Αρθογραφία - Συνεντεύξεις

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη στο liberal.gr

*πρώτα κάνε τα αυγά και μετά κακάρισε

– Πως σχολιάζετε τις εκτιμήσεις του υπ. Οικονομικών για έκρηξη επενδύσεων- ανάπτυξης και υπερ-πλεονασμάτων μαμούθ, όπως προβλέπει το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022;

Το Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής δεν έχει δημοσιοποιηθεί ακόμη. Από την έκθεση που δημοσιοποίησε το Δημοσιονομικό Συμβούλιο βλέπουμε ότι οι εκτιμήσεις για την αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,1% κατά μέσο όρο την περίοδο 2018-2022 στηρίζονται σε πολύ αισιόδοξες εκτιμήσεις για αύξηση των επενδύσεων.

Αυτές οι εκτιμήσεις συγκρούονται με την σκληρή πραγματικότητα η οποία καταδεικνύει ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αντιμετωπίζει με ιδεοληπτικό τρόπο το ζήτημα των επενδύσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι μερικές μεγάλες επενδύσεις δεν έχουν ξεκινήσει, κάποιες άλλες έχουν απορριφθεί από την κυβέρνηση, ενώ ανησυχητικό είναι το φαινόμενο της μετακίνησης επιχειρήσεων στο εξωτερικό.

Είναι να απορεί κανείς πως με την υπερφορολόγηση, η οποία όπως προκύπτει και από την έκθεση θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια, θα αυξηθούν οι επενδύσεις. Επομένως οι εκτιμήσεις για θηριώδη υπερπλεονάσματα πολύ άνω του 3,5% του ΑΕΠ στα επόμενα έτη είναι μετέωρες. Το μόνο που εξυπηρετούν είναι να καλλιεργούν προσδοκίες ότι θα δημιουργηθεί δημοσιονομικός χώρος και πριν τις εκλογές -που όπως φαίνεται θα γίνουν μάλλον το 2019- θα δοθούν πρόσθετες προεκλογικές παροχές, πέρα δηλαδή και από αυτές που προβλέπονται με τα αντίμετρα.

– Σε μια κρίσιμη στιγμή για την πορεία της Ελλάδας μετά το μνημόνιο, και ενώ έχουν σταλεί τα πρώτα μηνύματα από τις αγορές, η συζήτηση για την προληπτική γραμμή στήριξης επανέρχεται. Εδώ που είμαστε, μήπως είναι απαραίτητη, παρά τις όποιες περί του αντιθέτου επιθυμίες;

Η ποντιακή παροιμία «μιαν έβασον και επέκει κακάντζον» δηλαδή «πρώτα κάνε τα αυγά και μετά κακάρισε» ταιριάζει απόλυτα ως σχόλιο στην επιλογή της κυβέρνησης να προτάξει τις πολιτικές σκοπιμότητες – μιλώντας πρόωρα για «καθαρή» έξοδο στις αγορές – έναντι των αναγκών της χώρας για οριστική και ασφαλή υπέρβαση της κρίσης.

Η κυβέρνηση όφειλε και οφείλει να εξετάσει τι εξυπηρετεί καλύτερα και με ασφάλεια τις ανάγκες της χώρας και όχι να σπεύδει να προεξοφλεί την «καθαρή» έξοδο σε ένα περιβάλλον αυξημένων αβεβαιοτήτων. ‘Όφειλε να μείνει σιωπηλή μέχρι που να διασφαλίσει ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις ώστε η χώρα να επιστρέψει στις αγορές με ασφάλεια χωρίς να αναλαμβάνει επιπρόσθετα ρίσκα.

Τώρα οι εξελίξεις στις διεθνείς αγορές και στη γειτονική Ιταλία οδήγησαν σε αύξηση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων και δυσκολεύουν την υλοποίηση του σχεδιασμού για τη δημιουργία αποθεματικού με άντληση κεφαλαίων από τις αγορές πριν τη λήξη του τρίτου μνημονίου.

Βλέπουμε λοιπόν ότι όλες οι κυβερνητικές διακηρύξεις τελούν υπό αίρεση έχοντας όμως βλάψει για άλλη μια φορά την αξιοπιστία της χώρας. Για αυτό πάλι στο εξωτερικό άρχισαν να μιλάνε για το γνωστό «ηθικό» κίνδυνο και το ενδεχόμενο να υποτροπιάσει η χώρα εξαιτίας των πολιτικών αντιπαραθέσεων στις επικείμενες εκλογικές αναμετρήσεις.

– Ας έρθουμε στο θέμα του χρέους. Στο σενάριο που ΔΝΤ και Βερολίνο δεν τα βρίσκουν τελικά, και ότι Ταμείο παραμείνει στο πρόγραμμα ως παρατηρητής δίχως χρηματοδοτική συμμετοχή, τι θα σημαίνει αυτό ως προς την ανάλυση που θα κάνει για τη βιωσιμότητα του χρέους, και τι μηνύματα θα στείλει στις αγορές;

Η Ελλάδα έχει ανάγκη τη θετική αξιολόγηση του ΔΝΤ ως προς το ζήτημα της βιωσιμότητας του χρέους. Στο βαθμό που τώρα διαφαίνεται ότι η Γερμανία δεν αποδέχεται τις εκκλήσεις του ΔΝΤ και της ΕΚΤ για ανακοίνωση και υλοποίηση των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους χωρίς όρους και προϋποθέσεις, γίνεται ακόμη πιο αβέβαιη η ασφαλής έξοδος στις αγορές.

Εκτιμώ λοιπόν ότι η επιδίωξη των δανειστών σε περίπτωση που τελικά αποκλειστεί οριστικά το ΔΝΤ από το πρόγραμμα και δεν προσφύγει η κυβέρνηση σε κάποια συμφωνία για στήριξη μετά την έξοδο στις αγορές, θα είναι να μην χρεωθούν ότι μετά από τρία προγράμματα διάρκειας οκτώ ετών η Ελλάδα είναι ανέτοιμη να βγει στις αγορές.

Θα διασφαλίσουν λοιπόν οι δανειστές με την ρύθμιση που θα γίνει για το χρέος ότι για τα επόμενα 3-4 χρόνια η χώρα δεν θα έχει χρηματοδοτικές ανάγκες που θα καταστήσουν αναγκαία την εκ νέου προσφυγή στον ESM σε περίπτωση μιας νέας κρίσης που μπορεί να έχει αφετηρία την γειτονική Ιταλία. Το τι θα γίνει μετά την περίοδο αυτή θα το επανεξετάσουν στην βάση των εξελίξεων στην Ελλάδα και στις αγορές.

– Μπορεί τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν τη Δευτέρα από την ΕΛΣΤΑΤ να δείχνουν αύξηση του ΑΕΠ σε ετήσια βάση κατά 2,3% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2017, ωστόσο επενδύσεις και ιδιωτική κατανάλωση παραμένουν καθηλωμένες. Τι κινδύνους εγκυμονεί αυτή η εξέλιξη;

Η πτώση της κατανάλωσης είναι το αποτέλεσμα της υπερφορολόγησης αλλά και της ενισχυμένης αβεβαιότητας. Αυτό που είναι ανησυχητικό είναι ότι την ώρα που η ελληνική οικονομία έχει ανάγκη από νέες επενδύσεις για να αναπληρώσει τον κατεστραμμένο παραγωγικό ιστό, από τα στοιχεία προκύπτει ότι η αποεπένδυση συνεχίζεται. Και όλα αυτά σε μια στιγμή που οι συνθήκες στη διεθνή οικονομία αρχίζουν να γίνονται πιο αβέβαιες.

Το ζητούμενο για τη χώρα από τότε που κατέρρευσε το παραγωγικό της πρότυπο και ξέσπασε η κρίση είναι πως θα διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις εκείνες ώστε η οικονομία να περάσει με σταθερό τρόπο σε ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Οι επενδύσεις είναι το κρίσιμο εργαλείο για τη μετάβαση αυτή.

Επομένως η αύξηση του ΑΕΠ είναι θετική εξέλιξη υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι συγκυριακή, θα έχει συνέχεια και θα βασιστεί σε ένα πιο ισορροπημένο και διατηρήσιμο μείγμα επενδύσεων, εξαγωγών, και σε μια ήπια, αλλά σταθερή, ανάκαμψη της κατανάλωσης.

– Στα παραπάνω βέβαια πρέπει να συνυπολογίσει κανείς και την έλλειψη εμπιστοσύνης των νοικοκυριών στο success story της ελληνικής οικονομίας. Στη έρευνα του ΙΟΒΕ για το Μάιο, το 61% προβλέπει ελαφρά ή αισθητή επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας, ενώ το 58% περιμένει επιδείνωση της δικής του οικονομικής κατάστασης…

Τα ελληνικά νοικοκυριά έχουν εξαντληθεί μετά από μια δεκαετή κρίση που οδήγησε σε μείωση των εισοδημάτων αλλά και σε ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων. Στο βαθμό που εξακολουθούν να βλέπουν τις αποταμιεύσεις τους να απομειώνονται προκειμένου να ανταποκριθούν στις φορολογικές τους υποχρεώσεις ή στην εξυπηρέτηση των δανείων τους, είναι πολύ επιφυλακτικά ως προς τις μελλοντικές προοπτικές.

Ας μην ξεχνάμε ότι έχουμε μπροστά μας τις προγραμματισμένες μειώσεις των συντάξεων από το Ιανουάριο του 2019 και την μείωση του αφορολόγητου το 2020. Σε πολλά νοικοκυριά υπάρχει ένας μόνο εργαζόμενος και αυτός ή αυτή σε πολλές περιπτώσεις είναι σε άτυπη εργασιακή σχέση.

Όλα αυτά αυξάνουν την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια των νοικοκυριών γεγονός που αποτυπώνεται και στα στοιχεία για την κατανάλωση η οποία όπως προείπα μειώνεται. Η κόπωσή τους είναι τέτοια που θα απαιτηθούν πολλά τρίμηνα θετικών ρυθμών ανάκαμψης, αύξηση της απασχόλησης και αύξηση των εισοδημάτων προκειμένου να δούμε μια ουσιαστική βελτίωση στην οικονομική κατάσταση και τη συνολική δαπάνη των νοικοκυριών.

Η χώρα έχει ανάγκη από αλλαγή πορείας και η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν μπορεί να συνεισφέρει στην προσπάθεια για οριστική και ασφαλή υπέρβαση της κρίσης. Μετά τις εκλογές θα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα των πολιτικών δυνάμεων που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν την κρίση, ώστε να διασφαλίσουν ευρύτερες συναινέσεις προκειμένου να μπούμε σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης και πραγματικής σύγκλισης με την Ευρώπη.

στο Liberal

Στο 1ο Αναπτυξιακό Συνέδριο Αιτωλοακαρνανίας

Μετά από μια δεκαετή κρίση, η οποία οδήγησε στην υπογραφή τριών μνημονίων προκειμένου η χώρα να αντιμετωπίσει τα διαρθρωτικά προβλήματά της στην οικονομία, βρισκόμαστε τρεις μήνες πριν τη λήξη του τρίτου μνημονίου.

Στο διάστημα που μεσολαβεί πρέπει να:

  • Κλείσει η συμφωνία για τα μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους και να αποσαφηνιστεί αν και πως θα συνδεθούν με δεσμεύσεις της χώρας
  • Προσδιοριστεί το είδος της μεταμνημονιακής εποπτείας της ελληνικής οικονομίας
  • Να οριστικοποιηθεί αν και ποιος θα είναι ο ρόλος του ΔΝΤ.

Τα κρίσιμα ερωτήματα για τους Έλληνες πολίτες μετά τη δεκάχρονη κρίση είναι:

  •   Aν και πως η Ελλάδα μπορεί να καλύψει το χαμένο ΑΕΠ ώστε να μπει σε τροχιά πραγματικής σύγκλισης με την υπόλοιπη Ευρώπη και
  •   Πως θα αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις κοινωνικές συνέπειες της κρίσης.

Ένα από τα πολλά παράδοξα που σχετίζονται με την ελληνική κρίση είναι ότι ακόμη και σήμερα οι μυθοπλασίες γύρω από τα αίτιά της παραμένουν ισχυρές.

Αυτό εμποδίζει τη διεξαγωγή μιας συζήτησης για την επόμενη ημέρα σε ορθολογική βάση.

Για να απαντήσουμε στα ερωτήματα για την επόμενη ημέρα ήρθε η ώρα να συμφωνήσουμε στις απαντήσεις στα ακόλουθα ερωτήματα:

  1. Ποια ήταν τα αίτια της κρίσης και γιατί αυτή διήρκεσε τόσο πολύ και είχε τόσο μεγάλο οικονομικό και κοινωνικό κόστος και
  2. Να αποφανθούμε αν η κρίση οδήγησε στα μνημόνια ή το αντίθετο.

Η βασική, αλλά όχι καθολικά αποδεκτή, ερμηνεία για τα αίτια της κρίσης ξεκινά από τη θέση ότι η Ελλάδα μετά την ένταξη στην ΟΝΕ, και ιδιαίτερα μετά το 2004, αδράνησε στην αντιμετώπιση του δημοσιονομικού ελλείμματος και του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που διογκώνονταν χρόνο με το χρόνο.

Το μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας ήταν το σαθρό παραγωγικό πρότυπο που δεν της επέτρεπε να ενταχθεί αποτελεσματικά στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας.

Έτσι, συρρικνώθηκε το τμήμα της οικονομίας που παρήγαγε διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες και διογκώθηκε το εσωστρεφές της τμήμα.

Όταν, λοιπόν, εκδηλώθηκε η κρίση, η Ελλάδα βρέθηκε με:

  1. Τεράστιο δημόσιο χρέος και μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα,
  2. Πρωτοφανές για τα μεταπολεμικά δεδομένα έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και
  3. Τεράστιο έλλειμμα αξιοπιστίας εξαιτίας των «πλαστών στατιστικών στοιχείων» –διατύπωση της έκθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – που έστελνε στη Eurostat η κυβέρνηση της ΝΔ.

Όταν οι ροές των κεφαλαίων σταμάτησαν γιατί οι αγορές συμπέραναν ότι η Ελλάδα μπορεί να δυσκολευτεί μελλοντικά να εξυπηρετήσει το χρέος της, η χώρα προσέφυγε στους Ευρωπαίους εταίρους οι οποίοι προσέφεραν πρόγραμμα 110 δις ευρώ έναντι δεσμεύσεων της για αντιμετώπιση των μακροοικονομικών της ανισορροπιών.

Εκείνες λοιπόν τις κρίσιμες στιγμές δεν υπήρξε συναίνεση από την αξιωματική αντιπολίτευση της ΝΔ για την φύση του προβλήματος, ούτε για το μέγεθος της κρίσης, ούτε για το τι έπρεπε να γίνει.

Η έλλειψη πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης επί ενός εθνικού σχεδίου εξόδου από την κρίση, είχε ως αποτέλεσμα η χώρα να υπογράψει τρία μνημόνια, να παραμείνει σε ύφεση από το 2008 μέχρι το 2016 για περίπου μια δεκαετία, να χάσει το 25% του ΑΕΠ, και η ανεργία να φτάσει στο 27%.

Κρίνοντας εκ των υστέρων  την εμπειρία της Ελλάδας με αυτήν άλλων χωρών που μπήκαν στα μνημόνια είναι προφανές ότι οι άλλοι πέτυχαν εκεί που εμείς αποτύχαμε.

Αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι στην Ιρλανδία, Πορτογαλία και Κύπρο δεν υπήρχαν πολιτικές διχογνωμίες ως προς τα αίτια προσφυγής στα μνημόνια.

Στις χώρες αυτές, κυβέρνηση και αντιπολίτευση συναίνεσαν, εφάρμοσαν τις πολιτικές που τους επέτρεψαν να διορθώσουν τις οικονομικές ανισορροπίες τους, αποκατέστησαν την αξιοπιστία τους και απέκτησαν ξανά πρόσβαση στις αγορές με ένα μόνο μνημόνιο.

Στο ερώτημα αν υπήρχε τρόπος να αντιμετωπίσουμε τα οικονομικά προβλήματα με κάποια άλλη πολιτική με την οποία θα αποφεύγαμε στο σύνολο τους τις απώλειες σε ΑΕΠ η απάντηση μου είναι κατηγορηματικά όχι.

Θα μπορούσαμε όμως να περιορίσουμε τις απώλειες σε ΑΕΠ και σε θέσεις εργασίας αν υπήρχαν συναινέσεις και πολιτική σταθερότητα στο εσωτερικό της χώρας και ετοιμότητα των ευρωπαίων για άμεσες και ριζοσπαστικές λύσεις ως προς τη στήριξη της χώρας.

Η Ελλάδα, έπειτα από μια χαμένη δεκαετία, το 2017 είχε θετικό ρυθμό ανάπτυξης περίπου στο 1,4%. Πολύ χαμηλότερα από την αρχική πρόβλεψη για 2,7%.

Η χαμηλότερη επίδοση το 2017, όπως και η ύφεση το 2015 και το 2016 υπήρξαν το συνδυαστικό αποτέλεσμα των capital controls, αλλά και της υπέρμετρης λιτότητας μέσω των υπερπλεονασμάτων που συνειδητά επέλεξε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ παρά το γεγονός ότι τα καταδίκαζε ακόμη και ως κυβέρνηση.

Σε τι διαφέρει για παράδειγμα το πλεόνασμα 4,2% του ΑΕΠ για το 2017 από το αντίστοιχα του δεύτερου μνημονίου;

Την τριετία 2016-2018 η υπέρβαση του ετήσιου στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα ισοδυναμεί με αφαίμαξη από την οικονομία πόρων ύψους 7,5 δισ. ευρώ.

Με λίγα λόγια τα υπερπλεονάσματα υπήρξαν το αποτέλεσμα της υπερφορολόγησης και όχι της αύξησης του ΑΕΠ.

Αυτό έχει ως συνέπεια σημαντικές απώλειες σε όρους ΑΕΠ, θέσεων εργασίας και εισοδημάτων με αποκλειστική ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ και όχι των θεσμικών δανειστών.

Επιπρόσθετα, η κυβέρνηση με την υπογραφή της και χωρίς να υπάρχει κάποιο νέο μνημόνιο δεσμεύει τη χώρα με δημοσιονομικά μέτρα για τα έτη 2019 και 2020 και με υψηλούς στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα, τουλάχιστον μέχρι το 2022 δηλαδή για 4 χρόνια μετά τη τυπική λήξη του Τρίτου Μνημονίου.

Δεν αποτελεί λοιπόν σύμπτωση ότι πρόσφατα τόσο η Ε.Ε και ο ΟΟΣΑ αναθεώρησαν σημαντικά προς τα κάτω τις προβλέψεις τους για το ρυθμό ανάπτυξης του 2018 και το 2019.

Με αυτά τα δεδομένα, σήμερα η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει στα ακόλουθα ερωτήματα:

 

  • Έχουν γίνει οι αναγκαίες αλλαγές στην Ελλάδα, έχει προετοιμαστεί επαρκώς η οικονομία, έχει μετασχηματιστεί το παραγωγικό πρότυπο ώστε να μπούμε σε πορεία βιώσιμης ανάπτυξης;
  • Σε περίπτωση μιας νέας διεθνούς κρίσης θα είμαστε προστατευμένοι ώστε να μην πληρώσουμε εκ νέου υψηλό οικονομικό και κοινωνικό κόστος;

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αντί να απαντήσει στα ερωτήματα προσπαθεί να κτίσει μια νέα πολιτική αφήγηση με το παραπλανητικό δίλλημα «καθαρή έξοδος» ή «προληπτική πιστωτική γραμμή».

Είναι παραπλανητικό το δίλημμα γιατί στηρίζεται στη εσφαλμένη κυβερνητική θέση ότι η «καθαρή» έξοδος από τα μνημόνια συνεπάγεται την οριστική και ασφαλή υπέρβαση της κρίσης.

Η απάντηση που δίνει το Κίνημα Αλλαγής στα ερωτήματα αυτά είναι ότι παρά τις μεγάλες αλλαγές που δρομολογήθηκαν από το 2010, έχουμε δρόμο ακόμη μπροστά μας.

Ας δούμε λοιπόν τι σημαίνει η «καθαρή» έξοδος στις αγορές για την αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας.

Μετά τον Αύγουστο τα επιτόκια με τα οποία θα δανειζόμαστε από τις αγορές θα είναι πολύ υψηλότερα από αυτά των θεσμικών δανειστών άρα θα αυξηθεί το κόστος δανεισμού και θα μειωθεί ο δημοσιονομικός χώρος για να στηρίξει την ανάπτυξη.

Αρνητικές για την ανάπτυξη θα είναι και οι συνέπειες από την περικοπή των συντάξεων και τη μείωση του αφορολογήτου που έχει συμφωνήσει η κυβέρνηση για το 2019 και 2020 αντίστοιχα.

Όλα αυτά σε μια περίοδο που η διεθνής συγκυρία μπορεί να μην παραμείνει ευνοϊκή, καθώς η πολιτική των αρνητικών επιτοκίων αναμένεται ότι θα αναστραφεί.

Έτσι, η αναπτυξιακή πορεία της χώρας θα κριθεί κυρίως στο μέτωπο των ιδιωτικών επενδύσεων.

Αυτές θα πρέπει να αυξηθούν ώστε να υπερβαίνουν τις αποσβέσεις και να καλυφθούν οι απώλειες στον παραγωγικό ιστό που προκαλεί η αποεπένδυση από το 2009.

Στο ερώτημα σε ποιους τομείς πρέπει να γίνουν οι επενδύσεις, η απάντηση είναι: στο καινοτόμο και εξωστρεφές τμήμα της οικονομίας.

Έτσι, θα συνεισφέρουν στην αναδιάρθρωση της οικονομίας και θα στηρίξουν την αναπτυξιακή πορεία μέσω της ενίσχυσης των καθαρών εξαγωγών.

Οι νέες επενδύσεις θα επιτρέψουν τη δημιουργία νέων και ποιοτικών θέσεων εργασίας και τη ενίσχυση των μισθών.

Η κυβέρνηση το ζήτημα των ιδιωτικών επενδύσεων το έχει αντιμετωπίσει μέχρι σήμερα με ιδεοληπτικό τρόπο.

Γι’ αυτό πολλές από αυτές δεν έχουν ξεκινήσει ή δεν προχωρούν με τον αναγκαίο ρυθμό.

Αντίθετα, ανησυχητικές διαστάσεις παίρνει το φαινόμενο μεγάλων επιχειρήσεων που αποχωρούν από τη χώρα.

Κρίσιμος παράγοντας για την προσέλκυση επενδύσεων είναι μεταξύ άλλων η στάση που θα τηρήσει η κυβέρνηση έναντι του προγράμματος διαρθρωτικών αλλαγών που είναι αναγκαίες για τη χώρα.

Επιγραμματικά θα αναφερθώ σε ορισμένες από αυτές που θεωρώ ότι είναι κρίσιμες.

Ξεκινώ με αυτές που διασφαλίζουν τη διαφάνεια στην άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής.

Θα διατηρηθεί η νομοθετική πρόβλεψη  για την κατάρτιση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής, η διαύγεια, η ανεξαρτησία της ΑΑΔΕ;

Θα τοποθετούνται οι Γενικοί Γραμματείς με αξιοκρατικό και διαφανή τρόπο ή θα επιλέγονται με κριτήριο την πολιτική τους στράτευση;

Τι θα γίνει με άλλες αλλαγές που είναι εξίσου αναγκαίες;

Θα απλοποιηθεί η διαδικασία έναρξης επιχειρηματικής δραστηριότητας;

Θα αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης;

Θα προχωρήσουν οι διαδικασίες για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης και η αξιολόγηση των εργαζομένων στο δημόσιο;

Αν η κυβέρνηση επιλέξει να αναστείλει ή να ακυρώσει κάποιες από τις αναγκαίες αλλαγές, αυτό θα επηρεάσει αρνητικά την αξιοπιστία της χώρας.

Οι αγορές όπως βλέπουμε και από την Ιταλία και την Τουρκία θα επιβάλουν στη χώρα τη δική τους πειθαρχία σε κάθε δημοσιονομική παρασπονδία ή στην προσπάθεια ακύρωσης των διαρθρωτικών αλλαγών.

Η ακύρωση αλλαγών που έχουν γίνει ίσως δώσει στους Ευρωπαίους αφορμή να αναστείλουν τα μέτρα για την ελάφρυνση του χρέους.

Διότι είναι πλέον φανερό ότι σε αντίθεση με πολλούς, μεταξύ των οποίων και το ΔΝΤ και η ΕΚΤ, που προτείνουν να ανακοινωθούν προκαταβολικά τον Αύγουστο του 2018 τα μέτρα για το χρέος ώστε να κερδίσουμε αξιοπιστία έναντι αγορών και δυνητικών επενδυτών η Γερμανία θέλει να συνδέσει την ελάφρυνση του χρέους με όρους και προϋποθέσεις.

Αν τελικά συμβεί αυτό θα επηρεάσει αρνητικά τις αγορές και τους επενδυτές.

Τέλος, καθοριστικό παραμένει το ερώτημα με ποια λεφτά θα γίνουν αυτές οι επενδύσεις.

Οι επιλογές της κυβέρνησης την τελευταία τριετία συνέβαλαν στην περαιτέρω αύξηση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, στην καθήλωση παραγωγικών δυνάμεων της οικονομίας που εγκλωβίστηκαν εξαιτίας του δανεισμού τους για επενδύσεις πριν το ξέσπασμα της κρίσης.

Όσο, λοιπόν, η κυβέρνηση δεν αναλαμβάνει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες ώστε να μειωθούν τα κόκκινα δάνεια, η ελληνική οικονομία θα χάνει τις όποιες αναπτυξιακές ευκαιρίες υπάρχουν.

Επιχειρήσεις που θα έπρεπε να κλείσουν εδώ και καιρό παραμένουν σε λειτουργία σε βάρος επιχειρήσεων που είναι υγιείς και ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους.

Η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει:

  • Την ανακοίνωση και υλοποίηση των μέτρων ελάφρυνσης χρέους το καλοκαίρι του 2018 ώστε να μειωθεί ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα από 3,5% στο 2% περίπου του ΑΕΠ.

Όσο η αξιοπιστία της χώρας είναι υπό αμφισβήτηση η επίτευξη αυτού του στόχου είναι δύσκολη. Για αυτό απαιτούνται πολιτικές συναινέσεις ώστε να δεχτούν οι δανειστές να ξεκινήσει η συζήτηση αυτή.

  • Ένα Εθνικό Πρόγραμμα Διαρθρωτικών Αλλαγών που θα επιταχύνει την αλλαγή του παραγωγικού προτύπου και θα οδηγήσει στην εδραίωση ανοικτών οικονομικών και πολιτικών θεσμών προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς η κρίση είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της συγκέντρωσης σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας σε βάρος του ανταγωνισμού και τελικά των καταναλωτών.

  • Ένα Εθνικό Πρόγραμμα Επενδύσεων της τάξης των 100 δις, που θα προσελκύσει ιδιωτικά κυρίως κεφάλαια, για την επόμενη τετραετία για να αναπληρωθεί ο καταστραμμένος παραγωγικός ιστός.
  • Ένα σχέδιο με στοχευμένες κοινωνικές παρεμβάσεις για την ανακούφιση όσων πραγματικά έχουν πληγεί από την κρίση.
  • Την διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής για το ιδιωτικό χρέος. Με ένα νέο οδικό χάρτη για την άμεση αντιμετώπισης του προβλήματος των κόκκινων δανείων. Έτσι και οι επιχειρήσεις θα προχωρήσουν στην αναδιάρθρωση τους και σε πολλούς ελεύθερους επαγγελματίες θα δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία με το ξεκαθάρισμα των υποχρεώσεων τους.
  • Ένα σχέδιο για τη μείωση των φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών ώστε να ανακοπεί η αυξητική πορεία των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την εφορία που έχουν φτάσει τα 102 δις και προς τα ασφαλιστικά ταμεία που έχουν φτάσει τα 32 δις.
  • Ένα σχέδιο για την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.
  • Την άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων προκειμένου να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών προς την ελληνική οικονομία.

Για να ενεργοποιηθούν οι αδρανοποιημένες αλλά υγιείς παραγωγικές δυνάμεις της χώρας αυτές δηλαδή που δεν στηρίζονται στα κρατικά έργα και τις κρατικές προμήθειες της χώρας αλλά που έχουν επιδείξει διάθεση για καινοτομία και εξωστρέφεια απαιτείται μετά τις εκλογές να υπάρξει εθνική συνεννόηση.

Έτσι μόνο θα εξασφαλίσουμε μεσοπρόθεσμη τάση ανάπτυξης που να υπερβαίνει το 2%, προϋπόθεση για οριστική και ασφαλή έξοδο από την κρίση.

Αν οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας καταφέρουν να συμφωνήσουν σε αυτά τότε, παρά τα λάθη πριν και μετά την εκδήλωση της κρίσης, θα καταφέρουν να ανακτήσουν ένα μεγάλο μέρος από τη χαμένη αξιοπιστία τους στη συνείδηση των πολιτών. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι θα καταφέρουν να βγει η Χώρα από την κρίση οριστικά και με ασφάλεια και να επικεντρωθεί στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που εντάθηκαν την περίοδο της κρίσης.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ «LIBERAL» ΠΕΜΠΤΗ 17 ΜΑΪΟΥ 2018

– Τρεις στους τέσσερις θεσμούς προκρίνουν την ένταξη της χώρας σε προληπτική γραμμή στήριξης. Τι βλέπουν οι θεσμοί αυτοί; Στην ουσία ασκούν πιέσεις στη κυβέρνηση να επανεξετάσει τη στάση της στο συγκεκριμένο θέμα;

Οι συζητήσεις για τη μελλοντική πορεία της χώρας γίνονται σε μια στιγμή που τα σύννεφα πάνω από την παγκόσμια οικονομία πυκνώνουν, η πολιτική αστάθεια διεθνώς ενισχύεται και οι αβεβαιότητες αυξάνονται.

Οι αποφάσεις για την ελάφρυνση του χρέους δεν έχουν ανακοινωθεί ακόμη. Η συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα και η αξιολόγηση του ως προς την βιωσιμότητα του χρέους δεν έχουν ξεκαθαρίσει. Επιπρόσθετα, οι θεσμοί ανησυχούν για τις συνέπειες από τις εκλογικές αναμετρήσεις που έχουμε μπροστά μας στην Ελλάδα.

Οι καθυστερήσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην υλοποίηση των μεγάλων αλλαγών που έχει ανάγκη η χώρα και η οικονομία καθώς και στα προαπαιτούμενα της τέταρτης αξιολόγησης ενισχύουν την πολιτική αβεβαιότητα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα σε ζητήματα, όπως το μέλλον της ΔΕΗ ή τα διόδια στην Εγνατία, βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτά που υποστήριζε μέχρι πρόσφατα ακόμη και μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015. Παρέβλεψαν αυτό που λέει ο λαός πως «ό,τι κάνει η γίδα στο πουρνάρι, το βρίσκει στο τομάρι», δηλαδή «ό,τι κάνεις, το βρίσκεις μπροστά σου».

Η αβεβαιότητα ενισχύεται από τις δηλώσεις των υπουργών της κυβέρνησης για τις επιλογές της μετά τη λήξη του Τρίτου Μνημονίου. Έτσι, τα επιτόκια στα ελληνικά ομόλογα δεν έχουν μειωθεί αρκετά και εμποδίζουν την προανακοινωθείσα έξοδο στις αγορές για τη άντληση κεφαλαίων προς ενίσχυση του ταμείου αποθεματικών.

Το αν, τελικά, η κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να ζητήσει προληπτική γραμμή θα εξαρτηθεί από τις συνθήκες στις αγορές το επόμενο διάστημα αλλά και τη θέση της Γερμανίας ως προς το ζήτημα αυτό.

– Τι δείχνει ωστόσο ότι ο κ. Τσακαλώτος παίρνει ολοένα και πιο σαφείς αποστάσεις από τη ρητορική περί «καθαρής εξόδου»;

Η «καθαρή έξοδος» είναι η νέα πολιτική αφήγηση που προσπαθεί να κτίσει το Μαξίμου για να δημιουργήσει τις νέες διαχωριστικές γραμμές ενόψει των επερχόμενων εκλογών.

Αυτό που θέλει να υποστηρίξει η κυβέρνηση είναι ότι η ίδια θέλει να θέσει ένα τέλος στο καθεστώς της εποπτείας της ελληνικής οικονομίας και να ανακτήσει βαθμούς ελευθερίας προκειμένου να προχωρήσει σε παροχές και να αναστείλει μεταρρυθμίσεις που έχουν γίνει. Κατά την αφήγηση της κυβέρνησης, είναι τα κόμματα της αντιπολίτευσης που θέλουν η Ελλάδα να παραμείνει σε συνθήκες εποπτείας.

Η κυβέρνηση αφελώς νομίζει ότι δημιουργώντας ένα «πλασματικό» αφήγημα «καθαρής» εξόδου δημιουργεί και ένα «success story», διαφοροποιώντας αυτήν από τους «άλλους».

Προφανώς έχουν σβήσει από τη μνήμη τους ότι έχουν προνομοθετήσει δημοσιονομικά μέτρα ύψους 2% του ΑΕΠ για δυο χρονιές μετά τη λήξη του μνημονίου και έχουν δεσμεύσει τη χώρα σε πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022.

Μετά από 3,5 χρόνια στην κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ δεν έχουν καταλάβει ότι η ελευθερία στην άσκηση της πολιτικής κατακτιέται με το πέρασμα της οικονομίας σε σταθερούς και βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης και με την ενίσχυση της παραγωγικότητας και όχι με «κούφια» λόγια. Δεν κοιτάνε ούτε τι έκαναν χώρες που τις επικαλούνται ως παράδειγμα όπως η Πορτογαλία.

Από την άλλη μεριά ο κ. Τσακαλώτος έχει διαπραγματευτεί τα τελευταία τρία χρόνια με τους δανειστές και έχει κατανοήσει τους υπάρχοντες συσχετισμούς δυνάμεων. Στην προσπάθεια του να συνεισφέρει στην παράταση της θητείας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, έχει αναθεωρήσει όσα κάποτε πίστευε και διακήρυσσε ή υιοθετήσει, για τον προαναφερθέντα λόγο, ακόμη και όσα δεν πιστεύει. Έτσι, βρίσκεται πιο κοντά στο να κατανοήσει τη σκληρή αλήθεια για το καθεστώς εποπτείας της μεταμνημονιακής Ελλάδας. Για αυτό επιλέγω κατά προτίμηση να ακούω τις αναθεωρημένες απόψεις του, παρά το γεγονός ότι μας ψέγει τους Λαρισαίους γιατί πίνουμε το τσίπουρο και με γλυκάνισο.

– Πάντως ο κ. Ντρούντι της ΕΚΤ, επιμένει ότι χρειάζεται ένα πρόγραμμα προληπτικού χαρακτήρα, προκειμένου η Φρανκφούρτη να διατηρήσει το waiver για τις τράπεζες, απαραίτητο σε περιόδους μεταβλητότητας στις αγορές. Μήπως τελικά οδεύουμε σε μια λύση που κατ’ όνομα μόνο θα διαφέρει από την προβλεπόμενη ECCL, και απλώς η κυβέρνηση ψάχνει τρόπο πως θα την ονομάσει;

Ο κ. Ντρούντι επανέλαβε μια θέση που η ΕΚΤ στο παρελθόν έχει διατυπώσει είτε ευθέως είτε μέσω του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Στουρνάρα.

Απλά καθώς πλησιάζουμε προς την οριστικοποίηση των αποφάσεων για το είδος εποπτείας της Ελλάδας μετά τη λήξη του 3ου Μνημονίου, η ΕΚΤ κάνει πιο ηχηρές παρεμβάσεις για το τι πρέπει να κάνει η Ελλάδα προκειμένου να έχει μια πιο ασφαλή έξοδο στις αγορές.

Ένα πράγμα είναι σίγουρο: Η Ελλάδα δεν θα έχει την ίδια εποπτεία και πορεία που είχαν οι άλλες τρεις χώρες που εξήλθαν των μνημονίων. Κυρίως γιατί εκείνες, δεν είχαν τόσο μεγάλο χρέος όσο η Ελλάδα, ούτε τόσο πολωμένο πολιτικό σύστημα. Στις άλλες χώρες επικράτησε η πολιτική συναίνεση, και με ένα μνημόνιο απέκτησαν πρόσβαση ξανά στις αγορές.

– Είναι αυτό επομένως που εξηγεί ότι οι όροι της “ενισχυμένης εποπτείας” θα είναι όπως φαίνεται τόσο αυστηροί, που δεν θα διαφέρουν στην ουσία από ένα νέο μνημόνιο;

Μετά από οκτώ χρόνια παρουσίας στην Ελλάδα, με τρία μνημόνια, τέσσερις Πρωθυπουργούς και εννέα υπουργούς οικονομικών, οι δανειστές είναι απόλυτα εξοικειωμένοι με τον τρόπο λειτουργίας των θεσμών στην Ελλάδα και τους κινδύνους που μπορεί να ανακύψουν από την σκληρή και ακραία πόλωση που επικρατεί στην ελληνική πολιτική σκηνή.

Αν σε αυτά συνυπολογίσουμε τις αλλαγές που έρχονται στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, κανείς δεν περίμενε ρεαλιστικά ότι η Ελλάδα θα απολάμβανε με απόφαση των δανειστών μια «καθαρή» έξοδο όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Τα ερωτήματα που θέτουμε εμείς ως Κίνημα Αλλαγής είναι: Έχουν γίνει οι αναγκαίες αλλαγές στην Ελλάδα, έχει προετοιμαστεί επαρκώς η οικονομία, έχει μετασχηματιστεί το παραγωγικό πρότυπο ώστε να μπούμε σε πορεία βιώσιμης ανάπτυξης; Σε περίπτωση μιας νέας διεθνούς κρίσης θα είμαστε προστατευμένοι, ώστε να μην πληρώσουμε εκ νέου υψηλό οικονομικό και κοινωνικό κόστος για να την αντιμετωπίσουμε;

Η απάντηση είναι ότι παρά τις μεγάλες αλλαγές που δρομολογήθηκαν από το 2010 και μετά, έχουμε δρόμο ακόμη μπροστά μας. Και η προληπτική γραμμή δεν αρκεί να διασφαλίσει τις σωστές επιλογές που πρέπει να γίνουν ως προς τα ερωτήματα αυτά. Επιπρόσθετα δεν πρέπει να υποβαθμίζουμε το γεγονός ότι έχουμε μια κυβέρνηση που για λόγους ιδεοληπτικούς και επειδή προτάσσει το κομματικό συμφέρον πάνω από το εθνικό, δεν πρόκειται να προχωρήσει τις μεγάλες αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα.

– Είναι πάντως όλο και πιο συχνές οι αναφορές ότι το Βερολίνο, σε αντίθεση με το ΔΝΤ που αξιώνει ένα αυτόματο μηχανισμό ενεργοποίησης των όποιων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους, προτείνει αντίθετα ότι κάθε φορά που δεν θα προχωρούν οι μεταρρυθμίσεις ή δεν θα επιτυγχάνονται οι δημοσιονομικοί στόχοι, να μπαίνει αυτόματα φρένο στις ελαφρύνσεις. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό στη πράξη;

Τόσο η ΕΚΤ όσο και το ΔΝΤ υπερασπίζονται δημόσια την άποψη ότι οι όποιες ελαφρύνσεις για το χρέος πρέπει να δοθούν άμεσα τον Αύγουστο του 2018 και χωρίς όρους για να είναι αξιόπιστες και να επηρεάσουν έτσι θετικά τις αγορές.

Δεν ξέρω πόσο κρίσιμο είναι το ζήτημα αυτό για το ΔΝΤ, αλλά από τη στάση του τα τελευταία χρόνια, κρίνω ότι θα επιμείνει να δοθούν οι ελαφρύνσεις χωρίς όρους. Αν τελικά επιβληθούν όροι που θα συνοδεύουν τα μέτρα ελάφρυνσης τότε είναι πιθανό οι αγορές να υποεκτιμήσουν τη σημασία τους στην διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους και να καταστεί δυσκολότερη η έξοδος στις αγορές.

– Ζούμε πάντως μια κατάσταση που έχουμε ξαναζήσει, γύρω από το αν το ΔΝΤ παραμείνει ή αποχωρήσει από το πρόγραμμα. Τι πιστεύετε ότι θα συμβεί τελικά;

Αν το ΔΝΤ θεωρήσει καθοριστικό να δοθούν τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους χωρίς όρους, και αυτό δεν συμβεί γιατί η Γερμανική κυβέρνηση θα επιλέξει να εξασφαλίσει στο Γερμανικό κοινοβούλιο, στήριξη για τα μέτρα ελάφρυνσης, τότε το ΔΝΤ ίσως αποχωρήσει από το πρόγραμμα. Επομένως η Γερμανία θα διώξει το ΔΝΤ από την Ελλάδα παρά το γεγονός ότι αυτή το έφερε στο πρώτο πρόγραμμα. Σε αυτό το ενδεχόμενο, η ειρωνεία θα είναι να δούμε όλους τους συνομωσιολόγους των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και «διώκτες» του ΔΝΤ, να το καλούν να παραμείνει, μόλις διαισθανθούν ότι η Ελλάδα χάνει τον μόνο σύμμαχο που έχει στο ζήτημα του χρέους.

– Στη περίπτωση, που επαληθευτούν τα παραπάνω σενάρια, τι μήνυμα θα στείλουν για την Ελλάδα στις αγορές, στον τρόπο που εκείνες αποτιμούν τα ελληνικά ομόλογα, και στη δυνατότητά της χώρας να σταθεί στα πόδια της μετά τον Αύγουστο;

Σε αυτή την περίπτωση το ΔΝΤ μπορεί να προχωρήσει σε μια δυσμενή αξιολόγηση για την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους με ότι αυτό συνεπάγεται για τη δυνατότητα της χώρας να συνεχίσει να δανείζεται με ασφάλεια και σε αποδεκτά επιτόκια από τις αγορές.

Αυτό που το Κίνημα Αλλαγής επισημαίνει είναι ότι αν η χώρα δεν προετοιμαστεί κατάλληλα ώστε να εισέλθει σε μια πορεία ψηλής ανάπτυξης και να αυξηθεί η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας, τότε αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να ξαναβρεθεί μετά από κάποια χρόνια στη θέση να ζητήσει νέο πρόγραμμα.

Η χώρα δεν θα ξεφύγει από τον πιθανό μελλοντικό κίνδυνο απώλειας πρόσβασης στις αγορές αν το πελατειακό κράτος που προσπαθεί να οικοδομήσει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές αντικατασταθεί από το πελατειακό κράτος της ΝΔ. Δείτε τι έγινε στην Αργεντινή.

Για αυτό επιβάλλεται μετά τις εκλογές να πάμε σε ευρύτερες εθνικές συνεννοήσεις για αλλαγές σε Σύνταγμα και θεσμούς ώστε να αποκτήσουμε ανοικτούς πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς.

Με ταυτόχρονη κατάργηση των εμποδίων που καθυστερούν τον μετασχηματισμό της οικονομίας σε πιο εξωστρεφή. Με επενδύσεις στην παιδεία την έρευνα και την καινοτομία. Έτσι, μόνο θα διασφαλίσουμε την οριστική και ασφαλή υπέρβαση της κρίσης και θα ενισχύσουμε στη συνείδηση των πολιτών την αξιοπιστία της πολιτικής.

Ομιλία στην εκδήλωση του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών, 27 Απριλίου 2018

Έχει συμπληρωθεί μία δεκαετία από την εκδήλωση της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης το 2008.

Ήταν η μεγαλύτερη μεταπολεμική κρίση με οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες που παρέμειναν αισθητές σε πολλές χώρες για αρκετά χρόνια μετά την εκδήλωσή της και εξακολουθούν να παραμένουν αισθητές στην Ελλάδα.

Σήμερα, είναι πλέον αποδεκτό ότι οι αγορές απέτυχαν τότε να διαγνώσουν έγκαιρα τους κινδύνους που εγκυμονούσε για τη διεθνή οικονομία το περιβάλλον υπερβάλλουσας ρευστότητας της δεκαετίας του 2000.

Το γεγονός αυτό συνδέθηκε ευθέως με την αποτυχία των τριών οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης (Moody’s, S&P’s και Fitch) που ως διαμεσολαβητές πληροφόρησης δεν αποτίμησαν σωστά το ρίσκο που ήταν συνδεδεμένο με τα εταιρικά και κρατικά ομόλογα.

Αν κάτι πρέπει να μας προβληματίζει ως προς το ερώτημα αν «πρέπει να εμπιστευόμαστε τους οίκους αξιολόγησης;» είναι το γεγονός ότι η αποτυχία τους αυτή δεν ήταν η πρώτη.

Είχε προηγηθεί η αποτυχία τους στις αρχές της δεκαετίας του 2000 να προβλέψουν την επικείμενη κατάρρευση πολλών εταιρειών στο χώρο του ίντερνετ αλλά και της ενεργειακής εταιρείας Enron.

Ανάλογες αποτυχίες υπήρχαν και στην περίπτωση χωρών που πτώχευσαν παρά το γεγονός ότι η πιστοληπτική τους βαθμίδα δεν το προέβλεψε αυτό.

Από το 1975 μέχρι το 2009 μόνο μια χώρα από αυτές που είχαν βαθμολογήσει οι οίκοι με τη χαμηλότερη αξιολόγηση τελικά πτώχευσε.

Οι αποτυχίες τους όμως αυτές δεν φαίνεται να οδηγούσαν σε κάποια διορθωτική κίνηση καθώς δεν υπήρχε εποπτεία στη λειτουργία τους.

Δεν αποτελεί λοιπόν σύμπτωση ότι απέτυχαν να αξιολογήσουν σωστά σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα στην αγορά στεγαστικών δανείων των ΗΠΑ. Όταν η αγορά ακινήτων στις ΗΠΑ κατέρρευσε τότε ξεκίνησε η κρίση.

Η κρίση σύντομα μεταδόθηκε μέσω Ην. Βασιλείου στην Ευρώπη και οδήγησε σε αυτό που στη δημόσια συζήτηση έχει χαρτογραφηθεί ως «κρίση χρέους» χωρών της Ε.Ε.

Σε πολλούς δεν είναι ακόμη κατανοητό ποιος υπήρξε ο ειδικός ρόλος των οίκων αξιολόγησης στην κρίση και πως μπορούσαν με τις αποφάσεις τους να επηρεάσουν την εξέλιξη της.

Ο ρόλος τους στην κρίση σχετίζεται με την βαθμολόγηση που δίνουν στα ομόλογα χωρών της ευρωζώνης και το θεσμικό πλαίσιο άσκησης νομισματικής πολιτικής στην ευρωζώνη από τη ΕΚΤ.

Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να κάνω μια αναφορά σε ζητήματα που σχετίζονται με την λειτουργία της ευρωζώνης.

Η μακρά εμπειρία δημοσιονομικής χαλαρότητας σε πολλές χώρες που ήταν υποψήφιες να συμμετάσχουν στην ευρωζώνη ώθησε χώρες όπως η Γερμανία να προτείνουν τη θέσπιση του Συμφώνου Ανάπτυξης και Σταθερότητας προκειμένου να τεθεί σε έλεγχο η δημοσιονομική πολιτική των χωρών της ευρωζώνης μετά την έναρξη της ΟΝΕ.

Αυτή υπήρξε μια συνειδητή επιλογή που προέκυψε από την εκτίμηση ότι οι αγορές μπορεί να αποτύχουν να πειθαρχήσουν χώρες με παράδοση στη δημοσιονομική χαλαρότητα.

Ο ρόλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης να επιβάλλει τη δημοσιονομική πειθαρχία υποβαθμίστηκε όταν παραβιάστηκαν οι κανόνες του από τη Γερμανία και τη Γαλλία το 2003 και αργότερα το 2005 τροποποιήθηκε.

Μετά την τροποποίηση του Συμφώνου η ΕΚΤ δέχτηκε πιέσεις να διευκολύνει το έργο των αγορών να επιβάλλουν αυτές τη δημοσιονομική πειθαρχία στην Ευρωζώνη.

Τελικά, το Νοέμβριο του 2005 η ΕΚΤ ανακοίνωσε ότι η αποδοχή των κρατικών ομολόγων, ως ενέχυρο στις πράξεις νομισματικής πολιτικής της, θα γίνεται υπό την προϋπόθεση ότι θα έχουν πιστοληπτική βαθμολόγηση από ένα επίπεδο και πάνω και ότι η βαθμολόγηση αυτή θα προέρχεται από τους τρεις γνωστούς οίκους αξιολόγησης. Σε αντίθεση λοιπόν με τα όσα ίσχυαν μέχρι και τον Νοέμβριο του 2005 η ΕΚΤ αναγνώριζε πλέον με θεσμοποιημένη πρόβλεψη ότι δεν θα κάνει δεκτά ως ενέχυρο τα ομολόγα χωρών με βαθμίδα κάτω από το Α.

Έτσι, μέσω της ΕΚΤ, εκχωρήθηκε ρόλος στις αγορές και τους οίκους αξιολόγησης να πειθαρχούν τη δημοσιονομική πολιτική των χωρών της ευρωζώνης γιατί απέτυχε στο ρόλο αυτό το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Αυτή η απόφαση της ΕΚΤ δημιούργησε μεταξύ άλλων και τις προϋποθέσεις για την κρίση χρέους στην Ευρώπη. Η ανησυχία για υποβάθμιση των ομολόγων μίας χώρας και πιθανή χρεοκοπία μπορούσε να εξελιχθεί σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Η απόφαση της ΕΚΤ διευκόλυνε τις αγορές να έχουν δυσμενή στάση σε βάρος ομολόγων χωρών με χαμηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση. Έτσι, σε συνθήκες πανικού στην αγορά –όπως συνέβη μετά το 2008- η πρόβλεψη για πιθανή απώλεια της βαθμολόγησης Α των ομολόγων μιας χώρας μπορεί να οδηγήσει σε πιστωτικό γεγονός στο βαθμό που η αγορά γνωρίζει ότι η ΕΚΤ δεν θα τα κάνει πλέον αποδεκτά.

Αυτή υπήρξε η εμπειρία χωρών της ευρωζώνης όπως η Ελλάδα που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης και κατέστη περισσότερο εμφανής μετά την απόφαση της Ντοβίλ τον Οκτώβριο του 2010.

Τότε δηλαδή που οι ηγέτες της Γαλλίας και της Γερμανίας αποφάσισαν ότι προϋπόθεση για να προσφύγει μια χώρα στο μηχανισμό στήριξης θα ήταν η αξιολόγηση βιωσιμότητας του χρέους και η αναδιάρθρωσή του σε περίπτωση που αυτό κρίνονταν μη βιώσιμο.

Μόλις ανακοινώθηκε αυτή η απόφαση οι επενδυτές άρχισαν να εγκαταλείπουν μαζικά ομόλογα χωρών του Νότου διότι πλέον το ενδεχόμενο κουρέματος των ιδιωτών επενδυτών ήταν ανοιχτό.

Επανέρχομαι τώρα στο ρόλο των οίκων. Μέχρι την κρίση του 2008 οι αξιολογήσεις των οίκων ήταν πολύ επιφανειακές και αδιαφανείς και δεν υπήρχαν συγκεκριμένα κριτήρια με τα οποία αξιολογούσαν τις χώρες.

Επιπλέον, δεν φάνηκαν να είναι ικανοί να μπορούν να εκτιμήσουν τους κινδύνους για ευρύτερες συστημικές κρίσεις.

Έτσι, οι οίκοι προχώρησαν πολύ αργά στις υποβαθμίσεις χωρών με μεγάλο χρέος (Βέλγιο, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία Πορτογαλία κλπ) παρά τη διαφαινόμενη ανοδική πορεία του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Για παράδειγμα στην περίπτωση της Ελλάδος ο πρώτος οίκος που άλλαξε την αξιολόγηση ήταν ο οίκος S&P’s μόλις τον Ιανουάριο του 2009, αφού για μια πενταετία δηλαδή από τον Νοέμβριο του 2004  και  μέχρι το 2009 δεν ασχολήθηκε καθόλου με την Ελλάδα παρ’ όλο που τα μακροοικονομικά της μεγέθη επιδεινώνονταν συνεχώς ειδικά μετά το 2007.

Πιθανότατα οι οίκοι άργησαν να αντιδράσουν επειδή  υπερεκτίμησαν την προστασία από χρεοκοπία που απολάμβαναν οι χώρες μέλη της ευρωζώνης.

Τελικά, όταν εκδηλώθηκε η κρίση, οι οίκοι αυτοί, με τις απότομες και μεγάλες υποβαθμίσεις στις αξιολογήσεις που πραγματοποίησαν  μετά την εκδήλωση της, θεωρήθηκαν υπεύθυνοι και για την επιδείνωση και διάχυση της στις χώρες της Ευρωζώνης.

Στους οίκους αυτούς ασκήθηκε κριτική ότι ήταν εκτεθειμένοι σε σύγκρουση συμφερόντων και στον ηθικό κίνδυνο. Οι αξιολογήσεις γίνονται μετά από αίτημα των πελατών τους (εκδότες ομολόγων) που πλήρωναν.

Η Ε.Ε. μετά την εκδήλωση της κρίσης υιοθέτησε τον Κανονισμό 1060/2009 για να ρυθμίσει τη λειτουργία των οίκων αξιολόγησης. Ο στόχος του αρχικού Κανονισμού ήταν να διασφαλίσει την αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων, την ενίσχυση της ποιότητας των βαθμολογήσεων και την ενίσχυση της διαφάνειας στις διαδικασίες αξιολόγησης.

Στη συνέχεια τον αναθεώρησε αρχικά με τον Κανονισμό 513/2011 και στην συνέχεια με τον Κανονισμό 462/2013. Η πρώτη τροποποίηση δεν άλλαξε τους στόχους του αρχικού Κανονισμού. Εξουσιοδότησε όμως την ESMA (European Securities and Markets Aythority) να εποπτεύει τους οίκους αξιολόγησης.

Με την δεύτερη τροποποίηση τέθηκε ως στόχος να εξαλειφθεί από την ευρωπαϊκή νομοθεσία μέχρι το 2020 οποιαδήποτε αναφορά σε αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας για ρυθμιστικούς σκοπούς και προτάθηκε στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να αναπτύξουν δικά τους εργαλεία αξιολόγησης.

Η στόχευση όμως για αποδέσμευση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας από τις αξιολογήσεις των οίκων υπονομεύεται από την κεντρική στόχευση που είναι η ενίσχυση της ποιότητας των βαθμολογήσεων και της διαφάνειας στη διαδικασία αξιολόγησης.

Με τη δεύτερη τροποποίηση προτάθηκε η θέσπιση ενός ευρωπαϊκού οίκου αξιολόγησης. Η πρόταση αυτή είναι αναποτελεσματική ως προς την επίλυση του προβλήματος στη λειτουργία των οίκων αξιολόγησης. Με εξαίρεση ενδεχομένως στο διαγνωσμένο πρόβλημα της «ευμενέστερης» αξιολόγησης των επιχειρήσεων ή κρατών που έχουν έδρα εκεί που εδρεύει ο οίκος αξιολόγησης. Η Ε.Ε. με την πρόταση αυτή επιδίωκε να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός και να περιοριστεί η  ισχυρή θέση που έχουν οι τρεις αυτοί οίκοι στις αγορές.

Η συγκεκριμένη πρόταση δεν έχει προχωρήσει ούτε έχει αυξηθεί ο ανταγωνισμός όπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών (ESMA).

Από την τελευταία έρευνα που δημοσιοποίησε προκύπτει ότι αν και η ESMA έχει στο μητρώο της καταχωρημένους 26 οίκους, οι 3 γνωστοί οίκοι εξακολουθούν να ελέγχουν μετά το 2012 πάνω από το 93% της αγοράς.

Οι οίκοι απάντησαν στην κριτική που τους ασκήθηκε,  καθιστώντας περισσότερο διαφανή τη διαδικασία των  αξιολογήσεων μετά το 2010. Επιπρόσθετα, τώρα στις αξιολογήσεις τους δίνουν πολύ μεγαλύτερη έμφαση στα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη.

Ένα ερώτημα που θέτουν πολλοί μετά την εμπειρία του 2008 είναι αν οι αξιολογήσεις εξακολουθούν να παίζουν κάποιο ρόλο στις αγορές;

Αν δηλαδή παρέχουν στις αγορές κάποια πρόσθετη πληροφόρηση πέρα από αυτήν που οι ίδιες έχουν;

Το ερώτημα αυτό δεν είναι αβάσιμο αν λάβει υπόψη κανείς το γεγονός ότι οι αγορές δεν αντέδρασαν όταν ανακοινώθηκε η υποβάθμιση της αξιολόγησης των βρετανικών ή η αναβάθμιση των Πορτογαλικών ομολόγων.

Έτσι, όταν το Ην. Βασίλειο έχασε την τελευταία αξιολόγηση του ΑΑΑ από την S&P’s μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για το Brexit αντί να πέσουν οι τιμές των ομολόγων αυτές αυξήθηκαν.

Αντίθετα, οι τιμές των ομολόγων ιδιαίτερα των χωρών του Νότου ενισχύθηκαν το 2012 μετά την περίφημη ομιλία του Προέδρου της ΕΚΤ κ. Ντράγκι ο οποίος δήλωσε τότε «είμαι έτοιμος να κάνω ότι χρειάζεται για να σωθεί το ευρώ» παρά το γεγονός ότι η βαθμολόγηση των οίκων δεν άλλαξε.

Ακόμη και μετά την αποτυχία τους στην πράξη οι αξιολογήσεις των οίκων  εξακολουθούν να επηρεάζουν την πορεία  χωρών που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης.

Αυτό συμβαίνει, όπως προαναφέρθηκε, εξαιτίας του θεσμικού πλαισίου άσκησης της νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ.

Μια πρόταση που έχει διατυπωθεί για να ξεπεραστεί αυτό το πρόβλημα είναι να αποσυνδέσει η ΕΚΤ την αποδοχή των ομολόγων χωρών  της ευρωζώνης από την αξιολόγηση που έχουν από τους οίκους αξιολόγησης. Η αποδοχή τους θα μπορούσε να γίνεται με βάση αξιολογήσεις της ίδιας της ΕΚΤ ή του ESM αν τελικά μετασχηματιστεί σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.

Με αυτά τα δεδομένα είναι προφανές ότι η στόχευση της Ελλάδας για την πορεία μετά τα μνημόνια και την επιστροφή σε βιώσιμη ανάπτυξη μέσω της προσέλκυσης επενδύσεων εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις αξιολογήσεις των οίκων. Τα εμπειρικά δεδομένα συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η προσέλκυση επενδύσεων βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα επηρεάζεται από τις αξιολογήσεις.

Μια επιπλοκή από την κριτική που δέχθηκαν οι οίκοι και θα επηρεάσει την Ελλάδα είναι ότι θα γίνουν υπερβολικά επιφυλακτικοί στο να αποτιμούν την βελτίωση. Έτσι οι αναβαθμίσεις θα γίνονται με τέτοια καθυστέρηση που τελικά να είναι «παλαιά νέα» στα οποία η αγορά θα έχει αντιδράσει νωρίτερα.

Μια άλλη επιπλοκή είναι ότι θα γίνουν πιο συντηρητικοί προς το άγνωστο και καινούργιο και έτσι σε φάση ανόδου των επιτοκίων οι αναλύσεις τους για επιχειρήσεις – ειδικά χωρών περιφέρειας, εσωστρεφών και ΜΜΕ- που στοχεύουν σε μεγέθυνση να είναι πολύ συντηρητικές και να υποσκάπτουν τους όρους χρηματοδότησης και τις προοπτικές τους.

Σήμερα, τα Ελληνικά ομόλογα εξακολουθούν να ανήκουν στην βαθμίδα των «σκουπιδιών» junk bonds. H ΕΚΤ δεν αναμένεται να κάνει καμία εξαίρεση στους κανόνες της και έτσι οι ελληνικές τράπεζες θα χάσουν το waiver, όπως έγινε και στην περίπτωση της Κύπρου στις αρχές του 2016, και έτσι τα ελληνικά ομόλογα, δεν θα γίνονται αποδεκτά από την ΕΚΤ για τις πράξεις χρηματοδότησης και δεν συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Η απώλεια αυτής της «εγγύησης» της ΕΚΤ αναμένεται να επηρεάσει τις διαθέσεις των επενδυτών.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οφείλει  να αξιολογήσει σε ποιες πολιτικές πρέπει να δώσει άμεση προτεραιότητα ώστε να εξασφαλίσει αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης. Η αναβάθμιση στα ομόλογα θα πρέπει να έρθει το συντομότερο δυνατόν καθώς η χώρα προετοιμάζεται για την κάλυψη των μελλοντικών της δανειακών αναγκών αποκλειστικά από τις αγορές.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα νέα κριτήρια αξιολόγησης που υιοθέτησαν οι οίκοι μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η συνέχιση του προγράμματος των μεταρρυθμίσεων με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την επιτάχυνση της αναδιάρθρωσης του παραγωγικού προτύπου υπέρ του τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών, πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα των κυβερνητικών επιλογών.

Η αξιοπιστία του οδικού χάρτη για παροχή νέων ελαφρύνσεων στο ελληνικό χρέος, ειδικά αν περιορίζει τους κινδύνους που απορρέουν από ασθενέστερο, από το αναμενόμενο, μελλοντικό ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης, θα διευκόλυναν επίσης τις αποφάσεις τους όπως και η πολιτική σταθερότητα και η διαχρονική συνέπεια των πολιτικών.

Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στη μεταμνημονιακή πορεία της χώρας αυτό συνδέεται με το σχεδιασμό της κυβέρνησης να διασφαλίσει αυτό που η ίδια αποκαλεί «καθαρή» έξοδο στις αγορές ώστε να εξασφαλίσει βαθμούς ελευθερίας για να ακυρώσει ή να αναστείλει το πρόγραμμα  μεταρρυθμίσεων.

Ουσιαστικά η κυβέρνηση επιδιώκει την επονομαζόμενη «καθαρή έξοδο» προκειμένου να κάνει μετά ακριβώς το αντίθετο από ότι χρειάζεται για να επιτυχής η «καθαρή έξοδος» και να διατηρήσει η χώρα την πρόσβαση στις αγορές. Μάλιστα προαναγγέλλει τις προθέσεις της! Αυτό θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην αξιολόγηση της χώρας. Θα διαμορφώσει υψηλά το κόστος δανεισμού της περιορίζοντας ακόμη περισσότερο το δημοσιονομικό χώρο και τις αναπτυξιακές προοπτικές.

Οκτώ χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης οι αξιολογήσεις των τριών οίκων  θα καθορίσουν σε σημαντικό βαθμό αυτήν την φορά την μεταμνημονιακή πορεία της Ελλάδας. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να παραγνωρίσει την πραγματικότητα αυτή για να χτίσει την πολιτική αφήγηση περί «καθαρής» εξόδου. Ούτε και οι επόμενες κυβερνήσεις αφού πολιτική σταθερότητα και διαχρονική συνέπεια των πολιτικών θα επηρεάζουν την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας.

«Ο Κώστας Καραμανλής οδήγησε τη χώρα στο μνημόνιο και ο Τσίπρας κάνει πως δεν καταλαβαίνει τίποτε γι’ αυτή την περίοδο» δήλωσε στο Ραδιόφωνο 24/7 στους 88,6 ο πρώην υπουργός Οικονομικών Φίλιππος Σαχινίδης, σχολιάζοντας την επίσκεψη του πρωθυπουργού στο Καστελόριζο, οκτώ χρόνια μετά από αυτή του Γιώργου Παπανδρέου που ανακοίνωσε την ένταξη της χώρας στο μνημόνιο.

Τόνισε ότι ο κ. Τσίπρας μπορεί να θέλει να συνδέσει τη δική του παρουσία στο Καστελόριζο με την έξοδο της Ελλάδας από τα μνημόνια, αλλά είναι άλλο πράγμα η έξοδος από τα μνημόνια και άλλο η έξοδος από την κρίση.

Σημείωσε ότι ο Αλέξης Τσίπρας θα προσπαθήσει να πείσει τους πολίτες ότι η Ελλάδα βγαίνοντας από το μνημόνιο θα βγει και από την κρίση, αλλά δεν ισχύει.

Πρόσθεσε ότι η χώρα έχει δεσμεύσεις και κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι παρουσιάζει πρόγραμμα ανάπτυξης στο εξωτερικό και όχι στα κόμματα.

Όπως είπε μάλιστα το πρόγραμμα ανάπτυξης θα μπορούσε να ενσωματώσει και προτάσεις των άλλων κομμάτων.