Αρθογραφία - Συνεντεύξεις

Ομιλία στην εκδήλωση του Πολιτικού Εργαστηρίου «Σοσιαλισμός και Φιλελευθερισμός» 20 Ιουνίου 2017 Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων

Το θέμα της σημερινής μας συζήτησης παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον όχι μόνο γιατί ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός επανήλθε στην τρέχουσα πολιτική συζήτηση ως μια από τις προτάσεις για την ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας αλλά και για το λόγο ότι η σχέση Σοσιαλισμού και Φιλελευθερισμού χαρακτηρίζεται από μια ιδιαιτερότητα.

Η απάντηση στο ερώτημα για τη σχέση Σοσιαλισμού και Φιλελευθερισμού εξαρτάται σημαντικά από τον χρόνο στον οποίο τίθεται το ερώτημα αλλά και τον τόπο στον οποίο διεξάγεται η συζήτηση. Έτσι θεωρώ, ότι δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι στην ερώτηση αυτή μπορούν να δοθούν και δόθηκαν διαχρονικά διαμετρικά αντίθετες απαντήσεις.

Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και μέχρι την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, η Σοσιαλδημοκρατία έχει υιοθετήσει την ατζέντα του Φιλελευθερισμού σε ότι αφορά την κοινοβουλευτική δημοκρατία και τα δικαιώματα των πολιτών. Ωστόσο, η υιοθέτηση του Πολιτικού Φιλελευθερισμού έχει εν μέρει εργαλειακό χαρακτήρα, διότι θεωρείται το καλύτερο πολιτικό σύστημα για την προώθηση των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Η πλήρης υιοθέτηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ως αξίας θα γίνει σταδιακά, στις δεκαετίες του 1920 και 1930.

Σε ότι αφορά τις οικονομικές θέσεις του Φιλελευθερισμού για όσο διάστημα οι Σοσιαλιστές δεν έχουν ακόμη μια πλήρη και επεξεργασμένη πρόταση για την άσκηση οικονομικής πολιτικής πέρα από τα κείμενα του Μαρξ και την εκτίμηση του για την αναπόδραστη κατάρρευση του καπιταλισμού υπάρχει μια αντιθετική σχέση.

Όπως λέει ο Ιταλός Σοσιαλιστής Κάρλο Ροσέλι («Φιλελεύθερος Σοσιαλισμός», Εκδόσεις Πόλις 2013) «ο σοσιαλισμός γεννήθηκε ως αντίδραση στον –κυρίως οικονομικό – Φιλελευθερισμό που χαρακτήριζε τη σκέψη της αστικής τάξης στις αρχές του 19ου αιώνα».

Οι Σοσιαλδημοκράτες καλούνται να πάρουν πιο συγκεκριμένη θέση σε θέματα οικονομικής πολιτικής μετά το ξέσπασμα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου καθώς αρχίζουν να συμμετέχουν σε κυβερνήσεις της περιόδου.

Το Laissez-faire του 19ου αιώνα δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες για τη διεξαγωγή του πολέμου. Έτσι, για πρώτη φορά το κράτος παρεμβαίνει στη λειτουργία των αγορών. Είναι η περίοδος που θεσπίζονται και εφαρμόζονται προοδευτικά φορολογικά συστήματα για τη χρηματοδότηση των πολεμικών δαπανών ενώ γίνονται οι πρώτες εθνικοποιήσεις επιχειρήσεων. Ο πόλεμος αυτός νομιμοποιεί στην πολιτική σοσιαλιστικές ιδέες όπως τα προοδευτικά φορολογικά συστήματα ή η εθνικοποίηση των επιχειρήσεων.

Η σχέση αντιπαλότητας μεταξύ Σοσιαλισμού και Φιλελευθερισμού γίνεται πιο έντονη στη δεκαετία του 1920 και κορυφώνεται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930 κυρίως ως αποτέλεσμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας του Φιλελευθερισμού να δώσει ουσιαστική απάντηση στις συνέπειες του οικονομικού κραχ του 1929.

Για τον Ροσέλι: «το σοσιαλιστικό κίνημα είναι ο αληθινός κληρονόμος του φιλελευθερισμού, ο φορέας αυτής της δυναμικής αντίληψης για την ελευθερία που πραγματοποιείται στη δραματική κίνηση της ιστορίας. Φιλελευθερισμός και σοσιαλισμός αντί να έρχονται σε σύγκρουση, μια ανούσια αντιπαράθεση, συνδέονται με στενούς δεσμούς. Ο φιλελευθερισμός είναι η ιδεατή δύναμη που εμπνέει, ο σοσιαλισμός η πρακτική δύναμη που υλοποιεί».

Είναι προφανές από τα γραφόμενα του ότι στα τέλη της δεκαετίας του 1920, την εποχή που ο Ροσέλι αντιμάχονταν τον Φασισμό και τον Μαρξισμό, η αυτονόητη σχέση ήταν αυτή της αντιπαλότητας. Ο Ροσέλι εκφράζει ένα ιδιαίτερο ρεύμα στις τάξεις των Σοσιαλιστών που αναδείχτηκε κυρίως στην Ιταλία και τη Γαλλία στη δεκαετία του 1920 χωρίς όμως να γίνει κυρίαρχο.

Είναι η περίοδος που σε όλη την Ευρώπη με εξαίρεση ίσως την Αγγλία η σχέση σοσιαλδημοκρατίας και φιλελευθερισμού προσλαμβάνονταν ως σχέση αντιπαλότητας. Η Σέρι Μπέρμαν στο βιβλίο της «Το Πρωτείο της Πολιτικής» περιγράφει τη σχέση αυτή ως εξής: « ..η σοσιαλδημοκρατία …δεν αποτελεί κάποιου είδους συμβιβασμό ανάμεσα στον μαρξισμό και τον φιλελευθερισμό… Η σοσιαλδημοκρατία αντιπροσώπευε μια πλήρως επεξεργασμένη πρόταση τόσο έναντι του μαρξισμού όσο και έναντι του φιλελευθερισμού, μια πρόταση που την χαρακτήριζε η βαθιά και ακλόνητη προσήλωση στην πρωτοκαθεδρία της πολιτικής έναντι της οικονομίας και στον κοινοτισμό».

Η σοσιαλδημοκρατία όμως στο πέρασμα του χρόνου αλλάζει. Από τη σοσιαλδημοκρατία του Μπερνσταιν μέχρι αυτή του Μπραντ, ή του Σρέντερ ή ακόμη και του Γκάμπριελ η απόσταση είναι τεράστια.

Αυτή η σχέση αντιπαλότητας συντηρείται για πολλά χρόνια μέχρι και την αναβίωση των ιδεών του νεοφιλελευθερισμού που κυριαρχούν στις δεκαετίες 1970-1990. Η πρόσφατη διεθνής χρηματοοικονομική κρίση έθεσε υπό αμφισβήτηση την κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων ιδεών. Λίγα μόλις χρόνια μετά την εκτίμηση του Φουκογιάμα στο έργο του «Το Τέλος της Ιστορίας» ότι αυτές πλέον δεν θα αμφισβητηθούν από κανένα, η κρίση αυτή δικαίωσε την επιφυλακτική στάση αρκετών σοσιαλδημοκρατών που δεν υιοθέτησαν τις προτροπές του Τρίτου Δρόμου.

Η άκριτη προσχώρηση τμημάτων της σοσιαλδημοκρατίας στην άποψη για πλήρη απελευθέρωση των αγορών και περιορισμό του ρόλου του κράτους, τα χρόνια στα οποία εκδηλώθηκε η νέα φάση της παγκοσμιοποίησης, οδήγησε σε ουσιαστική αλλαγή της ταυτότητας της γεγονός που εξηγεί την προσέγγιση της με τον νεοφιλελευθερισμό.

Έτσι, από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 γίνεται ξανά συζήτηση για τον «φιλελεύθερο σοσιαλισμό». Σε αυτή τη φάση η νοηματοδότηση του σοσιαλισμού απέχει πολύ από τις κλασικές του θέσεις. Για παράδειγμα σοσιαλιστικά κόμματα σε πολλές χώρες δεν θεωρούν προτεραιότητά τους την υπεράσπιση του κόσμου της εργασίας, την παρέμβαση του κράτους στην οικονομία και την κοινωνική πρόνοια, απαρνιούνται μια πολιτική αλληλεγγύης που θα αποβλέπει στην προστασία των ατόμων, μια ευρεία αναδιανομή του πλούτου, ή την ανάγκη εξανθρωπισμού του καπιταλισμού κ.λπ.

Από πολιτική άποψη η όσμωση της σοσιαλδημοκρατίας με τον νεοφιλελευθερισμό δεν την βοήθησε εκλογικά. Ο Γερ. Μοσχονάς σε συνέντευξη του της 6ης Ιουνίου στην Εποχή αναφέρει τα εξής για τις εκλογικές επιδόσεις της σοσιαλδημοκρατίας: “Στις 13 δυτικοευρωπαϊκές χώρες που μετράω (εκτός Ελλάδας, Ισπανίας, Πορτογαλίας), η σοσιαλδημοκρατία σήμερα κατά μέσον όρο καταγράφει απώλειες περίπου 33% με 34% σε σχέση με το ποσοστό που είχε στη δεκαετία του 1950. Στις δε τρεις χώρες του Νότου οι απώλειες σήμερα, σε σχέση με τις επιδόσεις της δεκαετίας του 1980, είναι της τάξης του 44,5% κατά μέσον όρο…”.

Η αποδυνάμωση της ενίσχυσε είτε τα λαϊκιστικά κόμματα της Αριστεράς που κράτησαν μια πιο επιθετική στάση απέναντι στην παγκοσμιοποίηση και στην κυριαρχία των αγορών είτε τα λαϊκιστικά κόμματα της ακροδεξιάς για τους ίδιους λόγους αλλά και επειδή επαναφέρουν στο προσκήνιο της πολιτικής έναν ξεπερασμένο εθνικισμό και προτείνουν την εκδίωξη των μεταναστών.

Σήμερα για πολλούς η σχέση Σοσιαλδημοκρατίας και Πολιτικού Φιλελευθερισμού είναι αυτονόητη. Όμως η σοσιαλδημοκρατία -αν και όχι σε όλες τις εκδοχές της- κρατά μια στάση αντιπαλότητας απέναντι στον οικονομικό φιλελευθερισμό και στο πρόταγμα του για ελεύθερες και ανεξέλεγκτες αγορές.

Οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία οδηγούν σε ανανέωση του ενδιαφέροντος για τη σχέση αυτή και ο όρος σοσιαλφιλελευθερισμός χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις ιδέες της πολιτικής πλατφόρμας του νικητή των Προεδρικών εκλογών της Γαλλίας. Είναι δύσκολο να προδικάσει κανείς τι ακριβώς περιεχόμενο θα επιχειρήσει να προσδώσει ο Μακρόν στο Φιλελεύθερο Σοσιαλισμό. Είναι όμως σίγουρο, ότι θα απέχει πολύ από αυτό του Ροσέλι καθώς η πολιτική του πρόταση είναι πιο κοντά σε αυτή του Τρίτου Δρόμου. Αυτή δηλαδή που έφερε τα Σοσιαλιστικά κόμματα πιο κοντά στο νεοφιλελευθερισμό.

Στην Βρετανία αντίθετα η ανάληψη της ηγεσίας του Εργατικού Κόμματος από τον Κόρμπιν οδήγησε σε οριστική ρήξη με τις ιδέες του Τρίτου Δρόμου. Η πολιτική του πρόταση παραπέμπει πιο πολύ στις προγραμματικές προτάσεις της Σοσιαλδημοκρατίας της χρυσής περιόδου του εθνικού Κεϋνσιανισμού που έχει εγκαταλειφθεί από όλα τα Σοσιαλιστικά κόμματα από την δεκαετία του 1990.

Για τις ανάγκες της σημερινής συζήτησης ενόψει του Συνεδρίου της Δημοκρατικής Συμπαράταξης αποκτά ιδιαίτερη σημασία να αναζητήσουμε πως προσλαμβάνουν σήμερα τα ελληνικά κόμματα του δημοκρατικού σοσιαλισμού τη σχέση σοσιαλισμού και φιλελευθερισμού.

Ανατρέχοντας στις προγραμματικές θέσεις της ΔΗΜΑΡ προκύπτει ότι, η ΔΗΜΑΡ εμπνέεται από τα ιδεώδη του πολιτικού φιλελευθερισμού και αντιτίθεται στον κρατισμό και στο πελατειακό κράτος. Αντιπαρατίθεται στο νεοφιλελευθερισμό.

Ανάλογες απόψεις θα βρει κανείς στην πρόσφατη πολιτική εισήγηση για τη ΔΗ.ΣΥ. όπου είναι εμφανής η αναγνώριση της σχέσης μεταξύ Δημοκρατικού Σοσιαλισμού και Πολιτικού Φιλελευθερισμού. Το ίδιο ισχύει και με τα πρόσφατα καταστατικά κείμενα του ΠΑΣΟΚ.

Στα κείμενα του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών υπάρχει ευθεία αναφορά στη σχέση αυτή. Στην Πολιτική Εισήγηση που εγκρίθηκε πρόσφατα στην 3η Συνδιάσκεψη αναφέρονται τα εξής:

“Το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών εκφράζει ταυτόχρονα μια δέσμη αξιών που βασίζονται στις ζωντανές παραδόσεις του ανθρωπισμού, του διαφωτισμού, του πολιτικού φιλελευθερισμού και του δημοκρατικού σοσιαλισμού».

Τέλος σε ότι αφορά τη θέση για το νεοφιλελευθερισμό αναφέρονται τα εξής:

“Συγκροτούμε μέτωπο απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό, και κυρίως, απέναντι στις παλιές και νέες ανισότητες που αυτός παράγει. Μέτωπο στη λογική ότι οι αγορές οδηγούν στα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα παραβλέποντας ότι την ώρα που παράγεται τόσος πλούτος οι ανισότητες φτάνουν σε πρωτόγνωρα επίπεδα για την σύγχρονη εποχή».

Συμπερασματικά, σε μια περίοδο ανασύνταξης του χώρου του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού στην Ελλάδα η σχέση του με τον Πολιτικό Φιλελευθερισμό είναι περισσότερο καθαρή από οποιαδήποτε άλλη φορά στην ιστορία του. Οι αναφορές στις αξίες της Ανοικτής Κοινωνίας στα κείμενα της ΔΗ.ΣΥ. και του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών δεν είναι τυχαίες και δύσκολα θα τις έβρισκε κανείς στα πολιτικά κείμενα κομμάτων του χώρου στο παρελθόν.

Σήμερα, ο Δημοκρατικός Σοσιαλισμός στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι σε αναζήτηση νέας ταυτότητας για να εκφράσει τη συμμαχία των υγιών παραγωγικών δυνάμεων που παράγουν νέο πλούτο και αυτών που πλήττονται από την παγκοσμιοποίηση.

Για να το πετύχει δεν αρκεί να περιοριστεί στο όραμα ενός «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο». Την ώρα που ο ευάλωτος στον νεοφιλελευθερισμό «Τρίτος Δρόμος» κατέρρευσε, η Σοσιαλδημοκρατία καλείται σήμερα να επιδιώξει, σε ευρωπαϊκό πλέον επίπεδο, τον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων του καπιταλισμού και την καταπολέμηση των μεγάλων ανισοτήτων.

Αυτό θα το πετύχει αν αποδεχτεί εκ νέου την ανάγκη να ηγεμονεύει ιδεολογικά «το πρωτείο της πολιτικής» και να εργαστεί για να συγκροτηθούν υπερεθνικά όργανα οικονομικής διακυβέρνησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο στη βάση κοινών αξιών. Πολλά από τα σύγχρονα προβλήματα όπως η κλιματική αλλαγή, το μεταναστευτικό, η φοροαποφυγή των μεγάλων επιχειρήσεων, έχουν παγκόσμια διάσταση. Αν η σοσιαλδημοκρατία κάνει το λάθος να αναζητήσει τη λύση στα σύγχρονα προβλήματα εντός των εθνικών ορίων θα ηττηθεί και θα χαθεί.

Η πρόκληση σήμερα είναι να συγκροτήσει το νέο συμβιβασμό αυτή τη φορά ανάμεσα στο κράτος, την αγορά, τις γιγάντιες εταιρείες που μπορούν να επηρεάσουν επ’ ωφελεία τους τις αποφάσεις του κράτους και την κοινωνία των πολιτών. Στο βαθμό που θα ανταποκριθεί σε αυτή την πρόκληση η Σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη θα ξαναγίνει δύναμη ηγεμονική στο χώρο της κεντροαριστεράς για να προωθήσει την βιώσιμη ανάπτυξη και την κοινωνική δικαιοσύνη σε συνθήκες πολιτικής ασφάλειας.

Εισήγηση στο τραπέζι για τις μεταρρυθμίσεις στην 3η Συνδιάσκεψη Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών

Έχουν συμπληρωθεί επτά χρόνια από την ημέρα που η χώρα έχασε την πρόσβαση στις αγορές και υποχρεώθηκε σε αναγκαστικό δανεισμό υπογράφοντας το πρώτο μνημόνιο.

Στόχος, η αντιμετώπιση των μακροοικονομικών ανισορροπιών, η διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η αναδιάρθρωση της οικονομίας μέσω μεταρρυθμίσεων.

Η Ελλάδα σήμερα έχει υπογράψει το τρίτο μνημόνιο και παραμένει εκτός αγορών ενώ η ύφεση και η στασιμότητα των τελευταίων εννέα χρόνων είχαν ως αποτέλεσμα να χαθεί το 26% του ΑΕΠ και να καταστραφούν κατά τη διάρκεια της κρίσης πάνω από 1 εκατομ. θέσεις εργασίας.

Οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν αναγκαία συνθήκη προκειμένου η χώρα να βγει οριστικά από την κρίση.

Μεταρρυθμίσεις σε όλα τα επίπεδα, θεσμούς, λειτουργία πολιτικού συστήματος, δικαιοσύνη, αγορά προϊόντων και υπηρεσιών, εργασιακές σχέσεις.

Στη δημόσια συζήτηση οι μεταρρυθμίσεις έχουν χρωματιστεί αρνητικά. Ταυτίζονται αποκλειστικά με περικοπές μισθών και συντάξεων ή κοινωνικών επιδομάτων, αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις σε βάρος των δικαιωμάτων των εργαζομένων, γενικά με αλλαγές που στην πράξη οδηγούν σε επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών, σε ανασφάλεια και αβεβαιότητα.

Αυτό υπήρξε το συνδυαστικό αποτέλεσμα αφενός της απουσίας ουσιαστικής συζήτησης για το πώς η χώρα οδηγήθηκε στην κρίση και αφετέρου συγκεκριμένων οργανωμένων προσπαθειών να απαξιωθεί η έννοια της μεταρρύθμισης και να χαθεί η κοινωνική στήριξη ακόμη και σε αλλαγές τις οποίες η κοινωνία είχε αποδεχτεί ότι είναι αναγκαίες.

Ακόμα και σήμερα δεν έχει συζητηθεί επαρκώς αν την κρίση την προκάλεσε η απουσία μεταρρυθμίσεων στο νέο περιβάλλον που συνδιαμόρφωναν η συμμετοχή στην ΟΝΕ και η παγκοσμιοποίηση.

Ούτε συζητήθηκε ουσιαστικά τι σήμαινε η άνοδος του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών στο 14% του ΑΕΠ το 20007. Δεν συζητήθηκε με ποια εργαλεία μια χώρα, μέλος της ευρωζώνης που δεν έχει στη διάθεσή της το εργαλείο της υποτίμησης, μπορούσε να διορθώσει την ανισορροπία αυτή.

Επιπλέον, δεν συζητήθηκε ποια είναι η στόχευση των επιμέρους μεταρρυθμίσεων. Ποιοι  ωφελούνται και ποιοι ζημιώνονται από αυτές και εάν τελικά  υπάρχει άλλος τρόπος επίλυσης των προβλημάτων χωρίς μεταρρυθμίσεις.

Πολλοί μεταξύ των οποίων και ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ Blanchard έχουν υποστηρίξει ότι η Ελλάδα δεν κατάφερε να βγει από την κρίση γιατί δεν προχώρησε στην εφαρμογή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων έγκαιρα και αποφασιστικά.

Η άποψη αυτή δεν υποστηρίζεται από τα στοιχεία του ΟΟΣΑ και άλλων οργανισμών σύμφωνα με τα οποία η Ελλάδα προχώρησε με ικανοποιητικούς ρυθμούς στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων την περίοδο 2010-2012 και στη συνέχεια μέχρι και το 2014. Σύμφωνα με τους σχετικούς δείκτες του ΟΟΣΑ την τελευταία διετία η πρόοδος στις μεταρρυθμίσεις έχει υποχωρήσει έναντι της προηγούμενης περιόδου.

Παρά την πρόοδο που έχει καταγράψει η χώρα, η ανάγκη σήμερα για να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις, που θα απελευθερώσουν τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας και θα αποδυναμώσουν μέχρι την οριστική του κατάρρευση το πελατειακό κράτος που ευθύνεται για την κρίση και κατάρρευση της οικονομίας, είναι αναγκαίες περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

Η ανάγκη για αλλαγές στη χώρα δεν αποτελεί σημερινό ζητούμενο. Ήδη από το 2009 το κεντρικό μας σύνθημα ήταν «ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε».

Οι αλλαγές που δρομολογήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια και επηρέασαν την καθημερινότητα του πολίτη δεν έγιναν ούτε εύκολα ούτε χωρίς αντιστάσεις.

Υπήρχαν οργανωμένες ομάδες αντίστασης που υπερασπιζόντουσαν τα προνόμια τους μέσω των οποίων διασφάλιζαν με αδιαφανή τρόπο προσόδους σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Η έξοδος από την κρίση και η θεμελίωση μιας Ελλάδας της ευημερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης που δίνει νέες ευκαιρίες σε όλους τους πολίτες της πρέπει να αποτελέσει την στρατηγική μας στόχευση.

Σε αυτή την προσπάθεια χρειαζόμαστε τη στήριξη της κοινωνίας.

Μέρος Α

Μέρος Β

Μέρος Γ

Όταν ο ιστορικός του μέλλοντος θελήσει να μελετήσει αυτή τη σκοτεινή περίοδο της σύγχρονης ιστορίας μας, προκειμένου να αποτιμήσει την πορεία της χώρας, θα κληθεί να απαντήσει στα εξής τρία ερωτήματα:

  1. Γιατί η πολιτική, κατά την υπό εξέταση περίοδο, απαξιώθηκε σε τέτοια έκταση; Γιατί οι πολίτες, μετά από μια τόσο παρατεταμένη και πρωτόγνωρη οικονομική και κοινωνική κρίση, δεν επεδίωξαν την ενεργό συμμετοχή τους, ώστε να συμβάλουν στην ταχεία έξοδο από την κρίση, αλλά επέλεξαν, συνειδητά, την αδράνεια και την αποχή; Είναι ενδεικτικό ότι μεταξύ των εκλογών του Μαΐου 2012 και Σεπτεμβρίου 2015 περίπου ένα εκατ. ψηφοφόροι απείχαν από το εκλογικό τους δικαίωμα. Ας δούμε, όμως, πού οδήγησαν η απάθεια και η αποχή. Χθες, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κατέθεσε στη Βουλή προς ψήφιση σχέδιο Νόμου 930 σελίδων, που περιλαμβάνει μέτρα ύψους €5 δισ. περίπου. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα μιας παρατεταμένης διαπραγμάτευσης για να πετύχει υποτίθεται η κυβέρνηση χαμηλότερο στόχο για τα πρωτογενή πλεονάσματα και μια θετική απόφαση για το χρέος χωρίς όμως να χρειαστεί να πάρει νέα μέτρα στις συντάξεις ή τη φορολογία. Τελικά δέχτηκε όλα αυτά τα νέα μέτρα χωρίς μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Παρά το τεράστιο όμως δημοσιονομικό βάρος τους δεν σημειώθηκε κάποια ουσιαστική αντίδραση. Σε ανάλογες περιπτώσεις, κατά τα έτη 2010 και 2011, αλλά και αργότερα, πλήθη συγκεντρωμένων στην πλατεία Συντάγματος ζητούσαν την απόσυρση των μέτρων και την παραίτηση των  μελών της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Φαντάζεστε τι θα συνέβαινε στην ίδια πλατεία, αν στέλεχος της Δημοκρατικής Συμπαράταξης κατέθετε το αντίστοιχο νομοσχέδιο! Ή, αν στο όνομα της αξιοποίησης της Δημόσιας περιουσίας, είχε εκχωρήσει τα περιουσιακά της στοιχεία για 99 χρόνια στο Υπερταμείο, αναθέτοντας τη διοίκησή του σε ξένους;  Ή, αν με πρωτοβουλίες της Δημοκρατικής Συμπαράταξης είχε περάσει ο έλεγχος του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και της διοίκησης των τραπεζών σε ξένους; Σήμερα, αντί για αντιπαράθεση και δημιουργικό διάλογο πάνω σε όλα αυτά τα κρίσιμα για τη χώρα και τους πολίτες θέματα, κερδίζουν η απάθεια, η απαισιοδοξία, η μελαγχολία, η αποχή. Σαφώς, ένας κρίσιμος παράγοντας, που οδήγησε σε αυτή την εξέλιξη, υπήρξε το γεγονός ότι η χώρα παραμένει σε κρίση οικονομική και κοινωνική επί δεκαετία, παρά τις συχνές αλλαγές κυβερνήσεων με διαφορετικό πολιτικό προσανατολισμό. Όταν, λοιπόν, για πολλά χρόνια διαφορετικά κόμματα λαμβάνουν την εντολή για να διασφαλίσουν την έξοδο της χώρας από την κρίση, χωρίς όμως να το επιτυγχάνουν, αυτό οδηγεί σε σκέψεις για πιθανή αδυναμία του πολιτικού δυναμικού και της πολιτικής να δώσουν αξιόπιστες απαντήσεις στα σύνθετα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Όσο το πρόβλημα της κρίσης δεν αντιμετωπίζεται, είναι πιθανό οι πολίτες να οδηγηθούν τελικά στο συμπέρασμα ότι η πολιτική δεν είναι ο προνομιακός χώρος επίλυσης των προβλημάτων και, αδρανώντας, να αφήσουν, ως προς τη επίλυση των προβλημάτων, περιθώριο για εξωθεσμικές επιλογές.
  2. Το δεύτερο ερώτημα, στο οποίο θα κληθεί να απαντήσει ο ιστορικός, είναι γιατί, αν και τρεις άλλες χώρες είχαν υπογράψει Μνημόνια, μόνο η Ελλάδα, επτά χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου, παραμένει σε Μνημόνιο και σε ύφεση. Στο μεταξύ, έχει χαθεί το 25% του ΑΕΠ, έχουν χαθεί 1 εκατ. θέσεις εργασίας, η χώρα είναι ακόμη εκτός αγορών, έχει υπογράψει το τρίτο μνημόνιο και αναλαμβάνει δεσμεύσεις για δημοσιονομικούς στόχους πολύ πέρα και από τη λήξη όχι του τρίτου μνημονίου, αλλά και ενός τετάρτου, αν προκύψει ως ανάγκη. Αντίθετα, η Ιρλανδία, η Κύπρος και η Πορτογαλία, με ένα μνημόνιο, πέτυχαν την έξοδο στις αγορές και σημειώνουν ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Οι οικονομίες τους δημιουργούν θέσεις εργασίας και προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές από την κρίση με την εξάλειψη των ανισοτήτων και της φτώχειας. Είναι άραγε σύμπτωση ότι στις χώρες αυτές επιτεύχθηκαν πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις, ενώ στην Ελλάδα αρχικά τα κόμματα της αντιπολίτευσης υπόσχονταν στους πολίτες ότι υπάρχουν και άλλοι δρόμοι, με τα «Ζάππεια» ή τα προγράμματα της Θεσσαλονίκης; Ως κυβέρνηση ουδέποτε αποτόλμησαν να τα παρουσιάσουν στους θεσμικούς δανειστές προς χρηματοδότηση, ως εθνικά σχέδια εξόδου από την κρίση, ώστε να εξασφαλίσουν τα €130 δισ. του δεύτερου ή τα €86 δισ. του τρίτου μνημονίου.
  3. Το τρίτο ερώτημα είναι, γιατί όταν οι άλλες χώρες της Ευρώπης, αντιμέτωπες με την μεγαλύτερη κρίση από τη συγκρότηση της Ένωσης, διερευνούσαν δυνητικές επιλογές ως προς την μελλοντική τους πορεία ή για την στάση τους έναντι των μεγάλων προκλήσεων της παγκοσμιοποίησης, της κλιματικής αλλαγής, κλπ., η ελληνική κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ συνειδητά επέλεγε την αποστασιοποίηση και τον απομονωτισμό; Την ίδια ώρα, η Ελλάδα έχανε τα διεθνή ερείσματά της για την υπεράσπιση των εθνικών της θεμάτων, ενώ ο γείτονας εξ ανατολών όχι μόνο ξεφεύγει στις πρακτικές, αλλά προβάλλει και διεκδικήσεις που παραβιάζουν τις αρχές του διεθνούς δικαίου.

Φίλες και Φίλοι,

Είναι σίγουρο ότι οι απαντήσεις του ιστορικού του μέλλοντος στα ερωτήματα αυτά θα συνδεθούν άμεσα με το τι θα αποφασίσει και το τι θα πράξει ο καθένας από εμάς, η καθεμία από εσάς.

Εξαρτώνται από όλους, όσοι είμαστε στην αίθουσα αυτή, αλλά και από όλους τους μη παρόντες, οι οποίοι αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα των συνθηκών για την πορεία της χώρας και θα επιλέξουν τελικά να πορευτούν μαζί μας, προκειμένου:

  • να  διατυπώσουμε με ευθύνη και συνέπεια την πρότασή μας για την ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση
  • να χτίσουμε την Ελλάδα που οραματιζόμαστε και θέλουμε να κληροδοτήσουμε στις επόμενες γενεές.

 

Η Ελλάδα του μέλλοντος εξαρτάται από τις κοινές μας αναζητήσεις για όλα αυτά τα ζητήματα και τις αποφάσεις μας στο συνέδριο της ΔΗΣΥ. Αποφάσεις που θα επιτρέψουν να ενισχύσουμε τη θέση μας στην κοινωνία και να αναλάβουμε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της μελλοντικής πορείας της χώρας.

 

Στα κρίσιμα, λοιπόν, αυτά ζητήματα καλούμαστε σήμερα να πάρουμε θέση για τις επιλογές μας στο συνέδριο και:

– να εργαστούμε για την θεσμική ανασύνταξη της χώρας

– να διασφαλίσουμε την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της πολιτικής

– να καταστήσουμε δύναμη ηγεμονική την ελληνική σοσιαλδημοκρατία,

– να προχωρήσουμε στην αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου και να διασφαλίσουμε τις προϋποθέσεις για την δημιουργία νέου πλούτου μέσω της βιώσιμης ανάπτυξης, πλούτου που θα διαχέεται σε όλη την κοινωνία και όχι στους λίγους.

Γιατί νέο πλούτο μπορεί να δημιουργήσει και η ΝΔ με την οικονομικά φιλελεύθερη ατζέντα της. Αλλά είναι πλούτος που και πάλι θα αφορά τους λίγους.

Αν συνεχίζουμε να επιμένουμε στην ταυτότητα του Σοσιαλιστή είναι γιατί δεν δεχόμαστε ως φυσική συνέπεια ότι οι οκτώ πλουσιότεροι στον κόσμο έχουν όσα το 50% του πληθυσμού της γης. Η ανισότητα αυτή είναι προϊόν συγκεκριμένων επιλογών, που απορρέουν από μια οικονομικά φιλελεύθερη ατζέντα και πρέπει να την ανατρέψουμε.

Πλούτο συγκυριακά μπορεί να δημιουργήσουν και οι παρεοκρατιστές του ΣΥΡΙΖΑ με υπόγειες και αδιαφανείς συμφωνίες με συγκεκριμένους επιχειρηματίες, αλλά θα είναι πλούτος που αφορά όσους ανήκουν στη νέα διαπλοκή και τους εκλεκτούς πελατειακούς φίλους.

Είναι υποχρέωση δική μας να βοηθήσουμε τις υγιείς και καινοτόμες παραγωγικές δυνάμεις της χώρας, μέσα από τη συγκρότηση μιας νέας κοινωνικής συμμαχίας, να εργαστούν για την παραγωγή πλούτου και να συμφωνήσουν ότι μέρος του θα φορολογηθεί, προκειμένου να στηριχτούν όσοι χτυπήθηκαν από την κρίση.

Τέλος, είναι δική μας υποχρέωση να αποκαταστήσουμε το κύρος και την αξιοπιστία της χώρας και να εργαστούμε από κοινού με τις προοδευτικές δυνάμεις της Ευρώπης, για να διασφαλίσουμε ότι το όραμα για μια ισχυρή και κοινωνικά δίκαιη Ευρώπη θα παραμείνει στο επίκεντρο των πολιτικών μας προτεραιοτήτων και στοχεύσεων.

Είμαι πολύ αισιόδοξος που ανταμώσαμε και όλοι μαζί δηλώνουμε έτοιμοι για μια νέα προσπάθεια, ενωμένοι. Απευθύνω κάλεσμα και σε όσους δεν είναι εδώ. Η ΔΗ.ΣΥ. είναι η εκκλησία. Η καμπάνα κτυπά και όσοι αγωνιούν για την επόμενη ημέρα της χώρας και για την ανασυγκρότηση του χώρου τους καλούμε να έρθουν να δουλέψουμε από κοινού.  Η αποχή, η απάθεια, η αδιαφορία, η μοναχική πορεία δεν μπορούν να μας βγάλουν και δεν θα μας βγάλουν από την κρίση. Στην προσπάθεια αυτή μόνο ενωμένοι μπορούμε να πάμε μπροστά.