Αρθογραφία - Συνεντεύξεις

Μέρος Α

Μέρος Β

Μέρος Γ

Όταν ο ιστορικός του μέλλοντος θελήσει να μελετήσει αυτή τη σκοτεινή περίοδο της σύγχρονης ιστορίας μας, προκειμένου να αποτιμήσει την πορεία της χώρας, θα κληθεί να απαντήσει στα εξής τρία ερωτήματα:

  1. Γιατί η πολιτική, κατά την υπό εξέταση περίοδο, απαξιώθηκε σε τέτοια έκταση; Γιατί οι πολίτες, μετά από μια τόσο παρατεταμένη και πρωτόγνωρη οικονομική και κοινωνική κρίση, δεν επεδίωξαν την ενεργό συμμετοχή τους, ώστε να συμβάλουν στην ταχεία έξοδο από την κρίση, αλλά επέλεξαν, συνειδητά, την αδράνεια και την αποχή; Είναι ενδεικτικό ότι μεταξύ των εκλογών του Μαΐου 2012 και Σεπτεμβρίου 2015 περίπου ένα εκατ. ψηφοφόροι απείχαν από το εκλογικό τους δικαίωμα. Ας δούμε, όμως, πού οδήγησαν η απάθεια και η αποχή. Χθες, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κατέθεσε στη Βουλή προς ψήφιση σχέδιο Νόμου 930 σελίδων, που περιλαμβάνει μέτρα ύψους €5 δισ. περίπου. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα μιας παρατεταμένης διαπραγμάτευσης για να πετύχει υποτίθεται η κυβέρνηση χαμηλότερο στόχο για τα πρωτογενή πλεονάσματα και μια θετική απόφαση για το χρέος χωρίς όμως να χρειαστεί να πάρει νέα μέτρα στις συντάξεις ή τη φορολογία. Τελικά δέχτηκε όλα αυτά τα νέα μέτρα χωρίς μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Παρά το τεράστιο όμως δημοσιονομικό βάρος τους δεν σημειώθηκε κάποια ουσιαστική αντίδραση. Σε ανάλογες περιπτώσεις, κατά τα έτη 2010 και 2011, αλλά και αργότερα, πλήθη συγκεντρωμένων στην πλατεία Συντάγματος ζητούσαν την απόσυρση των μέτρων και την παραίτηση των  μελών της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Φαντάζεστε τι θα συνέβαινε στην ίδια πλατεία, αν στέλεχος της Δημοκρατικής Συμπαράταξης κατέθετε το αντίστοιχο νομοσχέδιο! Ή, αν στο όνομα της αξιοποίησης της Δημόσιας περιουσίας, είχε εκχωρήσει τα περιουσιακά της στοιχεία για 99 χρόνια στο Υπερταμείο, αναθέτοντας τη διοίκησή του σε ξένους;  Ή, αν με πρωτοβουλίες της Δημοκρατικής Συμπαράταξης είχε περάσει ο έλεγχος του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και της διοίκησης των τραπεζών σε ξένους; Σήμερα, αντί για αντιπαράθεση και δημιουργικό διάλογο πάνω σε όλα αυτά τα κρίσιμα για τη χώρα και τους πολίτες θέματα, κερδίζουν η απάθεια, η απαισιοδοξία, η μελαγχολία, η αποχή. Σαφώς, ένας κρίσιμος παράγοντας, που οδήγησε σε αυτή την εξέλιξη, υπήρξε το γεγονός ότι η χώρα παραμένει σε κρίση οικονομική και κοινωνική επί δεκαετία, παρά τις συχνές αλλαγές κυβερνήσεων με διαφορετικό πολιτικό προσανατολισμό. Όταν, λοιπόν, για πολλά χρόνια διαφορετικά κόμματα λαμβάνουν την εντολή για να διασφαλίσουν την έξοδο της χώρας από την κρίση, χωρίς όμως να το επιτυγχάνουν, αυτό οδηγεί σε σκέψεις για πιθανή αδυναμία του πολιτικού δυναμικού και της πολιτικής να δώσουν αξιόπιστες απαντήσεις στα σύνθετα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Όσο το πρόβλημα της κρίσης δεν αντιμετωπίζεται, είναι πιθανό οι πολίτες να οδηγηθούν τελικά στο συμπέρασμα ότι η πολιτική δεν είναι ο προνομιακός χώρος επίλυσης των προβλημάτων και, αδρανώντας, να αφήσουν, ως προς τη επίλυση των προβλημάτων, περιθώριο για εξωθεσμικές επιλογές.
  2. Το δεύτερο ερώτημα, στο οποίο θα κληθεί να απαντήσει ο ιστορικός, είναι γιατί, αν και τρεις άλλες χώρες είχαν υπογράψει Μνημόνια, μόνο η Ελλάδα, επτά χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου, παραμένει σε Μνημόνιο και σε ύφεση. Στο μεταξύ, έχει χαθεί το 25% του ΑΕΠ, έχουν χαθεί 1 εκατ. θέσεις εργασίας, η χώρα είναι ακόμη εκτός αγορών, έχει υπογράψει το τρίτο μνημόνιο και αναλαμβάνει δεσμεύσεις για δημοσιονομικούς στόχους πολύ πέρα και από τη λήξη όχι του τρίτου μνημονίου, αλλά και ενός τετάρτου, αν προκύψει ως ανάγκη. Αντίθετα, η Ιρλανδία, η Κύπρος και η Πορτογαλία, με ένα μνημόνιο, πέτυχαν την έξοδο στις αγορές και σημειώνουν ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Οι οικονομίες τους δημιουργούν θέσεις εργασίας και προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές από την κρίση με την εξάλειψη των ανισοτήτων και της φτώχειας. Είναι άραγε σύμπτωση ότι στις χώρες αυτές επιτεύχθηκαν πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις, ενώ στην Ελλάδα αρχικά τα κόμματα της αντιπολίτευσης υπόσχονταν στους πολίτες ότι υπάρχουν και άλλοι δρόμοι, με τα «Ζάππεια» ή τα προγράμματα της Θεσσαλονίκης; Ως κυβέρνηση ουδέποτε αποτόλμησαν να τα παρουσιάσουν στους θεσμικούς δανειστές προς χρηματοδότηση, ως εθνικά σχέδια εξόδου από την κρίση, ώστε να εξασφαλίσουν τα €130 δισ. του δεύτερου ή τα €86 δισ. του τρίτου μνημονίου.
  3. Το τρίτο ερώτημα είναι, γιατί όταν οι άλλες χώρες της Ευρώπης, αντιμέτωπες με την μεγαλύτερη κρίση από τη συγκρότηση της Ένωσης, διερευνούσαν δυνητικές επιλογές ως προς την μελλοντική τους πορεία ή για την στάση τους έναντι των μεγάλων προκλήσεων της παγκοσμιοποίησης, της κλιματικής αλλαγής, κλπ., η ελληνική κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ συνειδητά επέλεγε την αποστασιοποίηση και τον απομονωτισμό; Την ίδια ώρα, η Ελλάδα έχανε τα διεθνή ερείσματά της για την υπεράσπιση των εθνικών της θεμάτων, ενώ ο γείτονας εξ ανατολών όχι μόνο ξεφεύγει στις πρακτικές, αλλά προβάλλει και διεκδικήσεις που παραβιάζουν τις αρχές του διεθνούς δικαίου.

Φίλες και Φίλοι,

Είναι σίγουρο ότι οι απαντήσεις του ιστορικού του μέλλοντος στα ερωτήματα αυτά θα συνδεθούν άμεσα με το τι θα αποφασίσει και το τι θα πράξει ο καθένας από εμάς, η καθεμία από εσάς.

Εξαρτώνται από όλους, όσοι είμαστε στην αίθουσα αυτή, αλλά και από όλους τους μη παρόντες, οι οποίοι αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα των συνθηκών για την πορεία της χώρας και θα επιλέξουν τελικά να πορευτούν μαζί μας, προκειμένου:

  • να  διατυπώσουμε με ευθύνη και συνέπεια την πρότασή μας για την ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση
  • να χτίσουμε την Ελλάδα που οραματιζόμαστε και θέλουμε να κληροδοτήσουμε στις επόμενες γενεές.

 

Η Ελλάδα του μέλλοντος εξαρτάται από τις κοινές μας αναζητήσεις για όλα αυτά τα ζητήματα και τις αποφάσεις μας στο συνέδριο της ΔΗΣΥ. Αποφάσεις που θα επιτρέψουν να ενισχύσουμε τη θέση μας στην κοινωνία και να αναλάβουμε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της μελλοντικής πορείας της χώρας.

 

Στα κρίσιμα, λοιπόν, αυτά ζητήματα καλούμαστε σήμερα να πάρουμε θέση για τις επιλογές μας στο συνέδριο και:

– να εργαστούμε για την θεσμική ανασύνταξη της χώρας

– να διασφαλίσουμε την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της πολιτικής

– να καταστήσουμε δύναμη ηγεμονική την ελληνική σοσιαλδημοκρατία,

– να προχωρήσουμε στην αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου και να διασφαλίσουμε τις προϋποθέσεις για την δημιουργία νέου πλούτου μέσω της βιώσιμης ανάπτυξης, πλούτου που θα διαχέεται σε όλη την κοινωνία και όχι στους λίγους.

Γιατί νέο πλούτο μπορεί να δημιουργήσει και η ΝΔ με την οικονομικά φιλελεύθερη ατζέντα της. Αλλά είναι πλούτος που και πάλι θα αφορά τους λίγους.

Αν συνεχίζουμε να επιμένουμε στην ταυτότητα του Σοσιαλιστή είναι γιατί δεν δεχόμαστε ως φυσική συνέπεια ότι οι οκτώ πλουσιότεροι στον κόσμο έχουν όσα το 50% του πληθυσμού της γης. Η ανισότητα αυτή είναι προϊόν συγκεκριμένων επιλογών, που απορρέουν από μια οικονομικά φιλελεύθερη ατζέντα και πρέπει να την ανατρέψουμε.

Πλούτο συγκυριακά μπορεί να δημιουργήσουν και οι παρεοκρατιστές του ΣΥΡΙΖΑ με υπόγειες και αδιαφανείς συμφωνίες με συγκεκριμένους επιχειρηματίες, αλλά θα είναι πλούτος που αφορά όσους ανήκουν στη νέα διαπλοκή και τους εκλεκτούς πελατειακούς φίλους.

Είναι υποχρέωση δική μας να βοηθήσουμε τις υγιείς και καινοτόμες παραγωγικές δυνάμεις της χώρας, μέσα από τη συγκρότηση μιας νέας κοινωνικής συμμαχίας, να εργαστούν για την παραγωγή πλούτου και να συμφωνήσουν ότι μέρος του θα φορολογηθεί, προκειμένου να στηριχτούν όσοι χτυπήθηκαν από την κρίση.

Τέλος, είναι δική μας υποχρέωση να αποκαταστήσουμε το κύρος και την αξιοπιστία της χώρας και να εργαστούμε από κοινού με τις προοδευτικές δυνάμεις της Ευρώπης, για να διασφαλίσουμε ότι το όραμα για μια ισχυρή και κοινωνικά δίκαιη Ευρώπη θα παραμείνει στο επίκεντρο των πολιτικών μας προτεραιοτήτων και στοχεύσεων.

Είμαι πολύ αισιόδοξος που ανταμώσαμε και όλοι μαζί δηλώνουμε έτοιμοι για μια νέα προσπάθεια, ενωμένοι. Απευθύνω κάλεσμα και σε όσους δεν είναι εδώ. Η ΔΗ.ΣΥ. είναι η εκκλησία. Η καμπάνα κτυπά και όσοι αγωνιούν για την επόμενη ημέρα της χώρας και για την ανασυγκρότηση του χώρου τους καλούμε να έρθουν να δουλέψουμε από κοινού.  Η αποχή, η απάθεια, η αδιαφορία, η μοναχική πορεία δεν μπορούν να μας βγάλουν και δεν θα μας βγάλουν από την κρίση. Στην προσπάθεια αυτή μόνο ενωμένοι μπορούμε να πάμε μπροστά.

Συνέδριο του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής «Κρίση-Μεταρρυθμίσεις-Ανάπτυξη» Αθήνα 28 Μαρτίου 2017

Η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας από το 2008 και η αδυναμία εξόδου από την κρίση και τα μνημόνια στα οποία αυτή οδήγησε έχει τροφοδοτήσει έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις την τελευταία επταετία ως προς τις δυνητικές οικονομικές επιλογές της χώρας για έξοδο από την κρίση. Έντονες είναι και οι αντιπαραθέσεις στους οργανισμούς που συμμετείχαν στα μνημόνια και τώρα αξιολογούν την συμμετοχή τους σε αυτά.

Έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις για τους λόγους που η χώρα με τα τρία προγράμματα οικονομικής πολιτικής απέτυχε μέχρι σήμερα να διασφαλίσει την έξοδο στις αγορές και την μετάβαση σε βιώσιμη ανάπτυξη.

Αντίστοιχα προγράμματα που υπέγραψαν άλλες χώρες της ευρωζώνης –Ιρλανδία, Κύπρος και Πορτογαλία- διευκόλυναν την επιστροφή τους στις αγορές και σε ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Για τις ανάγκες, λοιπόν, της σημερινής συζήτησης, θα επικεντρωθώ στο ρόλο που είχαν στην πορεία των ελληνικών προγραμμάτων οι μεταρρυθμίσεις.

Σύμφωνα με μια άποψη που συμμερίζεται και ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ O. Blanchard τα ελληνικά προγράμματα δεν πέτυχαν τον στόχο τους γιατί η Ελλάδα δεν προχώρησε σε έγκαιρη και αποτελεσματική υλοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων.

Η άποψη αυτή όπως μπορούμε να δούμε από  τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δεν αποδίδει την πραγματική εικόνα για την προσπάθεια που κατέβαλε η χώρα (Διαφάνεια 2). Ειδικά για την περίοδο 2011-2012, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η Ελλάδα ήταν η χώρα με τη μεγαλύτερη μεταρρυθμιστική δράση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.

Παρά την καθυστέρηση στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που περιλαμβάνονται στα προγράμματα τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα συνεχίζει να κατατάσσεται μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ με ικανοποιητικό βαθμό ανάληψης μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών.

Με το πρώτο πρόγραμμα δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη δημοσιονομική προσαρμογή, στην βελτίωση θεσμικού πλαισίου για την άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής καθώς και σε μέτρα για την αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης η οποία ήταν πολύ αδύναμη σε σχέση με αυτές άλλων χωρών σε προγράμματα.

Ιδιαίτερα σημαντικές ήταν οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν στην αγορά εργασίας την περίοδο 2010-2012. Σύμφωνα με το σχετικό δείκτη του ΟΟΣΑ Employment Protection Legislation Index, έως το 2013 έγινε πλήρης σύγκλιση του θεσμικού πλαισίου της ελληνικής αγοράς εργασίας με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Την περίοδο 2010-2016 καταγράφηκε σημαντική πρόοδος των μεταρρυθμίσεων στις αγορές προϊόντων και στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος με καθυστέρηση όμως σε σχέση με τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας.

Στο δεύτερο πρόγραμμα που ξεκίνησε το 2012 δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στους τομείς αυτούς. Μεταξύ 2008-2013 τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ισχυρή βελτίωση για την Ελλάδα έχοντας καταγράψει την καλύτερη επίδοση στη βελτίωση μεταξύ  των  χωρών που παρακολουθεί ο οργανισμός.

Παρά την αρχική ικανοποιητική πορεία σύμφωνα με το σχετικό δείκτη του ΟΟΣΑ Product Market Regulation Index, η ελληνική οικονομία το 2017 έχει σημαντικό περιθώριο για μεγαλύτερη πρόοδο  στην άρση ρυθμίσεων που περιορίζουν τον ανταγωνισμό στις αγορές προϊόντων.

Τέλος, οι μεταρρυθμίσεις στους θεσμούς, στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, στη δικαιοσύνη, στην ενίσχυση της διαφάνειας  δεν προχώρησαν κατά την περίοδο αυτή πάντα με την ίδια ταχύτητα.

Αντίθετα, σε ορισμένες περιπτώσεις τα τελευταία χρόνια, ειδικά στη δημόσια διοίκηση, την δικαιοσύνη και την παιδεία με τις αναιρούμενες μεταρρυθμίσεις, παρατηρείται μια οπισθοδρόμηση και επιστροφή σε πρακτικές και λογικές που οδηγούν σε αναπαραγωγή πελατειακών σχέσεων που ευθύνονται για την κρίση και την κατάρρευση της οικονομίας.

Οι μεταρρυθμίσεις που έγιναν αποσκοπούσαν στην αύξηση του δυνητικού προϊόντος της ελληνικής οικονομίας μακροπρόθεσμα.

Ένα από τα ζητήματα που έχει τεθεί σχετικά με το ρόλο των μεταρρυθμίσεων είναι αν μπορούν και βραχυπρόθεσμα να παραγάγουν οφέλη σε όρους ΑΕΠ. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από παράγοντες όπως:

  1. Αν οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας προηγούνται αυτών στην αγορά προϊόντων.
  2. Αν πραγματοποιούνται με ταχύτητα πολλές μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων και εργασίας ταυτόχρονα ή σε βάθος χρόνου
  3. Αν υλοποιούνται σε συνθήκες ύφεσης ή ταυτόχρονα με προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής
  4. Αν πραγματοποιούνται με ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις και σε περιβάλλον πολιτικής σταθερότητας

Στην περίπτωση της Ελλάδας προηγήθηκαν οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και στη συνέχεια ακολούθησαν οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων και υπηρεσιών.

Η Ελλάδα για να αποκομίσει τα προβλεπόμενα από τη θεωρία οφέλη έπρεπε να κάνει ταυτόχρονα τις μεταρρυθμίσεις ή να προηγηθούν  αυτές στην αγορά προϊόντων και υπηρεσιών.

Ένα άλλο ζήτημα που καθιστά την Ελλάδα ξεχωριστή περίπτωση ήταν η απότομη μείωση των πιστώσεων στην ελληνική οικονομία ταυτόχρονα με μια εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή.

Κάτι που δεν συνέβη στον ίδιο βαθμό και στην ίδια έκταση στις άλλες χώρες κυρίως γιατί στην Ελλάδα οι μακροοικονομικές ανισορροπίες του 2009 ήταν μεγαλύτερες από αυτές των άλλων χωρών.

Η δραστική μείωση των πιστώσεων επηρέασε με την σειρά της την υφεσιακή πορεία της οικονομίας. Σύμφωνα με μελέτες η δημοσιονομική προσαρμογή στην Ελλάδα ευθύνεται περίπου για το 50% της ύφεσης. Το υπόλοιπο 50% οφείλεται σε άλλους παράγοντες όπως η έλλειψη ρευστότητας και η  αβεβαιότητα.

Κρίσιμος παράγοντας για την επιτυχία των μεταρρυθμίσεων είναι και η ύπαρξη ισχυρού πολιτικού κεφαλαίου και οι μεταρρυθμίσεις  να διασφαλίζουν τις μεγαλύτερες δυνατές κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις. Για αυτό προκρίνεται η ανάληψη μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών αμέσως μετά τις εκλογές. Έτσι, υπάρχει ο αναγκαίος χρόνος για να καταγραφούν τα οφέλη από τις μεταρρυθμίσεις σε βάθος τετραετίας.

Στην περίπτωση της Ελλάδας δεν υπήρξαν οι αναγκαίες κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις. Το αποτέλεσμα ήταν να χάνεται γρήγορα το πολιτικό κεφάλαιο των κυβερνήσεων και η κοινωνική στήριξη στις μεταρρυθμίσεις.

Στην Ελλάδα από τον Οκτώβριο του 2009  και μετά έχουν γίνει τέσσερις εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις, οι εκλογές για την αυτοδιοίκηση το 2010, ευρωεκλογές και αυτοδιοικητικές ταυτόχρονα το Μάϊο του 2014 και ένα δημοψήφισμα το 2015.

Από το 2009 και μέχρι σήμερα η μέση διάρκεια των κυβερνήσεων ήταν 2-2,5 περίπου χρόνια. Ορκίστηκαν έξι πρωθυπουργοί από τους οποίους οι δυο ήταν υπηρεσιακοί και εννέα υπουργοί οικονομικών από τους οποίους οι δυο ήταν υπηρεσιακοί.

Η εμπειρία της Ελλάδας δεν έχει καμία σχέση με αυτήν των τριών χωρών  που βγήκαν από τα προγράμματα  όπου τα μεγάλα κόμματα συμφώνησαν με το περιεχόμενο των προγραμμάτων.

Στην Ελλάδα η ΝΔ αρχικά (2010-2012) αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ (2010-2015) υπερασπίστηκαν την άποψη ότι υπάρχει και άλλος τρόπος εξόδου από την κρίση χωρίς την μείωση των δίδυμων ελλειμμάτων και χωρίς ουσιαστικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Έτσι κυριάρχησε και εδραιώθηκε η αντίληψη ότι η δημοσιονομική προσαρμογή και οι μεταρρυθμίσεις δεν αποτελούν ελληνική επιλογή και μέρος ενός εθνικού σχεδίου εξόδου από την κρίση αλλά μας επιβλήθηκαν από τους δανειστές.

Αυτή είναι η κομβική διαφορά με τις άλλες χώρες που κατάφεραν να βγουν από τα προγράμματα τους.

Στη χώρα μας τα προγράμματα δεν είχαν τη στήριξη του πολιτικού δυναμικού – συνήθως χρησιμοποιείται ο όρος ιδιοκτησία – αφού η στήριξη τους ταυτίστηκε με τεράστιο πολιτικό κόστος.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης πρότειναν τα δικά τους προγράμματα εξόδου από την κρίση (Ζάππεια, Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης) τα οποία όμως ουδέποτε τόλμησαν να θέσουν σε εφαρμογή.

Διότι αν τα παρουσίαζαν στους θεσμικούς δανειστές ως πρόταση προς χρηματοδότηση, δεν θα ελάμβαναν χρηματοδότηση για την εφαρμογή τους.

Όταν τα κόμματα της αντιπολίτευσης κέρδισαν τις εκλογές το 2012 και 2015 αποφάσισαν εν τέλει να υλοποιήσουν τις μεταρρυθμίσεις αλλά με καθυστερήσεις και όχι ολοκληρωμένα.

Ειδικά την διετία 2015-2016 η ταχύτητα προόδου στις μεταρρυθμίσεις υποχώρησε έναντι της διετίας 2013-2014 (Διαφάνεια 3).

Η Ελλάδα συγκρινόμενη με την Πορτογαλία σε βάθος πενταετίας, με δύο προγράμματα προχώρησε 166 μεταρρυθμίσεις ενώ η Πορτογαλία 189 με ένα πρόγραμμα σε τρία χρόνια (Διαφάνεια 4).

Για να κατανοήσουμε τους λόγους για τους οποίους οι παραπάνω μεταρρυθμίσεις απέτυχαν να παραγάγουν τα προβλεπόμενα από την θεωρία οφέλη για την ελληνική οικονομία, είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι, ο βασικός δίαυλος μέσω του οποίου επιδρούν στην οικονομική δραστηριότητα είναι μέσω της μείωσης των τιμών προϊόντων, με αποτέλεσμα την αύξηση της κατανάλωσης και των επενδύσεων. Επιπρόσθετα, η μείωση των τιμών ενισχύει την διεθνή ανταγωνιστικότητα των προϊόντων και υπηρεσιών και οδηγεί σε αύξηση των εξαγωγών.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τις θεωρητικές προβλέψεις, το κρίσιμο κανάλι για να επωφεληθεί μια οικονομία με μικρό τομέα εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών όπως η Ελλάδα είναι μέσω της προσέλκυσης επενδύσεων που θα διευκολύνουν τον μετασχηματισμό της οικονομίας ώστε να ενισχυθεί ο τομέας των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών.

Αφού οι επενδύσεις είναι το βασικό κανάλι, τότε το ερώτημα που τίθεται είναι αν σε μια χώρα με έντονη πολιτική αστάθεια και αβεβαιότητα θα μπορούσαν να γίνουν αυτές οι επενδύσεις;

Να υπενθυμίσω την εικόνα της Ελλάδας που είχε εδραιωθεί διεθνώς από το 2010 με τις διαδηλώσεις, την πυρκαγιά και τους νεκρούς στη Marfin και τις συνεχείς κινητοποιήσεις μέχρι περίπου και το τέλος του 2014.

Η αβεβαιότητα αυτή τροφοδότησε σενάρια εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη το grexit που ταλαιπωρεί ακόμη τη χώρα λόγω της μη ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης (Διαφάνεια 5).

Επομένως, η χώρα υπέφερε από αποεπένδυση λόγω τόσο της μειωμένης ζήτησης ως απόρροια της δημοσιονομικής προσαρμογής, όσο και της πολιτικής αβεβαιότητας και του grexit (Διαφάνεια 6).

Αντίθετα, οι άλλες χώρες και ιδιαίτερα η Ιρλανδία, κατά την ίδια περίοδο πέτυχαν να προσελκύσουν πολύ περισσότερες Ξένες Άμεσες Επενδύσεις (Διαφάνεια 7)

Επιπρόσθετα, οι καθυστερήσεις στις μεταρρυθμίσεις συνεπάγονται κόστος για την οικονομία διότι τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις έχουν κίνητρο να αναβάλουν τις καταναλωτικές και επενδυτικές δαπάνες τους προκειμένου να επωφεληθούν από τις αναμενόμενες μελλοντικές μειώσεις των τιμών και την αύξηση της παραγωγικότητας μετά την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων.

Από το 2012 και μετέπειτα όλες οι αξιολογήσεις των προγραμμάτων ολοκληρώνονται με μεγάλη καθυστέρηση σε σχέση με τα αρχικά χρονοδιαγράμματα ενισχύοντας την αβεβαιότητα για την πορεία της χώρας.

Στην περίπτωση της Ελλάδας υπήρχε πρόβλημα και στη διάρκεια των αξιολογήσεων αλλά και ανατροπή των χρονοδιαγραμμάτων πραγματοποίησης τους, κάτι που συνέβη σε πολύ μικρότερο βαθμό στην περίπτωση της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας.

Οι κυβερνήσεις της περιόδου αυτής είχαν την εσφαλμένη αντίληψη ότι η υποχρέωσή τους σε ότι αφορά τις μεταρρυθμίσεις εξαντλείται στη νομοθέτησή τους. Αλλά όπως έγκαιρα μας είχε επισημάνει το 2010 ο Ιταλός πρ. Υπουργός Οικονομικών Tomasso Padoa-Schioppa «Legislation is not implementation».

Ο διοικητικός μηχανισμός της χώρας είχε αδυναμίες στην υλοποίηση όσων είχαν νομοθετηθεί καθώς περίμεναν συνεχώς οδηγίες από τους πολιτικούς προϊσταμένους, ενώ δεν έλλειπαν οι συντεχνιακές αντιστάσεις και η συνήθης αδράνεια στην εφαρμογή όσων είχαν ψηφιστεί.

Κάτι που δεν ίσχυε στην Κύπρο όπου όπως αναγνώρισε ο πρώην Πρόεδρος κ. Βασιλείου «το πρόβλημα στην Κύπρο είναι μόνο η νομοθέτηση». «Αν οι μεταρρυθμίσεις νομοθετηθούν είπε τότε η δημόσια διοίκηση είναι υποχρεωμένη να τις εφαρμόσει».

Τέλος την αβεβαιότητα ενίσχυε η συχνή αλλαγή αποφάσεων που είχαν ληφθεί στο πλαίσιο των προγραμμάτων ειδικά σε νόμους για την φορολογία επιχειρήσεων και μισθωτών  ή σχετικά με το άνοιγμα των αγορών ή τις μεταρρυθμίσεις στο ασφαλιστικό και στην υγεία.

Οι αλλαγές επέτειναν την σύγχυση και δημιούργησαν έντονες αμφιβολίες για το αν είχε γίνει σωστός σχεδιασμός και αποτίμηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων ή τυχαίοι παράγοντες ή πολιτικοί λόγοι οδήγησαν αρχικά σε ορισμένες επιλογές και αργότερα στις ακριβώς αντίθετες.

Συμπερασματικά, η Ελλάδα προχώρησε σε πολλές μεταρρυθμίσεις αλλά δεν κατάφερε να προσελκύσει τις αναγκαίες επενδύσεις που θα διευκόλυναν το μετασχηματισμό του παραγωγικού προτύπου κυρίως λόγω της πολιτικής αστάθειας και του κινδύνου εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη.

Έτσι αν και η θεωρία προβλέπει ότι σε βάθος πενταετίας μια οικονομία μπορεί να αξιοποιήσει τα οφέλη από τις μεταρρυθμίσεις στην περίπτωση της Ελλάδας δεν έχει συμβεί ακόμη αυτό.

Ο κίνδυνος που διατρέχουμε ως χώρα είναι, στη συνείδηση των πολιτών οι μεταρρυθμίσεις να ταυτιστούν με επιλογές, οι οποίες δεν προάγουν τη θέση των περισσοτέρων πολιτών.

Δεν είναι τυχαίο που οι μεταρρυθμίσεις έχουν αποκτήσει αρνητική σημειολογία και έχει προκληθεί μεταρρυθμιστική κόπωση.

Η παραμονή σε ύφεση για εννέα χρόνια που οδήγησε σε σωρευτική απώλεια ΑΕΠ της τάξης του 25%, η καταστροφή ενός εκατομμυρίου θέσεων εργασίας και η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων είχε ως αποτέλεσμα η πολιτική να απαξιώνεται στη συνείδηση των πολιτών ως χώρος επίλυσης των μεγάλων οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων. Έτσι, οι πολίτες οδηγούνται σήμερα την απάθεια και στην αποχή και δεν στηρίζουν καμία μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία.

Στις παρούσες συνθήκες κανένα από τα πολιτικά κόμματα με ευρωπαϊκό προσανατολισμό δεν έχει πλέον το αναγκαίο πολιτικό κεφάλαιο που απαιτείται για την ολοκλήρωση του προγράμματος των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων που θα βγάλει τη χώρα από την κρίση.

Ο μόνος τρόπος για να ανακτήσουν οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας πολιτικό κεφάλαιο για να ολοκληρώσουν τις μεταρρυθμίσεις είναι να περάσει το γρηγορότερο η χώρα σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, κυρίως μέσω της εξάλειψης της πολιτικής αβεβαιότητας που τροφοδοτεί η συζήτηση για την δεύτερη αξιολόγηση.

Έτσι, θα επανεργοποιηθούν κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις, θα δημιουργηθεί κλίμα αισιοδοξίας για τη συνέχιση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων.

Στόχος είναι η Ελλάδα, από μια μικρή κλειστή οικονομία με διακοπή χρηματοδότησης από τις αγορές,  να καταστεί μια ανοικτή οικονομία με ανάκτηση της πρόσβασης στις αγορές.

Είναι πλέον ανάγκη οι πολιτικές δυνάμεις να προχωρήσουν σε μια συνεννόηση για ένα εθνικό σχέδιο εξόδου από την κρίση. Η εθνική συνεννόηση είναι προϋπόθεση ώστε η χώρα να πετύχει την έξοδο από την κρίση και την μετάβαση σε μια βιώσιμη ανάπτυξη που θα διασφαλίσει τη δημιουργία θέσεων εργασίας, θα παραγάγει πλούτο και πόρους για να στηριχτούν αυτοί που χτυπήθηκαν από την κρίση.

Παρουσίαση Εκδήλωση Γραφείο Προυπολογισμού Βουλής

Ομιλία στην εκδήλωση του Δικτύου Αριστερών Δημοκρατών Θεσσαλονίκη 9 Μαρτίου 2017

Θέλω να ευχαριστήσω το Δίκτυο Αριστερών Δημοκρατών για την πρόσκληση να συμμετάσχω στη συζήτηση με το ερώτημα: «μπορεί να ξαναγεννηθεί η ελπίδα στην Ευρώπη;».

Για να αποφευχθούν παρεξηγήσεις θα τονίσω ότι μιλάμε για τις προοπτικές της Ε.Ε. γιατί στην Ευρώπη ανήκουν και χώρες εκτός Ε.Ε.

Η διοργάνωση της εκδήλωσης βρίσκεται σε τέλειο συγχρονισμό με τις διεργασίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεδομένου ότι πρόσφατα δημοσιοποιήθηκαν οι προτάσεις της Ε.Ε. για το μέλλον της Ευρώπης.

Έχουν περάσει 60 χρόνια από τότε που οι Συνθήκες της Ρώμης θεμελίωσαν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα πρόδρομο της  Ε.Ε. και 18 χρόνια από τη συγκρότηση της ευρωζώνης και οι προβλέψεις για το μέλλον και την προοπτική της Ε.Ε. αλλά και της ευρωζώνης δεν είναι αισιόδοξες.

Να υπενθυμίσω ότι στις 7 Φεβρουάριου συμπληρώθηκαν 25 χρόνια από την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ.

Με αυτή αποφασίστηκε να προχωρήσει η Ε.Ε. σε μεγαλύτερη εμβάθυνση.

Αν κάτι εκπλήσσει είναι ότι στην Ευρώπη, οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν έκαναν κάποια ιδιαίτερη αναφορά για την επέτειο υπογραφής της Συνθήκης που μεταξύ άλλων οδήγησε και στη συγκρότηση της ευρωζώνης.

Δεν ξέρω αν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος που αποσιωπήθηκε η επέτειος υπογραφής της Συνθήκης του Μάαστριχτ ή αν είναι το αποτέλεσμα μιας κυρίαρχης πλέον άποψης ότι το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της ευρωζώνης όπως το περιέγραφε η Συνθήκη ήταν ατελές και συνέβαλε στην εκδήλωση της κρίσης της ευρωζώνης.

Απλά να υπενθυμίσω, κυρίως στους νεότερους που δεν είναι εξοικειωμένοι με τις συζητήσεις της δεκαετίας του 1990, ότι η δημιουργία της ΟΝΕ δεν αντιμετωπίστηκε από όλους ως μια επιλογή πολιτική με αμιγώς οικονομικά κριτήρια. Αλλά ως μια πολιτική απόφαση, αφού θεωρούνταν από πολλούς ο προθάλαμος της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης το οποίο υπήρξε και το όραμα των θεμελιωτών της Ε.Ε.

Όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1990 οι περισσότερες χώρες δεν ήταν έτοιμες να συζητήσουν τη δημιουργία της Ενωμένης Ευρώπης.

Υπό προϋποθέσεις ήταν διατεθειμένες να παραιτηθούν από το εθνικό τους νόμισμα και να προχωρήσουν στην υιοθέτηση ενιαίου νομίσματος και στη δημιουργία μιας ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας.

Το ερώτημα που απασχόλησε πολλούς τότε ήταν γιατί η Γερμανία δέχτηκε να εγκαταλείψει το εθνικό της νόμισμα παρότι αυτό μετά τον πόλεμο της είχε εξασφαλίσει βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης και πρωτοφανή νομισματική σταθερότητα.

Η άποψη ότι το έκανε για να πετύχει την ενοποίηση με την Ανατολική Γερμανία δεν είναι ισχυρή. Το θέμα της γερμανικής ενοποίησης  ήταν  ζήτημα που θα αποφάσιζαν τότε οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση. Οι   χώρες της Ε.Ε. είχαν μικρό ρόλο στην λήψη αυτής της απόφασης.

Φαίνεται λοιπόν ότι οι ευρωπαίοι ηγέτες του σκληρού πυρήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1990 καταλάβαιναν ότι η υιοθέτηση κοινού νομίσματος μπορούσε να προχωρήσει γρήγορα ακόμη και με ένα ημιτελές θεσμικό πλαίσιο που θα ενισχύονταν αργότερα. Αντίθετα η πολιτική ενοποίηση δεν αποτελούσε ούτε τότε ούτε σήμερα μια προοπτική σε ορατό χρονικό διάστημα.

Σήμερα, η Ε.Ε  βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πολύπλευρη κρίση:

  • Η ευρωζώνη εξακολουθεί να ταράζεται από τα προβλήματα χωρών μελών. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σε μνημόνιο μετά την υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
  • Η Βρετανία προετοιμάζεται να ενεργοποιήσει τη διαδικασία αποχώρησης από την Ε.Ε.
  • Η προσφυγική και μεταναστευτική κρίση δοκιμάζουν τις αντοχές της Ε.Ε. και θέτουν υπό αίρεση όλο το θεσμικό πλαίσιο της Ε.Ε. για την ασφάλεια και την προστασία.

Έτσι, σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. αυτοί που στέκονται εχθρικά στην ιδέα της ανοικτής κοινωνίας αλλά και των αξιών που είναι ταυτισμένες με την Ευρώπη κερδίζουν πολιτικά έδαφος είτε ανήκουν στη ακροδεξιά είτε στην ευρωσκεπτικιστική αριστερά. Πολλά από αυτά τα κόμματα υπόσχονται στους ψηφοφόρους ότι θα οδηγήσουν τις χώρες τους έξω από την ευρωζώνη η ακόμη και την Ε.Ε.

Είναι γεγονός ότι συζητήσεις για τη συνοχή της ευρωζώνης είχαν γίνει και στο παρελθόν, ιδιαίτερα δε το 2012 όταν αυξήθηκε η πολιτική αβεβαιότητα στην Ελλάδα μετά τα αποτελέσματα των εκλογών. Αυτό, όμως, που τώρα κάνει διαφορετικά τα πράγματα σε ότι αφορά το μέλλον της Ευρώπης είναι το γεγονός ότι το 2017 είναι χρονιά εκλογών σε τρεις κρίσιμες για την Ε.Ε. χώρες. Τα αποτελέσματα των εκλογών στην Ολλανδία, Γαλλία και Γερμανία μπορεί να οδηγήσουν σε μια αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής πολύ πιο εχθρική απέναντι στην ίδια την ευρωπαϊκή προοπτική.

Οι διαπιστώσεις αυτές μας υποχρεώνουν να αξιολογήσουμε τις επιλογές που έκανε η Ευρώπη όλα αυτά τα χρόνια από το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, και ιδιαίτερα μετά την εκδήλωση της ελληνικής κρίσης, που οδήγησε στον αναγκαστικό δανεισμό της Ελλάδας το 2010.

Οι χώρες της Ευρώπης, και ιδιαίτερα η Γερμανία και η Γαλλία, αρνήθηκαν από την πρώτη στιγμή να αντιμετωπίσουν τα αίτια που τροφοδότησαν την κρίση. Αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν ότι το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα ήταν λειτουργικό μόνο τις ηλιόλουστες ημέρες αλλά εξόχως προβληματικό σε μια απρόσμενη καταιγίδα.

Όλο το θεσμικό πλαίσιο ήταν δημιούργημα φωτισμένων πολιτικών ηγεσιών που διακρίνονταν για την πολιτική τους βούληση. Όταν λοιπόν ξέσπασε η κρίση οι ισχυρές χώρες αποφάσισαν όλο το βάρος της προσαρμογής να το αναλάβουν εξ ολοκλήρου οι χώρες με τα εμπορικά ελλείμματα.

Η επιλογή αυτή έθιξε τον πατριωτικό συναίσθημα πολιτών χωρών σε πρόγραμμα που ένιωθαν ότι το μέλλον των χωρών τους εξαρτιόνταν από πολιτικές αποφάσεις πολιτικών ηγετών που λογοδοτούσαν μόνο στο εθνικό τους ακροατήριο.

Επιπρόσθετα, υποτίμησαν την πολιτική σημασία της μεταστροφής της στάσης των πολιτών έναντι της Ευρώπης ως συνέπεια της παγκοσμιοποίησης αλλά και της αδυναμίας της Ευρώπης να εξασφαλίσει ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης με δίκαιη κατανομή του παραγόμενου πλούτου.

Ο ευρωσκεπτικισμός ενισχύθηκε επειδή οι πολίτες έβλεπαν αντί για πραγματική σύγκλιση χωρών και περιοχών, στασιμότητα ή πραγματική απόκλιση, αύξηση της ανεργίας ή των επισφαλών θέσεων εργασίας και έξαρση των κοινωνικών ανισοτήτων. Η δογματική εμμονή στις πολιτικές λιτότητας και στις μεταρρυθμίσεις που αργούν να παράξουν τα επιθυμητά αποτελέσματα κατέστησε ακόμη πιο δύσκολη την λήψη αποφάσεων στην Ευρώπη για τις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές.

Ας δούμε λοιπόν τι αρνήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι συντάκτες της Συνθήκης του Μάαστριχτ για να αξιολογήσουμε τα βήματα που έγιναν μετά την κρίση αλλά και τις νέες προτάσεις.

Η Συνθήκη δεν περιείχε:

1) Ένα θεσμικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση της χρηματοοικονομικής αστάθειας

2) Ένα θεσμικό πλαίσιο για την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο και όχι απλά επιβολή ορίων για τα εθνικά ελλείμματα σε χώρες της ευρωζώνης

3) Ένα θεσμικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση των ανισορροπιών στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών χωρών μελών της ΟΝΕ

Γιατί απέφυγαν να αντιμετωπίσουν τα ζητήματα αυτά;

Σε ότι αφορά το πρώτο ζήτημα όταν υπογράφηκε η Συνθήκη οι χώρες εξακολουθούσαν να έχουν σε εθνικό επίπεδο σημαντικό έλεγχο στις ροές κεφαλαίων και στον έλεγχο των αγορών.

Πολλές χώρες τότε άρχισαν να διαχωρίζουν την εποπτεία του τραπεζικού συστήματος από την άσκηση της νομισματικής πολιτικής και θεωρούσαν ότι αυτά είναι αρμοδιότητες των εθνικών κρατών που δεν θα έπρεπε να εκχωρηθούν σε ευρωπαϊκά όργανα.

Το δεύτερο ζήτημα ήταν εξίσου καθοριστικό για τα κράτη που ήθελαν  διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας σε ζητήματα φορολογικής πολιτικής αλλά και πολιτικής δαπανών. Άρα δεν ήταν διατεθειμένα να δεχτούν μεταφορά αρμοδιοτήτων σε ευρωπαϊκά όργανα. Έτσι, τελικά προχώρησαν στην υιοθέτηση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης που θέσπιζε ανώτατα όρια για έλλειμμα.

Το τρίτο ζήτημα δεν τους απασχόλησε καθόλου παρά το γεγονός ότι αυτό οδήγησε στη διάλυση παλαιότερων νομισματικών ενώσεων όπως ο κανόνας χρυσού.

Επομένως, ένα εύλογο ερώτημα είναι αν οι όποιες παρεμβάσεις της Ε.Ε τα τελευταία χρόνια και νέοι μηχανισμοί αποτροπής κρίσεων ή προσφυγής για κάλυψη χρηματοδοτικών αναγκών επαρκούν για να αντιμετωπίσουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η απάντηση είναι πως ενώ έγιναν σημαντικά βήματα η Ευρώπη παραμένει ευάλωτη σε μια νέα κρίση.

Παρά την πρόοδο στην τραπεζική ένωση, στην κεφαλαιακή ένωση και την ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου για αυστηρότερη προληπτική παρακολούθηση των μακροοικονομικών πολιτικών για έγκαιρη διάγνωση μακροοικονομικών ανισορροπιών δεν έχουν γίνει ουσιαστικά βήματα στη δημοσιονομική ένωση πχ στα ζητήματα αμοιβαιοποίησης του χρέους ή της ενίσχυσης του κοινοτικού προϋπολογισμού. Αυτό εμποδίζει την ουσιαστική πρόοδο και στην τραπεζική ένωση. Δεν φαίνεται επίσης να υπάρχει προοπτική για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Μηχανισμού για την καταπολέμηση της ανεργίας. Τα δε ευρωπαϊκά αναπτυξιακά προγράμματα δεν παράγουν τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Πιο ουσιαστικός υπήρξε ο ρόλος της ΕΚΤ στην αντιμετώπιση της κρίσης αρχικά με την δήλωση του Ντράγκι “whatever it takes” και μετά με το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Η δήλωση Ντράγκι αν είχε γίνει το 2010 ίσως άλλαζε την τροπή των πραγμάτων για την Ελλάδα αλλά και για τις χώρες που μπήκαν μετά σε μνημόνια.

Πριν από λίγο καιρό κατατέθηκε η Λευκή Βίβλος της Ε.Ε. που εξετάζει πώς θα μετασχηματιστεί η Ευρώπη κατά την επόμενη δεκαετία —από την επίπτωση των νέων τεχνολογιών στην κοινωνία και την απασχόληση μέχρι τις αμφιβολίες σχετικά με την παγκοσμιοποίηση, τους προβληματισμούς όσον αφορά την ασφάλεια και την άνοδο του λαϊκισμού.

Στη Λευκή Βίβλο παρουσιάζονται πέντε σενάρια.

Σενάριο 1: Συνεχίζουμε κανονικά – Η ΕΕ των 27 επικεντρώνει την προσοχή της στην επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος θετικών μεταρρυθμίσεων

Σενάριο 2: Τίποτα περισσότερο από την ενιαία αγορά – Η ΕΕ των 27 δεν μπορεί να συμφωνήσει να κάνει περισσότερα σε πολλούς τομείς πολιτικής πέρα από τις βασικές πτυχές της ενιαίας αγοράς

Σενάριο 3: Αυτοί που θέλουν περισσότερα κάνουν περισσότερα – Η ΕΕ των 27 προχωρά όπως σήμερα, αλλά επιτρέπει στα κράτη μέλη που το επιθυμούν να αναπτύξουν μεγαλύτερη δράση σε συγκεκριμένους τομείς

Σενάριο 4: Κάνουμε λιγότερα με πιο αποδοτικό τρόπο – Η ΕΕ των 27 εστιάζει στην ουσιαστικότερη και ταχύτερη δράση σε επιλεγμένους τομείς πολιτικής, ενώ σε τομείς όπου θεωρείται ότι δεν υπάρχει προστιθέμενη αξία δεν αναλαμβάνει δράση

Σενάριο 5: Κάνουμε μαζί πολύ περισσότερα – Τα κράτη μέλη αποφασίζουν να κάνουν πολύ περισσότερα μαζί σε όλους τους τομείς πολιτικής

Αξίζει να επισημανθεί ότι η Συνθήκη της Λισσαβόνας προβλέπει τη δυνατότητα των χωρών να προχωρήσουν ταχύτερα μέσω ρύθμισης που είναι ανοιχτή για όλες τις χώρες που επιθυμούν να συμμετάσχουν ευθύς αμέσως ή σε μεταγενέστερο στάδιο.

Οι προτάσεις που κατατίθενται τώρα για «δύο ταχύτητες»  από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που είναι το σενάριο 3 – «Αυτοί που θέλουν περισσότερα κάνουν περισσότερα» είτε από χώρες μέλη (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία) δεν είναι σαφές εάν επιδιώκουν την Ευρώπη δύο ταχυτήτων με αποκλεισμούς ή όχι.

Γιατί με αποκλεισμούς μπορούν να δημιουργηθούν αυθαίρετες και επικίνδυνες καταστάσεις με ενδεχόμενο αποκλεισμό κρατών μελών προκειμένου να δημιουργηθεί η Ευρώπη του εσωτερικού πυρήνα με  Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο.

Επομένως τα σενάρια για μία Ευρωπαϊκή Ένωση δυο ταχυτήτων όπως ακούστηκαν στη συνάντηση ηγετών των τεσσάρων ισχυρότερων χωρών της Ε.Ε. στις Βερσαλλίες συνιστούν εξέλιξη που μπορεί να εγκυμονεί κινδύνους για την Ελλάδα.

Η Γαλλία και η Γερμανία, σε προεκλογικό χρόνο, μοιάζουν να μην έχουν πάρει τα μαθήματα της ευρωπαϊκής κρίσης, μίας οικονομικής κρίσης που πολύ γρήγορα απέκτησε πολιτικά χαρακτηριστικά με την άνοδο των ακροδεξιών και αντιδραστικών δυνάμεων στο προσκήνιο πολλών χωρών.

Η απάντηση στην κρίση της Ευρώπης μπορεί να έρθει μέσα από τον περαιτέρω εκδημοκρατισμό και την πολιτική ενοποίηση σε επίπεδο βούλησης και κατεύθυνσης. Μία Ευρώπη με αποκλεισμούς θα είναι βήμα προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Τα επιχειρήματα αυτών που θέλουν το τέλος της Ε.Ε. μιλούν για «Γερμανική Ένωση», ή για Ένωση με αποικιακά και ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά, ή για Ένωση που στόχο έχει την αποδυνάμωση των πολιτών μέσω της μεταβίβασης εξουσίας μακριά από τα εθνικά κοινοβούλια. Πώς θα απαντήσει σε αυτούς ένα μοντέλο Ευρώπης των δυο η περισσότερων ταχυτήτων με αποκλεισμούς; Πως θα αποδυναμώσει τη διασπαστική ρητορική των εχθρών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης;

Η Ε.Ε. μπορεί να είναι μια ισχυρή παγκόσμια δύναμη, με κοινές αντιλήψεις στα θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Άμυνας, με προώθηση της Τραπεζικής Ένωσης, με υιοθέτηση των ευρωομολόγων. Επίσης, ζητήματα όπως της κλιματικής αλλαγής, της ανισότητας και της φτώχειας, των ναρκωτικών ή της φοροδιαφυγής των offshore, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από μεμονωμένα κράτη.

Σε αυτή τη φάση, η Ευρώπη χρειάζεται κοινό όραμα για περαιτέρω συνεργασία όσων το επιθυμούν και όχι τοποθετήσεις που σχετίζονται με τις εσωτερικές εκλογικές ανησυχίες των ηγεσιών ορισμένων κρατών μελών.

Οι ευρωσκεπτικιστές αποκαλούν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μια υπόθεση των ελίτ. Υποχρέωση των Σοσιαλιστών, των προοδευτικών δυνάμεων της Ευρώπης είναι να τη μετατρέψουμε σε ένα εγχείρημα για τους πολίτες.

Η απάντηση στον ελιτισμό δεν είναι να αποτραβηχτούμε στις εθνικές μας γωνιές, μεγεθύνοντας τα προβλήματα των πολιτών και διευκολύνοντας τους με όρους ανισότητας ευνοημένους της παγκοσμιοποίησης αλλά αντιθέτως να ανοιχτεί στους πολίτες με τρόπο που θα ενθαρρύνει την συμμετοχή τους.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα και τι μπορούμε να κάνουμε; Αυτό που πρέπει να μας προβληματίσει ως χώρα είναι ότι πλέον ολοένα και περισσότερο κυριαρχεί η αντίληψη στην υπόλοιπη Ευρώπη ότι η Ελλάδα είναι μια ειδική περίπτωση.

Άποψη που έντεχνα προσπάθησαν να καλλιεργήσουν πολλοί στην Ευρώπη στο ξεκίνημα της κρίσης το 2010 αλλά υποχρεώθηκαν να αναθεωρήσουν όταν η χώρα έδειξε τη βούληση να αλλάξει, να αναγνωρίσει το πρόβλημα και να αντιμετωπίσει τις παθογένειες του παρελθόντος. Η θέση μας αυτή, ενδυναμώθηκε όταν και άλλες χώρες της ΕΕ οδηγήθηκαν σε αναγκαστικό δανεισμό, ενισχύοντας τη δική μας θέση.

Τώρα όμως που οι χώρες αυτές βγήκαν από τα μνημόνια ενώ η Ελλάδα παραμένει η συζήτηση αυτή επανέρχεται και οριοθετεί το εύρος των επιλογών της χώρας σε περίπτωση που τελικά μια μικρή ομάδα χωρών της ευρωζώνης επιλέξει να προχωρήσει σε περαιτέρω ολοκλήρωση θέτοντας εμπόδια στη συμμετοχή άλλων χωρών.

Ο κίνδυνος λοιπόν είναι να δρομολογηθούν διαδικασίες που όχι μόνο θα κρατήσουν την Ελλάδα τώρα εκτός των νέων διεργασιών αλλά και στο μέλλον.

Για αυτό έχει σημασία η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να ξεπεράσει τις ιδεοληψίες της σε ότι αφορά τις οικονομικές και πολιτικές προτεραιότητες της χώρας να επαναφέρει την αξιοπιστία που χτίστηκε με θυσίες, σεβόμενη τις αποφάσεις που έχει υπογράψει και να προχωρήσει όλες εκείνες τις αναγκαίες αλλαγές που θα επιταχύνουν την ασφαλή έξοδο στις αγορές και την έξοδο από τα μνημόνια.

Αυτό θα ενισχύσει την αξιοπιστία της χώρας και θα της επιτρέψει να συμμετάσχει στις πρωτοβουλίες για περισσότερη εμβάθυνση.

Συμπερασματικά, η Ευρώπη κινδυνεύει γιατί ακόμη και μετά την κρίση δεν είχε την πολιτική βούληση για πιο τολμηρά βήματα ώστε να προστατευτεί αποτελεσματικά από μια νέα κρίση. Απέφυγε να υποστηρίξει αναπτυξιακές πολιτικές και να κερδίσει την χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών.

Ίσως γιατί πίστεψε ότι με τις αλλαγές που έκανε άφησε τα χειρότερα πίσω της. Τώρα ήρθε η ώρα των αποφάσεων. Θα πρέπει να δούμε αν θα υπάρξει πρόοδος προς την περαιτέρω εμβάθυνση ή θα γίνουν βήματα προς τα πίσω.

Τα τελευταία 70 χρόνια η Ευρώπη απαλλάχτηκε από τους πολέμους που στοίχισαν εκατομμύρια νεκρούς, επέτρεψε τους πολίτες της να ταξιδεύουν από το ένα άκρο της στο άλλο χωρίς περιορισμούς, επέτρεψε στους νέους να γνωρίσουν το εκπαιδευτικό σύστημα άλλων χωρών ενεργοποίησε προγράμματα για να βοηθήσει χώρες σε υστέρηση να επιταχύνουν την ανάπτυξη τους. Δημιούργησε όραμα και προσδοκίες στους πολίτες της που ξεπερνούσαν το στόχο για τη δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς.

Μέσα στις παρούσες δυσκολίες είναι εύκολο να ξεχνάμε τα οφέλη από την συμμετοχή στην Ε.Ε. και να επικεντρωνόμαστε στις αστοχίες ή στα μειονεκτήματα.

Τώρα που το φάντασμα του οικονομικού εθνικισμού πλανιέται πάνω από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, ενός εθνικισμού που γέννησε τα τέρατα του ναζισμού και του φασισμού είναι καθήκον των προοδευτικών κομμάτων να υπενθυμίσουμε στους πολίτες τα πλεονεκτήματα της Ένωσης, να τους πείσουμε να συστρατευθούν μαζί μας στον αγώνα για μία πιο δημοκρατική και συμμετοχική ΕΕ και μέσα από τη δική τους συμμετοχή, να γίνει το όραμα για την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης πραγματικότητα.

Σας ευχαριστώ.