικανό συνάδελφό του να ασχοληθεί με το πρόβλημα του χρέους των ΗΠΑ και η Ευρώπη θα βρει λύση στα προβλήματά της.

Ο δεύτερος κρίσιμος παράγοντας που καθόρισε τις εξελίξεις είναι ο χρόνος.

Όταν έγινε ορατό, ότι η Ελλάδα κάποια στιγμή θα χάσει την πρόσβαση στις αγορές σε αποδεκτά επιτόκια, τις επιλογές πλέον τις καθόριζε ο περιορισμένος χρόνος μέχρι τη λήξη ενός ομολόγου ύψους 9 περίπου δις ευρώ στις 19 Μαΐου.

Ο χρόνος της δημοσιονομικής προσαρμογής για πολλούς που στάθηκαν κριτικά στο πρώτο μνημόνιο ήταν πολύ μικρός.

Πέντε χρόνια για να μειωθεί το έλλειμμα κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες. Αυτό οδήγησε σε βαθύτερη ύφεση δυσκολεύοντας την δημοσιονομική προσαρμογή. Αλλά μια πιο αργή δημοσιονομική προσαρμογή προϋπέθετε πιο πολλά χρήματα, που όμως δεν ήθελαν να δώσουν οι Ευρωπαίοι.

Οι διαρθρωτικές αλλαγές είναι αναγκαίες, αλλά θέλουν χρόνο για να αποδώσουν. Στο μεταξύ, το ΑΕΠ μειώνεται και η ανεργία αυξάνεται και μαζί της η κοινωνική αντίδραση.

Κάθε καθυστέρηση στην αξιολόγηση ανέβαζε το κόστος σε όρους χαμένου ΑΕΠ και περισσότερων μέτρων για τη χώρα.

Όσο απομακρύνεται το ενδεχόμενο έγκαιρης εξόδου στις αγορές, τόσο μειώνεται η αντοχή στα νέα μέτρα.

Η έλλειψη αίσθησης του ρόλου του χρόνου και του συγχρονισμού της πορείας της οικονομίας και των πολιτικών εξελίξεων οδήγησαν τελικά στο τρίτο μνημόνιο και τα νέα μέτρα του 2015.

Ο τρίτος παράγοντας είναι η αξιοπιστία των επιλογών.

Το πρώτο πρόγραμμα στηρίζονταν στην εκτίμηση ότι το πρόβλημα χρέους είναι πρόβλημα ρευστότητας.

Αμέσως μετά τις αποφάσεις στη Ντοβίλ κλονίστηκε η αξιοπιστία του, αφού πλέον οι αγορές συνυπολόγιζαν τον κίνδυνο του κουρέματος και άρχισαν να πουλάνε τα ελληνικά ομόλογα αλλά και των άλλων χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Παρά, λοιπόν, τις επιτυχίες στο δημοσιονομικό μέτωπο, το ενδεχόμενο εξόδου στις αγορές είχε πλέον απομακρυνθεί.

Ποια αξιοπιστία έχει ένα πρόγραμμα, όταν οι υπουργοί που το ψήφισαν και καλούνται να το εφαρμόσουν λένε ότι είναι καταστροφικό για τη χώρα αλλά δεν καταθέτουν εναλλακτική πρόταση έναντι της οποίας θα εξασφάλιζε η χώρα χρηματοδότηση;

Πόσο αξιόπιστο είναι ένα πρόγραμμα, όταν θέτει ως στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα 4,5% ή 3,5% του ΑΕΠ.

Η πόσο αξιόπιστο είναι ένα πρόγραμμα που προβλέπει αποκρατικοποιήσεις της τάξης των 50 δις.

Κλήθηκα σε μια τηλεοπτική συζήτηση να υπερασπιστώ την άποψη ότι το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων που θα απέδιδε 50 δις ευρώ είναι εφικτό.

Βρέθηκα αντιμέτωπος με το αφοπλιστικό ερώτημα του κ. Στ. Μάνου:

“κ. Σαχινίδη τι έσοδα είχε η χώρα από τις αποκρατικοποιήσεις πέρυσι;”

Η απάντηση μου ήταν «ελάχιστα».

«Πως λοιπόν σχεδιάζετε να εισπράξετε 50 δις» με ξαναρώτησε.

Για να απαντήσω ότι είναι ένας στόχος φιλόδοξος.

Εκ των υστέρων προβληματίστηκα για την αλληλεπίδραση του στόχου αυτού με τα αναγκαία πρωτογενή πλεονάσματα αλλά και την άσκηση βιωσιμότητας του χρέους.

Βέβαια, η αλήθεια είναι, ότι ο Παπακωνσταντίνου ποτέ δεν διανοήθηκε ως Υπουργός να δημιουργήσει ένα υπερταμείο στο οποίο θα περνούσαν σχεδόν όλα τα περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου με διάρκεια ζωής 99 χρόνων και με ξένη διοίκηση. Ούτε διανοήθηκε να επιτρέψει ή να διευκολύνει το πέρασμα της διοίκησης των τραπεζών σε ξένα κερδοσκοπικά ταμεία. Το ηθικό πλεονέκτημα για αυτές τις  επιλογές, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, το είχε μόνο η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Περνάνε όλες τις αποφάσεις από τη Βουλή –αποφάσεις που οι ίδιοι ως αντιπολίτευση καθ’ όλη την περίοδο των μνημονίων χαρακτήριζαν ως εξευτελιστικές ή προδοτικές- χωρίς την παραμικρή κοινωνική αντίδραση. Αυτό είναι ενδεικτικό του μεγέθους της ήττας του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ στη συνείδηση της κοινωνίας.

Τελευταία πολλοί στο εξωτερικό αλλά και στην Ελλάδα υποστηρίζουν ότι το μέγεθος της κρίσης και η διάρκειά της επηρεάστηκε καθοριστικά από τη συμμετοχή της χώρας στην ευρωζώνη. Στο στρατόπεδο των υποστηρικτών αυτής της άποψης ανήκουν αυτοί που πάντα ήταν κατά της συμμετοχής της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ.

Τελευταία όμως προσχωρούν και κάποιοι «νεοδραχμιστές» που λένε ότι αν είχαμε βγει από την ευρωζώνη η Ελλάδα θα είχε ξεπεράσει την κρίση. Παραβλέπουν όμως, ότι τα οφέλη για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση από μια υποτίμηση του εθνικού νομίσματος θα ήταν οριακά, αφού σε μεγάλο βαθμό ο μη εμπορεύσιμος τομέας της παραμένει κυρίαρχος.

Αντίθετα, το κόστος από τον πληθωρισμό που θα προκαλούσαν οι συνεχείς υποτιμήσεις του νομίσματος θα το πλήρωναν πρώτιστα οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι και οι άνεργοι.

Από την άλλη πλευρά, πρέπει κανείς να αναγνωρίσει ότι αν η Ελλάδα δεν είχε μπει στην ευρωζώνη ποτέ δεν θα έφτανε το χρέος της στο 129% του ΑΕΠ ή στα 300 δις. Γιατί οι διεθνείς αγορές ποτέ δεν δάνειζαν τόσο πολύ την Ελλάδα όσο είχε το εθνικό της νόμισμα.

Ούτε θα μπορούσε ποτέ η Ελλάδα να διατηρεί για μια σχεδόν δεκαετία τόσο υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Γιατί η δραχμή θα είχε δεχτεί σκληρές επιθέσεις. Όπως συνέβη τη δεκαετία του 1980 και του 1990 όταν το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ξεπερνούσε το 5-6% του ΑΕΠ και όχι το 14,5% του ΑΕΠ που έφτασε το 2008.

Τον συγγραφέα τον κατατρέχει όλα αυτά τα χρόνια το βάρος προβλέψεων που έκανε ως υπουργός ή αργότερα.

Τρεις θα ξεχωρίσω:

  1. «Δεν θα πάρω άλλα μέτρα».
  2. «Θα βγούμε στις αγορές μέχρι το 2012».
  3. «Όταν η Ελλάδα πάψει να είναι στις πρώτες σελίδες θα έχει λύσει τα προβλήματά της».

Οι εξελίξεις δεν τον δικαίωσαν.

Χρειάστηκε να πάρει και άλλα μέτρα. Όχι μόνος αυτός αλλά και όλοι οι υπουργοί Οικονομικών που τον διαδέχτηκαν.

Όταν το πρωτογενές έλλειμμα είναι 10% του ΑΕΠ και θέλεις να διαμορφώσεις συνθήκες σταθεροποίησης του χρέους άρα πρέπει να δημιουργήσεις  πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 4%-5% χρειάζονται πολλά και δύσκολα μέτρα.

Τόσο πολλά που καμία κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να τα υλοποιήσει μόνη της.

Επομένως, δεν είναι τυχαίο που χρειάστηκαν τέσσερις κυβερνήσεις και εννιά υπουργοί οικονομικών για να φτάσουμε σε πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 1% του ΑΕΠ.

Η χώρα δεν βγήκε τελικά στις αγορές, γιατί η συμφωνία των Μέρκελ και Σαρκοζί στη Ντοβίλ έδιωξε τους επενδυτές από τα ελληνικά ομόλογα.

Τέλος, η χώρα έφυγε από τα διεθνή πρωτοσέλιδα αλλά η κρίση παραμένει εδώ, γιατί όλοι υποεκτίμησαν το μέγεθος της και τις συνέπειες της και έτρεχαν να προλάβουν το τραίνο της εξουσίας υποσχόμενοι στους πολίτες τα ανέφικτα.

Παραγνωρίζοντας, όμως, ότι αν δεν γίνουν οι αναγκαίες αλλαγές για να κτυπηθεί το πελατειακό κράτος που μας οδήγησε ως εδώ, η κρίση θα παραμένει και θα κατατρώγει την χώρα και τους πολίτες.

Το βιβλίο διαβάζεται με μεγάλη ευκολία. Είναι εξαντλητικό σε ότι αφορά την παράθεση των δεδομένων που οδήγησαν στη λήψη των συγκεκριμένων αποφάσεων. Η περιγραφή κινείται γρήγορα και κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Έχει χαρακτηριστικά που ταιριάζουν σε λογοτεχνικό έργο.

Γιώργο, καλή συνέχεια και καλοτάξιδο το βιβλίο σου.