Σελίδα 9

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στο site «the caller» το Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Μετά την διεθνή κρίση του 2008, που οδήγησε στη μεγαλύτερη μεταπολεμική οικονομική κρίση της Ελλάδας, ανατράπηκε η αρχιτεκτονική της μεταπολιτευτικής πολιτικής σκηνής.

Το βαρύτερο τίμημα της διαχείρισης της κρίσης το πλήρωσε το ΠΑΣΟΚ, το οποίο υποδεκαπλασίασε την εκλογική του δύναμη μετά από 30 χρόνια πολιτικής ηγεμονίας.

Όμως και οι άλλες πολιτικές δυνάμεις, που κινούνται στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας και αναδείχτηκαν στην περίοδο της κρίσης, δεν κατάφεραν να ενισχύσουν ή να διατηρήσουν τις δυνάμεις τους (ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.)

Η εκλογική πορεία των σοσιαλιστικών κομμάτων στην Ελλάδα δεν είναι διαφορετική από αυτή των αντίστοιχων κομμάτων στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Σύμφωνα με τον Γ. Μοσχονά (2014), που μελέτησε τις μεταπολεμικές εκλογικές επιδόσεις αυτών των κομμάτων, ο μέσος όρος της επίδοσης τους στην περίοδο 2009-2013 ήταν περίπου 23% έναντι 33,5% που ήταν η ιστορικά υψηλότερη επίδοση στη δεκαετία του 1960.

Επομένως, αυτό που κάνει τη διαφορά στην περίπτωση της Ελλάδας είναι το μέγεθος των απωλειών και όχι η κατεύθυνση. Το 44% του ΠΑΣΟΚ το 2009 ήταν η εξαίρεση -και όχι ο κανόνας – μιας προδιαγεγραμμένης καθοδικής πορείας στο μέλλον. Οι μετέπειτα εξελίξεις απλά επιτάχυναν την πορεία.

Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στην έναρξη μιας συζήτησης για το μέλλον και τις προοπτικές της Ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας.

Ο Νίκος Μουζέλης (2014) έχει διατυπώσει την άποψη ότι η σοσιαλδημοκρατία όπως και η οικονομία ακολουθεί μια κυκλική πορεία. Αυτή καθορίζεται από εξελίξεις και διεργασίες του καπιταλισμού, που επηρεάζουν το ρόλο του κράτους και τη δυνατότητα του να παρεμβαίνει ως ρυθμιστής στην οικονομία.

Οι κρίσεις στις οποίες είναι επιρρεπής ο καπιταλισμός, διαμορφώνουν ακόμη και σήμερα την ανάγκη για μια προοδευτική ρεφορμιστική στρατηγική εντός των ορίων του καπιταλισμού. Αυτή μπορεί να οδηγήσει σε μια ανανεωμένη σοσιαλδημοκρατία, που θα έχει ως στόχο τον εξανθρωπισμό της παγκοσμιοποίησης. Με βάση τα παραπάνω ο Μουζέλης υποστηρίζει ότι η σοσιαλδημοκρατία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι πολύ πιθανό να ανακάμψει.

Θεωρώ ότι η κυκλικότητα που επικαλείται ο Μουζέλης δεν διασφαλίζει από μόνη της την ανάκαμψη της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη. Μετά την κρίση του 2008, που οδήγησε σε τεράστιες απώλειες σε ΑΕΠ και θέσεις εργασίας και διόγκωσε τις κοινωνικές ανισότητες, η σοσιαλδημοκρατία θα πρέπει να αναζητήσει νέους δρόμους και νέες απαντήσεις στις μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ατελούς ΟΝΕ.

Απαντήσεις που κινούνται πέρα από τον εθνικό κεϋνσιανισμό της χρυσής εικοσιπενταετίας 1945-1970 αλλά και πέρα από τον Τρίτο Δρόμο του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος της δεκαετίας του 1990.

Έτσι μόνο μπορεί να ανακτήσει δυνάμεις και να αποκαταστήσει τη δυνατότητα της να εκφράζει πολιτικά προοδευτικές κοινωνικές συμμαχίες.

Ο Ε. Τσακαλώτος (2014), αμφισβητώντας την ορθότητα της προσέγγισης του Νίκου Μουζέλη για κυκλικές διακυμάνσεις της σοσιαλδημοκρατίας, προεξοφλεί το τέλος της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, γιατί εγκατάλειψε την «προοδευτική» της ατζέντα, υπηρετώντας νεοφιλελεύθερες μνημονιακές πολιτικές. Το μέλλον, κατά τον Ε. Τσακαλώτο, ανήκει στο Σύριζα και στη νέα ευρωπαϊκή αριστερά και όχι στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Η θέση αυτή όμως ακυρώνεται από το γεγονός ότι ο Σύριζα, μετά το δημοψήφισμα του Ιουνίου, υπηρετεί με συνέπεια μνημονιακές πολιτικές. Μετά την άνοδο του στην εξουσία, εξουδετερώνονται ή εξομαλύνονται κοινωνικές αντιστάσεις σε μεταρρυθμίσεις, που θα αλλάξουν την διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, ώστε να μετασχηματιστεί σε πιο ανταγωνιστική και εξωστρεφή.

Άρα, η μόνη διαθέσιμη επιλογή του Σύριζα για να έχει πολιτική νομιμοποίηση από εδώ και πέρα, είναι η έμφαση στην καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων και η στήριξη όσων επλήγησαν από την κρίση. Αυτή όμως είναι μια ατζέντα σοσιαλδημοκρατική όπως και το κεϋνσιανό, στα πρότυπα της δεκαετίας του 1980, πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης.

Οι επιλογές του μετά τις εκλογές, ολοένα και περισσότερο προσαρμόζονται στο πλαίσιο που διαμορφώνουν οι διεθνείς συσχετισμοί και οι οικονομικοί καταναγκασμοί. Η αποτελεσματικότητα του στο να οδηγήσει την χώρα σε μια πορεία σταθερής ανάπτυξης θα καθορίσει τη δική του προοπτική.

Αυτή η εξέλιξη μας υποχρεώνει να απαντήσουμε στο ερώτημα μήπως ο Σύριζα τελικά μετεξελιχθεί σταδιακά σε ένα «ριζοσπαστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα».

Εκτιμώ ότι ο Σύριζα ακολουθεί μια πορεία που μοιάζει πολύ με αυτή του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος πριν την διάχυση του στο Δημοκρατικό Κόμμα. Θα μιλά και θα αυτοπροσδιορίζεται ως «αριστερά» αλλά θα πράττει «σοσιαλδημοκρατικά». Νομοτελειακά λοιπόν θα επιδιώξει την περαιτέρω αποδυνάμωση ή εξαφάνιση των υπαρχουσών σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων (Δημοκρατική Συμπαράταξη, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.).

Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι κάποιοι Ευρωπαίοι Σοσιαλδημοκράτες συνομιλούν ήδη με το Σύριζα και ταυτόχρονα προτρέπουν τη Δημοκρατική Συμπαράταξη και το Ποτάμι να διερευνήσουν τη δυνατότητα κυβερνητικής συνεργασίας μαζί του.

Η προοπτική λοιπόν των υφιστάμενων δυνάμεων της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας να πρωταγωνιστήσουν στην ανασύνταξη του χώρου, σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί από την δυνατότητα τους να κτίσουν από την αρχή σχέσεις εμπιστοσύνης με τις κοινωνικές δυνάμεις που θέλουν να εκπροσωπήσουν.

Αυτό προϋποθέτει ένα ελληνικό «Επινέ» όπου θα αναδειχθεί η νέα προγραμματική πρόταση για την έξοδο της χώρας από την κρίση και την επόμενη ημέρα.

Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για τις υπάρχουσες δυνάμεις της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, αν θέλουν να έχουν προοπτική και να συνδιαμορφώσουν τη νέα πολιτική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα. Διαφορετικά, κινδυνεύουν να «φινλανδοποιηθούν» η να εξαφανιστούν.

Πηγές:

  1. Γεράσιμος Μοσχονάς, «The Electoral Retreat of European Social Democracy» Μάρτιος 2014
  2. Νίκος Μουζέλης, «Μπορεί να αναγεννηθεί η Ελληνική Σοσιαλδημοκρατία;» Το Βήμα, 23/11/2014.
  3. Φίλιππος Σαχινίδης, «Για μια Ευρωπαϊκή Ριζοσπαστική Σοσιαλδημοκρατία» Εφημερίδα Συντακτών, 10/6/2014
  4. Ευκλείδης Τσακαλώτος, «Ο Μουζέλης, ο Μπερνστάιν και η σοσιαλδημοκρατία», 2014, http://rnbnet.gr/details.php?id=12056

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «ΚΕΦΑΛΑΙΟ» το Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα από όσες επηρεάστηκαν από τη διεθνή κρίση που παραμένει από το 2008 σε ύφεση με εξαίρεση το 2014 που κατέγραψε οριακά θετικό ρυθμό ανάπτυξης. Η επιστροφή στην ανάπτυξη μετατίθεται για το 2017.

Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολλές συζητήσεις για τα αίτια της κρίσης, τη διάρκεια και ένταση της. Σήμερα, υπάρχει σύγκλιση στην άποψη ότι η ανάπτυξη της Ελλάδας μετά την ένταξη στην ΟΝΕ υπήρξε στρεβλή.

Τροφοδοτήθηκε από τη δημόσια και ιδιωτική κατανάλωση που χρηματοδοτήθηκαν μέσω δημόσιου και ιδιωτικού δανεισμού. Συνέπεια του στρεβλού αυτού παραγωγικού προτύπου ήταν η ενίσχυση του μη ανταγωνιστικού τομέα της οικονομίας σε βάρος του εξωστρεφούς και ανταγωνιστικού.

Με την εκδήλωση της διεθνούς κρίσης η ανάπτυξη ανακόπηκε και η οικονομία πέρασε στην ύφεση. Μετά την απώλεια πρόσβασης στις αγορές, η αναγκαία δημοσιονομική προσαρμογή σε συνδυασμό με την πιστωτική συρρίκνωση βάθυναν την ύφεση οδηγώντας σε σωρευτική απώλεια του εθνικού προϊόντος κατά 25%.

Η μετάβαση σε ένα περιβάλλον σταθερής ανάπτυξης μεταξύ άλλων προϋποθέτει:

  • Αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου μέσω προσέλκυσης επενδύσεων στον τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών.
  • Αποκατάσταση ομαλής λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος –που διαταράχτηκε περισσότερο με την επιβολή των κεφαλαιακών περιορισμών – με την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης.

Η χώρα για να περάσει σταθερά σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης χρειάζεται την επόμενη τριετία επενδύσεις ύψους 30-40 δις ευρώ πέραν αυτών του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Αυτή είναι η αναγκαία προϋπόθεση για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας ώστε να αναπληρωθεί ένα μεγάλο μέρος από το 1 εκατ. θέσεων εργασίας που καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Είναι εξίσου σημαντικά τα ποσοτικά αλλά και ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτών των επενδύσεων. Μια τέτοια πολιτική πρέπει να έχει την μορφή ενός ισχυρού επενδυτικού shock παράγοντας άμεσα αποτελέσματα σε όρους ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής. Προαπαιτούμενο για την πραγματοποίηση τους η πολιτική σταθερότητα άρα και ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις όπως αυτές που επιτεύχθηκαν πριν τις εκλογές.

Στην παρούσα συγκυρία είναι αναγκαία μια αλλαγή στάσης της κυβέρνησης ως προς το ρόλο που να μπορεί να διαδραματίσει στην οικονομική ανάκαμψη η ιδιωτική πρωτοβουλία αλλά και ένα σταθερό και ανταγωνιστικό φορολογικό περιβάλλον. Μόνο έτσι, θα ανακοπεί και η παρατηρούμενη–μετά την επιβολή των κεφαλαιακών περιορισμών -μαζική μεταφορά έδρας ακόμη και μικρομεσαίων ελληνικών επιχειρήσεων σε γειτονικές χώρες που υπονομεύει την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Ταυτόχρονα, πρέπει να αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία του τραπεζικού συστήματος προκειμένου να επιτελέσει τον αναπτυξιακό του ρόλο από κοινού με άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία.

Όσο η οικονομία είναι σε ύφεση και τα δάνεια δεν εξυπηρετούνται, αυξάνονται οι κίνδυνοι του ενεργητικού και μειώνεται η ικανότητα δημιουργίας εσωτερικού κεφαλαίου των τραπεζών. Επομένως δεν συντρέχουν ευνοϊκές προϋποθέσεις για χορήγηση νέων δανείων.

Αν στο φαύλο αυτό κύκλο προστεθούν και οι ανάγκες για αύξηση των εποπτικών κεφαλαίων μέχρι το τέλος του 2017, τίθεται το ερώτημα, πως οι τράπεζες θα χρηματοδοτήσουν την οικονομία;

Η πρόκληση, λοιπόν, για την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας είναι να προχωρήσουν οι τράπεζες μαζί με την προγραμματισμένη ανακεφαλαιοποίηση με προσεκτικά βήματα σε μια αναδιάρθρωση του δανειακού χαρτοφυλακίου τους με μερική προοδευτική διαγραφή χρεών εταιρειών όπου αξίζει να τους δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία.

Για να επιταχυνθεί λοιπόν η διαδικασία ανασυγκρότησης της οικονομίας, είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί σύντομα ο τρόπος αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, να αξιολογηθεί η βιωσιμότητα των προβληματικών επιχειρήσεων με διαφανή και δίκαια κριτήρια.

Η μεγάλη πρόκληση της επόμενης ημέρας είναι κατά πόσο οι τράπεζες είναι έτοιμες και διατεθειμένες να αξιολογήσουν και να διαχειριστούν τις βιώσιμες επιχειρήσεις και οικονομικούς κλάδους, έτσι ώστε να διοχετεύσουν τα περιορισμένα κεφάλαια τους στις αποδοτικότερες επενδύσεις.

Μετά από μια χαμένη δεκαετία η επιστροφή σε σταθερή ανάπτυξη είναι μονόδρομος για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και για να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές συνέπειες της κρίσης.

Άρθρο στην ΗΜΕΡΗΣΙΑ 29-8-2015

Ενα χαρακτηριστικό στοιχείο των εκλογικών αναμετρήσεων από το 2012 και μετά ήταν ότι όσα κόμματα διεκδίκησαν εντολή διακυβέρνησης υπόσχονταν, ανεδαφικά όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, ότι η χώρα μπορεί να βγει από την κρίση χωρίς να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που οδήγησαν στη δημοσιονομική εκτροπή του 2009.

Η ΝΔ με την πρόταση για Ζάππεια και ο ΣΥΡΙΖΑ με το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης πήραν εντολή έχοντας αποφύγει πριν από τις εκλογές του 2012 και 2015, αντίστοιχα, να συμμετάσχουν σε μια αναγκαία και ουσιαστική συζήτηση για την επόμενη ημέρα της χώρας. Το εισιτήριο που εξασφάλισε την άνοδό τους στην εξουσία ήταν η αντίθεσή τους στα μνημόνια.

Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι οι δύο αυτές κυβερνήσεις εκ των υστέρων αποδέχτηκαν τα μνημόνια που απέρριπταν, αλλά απέτυχαν να διασφαλίσουν την έξοδο της χώρας στις αγορές.

Στις 20 Σεπτεμβρίου οι πολίτες καλούνται για τέταρτη φορά από τον Μάιο του 2012 να επιλέξουν ποια κόμματα κατά την εκτίμησή τους μπορούν να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά και με ευαισθησία τα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τη χώρα και τις προοπτικές της.

Τα ζητήματα αυτά είναι:

1) Να κατατεθεί οδικός χάρτης εξόδου της χώρας από την κρίση. Σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις, η οικονομία θα παραμείνει σε ύφεση το 2015 και το 2016, συμπληρώνοντας οκτώ χρόνια ύφεσης και υψηλής ανεργίας.

Στον χάρτη αυτό θα υπάρχει πρόνοια για ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών πριν από τον Δεκέμβριο του 2015, ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη προς τις τράπεζες, να επιστρέψουν καταθέσεις και να γίνει άρση των capital controls κάποια στιγμή στο πρώτο εξάμηνο του 2016.

2) Να κατατεθεί εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων που θα απολαμβάνει ευρύτερης πολιτικής στήριξης. Με αυτό θα δρομολογηθούν οι αναγκαίες αλλαγές στην οικονομία, ώστε να ενισχυθεί ο ανταγωνιστικός και εξωστρεφής τομέας της οικονομίας.

Το σχέδιο αυτό θα αποτελέσει το αναγκαίο εφαλτήριο για την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων, ώστε σε συνδυασμό με τα κεφάλαια του ΠΔΕ και αυτά του προγράμματος Γιούνκερ να διευκολυνθεί ο διαρθρωτικός μετασχηματισμός της οικονομίας.

Θα περιλαμβάνει επίσης αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης αλλά και των θεσμών.

3) Να οριστικοποιηθούν και να κατατεθούν την επόμενη της συγκρότησης της κυβέρνησης οι παρεμβάσεις που προβλέπονται στο τρίτο μνημόνιο και δεν έχουν ενσωματωθεί στις νομοθετικές πρωτοβουλίες του προηγούμενου διαστήματος. Αυτές θα περιληφθούν στο προσχέδιο του Προϋπολογισμού και στο νέο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα 2016-2019.

Κρίσιμα ζητήματα, μεταξύ άλλων, η μείωση στις εξοπλιστικές δαπάνες το 2015 και το 2016, η σταδιακή μείωση ΕΚΑΣ και η αντιμετώπιση του προβλήματος των ελλειμμάτων των επικουρικών συντάξεων.

Στόχος να επανέλθει η χώρα το συντομότερο δυνατό σε πρωτογενή πλεονάσματα και να δρομολογηθούν οι διαδικασίες που συμφωνήθηκαν για την ελάφρυνση του χρέους.

Η χώρα πρέπει να διεκδικήσει μείωση επιτοκίων, επιμήκυνση του χρέους και παράταση της περιόδου χάριτος στις πληρωμές τόκων και χρεολυσίων.

Η εμπειρία από το 2009 και μετά συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι ανεξάρτητα από το εκλογικό αποτέλεσμα μόνο κυβερνήσεις με ευρύτερες συμμαχίες μπορούν να προωθήσουν τις αναγκαίες αλλαγές.

Οι πολιτικές δυνάμεις δεν ανταποκρίθηκαν στην κρισιμότητα των καταστάσεων όλα αυτά τα χρόνια. Προέταξαν το στενό κομματικό συμφέρον και διεκδίκησαν εντολή, ενώ ήταν γνωστό ότι δεν είχαν ούτε τη βούληση ούτε τη δυνατότητα να δρομολογήσουν τις αναγκαίες αλλαγές.

Αντίθετα, σε κρίσιμα ζητήματα όπως για παράδειγμα στην παιδεία ή στη στελέχωση της Δημόσιας Διοίκησης, ή σε θέματα φορολογικής διοίκησης οι κυβερνήσεις των τελευταίων τριών ετών αναθεώρησαν μεταρρυθμίσεις ή προσέφυγαν στις πρακτικές του παρελθόντος που μας οδήγησαν στην κρίση.

Σε αυτές τις εκλογές τα κόμματα οφείλουν -δεν θα έχουμε άλλη ευκαιρία- να δώσουν συγκεκριμένες προτάσεις για τις αλλαγές που χρειάζεται η χώρα. Να εξηγήσουν αναλυτικά γιατί με αυτές θα μπορέσει η οικονομία να σταθεί στις δικές της δυνάμεις ώστε η χώρα σε εύλογο χρονικό διάστημα να εξασφαλίζει κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές, όπως πέτυχαν η Ιρλανδία και η Πορτογαλία.

Οπως και να συμφωνήσουν με ποιο η ποια άλλα κόμματα θα συγκυβερνήσουν για να προχωρήσουν αυτές τις αλλαγές. Έτσι, μόνο θα διασφαλιστεί η επίτευξη ενός σταθερού πολιτικού πλαισίου που θα συμβάλει στην ταχύτερη έξοδο της χώρας από την κρίση και να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά τα σύνθετα κοινωνικά προβλήματα που προκάλεσε η πολύχρονη κρίση.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη Πρ. Υπουργού Οικονομικών στην Εφημερίδα Συντακτών 22 Αυγ. 2015

Τις προηγούμενες ημέρες εγκρίθηκε από το Eurogroup η νέα δανειακή σύμβαση μεταξύ ESM και Ελλάδος ύψους μέχρι 86 δις ευρώ.

Μετά από έξι μήνες αποτυχημένων πειραματισμών, η απόφαση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να προχωρήσει στην υπογραφή της σύμβασης κατέστη αναπόφευκτη μόλις αποδέχτηκε ότι δεν υπάρχει χωρίς οικονομική ζημία εναλλακτική λύση που να διασφαλίζει τη συμμετοχή της Ελλάδος στην Ευρωζώνη και να καλύπτει ταυτόχρονα τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας.

Η μεταστροφή της κυβέρνησης ακυρώνει τις προϋποθέσεις που κατέστησαν εφικτή την άνοδο της στην εξουσία. Η ανιστόρητη και διαχωριστική διάκριση μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών δυνάμεων, που καλλιέργησαν τα δυο κυβερνητικά κόμματα με τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό κόστος για τη χώρα, κατέρρευσε στις 14 Αυγούστου 2015.

Η κυβέρνηση για να ξεπεράσει το πρόβλημα αυτό επιχειρεί άμβλυνση των πολιτικών συνεπειών του μέσω σύγκρισης του νέου μνημονίου με τα προηγούμενα προωθώντας την άποψη ότι το τρίτο Μνημόνιο είναι ηπιότερο σε σχέση με τα προηγούμενα.

Η άποψη αυτή πάσχει σε δυο σημεία:

1) Οι σημερινές συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν κατά την υπογραφή των δύο προηγούμενων μνημονίων.

Το 2009, για παράδειγμα, η χώρα είχε δημοσιονομικό έλλειμμα 15,7% του ΑΕΠ και έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κοντά στο 11% του ΑΕΠ.

Τα ελλείμματα αυτά έπρεπε να εξουδετερωθούν σε ένα δύσκολο οικονομικά περιβάλλον καθώς η ύφεση το 2009 ήταν πάνω από 4%. Αντίθετα, το 2014 η χώρα είχε ένα μικρό πρωτογενές πλεόνασμα και οριακά θετική ανάπτυξη.

2) Η ηπιότερη πορεία στους δημοσιονομικούς στόχους του τρίτου Μνημονίου έναντι αυτών του δευτέρου κατέστη αναγκαία και δεν υπήρξε διαπραγματευτική επιτυχία. Αυτό συνέβη επειδή οι καταστροφικές οικονομικές επιλογές του πρώτου εξαμήνου του 2015 είχαν ως αποτέλεσμα την επιβολή των capital controls, την επιστροφή σε ύφεση το 2015 και το 2016 και τη μετάβαση σε πρωτογενές έλλειμμα το 2015.

Αυτό που προσπαθούν όσοι επιχειρούν την παραπάνω σύγκριση, καθαρά για λόγους πολιτικών σκοπιμοτήτων εν όψει της επερχόμενης εκλογικής αναμέτρησης, είναι να αποφύγουν να απαντήσουν άμεσα σε τρία κομβικά ερωτήματα που θα κυριαρχήσουν στις επόμενες εκλογές.

1) Το πρώτο αφορά τη δυνατότητα της Κυβέρνησης να προσδιορίσει έναν εθνικό οδικό χάρτη εξόδου της χώρας από την κρίση και το τρίτο Μνημόνιο.

Το Σεπτέμβριο του 2014 έθετα από τις στήλες της ΕφΣΥΝ το ίδιο ακριβώς ερώτημα προς την κυβέρνηση Σαμαρά για το δεύτερο Μνημόνιο που έληγε το Δεκέμβριο του 2014.

Τελικά, η κυβέρνηση Σαμαρά απέτυχε εκεί που πέτυχαν η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Ταυτόχρονα, άφησε ανοικτό το θέμα της κάλυψης των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας στο πλαίσιο της στρατηγικής της αριστερής παρένθεσης.

Σήμερα, η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων με capital controls και το πέρασμα σε διατηρήσιμη ανάπτυξη είναι δύσκολο να επιτευχθούν χωρίς σχέδιο. Είναι έτοιμη η Κυβέρνηση να καταθέσει έναν εθνικό οδικό χάρτη εξόδου από την κρίση;

2) Το δεύτερο αφορά τη βούληση της κυβέρνησης να εφαρμόσει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων που έχει συμφωνήσει.

Το ερώτημα αυτό συναρτάται με το πρώτο όμως είναι εξίσου καθοριστικό. Το ιδεολογικό φορτίο του τρίτου Μνημονίου είναι περισσότερο αισθητό σε σχέση με τα δύο προηγούμενα.

Το τρίτο Μνημόνιο ακυρώνει την θέση της κυβέρνησης ότι το πρόβλημα της χώρας οφείλεται στη λιτότητα όπως αναφέρονταν στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης.

Με το τρίτο Μνημόνιο επιχειρείται αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας. Στόχος να συρρικνωθεί ο μη ανταγωνιστικός και εσωστρεφής τομέας της οικονομίας προς όφελος του ανταγωνιστικού και εξωστρεφούς.

Υιοθετεί τη φιλοσοφία αυτή η κυβέρνηση; Έχει τη βούληση να εφαρμόσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις;

3) Το τρίτο αφορά τη θέση της κυβέρνησης έναντι του προβλήματος του χρέους. Η κυβέρνηση πριν και μετά τις εκλογές ζητούσε ονομαστική διαγραφή του λέγοντας ότι δεν είναι βιώσιμο.

Από τις επίσημες αποφάσεις προκύπτει ότι το καλύτερο που μπορεί να εξασφαλίσει η χώρα για το χρέος είναι: α) επιμήκυνση, β) όπου είναι εφικτό μείωση των επιτοκίων και γ) παράταση της περιόδου χάριτος για την αποπληρωμή τοκοχρεολυσίων.

Είναι έτοιμη η κυβέρνηση να αποδεχτεί αποφάσεις για το χρέος που μέχρι πρότινος απέρριπτε ως αναποτελεσματικές;

Αν οι κυβερνητικοί εταίροι είναι έτοιμοι να απαντήσουν στα παραπάνω ερωτήματα θετικά τότε το διακύβευμα των νέων εκλογών θα είναι αντίστροφο των εκλογών του Ιανουαρίου: «Ψηφίστε μας για να εφαρμόσουμε αποτελεσματικά και με την αναγκαία ευαισθησία το νέο πρόγραμμα ώστε να βγάλουμε τη χώρα από την κρίση».

Η επιτυχία στον τομέα αυτό θα καθορίσει τη δυνατότητα ή όχι του ΣΥΡΙΖΑ να διατηρήσει σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας. Όμως, η εμπειρία των τελευταίων έξι μηνών δείχνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επεδίωξε επιστροφή στις παθογένειες που μας οδήγησαν στην κρίση. Δεν επιδιώκει την υιοθέτηση προοδευτικών μεταρρυθμίσεων στην οικονομία και τους θεσμούς. Η απάντηση που θα δώσουν στα ίδια ερωτήματα τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα καθορίσει τις δικές τους προοπτικές.

Κέρκυρα 22 Ιουλίου 2015

Grexit is a socially unjust policy proposal

Almost 20 years ago a significant majority of Greek economists came to the conclusion that it would be to the benefit of Greece to join EMU. Greece would lose the instrument of monetary and exchange rate policy but it was expected to gain in terms of monetary stability and growth prospects.

The major political parties also shared the same view not only for economic reasons but for political reasons too.

According to this view, EMU was seen as a step towards further political and economic integration in Europe. While in the mid-1990s it was obvious that it would be very difficult for Greece to join EMU in 1999, the official date of inception, it was agreed that Greece had to get prepared to join EMU at a later stage.

One can successfully argue that Greece did not, and probably still is not, meeting the theoretical criteria to belong to an optimum currency area. However, Greek economists and political parties were aware that in a globalized economy Greece had to adapt and make its economy more competitive and outward oriented.

They did understand at the time that there was an urgent need to introduce politically difficult reforms. Their expectation was that by joining EMU Greece would be more keen to introduce the necessary reforms through peer pressure.

Nine years after joining the Euro Area Greece was trapped in an unsustainable economic path. In almost every year until 2009 there was a government deficit, on an increasing trend post-2006. As a result while Greece joined the EA with a debt to GDP ratio below 100% and despite the high growth rates of the nine year period 2000-9, the debt to GDP ratio stood at 127% in 2009. In that year, the government deficit reached 15.7% of GDP, and not 6% as had been reported by the governing conservative party of New Democracy. The current account deficit in that year was almost 11% of GDP.

Greece was in a recession for the second year in a row despite a doubling of the government deficit between 2007 and 2009 from almost 7% to 15.7% of GDP. Against Keynesian theory predictions, fiscal expansion not only failed to prevent recession but the recession deepened as the deficit was increasing.

In spring 2010 Greece experienced a sudden stop: it lost access to capital markets and requested financial support from its European partners. Europe established a special mechanism and along with the IMF. Greece accepted to implement an Economic Adjustment Program in exchange for the financial support.

Over the first three years the Greek government managed to reduce the fiscal deficit by 7 percentage points and introduced many substantial reforms which in the discussions that are taking place today are neglected or ignored. Later governments prone to clientalism tried to replace or dilute them.

And this critique applies to both the conservative government of Mr. Samaras and to the Syriza -ANEL coalition government. Just to give an example: Syriza both as an opposition party and once in government opposed the assessment of academic staff in Greek universities. I would imagine that not assessing academic staff would be unacceptable both to UK and the USA.

In 2015, five years after the first program was signed Greece is still in recession and is expected to be so until 2016 inclusive. This is so despite registering a small but positive growth rate in 2014 and a primary surplus in 2013 and 2014. Even the current account deficit swing to a surplus however mainly as a result of a decrease in imports rather than an increase in exports.

The elimination of the twin deficits (fiscal and current account) came at the expense of growth and employment. Over the last seven years – the recession had started two years before the first program – Greece lost almost a quarter of its GDP and unemployment reached to 27%. At the same period all social indicators worsened.

Over the crisis some economists, mainly Anglo-Saxons, have argued that a Greek exit from the Eurozone will benefit the growth prospects of the Greek economy.

However there are good reasons to argue that a Grexit will have disastrous consequences for the Greek economy and the living standards of Greeks.

I believe that progressives should be more sensitive on the issue of rising inequalities. And I am arguing that a Grexit whether coordinated or not will result in an increaser of inequalities.

Although we have no experience of a country leaving EMU, over the last decades many countries mainly in Eastern Europe members of political unions left the union and introduced their own currency. However a Grexit would bear no similarity to the experience either of the break-up of Czechoslovakia or of Argentina. Because Greece at the moment has no access to capital markets at reasonable interest rates and is not in a program to get financial support for its funding needs.

Due to these limitations in the event of a Grexit, the economy will face two important financial constraints:

  1. i) The current account deficit would have to be in surplus to ensure the necessary net inflow of funds to finance imports and cover external debt repayments.
  2. ii) The budget deficit would need to be balanced. This implies a further reduction in spending. Otherwise the deficit would have to be financed by the country’s central bank through the issue of a new currency.

The inflationary pressures will soon lead to a hyperinflation as we have seen twice in the past history of Greece. In the mid 1920’s and in late 1940’s when deficits were financed through printing new money.

A Grexit would imply that Greece would default on a large part of its foreign debt. Without defaulting on a substantial part of debt service obligations, the combination of devaluation and recession would push the total external debt to even higher levels.

As a result Greece would have to produce greater and unattainable current account surpluses in order to meet foreign debt repayments.

That is why Greece will have no other option but to default on part of its foreign loan obligations.

Inflation will rise pushed up by

  1. a) the monetization of the deficit and debt repayments
  2. b) the impact of the devaluation on the CPI through the higher price of imported goods and services
  3. c) the pressure for adjustment of nominal wages.

With the country’s transition to the new currency, the living standards of Greeks will fall dramatically as their real income will fall. The wealth of Greeks, including the value of property and deposits, will undergo a similar sharp decline.

The argument that Greece’s exit from euro would enable the country to enhance the competitiveness of its economy through the devaluation of the currency has no real substance.

Most of the key export sectors of the Greek economy, as well as a significant part of production intended for domestic consumption, rely on imported raw materials and imports of intermediate and capital goods which it would be difficult to obtain due to the limited access to foreign exchange.

Therefore Greek firms would be forced to reduce their output and put their survival into doubt. Because their decision will in turn hamper access to finance and force them at the end of the day to default on their obligations with overseas creditors.

But even sectors such as tourism would not be able to fully benefit from Grexit as transportation costs and energy prices, would absorb a significant part of the benefit gained from depreciation. In the very short term, the tourism sector would also be severely hit by the uncertainty caused by the country’s default.

The increased pressure to recover salary losses resulting from domestic inflation –a known experience from 1980’s and 1990’s- would lead to even higher inflation gradually undermining any gains in competitiveness deriving from the initial devaluation.

In such conditions it will be very difficult to attract investment and consumption will collapse. The consequence will be rising unemployment and inequalities.

In distributional terms, the only ones to gain from a Grexit will be wealthier Greeks whose assets are already denominated in other currencies and reside abroad. The most vulnerable part of the population will be the first victims of a Grexit. That is why progressives should oppose recommendations for a Grexit or a pause of participation as it has been suggested by the German Minister of Finance.

Having said the above we should not remain silent on policy proposals that Greece should continue on the path of austere fiscal consolidation. Greece did manage to reduce its primary deficit from 10% of GDP in 2009 and produced a primary surplus of 0.3% of GDP in 2014. What is imperative for Greece is to put the economy on a path of sustainable growth. That is a pre-condition to help the most vulnerable part of the society.

As negotiations for a third program are at their beginning Greece needs a programme with a stronger growth orientation and a decision for debt relief.

It is correct that the debt to GDP ratio increased over the years of fiscal consolidation. This was due to the recession but also to the fact that Greece continued to have deficits after the 2009 crisis and up to today.

The debt problem was initiated by the fiscal irresponsibility of the years before the global crisis emerged. At that period Greece was enjoying significant positive growth rates but the debt increased from 180 bn euros in 2004 to 290 bn in 2009.

So we have to establish an institutional framework that in the future would prevent an explosion of the debt and would enable Greece to have available the fiscal instrument -as long as we are lacking a fiscal union- to be used in an event of a temporary negative demand shock similar to the one we were confronted after the global crisis in 2008-2009.

Greece should present its own reform plan to transform its economy to become more efficient and more outward oriented. It is important to be ready to introduce reforms in justice, in the functioning of the political system and public administration.

These are the major challenges that the Syriza – ANEL coalition government failed to address over the last six months. In reality what we observed was an effort to re-establish a clientalistic state and an economy that will mainly be controlled by the state leaving no room to private entrepreneurship.

Young Greeks deserve a better future and it’s our generation’s duty to set the conditions for that.

0

«Είναι ξεκάθαρο ότι το ερώτημα στο δημοψήφισμα δεν είναι ναι ή όχι σε μια συμφωνία που δεν υπάρχει στο τραπέζι αλλά ναι ή όχι στο ευρώ, ναι ή όχι στην Ευρώπη», επισημαίνει σε δήλωσή του ο υπεύθυνος οικονομικής πολιτικής του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ. Φίλιππος Σαχινίδης.

«Η προσφυγή στο λαό είναι ό,τι πιο δημοκρατικό. Αλλά το ερώτημα που πρέπει να τίθεται στους πολίτες πρέπει να είναι καθαρό. Το ναι διασφαλίζει την πορεία της χώρας στην Ευρώπη και στην ευρωζώνη. Δίνει τη δυνατότητα για μια καλύτερη συμφωνία που θα στηρίζει τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας και θα διασφαλίζει την έξοδο από την κρίση προς όφελος κυρίως αυτών που έχουν πληγεί περισσότερο», υπογραμμίζει και προσθέτει:

«Μετά από πέντε μήνες αδιέξοδων διαπραγματεύσεων η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ απέφυγε να αναλάβει την ευθύνη για το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων. Ζήτησε την διεξαγωγή δημοψηφίσματος με την πρόταση προς τους πολίτες να καταψηφίσουν μια πρόταση των θεσμικών δανειστών η οποία πλέον δεν ισχύει αφού η χώρα είναι εκτός προγράμματος».

0

Το τελευταίο διάστημα, η ΠτΒ κ. Ζωή Κωνσταντοπούλου σε δημόσιες τοποθετήσεις της αλλά και στη χθεσινή συνεδρίαση της Επιτροπής για τις Γερμανικές Αποζημιώσεις, έχει αναφερθεί σε μια αρχική τοποθέτησή μου στη Βουλή και συγκεκριμένα στις 28 Μαρτίου 2012 αναφορικά με το ζήτημα της αξιοποίησης του αρχειακού υλικού του ΓΛΚ για τις απαιτήσεις της Ελλάδος από την Γερμανία. Εκείνη η τοποθέτηση έγινε βάση ενημέρωσης από τις υπηρεσίες του ΓΛΚ ότι δεν γνωρίζουν την ύπαρξη τέτοιου αρχειακού υλικού.

Η Πρόεδρος της Βουλής αποφεύγει, ωστόσο, να ενημερώσει τα μέλη της Επιτροπής ή ενδεχομένως αγνοεί, ότι μετά την πρώτη τοποθέτησή μου και αφού περιήλθε σε γνώση μου νέο υπηρεσιακό σημείωμα για την ύπαρξη αρχειακού υλικού σε αποθήκες του ΓΛΚ στα Σεπόλια, έδωσα εντολή στις υπηρεσίες να το μεταφέρουν στο κεντρικό κτίριο του ΓΛΚ, προκειμένου να ελεγχθεί και αξιοποιηθεί.

 Όπως προκύπτει και από τα επισυναπτόμενα έγγραφα, μόλις έλαβα επίσημη ενημέρωση από τις Υπηρεσίες, στις 5 Απριλίου 2012, για την ύπαρξη του αρχειακού υλικού – την ίδια ημέρα- έστειλα επιστολή προς την Πρόεδρο της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων κ. Βάσω Παπανδρέου με την οποία  ενημερώνω τα μέλη της Επιτροπής, τόσο για την ύπαρξη των αρχείων όσο και για την εντολή να μεταφερθούν στο ΓΛΚ με στόχο, να προστατευθούν,  να ελεγχθούν και να αξιοποιηθούν από τα μέλη της Επιτροπής  Οικονομικών Υποθέσεων.

Ένα μήνα αργότερα έγιναν εκλογές και ο αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών που ανέλαβε, προχώρησε στη συγκρότηση Επιτροπής, η οποία και αξιοποίησε αυτό το υλικό.

Αυτή είναι η πραγματικότητα, την οποία όφειλε, ως Πρόεδρος της Βουλής και Πρόεδρος της αρμόδιας Επιτροπής, να γνωρίζει και όχι να την διαστρεβλώνει.

Επισυνάπτονται δύο (2) σχετικά έγγραφα

Υπηρεσιακό σημείωμα

Επιστολή Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων

Ομιλία σε εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη από την «Πρωτοβουλία Πολιτών για την Ελληνική Σοσιαλδημοκρατία» με θέμα: «Οι μεταρρυθμίσεις είναι η απάντηση στην κρίση-Οικονομία-Κράτος-Ασφαλιστικό Σύστημα» την Πέμπτη 28 Μαΐου 2015.

Έχουν περάσει επτά χρόνια μετά την εκδήλωση της μεγαλύτερης μεταπολεμικής κρίσης του καπιταλισμού και οι περισσότερες οικονομίες διεθνώς και ειδικότερα στην Ευρώπη έχουν αποκαταστήσει σε σημαντικό βαθμό τις απώλειες που προκάλεσε στα εισοδήματα και την απασχόληση.

Πέρα από τις υπαρκτές εθνικές δυσκαμψίες, η αδυναμία της Ευρώπης να αντιμετωπίσει έγκαιρα και αποτελεσματικά την κρίση και να διευκολύνει την υλοποίηση των αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών στις χώρες που βρέθηκαν στον επίκεντρό της, είχε – μεταξύ άλλων – ως αποτέλεσμα, οι χώρες αυτές να έχουν διαφορετική πορεία κατά τη διάρκεια του προγράμματος αλλά και μετά από αυτό.

Από τις τέσσερις χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα, σήμερα οι δύο Ιρλανδία και Πορτογαλία είναι εκτός προγράμματος και η Κύπρος δανείζεται από τις αγορές.

Η Ελλάδα κατάφερε σε δύσκολες συνθήκες να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των δίδυμων ελλειμμάτων και της έλλειψης αξιοπιστίας από τα πλαστά στατιστικά στοιχεία για το έλλειμμα όπως βεβαιώνει η Έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που της στέρησε την πρόσβαση στις αγορές και την προσφυγή στους θεσμικούς πιστωτές.

Με μεγάλες όμως οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, αφού το ΑΕΠ σε μια επταετία –η ύφεση ξεκίνησε το 2008 δυο χρόνια πριν την υπογραφή της δανειακής σύμβασης- μειώθηκε κατά 25% περίπου και η ανεργία έφτασε το 27%.

Η διαπίστωση αυτή μας φέρνει αντιμέτωπους με το ερώτημα, γιατί στην Ελλάδα αν και έγιναν προσπάθειες προσαρμογής εντούτοις η έξοδος από την κρίση καθυστερεί;

Η χώρα μέχρι την κρίση δεν είχε θεσμούς που να διευκολύνουν την ανάληψη πρωτοβουλιών για την έγκαιρη εισαγωγή αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών.

Έτσι, παρά το γεγονός της διεύρυνσης των δίδυμων ελλειμμάτων μετά την ένταξη στην ΟΝΕ δεν υπήρξαν διορθωτικές παρεμβάσεις ούτε μετά το 2007 όταν η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου.

Αλλά και μετά την εκδήλωση της κρίσης καταγράφηκε ανάλογη αδυναμία κατανόησης των αιτιών που μας οδήγησαν στην κρίση και ως προς τις διαθέσιμες επιλογές, -υπενθυμίζω Ζάππεια 1,2,3 ή επικλήσεις σε παραδείγματα χωρών της Λατινικής Αμερικής ως πρότυπα για τις επιλογές της Ελλάδας, κατάργηση των μνημονίων με ένα άρθρο, προγράμματα Θεσσαλονίκης- ώστε να προχωρήσει η χώρα κατά προτεραιότητα σε αυτές που θα περιόριζαν το κόστος της προσαρμογής και θα επιτάχυναν την έξοδο από την κρίση.

Η χώρα οδηγήθηκε στην κρίση, γιατί οι θεσμοί δεν λειτουργούσαν σωστά και το παραγωγικό πρότυπο ήταν αναποτελεσματικό.

Στο διάστημα που μεσολάβησε από το ξέσπασμα της κρίσης, αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά αυτά τα προβλήματα, ώστε να ξεφύγουμε από αυτήν χωρίς τον κίνδυνο να επαναληφθεί σύντομα μια νέα κρίση;

Η απάντηση είναι αρνητική.

Εκτιμώ, ότι το μεγαλύτερο μέρος των αναγκαίων αλλαγών, ιδιαίτερα στους θεσμούς, είναι ακόμη μπροστά μας.

Σε μεγάλο βαθμό οι θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν όπως πριν από την κρίση αν όχι χειρότερα.

Σε πολλές περιπτώσεις, προοδευτικές μεταρρυθμίσεις αποδομήθηκαν από αντιμεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες, βαθύτατα συντηρητικής αν όχι συντεχνιακής αντίληψης, όπως πχ Διαύγεια, παιδεία, τόσο από την Κυβέρνηση Σαμαρά όσο και από την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Η αδυναμία επίτευξης ευρύτερων πολιτικών συναινέσεων στέρησε τη χώρα από έγκαιρη υλοποίηση των αναγκαίων αλλαγών καθιστώντας το κοινωνικό κόστος πολλών μεταρρυθμίσεων μεγάλο και οδηγώντας σε πολλές περιπτώσεις στη διαμόρφωση της άποψης ότι οι μεταρρυθμίσεις λειτουργούν σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Με λίγα λόγια δεν αντιμετωπίζονται από τους πολίτες ως προοδευτικές.

Η σημερινή εκδήλωση μας παρέχει την ευκαιρία να μιλήσουμε για το ρόλο των μεταρρυθμίσεων στην προσπάθεια να βγούμε από την κρίση με ειδική αναφορά στο ασφαλιστικό. Ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο βρέθηκε τα τελευταία χρόνια και παραμένει στο επίκεντρο πολιτικών αντιπαραθέσεων.

Για να αποσυνδέσω τη συζήτηση από τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις με τους δανειστές θα επικεντρωθώ σε μια παρουσίαση των χαρακτηριστικών του ασφαλιστικού συστήματος για να γίνει κατανοητό ποια ήταν τα χαρακτηριστικά του μέχρι το 2009 και πως συγκρινόταν με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Που θα βρισκόμασταν σε 10 χρόνια χωρίς τις αλλαγές που έγιναν.

Τέλος, που βρισκόμαστε σήμερα και που θα βρισκόμαστε μετά από 10 περίπου χρόνια με βάση και τις τελευταίες μελέτες της Ε.Ε. πάντα σε σύγκριση και με τις επιδόσεις των άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Θεωρώ ότι η επισκόπηση αυτή είναι αναγκαία γιατί στη δημόσια συζήτηση έχει κυριαρχήσει η άποψη ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα δεν είχε κανένα πρόβλημα πριν ξεσπάσει η κρίση και επομένως οι όποιες προσαρμογές έγιναν είχαν λανθασμένη αφετηρία και στόχευαν αποκλειστικά σε δημοσιονομικά οφέλη με καθαρά ιδεοληπτικά κριτήρια.

Με βάση τα δεδομένα που βρήκαμε τον Οκτώβριο του 2009, το ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόταν πάνω από 15 δις το χρόνο ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καταβάλει τρέχουσες συντάξεις.

Όλες οι μελέτες που είχαν συνταθεί μέχρι τότε έδειχναν, ότι αν δεν γινόταν παρέμβαση, σε μια δεκαετία οι δαπάνες για το ασφαλιστικό θα έφταναν στο 24% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο.

Αντίθετα, λόγω της ραγδαίας γήρανσης του πληθυσμού, οι προβλεπόμενες εισφορές δεν θα ξεπερνούσαν το 10% του ΑΕΠ.

Αυτή η διαφορά εισροών – εκροών στο σύστημα θα οδηγούσε σε κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος. Τα ταμεία δεν θα μπορούσαν να πληρώσουν συντάξεις ή ο Προϋπολογισμός δεν θα μπορούσε να υπηρετήσει άλλες λειτουργίες του κράτους αν κατέληγε να δίνει το 15% του ΑΕΠ για τη στήριξη του ασφαλιστικού.

Με βάση τα προαναφερθέντα το ερώτημα που τίθεται είναι: τις κόκκινες γραμμές για το μέγεθος της μεταφοράς βαρών μεταξύ των γενεών ποιος τις θέσει και με ποια κριτήρια;

Γιατί όταν μια γενεά μεταφέρει υπέρμετρα βάρη στην επόμενη γενεά, και με αυτό εννοώ βάρη που δεν δικαιολογούνται από την αρχή της διαγενεαλογικής αλληλεγγύης, πόσο «προοδευτική», πόσο «αριστερή» μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η πολιτική;

Δεν θέτω το ερώτημα σε όρους ηθικής, αν δηλαδή είναι υπεύθυνη η στάση μιας γενεάς απέναντι στις επόμενες γενεές.

Ρωτώ, αν είναι “αριστερή” ή «προοδευτική» προσέγγιση να παίρνουν οι σημερινές γενιές συνταξιούχων χρήματα από τον κοινό ασφαλιστικό κουμπαρά που έχουν με τα παιδιά τους;

Γιατί το ασφαλιστικό μας σύστημα δεν είναι κεφαλαιοποιητικό, ώστε ο κάθε ασφαλισμένος να έχει το δικό του κουμπαρά και να προσδοκά στο τέλος του εργάσιμου βίου του να εισπράξει τις εισφορές που κατέβαλε.

Οι συντάξεις σήμερα στηρίζονται στις εισφορές αυτών που εργάζονται σήμερα.

Αν, λοιπόν, αυτές είναι δυσανάλογες σε σχέση με τις εισφορές ή ανατραπεί η ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς που εργάζονται και εισφέρουν και σε αυτούς που είναι συνταξιούχοι, τότε το σύστημα καταρρέει και καμία σύνταξη δεν είναι εγγυημένη.

Είναι ενδεικτικό, ότι όταν μπήκαμε στην ΟΝΕ, η στήριξη του προϋπολογισμού στο ασφαλιστικό σε ετήσια βάση ήταν της τάξης των 3,4 δις περίπου.

Το 2009 είχε φτάσει στα 14,5 δις.

Αν είχαμε σταθεροποιήσει τη συνεισφορά του προϋπολογισμού στο επίπεδο του 2001, η χώρα θα είχε τουλάχιστον 75 δις λιγότερο χρέος από αυτό που είχε το 2009.

Με λίγα λόγια, 1 στα 4 ευρώ περίπου που χρωστούσε η χώρα το 2009 οφείλονταν στο γεγονός, ότι τη δεκαετία του 2000 και νωρίτερα κανείς δεν προνόησε να ανακόψει αυτή την ανησυχητική πορεία αύξησης της χρηματοδότησης των ταμείων από τον προϋπολογισμό.

Γιατί οι προηγούμενες γενιές και τα κόμματα έκλειναν πονηρά το μάτι στους συνταξιούχους, λέγοντας τους ότι δεν θα κάνουμε καμία παρέμβαση.

Το αποτέλεσμα της αδράνειας μας, ήταν να φτάσουμε στο σημείο να γίνουν βίαιες παρεμβάσεις το 2010 και μετά, για να μπορεί το σύστημα να πληρώνει αυτές τις μειωμένες συντάξεις.

Αλλά και μέσα στην κρίση, το 2012, τα κόμματα δεν άλλαξαν στάση ως προς το ζήτημα αυτό.

Έτσι, η ΝΔ παραλίγο να οδηγήσει σε απώλεια του δεύτερου προγράμματος εξαιτίας της στάσης της και της εμμονής της να μην γίνουν περικοπές στις επικουρικές συντάξεις. Στάση, που άλλαξε αμέσως μετά τις εκλογές του 2012 και προχώρησε σε περικοπή των επικουρικών συντάξεων.

Ανάλογη στάση τηρούσε και τηρεί και ο ΣΥΡΙΖΑ που υπερασπίζεται την άποψη για επιστροφή στο ασφαλιστικό σύστημα όπως αυτό λειτουργούσε μέχρι το 2009.

Ένα συνταξιοδοτικό σύστημα που ήταν άδικο, αφού το δικαίωμα στη σύνταξη δεν το καθόριζαν διαφανείς και ενιαίοι κανόνες για όλους τους εργαζόμενους, αλλά αδιαφανείς κανόνες, αποτέλεσμα συναλλαγών μεταξύ κομμάτων και εργαζομένων στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων.

Άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων του ΙΚΑ και άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων της ΔΕΗ και του ΟΤΕ η του ΟΓΑ.

Άλλη η κατά συνταξιούχο ενίσχυση από τον προϋπολογισμό στο ΙΚΑ και άλλη στον συνταξιούχο των άλλων Ταμείων.

Δεν ήταν όμως μόνο άδικο το σύστημα, ήταν και σαθρό, αφού δεν υπήρχαν έλεγχοι για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά του.

Όσοι λοιπόν υποστηρίζουν επιστροφή στην κανονικότητα του 2009 υποστηρίζουν και την επιστροφή στην συνταξιοδοτική ανισότητα και την αδιαφάνεια του συστήματος;

Σύμφωνα με έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής για τη Γήρανση στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι μεταρρυθμίσεις στο ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα που έχουν εφαρμοστεί κατά την τελευταία πενταετία θα οδηγήσουν μακροπρόθεσμα σε μια μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες.

Oι συνταξιοδοτικές δαπάνες έφτασαν το 2013 στο 16,2% του ΑΕΠ, το μεγαλύτερο ποσοστό μεταξύ των 28 κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι παρεμβάσεις που έχουν γίνει στο ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα από τον Ιούλιο του 2010 έως σήμερα, οι οποίες αφορούν τόσο το ύψος των συντάξεων όσο και τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, αναμένεται να οδηγήσουν σε μια μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών στο 14,1% του ΑΕΠ το 2040.

Παρά τη σημαντική μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών ως % του ΑΕΠ που προβλέπεται, οι δαπάνες για τις συντάξεις στην Ελλάδα αναμένεται να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μ.ο..

Οι ελληνικές συνταξιοδοτικές δαπάνες εκτιμώνται στο 14,1% του ΑΕΠ για το 2040 έναντι 11,7% του ΑΕΠ για την ΕΕ-28 και στο 14,3% το 2060 έναντι 11,2% του ΑΕΠ για την ΕΕ-28.

Η έκθεση επισημαίνει ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών που αναμένεται να σημειώσει σημαντική πτώση του πληθυσμού της κατά περίπου 23% μέχρι το 2060.

Για το σύνολο της ΕΕ-28 προβλέπεται αύξηση κατά περίπου 3,0% και για την Ευρωζώνη αύξηση κατά 2,0% για τον ίδιο χρονικό ορίζοντα.

Ταυτόχρονα, προβλέπεται σημαντική αύξηση του προσδόκιμου ζωής στην Ελλάδα. Οι ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών εκτιμάται ότι θα αυξηθούν από το 20% περίπου του συνολικού πληθυσμού της χώρας το 2013 στο 30% το 2040 και στο 33% το 2060.

Τίθεται το ερώτημα, αν το σύστημα έχει βραχυχρόνια προβλήματα;

Η απάντηση είναι, ναι έχει.

Που οφείλονται, σε συγκυριακούς παράγοντες.

Η ανεργία είναι της τάξης του 1,3 εκ και οι μισθοί έχουν μειωθεί. Επομένως οι εισφορές είναι μειωμένες.

Η οικονομία είναι σε ύφεση από το 2008 και πολλές επιχειρήσεις κλείνουν ή αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας. Αυξάνονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τα ταμεία.

Όταν δεν υπάρχει βεβαιότητα σχετικά με το μέλλον και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων, πολλοί προσφεύγουν στη σύνταξη και αυξήθηκαν οι υποχρεώσεις του συστήματος.

Η απάντηση σε αυτά τα συγκυριακά προβλήματα είναι η επιστροφή στη βιώσιμη ανάπτυξη και στην πλήρη απασχόληση και η συνέχεια όσων διαρθρωτικών αλλαγών οδηγούν σε περαιτέρω βελτίωση στη λειτουργία του ασφαλιστικού συστήματος.

Για αυτό θεωρώ, ότι η χώρα πρέπει να θέσει ως προτεραιότητα, όχι μόνο την επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης ώστε να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας και να αυξηθούν τα εισοδήματα και επομένως οι πόροι του συστήματος, αλλά πρέπει να επικεντρωθεί στην αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου.

Στον τομέα αυτό η πρόοδος είναι περιορισμένη και αυτό υπονομεύει τις θυσίες των πολιτών και ιδιαίτερα των νέων που προσδοκούν ότι η χώρα στην οποία γεννήθηκαν θα τους προσφέρει τις ευκαιρίες που δικαιούνται.

Ο κίνδυνος που διατρέχουμε ως χώρα είναι, στη συνείδηση των πολιτών οι μεταρρυθμίσεις να ταυτιστούν με επιλογές, οι οποίες δεν προάγουν τη θέση των περισσοτέρων πολιτών.

Ειδικά αυτών που έχουν προοπτική δημιουργίας νέου πλούτου και αυτών που έχουν ανάγκη στήριξης.

Αντίθετα, διασφαλίζουν τις θέσεις και συμφέροντα μικρών ομάδων με ισχυρή εκπροσώπηση στο πολιτικό σύστημα στο όνομα άλλοτε «προοδευτικών» και άλλοτε «φιλολαϊκών» κατά βάθος όμως μόνο συντεχνιακών πολιτικών.

Αυτό υπονομεύει τη θεμελίωση της κοινωνικής συμμαχίας «παραγωγών» και «οικονομικά ασθενέστερων» που πρέπει να επιδιώξουν οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού.

Ώστε με δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις να επιτύχουν την εκ νέου θέσμιση της πολιτείας, την ανασυγκρότηση της οικονομίας για να γίνει βιώσιμη, να δημιουργεί θέσεις εργασίας, εισοδήματα και πόρους που θα χρηματοδοτούν την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών για τη στήριξη των οικονομικά ασθενέστερων.

Η επόμενη ημέρα –εννοώ μετά την υπογραφή μιας συμφωνίας- δεν θα είναι εύκολη ούτε για την κυβέρνηση ούτε για τη χώρα και τους πολίτες.

Όμως έχουμε ακόμα τη δυνατότητα να διορθώσουμε τα πράγματα.

Να εργαστούμε για να φτιάξουμε την Ελλάδα από την αρχή.

Για τις δυνάμεις του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού που βρέθηκαν μόνες τους στο επίκεντρο της προσπάθειας για να αντιμετωπιστεί η κρίση αποτελεί προτεραιότητα η ανασύνταξη του χώρου και η χάραξη ενός οδικού χάρτη για την προοδευτική ανασυγκρότηση της χώρας.

Το ΚΙΝΗΜΑ Δημοκρατών Σοσιαλιστών πρέπει και μπορεί να είναι ο καταλύτης για την ενότητα των δυνάμεων του δημοκρατικού σοσιαλισμού, καθώς διαμορφώνεται η νέα αρχιτεκτονική του πολιτικού συστήματος.

Σεχταριστές δεν είμαστε ποτέ και ούτε θα γίνουμε.

Το ΚΙΝΗΜΑ δεν δημιουργήθηκε για να μείνει μικρό.

Επομένως στο ερώτημα της ενότητας των δυνάμεων του χώρου απαντάμε θετικά αλλά πάντα με βάση αρχές, αξίες, ιδανικά, πολιτικές. Χωρίς συνεννοήσεις παραγόντων κρυφά και κάτω από το τραπέζι.

Στον διάλογο για να επιτευχθεί αυτή η ενότητα χωράνε όλοι όσοι ανταποκρίνονται σε αυτά τα δεδομένα.

Και χωράνε όλοι οι σύντροφοί μας, όχι μόνο από το ΠΑΣΟΚ, αλλά και τη ΔΗΜΑΡ, το ΠΟΤΑΜΙ αλλά και τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι ψηφοφόροι του από τον χώρο μας προέρχονται στη μεγάλη τους πλειοψηφία.

Αφορά όσους δεν βάζουν το κάρο της δήθεν ενότητας που στηρίζεται σε συμφωνίες παραγόντων και σε διαπραγμάτευση καρεκλών, μπροστά από το άλογο της πραγματικής ενότητας που μεριμνά και μόνον για την προάσπιση των συμφερόντων του Ελληνικού λαού και της χώρας.

Σε αυτή την κατεύθυνση συστρατευόμαστε για να εργαστούμε για μια γρήγορη έξοδο της χώρας από την κρίση που θα μας επιτρέψει να εξασφαλίσουμε τις προϋποθέσεις για μια βιώσιμη ανάπτυξη και στήριξη αυτών που θίχτηκαν περισσότερο κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Συνέντευξη Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα FREE SUNDAY και στη δημοσιογράφο Αγγελική Σπανού, στις 03 Μαΐου 2015

-Ποιο σενάριο θεωρείτε επικρατέστερο; Ρήξη, συμφωνία ή/και εκλογές;

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν έχει εντολή για ρήξη δηλαδή έξοδο από τη ευρωζώνη, ή χρεοκοπία εντός της ευρωζώνης που μαθηματικά θα μας οδηγήσει στο τέλος και εκτός Ευρώπης. Δεν έχει εντολή να μας γυρίσει δεκαετίες πίσω. Η εντολή της είναι για επίτευξη συμφωνίας η οποία θα βοηθήσει τη χώρα να βγει από την επταετή ύφεση, να στηρίζεται πλέον στις δικές της δυνάμεις ώστε να βγει στις αγορές.

-Διαπραγμάτευση για πρώτη φορά που λέει ο ΣΥΡΙΖΑ ή χάσιμο χρόνου σε βάρος της οικονομίας που λέει η αντιπολίτευση;

Διαπραγμάτευση σκληρή και μάλιστα σε πολύ πιο αντίξοες συνθήκες έκανε και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου προκειμένου να πεισθεί η Ευρώπη να δημιουργήσει το μηχανισμό στήριξης.

Να υπενθυμίσω ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009 ήταν 36 δις και η χώρα ήταν παντελώς αναξιόπιστη λόγω των πλαστών στατιστικών στοιχείων μέχρι το 2009, όπως επιβεβαίωσε η Έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Παρά τις αντίξοες συνθήκες, η τότε κυβέρνηση πέτυχε δάνεια ύψους 240 δις ευρώ και τη μεγαλύτερη διαγραφή χρέους που έγινε ποτέ. Όποιος πιστεύει ότι αυτά έγιναν χωρίς σκληρές διαπραγματεύσεις ζει σε άλλο κόσμο.

Σήμερα, οι συνθήκες διαπραγμάτευσης είναι ασύγκριτα πιο ευνοϊκές, οπότε είναι ακατανόητη η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να τις εμφανίσει ως τιτάνια προσπάθεια.

Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις αυτές είναι εξίσου κρίσιμες για τους πολίτες γιατί όσο διατηρείται και ενισχύεται η αβεβαιότητα και η έλλειψη ρευστότητας στην οικονομία τόσο απομακρύνεται η έξοδος από την κρίση. Η αβεβαιότητα και η περιορισμένη ρευστότητα από την αρχή αυτής της κρίσης ήταν τα πιο υφεσιακά μέτρα που έπληξαν την οικονομία.

-Πώς προδιαγράφεται το μέλλον μας; Κάπως σαν σύρσιμο μέσα στο ευρώ;

Η Ελλάδα ολοκλήρωσε την προσαρμογή μηδενίζοντας τα μεγάλα δίδυμα ελλείμματα που την οδήγησαν σε αδυναμία δανεισμού από τις αγορές. Τώρα ήρθε η ώρα και για την Ελλάδα να επωφεληθεί από τα χαμηλά επιτόκια και τα άφθονα κεφάλαια τα οποία υπάρχουν ως αποτέλεσμα της πολιτικής ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.

Αυτό προϋποθέτει μια συμφωνία με τους θεσμικούς δανειστές η οποία θα οδηγήσει την Ελλάδα σε τροχιά εξόδου στις αγορές. Δεν τελειώνεις με τα Μνημόνια σκίζοντάς τα ή καταργώντας τα με ένα άρθρο, αλλά όταν πετυχαίνεις να δανείζεσαι από τις αγορές.

-Δεν έχει δίκιο να πει κανείς ότι μετά από πέντε χρόνια αδιέξοδης λιτότητας δεν γινόταν παρά να συμβεί ένα άγριο ξέσπασμα;

Η δημοσιονομική προσαρμογή που ακολούθησε η Ελλάδα ήταν πολύ βίαιη εξαιτίας του πρωτοφανούς δημοσιονομικού εκτροχιασμού ειδικά της διετίας 2007-2009.

Ωστόσο, δεν ήταν γραπτό η κρίση να διαρκέσει τόσα πολλά χρόνια. Αναζητήστε τα αίτια στην έλλειψη συναίνεσης και την πολιτική αστάθεια στη χώρα. Πόσες κυβερνήσεις αλλάξαμε από την αρχή της κρίσης; Και συγκρίνετε με ό,τι συνέβη στις άλλες χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα μετά από εμάς και έχουν ήδη βγει από αυτό ή ετοιμάζονται να βγουν.

Έχουμε ποτέ αναλογιστεί πόση λιτότητα προκάλεσαν η έλλειψη συναίνεσης και η πολιτική αστάθεια;

-Προφανώς και είναι κουρασμένοι οι εταίροι μας από τον ελληνικό μπελά. Αλλά και ο ελληνικός λαός δεν έχει εξουθενωθεί; Πώς ξεπερνιέται αυτή η διπλή κόπωση;

Η κρίση προκαλεί πόνο και κόπωση. Όμως, την κόπωση την ενέτεινε η πολιτική αστάθεια, η οποία καλλιεργήθηκε από συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις που αποφάσισαν να μετατρέψουν την μεγαλύτερη κρίση της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες σε εργαλείο αποκόμισης κομματικών κερδών. Κτίστηκαν πολιτικές καριέρες πάνω στην κρίση, στην πραγματικότητα πάνω στις πλάτες τους Ελληνικού Λαού που το πλήρωσε με την παράταση της κρίσης και της ύφεσης. Αν  η Ελλάδα είχε καταφέρει να διασφαλίσει στοιχειώδεις συναινέσεις από το ξέσπασμα της κρίσης ως προς τα αίτια που μας οδήγησαν σε αυτό το σημείο και οι πολιτικές δυνάμεις συμφωνούσαν σε ένα ελάχιστο πλαίσιο αλλαγών στο κράτος και την οικονομία για να ανασυνταχθεί η χώρα τώρα θα ήμασταν στη θέση της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας.

Όμως ακόμη και τώρα η επίτευξη συναινέσεων είναι απαραίτητη ώστε να δοθεί ένα τέλος στην πολύχρονη κρίση και να ανακτήσουμε τη θέση μας μεταξύ των υπολοίπων χωρών της Ευρώπης.

-Συμφωνείτε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει μόνο από τον εαυτό του αφού δεν έχει ισχυρό αντίπαλο;

Ο ΣΥΡΙΖΑ σε πολλά θυμίζει το μάγμα του ηφαιστείου. Σε μικρό χρονικό διάστημα κατάφερε να συσπειρώσει κοινωνικές δυνάμεις με διαφορετικές αφετηρίες και διαφορετικές προσδοκίες ως προς το τι πρέπει να γίνει και που πρέπει να πάμε.

Πολλές από αυτές τις στοχεύσεις δεν είναι συμβατές μεταξύ τους. Δεν μπορεί να είσαι υπέρ της παραμονής στο ευρώ και κατά. Δεν μπορεί να είσαι υπέρ της εξεύρεσης μιας αμοιβαία επωφελούς λύσης αλλά και υπέρ της ρήξης.

Τώρα, η κυβέρνηση δυσκολεύεται να πάρει πρωτοβουλίες σε πολλά ζητήματα και αδρανεί εξαιτίας αυτής της αντίθεσης στο εσωτερικό του, αλλά και της πρόσκρουσης με τη σκληρή πραγματικότητα που διαψεύδει τους μύθους που τόσα χρόνια καλλιέργησαν.

-Πώς εξηγείται αυτό, να μειώνεται η στήριξη στον ΣΥΡΙΖΑ, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, αλλά να παραμένει τεράστιο το προβάδισμά του έναντι όλων των κομμάτων;

Η εντολή προς το ΣΥΡΙΖΑ είναι νωπή και θα ήταν παράλογο σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα να υπάρχει αποστασιοποίηση των ψηφοφόρων από την επιλογή τους.

Τώρα σε ότι αφορά το προβάδισμα του έναντι της αντιπολίτευσης αυτό είναι  λογική εξέλιξη αφού η Κυβέρνηση Σαμαρά μετά τις ευρωεκλογές προσχώρησε σε μια συριζοποίηση του πολιτικού της λόγου και των προτάσεων της. Θυμήθηκε δηλαδή τον αντιπολιτευτικό της λόγο των Ζαππείων της διετίας 2010-2011. Είναι φυσικό για τους πολίτες όταν υπάρχουν παρεμφερείς προσεγγίσεις να επιλέγουν το πρωτότυπο και όχι τις απομιμήσεις.

 -Βλέπετε κάποια διέξοδο; Μπορούμε να πάμε καλά ή καλύτερα;

Πεποίθησή και ευχή μου είναι η ότι κυβέρνηση θα προχωρήσει σε συμφωνία με τους θεσμικούς δανειστές. Από τις πρωτοβουλίες που θα πάρει για την πραγματοποίηση αλλαγών στον τρόπο λειτουργίας του κράτους και της οικονομίας θα εξαρτηθεί αν θα πάμε καλά ή καλύτερα ή αν θα βρεθούμε ξανά αντιμέτωποι με τα ίδια αδιέξοδα που παράγουν ιδεοληψίες που κυριάρχησαν ως εναλλακτική πρόταση τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, αντί θετικών μεταρρυθμίσεων που οδηγούν σε σύγκλιση με τις προηγμένες χώρες ,τα πρώτα δείγματα γραφής είναι μάλλον προς την αντίθετη κατεύθυνση.

-Για τα σενάρια δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού μετώπου, με τη συνεργασία ΝΔ-Ποταμιού-ΠΑΣΟΚ, τι λέτε; Παρόλο που δεν φαίνεται να αποδίδουν οι σχετικές διεργασίες…

Την τελευταία πενταετία ανατράπηκε η αρχιτεκτονική του πολιτικού συστήματος της μεταπολίτευσης χωρίς να έχει διαμορφωθεί η νέα αρχιτεκτονική. Σίγουρα για κάποιο διάστημα ακόμη η χώρα θα βρίσκεται με πολυκομματικές κυβερνήσεις. Αν λοιπόν τα τρία κόμματα θέλουν να έχουν μια κοινή πορεία αυτό είναι δικό τους θέμα.

Εξακολουθώ να πιστεύω στη διάκριση αριστεράς δεξιάς και δεν μπορώ να δεχθώ ότι αυτή μπορεί να αναστέλλεται προσωρινά έναντι του στόχου για μια Ευρωπαϊκή πορεία.

Γιατί πολλοί μπορεί να υποστηρίζουμε μια πορεία στην Ευρώπη αλλά έχουμε διαφορετικά οράματα για την Ευρώπη.

Η Ευρώπη που οραματίζονται οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού ειδικά μετά την τελευταία κρίση είναι η Ευρώπη της αλληλεγγύης, της καταπολέμησης των κοινωνικών ανισοτήτων, της αναδιανεμητικής πολιτικής, είναι η Ευρώπη που προτάσσει την πολιτική έναντι των αγορών.

Αυτή η Ευρώπη είναι μακριά από την Ευρώπη που οραματίζονται οι υπέρμαχοι του οικονομικού φιλελευθερισμού και της ασυδοσίας των αγορών.

Αν λοιπόν οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού\Σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη θέλουν να αποκαταστήσουν τη σχέση τους με κοινωνικά στρώματα που εκπροσωπούσαν χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουν τις θέσεις τους και το ιδεολογικό τους στίγμα.

Έτσι, θα ξεκινήσουν μια νέα πορεία που θα τις επιτρέψει να κτίσουν νέες πλειοψηφικές κοινωνικές συμμαχίες και να επανέλθουν στο προσκήνιο της πολιτικής ως πρωταγωνιστές μεγάλων και προοδευτικών αλλαγών.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της Κυριακής, 26 Απριλίου 2015

Από το ξεκίνημα της ΟΝΕ ένα ερώτημα που τίθεται είναι αν η δημιουργία της και η συμμετοχή μιας χώρας σε αυτή είναι δρόμος χωρίς επιστροφή. Έχουν μεσολαβήσει 16 χρόνια από την έναρξη λειτουργίας της και το ερώτημα παραμένει επίκαιρο. Σήμερα, για πολλούς κυρίως αγγλοσαξωνικής προέλευσης, η απάντηση φαίνεται να συναρτάται με την πορεία και τις αποφάσεις της Ελλάδας σε ότι αφορά τη συμμετοχή της.

Στη δεκαετία του 1990 κυριαρχούσε η άποψη ότι η ΟΝΕ θα λειτουργούσε ως προθάλαμος της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης. Έτσι, υποστηρίχτηκε ότι η ΟΝΕ είναι μη αναστρέψιμη και η συμμετοχή μιας χώρας αμετάκλητη στο βαθμό που η δημιουργία της ήταν μια πολιτική απόφαση.

Η άποψη αυτή δοκιμάζεται σήμερα, κυρίως στη χώρα μας, καθώς γίνεται κατανοητό ότι η πολιτική επιλογή υπεράσπισης της συμμετοχής στην ΟΝΕ εξαρτάται μεταξύ άλλων από τη βούληση και την δυνατότητα της κυβέρνησης να θέσει, σε σχέση με άλλους οικονομικούς στόχους, τη συμμετοχή στην ΟΝΕ ως προτεραιότητα.

Αυτό συμβαίνει γιατί η προσαρμογή που όφειλε να κάνει η χώρα για να συμμετάσχει στην ΟΝΕ υπήρξε ημιτελής. Η αδυναμία όμως αυτή, επειδή και μετά την ένταξη στην ΟΝΕ δεν έγιναν οι αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές, είχε ως συνέπεια η χώρα να βρεθεί αντιμέτωπη με τεράστιες ανισορροπίες. Έτσι,  μετά το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης οι ανισορροπίες αυτές την οδήγησαν εκτός αγορών και στον αναγκαστικό δανεισμό προκειμένου να βρει χρόνο και να προχωρήσει σε αναγκαίες αλλαγές.

Στο βαθμό λοιπόν που η αποκατάσταση των οικονομικών ανισορροπιών ενέχει μεγάλο οικονομικό και κοινωνικό κόστος είναι δυσκολότερο για μια κυβέρνηση να προτάξει τη συμμετοχή στην ΟΝΕ έναντι του στόχου για πλήρη απασχόληση.

Σήμερα στην Ελλάδα ενισχύονται δυνάμεις που υπερασπίζονται ως αναγκαιότητα την έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη. Μόνο έτσι, υποστηρίζουν οι δυνάμεις αυτές, θα μπορέσει η χώρα να επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας.

Η άποψη αυτή παραγνωρίζει ότι η όποια χρησιμότητα της απομειώθηκε από τη στιγμή που η Ελλάδα ολοκλήρωσε τη οικονομική προσαρμογή. Σήμερα, έχει πρωτογενή πλεονάσματα και αποκατέστησε σε μεγάλο βαθμό την ανταγωνιστικότητα κόστους που έχασε από τη ημέρα συμμετοχής της στην ΟΝΕ εξαιτίας του υψηλότερου πληθωρισμού που είχε έναντι των άλλων χωρών της ευρωζώνης. Το κόστος εργασίας έχει μειωθεί και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών έχει ισοσκελιστεί.

Οι διαρθρωτικές αλλαγές που είναι αναγκαίες για να αλλάξει το παραγωγικό πρότυπο της χώρας το οποίο είναι μη ανταγωνιστικό παραμένουν οι ίδιες ανεξάρτητα από το νόμισμα της χώρας.

Αν λοιπόν η άποψη αυτή είχε ποτέ κάποια αξία, τότε η Ελλάδα θα έπρεπε να αποχωρήσει από την ΟΝΕ με το ξέσπασμα της κρίσης για να αποφύγει την απότομη προσαρμογή και μέρος του κόστος της μέσω μιας υποτίμησης του νέου νομίσματος.

Η εισαγωγή εθνικού νομίσματος δεν απαλλάσσει ούτε κάνει απαραίτητα ηπιότερα τα προγράμματα προσαρμογής όπως γνωρίζουμε από σταθεροποιητικά προγράμματα της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Επίσης, γνωρίζουμε ότι το κόστος της υποτίμησης το πληρώνουν τελικά οι οικονομικά ασθενέστεροι που δεν μπορούν να προστατευθούν από τις συνέπειες της. Επιπρόσθετα η εξυπηρέτηση του δημοσίου και ιδιωτικού χρέους που θα είναι σε ευρώ θα γίνει ακόμη δυσκολότερη.

Από τη στιγμή που η απόφαση αυτή δεν ελήφθη το 2010 και δεν μπορούσε να ληφθεί γιατί το οικονομικό κόστος αλλά και οι ευρύτερες γεωπολιτικές συνέπειες θα ήταν εξίσου μεγάλες, σήμερα η μόνη επιλογή που έχει η Ελλάδα είναι να επωφεληθεί όπως οι υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης από τα οφέλη που προσκομίζει η συμμετοχή στην ΟΝΕ. Αυτά είναι το χαμηλό κόστος κεφαλαίου και η ελεύθερη είσοδος κεφαλαίων για επενδύσεις. Αναγκαίες προϋποθέσεις για επιστροφή σε βιώσιμη ανάπτυξη και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Με αυτό το κριτήριο, η απειλή για Grexit ή το κόστος του αν συμβεί εκτιμάται ότι είναι πολύ μεγάλο αφού παρατείνει την ύφεση και την ψηλή ανεργία. Επιπρόσθετα, επιβαρύνει ακόμη περισσότερο όσους θίχτηκαν από την κρίση. Αυτή την εκτίμηση ενσωματώνουν οι αποδόσεις των ομολόγων διετίας και τριετίας.

Μέχρι σήμερα οι αποφάσεις της Ευρώπης είτε αυτές αφορούν την ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας της είτε τη στήριξη χωρών που στερήθηκαν την πρόσβαση στις αγορές δικαιώνουν αυτούς που έλεγαν ότι η ΟΝΕ είναι πρώτιστα πολιτικό εγχείρημα και δευτερευόντως οικονομικό. Η Ευρώπη έκανε με καθυστέρηση βέβαια και θα συνεχίσει να κάνει τις αναγκαίες κινήσεις προκειμένου να μην αμφισβητηθεί η αξιοπιστία της ΟΝΕ.

Αυτό θα είναι τελικά το κέρδος για την χώρα μας η οποία επιχειρεί να ξεφύγει από μια πολύχρονη ύφεση και υψηλή ανεργία αλλά και για την Ευρώπη η οποία καλείται να κάνει βήματα που θα την κάνουν πιο ισχυρή και πιο ανθεκτική σε μελλοντικές κρίσεις.