Σελίδα 8

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη σε εκδήλωση Πανεπιστημίου Αθηνών-Ένωσης για την Προάσπιση των Κοινωνικών Δικαιωμάτων

Έχουν συμπληρωθεί 25 χρόνια από τότε το ασφαλιστικό πρόβλημα βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης ως ζήτημα προς άμεση επίλυση. Έκτοτε αποτελεί προνομιακό πεδίο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης, άγονης όμως όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος.

Στην εικοσιπενταετία που μεσολάβησε έγιναν τουλάχιστον έξι παρεμβάσεις. Από αυτές οι παρεμβάσεις 1902/90 και 2084/92 συνδυαστικά έδωσαν ουσιαστική ανάσα στο ασφαλιστικό σύστημα. Η δεύτερη ουσιαστική παρέμβαση υπήρξε ο Νόμος 3863/2010 ο οποίος έδωσε προοπτική βιωσιμότητας στο ασφαλιστικό. Καθιέρωνε μια σχεδόν καθολική βασική σύνταξη και μια ανταποδοτική αναλογική σύνταξη.

Όριζε μια βασική σύνταξη ύψους 360 ευρώ το μήνα. Όσο για το ύψος της αναλογικής σύνταξης, αυτό εξαρτάται από τα έτη ασφάλισης και τις εισφορές (των ασφαλισμένων και των εργοδοτών τους).

Σε αντίθεση με την επικρατούσα άποψη η μεταρρύθμιση του 2010 δεν επιβλήθηκε από την Τρόικα αλλά ήταν πολιτική απόφαση της κυβέρνησης όπως και οι πρωτοβουλίες για μείωση των δαπανών των κλάδων υγείας των ταμείων κατά 4 δις ευρώ και ο έλεγχος των συντάξεων μέσα από την ΗΔΙΚΑ και των αναπηρικών από τα ΚΕΠΑ.

Αν μπορεί να γίνει κάποια κριτική στο Ν.3863 αυτή αφορά κυρίως τις υποθέσεις πάνω στις οποίες στηρίχτηκε –ως προς το ζήτημα της ανεργίας και της οικονομικής ανάπτυξης- οι οποίες όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξες.

Αυτό οδήγησε στη πολιτική απόφαση για μεγάλη μεταβατική περίοδο με εφαρμογή του νέου τρόπου υπολογισμού συντάξεων την 1η Ιανουαρίου 2015 και ο νέος τρόπος να έχει πλήρη εφαρμογή περίπου το 2030.

Οι παρεμβάσεις συνεχίστηκαν και μετά το 2010 με κυριότερη παρέμβαση τον 4052\2012 ο οποίος αφορούσε τα επικουρικά ταμεία.

Οι παρεμβάσεις με τους Ν. 2676\1999, Ν. 3029\2002 και Ν. 3655\2008 ήταν μικρότερης εμβέλειας και αφορούσαν κυρίως ζητήματα συγκεντροποίησης ασφαλιστικών ταμείων και εξομοίωσης στην αντιμετώπιση των ασφαλισμένων.

Σήμερα, στο κλείσιμο του 2015 ξανασυζητάμε για την ανάγκη παρέμβασης στο ασφαλιστικό μετά την πρωτοβουλία που πήρε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στο πλαίσιο του 3ου μνημονίου.

Να τονίσω ότι το πρόβλημα του ασφαλιστικού σήμερα παρά τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες είναι πολύ μικρότερο ως μέγεθος από εκείνο του 2009.

Τότε χρειαζόμασταν 18,5 δις από τον κρατικό προϋπολογισμό και σήμερα υπολογίζουμε σε 10,5 δισ. Τότε, έπρεπε να προχωρήσουμε σε παρεμβάσεις για να αποτρέψουμε μια αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης από τα 32 δις ευρώ το 2009 στα 48 δισ που θα έφθανε το 2015 με βάση τις μελέτες. Σήμερα είμαστε στα 28,5 δισ και αναζητούμε σταθεροποίηση.

Εύλογα, μπορεί να τεθεί το ερώτημα γιατί ήταν τόσο δύσκολο να γίνουν οι αναγκαίες αλλαγές στο ασφαλιστικό με αποτέλεσμα να μετατίθεται συνεχώς η επίλυση του;

Ο πρώτος λόγος είναι γιατί σε όρους πολιτικής οικονομίας η αδράνεια ωφελούσε τμήματα της κοινωνίας που είχαν δυναμική παρουσία και πελατειακούς μηχανισμούς παρέμβασης στα κόμματα εξουσίας και αντιπολίτευσης.

Κάθε φορά που ανοίγει η σχετική συζήτηση, τα κόμματα της αντιπολίτευσης πολλές φορές και της συμπολίτευσης αλλά και λαϊκιστές διαμορφωτές της κοινής γνώμης έκλειναν πονηρά το μάτι στους συνταξιούχους, λέγοντας τους ότι δεν χρειάζεται να γίνει καμία παρέμβαση. Τυπικό παράδειγμα η απόρριψη των προτάσεων Γιαννίτση το 2001.

Το αποτέλεσμα της αδράνειας, ήταν να φτάσουμε στο σημείο να γίνουν αναγκαστικά και βίαια οι παρεμβάσεις το 2010 και μετά, για να μπορεί το σύστημα να πληρώνει έστω και τις μειωμένες συντάξεις.

Η πολιτική άποψη όσων αντιτάχθηκαν στην αλλαγή αυτή ήταν ότι το ελληνικό σύστημα ασφάλισης ήταν βιώσιμο – σε αντίθεση με όλους τους διεθνείς οργανισμούς που το θεωρούσαν μη βιώσιμο– και ότι οι παρεμβάσεις αυτές ήταν το αποτέλεσμα κυρίως ιδεοληπτικών προσεγγίσεων.

Όμως όλες οι μελέτες που είχαν συνταθεί μέχρι τότε έδειχναν, ότι αν δεν γινόταν παρέμβαση τότε, σε μια δεκαετία οι δαπάνες για το ασφαλιστικό θα έφταναν στο 24% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο.

Αντίθετα, λόγω της ραγδαίας γήρανσης του πληθυσμού, οι προβλεπόμενες εισφορές δεν θα ξεπερνούσαν το 10% του ΑΕΠ. Αυτή η διαφορά εισροών – εκροών στο σύστημα θα οδηγούσε σε τρομακτικές συνθήκες.

Επομένως, η άποψη περί βιωσιμότητας όχι μόνο δεν τεκμηριώνονταν από κάποια μελέτη αλλά όσες υπήρχαν επιβεβαίωναν πόσο ανησυχητική ήταν η κατάσταση.

Η τελευταία μελέτη που έχει γίνει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (The 2015 Ageing Report, Economic and budgetary projections for the 28 EU Member States (2013-2060) δείχνει ότι οι συνταξιοδοτικές δαπάνες το 2013 ήταν στο 16,1% και ήταν οι υψηλότερες σε όλη την Ευρώπη παρά τις περικοπές. Ο μ.ο. στην ευρωζώνη ήταν 12,3%.

Η μεγάλη διαφορά οφείλεται και στην ύφεση που ξεκίνησε από το 2008 και έχει οδηγήσει σε απώλεια της τάξης του 26% στο ΑΕΠ όπως επίσης και στην αύξηση του αριθμού των συνταξιούχων.

Σύμφωνα με την έκθεση, από τις παρεμβάσεις της τελευταίας πενταετίας, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες θα μειωθούν σε λίγο πάνω από το 14% από το 2030 και μετά. Το ποσοστό αυτό θα είναι πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που θα είναι περίπου 13%.

Για να γίνει κατανοητό γιατί κερδίζει η αδράνεια είναι εξίσου αναγκαίο να δούμε και ποιοι ζημιώνουν από τη μη επίλυση.

Το λογαριασμό της μη αντιμετώπισης του ασφαλιστικού καλούνται να τον πληρώσουν:

Α)   Άμεσα οι φορολογούμενοι μέσω της αύξησης της φορολογίας προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η αύξηση συνεισφορών του προϋπολογισμού προς τα ασφαλιστικά ταμεία.

Β)   Έμμεσα, οι νεότερες και οι επερχόμενες γενεές αφού οι φορολογούμενοι κάθε περιόδου επιδιώκουν να μην καλυφθεί το σύνολο των βαρών από νέα αύξηση φορολογίας αλλά να γίνει μετάθεση τους στο μέλλον μέσω της συσσώρευσης χρέους.

Όσο λοιπόν η πρόσβαση μιας χώρας σε φθηνό χρήμα είναι διαθέσιμη τόσο πιο εύκολα μετατίθεται η λύση του προβλήματος. Η ένταξη λοιπόν στην ΟΝΕ είναι ο δεύτερος λόγος που κατέστη λιγότερη πιεστική η ανάγκη επίλυσης του προβλήματος. Διότι παρείχε τη δυνατότητα στη χώρα να αποκτήσει πρόσβαση σε δανεισμό από τις διεθνείς αγορές με χαμηλά επιτόκια.

Αντίθετα, η περιορισμένη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και το υψηλό κόστος δανεισμού της περιόδου πριν την ένταξη στην ΟΝΕ λειτουργούσαν περισσότερο πιεστικά στη λήψη αποφάσεων για να αντιμετωπιστεί το ασφαλιστικό που επιβάρυνε σταθερά το προϋπολογισμό.

Επομένως αυτοί που πληρώνουν το τίμημα της αδράνειας μέσω της συσσώρευσης χρέους και της αβεβαιότητας για τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα είναι οι κυρίως οι νέοι οι οποίοι δεν έχουν ουσιαστική δυνατότητα παρέμβασης στους πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων.

Θέλω, λοιπόν, να θέσω ένα ερώτημα.

Όταν μια γενεά μεταφέρει υπέρμετρα βάρη στην επόμενη γενεά, και με αυτό εννοώ βάρη που δεν δικαιολογούνται από την αρχή της διαγενεαλογικής αλληλεγγύης, πόσο «αριστερή» ή «κοινωνικά δίκαιη» μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η πολιτική;

Οι συντάξεις σήμερα στηρίζονται στις εισφορές αυτών που εργάζονται σήμερα. Αν, λοιπόν, αυτές είναι δυσανάλογες σε σχέση με τις εισφορές ή ανατραπεί η ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς που εργάζονται και εισφέρουν και σε αυτούς που είναι συνταξιούχοι, τότε το σύστημα καταρρέει και καμία σύνταξη δεν είναι εγγυημένη.

Και μια παρένθεση οι εγγυήσεις που παρέχει το Σύνταγμα για τις συντάξεις καμία ουσιαστική αξία δεν έχουν αν το κράτος δεν διαθέτει τους αναγκαίους πόρους για να χρηματοδοτήσει το ασφαλιστικό σύστημα.

Η ένδεια πόρων του ασφαλιστικού και του προϋπολογισμού οδήγησε σε περικοπές. Άρα, οι όποιες αποφάσεις του δικαστικού ελέγχου για ακύρωση τους δεν μπορεί να παραγνωρίζει τα αίτια που οδήγησαν σε αυτές τις περικοπές.

Τονίζω το σημείο αυτό γιατί δεν υπάρχει σταθερός κανόνας από την πλευρά του δικαστικού ελέγχου ως προς το ποιες περικοπές είναι συνταγματικές και ποιες όχι. Πράγμα που σε συνθήκες κρίσης οδηγεί σε απουσία ασφαλούς δημοσιονομικού προγραμματισμού εκ μέρους του νομοθέτη όταν οι περιστάσεις επιβάλλουν αλλαγή στις παροχές.

Μια δεύτερη κριτική επισήμανση προς όσους αντιδρούσαν στις αλλαγές του 2010 και τις επόμενες αφορά το ερώτημα αν το ασφαλιστικό σύστημα ως είχε διακρίνονταν για την διαφάνεια του και την ίση μεταχείριση των ασφαλισμένων.

Η πραγματικότητα όμως ήταν και σε μεγάλο βαθμό παραμένει ακόμη και σήμερα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το συνταξιοδοτικό σύστημα είναι άδικο, αφού το δικαίωμα στη σύνταξη δεν το καθόριζαν διαφανείς και ενιαίοι κανόνες για όλους τους εργαζόμενους, αλλά αδιαφανείς κανόνες, αποτέλεσμα συναλλαγών μεταξύ κομμάτων και εργαζομένων στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων.

Άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων του ΙΚΑ και άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων της ΔΕΗ και του ΟΤΕ. Άλλη η κατά συνταξιούχο ενίσχυση από τον προϋπολογισμό στο ΙΚΑ και άλλη στον συνταξιούχο των ταμείων, της ΔΕΗ και του ΟΤΕ.

Ο κρατικός προϋπολογισμός το 2009 έδινε περίπου 4,5 δις για 1,2 εκατομμύρια ασφαλισμένων του ΙΚΑ και 750 εκατομμύρια για 36.000 ασφαλισμένους της ΔΕΗ.

Αυτά τα χαρακτηριστικά του ασφαλιστικού συστήματος επηρέαζαν και τις επιλογές των εργαζομένων και συνέβαλαν στην διόγκωση του στρεβλού παραγωγικού προτύπου που έφερε τη χώρα στην κρίση του 2009.

Διότι οι πολίτες επέλεγαν να κινούνται προς θέσεις εργασίας στον μη ανταγωνιστικό και εσωστρεφή τομέα της οικονομίας ο οποίος διογκώθηκε σε τέτοια έκταση που το παραγωγικό πρότυπο της χώρας κατέστη μη βιώσιμο.

Δεν ήταν όμως μόνο άδικο το σύστημα, ήταν και σαθρό, αφού δεν υπήρχαν έλεγχοι για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά του ως προς τις κοινωνικές στοχεύσεις.

Παρά τις υψηλές παροχές του ασφαλιστικού συστήματος υψηλότερες από άλλες ευρωπαϊκές ήταν, μέχρι την εκδήλωση της κρίσης, αναποτελεσματικό ως προς το να προστατέψει τους δικαιούχους με ηλικία άνω των 65 από τη φτώχεια.

Η μη επίλυση του ασφαλιστικού δεν είναι χωρίς κόστος για την οικονομία και στις παρούσες συνθήκες υπονομεύει την προοπτική της σταθερής ανάπτυξης στο βαθμό που αφαιρεί δυσανάλογα μεγάλους πόρους από την οικονομία μέσω της επιβολής νέων φόρων.

Επιτρέψτε μου να εξηγήσω τη θέση αυτή.

Στη δημόσια συζήτηση για το ασφαλιστικό και τις λύσεις του επικεντρώνεται μονομερώς στην πλευρά των πόρων του συστήματος και όχι στις πληρωμές παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό πληρωμών στην Ευρώπη και επίσης το κράτος συνεισφέρει ως ποσοστό του ΑΕΠ περισσότερα για τη στήριξη του ασφαλιστικού από όσα άλλες χώρες στην Ευρώπη.

Ερχόμαστε λοιπόν στο κρίσιμο ερώτημα αυτό που αφορά τους πόρους του συστήματος.

Η κυρίαρχη σήμερα άποψη είναι ότι το ασφαλιστικό πρόβλημα μπορεί να λυθεί αν η χώρα επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και ταυτόχρονα επικεντρωθεί στη συλλογή των ασφαλιστικών εσόδων που διαφεύγουν ή επιβάλλει νέες εισφορές σε εισοδήματα για τα οποία δεν καταβάλλονται εισφορές.

Είναι γεγονός ότι η εισφοροδιαφυγή είναι μεγάλη στην Ελλάδα. Η Ελλάδα ως προς τα ασφαλιστικά έσοδα υστερεί έναντι των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών κατά 2,5-3,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σταθερά προ της κρίσης αλλά και μετά την εκδήλωση της κρίσης. Στο πεδίο αυτό έχουν γίνει ουσιαστικές παρεμβάσεις χωρίς όμως ουσιαστικά αποτελέσματα επί του παρόντος.

Σε ότι αφορά την ανάπτυξη είναι επίσης γεγονός ότι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης οδηγούν σταδιακά σε αύξηση της απασχόλησης και επομένως ενισχύονται τα έσοδα του συστήματος. Όμως το πρόβλημα στο ασφαλιστικό υπήρχε και όταν η Ελλάδα έτρεχε σε πραγματικούς όρους με 3-4% κατά μέσο όρο όπως συνέβαινε πριν την κρίση.

Επομένως η ανάπτυξη δημιουργεί πόρους για ένα βιώσιμο ασφαλιστικό υπό την προϋπόθεση ότι η αρχιτεκτονική του έχει στηριχτεί σε παραδοχές που ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα.

Αντίθετα, αν το ασφαλιστικό έχει περιορισμένα έσοδα έναντι αυξανόμενων δαπανών, τότε δημιουργεί τεράστιες δημοσιονομικές πιέσεις αφού η διατήρηση του επιπέδου των παροχών προϋποθέτει πρόσθετη ενίσχυση από τον προϋπολογισμό. Οι ανάγκες αυτές μπορεί να οδηγήσουν σε δημοσιονομική εκτροπή και τότε να χαθεί η προοπτική μιας βιώσιμης ανάπτυξης.

Τίθεται λοιπόν εύλογα το ερώτημα αν η απουσία ουσιαστικής παρέμβασης στο ασφαλιστικό τα προηγούμενα χρόνια σχετίζεται με την κρίση δημόσιου χρέους ή όχι;

Με βάση τα δεδομένα του Οκτωβρίου του 2009, όταν ανέλαβα καθήκοντα στο ΓΛΚ, το ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόταν 1,5 δις μηνιαίως ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καταβάλει τρέχουσες συντάξεις. Αυτό σημαίνει, ότι χρειαζόταν 18 δις το χρόνο.

Είναι ενδεικτικό, ότι όταν μπήκαμε στην ΟΝΕ, η στήριξη του προϋπολογισμού προς τους ΦΚΑ ήταν της τάξης των 5,4 δις περίπου ή 4% του ΑΕΠ. Το 2009 είχε φτάσει στα 18,9 δις ή 8,2% του ΑΕΠ.

Αν είχε σταθεροποιηθεί η συνεισφορά του προϋπολογισμού στο επίπεδο του 2001, η χώρα θα είχε περίπου 75 δις λιγότερο χρέος από αυτό που είχε το 2009.

Με λίγα λόγια, 1 στα 4 ευρώ περίπου που χρωστούσε η χώρα το 2009 οφείλονταν στο γεγονός, ότι τη δεκαετία του 2000 δεν προνόησαν οι κυβερνήσεις να ανακόψουν αυτή την ανησυχητική πορεία αύξησης της χρηματοδότησης των ταμείων από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Τελευταία γίνεται αναφορά, στις απώλειες που προκάλεσε το PSI στα αποθεματικά των ταμείων ως παράγοντα που ευθύνεται για την πορεία του ασφαλιστικού. Πρόκειται για φτηνό πολιτικάντικο λαϊκισμό και προκλητική άγνοια των πραγματικών δεδομένων που επιχειρεί να συσκοτίσει τα πραγματικά αίτια του ασφαλιστικού προβλήματος.

Μιλάνε για απώλεια ύψους 26 δις όταν πριν το PSI το σύνολο των ομολόγων των ταμείων ήταν 25,6 δις. Η αλήθεια είναι ότι η απώλεια ήταν της τάξης των 11,7 δις σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας και της Τράπεζας της Ελλάδος.

Θα μπορούσε να είχε ελαχιστοποιηθεί αν ορισμένες διοικήσεις ταμείων εισάκουγαν σχετικές συμβουλές για πλήρη αναπλήρωση των απωλειών. Για παράδειγμα η ΑΕΔΑΚ του ΙΚΑ δεν είχε καμία απώλεια αφού η αρχική απώλεια των 220 εκ ευρώ αναπληρώθηκε από ισόποσα κέρδη μετά τη ρευστοποίηση των ομολόγων EFSF που έλαβε με το PSI και την τοποθέτηση του σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου.

Αποσιωπάται το γεγονός ότι ο κρατικός προϋπολογισμός από το 2010 και μετά και παρά τις παρεμβάσεις συνεισέφερε περίπου 100 δις για τη στήριξη του ασφαλιστικού. Εννέα δηλαδή φορές περισσότερα από όσα χάθηκαν με το PSI.

Αποσιωπάται το γεγονός ότι στην περίοδο 2000-2015 ο κρατικός προϋπολογισμός στήριξε τα ασφαλιστικά ταμεία με 200 δισ δηλαδή με ποσό που ισούται με τα 2\3 του χρέους.

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα αφού έγιναν παρεμβάσεις στο σύστημα γιατί σήμερα εξακολουθεί να έχει προβλήματα; Γιατί δεν έχει αντιμετωπιστεί κατά τρόπο ουσιαστικό ώστε να δημιουργεί αίσθηση ασφάλειας σε βάθος χρόνου στους εργαζόμενους αλλά και στους εργοδότες και να συνεισφέρει μέσω της βελτίωσης του οικονομικού κλίματος στην έξοδο της χώρας από την ύφεση στην οποία είναι βυθισμένη από το 2008;

Η απάντηση σχετίζεται σε σημαντικό βαθμό με συγκυριακούς παράγοντες.

Με ανεργία της τάξης του 1,3 εκ και με τη μείωση των μισθών τα ασφαλιστικά έσοδα έχουν μειωθεί σημαντικά.

Η οικονομία είναι σε ύφεση από το 2008 και οι επιχειρήσεις κλείνουν ή αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τα ταμεία.

Η έλλειψη βεβαιότητας για το μέλλον και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων, είχε ως αποτέλεσμα να προσφύγουν πολλοί στη σύνταξη και να αυξηθούν απότομα οι πληρωμές του συστήματος. Σήμερα, οι δικαιούχοι σύμφωνα με το σύστημα Ήλιος είναι 2.650.00. Εκκρεμούν αιτήσεις για συνταξιοδότηση που, σύμφωνα με πληροφορίες που αναφέρονται στον τύπο, ανέρχονται σε περίπου 250.000. Το ανησυχητικό είναι ότι σε ποσοστό που φτάνει το 50% οι νέοι συνταξιούχοι είναι στην ηλιακή κατηγορία 51-61.

Πράγμα που σημαίνει ότι οι παροχές του συστήματος εξακολουθούν να λειτουργούν ως κίνητρο για την έξοδο στη σύνταξη εισάγοντας στρεβλώσεις στις επιλογές των εργαζομένων ως προς τις επιλογές τους. Με λίγα λόγια η κρίση επιτάχυνε την πρόωρη έξοδο από την αγορά εργασίας και αυτό θα επηρεάσει αρνητικά τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.

Είναι σωστή η άποψη ότι η επιστροφή στην ανάπτυξη και στην πλήρη απασχόληση μπορεί να προσφέρει κάποια ανακούφιση στο ασφαλιστικό. Δεν μπορεί όμως να αναστρέψει μια πραγματικότητα ότι η κατανομή των βαρών εντός της ίδιας γενεάς αλλά και μεταξύ διαφορετικών γενεών ακόμη και σήμερα είναι και άνιση και κοινωνικά άδικη.

Άρα είμαστε σε αναζήτηση μιας νέας παρέμβασης που θα θέσει σε σταθερή τροχιά το ασφαλιστικό, θα βοηθήσει στην επίτευξη βιώσιμων δημόσιων οικονομικών προϋπόθεση για μετάβαση σε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Στο δημόσιο διάλογο που διεξάγεται για τη νέα παρέμβαση στο ασφαλιστικό θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ποια είναι η στόχευση της. Διότι σύμφωνα με την μελέτες της Ε.Ε. ο Ν. 3863 εγγυάται τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού. Επομένως θα πρέπει οι προτάσεις που θα κατατεθούν να αποσαφηνίζουν ποια είναι η πραγματική στόχευση και πως αυτή θα επιτευχθεί.

Σε κάθε περίπτωση οι νέες προτάσεις θα πρέπει να συνοδεύονται από σχετικές επεξεργασίες με πληροφόρηση για τον ασφαλισμένο που θα καταδεικνύουν μέσω της σύγκρισης με τις προβλέψεις του Ν. 3863 ποιες αλλαγές επέρχονται και πως γίνεται η κατανομή των βαρών εντός της ίδιας γενεάς αλλά και μεταξύ των διαφορετικών γενεών με το νέο σύστημα και με το Ν. 3863.

Τότε και μόνον τότε η νέα παρέμβαση θα εξασφαλίσει την ευρύτερη δυνατή κοινωνική συναίνεση όταν γίνει σε συνθήκες απόλυτης διαφάνειας και χωρίς να συνεχίζει τις παθογένειες του παρελθόντος όπου όσοι είχαν πρόσβαση στους πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων διασφάλιζαν τα προνόμια τους.

Η επίλυση όμως του ασφαλιστικού δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της επικέντρωσης στους πόρους του συστήματος. Ειδικότερα, προτάσεις που αφορούν περαιτέρω αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών θα πρέπει να αξιολογηθούν και με γνώμονα την επίπτωση στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την ανάπτυξη.

Η νέα παρέμβαση για το ασφαλιστικό θα πρέπει να στοχεύει και στη διευκόλυνση του διαρθρωτικού μετασχηματισμού της οικονομίας. Να μην εισάγει στρεβλώσεις που ευνοούν τη δραστηριοποίηση των εργαζομένων στο μη ανταγωνιστικό και εσωστρεφές τμήμα της οικονομίας το οποίο υπήρξε και η αιτία που φτάσαμε στην κατάρρευση του 2009. Η χώρα πρέπει να θέσει ως προτεραιότητα την αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου ώστε να δημιουργηθούν νέες και βιώσιμες θέσεις εργασίας στον ανταγωνιστικό και εξωστρεφή τομέα και να αυξηθούν τα εισοδήματα και επομένως οι πόροι του συστήματος.

Η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα ειδικά σε συνθήκες κρίσης και έξαρσης των κοινωνικών ανισοτήτων είναι πως θα διασφαλιστεί η επάρκεια συντάξεων ώστε να προστατεύονται οι ηλικιωμένοι από τη φτώχεια αλλά και πως οι συνταξιοδοτικές δαπάνες θα είναι συμβατές με βιώσιμα δημόσια οικονομικά.

Με αφορμή τη νέα παρέμβαση έχουμε υποχρέωση να επανεξετάσουμε τις οικονομικές και κοινωνικές προτεραιότητες και να κλείσουμε τα αυτιά στις σειρήνες ένθεν κακείθεν που υπόσχονται εύκολες λύσεις ή ακόμη και επιστροφή στη «belle époque» του 2009.

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη στην εκδήλωση με θέμα: «Σοσιαλδημοκρατία και Ανανεωτική Αριστερά» στο Ξενοδοχείο ΤΙΤΑΝΙΑ

Η διεθνής κρίση του 2008, ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός της διετίας 2007-2009 και το συσσωρευμένο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας, ειδικά από το 2004 και μετά, οδήγησαν στη μεγαλύτερη μεταπολεμική οικονομική κρίση της Ελλάδας και στην ανατροπή της αρχιτεκτονικής της μεταπολιτευτικής πολιτικής σκηνής.

Το βαρύτερο τίμημα της διαχείρισης της κρίσης αλλά και λανθασμένων πολιτικών και οικονομικών επιλογών της μεταπολίτευσης, το πλήρωσε το ΠΑΣΟΚ, το οποίο υποδεκαπλασίασε την εκλογική του δύναμη μετά από 30 χρόνια πολιτικής ηγεμονίας.

Σε αυτή την πτώση του συνέβαλε, καθοριστικά, το γεγονός ότι, όλες ανεξαιρέτως οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις, παρά την κρίσιμη εθνικά συγκυρία, επέλεξαν να υιοθετήσουν έναν πρωτοφανή λαϊκισμό και να ενοχοποιήσουν το κόμμα που ανέλαβε να αντιμετωπίσει την κρίση καθώς και το γεγονός, ότι η εθνικολαϊκιστική αυτή αφήγηση είχε τεράστια απήχηση και έγινε κυρίαρχη στην ελληνική κοινή γνώμη.

Αν το πρόβλημα ήταν αποκλειστικά συνδεδεμένο με το ΠΑΣΟΚ, θα περίμενε κανείς, ότι οι άλλες πολιτικές δυνάμεις που κινούνται στο χώρο της Σοσιαλδημοκρατίας ή της Ανανεωτικής Αριστεράς και αναδείχτηκαν στην περίοδο της κρίσης, θα κατάφερναν να ενισχύσουν ή να διατηρήσουν τις δυνάμεις τους (ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.). Κάτι τέτοιο όμως, δεν συνέβη.

Στην πραγματικότητα, το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε αντιμέτωπο με τα αδιέξοδα των πρότερων οικονομικών πολιτικών του, της ατολμίας του να αντιμετωπίσει το θεσμικό έλλειμμα της χώρας και τη διαφθορά, αλλά και της αδυναμίας του να παρακολουθήσει τις εξελίξεις στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό και να καταθέσει προτάσεις πολιτικής για τα νέα δεδομένα.

Άργησε να κατανοήσει, ότι ο εθνικός κεϋνσιανισμός σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης και ΟΝΕ μεσομακροπρόθεσμα δεν οδηγεί παρά μόνο σε απώλεια ανταγωνιστικότητας και διόγκωση του δημόσιου χρέους. Ότι, το θεσμικό έλλειμμα και οι δυσλειτουργίες της δημόσιας διοίκησης επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη.

Έτσι, η εκλογική πορεία των σοσιαλιστικών κομμάτων στην Ελλάδα, με καθυστέρηση, ακολουθεί αυτή των αντίστοιχων κομμάτων στην υπόλοιπη Ευρώπη που επέδειξαν την ίδια αδυναμία.

Οι μεταπολεμικές εκλογικές επιδόσεις αυτών των κομμάτων έχουν ως εξής: ο μέσος όρος της επίδοσης τους στην περίοδο 2009-2013 ήταν περίπου 23% έναντι 33,5% που ήταν η ιστορικά υψηλότερη επίδοση στη δεκαετία του 1960.

Επομένως, αυτό που κάνει τη διαφορά στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι το μέγεθος των απωλειών και όχι η κατεύθυνση.

Το 44% του ΠΑΣΟΚ το 2009 ήταν η εξαίρεση – και όχι ο κανόνας – μιας αναμενόμενης καθοδικής πορείας στο μέλλον. Οι μετέπειτα εξελίξεις απλά επιτάχυναν την πορεία. Αλλά και η κατάρρευση στο 4,6% τον Ιανουάριο του 2015 ήταν η εξαίρεση και όχι ο κανόνας σε μια καθοδική πορεία.

Υπό όρους και προϋποθέσεις, που έχουν να κάνουν με τις επιλογές του και τις εσωτερικές του συγκρούσεις πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της κρίσης, θα μπορούσε να είχε διατηρήσει ποσοστά της τάξης του 20%-25% όπως συμβαίνει και με άλλα Σοσιαλιστικά κόμματα στον Ευρωπαϊκό Νότο.

Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στην έναρξη μιας συζήτησης για το μέλλον και τις προοπτικές της Ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας. Ανάλογες αναζητήσεις που οδηγούν και στη διοργάνωση της σημερινής εκδήλωσης κυριαρχούν και στο χώρο της Ανανεωτικής Αριστεράς.

Το πρώτο ερώτημα, στο οποίο οφείλουμε να απαντήσουμε – όσοι εξακολουθούμε να πιστεύουμε στις θεμελιώδεις αξίες της σοσιαλδημοκρατίας – είναι:

«Έχει μέλλον και προοπτική η Ελληνική Σοσιαλδημοκρατία»;

Να επισημάνω στο σημείο αυτό, ότι το ερώτημα αυτό δεν είναι ανεξάρτητο από την πορεία και τις προοπτικές της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας. Πέρα από τις όποιες εθνικές ιδιαιτερότητες, τα βασικά προβλήματα είναι κοινά.

Πρόσφατα στο δημόσιο διάλογο, ο Ν. Μουζέλης διατύπωσε την άποψη ότι «η Σοσιαλδημοκρατία όπως και η οικονομία ακολουθεί μια κυκλική πορεία και η Σοσιαλδημοκρατία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι πολύ πιθανό να ανακάμψει».

Θεωρώ, ότι η κυκλικότητα που επικαλείται ο καθηγητής Ν. Μουζέλης, δεν διασφαλίζει από μόνη της την ανάκαμψη της Σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη.

Μετά την κρίση του 2008, που οδήγησε σε τεράστιες απώλειες σε ΑΕΠ και θέσεις εργασίας και διόγκωσε τις κοινωνικές ανισότητες, η Σοσιαλδημοκρατία θα πρέπει να αναζητήσει νέους δρόμους και νέες απαντήσεις στις μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ατελούς ΟΝΕ.

Απαντήσεις που κινούνται πέρα από τον εθνικό κεϋνσιανισμό της χρυσής εικοσιπενταετίας 1945-1970 αλλά και πέρα από τον Τρίτο Δρόμο του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος της δεκαετίας του 1990.

Έτσι μόνο μπορεί να ανακτήσει δυνάμεις και να αποκαταστήσει τη δυνατότητα της να εκφράζει πολιτικά προοδευτικές κοινωνικές συμμαχίες. Σε αυτό το σημείο θα επανέλθω αργότερα.

Μετά την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, ηγετικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ προεξοφλούν το τέλος της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας.

Παρενθετικά να υπενθυμίσω, ότι η εχθρική στάση της κομμουνιστικής Αριστεράς έναντι του ΠΑΣΟΚ έχει ιστορικό βάθος και πηγαίνει τουλάχιστον δύο δεκαετίες πίσω.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει, ότι η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ συνέβη επειδή εγκατάλειψε την «προοδευτική» του ατζέντα, υπηρετώντας νεοφιλελεύθερες μνημονιακές πολιτικές.

Το μέλλον – κατά αυτούς – ανήκει στο Σύριζα και στη νέα Ευρωπαϊκή Αριστερά και όχι στην Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία και στις πολιτικές δυνάμεις που την εκπροσωπούν στην Ελλάδα.

Η θέση αυτή όμως, ακυρώνεται από το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου, εφαρμόζει τις μνημονιακές πολιτικές τις οποίες κατήγγελλε μέχρι και το δημοψήφισμα.

Το αντιμνημόνιο ήταν για τον ΣΥΡΙΖΑ «last year». «This year different story» από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ας δει κανείς, τις εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα, με την πλήρη ιδιωτικοποίηση των δύο πρώτων τραπεζών ή τις ρυθμίσεις στο θέμα της πρώτης κατοικίας και θα καταλάβει την ανοχή\ευελιξία στην αλλαγή πορείας.

Το ιδεολογικό φορτίο του τρίτου μνημονίου είναι πολύ πιο εμφανές έναντι αυτού του πρώτου και του δεύτερου.

Να επισημάνουμε, ότι με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία εξουδετερώνονται ή εξομαλύνονται κοινωνικές αντιστάσεις σε μεταρρυθμίσεις, που στοχεύουν στην αλλαγή της διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας, ώστε να μετασχηματιστεί σε πιο ανταγωνιστική και εξωστρεφή.

Άρα, η μόνη διαθέσιμη επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ για να έχει πολιτική νομιμοποίηση από εδώ και πέρα, είναι η δυνατότητά του να κερδίσει τουλάχιστον τη μάχη στην καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων και να στηρίξει όσους επλήγησαν από την κρίση.

Αυτό όμως θα πρέπει να αφορά και τους εργαζόμενους και άνεργους του ιδιωτικού τομέα, καθώς μέχρι σήμερα οι όποιες ευαισθησίες του ΣΥΡΙΖΑ εξαντλούνται στους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα.

Αυτή όμως η ατζέντα – δηλαδή, η έμφαση στην καταπολέμηση των ανισοτήτων και η στήριξη των οικονομικά αποκλεισμένων – είναι ατζέντα και της σύγχρονης Σοσιαλδημοκρατίας και σημείο συνάντησης της Σοσιαλδημοκρατίας με την Ανανεωτική Αριστερά.

Όσο δε, για το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, οι ίδιοι αναγνωρίζουν ότι είναι εθνικο-κεϋνσιανό, στα πρότυπα της δεκαετίας του 1980.

Είναι ένα πρόγραμμα που οδηγεί σε οικονομικές αναποτελεσματικότητες.

Πολιτικές, που όταν εφαρμόστηκαν αλόγιστα μεταξύ 2007-2009, οδήγησαν τη χώρα στην κρίση του 2009.

Οι επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ, μετά το Δημοψήφισμα, περισσότερο προσαρμόζονται στο πλαίσιο που διαμορφώνουν οι διεθνείς συσχετισμοί και ειδικότερα οι ευρωπαϊκοί καθώς και οι οικονομικοί καταναγκασμοί.

Όσο, λοιπόν, η Ελλάδα βρίσκεται εκτός αγορών, οι βαθμοί ελευθερίας του στην άσκηση οικονομικής πολιτικής είναι ελάχιστοι.

Έτσι, ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση συνάντησε την ΤΙΝΑ (There is no Alternative) και την ερωτεύτηκε παράταιρα και παράφορα για να δικαιολογήσει την αλλαγή πορείας.

Η αποτελεσματικότητά του στο να οδηγήσει την χώρα σε μια πορεία σταθερής ανάπτυξης, θα καθορίσει τη δική του προοπτική στην υπό διαμόρφωση νέα αρχιτεκτονική της ελληνικής πολιτικής σκηνής.

Όμως, τόσο το προεκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ όσο και η δεκάμηνη πορεία του στην Κυβέρνηση, μαρτυρούν την τάση του προς μια στενά ελεγχόμενη από το κράτος και αλλεργική στις ιδιωτικές επενδύσεις οικονομική ανάπτυξη. Εξίσου, προβληματική στάση, έχει επιδείξει και στο ζήτημα του θεσμικού ελλείμματος που επίσης εξηγεί πως φτάσαμε στο 2009. Αντίθετα, πολλές επιλογές του, αναπαράγουν παθογένειες που προϋπήρχαν της κρίσης ή επανήλθαν με την κυβέρνηση Σαμαρά.

Αυτό, σε μεγάλο βαθμό, προδικάζει και την απάντηση στο ερώτημα, αν μπορεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση.

Αυτή η εξέλιξη, μας υποχρεώνει να απαντήσουμε στο ερώτημα, μήπως ο ΣΥΡΙΖΑ τελικά μετεξελιχθεί εξ ανάγκης σε ένα «ριζοσπαστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα». Γιατί, όπως λέει και ο λαός, «είναι το αγώγι που κάνει τον αγωγιάτη».

Εκτιμώ, ότι η παρούσα ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ δεν επιθυμεί ούτε και επιδιώκει τη μετεξέλιξή του σε Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.

Ούτε, να ταυτιστεί με τα οράματα και τις αξίες της Ανανεωτικής Αριστεράς και αναφέρομαι στο τμήμα εκείνο της ανανεωτικής που θέτει ως στόχο τον εξανθρωπισμό του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Γιατί αντιλαμβάνομαι, ότι ένα τμήμα της εξακολουθεί να οραματίζεται τη μετάβαση στο Σοσιαλισμό με δημοκρατικά μέσα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιδιώξει να ακολουθήσει μια πορεία που ως προς το τυπικό θα μοιάζει με αυτή του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος πριν την διάχυσή του στο Δημοκρατικό Κόμμα ή του ΑΚΕΛ.

Η σύγκριση, βέβαια, ΣΥΡΙΖΑ με το ΙΚΚ, ίσως να αδικεί το ΙΚΚ που ήταν πάντα ένα σοβαρό, μετριοπαθές, μη-λαϊκίστικο κόμμα, το οποίο είχε ξεκινήσει τη στροφή του δεκαετίες πριν γίνει Σοσιαλδημοκρατικό με την υιοθέτηση του «Ευρωκομμουνισμού».

Σε κάθε περίπτωση, ο ΣΥΡΙΖΑ θα μιλά και θα αυτοπροσδιορίζεται ως «Αριστερά» αλλά στην πράξη η οικονομική του πολιτική θα είναι εντός του πλαισίου που συνδιαμορφώνει η συμμετοχή στην ΟΝΕ και στην Ε.Ε.

Εκτιμώ, ότι θα επιδιώξει την περαιτέρω αποδυνάμωση ή εξαφάνιση των υπαρχουσών Σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων (Δημοκρατική Συμπαράταξη, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.). ή δυνάμεων της Ανανεωτικής Αριστεράς.

Αυτό δείχνει, η άτυπη αλλά υπαρκτή «συμμαχία» του με την «νέο-καραμανλική» πτέρυγα της Δεξιάς παράταξης.

Έτσι εξηγείται και το γεγονός, ότι κάποιοι Ευρωπαίοι Σοσιαλδημοκράτες συνομιλούν ήδη με το ΣΥΡΙΖΑ και ταυτόχρονα προτρέπουν τη Δημοκρατική Συμπαράταξη και το Ποτάμι να διερευνήσουν τη δυνατότητα κυβερνητικής συνεργασίας μαζί του.

Η προοπτική, λοιπόν, των υφιστάμενων δυνάμεων της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας να πρωταγωνιστήσουν στην ανασύνταξη του χώρου μόνες ή σε συνεργασία με δυνάμεις της ανανεωτικής και μεταρρυθμιστικής Αριστεράς του πολιτικού φιλελευθερισμού και της πολιτικής οικολογίας, σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί, από την δυνατότητά τους να κτίσουν από την αρχή σχέσεις εμπιστοσύνης με τις κοινωνικές δυνάμεις που θέλουν να εκπροσωπήσουν.

Αλήθεια, όντας ανάμεσα σε Σοσιαλδημοκράτες και Ανανεωτικούς Αριστερούς, θα είχε ενδιαφέρον να συζητήσουμε, ποιους θέλουμε να εκπροσωπήσουμε σε αυτή τη νέα πορεία;

Η Ελλάδα έχει πληθυσμό 11 εκατ περίπου. Ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός είναι 4.740.000 άτομα με 3.500.000 άτομα στην απασχόληση, 1.240.000 άτομα στην ανεργία. Οι συνταξιούχοι είναι 3 εκατ και περίπου 3,3 εκατ είναι ο οικονομικά μη ενεργός πληθυσμός.

Εξακολουθούμε να επιδιώκουμε την πολιτική εκπροσώπηση μόνο των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας;

Αν όχι, ποιες νέες κοινωνικές συμμαχίες θέλουμε να οικοδομήσουμε και κάτω από ποιό πολιτικό πρόγραμμα και με ποιά πολιτική στόχευση;

Η άποψή μου είναι, ότι πρέπει να εργαστούμε για να οικοδομήσουμε την κοινωνική συμμαχία των παραγωγικών δυνάμεων, που καινοτομούν, αναλαμβάνουν ρίσκο και δημιουργούν νέο πλούτο από τη μία, και των οικονομικά αποκλεισμένων και των νέων από την άλλη.

Αυτό προϋποθέτει, ότι είμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε σε ερωτήματα που στην καθημερινότητα τα προσπερνάμε εύκολα αλλά δυστυχώς ,αυτή η επιλογή μας εξηγεί, γιατί είμαστε η μόνη χώρα που παραμένει σε πρόγραμμα.

Ερωτήματα, όπως:

  • Μετά από μια χαμένη δεκαετία για την ανάπτυξη τι σημαίνει «φιλελεύθερη» οικονομία και συνακόλουθα «πολιτική» και τι «σοσιαλδημοκρατική»;

  • Η Σοσιαλδημοκρατία ή η Ανανεωτική Αριστερά, έχουν κάποια θέση που απαντά στο ερώτημα, αν σε συνθήκες κρίσης και ύφεσης βρεθείς αντιμέτωπος με ελλείμματα της τάξης του 15,5% του ΑΕΠ, πως τα αντιμετωπίζεις; Τα αφήνεις ως έχουν; Τα αφήνεις να αυξηθούν ή τα μειώνεις;

  • Η ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας είναι στόχοι ή, θα έπρεπε να είναι στόχοι της Σοσιαλδημοκρατίας και της Ανανεωτικής Αριστεράς ή όχι;

Το ζήτημα της παραγωγικότητας είναι κρίσιμο για την κοινωνική και οικονομική ανασύνταξη της χώρας μας.

Το ίδιο συμβαίνει και στην Ευρώπη, που τα τελευταία 30 χρόνια έχει χάσει την μεταπολεμική παραγωγική της ισχύ και βασίζεται ολοένα και περισσότερο στα εισοδήματα και τις προσόδους.

Το γερασμένο ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο αποθαρρύνει ουσιαστικά την ανάληψη κινδύνων και ρίσκου, δηλ. την επιχειρηματικότητα, ιδιαίτερα σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Άπω Ανατολή.

Είναι ολοφάνερη η ιδεολογική αδυναμία της Σοσιαλδημοκρατίας να υπερασπιστεί την αναγκαιότητα της «παραγωγικότητας».

Η δημιουργία νέου πλούτου και αξίας εξαρτάται από τον βαθμό ανάληψης επιχειρηματικών πρωτοβουλιών και καινοτομιών.

Η καινοτομία και η επιχειρηματικότητα είναι στην ουσία τους ανάληψη κινδύνων και ρίσκων. Αυτό είναι που τις καθιστά πηγή κοινωνικού πλούτου και αξίας.

Είναι εξόχως παραπλανητική η αντίληψη, ότι η Συντήρηση προωθεί ένα πνεύμα πρωτοβουλίας, ελευθερίας και ανάπτυξης της παραγωγικής επιχειρηματικότητας.

Αντιθέτως, υπερασπίζεται και ενθαρρύνει προνόμια, εισοδήματα και προσόδους, δηλαδή, κυβερνητικές πολιτικές που επιτρέπουν στους ισχυρούς να νέμονται εισοδήματα που δεν προέρχονται από την παραγωγή νέου πλούτου και αξίας αλλά από ανταμοιβές κεφαλαίων τοποθετημένων σε μη παραγωγικές χρήσεις ελάχιστου ρίσκου που δεν ευνοούν την ανάπτυξη και την ευημερία και εντείνουν τις ανισότητες.

Οι προγραμματικές αυτές αναζητήσεις και συνθέσεις, προϋποθέτουν ένα ελληνικό (προσωπικά, θεωρώ αναγκαίο ένα Ευρωπαϊκό) «Επινέ» ή «Μπαντ Γκόντεσμπεργκ», όπου θα αναδειχθεί η νέα προγραμματική πρόταση για την έξοδο από την κρίση και την επόμενη ημέρα αλλά και οι νέες προοδευτικές συμμαχίες.

Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για τις υπάρχουσες δυνάμεις της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας, της Ανανεωτικής Αριστεράς, αν θέλουν να έχουν προοπτική και να συμβάλλουν καταλυτικά στη διαμόρφωση της νέας πολιτικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα.

Διαφορετικά, κινδυνεύουν να «φινλανδοποιηθούν» ή να εξαφανιστούν.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στο site «the caller» το Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Μετά την διεθνή κρίση του 2008, που οδήγησε στη μεγαλύτερη μεταπολεμική οικονομική κρίση της Ελλάδας, ανατράπηκε η αρχιτεκτονική της μεταπολιτευτικής πολιτικής σκηνής.

Το βαρύτερο τίμημα της διαχείρισης της κρίσης το πλήρωσε το ΠΑΣΟΚ, το οποίο υποδεκαπλασίασε την εκλογική του δύναμη μετά από 30 χρόνια πολιτικής ηγεμονίας.

Όμως και οι άλλες πολιτικές δυνάμεις, που κινούνται στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας και αναδείχτηκαν στην περίοδο της κρίσης, δεν κατάφεραν να ενισχύσουν ή να διατηρήσουν τις δυνάμεις τους (ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.)

Η εκλογική πορεία των σοσιαλιστικών κομμάτων στην Ελλάδα δεν είναι διαφορετική από αυτή των αντίστοιχων κομμάτων στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Σύμφωνα με τον Γ. Μοσχονά (2014), που μελέτησε τις μεταπολεμικές εκλογικές επιδόσεις αυτών των κομμάτων, ο μέσος όρος της επίδοσης τους στην περίοδο 2009-2013 ήταν περίπου 23% έναντι 33,5% που ήταν η ιστορικά υψηλότερη επίδοση στη δεκαετία του 1960.

Επομένως, αυτό που κάνει τη διαφορά στην περίπτωση της Ελλάδας είναι το μέγεθος των απωλειών και όχι η κατεύθυνση. Το 44% του ΠΑΣΟΚ το 2009 ήταν η εξαίρεση -και όχι ο κανόνας – μιας προδιαγεγραμμένης καθοδικής πορείας στο μέλλον. Οι μετέπειτα εξελίξεις απλά επιτάχυναν την πορεία.

Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στην έναρξη μιας συζήτησης για το μέλλον και τις προοπτικές της Ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας.

Ο Νίκος Μουζέλης (2014) έχει διατυπώσει την άποψη ότι η σοσιαλδημοκρατία όπως και η οικονομία ακολουθεί μια κυκλική πορεία. Αυτή καθορίζεται από εξελίξεις και διεργασίες του καπιταλισμού, που επηρεάζουν το ρόλο του κράτους και τη δυνατότητα του να παρεμβαίνει ως ρυθμιστής στην οικονομία.

Οι κρίσεις στις οποίες είναι επιρρεπής ο καπιταλισμός, διαμορφώνουν ακόμη και σήμερα την ανάγκη για μια προοδευτική ρεφορμιστική στρατηγική εντός των ορίων του καπιταλισμού. Αυτή μπορεί να οδηγήσει σε μια ανανεωμένη σοσιαλδημοκρατία, που θα έχει ως στόχο τον εξανθρωπισμό της παγκοσμιοποίησης. Με βάση τα παραπάνω ο Μουζέλης υποστηρίζει ότι η σοσιαλδημοκρατία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι πολύ πιθανό να ανακάμψει.

Θεωρώ ότι η κυκλικότητα που επικαλείται ο Μουζέλης δεν διασφαλίζει από μόνη της την ανάκαμψη της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη. Μετά την κρίση του 2008, που οδήγησε σε τεράστιες απώλειες σε ΑΕΠ και θέσεις εργασίας και διόγκωσε τις κοινωνικές ανισότητες, η σοσιαλδημοκρατία θα πρέπει να αναζητήσει νέους δρόμους και νέες απαντήσεις στις μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ατελούς ΟΝΕ.

Απαντήσεις που κινούνται πέρα από τον εθνικό κεϋνσιανισμό της χρυσής εικοσιπενταετίας 1945-1970 αλλά και πέρα από τον Τρίτο Δρόμο του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος της δεκαετίας του 1990.

Έτσι μόνο μπορεί να ανακτήσει δυνάμεις και να αποκαταστήσει τη δυνατότητα της να εκφράζει πολιτικά προοδευτικές κοινωνικές συμμαχίες.

Ο Ε. Τσακαλώτος (2014), αμφισβητώντας την ορθότητα της προσέγγισης του Νίκου Μουζέλη για κυκλικές διακυμάνσεις της σοσιαλδημοκρατίας, προεξοφλεί το τέλος της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, γιατί εγκατάλειψε την «προοδευτική» της ατζέντα, υπηρετώντας νεοφιλελεύθερες μνημονιακές πολιτικές. Το μέλλον, κατά τον Ε. Τσακαλώτο, ανήκει στο Σύριζα και στη νέα ευρωπαϊκή αριστερά και όχι στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Η θέση αυτή όμως ακυρώνεται από το γεγονός ότι ο Σύριζα, μετά το δημοψήφισμα του Ιουνίου, υπηρετεί με συνέπεια μνημονιακές πολιτικές. Μετά την άνοδο του στην εξουσία, εξουδετερώνονται ή εξομαλύνονται κοινωνικές αντιστάσεις σε μεταρρυθμίσεις, που θα αλλάξουν την διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, ώστε να μετασχηματιστεί σε πιο ανταγωνιστική και εξωστρεφή.

Άρα, η μόνη διαθέσιμη επιλογή του Σύριζα για να έχει πολιτική νομιμοποίηση από εδώ και πέρα, είναι η έμφαση στην καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων και η στήριξη όσων επλήγησαν από την κρίση. Αυτή όμως είναι μια ατζέντα σοσιαλδημοκρατική όπως και το κεϋνσιανό, στα πρότυπα της δεκαετίας του 1980, πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης.

Οι επιλογές του μετά τις εκλογές, ολοένα και περισσότερο προσαρμόζονται στο πλαίσιο που διαμορφώνουν οι διεθνείς συσχετισμοί και οι οικονομικοί καταναγκασμοί. Η αποτελεσματικότητα του στο να οδηγήσει την χώρα σε μια πορεία σταθερής ανάπτυξης θα καθορίσει τη δική του προοπτική.

Αυτή η εξέλιξη μας υποχρεώνει να απαντήσουμε στο ερώτημα μήπως ο Σύριζα τελικά μετεξελιχθεί σταδιακά σε ένα «ριζοσπαστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα».

Εκτιμώ ότι ο Σύριζα ακολουθεί μια πορεία που μοιάζει πολύ με αυτή του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος πριν την διάχυση του στο Δημοκρατικό Κόμμα. Θα μιλά και θα αυτοπροσδιορίζεται ως «αριστερά» αλλά θα πράττει «σοσιαλδημοκρατικά». Νομοτελειακά λοιπόν θα επιδιώξει την περαιτέρω αποδυνάμωση ή εξαφάνιση των υπαρχουσών σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων (Δημοκρατική Συμπαράταξη, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.).

Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι κάποιοι Ευρωπαίοι Σοσιαλδημοκράτες συνομιλούν ήδη με το Σύριζα και ταυτόχρονα προτρέπουν τη Δημοκρατική Συμπαράταξη και το Ποτάμι να διερευνήσουν τη δυνατότητα κυβερνητικής συνεργασίας μαζί του.

Η προοπτική λοιπόν των υφιστάμενων δυνάμεων της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας να πρωταγωνιστήσουν στην ανασύνταξη του χώρου, σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί από την δυνατότητα τους να κτίσουν από την αρχή σχέσεις εμπιστοσύνης με τις κοινωνικές δυνάμεις που θέλουν να εκπροσωπήσουν.

Αυτό προϋποθέτει ένα ελληνικό «Επινέ» όπου θα αναδειχθεί η νέα προγραμματική πρόταση για την έξοδο της χώρας από την κρίση και την επόμενη ημέρα.

Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για τις υπάρχουσες δυνάμεις της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, αν θέλουν να έχουν προοπτική και να συνδιαμορφώσουν τη νέα πολιτική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα. Διαφορετικά, κινδυνεύουν να «φινλανδοποιηθούν» η να εξαφανιστούν.

Πηγές:

  1. Γεράσιμος Μοσχονάς, «The Electoral Retreat of European Social Democracy» Μάρτιος 2014
  2. Νίκος Μουζέλης, «Μπορεί να αναγεννηθεί η Ελληνική Σοσιαλδημοκρατία;» Το Βήμα, 23/11/2014.
  3. Φίλιππος Σαχινίδης, «Για μια Ευρωπαϊκή Ριζοσπαστική Σοσιαλδημοκρατία» Εφημερίδα Συντακτών, 10/6/2014
  4. Ευκλείδης Τσακαλώτος, «Ο Μουζέλης, ο Μπερνστάιν και η σοσιαλδημοκρατία», 2014, http://rnbnet.gr/details.php?id=12056

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «ΚΕΦΑΛΑΙΟ» το Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα από όσες επηρεάστηκαν από τη διεθνή κρίση που παραμένει από το 2008 σε ύφεση με εξαίρεση το 2014 που κατέγραψε οριακά θετικό ρυθμό ανάπτυξης. Η επιστροφή στην ανάπτυξη μετατίθεται για το 2017.

Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολλές συζητήσεις για τα αίτια της κρίσης, τη διάρκεια και ένταση της. Σήμερα, υπάρχει σύγκλιση στην άποψη ότι η ανάπτυξη της Ελλάδας μετά την ένταξη στην ΟΝΕ υπήρξε στρεβλή.

Τροφοδοτήθηκε από τη δημόσια και ιδιωτική κατανάλωση που χρηματοδοτήθηκαν μέσω δημόσιου και ιδιωτικού δανεισμού. Συνέπεια του στρεβλού αυτού παραγωγικού προτύπου ήταν η ενίσχυση του μη ανταγωνιστικού τομέα της οικονομίας σε βάρος του εξωστρεφούς και ανταγωνιστικού.

Με την εκδήλωση της διεθνούς κρίσης η ανάπτυξη ανακόπηκε και η οικονομία πέρασε στην ύφεση. Μετά την απώλεια πρόσβασης στις αγορές, η αναγκαία δημοσιονομική προσαρμογή σε συνδυασμό με την πιστωτική συρρίκνωση βάθυναν την ύφεση οδηγώντας σε σωρευτική απώλεια του εθνικού προϊόντος κατά 25%.

Η μετάβαση σε ένα περιβάλλον σταθερής ανάπτυξης μεταξύ άλλων προϋποθέτει:

  • Αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου μέσω προσέλκυσης επενδύσεων στον τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών.
  • Αποκατάσταση ομαλής λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος –που διαταράχτηκε περισσότερο με την επιβολή των κεφαλαιακών περιορισμών – με την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης.

Η χώρα για να περάσει σταθερά σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης χρειάζεται την επόμενη τριετία επενδύσεις ύψους 30-40 δις ευρώ πέραν αυτών του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Αυτή είναι η αναγκαία προϋπόθεση για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας ώστε να αναπληρωθεί ένα μεγάλο μέρος από το 1 εκατ. θέσεων εργασίας που καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Είναι εξίσου σημαντικά τα ποσοτικά αλλά και ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτών των επενδύσεων. Μια τέτοια πολιτική πρέπει να έχει την μορφή ενός ισχυρού επενδυτικού shock παράγοντας άμεσα αποτελέσματα σε όρους ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής. Προαπαιτούμενο για την πραγματοποίηση τους η πολιτική σταθερότητα άρα και ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις όπως αυτές που επιτεύχθηκαν πριν τις εκλογές.

Στην παρούσα συγκυρία είναι αναγκαία μια αλλαγή στάσης της κυβέρνησης ως προς το ρόλο που να μπορεί να διαδραματίσει στην οικονομική ανάκαμψη η ιδιωτική πρωτοβουλία αλλά και ένα σταθερό και ανταγωνιστικό φορολογικό περιβάλλον. Μόνο έτσι, θα ανακοπεί και η παρατηρούμενη–μετά την επιβολή των κεφαλαιακών περιορισμών -μαζική μεταφορά έδρας ακόμη και μικρομεσαίων ελληνικών επιχειρήσεων σε γειτονικές χώρες που υπονομεύει την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Ταυτόχρονα, πρέπει να αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία του τραπεζικού συστήματος προκειμένου να επιτελέσει τον αναπτυξιακό του ρόλο από κοινού με άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία.

Όσο η οικονομία είναι σε ύφεση και τα δάνεια δεν εξυπηρετούνται, αυξάνονται οι κίνδυνοι του ενεργητικού και μειώνεται η ικανότητα δημιουργίας εσωτερικού κεφαλαίου των τραπεζών. Επομένως δεν συντρέχουν ευνοϊκές προϋποθέσεις για χορήγηση νέων δανείων.

Αν στο φαύλο αυτό κύκλο προστεθούν και οι ανάγκες για αύξηση των εποπτικών κεφαλαίων μέχρι το τέλος του 2017, τίθεται το ερώτημα, πως οι τράπεζες θα χρηματοδοτήσουν την οικονομία;

Η πρόκληση, λοιπόν, για την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας είναι να προχωρήσουν οι τράπεζες μαζί με την προγραμματισμένη ανακεφαλαιοποίηση με προσεκτικά βήματα σε μια αναδιάρθρωση του δανειακού χαρτοφυλακίου τους με μερική προοδευτική διαγραφή χρεών εταιρειών όπου αξίζει να τους δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία.

Για να επιταχυνθεί λοιπόν η διαδικασία ανασυγκρότησης της οικονομίας, είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί σύντομα ο τρόπος αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, να αξιολογηθεί η βιωσιμότητα των προβληματικών επιχειρήσεων με διαφανή και δίκαια κριτήρια.

Η μεγάλη πρόκληση της επόμενης ημέρας είναι κατά πόσο οι τράπεζες είναι έτοιμες και διατεθειμένες να αξιολογήσουν και να διαχειριστούν τις βιώσιμες επιχειρήσεις και οικονομικούς κλάδους, έτσι ώστε να διοχετεύσουν τα περιορισμένα κεφάλαια τους στις αποδοτικότερες επενδύσεις.

Μετά από μια χαμένη δεκαετία η επιστροφή σε σταθερή ανάπτυξη είναι μονόδρομος για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και για να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές συνέπειες της κρίσης.

Άρθρο στην ΗΜΕΡΗΣΙΑ 29-8-2015

Ενα χαρακτηριστικό στοιχείο των εκλογικών αναμετρήσεων από το 2012 και μετά ήταν ότι όσα κόμματα διεκδίκησαν εντολή διακυβέρνησης υπόσχονταν, ανεδαφικά όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, ότι η χώρα μπορεί να βγει από την κρίση χωρίς να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που οδήγησαν στη δημοσιονομική εκτροπή του 2009.

Η ΝΔ με την πρόταση για Ζάππεια και ο ΣΥΡΙΖΑ με το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης πήραν εντολή έχοντας αποφύγει πριν από τις εκλογές του 2012 και 2015, αντίστοιχα, να συμμετάσχουν σε μια αναγκαία και ουσιαστική συζήτηση για την επόμενη ημέρα της χώρας. Το εισιτήριο που εξασφάλισε την άνοδό τους στην εξουσία ήταν η αντίθεσή τους στα μνημόνια.

Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι οι δύο αυτές κυβερνήσεις εκ των υστέρων αποδέχτηκαν τα μνημόνια που απέρριπταν, αλλά απέτυχαν να διασφαλίσουν την έξοδο της χώρας στις αγορές.

Στις 20 Σεπτεμβρίου οι πολίτες καλούνται για τέταρτη φορά από τον Μάιο του 2012 να επιλέξουν ποια κόμματα κατά την εκτίμησή τους μπορούν να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά και με ευαισθησία τα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τη χώρα και τις προοπτικές της.

Τα ζητήματα αυτά είναι:

1) Να κατατεθεί οδικός χάρτης εξόδου της χώρας από την κρίση. Σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις, η οικονομία θα παραμείνει σε ύφεση το 2015 και το 2016, συμπληρώνοντας οκτώ χρόνια ύφεσης και υψηλής ανεργίας.

Στον χάρτη αυτό θα υπάρχει πρόνοια για ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών πριν από τον Δεκέμβριο του 2015, ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη προς τις τράπεζες, να επιστρέψουν καταθέσεις και να γίνει άρση των capital controls κάποια στιγμή στο πρώτο εξάμηνο του 2016.

2) Να κατατεθεί εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων που θα απολαμβάνει ευρύτερης πολιτικής στήριξης. Με αυτό θα δρομολογηθούν οι αναγκαίες αλλαγές στην οικονομία, ώστε να ενισχυθεί ο ανταγωνιστικός και εξωστρεφής τομέας της οικονομίας.

Το σχέδιο αυτό θα αποτελέσει το αναγκαίο εφαλτήριο για την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων, ώστε σε συνδυασμό με τα κεφάλαια του ΠΔΕ και αυτά του προγράμματος Γιούνκερ να διευκολυνθεί ο διαρθρωτικός μετασχηματισμός της οικονομίας.

Θα περιλαμβάνει επίσης αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης αλλά και των θεσμών.

3) Να οριστικοποιηθούν και να κατατεθούν την επόμενη της συγκρότησης της κυβέρνησης οι παρεμβάσεις που προβλέπονται στο τρίτο μνημόνιο και δεν έχουν ενσωματωθεί στις νομοθετικές πρωτοβουλίες του προηγούμενου διαστήματος. Αυτές θα περιληφθούν στο προσχέδιο του Προϋπολογισμού και στο νέο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα 2016-2019.

Κρίσιμα ζητήματα, μεταξύ άλλων, η μείωση στις εξοπλιστικές δαπάνες το 2015 και το 2016, η σταδιακή μείωση ΕΚΑΣ και η αντιμετώπιση του προβλήματος των ελλειμμάτων των επικουρικών συντάξεων.

Στόχος να επανέλθει η χώρα το συντομότερο δυνατό σε πρωτογενή πλεονάσματα και να δρομολογηθούν οι διαδικασίες που συμφωνήθηκαν για την ελάφρυνση του χρέους.

Η χώρα πρέπει να διεκδικήσει μείωση επιτοκίων, επιμήκυνση του χρέους και παράταση της περιόδου χάριτος στις πληρωμές τόκων και χρεολυσίων.

Η εμπειρία από το 2009 και μετά συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι ανεξάρτητα από το εκλογικό αποτέλεσμα μόνο κυβερνήσεις με ευρύτερες συμμαχίες μπορούν να προωθήσουν τις αναγκαίες αλλαγές.

Οι πολιτικές δυνάμεις δεν ανταποκρίθηκαν στην κρισιμότητα των καταστάσεων όλα αυτά τα χρόνια. Προέταξαν το στενό κομματικό συμφέρον και διεκδίκησαν εντολή, ενώ ήταν γνωστό ότι δεν είχαν ούτε τη βούληση ούτε τη δυνατότητα να δρομολογήσουν τις αναγκαίες αλλαγές.

Αντίθετα, σε κρίσιμα ζητήματα όπως για παράδειγμα στην παιδεία ή στη στελέχωση της Δημόσιας Διοίκησης, ή σε θέματα φορολογικής διοίκησης οι κυβερνήσεις των τελευταίων τριών ετών αναθεώρησαν μεταρρυθμίσεις ή προσέφυγαν στις πρακτικές του παρελθόντος που μας οδήγησαν στην κρίση.

Σε αυτές τις εκλογές τα κόμματα οφείλουν -δεν θα έχουμε άλλη ευκαιρία- να δώσουν συγκεκριμένες προτάσεις για τις αλλαγές που χρειάζεται η χώρα. Να εξηγήσουν αναλυτικά γιατί με αυτές θα μπορέσει η οικονομία να σταθεί στις δικές της δυνάμεις ώστε η χώρα σε εύλογο χρονικό διάστημα να εξασφαλίζει κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές, όπως πέτυχαν η Ιρλανδία και η Πορτογαλία.

Οπως και να συμφωνήσουν με ποιο η ποια άλλα κόμματα θα συγκυβερνήσουν για να προχωρήσουν αυτές τις αλλαγές. Έτσι, μόνο θα διασφαλιστεί η επίτευξη ενός σταθερού πολιτικού πλαισίου που θα συμβάλει στην ταχύτερη έξοδο της χώρας από την κρίση και να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά τα σύνθετα κοινωνικά προβλήματα που προκάλεσε η πολύχρονη κρίση.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη Πρ. Υπουργού Οικονομικών στην Εφημερίδα Συντακτών 22 Αυγ. 2015

Τις προηγούμενες ημέρες εγκρίθηκε από το Eurogroup η νέα δανειακή σύμβαση μεταξύ ESM και Ελλάδος ύψους μέχρι 86 δις ευρώ.

Μετά από έξι μήνες αποτυχημένων πειραματισμών, η απόφαση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να προχωρήσει στην υπογραφή της σύμβασης κατέστη αναπόφευκτη μόλις αποδέχτηκε ότι δεν υπάρχει χωρίς οικονομική ζημία εναλλακτική λύση που να διασφαλίζει τη συμμετοχή της Ελλάδος στην Ευρωζώνη και να καλύπτει ταυτόχρονα τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας.

Η μεταστροφή της κυβέρνησης ακυρώνει τις προϋποθέσεις που κατέστησαν εφικτή την άνοδο της στην εξουσία. Η ανιστόρητη και διαχωριστική διάκριση μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών δυνάμεων, που καλλιέργησαν τα δυο κυβερνητικά κόμματα με τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό κόστος για τη χώρα, κατέρρευσε στις 14 Αυγούστου 2015.

Η κυβέρνηση για να ξεπεράσει το πρόβλημα αυτό επιχειρεί άμβλυνση των πολιτικών συνεπειών του μέσω σύγκρισης του νέου μνημονίου με τα προηγούμενα προωθώντας την άποψη ότι το τρίτο Μνημόνιο είναι ηπιότερο σε σχέση με τα προηγούμενα.

Η άποψη αυτή πάσχει σε δυο σημεία:

1) Οι σημερινές συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν κατά την υπογραφή των δύο προηγούμενων μνημονίων.

Το 2009, για παράδειγμα, η χώρα είχε δημοσιονομικό έλλειμμα 15,7% του ΑΕΠ και έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κοντά στο 11% του ΑΕΠ.

Τα ελλείμματα αυτά έπρεπε να εξουδετερωθούν σε ένα δύσκολο οικονομικά περιβάλλον καθώς η ύφεση το 2009 ήταν πάνω από 4%. Αντίθετα, το 2014 η χώρα είχε ένα μικρό πρωτογενές πλεόνασμα και οριακά θετική ανάπτυξη.

2) Η ηπιότερη πορεία στους δημοσιονομικούς στόχους του τρίτου Μνημονίου έναντι αυτών του δευτέρου κατέστη αναγκαία και δεν υπήρξε διαπραγματευτική επιτυχία. Αυτό συνέβη επειδή οι καταστροφικές οικονομικές επιλογές του πρώτου εξαμήνου του 2015 είχαν ως αποτέλεσμα την επιβολή των capital controls, την επιστροφή σε ύφεση το 2015 και το 2016 και τη μετάβαση σε πρωτογενές έλλειμμα το 2015.

Αυτό που προσπαθούν όσοι επιχειρούν την παραπάνω σύγκριση, καθαρά για λόγους πολιτικών σκοπιμοτήτων εν όψει της επερχόμενης εκλογικής αναμέτρησης, είναι να αποφύγουν να απαντήσουν άμεσα σε τρία κομβικά ερωτήματα που θα κυριαρχήσουν στις επόμενες εκλογές.

1) Το πρώτο αφορά τη δυνατότητα της Κυβέρνησης να προσδιορίσει έναν εθνικό οδικό χάρτη εξόδου της χώρας από την κρίση και το τρίτο Μνημόνιο.

Το Σεπτέμβριο του 2014 έθετα από τις στήλες της ΕφΣΥΝ το ίδιο ακριβώς ερώτημα προς την κυβέρνηση Σαμαρά για το δεύτερο Μνημόνιο που έληγε το Δεκέμβριο του 2014.

Τελικά, η κυβέρνηση Σαμαρά απέτυχε εκεί που πέτυχαν η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Ταυτόχρονα, άφησε ανοικτό το θέμα της κάλυψης των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας στο πλαίσιο της στρατηγικής της αριστερής παρένθεσης.

Σήμερα, η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων με capital controls και το πέρασμα σε διατηρήσιμη ανάπτυξη είναι δύσκολο να επιτευχθούν χωρίς σχέδιο. Είναι έτοιμη η Κυβέρνηση να καταθέσει έναν εθνικό οδικό χάρτη εξόδου από την κρίση;

2) Το δεύτερο αφορά τη βούληση της κυβέρνησης να εφαρμόσει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων που έχει συμφωνήσει.

Το ερώτημα αυτό συναρτάται με το πρώτο όμως είναι εξίσου καθοριστικό. Το ιδεολογικό φορτίο του τρίτου Μνημονίου είναι περισσότερο αισθητό σε σχέση με τα δύο προηγούμενα.

Το τρίτο Μνημόνιο ακυρώνει την θέση της κυβέρνησης ότι το πρόβλημα της χώρας οφείλεται στη λιτότητα όπως αναφέρονταν στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης.

Με το τρίτο Μνημόνιο επιχειρείται αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας. Στόχος να συρρικνωθεί ο μη ανταγωνιστικός και εσωστρεφής τομέας της οικονομίας προς όφελος του ανταγωνιστικού και εξωστρεφούς.

Υιοθετεί τη φιλοσοφία αυτή η κυβέρνηση; Έχει τη βούληση να εφαρμόσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις;

3) Το τρίτο αφορά τη θέση της κυβέρνησης έναντι του προβλήματος του χρέους. Η κυβέρνηση πριν και μετά τις εκλογές ζητούσε ονομαστική διαγραφή του λέγοντας ότι δεν είναι βιώσιμο.

Από τις επίσημες αποφάσεις προκύπτει ότι το καλύτερο που μπορεί να εξασφαλίσει η χώρα για το χρέος είναι: α) επιμήκυνση, β) όπου είναι εφικτό μείωση των επιτοκίων και γ) παράταση της περιόδου χάριτος για την αποπληρωμή τοκοχρεολυσίων.

Είναι έτοιμη η κυβέρνηση να αποδεχτεί αποφάσεις για το χρέος που μέχρι πρότινος απέρριπτε ως αναποτελεσματικές;

Αν οι κυβερνητικοί εταίροι είναι έτοιμοι να απαντήσουν στα παραπάνω ερωτήματα θετικά τότε το διακύβευμα των νέων εκλογών θα είναι αντίστροφο των εκλογών του Ιανουαρίου: «Ψηφίστε μας για να εφαρμόσουμε αποτελεσματικά και με την αναγκαία ευαισθησία το νέο πρόγραμμα ώστε να βγάλουμε τη χώρα από την κρίση».

Η επιτυχία στον τομέα αυτό θα καθορίσει τη δυνατότητα ή όχι του ΣΥΡΙΖΑ να διατηρήσει σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας. Όμως, η εμπειρία των τελευταίων έξι μηνών δείχνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επεδίωξε επιστροφή στις παθογένειες που μας οδήγησαν στην κρίση. Δεν επιδιώκει την υιοθέτηση προοδευτικών μεταρρυθμίσεων στην οικονομία και τους θεσμούς. Η απάντηση που θα δώσουν στα ίδια ερωτήματα τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα καθορίσει τις δικές τους προοπτικές.

Κέρκυρα 22 Ιουλίου 2015

Grexit is a socially unjust policy proposal

Almost 20 years ago a significant majority of Greek economists came to the conclusion that it would be to the benefit of Greece to join EMU. Greece would lose the instrument of monetary and exchange rate policy but it was expected to gain in terms of monetary stability and growth prospects.

The major political parties also shared the same view not only for economic reasons but for political reasons too.

According to this view, EMU was seen as a step towards further political and economic integration in Europe. While in the mid-1990s it was obvious that it would be very difficult for Greece to join EMU in 1999, the official date of inception, it was agreed that Greece had to get prepared to join EMU at a later stage.

One can successfully argue that Greece did not, and probably still is not, meeting the theoretical criteria to belong to an optimum currency area. However, Greek economists and political parties were aware that in a globalized economy Greece had to adapt and make its economy more competitive and outward oriented.

They did understand at the time that there was an urgent need to introduce politically difficult reforms. Their expectation was that by joining EMU Greece would be more keen to introduce the necessary reforms through peer pressure.

Nine years after joining the Euro Area Greece was trapped in an unsustainable economic path. In almost every year until 2009 there was a government deficit, on an increasing trend post-2006. As a result while Greece joined the EA with a debt to GDP ratio below 100% and despite the high growth rates of the nine year period 2000-9, the debt to GDP ratio stood at 127% in 2009. In that year, the government deficit reached 15.7% of GDP, and not 6% as had been reported by the governing conservative party of New Democracy. The current account deficit in that year was almost 11% of GDP.

Greece was in a recession for the second year in a row despite a doubling of the government deficit between 2007 and 2009 from almost 7% to 15.7% of GDP. Against Keynesian theory predictions, fiscal expansion not only failed to prevent recession but the recession deepened as the deficit was increasing.

In spring 2010 Greece experienced a sudden stop: it lost access to capital markets and requested financial support from its European partners. Europe established a special mechanism and along with the IMF. Greece accepted to implement an Economic Adjustment Program in exchange for the financial support.

Over the first three years the Greek government managed to reduce the fiscal deficit by 7 percentage points and introduced many substantial reforms which in the discussions that are taking place today are neglected or ignored. Later governments prone to clientalism tried to replace or dilute them.

And this critique applies to both the conservative government of Mr. Samaras and to the Syriza -ANEL coalition government. Just to give an example: Syriza both as an opposition party and once in government opposed the assessment of academic staff in Greek universities. I would imagine that not assessing academic staff would be unacceptable both to UK and the USA.

In 2015, five years after the first program was signed Greece is still in recession and is expected to be so until 2016 inclusive. This is so despite registering a small but positive growth rate in 2014 and a primary surplus in 2013 and 2014. Even the current account deficit swing to a surplus however mainly as a result of a decrease in imports rather than an increase in exports.

The elimination of the twin deficits (fiscal and current account) came at the expense of growth and employment. Over the last seven years – the recession had started two years before the first program – Greece lost almost a quarter of its GDP and unemployment reached to 27%. At the same period all social indicators worsened.

Over the crisis some economists, mainly Anglo-Saxons, have argued that a Greek exit from the Eurozone will benefit the growth prospects of the Greek economy.

However there are good reasons to argue that a Grexit will have disastrous consequences for the Greek economy and the living standards of Greeks.

I believe that progressives should be more sensitive on the issue of rising inequalities. And I am arguing that a Grexit whether coordinated or not will result in an increaser of inequalities.

Although we have no experience of a country leaving EMU, over the last decades many countries mainly in Eastern Europe members of political unions left the union and introduced their own currency. However a Grexit would bear no similarity to the experience either of the break-up of Czechoslovakia or of Argentina. Because Greece at the moment has no access to capital markets at reasonable interest rates and is not in a program to get financial support for its funding needs.

Due to these limitations in the event of a Grexit, the economy will face two important financial constraints:

  1. i) The current account deficit would have to be in surplus to ensure the necessary net inflow of funds to finance imports and cover external debt repayments.
  2. ii) The budget deficit would need to be balanced. This implies a further reduction in spending. Otherwise the deficit would have to be financed by the country’s central bank through the issue of a new currency.

The inflationary pressures will soon lead to a hyperinflation as we have seen twice in the past history of Greece. In the mid 1920’s and in late 1940’s when deficits were financed through printing new money.

A Grexit would imply that Greece would default on a large part of its foreign debt. Without defaulting on a substantial part of debt service obligations, the combination of devaluation and recession would push the total external debt to even higher levels.

As a result Greece would have to produce greater and unattainable current account surpluses in order to meet foreign debt repayments.

That is why Greece will have no other option but to default on part of its foreign loan obligations.

Inflation will rise pushed up by

  1. a) the monetization of the deficit and debt repayments
  2. b) the impact of the devaluation on the CPI through the higher price of imported goods and services
  3. c) the pressure for adjustment of nominal wages.

With the country’s transition to the new currency, the living standards of Greeks will fall dramatically as their real income will fall. The wealth of Greeks, including the value of property and deposits, will undergo a similar sharp decline.

The argument that Greece’s exit from euro would enable the country to enhance the competitiveness of its economy through the devaluation of the currency has no real substance.

Most of the key export sectors of the Greek economy, as well as a significant part of production intended for domestic consumption, rely on imported raw materials and imports of intermediate and capital goods which it would be difficult to obtain due to the limited access to foreign exchange.

Therefore Greek firms would be forced to reduce their output and put their survival into doubt. Because their decision will in turn hamper access to finance and force them at the end of the day to default on their obligations with overseas creditors.

But even sectors such as tourism would not be able to fully benefit from Grexit as transportation costs and energy prices, would absorb a significant part of the benefit gained from depreciation. In the very short term, the tourism sector would also be severely hit by the uncertainty caused by the country’s default.

The increased pressure to recover salary losses resulting from domestic inflation –a known experience from 1980’s and 1990’s- would lead to even higher inflation gradually undermining any gains in competitiveness deriving from the initial devaluation.

In such conditions it will be very difficult to attract investment and consumption will collapse. The consequence will be rising unemployment and inequalities.

In distributional terms, the only ones to gain from a Grexit will be wealthier Greeks whose assets are already denominated in other currencies and reside abroad. The most vulnerable part of the population will be the first victims of a Grexit. That is why progressives should oppose recommendations for a Grexit or a pause of participation as it has been suggested by the German Minister of Finance.

Having said the above we should not remain silent on policy proposals that Greece should continue on the path of austere fiscal consolidation. Greece did manage to reduce its primary deficit from 10% of GDP in 2009 and produced a primary surplus of 0.3% of GDP in 2014. What is imperative for Greece is to put the economy on a path of sustainable growth. That is a pre-condition to help the most vulnerable part of the society.

As negotiations for a third program are at their beginning Greece needs a programme with a stronger growth orientation and a decision for debt relief.

It is correct that the debt to GDP ratio increased over the years of fiscal consolidation. This was due to the recession but also to the fact that Greece continued to have deficits after the 2009 crisis and up to today.

The debt problem was initiated by the fiscal irresponsibility of the years before the global crisis emerged. At that period Greece was enjoying significant positive growth rates but the debt increased from 180 bn euros in 2004 to 290 bn in 2009.

So we have to establish an institutional framework that in the future would prevent an explosion of the debt and would enable Greece to have available the fiscal instrument -as long as we are lacking a fiscal union- to be used in an event of a temporary negative demand shock similar to the one we were confronted after the global crisis in 2008-2009.

Greece should present its own reform plan to transform its economy to become more efficient and more outward oriented. It is important to be ready to introduce reforms in justice, in the functioning of the political system and public administration.

These are the major challenges that the Syriza – ANEL coalition government failed to address over the last six months. In reality what we observed was an effort to re-establish a clientalistic state and an economy that will mainly be controlled by the state leaving no room to private entrepreneurship.

Young Greeks deserve a better future and it’s our generation’s duty to set the conditions for that.

0

«Είναι ξεκάθαρο ότι το ερώτημα στο δημοψήφισμα δεν είναι ναι ή όχι σε μια συμφωνία που δεν υπάρχει στο τραπέζι αλλά ναι ή όχι στο ευρώ, ναι ή όχι στην Ευρώπη», επισημαίνει σε δήλωσή του ο υπεύθυνος οικονομικής πολιτικής του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ. Φίλιππος Σαχινίδης.

«Η προσφυγή στο λαό είναι ό,τι πιο δημοκρατικό. Αλλά το ερώτημα που πρέπει να τίθεται στους πολίτες πρέπει να είναι καθαρό. Το ναι διασφαλίζει την πορεία της χώρας στην Ευρώπη και στην ευρωζώνη. Δίνει τη δυνατότητα για μια καλύτερη συμφωνία που θα στηρίζει τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας και θα διασφαλίζει την έξοδο από την κρίση προς όφελος κυρίως αυτών που έχουν πληγεί περισσότερο», υπογραμμίζει και προσθέτει:

«Μετά από πέντε μήνες αδιέξοδων διαπραγματεύσεων η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ απέφυγε να αναλάβει την ευθύνη για το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων. Ζήτησε την διεξαγωγή δημοψηφίσματος με την πρόταση προς τους πολίτες να καταψηφίσουν μια πρόταση των θεσμικών δανειστών η οποία πλέον δεν ισχύει αφού η χώρα είναι εκτός προγράμματος».

0

Το τελευταίο διάστημα, η ΠτΒ κ. Ζωή Κωνσταντοπούλου σε δημόσιες τοποθετήσεις της αλλά και στη χθεσινή συνεδρίαση της Επιτροπής για τις Γερμανικές Αποζημιώσεις, έχει αναφερθεί σε μια αρχική τοποθέτησή μου στη Βουλή και συγκεκριμένα στις 28 Μαρτίου 2012 αναφορικά με το ζήτημα της αξιοποίησης του αρχειακού υλικού του ΓΛΚ για τις απαιτήσεις της Ελλάδος από την Γερμανία. Εκείνη η τοποθέτηση έγινε βάση ενημέρωσης από τις υπηρεσίες του ΓΛΚ ότι δεν γνωρίζουν την ύπαρξη τέτοιου αρχειακού υλικού.

Η Πρόεδρος της Βουλής αποφεύγει, ωστόσο, να ενημερώσει τα μέλη της Επιτροπής ή ενδεχομένως αγνοεί, ότι μετά την πρώτη τοποθέτησή μου και αφού περιήλθε σε γνώση μου νέο υπηρεσιακό σημείωμα για την ύπαρξη αρχειακού υλικού σε αποθήκες του ΓΛΚ στα Σεπόλια, έδωσα εντολή στις υπηρεσίες να το μεταφέρουν στο κεντρικό κτίριο του ΓΛΚ, προκειμένου να ελεγχθεί και αξιοποιηθεί.

 Όπως προκύπτει και από τα επισυναπτόμενα έγγραφα, μόλις έλαβα επίσημη ενημέρωση από τις Υπηρεσίες, στις 5 Απριλίου 2012, για την ύπαρξη του αρχειακού υλικού – την ίδια ημέρα- έστειλα επιστολή προς την Πρόεδρο της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων κ. Βάσω Παπανδρέου με την οποία  ενημερώνω τα μέλη της Επιτροπής, τόσο για την ύπαρξη των αρχείων όσο και για την εντολή να μεταφερθούν στο ΓΛΚ με στόχο, να προστατευθούν,  να ελεγχθούν και να αξιοποιηθούν από τα μέλη της Επιτροπής  Οικονομικών Υποθέσεων.

Ένα μήνα αργότερα έγιναν εκλογές και ο αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών που ανέλαβε, προχώρησε στη συγκρότηση Επιτροπής, η οποία και αξιοποίησε αυτό το υλικό.

Αυτή είναι η πραγματικότητα, την οποία όφειλε, ως Πρόεδρος της Βουλής και Πρόεδρος της αρμόδιας Επιτροπής, να γνωρίζει και όχι να την διαστρεβλώνει.

Επισυνάπτονται δύο (2) σχετικά έγγραφα

Υπηρεσιακό σημείωμα

Επιστολή Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων

Ομιλία σε εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη από την «Πρωτοβουλία Πολιτών για την Ελληνική Σοσιαλδημοκρατία» με θέμα: «Οι μεταρρυθμίσεις είναι η απάντηση στην κρίση-Οικονομία-Κράτος-Ασφαλιστικό Σύστημα» την Πέμπτη 28 Μαΐου 2015.

Έχουν περάσει επτά χρόνια μετά την εκδήλωση της μεγαλύτερης μεταπολεμικής κρίσης του καπιταλισμού και οι περισσότερες οικονομίες διεθνώς και ειδικότερα στην Ευρώπη έχουν αποκαταστήσει σε σημαντικό βαθμό τις απώλειες που προκάλεσε στα εισοδήματα και την απασχόληση.

Πέρα από τις υπαρκτές εθνικές δυσκαμψίες, η αδυναμία της Ευρώπης να αντιμετωπίσει έγκαιρα και αποτελεσματικά την κρίση και να διευκολύνει την υλοποίηση των αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών στις χώρες που βρέθηκαν στον επίκεντρό της, είχε – μεταξύ άλλων – ως αποτέλεσμα, οι χώρες αυτές να έχουν διαφορετική πορεία κατά τη διάρκεια του προγράμματος αλλά και μετά από αυτό.

Από τις τέσσερις χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα, σήμερα οι δύο Ιρλανδία και Πορτογαλία είναι εκτός προγράμματος και η Κύπρος δανείζεται από τις αγορές.

Η Ελλάδα κατάφερε σε δύσκολες συνθήκες να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των δίδυμων ελλειμμάτων και της έλλειψης αξιοπιστίας από τα πλαστά στατιστικά στοιχεία για το έλλειμμα όπως βεβαιώνει η Έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που της στέρησε την πρόσβαση στις αγορές και την προσφυγή στους θεσμικούς πιστωτές.

Με μεγάλες όμως οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, αφού το ΑΕΠ σε μια επταετία –η ύφεση ξεκίνησε το 2008 δυο χρόνια πριν την υπογραφή της δανειακής σύμβασης- μειώθηκε κατά 25% περίπου και η ανεργία έφτασε το 27%.

Η διαπίστωση αυτή μας φέρνει αντιμέτωπους με το ερώτημα, γιατί στην Ελλάδα αν και έγιναν προσπάθειες προσαρμογής εντούτοις η έξοδος από την κρίση καθυστερεί;

Η χώρα μέχρι την κρίση δεν είχε θεσμούς που να διευκολύνουν την ανάληψη πρωτοβουλιών για την έγκαιρη εισαγωγή αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών.

Έτσι, παρά το γεγονός της διεύρυνσης των δίδυμων ελλειμμάτων μετά την ένταξη στην ΟΝΕ δεν υπήρξαν διορθωτικές παρεμβάσεις ούτε μετά το 2007 όταν η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου.

Αλλά και μετά την εκδήλωση της κρίσης καταγράφηκε ανάλογη αδυναμία κατανόησης των αιτιών που μας οδήγησαν στην κρίση και ως προς τις διαθέσιμες επιλογές, -υπενθυμίζω Ζάππεια 1,2,3 ή επικλήσεις σε παραδείγματα χωρών της Λατινικής Αμερικής ως πρότυπα για τις επιλογές της Ελλάδας, κατάργηση των μνημονίων με ένα άρθρο, προγράμματα Θεσσαλονίκης- ώστε να προχωρήσει η χώρα κατά προτεραιότητα σε αυτές που θα περιόριζαν το κόστος της προσαρμογής και θα επιτάχυναν την έξοδο από την κρίση.

Η χώρα οδηγήθηκε στην κρίση, γιατί οι θεσμοί δεν λειτουργούσαν σωστά και το παραγωγικό πρότυπο ήταν αναποτελεσματικό.

Στο διάστημα που μεσολάβησε από το ξέσπασμα της κρίσης, αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά αυτά τα προβλήματα, ώστε να ξεφύγουμε από αυτήν χωρίς τον κίνδυνο να επαναληφθεί σύντομα μια νέα κρίση;

Η απάντηση είναι αρνητική.

Εκτιμώ, ότι το μεγαλύτερο μέρος των αναγκαίων αλλαγών, ιδιαίτερα στους θεσμούς, είναι ακόμη μπροστά μας.

Σε μεγάλο βαθμό οι θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν όπως πριν από την κρίση αν όχι χειρότερα.

Σε πολλές περιπτώσεις, προοδευτικές μεταρρυθμίσεις αποδομήθηκαν από αντιμεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες, βαθύτατα συντηρητικής αν όχι συντεχνιακής αντίληψης, όπως πχ Διαύγεια, παιδεία, τόσο από την Κυβέρνηση Σαμαρά όσο και από την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Η αδυναμία επίτευξης ευρύτερων πολιτικών συναινέσεων στέρησε τη χώρα από έγκαιρη υλοποίηση των αναγκαίων αλλαγών καθιστώντας το κοινωνικό κόστος πολλών μεταρρυθμίσεων μεγάλο και οδηγώντας σε πολλές περιπτώσεις στη διαμόρφωση της άποψης ότι οι μεταρρυθμίσεις λειτουργούν σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Με λίγα λόγια δεν αντιμετωπίζονται από τους πολίτες ως προοδευτικές.

Η σημερινή εκδήλωση μας παρέχει την ευκαιρία να μιλήσουμε για το ρόλο των μεταρρυθμίσεων στην προσπάθεια να βγούμε από την κρίση με ειδική αναφορά στο ασφαλιστικό. Ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο βρέθηκε τα τελευταία χρόνια και παραμένει στο επίκεντρο πολιτικών αντιπαραθέσεων.

Για να αποσυνδέσω τη συζήτηση από τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις με τους δανειστές θα επικεντρωθώ σε μια παρουσίαση των χαρακτηριστικών του ασφαλιστικού συστήματος για να γίνει κατανοητό ποια ήταν τα χαρακτηριστικά του μέχρι το 2009 και πως συγκρινόταν με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Που θα βρισκόμασταν σε 10 χρόνια χωρίς τις αλλαγές που έγιναν.

Τέλος, που βρισκόμαστε σήμερα και που θα βρισκόμαστε μετά από 10 περίπου χρόνια με βάση και τις τελευταίες μελέτες της Ε.Ε. πάντα σε σύγκριση και με τις επιδόσεις των άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Θεωρώ ότι η επισκόπηση αυτή είναι αναγκαία γιατί στη δημόσια συζήτηση έχει κυριαρχήσει η άποψη ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα δεν είχε κανένα πρόβλημα πριν ξεσπάσει η κρίση και επομένως οι όποιες προσαρμογές έγιναν είχαν λανθασμένη αφετηρία και στόχευαν αποκλειστικά σε δημοσιονομικά οφέλη με καθαρά ιδεοληπτικά κριτήρια.

Με βάση τα δεδομένα που βρήκαμε τον Οκτώβριο του 2009, το ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόταν πάνω από 15 δις το χρόνο ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καταβάλει τρέχουσες συντάξεις.

Όλες οι μελέτες που είχαν συνταθεί μέχρι τότε έδειχναν, ότι αν δεν γινόταν παρέμβαση, σε μια δεκαετία οι δαπάνες για το ασφαλιστικό θα έφταναν στο 24% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο.

Αντίθετα, λόγω της ραγδαίας γήρανσης του πληθυσμού, οι προβλεπόμενες εισφορές δεν θα ξεπερνούσαν το 10% του ΑΕΠ.

Αυτή η διαφορά εισροών – εκροών στο σύστημα θα οδηγούσε σε κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος. Τα ταμεία δεν θα μπορούσαν να πληρώσουν συντάξεις ή ο Προϋπολογισμός δεν θα μπορούσε να υπηρετήσει άλλες λειτουργίες του κράτους αν κατέληγε να δίνει το 15% του ΑΕΠ για τη στήριξη του ασφαλιστικού.

Με βάση τα προαναφερθέντα το ερώτημα που τίθεται είναι: τις κόκκινες γραμμές για το μέγεθος της μεταφοράς βαρών μεταξύ των γενεών ποιος τις θέσει και με ποια κριτήρια;

Γιατί όταν μια γενεά μεταφέρει υπέρμετρα βάρη στην επόμενη γενεά, και με αυτό εννοώ βάρη που δεν δικαιολογούνται από την αρχή της διαγενεαλογικής αλληλεγγύης, πόσο «προοδευτική», πόσο «αριστερή» μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η πολιτική;

Δεν θέτω το ερώτημα σε όρους ηθικής, αν δηλαδή είναι υπεύθυνη η στάση μιας γενεάς απέναντι στις επόμενες γενεές.

Ρωτώ, αν είναι “αριστερή” ή «προοδευτική» προσέγγιση να παίρνουν οι σημερινές γενιές συνταξιούχων χρήματα από τον κοινό ασφαλιστικό κουμπαρά που έχουν με τα παιδιά τους;

Γιατί το ασφαλιστικό μας σύστημα δεν είναι κεφαλαιοποιητικό, ώστε ο κάθε ασφαλισμένος να έχει το δικό του κουμπαρά και να προσδοκά στο τέλος του εργάσιμου βίου του να εισπράξει τις εισφορές που κατέβαλε.

Οι συντάξεις σήμερα στηρίζονται στις εισφορές αυτών που εργάζονται σήμερα.

Αν, λοιπόν, αυτές είναι δυσανάλογες σε σχέση με τις εισφορές ή ανατραπεί η ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς που εργάζονται και εισφέρουν και σε αυτούς που είναι συνταξιούχοι, τότε το σύστημα καταρρέει και καμία σύνταξη δεν είναι εγγυημένη.

Είναι ενδεικτικό, ότι όταν μπήκαμε στην ΟΝΕ, η στήριξη του προϋπολογισμού στο ασφαλιστικό σε ετήσια βάση ήταν της τάξης των 3,4 δις περίπου.

Το 2009 είχε φτάσει στα 14,5 δις.

Αν είχαμε σταθεροποιήσει τη συνεισφορά του προϋπολογισμού στο επίπεδο του 2001, η χώρα θα είχε τουλάχιστον 75 δις λιγότερο χρέος από αυτό που είχε το 2009.

Με λίγα λόγια, 1 στα 4 ευρώ περίπου που χρωστούσε η χώρα το 2009 οφείλονταν στο γεγονός, ότι τη δεκαετία του 2000 και νωρίτερα κανείς δεν προνόησε να ανακόψει αυτή την ανησυχητική πορεία αύξησης της χρηματοδότησης των ταμείων από τον προϋπολογισμό.

Γιατί οι προηγούμενες γενιές και τα κόμματα έκλειναν πονηρά το μάτι στους συνταξιούχους, λέγοντας τους ότι δεν θα κάνουμε καμία παρέμβαση.

Το αποτέλεσμα της αδράνειας μας, ήταν να φτάσουμε στο σημείο να γίνουν βίαιες παρεμβάσεις το 2010 και μετά, για να μπορεί το σύστημα να πληρώνει αυτές τις μειωμένες συντάξεις.

Αλλά και μέσα στην κρίση, το 2012, τα κόμματα δεν άλλαξαν στάση ως προς το ζήτημα αυτό.

Έτσι, η ΝΔ παραλίγο να οδηγήσει σε απώλεια του δεύτερου προγράμματος εξαιτίας της στάσης της και της εμμονής της να μην γίνουν περικοπές στις επικουρικές συντάξεις. Στάση, που άλλαξε αμέσως μετά τις εκλογές του 2012 και προχώρησε σε περικοπή των επικουρικών συντάξεων.

Ανάλογη στάση τηρούσε και τηρεί και ο ΣΥΡΙΖΑ που υπερασπίζεται την άποψη για επιστροφή στο ασφαλιστικό σύστημα όπως αυτό λειτουργούσε μέχρι το 2009.

Ένα συνταξιοδοτικό σύστημα που ήταν άδικο, αφού το δικαίωμα στη σύνταξη δεν το καθόριζαν διαφανείς και ενιαίοι κανόνες για όλους τους εργαζόμενους, αλλά αδιαφανείς κανόνες, αποτέλεσμα συναλλαγών μεταξύ κομμάτων και εργαζομένων στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων.

Άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων του ΙΚΑ και άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων της ΔΕΗ και του ΟΤΕ η του ΟΓΑ.

Άλλη η κατά συνταξιούχο ενίσχυση από τον προϋπολογισμό στο ΙΚΑ και άλλη στον συνταξιούχο των άλλων Ταμείων.

Δεν ήταν όμως μόνο άδικο το σύστημα, ήταν και σαθρό, αφού δεν υπήρχαν έλεγχοι για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά του.

Όσοι λοιπόν υποστηρίζουν επιστροφή στην κανονικότητα του 2009 υποστηρίζουν και την επιστροφή στην συνταξιοδοτική ανισότητα και την αδιαφάνεια του συστήματος;

Σύμφωνα με έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής για τη Γήρανση στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι μεταρρυθμίσεις στο ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα που έχουν εφαρμοστεί κατά την τελευταία πενταετία θα οδηγήσουν μακροπρόθεσμα σε μια μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες.

Oι συνταξιοδοτικές δαπάνες έφτασαν το 2013 στο 16,2% του ΑΕΠ, το μεγαλύτερο ποσοστό μεταξύ των 28 κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι παρεμβάσεις που έχουν γίνει στο ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα από τον Ιούλιο του 2010 έως σήμερα, οι οποίες αφορούν τόσο το ύψος των συντάξεων όσο και τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, αναμένεται να οδηγήσουν σε μια μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών στο 14,1% του ΑΕΠ το 2040.

Παρά τη σημαντική μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών ως % του ΑΕΠ που προβλέπεται, οι δαπάνες για τις συντάξεις στην Ελλάδα αναμένεται να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μ.ο..

Οι ελληνικές συνταξιοδοτικές δαπάνες εκτιμώνται στο 14,1% του ΑΕΠ για το 2040 έναντι 11,7% του ΑΕΠ για την ΕΕ-28 και στο 14,3% το 2060 έναντι 11,2% του ΑΕΠ για την ΕΕ-28.

Η έκθεση επισημαίνει ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών που αναμένεται να σημειώσει σημαντική πτώση του πληθυσμού της κατά περίπου 23% μέχρι το 2060.

Για το σύνολο της ΕΕ-28 προβλέπεται αύξηση κατά περίπου 3,0% και για την Ευρωζώνη αύξηση κατά 2,0% για τον ίδιο χρονικό ορίζοντα.

Ταυτόχρονα, προβλέπεται σημαντική αύξηση του προσδόκιμου ζωής στην Ελλάδα. Οι ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών εκτιμάται ότι θα αυξηθούν από το 20% περίπου του συνολικού πληθυσμού της χώρας το 2013 στο 30% το 2040 και στο 33% το 2060.

Τίθεται το ερώτημα, αν το σύστημα έχει βραχυχρόνια προβλήματα;

Η απάντηση είναι, ναι έχει.

Που οφείλονται, σε συγκυριακούς παράγοντες.

Η ανεργία είναι της τάξης του 1,3 εκ και οι μισθοί έχουν μειωθεί. Επομένως οι εισφορές είναι μειωμένες.

Η οικονομία είναι σε ύφεση από το 2008 και πολλές επιχειρήσεις κλείνουν ή αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας. Αυξάνονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τα ταμεία.

Όταν δεν υπάρχει βεβαιότητα σχετικά με το μέλλον και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων, πολλοί προσφεύγουν στη σύνταξη και αυξήθηκαν οι υποχρεώσεις του συστήματος.

Η απάντηση σε αυτά τα συγκυριακά προβλήματα είναι η επιστροφή στη βιώσιμη ανάπτυξη και στην πλήρη απασχόληση και η συνέχεια όσων διαρθρωτικών αλλαγών οδηγούν σε περαιτέρω βελτίωση στη λειτουργία του ασφαλιστικού συστήματος.

Για αυτό θεωρώ, ότι η χώρα πρέπει να θέσει ως προτεραιότητα, όχι μόνο την επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης ώστε να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας και να αυξηθούν τα εισοδήματα και επομένως οι πόροι του συστήματος, αλλά πρέπει να επικεντρωθεί στην αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου.

Στον τομέα αυτό η πρόοδος είναι περιορισμένη και αυτό υπονομεύει τις θυσίες των πολιτών και ιδιαίτερα των νέων που προσδοκούν ότι η χώρα στην οποία γεννήθηκαν θα τους προσφέρει τις ευκαιρίες που δικαιούνται.

Ο κίνδυνος που διατρέχουμε ως χώρα είναι, στη συνείδηση των πολιτών οι μεταρρυθμίσεις να ταυτιστούν με επιλογές, οι οποίες δεν προάγουν τη θέση των περισσοτέρων πολιτών.

Ειδικά αυτών που έχουν προοπτική δημιουργίας νέου πλούτου και αυτών που έχουν ανάγκη στήριξης.

Αντίθετα, διασφαλίζουν τις θέσεις και συμφέροντα μικρών ομάδων με ισχυρή εκπροσώπηση στο πολιτικό σύστημα στο όνομα άλλοτε «προοδευτικών» και άλλοτε «φιλολαϊκών» κατά βάθος όμως μόνο συντεχνιακών πολιτικών.

Αυτό υπονομεύει τη θεμελίωση της κοινωνικής συμμαχίας «παραγωγών» και «οικονομικά ασθενέστερων» που πρέπει να επιδιώξουν οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού.

Ώστε με δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις να επιτύχουν την εκ νέου θέσμιση της πολιτείας, την ανασυγκρότηση της οικονομίας για να γίνει βιώσιμη, να δημιουργεί θέσεις εργασίας, εισοδήματα και πόρους που θα χρηματοδοτούν την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών για τη στήριξη των οικονομικά ασθενέστερων.

Η επόμενη ημέρα –εννοώ μετά την υπογραφή μιας συμφωνίας- δεν θα είναι εύκολη ούτε για την κυβέρνηση ούτε για τη χώρα και τους πολίτες.

Όμως έχουμε ακόμα τη δυνατότητα να διορθώσουμε τα πράγματα.

Να εργαστούμε για να φτιάξουμε την Ελλάδα από την αρχή.

Για τις δυνάμεις του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού που βρέθηκαν μόνες τους στο επίκεντρο της προσπάθειας για να αντιμετωπιστεί η κρίση αποτελεί προτεραιότητα η ανασύνταξη του χώρου και η χάραξη ενός οδικού χάρτη για την προοδευτική ανασυγκρότηση της χώρας.

Το ΚΙΝΗΜΑ Δημοκρατών Σοσιαλιστών πρέπει και μπορεί να είναι ο καταλύτης για την ενότητα των δυνάμεων του δημοκρατικού σοσιαλισμού, καθώς διαμορφώνεται η νέα αρχιτεκτονική του πολιτικού συστήματος.

Σεχταριστές δεν είμαστε ποτέ και ούτε θα γίνουμε.

Το ΚΙΝΗΜΑ δεν δημιουργήθηκε για να μείνει μικρό.

Επομένως στο ερώτημα της ενότητας των δυνάμεων του χώρου απαντάμε θετικά αλλά πάντα με βάση αρχές, αξίες, ιδανικά, πολιτικές. Χωρίς συνεννοήσεις παραγόντων κρυφά και κάτω από το τραπέζι.

Στον διάλογο για να επιτευχθεί αυτή η ενότητα χωράνε όλοι όσοι ανταποκρίνονται σε αυτά τα δεδομένα.

Και χωράνε όλοι οι σύντροφοί μας, όχι μόνο από το ΠΑΣΟΚ, αλλά και τη ΔΗΜΑΡ, το ΠΟΤΑΜΙ αλλά και τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι ψηφοφόροι του από τον χώρο μας προέρχονται στη μεγάλη τους πλειοψηφία.

Αφορά όσους δεν βάζουν το κάρο της δήθεν ενότητας που στηρίζεται σε συμφωνίες παραγόντων και σε διαπραγμάτευση καρεκλών, μπροστά από το άλογο της πραγματικής ενότητας που μεριμνά και μόνον για την προάσπιση των συμφερόντων του Ελληνικού λαού και της χώρας.

Σε αυτή την κατεύθυνση συστρατευόμαστε για να εργαστούμε για μια γρήγορη έξοδο της χώρας από την κρίση που θα μας επιτρέψει να εξασφαλίσουμε τις προϋποθέσεις για μια βιώσιμη ανάπτυξη και στήριξη αυτών που θίχτηκαν περισσότερο κατά τη διάρκεια της κρίσης.