Αρθογραφία - Συνεντεύξεις

-Το τρίτο μνημόνιο ολοκληρώνεται τον Αύγουστο, κ. Σαχινίδη. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα προχωρά στην ανάπτυξη χωρίς δεσμεύσεις ή θα υπάρξει και τέταρτο;

Με την έξοδο από τα μνημόνια δεν σημαίνει ότι θα έχουμε οριστική και ασφαλή έξοδο από την κρίση με μετάβαση σε διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Για να περάσουμε σε διατηρήσιμη ανάπτυξη πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα που μας οδήγησαν στην κρίση του 2009. Κάτι που μέχρι στιγμής δεν έχει προχωρήσει στο επιθυμητό βαθμό αν εξαιρέσουμε τα δύο πρώτα χρόνια της κρίσης, που έγιναν αρκετά τολμηρά βήματα. Αντίθετα, βλέπουμε την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να κτίζει ένα νέο πελατειακό κράτος με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη χώρα και την οικονομία.

Οκτώ χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου δεν υπάρχει ούτε μια χώρα στην Ευρώπη διατεθειμένη να προσφέρει νέο φθηνό δανεισμό στην Ελλάδα για άλλη μια τριετία. Άρα, δεν μπορεί να υπάρξει τέταρτο μνημόνιο.

-Πιστοληπτική γραμμή ή αποθεματικό; Τι είναι πιο συμφέρον για τη χώρα;

Λάθος δίλλημα. Αν εκδηλωθεί μελλοντικά μια διεθνής κρίση μας προστατεύει η προληπτική γραμμή ή το αποθεματικό; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ότι κανένα από τα δύο δεν θα μας προστατέψει. Η οικονομία και οι εργαζόμενοι θα είναι προστατευμένοι στο ενδεχόμενο μιας νέας διεθνούς κρίσης μόνο αν ολοκληρωθούν οι αναγκαίες αλλαγές και προχωρήσει η αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου.

Με την «καθαρή έξοδο» η κυβέρνηση επιχειρεί να κτίσει τη νέα της πολιτική αφήγηση: «ναι μεν υπέγραψα το Τρίτο Μνημόνιο εξ’ ανάγκης αλλά έβγαλα τη χώρα από τα μνημόνια». Στην πραγματικότητα μετά τον Αύγουστο δεν θα μπορεί μόνη της να αλλάξει τους αυστηρούς στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Η κυβέρνηση με την υποτιθέμενη «καθαρή έξοδο» έχει θέσει ως στόχο να αναστείλει ή να ακυρώσει μεταρρυθμίσεις που της στοιχίζουν πολιτικά. Με τις επιλογές της, δυστυχώς για τη χώρα, εξακολουθεί να είναι μέρος του προβλήματος και όχι μέρος της λύσης του ελληνικού προβλήματος.

-Ποια είναι η πολιτική πρόταση του Κινήματος Αλλαγής για την επόμενη ημέρα της λήξης του μνημονίου;

Το Κίνημα Αλλαγής υποστηρίζει ότι η ασφαλής και οριστική έξοδος της χώρας από την κρίση προϋποθέτει ευρείες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις για να ανακτηθεί πολιτική αξιοπιστία στην Ευρώπη που χάθηκε μετά τις αδιέξοδες και επικίνδυνες κυβερνητικές επιλογές του 2015. Με ενισχυμένη την αξιοπιστία θα διεκδικήσουμε την ελάφρυνση του δημόσιου χρέους ώστε να καταστεί δυνατή η μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα από 3,5% του ΑΕΠ σε 2% από το 2019.

Η μείωση αυτή θα δημιουργήσει τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο για φορολογικές και ασφαλιστικές ελαφρύνσεις. Αυτές σε συνδυασμό με την επίλυση του προβλήματος του ιδιωτικού χρέους και ένα Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων, που θα επιταχύνει τον μετασχηματισμό της οικονομίας με ενίσχυση του τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών, θα διευκολύνουν την προσέλκυση ιδιωτικών εγχώριων και ξένων επενδύσεων.

Η ενίσχυση των ιδιωτικών επενδύσεων στα επόμενα χρόνια θα στηρίξει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και θα οδηγήσει στη δημιουργία νέων, βιώσιμων και ποιοτικών θέσεων εργασίας με καλούς μισθούς. Έτσι, θα εξασφαλιστούν και οι αναγκαίοι πόροι για τη στήριξη του κοινωνικού κράτους και όσων χτυπήθηκαν από την κρίση. Αυτός είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος αντιμετώπισης της φτώχειας και των κοινωνικών ανισοτήτων που οξύνθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης και όχι τα φιλανθρωπικά μερίσματα της κυβέρνησης παραμονές Χριστουγέννων.

-Πώς μπορεί να σχεδιαστεί και εφαρμοστεί ένα Ελληνικό σχέδιο Ανασυγκρότησης σε ασταθές διεθνές οικονομικό περιβάλλον, λόγω της πολιτικής Τράμπ και της έντασης που επικρατεί στα εθνικά θέματα κυρίως με την ρητορική επιθετικότητα της Τουρκίας;

Η κυβέρνηση απέτυχε τα προηγούμενα χρόνια να αξιοποιήσει το ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον της ποσοτικής χαλάρωσης, των χαμηλών επιτοκίων και της παγκόσμιας ανάπτυξης. Με τις επιλογές της οδήγησε τη χώρα σε δύο χρόνια ύφεσης το 2015 και το 2016, ενώ το 2017 η ανάπτυξη ήταν τελικά στο μισό του αρχικού στόχου.

Σήμερα, λοιπόν, που οι συνθήκες στο διεθνές περιβάλλον φαίνεται ότι χειροτερεύουν σε συνδυασμό με την πολιτική έντασης που συντηρεί η Τουρκία, είναι ακόμη πιο επιτακτική η ανάγκη να προχωρήσουμε σε συναινέσεις ώστε να έχουμε τον Αύγουστο θετικές αποφάσεις για το χρέος και τα ελλείμματα που θα επιτρέψουν την εκπόνηση ενός αξιόπιστου εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης της οικονομίας.

Το Κίνημα Αλλαγής υπογραμμίζει την ανάγκη για στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ αλλά ζητάτε συναίνεση για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Πως συμβαδίζουν αυτά τα δύο;

Η αναθεώρηση του Συντάγματος προϋποθέτει εξ ορισμού την επίτευξη ευρύτερων συναινέσεων. Με δεδομένο ότι η ΝΔ που είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων το 2013, οπότε μπορούσε να ξεκινήσει η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, δεν το έπραξε τότε, δεν έχουμε το περιθώριο σήμερα να καθυστερήσουμε άλλο. Πιστεύω ότι αυτό έγινε κατανοητό και από τον κ. Μητσοτάκη και για αυτό τροποποίησε την αρχική του στάση.

Σε ό,τι αφορά τον στρατηγικό μας στόχο εξακολουθούμε να υποστηρίζουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει ούτε μπορεί να διασφαλίσει την οριστική και ασφαλή έξοδο από την κρίση. Άλλωστε η κρίση και ο άκρατος λαϊκισμός του έφεραν τον ΣΥΡΙΖΑ στη θέση που είναι σήμερα.

Τώρα που κατέρρευσε η τεχνητή διαίρεση μνημονιακών – αντιμνημονιακών δυνάμεων ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να κρυφτεί πίσω από μια νέα τεχνητή διαίρεση: «το νέο και ηθικό» έναντι του «παλιού και διεφθαρμένου».

Η πραγματική όμως σύγκρουση σήμερα στην Ελλάδα είναι μεταξύ των προοδευτικών δυνάμεων, όπως το Κίνημα Αλλαγής, που προτάσσουν τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών, έναντι των συντηρητικών δυνάμεων, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, που προτάσσουν το συμφέρον του κόμματος και των στελεχών του και θέτουν σε δεύτερη μοίρα το συμφέρον της χώρας και της κοινωνίας.

Είναι η σύγκρουση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων που θέλουν να κατεδαφίσουν το πελατειακό κράτος και να οικοδομήσουν ανοικτούς πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς και των δυνάμεων που επιδιώκουν να κτίσουν το δικό τους πελατειακό κράτος και να συντηρούν κλειστούς πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς και τον παρεοκρατικό καπιταλισμό. Στις πρώτες δυνάμεις ανήκει το Κίνημα Αλλαγής. Στις δεύτερες ανήκουν ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ. Για αυτό θεωρούμε αναγκαία την στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ. Ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζουμε ότι θα οδηγήσει τη χώρα σε νέα αδιέξοδα η αντικατάσταση του πελατειακού κράτους του ΣΥΡΙΖΑ με αυτό της ΝΔ αν στις επόμενες εκλογές κερδίσει η ΝΔ.

-Τι απαντάτε σ’ όσους λένε ότι προκαλείται σύγχυση και εκπέμπεται μήνυμα προσέγγισης με τον ΣΥΡΙΖΑ;

Να μην μπερδεύουν την αξιακή πολιτική επιλογή για ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις που έχει ανάγκη η χώρα με τη συμπόρευση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί στην πρόταση μας για συναινέσεις περιλαμβάνεται και η ΝΔ.

Σε κάθε περίπτωση ας κατανοήσουν ότι η αντίθεση της εκλογικής μας βάσης να συμμετέχει ένα στέλεχος μας μετά τις εκλογές ως Υπουργός σε μια Κυβέρνηση υπό τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ισοδύναμη με την αντίθεση της να συμμετάσχουν τα στελέχη μας σε Κυβέρνηση υπό τη ΝΔ. Ας παραμερίσουν λοιπόν το άγχος της μελλοντικής τους υπουργοποίησης σε κυβερνήσεις άλλων.

Το ιστορικό μας καθήκον είναι να εργαστούμε ώστε να αποκτήσουμε αυτόνομο πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της χώρας, επιβάλλοντας έτσι όρους και προϋποθέσεις συναινέσεων για τις απαραίτητες αλλαγές, αντί να αυτοεγκλωβιζόμαστε στο ρόλο του χρήσιμου κυβερνητικού συνεργάτη.

Ας επικεντρωθούμε στη χάραξη μιας αυτόνομης πορείας. Μόνο αυτός ο ρόλος ταιριάζει στη Δημοκρατική Παράταξη ώστε να εργαστεί για την οριστική και ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση.

-Πως σχολιάζετε την επίθεση φιλίας για συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων από τα κυβερνητικά στελέχη; Υπάρχει κοινό έδαφος;

Αν και δεν είναι της ειδικότητας μου ο κλάδος αυτός, πολλές από τις δηλώσεις των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ μοιάζουν να προέρχονται από άτομα με συμπτώματα διπολικής διαταραχής. Δευτέρα-Τετάρτη-Παρασκευή είναι υπέρ της Συνεργασίας με το Κίνημα Αλλαγής. Τρίτη-Πέμπτη-Σάββατο, κατά τα στελέχη αυτά, το Κίνημα Αλλαγής, και οι δυνάμεις που μετέχουν σε αυτό, είναι δυνάμεις που εκπροσωπούν «το παλιό και διεφθαρμένο καθεστώς που οδήγησε στην κρίση και έφερε τα Μνημόνια».

Το ότι στο ΣΥΡΙΖΑ έχουν εισρεύσει στρατιές στελεχών που προέρχονται είτε από την Καραμανλική Δεξιά είτε από το ΠΑΣΟΚ ή ότι συνεργάζονται με ένα ακροδεξιό κόμμα των ΑΝΕΛ δεν φαίνεται να τους απασχολεί. Ίσως επειδή θεολογικά αντιμετωπίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ ως την κολυμπήθρα του Σιλωάμ που αίρει όλες τις αμαρτίες του κόσμου. Προφανώς και τις δικές τους.

-Ποια θα πρέπει να είναι η στρατηγική απάντηση της Ελλάδας στην επιθετικότητα της Τουρκίας στο Αιγαίο και την Κύπρο;

Η Ελλάδα πρέπει να μείνει σταθερή στις θέσεις της για φιλικές σχέσεις με όλες τις γειτονικές χώρες στη βάση του σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου και των Συνθηκών. Οφείλουμε να αξιοποιούμε τη συμμετοχή μας στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ αλλά και τις φιλικές μας σχέσεις με χώρες της ευρύτερης περιοχής. Κάθε κυβέρνηση οφείλει με τις επιλογές της να στηρίζει το στρατιωτικό δόγμα της αποτρεπτικής ισχύος. Σε κάθε περίπτωση η πολιτική ηγεσία οφείλει να μην παρασύρεται από τις επιλογές των γειτόνων που επιθυμούν να διαμορφώσουν συνθήκες ώστε να φέρουν την Ελλάδα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ένα ατύχημα ή ένα θερμό επεισόδιο με την Τουρκία θα έχει καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία και τις προοπτικές της χώρας. Οφείλουμε να βρούμε έναν τρόπο διαχείρισης της αστάθειας στην ευρύτερη περιοχή, που περιλαμβάνει και την τουρκική επιθετικότητα, που θα είναι επωφελής για τα εθνικά συμφέροντα.

Αυτό το τριήμερο είμαστε εδώ γιατί πήραμε μια μεγάλη απόφαση, να ενώσουμε τις δυνάμεις μας και να εργαστούμε για την οριστική και ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση.

Να διασφαλίσουμε ότι η χώρα δεν θα χάσει άλλη μια δεκαετία.

Να  παραδώσουμε στην επόμενη γενιά μια Ελλάδα καλύτερη από αυτή που παραλάβαμε από τους γονείς μας.

Να παλέψουμε με τα άλλα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά και προοδευτικά κόμματα για μια Ευρώπη προοδευτική που θα δίνει στον κοινωνικό πυλώνα την ίδια βαρύτητα με τον οικονομικό πυλώνα.

Να βάλουμε ως στόχο στην Ευρώπη την ολοκλήρωση όχι μόνο της τραπεζικής ένωσης αλλά και της δημοσιονομικής ένωσης.

Φίλες και φίλοι,

Το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης του 2008 οδήγησε σε ορισμένα πολιτικά παράδοξα.

Το πρώτο παράδοξο είναι ότι ενώ στην πράξη ηττήθηκαν οι νεοφιλελεύθερες απόψεις για την πλήρη και ανεξέλεγκτη απελευθέρωση των αγορών το πολιτικό τίμημα δεν το πλήρωσαν τα δεξιά κόμματα που υπερασπίστηκαν αυτές τις απόψεις.

Το πλήρωσαν τα κόμματα της κεντροαριστεράς, της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

Ένα δεύτερο πολιτικό παράδοξο είναι ότι – με εξαίρεση την Ελλάδα – την υποχώρηση της κεντροαριστεράς δεν την καρπώνεται η ριζοσπαστική αριστερά ή όποια άλλη εκδοχή της αριστεράς.

Κερδισμένα βγαίνουν λαϊκιστικά κόμματα κυρίως της άκρας η της εθνικιστικής Δεξιάς, τα οποία προσελκύουν πρώην ψηφοφόρους των σοσιαλιστών.

Προωθώντας ως λύση στα σύνθετα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα τον πολιτικό και οικονομικό εθνικισμό και την ξενοφοβία.

Εύλογα λοιπόν με βάση  την εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας τίθεται το ερώτημα;

Ποιο είναι το μέλλον της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη;

Μπορεί αυτή να αποκτήσει ξανά πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή;

Η απάντηση είναι ναι αλλά θέλει πολύ δουλειά.

Για να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη των πολιτών πρέπει να  επαναπροσδιορίσουμε την ταυτότητα μας.

Να ορίσουμε τις νέες κοινωνικές συμμαχίες.

Να απαντήσουμε στις σημερινές αγωνίες των πολιτών και ιδιαίτερα στον φόβο, την έλλειψη αυτοπεποίθησης και προοπτικής και την γενικευμένη ανασφάλεια σε όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής που προκύπτουν από την παγκοσμιοποίηση και την ασυδοσία της ελεύθερης αγοράς, την έκρηξη της τεχνολογίας, την γήρανση και τις προσφυγικές ροές.

Αυτή είναι η αναγκαία προϋπόθεση για να ανακτήσουμε κεντρικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της χώρας μας.

Για το σκοπό αυτό είναι χρήσιμο να κωδικοποιήσουμε τα συμπεράσματα σχετικά με τα αίτια που οδήγησαν στην πτωτική πορεία της κεντροαριστεράς στην Ευρώπη.

1)  Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι οι κυβερνητικές συνεργασίες των σοσιαλιστών με τον ιστορικό τους αντίπαλο, δηλαδή τα δεξιά κόμματα, κοστίζουν εκλογικά. Αυτό προκύπτει από την εμπειρία της Γερμανίας και της Ολλανδίας, όπου το SPD και το Εργατικό Κόμμα έχασαν σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων τους. Αντίστοιχη είναι και η εμπειρία του ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα.

2)  Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η μείωση των εγγεγραμμένων μελών και η απαξίωση της θεσμικής λειτουργίας των κομμάτων οδήγησαν στη μείωση της εκλογικής τους επιρροής, εξαιτίας της αποκοπής από την εκλογική τους βάση. Όταν οι πολίτες νιώθουν ότι δεν τους ρωτούν, ότι δεν τους λαμβάνουν υπόψη, τότε γυρίζουν την πλάτη στο κόμμα τους, στην πολιτική, αδιαφορούν.

3)  Η πτωτική πορεία των σοσιαλιστικών κομμάτων στην Ευρώπη δεν σχετίζεται μονοσήμαντα με τα μνημόνια και τις πολιτικές λιτότητας. Από τις χώρες στις οποίες έγιναν εκλογές το 2017 και έχασαν τα σοσιαλιστικά κόμματα καμία δεν είχε την εμπειρία των μνημονίων. Αντίθετα, στην Πορτογαλία οι σοσιαλιστές που διαπραγματεύτηκαν το πρώτο και μοναδικό μνημόνιο της χώρας στις εκλογές του 2016 συγκράτησαν τις δυνάμεις τους.

4)  Τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα χάνουν έδαφος γιατί δεν εμπλούτισαν τις προγραμματικές τους θέσεις με προτάσεις για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, που να δίνει πειστικές απαντήσεις στα πραγματικά προβλήματα που τους απασχολούν, όταν φάνηκε ότι το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο δεν ανταποκρίνονταν στα νέα δεδομένα που συνδιαμόρφωναν η παγκοσμιοποίηση και η  θεσμικά ατελής ευρωζώνη.

Έτσι, στα χρόνια μετά την κρίση σε χώρες της Ευρώπης μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα οι ανισότητες άρχισαν  να διογκώνονται και να αυξάνονται τα φαινόμενα ακραίας φτώχειας.

Κυρίως γιατί μεγάλα τμήματα του πληθυσμού βρέθηκαν χωρίς δουλειά ή γιατί οι μισθοί δεν ήταν ικανοποιητικοί.

Αντίθετα, ισχυρές επιχειρήσεις με τεράστια κέρδη αλλά και πολίτες με υψηλά εισοδήματα αξιοποιούν κάθε δυνατότητα, νόμιμη ή μη, για να αποφύγουν τη φορολόγηση. Στερώντας από το κράτος φορολογικά έσοδα για να στηρίξει τις κοινωνικές παροχές που ήταν ιδιαίτερα αναγκαίες στα χρόνια της κρίσης.

Σε αυτές τις μεγάλες προκλήσεις καλείται σήμερα το Κίνημα Αλλαγής να καταθέσει προς συζήτηση  τις δικές του προτάσεις για την Ελλάδα της επόμενης ημέρας.

Οι προγραμματικές μας αναζητήσεις δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι μια παραλλαγή του παλαιού εθνικού κεϋνσιανισμού που ευνοούσε σε συνθήκες κρίσης την αύξηση των κρατικών δαπανών για να στηριχτεί  η οικονομία ανεξάρτητα από τα αίτια της κρίσης.

Σήμερα αυτή η πολιτική δεν είναι χρήσιμη στις χώρες της Ευρωζώνης, ειδικά τις υπερχρεωμένες όπως η Ελλάδα.

Τώρα ήρθε η ώρα να ανοίξει η συζήτηση για τη δημοσιονομική ένωση της Ευρώπης με προϋπολογισμό που θα επιτρέπει να στηριχτούν χώρες ή περιοχές που πλήττονται από την κρίση.

Δεν είναι όμως λύση ούτε οι γενικόλογες αναφορές για προγραμματική στροφή προς τα αριστερά. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη το είδαμε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Αλλά ποια αριστερά; Αυτή που στην Ελλάδα συνεργάζεται με τους ακροδεξιούς των ΑΝΕΛ;

Που εργαλειοποιεί τους θεσμούς;

Που ξαναχτίζει το πελατειακό κράτος που μας οδήγησε στην κρίση και την κατάρρευση;

Που αντιμετωπίζει ιδεοληπτικά τις ξένες επενδύσεις και την ανάγκη για παραγωγή νέου πλούτου;

Φίλες και φίλοι,

Το Κίνημα Αλλαγής σήμερα καταθέτει τις προτάσεις του για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο και την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.

Οι προτάσεις μας βάζουν ως προτεραιότητα πως θα βγει η χώρα από την κρίση οριστικά και με ασφάλεια.

Προσδιορίζουμε τις διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που πρέπει να προκρίνουμε για να αλλάξει το παραγωγικό πρότυπο της χώρας μας.

Να δημιουργηθούν επιχειρήσεις ανταγωνιστικές και εξωστρεφείς που θα προσφέρουν νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας με καλούς μισθούς.

Αλλαγές που θα προετοιμάσουν τη χώρα ώστε να είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει χωρίς οικονομικό και κοινωνικό κόστος ή με πολύ μικρότερο από αυτό που βιώσαμε,  κρίσεις που μπορεί να εκδηλωθούν μελλοντικά.

Θέλουμε η Ελλάδα να γίνει η χώρα που θα προσελκύει ξένες και εγχώριες επενδύσεις  για τη δημιουργία νέων και ποιοτικών θέσεων εργασίας για την αντιμετώπιση της μακροχρόνιας ανεργίας και την καταπολέμηση των ανισοτήτων, που ενισχύθηκαν την τελευταία δεκαετία.

Αυτές οι προτεραιότητες γίνονται σημείο αιχμής των προγραμματικών μας προτάσεων.

Προτείνουμε τη συγκρότηση μιας νέας κοινωνικής συμμαχίας, που θα εκφράσει όχι μόνο τις υγιείς παραγωγικές δυνάμεις αλλά και τις αγωνίες αυτών που χτυπήθηκαν από την κρίση και την παγκοσμιοποίηση.

Αναγνωρίζουμε την ανάγκη για ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις σε κεντρικούς στόχους που αφορούν τη συζήτηση για το χρέος και τη μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα στα οποία δεσμεύτηκε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μέχρι το 2022 εξαιτίας του τεράστιου ελλείμματος αξιοπιστίας που δημιούργησαν οι επιλογές της το 2015.

Ένα έλλειμμα αξιοπιστίας που οδήγησε στην επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων και κόστισε την επιστροφή στην ύφεση το 2015 και 2016 και τον ορισμό αυτών των φιλόδοξων στόχων για τα πλεονάσματα που δυσκολεύουν τη μετάβαση σε διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Μόνο με ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις θα ξεφύγουμε από την παγίδα των σειρήνων του εθνολαικισμού.

Έτσι θα θωρακίσουμε τη δημοκρατία.

Έτσι μόνο δεν θα χάσουμε άλλη μια δεκαετία.

Σε ότι αφορά τη διασφάλιση της πολιτικής σταθερότητας, προϋπόθεση για τη μετάβαση σε διατηρήσιμη ανάπτυξη, δεν μπορεί το Κίνημα Αλλαγής να εξωθείται από διάφορα κέντρα σε ένα συμπληρωματικό ρόλο  συνεργασίας είτε με τη δεξιά είτε με την αριστερή συντήρηση (ΝΔ ή το ΣΥΡΙΖΑ).

Έχουμε τις προοδευτικές προγραμματικές μας θέσεις και τις θέτουμε στην κρίση των πολιτών.

Αν από το εκλογικό αποτέλεσμα τεθεί ζήτημα κυβερνητικών συνεργασιών ας μας πούνε ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ αν συμφωνούν με το πρόγραμμά μας και τις προτεραιότητες που θέτουμε για τη χώρα.

Ας μας πουν αυτοί ποιον επιλέγουν για συνεργασία και με βάση ποιο σχέδιο για τη χώρα.

Εμείς, όταν έπρεπε, επιδείξαμε εθνικά υπεύθυνη στάση όταν, αυτοί που σήμερα αγωνιούν να κτίσουν  ένα νέο δικομματισμό, ύψωναν τα λάβαρα του αντιμνημονίου με τα «Ζάππεια» ή τα «προγράμματα Θεσσαλονίκης».

Φίλες και φίλοι,

Έχουμε το πολύ 18 μήνες μπροστά μας  μέχρι τις εκλογές.

Η επόμενη μάχη θα είναι η πιο κρίσιμη για την πορεία της ελληνικής κεντροαριστεράς και τις δυνάμεις του δημοκρατικού σοσιαλισμού.

Η επίτευξη των εκλογικών στόχων του Κινήματος Αλλαγής προϋποθέτει την αξιοποίηση όλων των μελών και την ενεργό συμμετοχή τους.

Για να ανακτήσει η πολιτική την χαμένη αξιοπιστία της  στη συνείδηση των πολιτών οι πολίτες πρέπει να συμμετέχουν στη διαμόρφωση της πολιτικής.

Η πρόκληση για το Κίνημα Αλλαγής είναι μεγάλη, όπως και οι ευθύνες όλων μας.

Με  την προγραμματική μας ανανέωση αλλά και την ενεργοποίηση των 210 χιλιάδων πολιτών που προσήλθαν στις εκλογές θα το πετύχουμε.

Ας τολμήσουμε.

Όχι για εμάς αλλά για την Ελλάδα.

Την Ελλάδα της δημιουργίας, της προόδου, της ανεκτικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Για αυτήν αγωνιζόμαστε και σε αυτόν τον αγώνα σας καλώ να συστρατευτούμε.

Θέλω να εκφράσω την ικανοποίησή μου για τη σημερινή σας παρουσία στην εκδήλωση για τον προσυνεδριακό διάλογο του Κινήματος Αλλαγής.

Είμαστε στο ξεκίνημα μιας μεγάλης πορείας που θα καταστήσει το Κίνημα Αλλαγής την ισχυρή δύναμη που θα παλεύει για την προοδευτική πορεία της χώρας συγκρουόμενη με τη δεξιά και αριστερή συντήρηση.

Για να διασφαλιστεί ότι η πορεία της χώρας μελλοντικά θα είναι σταθερή και ασφαλής.

Ότι οι πολίτες θα ξαναγίνουν οι πρωταγωνιστές των εξελίξεων συμμετέχοντας στη διαμόρφωση των πολιτικών που αφορούν αυτούς και τα παιδιά τους.

Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για εμάς.

Και ξεκινάμε τώρα το διάλογο με τους πολίτες.

Να τους ακούσουμε.

Να τους αποδείξουμε ότι καταλαβαίνουμε το φόβο που νοιώθουν και την αγωνία τους για τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, στην Ευρώπη ή και πέρα από αυτή.

Ότι μέλημά μας στο σχεδιασμό των προτάσεων μας είναι να απαντήσουμε στην αγωνία τους και να διασφαλίσουμε ότι η Ελλάδα μπορεί να γίνει μια ευνομούμενη χώρα που θα προσελκύσει επενδύσεις και θα έχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Ώστε να δημιουργηθούν νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας με μισθούς που θα εξασφαλίζουν αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο για την οικογένεια τους.

Είμαστε εδώ για να κτίσουμε ξανά μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

Μια σχέση που θα αποκαταστήσει στα μάτια τους το ρόλο της πολιτικής ως το προνομιακό πεδίο στο οποίο θα αντιμετωπίζονται τα σύνθετα οικονομικά και  κοινωνικά προβλήματα.

Γιατί, όσο η πολιτική απαξιώνεται στη συνείδηση των πολιτών τόσο πιο πιθανό και ευκολότερο γίνεται το ενδεχόμενο εξωθεσμικών παρεμβάσεων που θα λειτουργήσουν σε βάρος της δημοκρατίας, των εθνικών θεμάτων αλλά και των πολιτών

  1. Εθνικά θέματα.

Είμαστε σε μια εποχή έντονων προβλημάτων στα Εθνικά θέματα.

Σε μια περίοδο που η ελληνική οικονομία πρέπει να προχωρήσει με τολμηρά βήματα για να βγει οριστικά και με ασφάλεια από την κρίση.

Όμως, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ αποδεικνύει με τις επιλογές της, για μια ακόμη φορά, ότι δεν ενοχλείται από το γεγονός ότι θέτει σε κίνδυνο την πορεία και τα συμφέροντα της χώρας.

Όλα αυτά τη στιγμή που η Τουρκία έχει εντείνει την προκλητικότητά της στο Αιγαίο και την Κύπρο καταπατώντας τις διεθνείς συνθήκες και το διεθνές δίκαιο.

Αμφισβητεί κατά τρόπο απαράδεκτο τα ελληνικά κυρίαρχα δικαιώματα στα Ίμια.

H αδράνεια και η χαλαρότητα με την οποία η Κυβέρνηση χειρίστηκε το θέμα δεν εξυπηρετεί τα εθνικά μας συμφέροντα.

Οι στιγμές απαιτούν σοβαρότητα και εθνική συνεννόηση.

Το ΚΙΝΗΜΑ ΑΛΛΑΓΗΣ επιζητεί ειρηνικές σχέσεις με τη γειτονική μας χώρα στο πλαίσιο και στη βάση των αρχών και των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συνθηκών.

Αλλά και στο ζήτημα των σχέσεων μας με τη FYROM, το Κίνημα Αλλαγής, έχει υποστηρίξει την ανάγκη επίλυσης του προβλήματος της ονομασίας της.

Θέλουμε λύση συνολική και  αποτελεσματική που θα  διασφαλίζει πλήρως τα εθνικά συμφέροντα.

Μια Ενιαία Συνθήκη με νομικά δεσμευτικές εγγυήσεις που θα αποτρέπουν ενέργειες αλυτρωτισμού, προπαγάνδας και καταστρατήγησης των όσων θα συμφωνηθούν.

Με σύνθετη ονομασία για όλες τις χρήσεις.

Η τυχόν «σαλαμοποίηση» της λύσης, θα δημιουργήσει μεγαλύτερα προβλήματα στο μέλλον από αυτά που υποτίθεται πως θα λύσει.

Με βάση αυτά θα κρίνουμε και την τελική πρόταση της κυβέρνησης.

  1. Υπόθεση Novartis

Σε αυτές τις συνθήκες το συμφέρον της χώρας επιβάλλει να μείνουμε μακριά από άγονες πολιτικές αντιπαραθέσεις που δυσκολεύουν τη διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας.

Όμως η κυβέρνηση υπηρετεί μόνο το  δόγμα «ή εμείς ή αυτοί» και αδιαφορεί για τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών.

Στόχος της η εξόντωση των πολιτικών της αντιπάλων με οποιονδήποτε τρόπο όπως φαίνεται και από τον τρόπο που τώρα χειρίζεται την υπόθεση Novartis.

Το Κίνημα Αλλαγής από την πρώτη στιγμή ζήτησε την πλήρη διαλεύκανση όλων των πτυχών του σκανδάλου Novartis.

Ενός σκανδάλου που έχει πληρωθεί ακριβά από τους Έλληνες.

Ιδιαίτερα την περίοδο διακυβέρνησης της ΝΔ 2004-2009 οπότε η φαρμακευτική δαπάνη υπερδιπλασιάστηκε.

Από 2,43 δις ευρώ ανέβηκε στα 5,1 δις ευρώ.

Αντιθέτως,  επί Κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ του 2009,  με αρχή το  2010 η φαρμακευτική δαπάνη μειώθηκε δραστικά με εξυγιαντικά μέτρα που βαρύνουν εξ ολοκλήρου τις φαρμακευτικές εταιρείες.

Τα μέτρα αυτά τα πολέμησε ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος από το 2015 δεν ανέλαβε καμία περαιτέρω προσπάθεια μείωσης, ενώ με πράξεις και παραλείψεις των Υπουργών του ευνόησε τους κερδοσκόπους.

Το Κίνημα Αλλαγής  ζητά να χυθεί παντού άπλετο φως και θα στηρίξει όλες τις ενέργειες της Δικαιοσύνης για την αναζήτηση της αλήθειας, προς πάσα κατεύθυνση ανεξαιρέτως.

Το Κίνημα Αλλαγής θα υπερψηφίσει στην Βουλή την πρόταση προανακριτικής επιτροπής.

  1. Για τη δήθεν «έξοδο από την κρίση».

Τις επόμενες ημέρες η Γραμματεία που ανέλαβε την ευθύνη για την εκπόνηση του προγράμματος του Κινήματος Αλλαγής θα παρουσιάσει τις προτάσεις της.

Αυτές θα τεθούν προς συζήτηση στον προσυνεδριακό διάλογο αλλά και κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου.

Οι πολίτες βλέπουν τις προοπτικές αλλά και τις επιδόσεις της χώρας να απέχουν πολύ από τις διακηρύξεις της κυβέρνησης.

Παρακολουθούν την απέλπιδα προσπάθεια της κυβέρνησης να χτίσει το νέο ιδεολόγημά της ότι η έξοδος από τα μνημόνια συνεπάγεται και έξοδο της χώρας από την κρίση.

Με τη νέα αφήγηση περί «καθαρής εξόδου» τα «επεισόδια» της τριλογίας του ΣΥΡΙΖΑ ολοκληρώνονται.

Το πρώτο επεισόδιο ήταν θα σκίσουμε τα μνημόνια, θα τα καταργήσουμε με ένα νόμο και με ένα άρθρο.

Το δεύτερο αφορούσε το περίφημο «παράλληλο πρόγραμμα».

Τώρα παρουσιάζουν τη δήθεν «καθαρή έξοδο».

Αλλά τους έχουν πια όλοι καταλάβει.

Βλέπουν ότι αυτό το πρόγραμμα του κ. Τσίπρα με την υπερφορολόγηση και τις περικοπές δαπανών τους κρατάει για λίγο ακόμα στην εξουσία με στόχο τελικά να κληροδοτήσουν όλα τα προβλήματα στην επόμενη κυβέρνηση και όχι να λύσουν τα προβλήματα της χώρας.

Ο κ. Τσίπρας έχει ήδη «φροντίσει» να δεσμεύσει τη χώρα για πολλά χρόνια αφού έχει ήδη συμφωνήσει  και προκαταβολικά νομοθετήσει:

  • Δεσμεύσεις για δυσβάσταχτα πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ ως το 2022,
  • Δεσμεύσεις για πλεονάσματα μετά το 2023 περίπου 2% ως το 2060,
  • Την παράδοση του εθνικού πλούτου για 99 χρόνια,
  • Την αποδοχή των νέων περικοπών στις συντάξεις και την μείωση του αφορολόγητου για μισθωτούς και συνταξιούχους.

Η πορεία της οικονομίας αποδεικνύει πως με την πολιτική των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ δεν είναι δυνατή η οριστική και ασφαλής έξοδος από την κρίση.

Ο ρυθμός ανάπτυξης παραμένει ιδιαίτερα αναιμικός.

Μετά από 9 χρόνια ύφεσης και στασιμότητας το 2018 ήταν η πρώτη χρονιά με ανάπτυξη.

Όμως η ανάπτυξη αυτή είναι κάτω από το στόχο που είχε θέσει η κυβέρνηση για 2,7% με ευθύνη της κυβέρνησης.

Γιατί με την υπέρ-απόδοση στα πρωτογενή πλεονάσματα αφαιρεί χώρο από την ανάπτυξη για να ασκήσει πολιτική ελεημοσύνης αντί να χτίσει τις υποδομές για ένα σύστημα κοινωνικής προστασίας που θα προστατεύει όσους έχουν χτυπηθεί από την κρίση.

Σήμερα, η κυβέρνηση αμφισβητεί αυτά που η ίδια υποστήριζε ως κυβέρνηση.

Τότε που πανηγύριζε ότι με τη διαπραγμάτευσή της τα πρωτογενή πλεονάσματα θα είναι μικρότερα και θα δημιουργηθεί χώρος για την ανάπτυξη.

Οι πολίτες επιβαρύνονται για το 2018 με πρόσθετα μέτρα 1,8 δις ευρώ.

Οι κυβερνητικές δεσμεύσεις για 130.000 πλειστηριασμούς (με ορίζοντα 4ετίας) – και με ταυτόχρονη εγκατάλειψη κάθε μέτρου προστασίας της Α’ κατοικίας των μικρών, μεσαίων δανειοληπτών – δημιουργούν σοβαρές ανησυχίες στα ελληνικά νοικοκυριά.

Την ίδια ώρα αυξάνονται οι δαπάνες για το πελατειακό κράτος, δημιουργούνται νέες Γραμματείες και γίνονται αθρόες προσλήψεις μετακλητών.

Τα χρέη των Ελλήνων πολιτών λόγω της εξοντωτικής φορολογίας  προς το Δημόσιο ξεπερνούν για πρώτη φορά τα 101 δις ευρώ,  αποδεικνύουν  τη λάθος κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής.

Την ίδια ώρα μάλιστα που οι εξοντωτικοί φόροι οδηγούν σε απόγνωση νοικοκυριά και επιχειρήσεις, δίνονται μεγάλα φορολογικά κίνητρα για τη δημιουργία  καζίνο, αποδεικνύοντας το πώς εννοούν τη «Δίκαιη Ανάπτυξη» οι ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ.

Η κρίση δεν θα μας εγκαταλείψει όσο δεν γίνονται οι αναγκαίες αλλαγές.

Ειδικά με μια κυβέρνηση που έχει  ιδεοληπτική “αλλεργία” με τις αναγκαίες προοδευτικές μεταρρυθμίσεις που μπορούν να αντιμετωπίσουν τις παθογένειες που οδήγησαν στην κρίση.

Χρέος μας είναι τώρα όσο ποτέ άλλοτε να αναδείξουμε εμείς τη δική μας Εθνική Γραμμή.

Ώστε η κρίση να αποτελέσει παρελθόν αλλά και να μην επιστρέψει ποτέ στο μέλλον.

Η Ελλάδα μπορεί, η Ελλάδα έχει προοπτική!

Αλλά αυτό προϋποθέτει μια ΑΛΛΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ, μια εναλλακτική πρόταση, προοδευτικής διακυβέρνησης που:

  • Προωθεί ένα νέο παραγωγικό πρότυπο για την ανάπτυξη και τη δημιουργία νέου πλούτου στην χώρα.
  • Μεριμνά σταθερά για τη δίκαιη διανομή του με τη στήριξη της μεσαίας τάξης και τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων.
  • Καταπολεμά οριστικά το πελατειακό κράτος, στηρίζει και αναβαθμίζει τους θεσμούς, το πολιτικό σύστημα, την ποιότητα της Δημοκρατίας μας.
  • Έχει την αξιοπιστία να προχωρήσει σε αλλαγές στους όρους της συμφωνίας με τους εταίρους μας, ώστε να απελευθερωθούν πόροι για την Ανάπτυξη και την Κοινωνική Συνοχή.

Σε αυτή την πολιτική εμείς ως Κίνημα Αλλαγής μένουμε σταθερά προσηλωμένοι, επιδιώκοντας την Εθνική Συνεννόηση, αλλά και την στρατηγική συμπόρευση με τις ζωντανές παραγωγικές και κοινωνικές δυνάμεις της χώρας.

Η συνεννόηση προϋποθέτει ότι θα αναγνωρίσουμε όλοι τα λάθη μας στο παρελθόν.

Εμείς το κάναμε, ας το κάνουν όλοι.

Η δημοσίευση -έστω και με μεγάλη καθυστέρηση- της εσωτερικής έκθεσης της Τράπεζας Ελλάδος του 2009, απαντά πολύ καθαρά σε αυτούς που επιμένουν να αποκρύπτουν τις τραγικές ευθύνες της Κυβέρνησης της Ν.Δ (του κ. Καραμανλή) για το πως φθάσαμε στην κρίση και στα Μνημόνια.

Αποκαλύπτεται ο ρόλος τόσο της Νέας Δημοκρατίας, όσο και των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ. Αρνήθηκαν να αναλάβουν τις ευθύνες τους για την αποτροπή της καταστροφής και αντίθετα, με το  λαϊκισμό τους, οδήγησαν στη συνέχιση της κρίσης μέχρι σήμερα.

Καταδίκασαν την Ελλάδα να είναι η τελευταία χώρα στην Ευρώπη που συνεχίζει τις θυσίες για να βγει από τα μνημόνια.

Αυτά ακριβώς ζητήσαμε να αναδειχθούν με την πρότασή μας για την Εξεταστική Επιτροπή, που θα συζητήσει όλη την πορεία της οικονομίας από το 2001 ως σήμερα.

Όχι για να πάρουμε καμία ρεβάνς, αλλά για να εγκαταλειφθούν οριστικά οι απαράδεκτες λογικές και νοοτροπίες που δημιούργησαν τα ανυπέρβλητα ελλείμματα και διόγκωσαν το χρέος, που μας έφθασε στα πρόθυρα της καταστροφής.

Η κατάσταση που διαμορφώνεται στην ελληνική οικονομία καθιστά σαφές πως το τέλος του «προγράμματος» δεν συνεπάγεται την οριστική και ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση.

Στο χθεσινό Eurogroup δεν ελήφθη απόφαση για την εκταμίευση των 5,7 δις γιατί η χώρα δεν ανταποκρίθηκε στις δεσμεύσεις της.

Σύντομα θα ξεκινήσουν οι συζητήσεις για την 4η επισκόπηση του προγράμματος που θα προετοιμάσουν και το έδαφος για την έξοδο από τα μνημόνια.

Μια έξοδος στις αγορές που όπως είδαμε και από την πρόσφατη πορεία του 7ετους ομολόγου μπορεί να μας οδηγήσει σε αχαρτογράφητα νερά.

 

Με την πολιτική των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ η χώρα επιστρέφει στο 2014, με επιβάρυνση 200 δις ευρώ  για την ελληνική οικονομία σύμφωνα με τον κ. Βίζερ απερχόμενο επικεφαλής του γιουρογουορκινγκ γκρουπ (EuroWorking Group).

Η Ελλάδα όμως έχει τις δυνάμεις, μπορεί να προχωρήσει μπροστά.

Η οριστική και ασφαλής έξοδος από την κρίση απαιτεί:

  • Την άμεση ελάφρυνση του χρέους που συνεπάγεται και μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα.
  • Ένα εθνικό σχέδιο επενδύσεων που θα οδηγήσει σε επενδύσεις ιδιωτικές και δημόσιες ύψους 100 δις για την επόμενη τετραετία. Αυτές θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και θα διασφαλίσουν ανάπτυξη και πόρους για να στηριχτεί η κοινωνική προστασία.
  • Την επίλυση του προβλήματος του ιδιωτικού χρέους με έμφαση τα κόκκινα δάνεια ώστε οι τράπεζες να μπορούν να χρηματοδοτήσουν την οικονομία.
  • Ένα σχέδιο αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας.

Η έξοδος από την κρίση απαιτεί προοδευτικές αλλαγές παντού,  που θα  διασφαλίζουν διακυβέρνηση διαφάνειας, αξιοκρατίας, αποτελεσματικότητας και λογοδοσίας.

Το Κίνημα Αλλαγής στην πορεία προς το Συνέδριο, διαμορφώνει την προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης, που θα ανοίξει νέους δρόμους για την χώρα και την Κοινωνία μας, που θα αφήσει οριστικά πίσω τα αδιέξοδα.

Το Κίνημα Αλλαγής θα επιμείνει με το διακριτό και αυτόνομο λόγο του, στην γραμμή της Εθνικής Συνεννόησης, που αποτελεί την κύρια προϋπόθεση για την επίτευξη των εθνικών στόχων.

Η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών και η ανάδειξή μας ως πρωταγωνιστή στις πολιτικές εξελίξεις, θα ανοίξει το δρόμο για μια προοδευτική διακυβέρνηση που έχει ανάγκη ο τόπος.

Άρθρο στην εφημερίδα Νέα Σελίδα την Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018.

Glass marbles on paper currency

Μία δεκαετία μετά την εκδήλωση της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης, είναι πλέον αποδεκτό ότι οι αγορές απέτυχαν να διαγνώσουν έγκαιρα τους κινδύνους που εγκυμονούσε για τη διεθνή οικονομία το περιβάλλον υπερβάλλουσας ρευστότητας της δεκαετίας του 2000. Το γεγονός αυτό συνδέθηκε ευθέως με την αποτυχία των τριών οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης (Moody’s, Standard & Poor’s και Fitch) που ως διαμεσολαβητές πληροφόρησης δεν αποτίμησαν σωστά το ρίσκο που ήταν συνδεδεμένο με τα εταιρικά και κρατικά ομόλογα.

Πριν την κρίση οι αξιολογήσεις των οίκων ήταν πολύ επιφανειακές και αδιαφανείς και δεν υπήρχαν συγκεκριμένα κριτήρια με τα οποία αξιολογούσαν τις χώρες. Έτσι, οι οίκοι προχώρησαν πολύ αργά στις υποβαθμίσεις χωρών με μεγάλο χρέος (Βέλγιο, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία Πορτογαλία κλπ) παρά τη διαφαινόμενη ανοδική πορεία του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Πιθανότατα επειδή  υπερεκτίμησαν την προστασία από χρεοκοπία που απολάμβαναν οι χώρες αυτές ως μέλη της ευρωζώνης.

Επιπρόσθετα, οι οίκοι αυτοί, με τις απότομες και μεγάλες υποβαθμίσεις στις αξιολογήσεις που πραγματοποίησαν  μετά την εκδήλωση της διεθνούς κρίσης, θεωρήθηκαν υπεύθυνοι και για την επιδείνωση και διάχυση της στις χώρες της Ευρωζώνης. Ο κίνδυνος που παραγνωρίστηκε από τους οίκους ήταν ότι μια γνωμοδότηση τους μπορεί να εξελιχθεί σε  αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Διότι μπορεί να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των αγορών προς μια χώρα  και να αυξήσουν τα επιτόκια με τα οποία διατίθενται να δανείσουν τη χώρα αυτή.

Στους οίκους αυτούς ασκήθηκε κριτική ότι ήταν εκτεθειμένοι σε σύγκρουση συμφερόντων και στον ηθικό κίνδυνο. Οι αξιολογήσεις γινόντουσαν μετά από αίτημα των πελατών τους (εκδότες ομολόγων) που πλήρωναν. Μετά την κρίση υπήρξε η πρόταση  για θέσπιση ενός ευρωπαϊκού οίκου αξιολόγησης, ώστε να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός και να περιοριστεί η ισχυρή θέση που έχουν οι τρεις αυτοί οίκοι στις αγορές. Η συγκεκριμένη πρόταση   δεν έχει προχωρήσει ούτε έχει αυξηθεί ο ανταγωνισμός όπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών (ESMA). Από την τελευταία έρευνα που δημοσιοποίησε προκύπτει ότι εξακολουθούν να ελέγχουν το 92% της αγοράς.

Οι οίκοι απάντησαν στην κριτική που τους ασκήθηκε,  καθιστώντας περισσότερο διαφανή τη διαδικασία των  αξιολογήσεων μετά το 2010. Επιπρόσθετα, τώρα στις αξιολογήσεις τους δίνουν πολύ μεγαλύτερη έμφαση στα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη.

Οι αξιολογήσεις τους εξακολουθούν να επηρεάζουν καθοριστικά την πορεία  χωρών που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης. Επομένως, η στόχευση της Ελλάδας για προσέλκυση επενδύσεων εξαρτάται από τις αξιολογήσεις τους. Σήμερα, τα Ελληνικά ομόλογα εξακολουθούν να ανήκουν στην κατηγορία των «σκουπιδιών» junk bonds.  Αυτό σημαίνει ότι η χώρα οφείλει  να αξιολογήσει σε ποιες πολιτικές πρέπει να δώσει άμεση προτεραιότητα ώστε να εξασφαλίσει αναβάθμιση της πιστοληπτικής της αξιολόγησης. Αυτό έχει πρόσθετη σημασία καθώς η χώρα προετοιμάζεται για την έξοδο στις αγορές.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα νέα κριτήρια αξιολόγησης που υιοθέτησαν οι οίκοι μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η συνέχιση του προγράμματος των μεταρρυθμίσεων με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την επιτάχυνση της αναδιάρθρωσης του παραγωγικού προτύπου υπέρ του τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών, πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα των κυβερνητικών επιλογών. Η αξιοπιστία του οδικού χάρτη για παροχή νέων ελαφρύνσεων στο ελληνικό χρέος, ειδικά αν περιορίζει τους κινδύνους που απορρέουν από ασθενέστερο, από το αναμενόμενο, μελλοντικό ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης, θα διευκόλυναν επίσης τις αποφάσεις τους όπως και η πολιτική σταθερότητα και η διαχρονική συνέπεια των πολιτικών.

Ο σχεδιασμός της κυβέρνησης για «καθαρή» έξοδο στις αγορές δείχνει να αποσκοπεί στην εξασφάλιση βαθμών ελευθερίας ώστε να ακυρωθεί ή να ανασταλεί το πρόγραμμα  μεταρρυθμίσεων για πολιτικούς  λόγους. Αυτό όμως θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην αξιολόγηση της χώρας. Θα διαμορφώσει υψηλά το κόστος δανεισμού της περιορίζοντας ακόμη περισσότερο το δημοσιονομικό χώρο και τις αναπτυξιακές προοπτικές.

Οκτώ χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης οι αξιολογήσεις των τριών οίκων  θα καθορίσουν σε καθοριστικό βαθμό αυτήν την φορά την μεταμνημονιακή πορεία της Ελλάδας. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να παραγνωρίσει την πραγματικότητα αυτή για να χτίσει την πολιτική αφήγηση περί «καθαρής» εξόδου. Ούτε και οι επόμενες κυβερνήσεις αφού πολιτική σταθερότητα και διαχρονική συνέπεια των πολιτικών θα επηρεάζουν την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας.

Άρθρο στην «ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ» Δημοσιεύθηκε την Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

Η δημοσιοποίηση έκθεσης του 2009 της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), είχε ως αποτέλεσμα να τεθούν στη δημόσια συζήτηση κρίσιμα ερωτήματα, που αφορούν το παρελθόν αλλά και την ασφαλή  πορεία της Χώρας μετά το πέρας του τρίτου μνημονίου. Οι προβληματισμοί  εκκινούν με το ερώτημα αν στη χώρα και στην Ευρώπη υπήρχαν μηχανισμοί έγκαιρης προειδοποίησης για την ύπαρξη μεγάλων οικονομικών ανισορροπιών. Αν ναι, γιατί απέτυχαν να οδηγήσουν στην έγκαιρη αντιμετώπιση του προβλήματος; Έχουν καλυφθεί επαρκώς τα θεσμικά ελλείμματα στους μηχανισμούς έγκαιρης προειδοποίησης, ώστε να μην επαναληφθεί στο μέλλον ανάλογος οικονομικός εκτροχιασμός;

Μέχρι τον Οκτώβριο του 2009 το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (ΓΛΚ) κατάρτιζε και παρακολουθούσε τον προϋπολογισμό του Κράτους και όχι της Γενικής Κυβέρνησης που περιλαμβάνει οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, κοινωνικής ασφάλισης και ΔΕΚΟ. Αυτό σημαίνει ότι ο Υπουργός Οικονομικών είχε εικόνα της πορείας των οικονομικών της Γενικής Κυβέρνησης, με καθυστέρηση μηνών καθώς δεν είχε έγκαιρα εικόνα για τα οικονομικά των ασφαλιστικών ταμείων. Το ΓΛΚ δημοσιοποιούσε μηνιαία δελτία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού. Η ΤτΕ δημοσιοποιούσε μηνιαία στοιχεία σε ταμειακή βάση. Η ενημέρωση της Βουλής γινόταν από τον Υφυπουργό Οικονομικών στην Επιτροπή Ισολογισμού Απολογισμού και αφορούσε τον Προϋπολογισμό του Κράτους και όχι της Γενικής Κυβέρνησης.

Άρα, η εικόνα για τη δημοσιονομική πορεία της Χώρας εξαρτιόταν αποκλειστικά από την πληροφόρηση που παρείχε η Κυβέρνηση και αυτή που υπήρχε στην Ετήσια Έκθεση του Διοικητή της ΤτΕ και στις δυο εξαμηνιαίες εκθέσεις νομισματικής πολιτικής.

Τον Ιούνιο του 2009, με εντολή Υπουργού, σταμάτησε η έκδοση του μηνιαίου δελτίου του ΓΛΚ! Στην κριτική της αξιωματικής αντιπολίτευσης στις ευρωεκλογές του Ιουνίου ότι η πορεία της Χώρας ήταν εκτός ελέγχου, η ΝΔ απάντησε με το διαφημιστικό σπoτ για τα «πράσινα παπαγαλάκια». Λίγους μήνες νωρίτερα, Πρωθυπουργός και Υπουργός Οικονομικών είχαν διαβεβαιώσει δημόσια τους πολίτες ότι η ελληνική οικονομία ήταν «θωρακισμένη».

Σε συνάντηση που έγινε τον Σεπτέμβριο του 2009, ο Διοικητής της ΤτΕ,  είχε ενημερώσει προφορικά τον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ ότι το έλλειμμα μπορεί να φτάσει σε διψήφιο ποσοστό.  Ο Πρωθυπουργός  στην Έκθεση Θεσσαλονίκης είπε ότι θα ληφθούν μέτρα εφαρμοστέα όμως από τον Ιανουάριο του 2010.

Στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2009 στο γραφείο του Υπουργού Οικονομικών κ. Παπακωνσταντίνου, στην οποία παραβρέθηκα, ο Διοικητής της ΤτΕ μας ενημέρωσε, και εξερχόμενος από τη συνάντηση δήλωσε και δημόσια, ότι το έλλειμμα μπορεί να φτάσει το 12% του ΑΕΠ. Δεν μας δόθηκε η έκθεση που δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα.

Σε ό,τι αφορά τους ευρωπαϊκούς θεσμούς η Ε.Ε. είχε θέσει την Ελλάδα σε επιτήρηση από τον Απρίλιο του 2009. Η Κυβέρνηση της ΝΔ τον Ιούνιο, ανακοίνωσε μέτρα. Την πρακτική τους αξία αμφισβητούσε η έκθεση της ΤτΕ. Όπως επίσης και η ΕΕ, σε σημείωμα της για το Eurogroup του Ιουλίου του 2009, επίσης μη δημοσιοποιημένο πριν τις εκλογές. Σ’ αυτό υπήρχε η εκτίμηση  ότι το έλλειμμα της Ελλάδας μπορεί να φτάσει το 10%.

Το πρόβλημα της ποιότητας  των στατιστικών στοιχείων της ΕΣΥΕ ήταν γνωστό, κάτι που επισημαίνει η έκθεση της ΤτΕ, λέγοντας ότι οι εκτιμήσεις για το έλλειμμα και το χρέος του 2009 που έστειλε η κυβέρνηση της Ν.Δ. στις 2 Οκτωβρίου «ήταν εκτός πραγματικότητας». Ενώ ανακριβή ήταν και τα απολογιστικά στοιχεία για το 2008. Στατιστικές απάτης τα χαρακτήρισε η έκθεση του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου.

Τέλος, ο μηχανισμός των αγορών απέτυχε να διαγνώσει έγκαιρα το μέγεθος του ελληνικού προβλήματος. Έτσι, σε μια περίοδο υπερβάλλουσας ρευστότητας παγκοσμίως, η Ελλάδα δανειζόταν  με επιτόκια  παρεμφερή με αυτά της Γερμανίας.

Τι άλλαξε από τότε; Το ΓΛΚ καταρτίζει μεσοπρόθεσμο και ετήσιο προϋπολογισμό Γενικής Κυβέρνησης και δημοσιοποιεί μηνιαία δελτία εκτέλεσης του.  Συγκροτήθηκε το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή και το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, το οποίο παρέχει αξιολογήσεις για  τις προβλέψεις που περιλαμβάνονται στον προϋπολογισμό.  Αποτελεί νόμο του Κράτους, το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, ενώ η ΕΛΣΤΑΤ είναι πραγματικά ανεξάρτητη και τα στοιχεία της από το 2010 και μετά, δεν έχουν αμφισβητηθεί. Έγινε ανεξάρτητη η Αρχή Δημοσίων Εσόδων.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση θεσπίστηκαν προληπτικοί μηχανισμοί παρακολούθησης των μακροοικονομικών μεγεθών των χωρών και το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, ενισχύθηκαν οι αρμοδιότητες της Eurostat,  δημιουργήθηκε η Τραπεζική Ένωση. Σε ό,τι αφορά το πρόβλημα με τις αγορές, αυτό εξακολουθεί να είναι υπαρκτό. Οι αγορές, σήμερα, τιμολογούν το διετές ομόλογο των ΗΠΑ πιο ακριβά από το αντίστοιχο ελληνικό.

Αν πριν την κρίση υπήρχαν στην Ε.Ε. και στη χώρα οι σημερινοί θεσμοί που υιοθετήθηκαν κυρίως από την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου, θεσμοί που με κάθε ευκαιρία παλεύουν να ξηλώσουν ΣΥΡΙΖΑ σήμερα και Ν.Δ. παλαιότερα, είναι πολύ πιθανό ο οικονομικός εκτροχιασμός, η υπαγωγή στα μνημόνια και η αναγκαία προσαρμογή με το συνεπακόλουθο οικονομικό και κοινωνικό κόστος να είχαν αποφευχθεί ή μετριαστεί. Πέρα από τα όποια λάθη όλων αυτών των χρόνων, ΣΥΡΙΖΑ, Ν.Δ. και το σύνολο του πολιτικού κόσμου, οφείλουν αυτή την απάντηση στις θυσίες του ελληνικού λαού: τι έκαναν και τι θα κάνουν για να αποτρέψουν μια επανάληψη της κρίσης του 2009. Έτσι, μόνο θα αποκαταστήσουν την αξιοπιστία της πολιτικής στη συνείδηση των πολιτών.

Άρθρο στην ιστοσελίδα Huffington Post

Οι οικονομικές κρίσεις του 20ου αιώνα (κρίση του 1929, του 1987, της Ν. Ανατολικής Ασίας κλπ) έδωσαν το έναυσμα για την ανάληψη κυβερνητικών πρωτοβουλιών με σκοπό τη αποτροπή νέων κρίσεων στο μέλλον. Αυτό σε μεγάλο βαθμό έγινε εφικτό επειδή μετά την εκδήλωση της κρίσης διαμορφώθηκε ευρύτερη συναίνεση για τα αίτια που οδήγησαν σ’ αυτήν. Οι όποιες διαφωνίες υπήρξαν αφορούσαν κυρίως το μετά. Ποιος δηλαδή θα ήταν ο αποτελεσματικότερος τρόπος διορθωτικής παρέμβασης για να περιοριστεί το οικονομικό και κοινωνικό κόστος της κρίσης και να αποτραπεί το ενδεχόμενο επανάληψής της μελλοντικά.

Ένα από τα πολλά παράδοξα που σχετίζονται με την ελληνική κρίση η οποία συμπληρώνει ήδη δεκαετία από την εκδήλωσή της είναι, ότι ακόμη και σήμερα οι μυθοπλασίες γύρω από τα αίτιά της παραμένουν ισχυρές. Και όσο παραβλέπουμε  τα  πραγματικά αίτια της κρίσης, τόσο απομακρυνόμαστε από τη δυνατότητα διεξαγωγής μιας ορθολογικής συζήτησης για τις αναγκαίες αλλαγές και την επιθυμητή πορεία για τη Χώρα μετά το πέρας των μνημονίων.

Η βασική, αλλά όχι καθολικά αποδεκτή, ερμηνεία για τα αίτιά της ξεκινά από τη θέση ότι η Ελλάδα μετά την ένταξη στην ΟΝΕ, και ιδιαίτερα μετά το 2004, αδράνησε στην αντιμετώπιση του δημοσιονομικού ελλείμματος και του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που διογκώνονταν χρόνο με το χρόνο. Το κυριότερο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας ήταν το σαθρό παραγωγικό πρότυπο που δεν της επέτρεπε να ενταχθεί αποτελεσματικά στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Αυτό οδήγησε στα μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Έτσι, όταν εκδηλώθηκε η κρίση η Ελλάδα βρέθηκε με ένα υψηλό χρέος, τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα, ύφεση, μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και με ένα έλλειμμα αξιοπιστίας εξαιτίας των «πλαστών στατιστικών στοιχείων» –διατύπωση της έκθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου- που έστελνε στη Eurostat. Όταν οι ροές των κεφαλαίων σταμάτησαν γιατί οι αγορές συμπέραναν ότι η Ελλάδα μπορεί να δυσκολευτεί μελλοντικά να εξυπηρετήσει το τεράστιο χρέος της, η Χώρα υποχρεώθηκε σε αναγκαστικό δανεισμό μέσω ενός Οικονομικού Προγράμματος. Το Πρόγραμμα αυτό προέβλεπε την μείωση του ελλείμματος από το 15,3% κάτω από το 3% του ΑΕΠ σε βάθος πενταετίας.

Παρόλο που σήμερα πλέον είμαστε σε θέση να έχουμε πλήρη εικόνα για την πραγματική δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, εντούτοις δεν υπήρχε αντίστοιχη εικόνα τις ημέρες της κρίσης, δηλαδή το 2009. Για παράδειγμα, ο τότε Πρωθυπουργός ζητούσε συναίνεση σε μέτρα αλλά θεωρούσε την οικονομία «θωρακισμένη» ενώ η κυβέρνηση του έκανε μαζικά προσλήψεις στο Μετρό ή μέσω προγραμμάτων Stage και έδινε αυξήσεις σε συνταξιούχους και επιδόματα. Τον Σεπτέμβριο στην έκθεση της ΔΕΘ, ο τότε Πρωθυπουργός ανακοίνωνε ότι θα πάρει μέτρα που θα εφαρμοζόντουσαν όμως από το 2010. Άρα δεν υπήρχε η αίσθηση του κατεπείγοντος ή της κρισιμότητας ούτε η διάθεση να περιγραφεί δημόσια ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός.

Τρεις μήνες αργότερα και αφού μεσολάβησαν οι εκλογές του Οκτωβρίου, στη συζήτηση που έγινε στη Βουλή τον για τον προϋπολογισμό του 2010, ο εισηγητής της αξιωματικής αντιπολίτευσης αμφισβητούσε την εκτίμηση του Υπουργείου Οικονομικών ότι το έλλειμμα θα διαμορφωθεί στο 12,7% του ΑΕΠ. Κατά την αγόρευσή του είπε ότι το πραγματικό έλλειμμα «είναι ζήτημα αν είναι 8,2% του ΑΕΠ». Κατήγγειλε δε την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ για τα περιοριστικά μέτρα που πρότεινε, για να μειώσει το έλλειμμα κατά 3,6 ποσοστιαίες μονάδες δηλαδή στο 9,1% του ΑΕΠ.

Πρόσφατα δημοσιοποιήθηκε η Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος που συντάχθηκε δύο ημέρες μετά τις εκλογές και μια ημέρα πριν την ορκωμοσία της νεοεκλεγείσας κυβέρνησης. Από την Έκθεση αυτή, που δεν δόθηκε τότε στο νέο Υπουργό των Οικονομικών, διαπιστώνουμε περίτρανα ότι οι υπηρεσίες της Τράπεζας, στις 6 Οκτωβρίου 2009, είχαν καταλήξει στα εξής συμπεράσματα:

  1. «η δημοσιονομική θέση της χώρας δεν είναι διατηρήσιμη»
  2. «οι αποφάσεις όμως που έχουν ληφθεί από τη αρχή του έτους έως σήμερα σχετικά με τις δαπάνες, όχι μόνο δεν συνάδουν με οποιαδήποτε προσπάθεια συγκράτησης των δαπανών αλλά κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση»
  3. «τα στοιχεία τα οποία γνωστοποιήθηκαν στις 30 Σεπτεμβρίου 2009 στη Eurostat για το έλλειμμα και το χρέος (5,9% του ΑΕΠ και 105,5% του ΑΕΠ αντίστοιχα) είναι εκτός πραγματικότητας».

Η έκθεση αυτή σε συνδυασμό με τα όσα υποστήριζαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τότε αλλά και αργότερα, απλά επιβεβαιώνει ότι εκείνες τις κρίσιμες στιγμές δεν υπήρξε συναντίληψη για την φύση του προβλήματος, ούτε για το μέγεθος της κρίσης, ούτε για το τι έπρεπε να γίνει. Γι’ αυτό από τότε, κανένα από τα κόμματα αυτά, ούτε η ΝΔ ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ τοποθετήθηκαν επί της ουσίας του προβλήματος:

α) ποιες ήταν αυτές οι άλλες πολιτικές που θα επέτρεπαν τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος από το 15,3% του ΑΕΠ του 2009 στο 3% μόλις σε μια πενταετία;

β) πώς το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα μειώνονταν από το 11,5% το 2009 στο 2-3% του ΑΕΠ, χωρίς η χώρα να διαθέτει εθνικό νόμισμα για να το υποτιμήσει και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των εξαγόμενων προϊόντων της;

Έκτοτε, ένα μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης αφορούσε το ποιο ήταν το πραγματικό έλλειμμα του 2009 και αν αυτό ήταν που μας οδήγησε στην υπαγωγή στα μνημόνια. Παραβλέποντας ότι, άλλες τρεις χώρες (Ιρλανδία, Πορτογαλία και Κύπρος) χωρίς αντίστοιχες πολιτικές διχογνωμίες για το ύψος του ελλείμματος, υποχρεώθηκαν, αν και με χαμηλότερα ελλείμματα από αυτό της Ελλάδος, να υπαχθούν σε καθεστώς μνημονίων.

Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και τις τρεις αυτές χώρες είναι ότι εκεί δεν χτίστηκαν πολιτικές καριέρες με βάση θεωρίες συνομωσίας. Ούτε επεδίωξαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης να κερδοσκοπήσουν μικροπολιτικά σε βάρος των συμφερόντων της χώρας και των πολιτών. Στις τρεις αυτές χώρες κυβέρνηση και αντιπολίτευση συναίνεσαν. Εφάρμοσαν τις πολιτικές που τους επέτρεψαν διορθώσουν τις οικονομικές ανισορροπίες τους, αποκατέστησαν την αξιοπιστία τους και απέκτησαν ξανά πρόσβαση στις αγορές με ένα μόνο μνημόνιο.

Αντίθετα, στην Ελλάδα από το 2010 μέχρι σήμερα έχουν υπογραφεί τρία μνημόνια. Αυτό συνέβη γιατί το 2010 η αξιωματική αντιπολίτευση της ΝΔ με τα «Ζάππεια» υποσχέθηκε στους πολίτες εύκολο δρόμο, χωρίς οικονομικό και κοινωνικό κόστος, που θα οδηγούσε σε μηδενισμό του ελλείμματος σε ενάμιση χρόνο. Την αντιμνημονιακή θέση της ΝΔ ότι κάθε μέρα θα σχίζει μία-μία τις σελίδες των μνημονίων επανέλαβε αργότερα ο ΣΥΡΙΖΑ όταν βρέθηκε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ διακήρυττε ότι τα μνημόνια θα τα καταργήσει με ένα άρθρο.

Όλα αυτά τα χρόνια ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ κατήγγειλαν τη λιτότητα αλλά αποσιώπησαν σκόπιμα ότι η αυξητική πορεία των δημοσιονομικών ελλειμμάτων της περιόδου 2007-2009 οδήγησε τελικά σε βαθιά ύφεση και όχι σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Σε αντίθεση δηλαδή με τα όσα προβλέπει η οικονομική θεωρία. Η έλλειψη πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης επί ενός εθνικού σχεδίου εξόδου από την κρίση, είχε ως αποτέλεσμα η Χώρα να παραμείνει σε ύφεση για περίπου μια δεκαετία, να χάσει το 25% του ΑΕΠ, και η ανεργία να φτάσει στο 27%.

Σήμερα, οκτώ χρόνια μετά το πρώτο μνημόνιο είμαστε αντιμέτωποι με το ερώτημα ποια θα πρέπει να είναι η πορεία της Χώρας μετά το πέρας του τρίτου μνημονίου; Για να γίνει η συζήτηση αυτή πρέπει να συμφωνήσουμε σε δυο πράγματα: α) Στα αίτια της κρίσης και β) στο ότι η κρίση έφερε τα μνημόνια. Επομένως η έξοδος από τα μνημόνια δεν μας οδηγεί κατ’ ανάγκη σε ασφαλή και οριστική έξοδο από την κρίση.

Η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει:

1) Την ανακοίνωση και υλοποίηση των μέτρων ελάφρυνσης χρέους το καλοκαίρι του 2018 ώστε να μειωθεί ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα από 3,5% στο 2% περίπου του ΑΕΠ.

2) Ένα Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων που θα επιταχύνει την αλλαγή του παραγωγικού προτύπου.

3) Ένα Εθνικό Πρόγραμμα Επενδύσεων της τάξης των 100 δις, που θα προσελκύσει ιδιωτικά κυρίως κεφάλαια, για την επόμενη τετραετία για να αναπληρωθεί ο καταστραμμένος παραγωγικός ιστός.

4) Την διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής για το ιδιωτικό χρέος. Με ένα νέο οδικό χάρτη για την άμεση αντιμετώπισης του προβλήματος των κόκκινων δανείων ώστε οι τράπεζες να μπορούν να επιτελέσουν τον αναπτυξιακό τους ρόλο.

5) Ένα σχέδιο για την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

Αν τα πολιτικά κόμματα της χώρας καταφέρουν να συμφωνήσουν σε αυτά τότε, παρά τα λάθη πριν και μετά την εκδήλωση της κρίσης, θα καταφέρουν να ανακτήσουν ένα μεγάλο μέρος από τη χαμένη αξιοπιστία τους στη συνείδηση των πολιτών. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι θα καταφέρουν να βγει η Χώρα από την κρίση οριστικά και με ασφάλεια.

Δημοσιεύτηκε στη Νέα Σελίδα στις 30 Δεκεμβρίου 2017 στο ένθετο Ιδεογράμματα

Η Ελλάδα, έπειτα από μια χαμένη δεκαετία, το 2017 θα έχει θετικό ρυθμό ανάπτυξης περίπου στο 1,3%, πολύ χαμηλότερα από την αρχική πρόβλεψη για 2,7%. Η χαμηλότερη επίδοση, όπως και η ύφεση το 2015 και το 2016 υπήρξαν το συνδυαστικό αποτέλεσμα των capital controls αλλά και της υπέρμετρης λιτότητας που συνειδητά επέλεξε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Τον Σεπτέμβριο του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ ζήτησε εντολή από τους Ελληνες πολίτες προκειμένου η χώρα με το τρίτο μνημόνιο να ακολουθήσει ηπιότερη δημοσιονομική προσαρμογή σε σχέση με αυτή που προέβλεπε το δεύτερο. Την τριετία 2016-2018 η υπέρβαση του ετήσιου στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα ισοδυναμεί με αφαίμαξη από την οικονομία πόρων ύψους 7,5 δισ. ευρώ. Αυτό έχει ως συνέπεια σημαντικές απώλειες σε όρους ΑΕΠ, θέσεων εργασίας και εισοδημάτων με αποκλειστική ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ και όχι των θεσμικών δανειστών.

Το εύλογο, λοιπόν, ερώτημα που ανακύπτει είναι αν η ελληνική οικονομία μπορεί μεσοπρόθεσμα να επιτύχει σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης ώστε να αναπληρώσει το ΑΕΠ που χάθηκε στην κρίση. Το ερώτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η κυβέρνηση έθεσε ως προτεραιότητα μετά τον Αύγουστο του 2018 οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας να καλύπτονται από τις αγορές. Τα επιτόκια της αγοράς θα είναι πολύ υψηλότερα από των θεσμικών δανειστών και η αύξηση του κόστους δανεισμού θα μειώσει επιπρόσθετα τον δημοσιονομικό χώρο. Ειδικά αν συνυπολογίσουμε τις αρνητικές για την ανάπτυξη συνέπειες από την περικοπή των συντάξεων και τη μείωση του αφορολογήτου που έχει συμφωνήσει η κυβέρνηση για το 2019 και 2020. Ολα αυτά σε μια περίοδο που η διεθνής συγκυρία μπορεί να μην παραμείνει ευνοϊκή, καθώς η πολιτική των αρνητικών επιτοκίων αναμένεται ότι θα αναστραφεί.

Έτσι, η αναπτυξιακή πορεία της χώρας θα κριθεί κυρίως στο μέτωπο των ιδιωτικών επενδύσεων. Αυτές θα πρέπει να αυξηθούν ώστε να υπερβαίνουν τις αποσβέσεις και να καλυφθεί το παραγωγικό κενό που προκαλεί η αποεπένδυση από το 2009. Οι επενδύσεις θα πρέπει, επιπρόσθετα, να κατευθυνθούν στο εξωστρεφές τμήμα της οικονομίας ώστε να συνεισφέρουν στην αναδιάρθρωσή της και να υποβοηθήσουν την αναπτυξιακή πορεία μέσω της ενίσχυσης των καθαρών εξαγωγών.

Η κυβέρνηση το ζήτημα των ιδιωτικών επενδύσεων το έχει αντιμετωπίσει μέχρι σήμερα με ιδεοληπτικό τρόπο. Γι’ αυτό πολλές από αυτές δεν έχουν ξεκινήσει ή δεν προχωρούν. Αντίθετα, ανησυχητικές διαστάσεις παίρνει το φαινόμενο μεγάλων επιχειρήσεων που αποχωρούν από τη χώρα.

Κρίσιμος παράγοντας είναι και η στάση που θα τηρήσει η κυβέρνηση έναντι του προγράμματος μεταρρυθμίσεων. Αν επιλέξει να το αναστείλει, αυτό θα επηρεάσει αρνητικά την αξιοπιστία της χώρας και τη στάση των αγορών, στις οποίες θα προσφεύγει μετά τον Αύγουστο του 2018. Οι αγορές θα επιβάλουν στη χώρα τη δική τους πειθαρχία σε κάθε δημοσιονομική ή μεταρρυθμιστική παρασπονδία, πέρα από λογικές πολιτικών διαπραγματεύσεων. Η ακύρωση των μεταρρυθμίσεων ίσως δώσει στους Ευρωπαίους αφορμή να αναστείλουν την ελάφρυνση του χρέους.

Τέλος, καθοριστικό παραμένει το ζήτημα της εξυγίανσης του χαρτοφυλακίου των τραπεζών. Οι επιλογές της κυβέρνησης την τελευταία τριετία συνέβαλαν στην περαιτέρω αύξηση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και στην ακύρωση του αναπτυξιακού ρόλου των τραπεζών. Οσο, λοιπόν, η κυβέρνηση δεν αναλαμβάνει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες ώστε να πετύχουν οι τράπεζες τους στόχους για μείωση των κόκκινων δανείων, η ελληνική οικονομία θα χάνει τις όποιες αναπτυξιακές ευκαιρίες υπάρχουν.

Για να ενεργοποιηθούν οι αδρανοποιημένες αλλά υγιείς παραγωγικές δυνάμεις της χώρας απαιτείται μετά τις εκλογές να υπάρξει εθνική συνεννόηση. Με ένα εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων στην οικονομία, στους θεσμούς και στο Σύνταγμα, πέρα από τις ιδεολογικές αγκυλώσεις της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ, που θα καταπολεμήσει αποτελεσματικά το πελατειακό κράτος και τις παθογένειες που μας οδήγησαν στην κρίση. Ετσι μόνο θα εξασφαλίσουμε μεσοπρόθεσμη τάση ανάπτυξης που να υπερβαίνει το 2%, προϋπόθεση για οριστική και ασφαλή έξοδο από την κρίση.

Στον τηλεοπτικό σταθμό του ΣΚΑΪ εμφανίστηκε το στέλεχος του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών, μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της ΔΗΣΥ και πρώην υπουργός των Οικονομικών, Φίλιππος Σαχινίδης, με αφορμή το σάλο που έχει ξεσπάσει γύρω από τη δημοσίευση της εσωτερικής έκθεσης της ΤτΕ σχετικά με το έλλειμμα του 2009.

Στις επίμονες ερωτήσεις των δημοσιογράφων Χρήστου Κούτρα, Γιάννη Ντσούνου και Άρη Πορτοσάλτε, γιατί δεν δόθηκε συναίνεση το 2009, ο πρώην υπουργός απάντησε πως το ΠΑΣΟΚ έδωσε συναίνεση όποτε τα ζητήματα τέθηκαν με ειλικρίνεια, με σκοπό το εθνικό συμφέρον, όπως στο Μακεδονικό, όταν η Ντόρα Μπακογιάννη άλλαξε την μέχρι τότε θέση της ΝΔ για το μεγάλο αυτό ζήτημα, ούτως ώστε να υπάρξει συμπόρευση και εθνική γραμμή.

Δεν μπορούσε όμως να υπάρξει καμία συναίνεση στην οικονομία, όταν ρωτούσαν τη ΝΔ γιατί έχουν υπερδανειστεί στα μισά του 2009 κι εκείνοι απαντούσαν πως είναι το «μαξιλαράκι» που θα θωράκιζε την οικονομία, όταν αποδείχθηκε πως ούτε η οικονομία ήταν θωρακισμένη, ούτε έλεγαν την αλήθεια.

 

Ο πρώην Υπουργός απάντησε στα περί καθυστερήσεων, πως όχι απλώς δεν άργησαν, αλλά λίγες εβδομάδες από την ορκωμοσία της κυβέρνησης Παπανδρέου, κατατέθηκε προϋπολογισμός με ανήκουστη ως τότε δημοσιονομική προσαρμογή, την οποία η ΝΔ κατήγγειλε μέσα στην Βουλή.

Σε όλες τις άλλες χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα, υπήρξε συναίνεση στην αποκάλυψη των προβλημάτων, όχι θεωρίες συνωμοσιολογίας, κι έτσι κατάφεραν σε 2 με 3 χρόνια να επανέλθουν με ρυθμούς ανάπτυξης, ανέφερε ο ίδιος.

Ερωτηθείς σχετικά με το βιβλίο του υπουργού Οικονομικών της κυβέρνησης Καραμανλή Γιάννη Παπαθανασίου, στο οποίο κατηγορείται η κυβέρνηση Παπανδρέου ότι φούσκωσε το έλλειμμα, είπε πως «κάποιοι επιχειρούν να ξαναγράψουν την ιστορία», ενώ έκλεισε λέγοντας πως όποια λάθη κι αν έγιναν, δεν επιτρέπουν σε κανέναν την εξίσωση εμπρηστών και πυροσβεστών.