Αρθογραφία - Συνεντεύξεις

Ομιλία στην εκδήλωση του Δικτύου Αριστερών Δημοκρατών Θεσσαλονίκη 9 Μαρτίου 2017

Θέλω να ευχαριστήσω το Δίκτυο Αριστερών Δημοκρατών για την πρόσκληση να συμμετάσχω στη συζήτηση με το ερώτημα: «μπορεί να ξαναγεννηθεί η ελπίδα στην Ευρώπη;».

Για να αποφευχθούν παρεξηγήσεις θα τονίσω ότι μιλάμε για τις προοπτικές της Ε.Ε. γιατί στην Ευρώπη ανήκουν και χώρες εκτός Ε.Ε.

Η διοργάνωση της εκδήλωσης βρίσκεται σε τέλειο συγχρονισμό με τις διεργασίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεδομένου ότι πρόσφατα δημοσιοποιήθηκαν οι προτάσεις της Ε.Ε. για το μέλλον της Ευρώπης.

Έχουν περάσει 60 χρόνια από τότε που οι Συνθήκες της Ρώμης θεμελίωσαν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα πρόδρομο της  Ε.Ε. και 18 χρόνια από τη συγκρότηση της ευρωζώνης και οι προβλέψεις για το μέλλον και την προοπτική της Ε.Ε. αλλά και της ευρωζώνης δεν είναι αισιόδοξες.

Να υπενθυμίσω ότι στις 7 Φεβρουάριου συμπληρώθηκαν 25 χρόνια από την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ.

Με αυτή αποφασίστηκε να προχωρήσει η Ε.Ε. σε μεγαλύτερη εμβάθυνση.

Αν κάτι εκπλήσσει είναι ότι στην Ευρώπη, οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν έκαναν κάποια ιδιαίτερη αναφορά για την επέτειο υπογραφής της Συνθήκης που μεταξύ άλλων οδήγησε και στη συγκρότηση της ευρωζώνης.

Δεν ξέρω αν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος που αποσιωπήθηκε η επέτειος υπογραφής της Συνθήκης του Μάαστριχτ ή αν είναι το αποτέλεσμα μιας κυρίαρχης πλέον άποψης ότι το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της ευρωζώνης όπως το περιέγραφε η Συνθήκη ήταν ατελές και συνέβαλε στην εκδήλωση της κρίσης της ευρωζώνης.

Απλά να υπενθυμίσω, κυρίως στους νεότερους που δεν είναι εξοικειωμένοι με τις συζητήσεις της δεκαετίας του 1990, ότι η δημιουργία της ΟΝΕ δεν αντιμετωπίστηκε από όλους ως μια επιλογή πολιτική με αμιγώς οικονομικά κριτήρια. Αλλά ως μια πολιτική απόφαση, αφού θεωρούνταν από πολλούς ο προθάλαμος της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης το οποίο υπήρξε και το όραμα των θεμελιωτών της Ε.Ε.

Όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1990 οι περισσότερες χώρες δεν ήταν έτοιμες να συζητήσουν τη δημιουργία της Ενωμένης Ευρώπης.

Υπό προϋποθέσεις ήταν διατεθειμένες να παραιτηθούν από το εθνικό τους νόμισμα και να προχωρήσουν στην υιοθέτηση ενιαίου νομίσματος και στη δημιουργία μιας ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας.

Το ερώτημα που απασχόλησε πολλούς τότε ήταν γιατί η Γερμανία δέχτηκε να εγκαταλείψει το εθνικό της νόμισμα παρότι αυτό μετά τον πόλεμο της είχε εξασφαλίσει βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης και πρωτοφανή νομισματική σταθερότητα.

Η άποψη ότι το έκανε για να πετύχει την ενοποίηση με την Ανατολική Γερμανία δεν είναι ισχυρή. Το θέμα της γερμανικής ενοποίησης  ήταν  ζήτημα που θα αποφάσιζαν τότε οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση. Οι   χώρες της Ε.Ε. είχαν μικρό ρόλο στην λήψη αυτής της απόφασης.

Φαίνεται λοιπόν ότι οι ευρωπαίοι ηγέτες του σκληρού πυρήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1990 καταλάβαιναν ότι η υιοθέτηση κοινού νομίσματος μπορούσε να προχωρήσει γρήγορα ακόμη και με ένα ημιτελές θεσμικό πλαίσιο που θα ενισχύονταν αργότερα. Αντίθετα η πολιτική ενοποίηση δεν αποτελούσε ούτε τότε ούτε σήμερα μια προοπτική σε ορατό χρονικό διάστημα.

Σήμερα, η Ε.Ε  βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πολύπλευρη κρίση:

  • Η ευρωζώνη εξακολουθεί να ταράζεται από τα προβλήματα χωρών μελών. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σε μνημόνιο μετά την υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
  • Η Βρετανία προετοιμάζεται να ενεργοποιήσει τη διαδικασία αποχώρησης από την Ε.Ε.
  • Η προσφυγική και μεταναστευτική κρίση δοκιμάζουν τις αντοχές της Ε.Ε. και θέτουν υπό αίρεση όλο το θεσμικό πλαίσιο της Ε.Ε. για την ασφάλεια και την προστασία.

Έτσι, σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. αυτοί που στέκονται εχθρικά στην ιδέα της ανοικτής κοινωνίας αλλά και των αξιών που είναι ταυτισμένες με την Ευρώπη κερδίζουν πολιτικά έδαφος είτε ανήκουν στη ακροδεξιά είτε στην ευρωσκεπτικιστική αριστερά. Πολλά από αυτά τα κόμματα υπόσχονται στους ψηφοφόρους ότι θα οδηγήσουν τις χώρες τους έξω από την ευρωζώνη η ακόμη και την Ε.Ε.

Είναι γεγονός ότι συζητήσεις για τη συνοχή της ευρωζώνης είχαν γίνει και στο παρελθόν, ιδιαίτερα δε το 2012 όταν αυξήθηκε η πολιτική αβεβαιότητα στην Ελλάδα μετά τα αποτελέσματα των εκλογών. Αυτό, όμως, που τώρα κάνει διαφορετικά τα πράγματα σε ότι αφορά το μέλλον της Ευρώπης είναι το γεγονός ότι το 2017 είναι χρονιά εκλογών σε τρεις κρίσιμες για την Ε.Ε. χώρες. Τα αποτελέσματα των εκλογών στην Ολλανδία, Γαλλία και Γερμανία μπορεί να οδηγήσουν σε μια αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής πολύ πιο εχθρική απέναντι στην ίδια την ευρωπαϊκή προοπτική.

Οι διαπιστώσεις αυτές μας υποχρεώνουν να αξιολογήσουμε τις επιλογές που έκανε η Ευρώπη όλα αυτά τα χρόνια από το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, και ιδιαίτερα μετά την εκδήλωση της ελληνικής κρίσης, που οδήγησε στον αναγκαστικό δανεισμό της Ελλάδας το 2010.

Οι χώρες της Ευρώπης, και ιδιαίτερα η Γερμανία και η Γαλλία, αρνήθηκαν από την πρώτη στιγμή να αντιμετωπίσουν τα αίτια που τροφοδότησαν την κρίση. Αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν ότι το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα ήταν λειτουργικό μόνο τις ηλιόλουστες ημέρες αλλά εξόχως προβληματικό σε μια απρόσμενη καταιγίδα.

Όλο το θεσμικό πλαίσιο ήταν δημιούργημα φωτισμένων πολιτικών ηγεσιών που διακρίνονταν για την πολιτική τους βούληση. Όταν λοιπόν ξέσπασε η κρίση οι ισχυρές χώρες αποφάσισαν όλο το βάρος της προσαρμογής να το αναλάβουν εξ ολοκλήρου οι χώρες με τα εμπορικά ελλείμματα.

Η επιλογή αυτή έθιξε τον πατριωτικό συναίσθημα πολιτών χωρών σε πρόγραμμα που ένιωθαν ότι το μέλλον των χωρών τους εξαρτιόνταν από πολιτικές αποφάσεις πολιτικών ηγετών που λογοδοτούσαν μόνο στο εθνικό τους ακροατήριο.

Επιπρόσθετα, υποτίμησαν την πολιτική σημασία της μεταστροφής της στάσης των πολιτών έναντι της Ευρώπης ως συνέπεια της παγκοσμιοποίησης αλλά και της αδυναμίας της Ευρώπης να εξασφαλίσει ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης με δίκαιη κατανομή του παραγόμενου πλούτου.

Ο ευρωσκεπτικισμός ενισχύθηκε επειδή οι πολίτες έβλεπαν αντί για πραγματική σύγκλιση χωρών και περιοχών, στασιμότητα ή πραγματική απόκλιση, αύξηση της ανεργίας ή των επισφαλών θέσεων εργασίας και έξαρση των κοινωνικών ανισοτήτων. Η δογματική εμμονή στις πολιτικές λιτότητας και στις μεταρρυθμίσεις που αργούν να παράξουν τα επιθυμητά αποτελέσματα κατέστησε ακόμη πιο δύσκολη την λήψη αποφάσεων στην Ευρώπη για τις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές.

Ας δούμε λοιπόν τι αρνήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι συντάκτες της Συνθήκης του Μάαστριχτ για να αξιολογήσουμε τα βήματα που έγιναν μετά την κρίση αλλά και τις νέες προτάσεις.

Η Συνθήκη δεν περιείχε:

1) Ένα θεσμικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση της χρηματοοικονομικής αστάθειας

2) Ένα θεσμικό πλαίσιο για την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο και όχι απλά επιβολή ορίων για τα εθνικά ελλείμματα σε χώρες της ευρωζώνης

3) Ένα θεσμικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση των ανισορροπιών στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών χωρών μελών της ΟΝΕ

Γιατί απέφυγαν να αντιμετωπίσουν τα ζητήματα αυτά;

Σε ότι αφορά το πρώτο ζήτημα όταν υπογράφηκε η Συνθήκη οι χώρες εξακολουθούσαν να έχουν σε εθνικό επίπεδο σημαντικό έλεγχο στις ροές κεφαλαίων και στον έλεγχο των αγορών.

Πολλές χώρες τότε άρχισαν να διαχωρίζουν την εποπτεία του τραπεζικού συστήματος από την άσκηση της νομισματικής πολιτικής και θεωρούσαν ότι αυτά είναι αρμοδιότητες των εθνικών κρατών που δεν θα έπρεπε να εκχωρηθούν σε ευρωπαϊκά όργανα.

Το δεύτερο ζήτημα ήταν εξίσου καθοριστικό για τα κράτη που ήθελαν  διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας σε ζητήματα φορολογικής πολιτικής αλλά και πολιτικής δαπανών. Άρα δεν ήταν διατεθειμένα να δεχτούν μεταφορά αρμοδιοτήτων σε ευρωπαϊκά όργανα. Έτσι, τελικά προχώρησαν στην υιοθέτηση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης που θέσπιζε ανώτατα όρια για έλλειμμα.

Το τρίτο ζήτημα δεν τους απασχόλησε καθόλου παρά το γεγονός ότι αυτό οδήγησε στη διάλυση παλαιότερων νομισματικών ενώσεων όπως ο κανόνας χρυσού.

Επομένως, ένα εύλογο ερώτημα είναι αν οι όποιες παρεμβάσεις της Ε.Ε τα τελευταία χρόνια και νέοι μηχανισμοί αποτροπής κρίσεων ή προσφυγής για κάλυψη χρηματοδοτικών αναγκών επαρκούν για να αντιμετωπίσουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η απάντηση είναι πως ενώ έγιναν σημαντικά βήματα η Ευρώπη παραμένει ευάλωτη σε μια νέα κρίση.

Παρά την πρόοδο στην τραπεζική ένωση, στην κεφαλαιακή ένωση και την ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου για αυστηρότερη προληπτική παρακολούθηση των μακροοικονομικών πολιτικών για έγκαιρη διάγνωση μακροοικονομικών ανισορροπιών δεν έχουν γίνει ουσιαστικά βήματα στη δημοσιονομική ένωση πχ στα ζητήματα αμοιβαιοποίησης του χρέους ή της ενίσχυσης του κοινοτικού προϋπολογισμού. Αυτό εμποδίζει την ουσιαστική πρόοδο και στην τραπεζική ένωση. Δεν φαίνεται επίσης να υπάρχει προοπτική για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Μηχανισμού για την καταπολέμηση της ανεργίας. Τα δε ευρωπαϊκά αναπτυξιακά προγράμματα δεν παράγουν τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Πιο ουσιαστικός υπήρξε ο ρόλος της ΕΚΤ στην αντιμετώπιση της κρίσης αρχικά με την δήλωση του Ντράγκι “whatever it takes” και μετά με το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Η δήλωση Ντράγκι αν είχε γίνει το 2010 ίσως άλλαζε την τροπή των πραγμάτων για την Ελλάδα αλλά και για τις χώρες που μπήκαν μετά σε μνημόνια.

Πριν από λίγο καιρό κατατέθηκε η Λευκή Βίβλος της Ε.Ε. που εξετάζει πώς θα μετασχηματιστεί η Ευρώπη κατά την επόμενη δεκαετία —από την επίπτωση των νέων τεχνολογιών στην κοινωνία και την απασχόληση μέχρι τις αμφιβολίες σχετικά με την παγκοσμιοποίηση, τους προβληματισμούς όσον αφορά την ασφάλεια και την άνοδο του λαϊκισμού.

Στη Λευκή Βίβλο παρουσιάζονται πέντε σενάρια.

Σενάριο 1: Συνεχίζουμε κανονικά – Η ΕΕ των 27 επικεντρώνει την προσοχή της στην επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος θετικών μεταρρυθμίσεων

Σενάριο 2: Τίποτα περισσότερο από την ενιαία αγορά – Η ΕΕ των 27 δεν μπορεί να συμφωνήσει να κάνει περισσότερα σε πολλούς τομείς πολιτικής πέρα από τις βασικές πτυχές της ενιαίας αγοράς

Σενάριο 3: Αυτοί που θέλουν περισσότερα κάνουν περισσότερα – Η ΕΕ των 27 προχωρά όπως σήμερα, αλλά επιτρέπει στα κράτη μέλη που το επιθυμούν να αναπτύξουν μεγαλύτερη δράση σε συγκεκριμένους τομείς

Σενάριο 4: Κάνουμε λιγότερα με πιο αποδοτικό τρόπο – Η ΕΕ των 27 εστιάζει στην ουσιαστικότερη και ταχύτερη δράση σε επιλεγμένους τομείς πολιτικής, ενώ σε τομείς όπου θεωρείται ότι δεν υπάρχει προστιθέμενη αξία δεν αναλαμβάνει δράση

Σενάριο 5: Κάνουμε μαζί πολύ περισσότερα – Τα κράτη μέλη αποφασίζουν να κάνουν πολύ περισσότερα μαζί σε όλους τους τομείς πολιτικής

Αξίζει να επισημανθεί ότι η Συνθήκη της Λισσαβόνας προβλέπει τη δυνατότητα των χωρών να προχωρήσουν ταχύτερα μέσω ρύθμισης που είναι ανοιχτή για όλες τις χώρες που επιθυμούν να συμμετάσχουν ευθύς αμέσως ή σε μεταγενέστερο στάδιο.

Οι προτάσεις που κατατίθενται τώρα για «δύο ταχύτητες»  από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που είναι το σενάριο 3 – «Αυτοί που θέλουν περισσότερα κάνουν περισσότερα» είτε από χώρες μέλη (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία) δεν είναι σαφές εάν επιδιώκουν την Ευρώπη δύο ταχυτήτων με αποκλεισμούς ή όχι.

Γιατί με αποκλεισμούς μπορούν να δημιουργηθούν αυθαίρετες και επικίνδυνες καταστάσεις με ενδεχόμενο αποκλεισμό κρατών μελών προκειμένου να δημιουργηθεί η Ευρώπη του εσωτερικού πυρήνα με  Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο.

Επομένως τα σενάρια για μία Ευρωπαϊκή Ένωση δυο ταχυτήτων όπως ακούστηκαν στη συνάντηση ηγετών των τεσσάρων ισχυρότερων χωρών της Ε.Ε. στις Βερσαλλίες συνιστούν εξέλιξη που μπορεί να εγκυμονεί κινδύνους για την Ελλάδα.

Η Γαλλία και η Γερμανία, σε προεκλογικό χρόνο, μοιάζουν να μην έχουν πάρει τα μαθήματα της ευρωπαϊκής κρίσης, μίας οικονομικής κρίσης που πολύ γρήγορα απέκτησε πολιτικά χαρακτηριστικά με την άνοδο των ακροδεξιών και αντιδραστικών δυνάμεων στο προσκήνιο πολλών χωρών.

Η απάντηση στην κρίση της Ευρώπης μπορεί να έρθει μέσα από τον περαιτέρω εκδημοκρατισμό και την πολιτική ενοποίηση σε επίπεδο βούλησης και κατεύθυνσης. Μία Ευρώπη με αποκλεισμούς θα είναι βήμα προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Τα επιχειρήματα αυτών που θέλουν το τέλος της Ε.Ε. μιλούν για «Γερμανική Ένωση», ή για Ένωση με αποικιακά και ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά, ή για Ένωση που στόχο έχει την αποδυνάμωση των πολιτών μέσω της μεταβίβασης εξουσίας μακριά από τα εθνικά κοινοβούλια. Πώς θα απαντήσει σε αυτούς ένα μοντέλο Ευρώπης των δυο η περισσότερων ταχυτήτων με αποκλεισμούς; Πως θα αποδυναμώσει τη διασπαστική ρητορική των εχθρών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης;

Η Ε.Ε. μπορεί να είναι μια ισχυρή παγκόσμια δύναμη, με κοινές αντιλήψεις στα θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Άμυνας, με προώθηση της Τραπεζικής Ένωσης, με υιοθέτηση των ευρωομολόγων. Επίσης, ζητήματα όπως της κλιματικής αλλαγής, της ανισότητας και της φτώχειας, των ναρκωτικών ή της φοροδιαφυγής των offshore, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από μεμονωμένα κράτη.

Σε αυτή τη φάση, η Ευρώπη χρειάζεται κοινό όραμα για περαιτέρω συνεργασία όσων το επιθυμούν και όχι τοποθετήσεις που σχετίζονται με τις εσωτερικές εκλογικές ανησυχίες των ηγεσιών ορισμένων κρατών μελών.

Οι ευρωσκεπτικιστές αποκαλούν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μια υπόθεση των ελίτ. Υποχρέωση των Σοσιαλιστών, των προοδευτικών δυνάμεων της Ευρώπης είναι να τη μετατρέψουμε σε ένα εγχείρημα για τους πολίτες.

Η απάντηση στον ελιτισμό δεν είναι να αποτραβηχτούμε στις εθνικές μας γωνιές, μεγεθύνοντας τα προβλήματα των πολιτών και διευκολύνοντας τους με όρους ανισότητας ευνοημένους της παγκοσμιοποίησης αλλά αντιθέτως να ανοιχτεί στους πολίτες με τρόπο που θα ενθαρρύνει την συμμετοχή τους.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα και τι μπορούμε να κάνουμε; Αυτό που πρέπει να μας προβληματίσει ως χώρα είναι ότι πλέον ολοένα και περισσότερο κυριαρχεί η αντίληψη στην υπόλοιπη Ευρώπη ότι η Ελλάδα είναι μια ειδική περίπτωση.

Άποψη που έντεχνα προσπάθησαν να καλλιεργήσουν πολλοί στην Ευρώπη στο ξεκίνημα της κρίσης το 2010 αλλά υποχρεώθηκαν να αναθεωρήσουν όταν η χώρα έδειξε τη βούληση να αλλάξει, να αναγνωρίσει το πρόβλημα και να αντιμετωπίσει τις παθογένειες του παρελθόντος. Η θέση μας αυτή, ενδυναμώθηκε όταν και άλλες χώρες της ΕΕ οδηγήθηκαν σε αναγκαστικό δανεισμό, ενισχύοντας τη δική μας θέση.

Τώρα όμως που οι χώρες αυτές βγήκαν από τα μνημόνια ενώ η Ελλάδα παραμένει η συζήτηση αυτή επανέρχεται και οριοθετεί το εύρος των επιλογών της χώρας σε περίπτωση που τελικά μια μικρή ομάδα χωρών της ευρωζώνης επιλέξει να προχωρήσει σε περαιτέρω ολοκλήρωση θέτοντας εμπόδια στη συμμετοχή άλλων χωρών.

Ο κίνδυνος λοιπόν είναι να δρομολογηθούν διαδικασίες που όχι μόνο θα κρατήσουν την Ελλάδα τώρα εκτός των νέων διεργασιών αλλά και στο μέλλον.

Για αυτό έχει σημασία η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να ξεπεράσει τις ιδεοληψίες της σε ότι αφορά τις οικονομικές και πολιτικές προτεραιότητες της χώρας να επαναφέρει την αξιοπιστία που χτίστηκε με θυσίες, σεβόμενη τις αποφάσεις που έχει υπογράψει και να προχωρήσει όλες εκείνες τις αναγκαίες αλλαγές που θα επιταχύνουν την ασφαλή έξοδο στις αγορές και την έξοδο από τα μνημόνια.

Αυτό θα ενισχύσει την αξιοπιστία της χώρας και θα της επιτρέψει να συμμετάσχει στις πρωτοβουλίες για περισσότερη εμβάθυνση.

Συμπερασματικά, η Ευρώπη κινδυνεύει γιατί ακόμη και μετά την κρίση δεν είχε την πολιτική βούληση για πιο τολμηρά βήματα ώστε να προστατευτεί αποτελεσματικά από μια νέα κρίση. Απέφυγε να υποστηρίξει αναπτυξιακές πολιτικές και να κερδίσει την χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών.

Ίσως γιατί πίστεψε ότι με τις αλλαγές που έκανε άφησε τα χειρότερα πίσω της. Τώρα ήρθε η ώρα των αποφάσεων. Θα πρέπει να δούμε αν θα υπάρξει πρόοδος προς την περαιτέρω εμβάθυνση ή θα γίνουν βήματα προς τα πίσω.

Τα τελευταία 70 χρόνια η Ευρώπη απαλλάχτηκε από τους πολέμους που στοίχισαν εκατομμύρια νεκρούς, επέτρεψε τους πολίτες της να ταξιδεύουν από το ένα άκρο της στο άλλο χωρίς περιορισμούς, επέτρεψε στους νέους να γνωρίσουν το εκπαιδευτικό σύστημα άλλων χωρών ενεργοποίησε προγράμματα για να βοηθήσει χώρες σε υστέρηση να επιταχύνουν την ανάπτυξη τους. Δημιούργησε όραμα και προσδοκίες στους πολίτες της που ξεπερνούσαν το στόχο για τη δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς.

Μέσα στις παρούσες δυσκολίες είναι εύκολο να ξεχνάμε τα οφέλη από την συμμετοχή στην Ε.Ε. και να επικεντρωνόμαστε στις αστοχίες ή στα μειονεκτήματα.

Τώρα που το φάντασμα του οικονομικού εθνικισμού πλανιέται πάνω από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, ενός εθνικισμού που γέννησε τα τέρατα του ναζισμού και του φασισμού είναι καθήκον των προοδευτικών κομμάτων να υπενθυμίσουμε στους πολίτες τα πλεονεκτήματα της Ένωσης, να τους πείσουμε να συστρατευθούν μαζί μας στον αγώνα για μία πιο δημοκρατική και συμμετοχική ΕΕ και μέσα από τη δική τους συμμετοχή, να γίνει το όραμα για την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης πραγματικότητα.

Σας ευχαριστώ.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα “Αληθινές ΕΙΔΗΣΕΙΣ” Δημοσιεύθηκε την Τετάρτη 1η Μαρτίου 2017

Η έξοδος της χώρας από την κρίση μπορεί μετά τις εκλογές να απαιτήσει συγκρότηση κυβερνήσεων συνεργασίας. Για τις δυνάμεις της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας τίθεται το εύλογο ερώτημα των δυνητικών κυβερνήσεων συνεργασίας. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, είναι αναγκαίο, να προσδιοριστεί η ταυτότητα των δυνάμεων του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού στο πλαίσιο της ιστορικής διάκρισης Αριστερά-Δεξιά. Διάκριση που παραμένει σε ισχύ, αλλά με εμπλουτισμένο περιεχόμενο ειδικά ως προς τη στάση στα ζητήματα της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της παγκοσμιοποίησης.

Η Σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη είναι στην Αριστερά. Στην Ελλάδα αυτό αμφισβητείται από την κομμουνιστογενή Αριστερά. Επομένως, το ζητούμενο για αυτήν δεν είναι η στροφή στο Κέντρο, μακριά από αξιακές αναφορές και πολιτικές. Αλλά η ανανέωσή της με προτάσεις για βιώσιμη ανάπτυξη, καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων, στήριξη όσων χάνουν από την παγκοσμιοποίηση και αλλαγή πορείας στην Ε.Ε.

Η Ν.Δ. και με τη νέα ηγεσία της παραμένει πιστός υπηρέτης της πελατειακής πρακτικής που μας οδήγησε στο δημοσιονομικό εκτροχιασμό του 2009 και την κατάρρευση που έφερε τα μνημόνια. Ο ΣΥΡΙΖΑ συνεργάζεται με ένα ακροδεξιό λαϊκιστικό κόμμα και ως κυβέρνηση με τους ΑΝΕΛ αναπαράγει το πελατειακό κράτος με σκοπό τον έλεγχο του κράτους και τη νομή -αντί της αλλαγής- της εξουσίας.

Επομένως, δεν νοείται ότι στόχος των δυνάμεων του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού είναι να μετεξελιχθούν σε στρατηγικό εταίρο της Ν.Δ. Ούτε υπάρχουν προϋποθέσεις συνεργασίας με το ΣΥΡΙΖΑ, που με τις επιλογές του έδειξε ότι βρίσκεται μακριά από τον αξιακό πυρήνα των δυνάμεων της Σοσιαλδημοκρατίας.

Ο αυτοπροσδιορισμός των δυνάμεων του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού αποτελεί προϋπόθεση για την ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία του, στο χώρο που ανήκει ιστορικά.  Θα καταθέσουμε συγκεκριμένη πρόταση εξόδου από την κρίση για την Ελλάδα της επόμενης ημέρας, διεκδικώντας να γίνει πλειοψηφικό ρεύμα που θα καθορίσει τις πολιτικές εξελίξεις. Η έξοδος, όμως, από την κρίση καθιστά αναγκαία τη μετεκλογική συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής συνεννόησης.

Δημοσιευτηκε στην Ημερησία του Σαββάτου 11 Φεβρουαρίου 2017

Από το 2008 μέχρι σήμερα η ελληνική οικονομία συμπλήρωσε εννέα χρόνια σε ύφεση. Την περίοδο αυτή οι σωρευτικές απώλειες στο εθνικό εισόδημα ήταν πάνω από 25% του ΑΕΠ, καταστράφηκαν ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας και επιδεινώθηκαν όλοι οι κοινωνικοί δείκτες.

Η αύξηση του ΑΕΠ πριν από την κρίση ήταν το αποτέλεσμα της κατανάλωσης που χρηματοδοτήθηκε από τον ανεξέλεγκτο δημόσιο και ιδιωτικό δανεισμό. Ήταν αναπόφευκτο ότι τη στιγμή που θα έσκαγε η «φούσκα» του δανεισμού θα χανόταν ένα σημαντικό μέρος από αυτήν την αύξηση του ΑΕΠ. Μέρος του ΑΕΠ που χάθηκε και των θέσεων εργασίας που καταστράφηκαν, θα μπορούσε να είχε διασωθεί αν από το 2010 και μετά υπήρχαν ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις για τις αναγκαίες αλλαγές στην οικονομία, στη δημόσια διοίκηση, στη λειτουργία των θεσμών.

Συνοψίζω τις εκτιμήσεις μου για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας με τις παρακάτω τρεις επισημάνσεις.

Η Ελλάδα σήμερα έχει αντιμετωπίσει τα προβλήματα με τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Παραμένει όμως δέσμια του μεγάλου δημόσιου και ιδιωτικού χρέους. Η αποτελεσματική αντιμετώπισή τους και ιδιαίτερα των «κόκκινων» δανείων θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό τη μελλοντική πορεία της οικονομίας.

Η αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου έχει ξεκινήσει, αλλά γίνεται με αργούς ρυθμούς. Χρειάζονται να εισρεύσουν στην οικονομία πολλά κεφάλαια για επενδύσεις, άνω των 80 δισ. στην επόμενη τριετία, ώστε να αποκατασταθεί μέρος του παραγωγικού ιστού που καταστράφηκε στην κρίση. Για να έρθουν στην Ελλάδα τα κεφάλαια αυτά χρειάζεται σταθερό πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον.

Μετά την υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου η κυβέρνηση δείχνει να μην κατανοεί τις αρνητικές επιπτώσεις για τους πολίτες και την οικονομία από την παρατεταμένη αβεβαιότητα. Καθυστερεί συνεχώς την ολοκλήρωση των αξιολογήσεων, με αποτέλεσμα να μετατίθεται η συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και η έξοδος στις αγορές.

Έτσι, ανοίγει το ενδεχόμενο προσφυγής σε τέταρτο μνημόνιο, χωρίς να είναι δεδομένη η βούληση των δανειστών ως προς το θέμα αυτό. Αυτή η αβεβαιότητα επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση το ενδεχόμενο του Grexit -που ισοδυναμεί με Βενεζουελοποίηση της οικονομίας και εξαθλίωση των πλέον αδύναμων κοινωνικά στρωμάτων- απομακρύνει την προοπτική επιστροφής καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα.

Εξαιτίας της αβεβαιότητας οι δυνητικοί επενδυτές δεν επενδύουν και περιμένουν να δουν ποια θα είναι η κατάληξη των συνομιλιών. Αυτό δυσκολεύει την επανεκκίνηση της οικονομίας.

Για να βγει η χώρα από αυτόν τον φαύλο κύκλο και να ξεκινήσει μια πορεία βιώσιμης ανάπτυξης πρέπει η κυβέρνηση να προχωρήσει σε κλείσιμο της αξιολόγησης διασφαλίζοντας χαμηλότερο στόχο για τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Να προχωρήσει σε θεσμικές αλλαγές στη λειτουργία της δικαιοσύνης, του πολιτικού συστήματος, στο φορολογικό σύστημα, στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, στην παιδεία και στη δημόσια διοίκηση.

Έτσι η χώρα θα προσελκύσει επενδύσεις, θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας με ικανοποιητικές αμοιβές και θα βγουν από τη φτώχεια στρώματα που κτυπήθηκαν από την κρίση. Θα πολλαπλασιαστούν τα μεσαία κοινωνικά στρώματα.

Αυτή είναι η ιστορική υποχρέωση της κυβέρνησης έναντι των πολιτών και ιδιαίτερα της νεότερης γενιάς και καλείται να την αναλάβει εγκαταλείποντας τις ιδεοληψίες που εμποδίζουν την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Στην εκδήλωση- συζήτηση του ΙΣΤΑΜΕ και του Friedrich Ebert Stiftung με θέμα : «Ελληνική Οικονομία: Ώρα Μηδέν» που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

Η Ελλάδα το 2017, επτά χρόνια μετά το δημοσιονομικό εκτροχιασμό του 2009 και εννέα χρόνια μετά την έναρξη της ύφεσης, έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του δημοσιονομικού ελλείμματος αλλά και του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που αποτέλεσαν την αφορμή για την αποκοπή της από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές το 2010.

Η διόρθωση των ανισορροπιών έγινε με κόστος όμως υπερβολικά μεγαλύτερο από ότι δικαιολογούσαν οι μακροοικονομικές ανισορροπίες.

Σωρευτικά η απώλεια στο ΑΕΠ από το 2008 έφτασε περίπου στο 25%. Μελέτες που έχουν γίνει αποδίδουν το 50% της απώλειας στη δημοσιονομική προσαρμογή και το υπόλοιπο 50% μεταξύ άλλων κυρίως στην πολιτική αστάθεια και αβεβαιότητα της περιόδου καθώς και στην έλλειψη ρευστότητας.

Σε πρωτοφανές, για την μεταπολεμική περίοδο, επίπεδο, κινείται και η ανεργία η οποία βρίσκεται γύρω στο 23% για περισσότερα από πέντε χρόνια.

Βλέποντας ποιο υπήρξε το τίμημα παραλείψεων και της αδράνειας μιας ολόκληρης δεκαετίας στο όνομα του πολιτικού κόστους, και ιδιαίτερα εξαιτίας του εκτροχιασμού της περιόδου 2004-2009 που οδήγησε σε αυτή την κρίση, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η διερεύνηση των προϋποθέσεων εξόδου από την κρίση καθώς και των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας.

Θα συνοψίσω, λοιπόν, τις εκτιμήσεις μου για την προοπτική εξόδου της Ελληνικής Οικονομίας από την κρίση, σε επτά σημεία.

1) Ο κύκλος της δημοσιονομικής προσαρμογής έχει ολοκληρωθεί. Η χώρα έχει καθυστερήσει υπερβολικά – με βάση το κριτήριο των αντοχών της κοινωνίας – να διασφαλίσει το πέρασμα σε βιώσιμη ανάπτυξη.

Τώρα, πρέπει να δοθεί έμφαση στην επιτάχυνση του μετασχηματισμού της οικονομίας σε ανταγωνιστική και εξωστρεφή.

Μια διαδικασία που ξεκίνησε αργά και της οποίας τα αποτελέσματα έχουν αρχίσει τώρα να φαίνονται. Οι παρενέργειες όμως της υστέρησης αυτής συνοψίζονται στην παρατεταμένη διάρκεια της κρίσης.

Σήμερα, έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στην ανάκτηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας σε όρους κόστους εργασίας.

Απώλεια που έγινε ιδιαίτερα έντονη την περίοδο 2007-2009 καθώς οι μισθολογικές αυξήσεις ήταν πλήρως αποσυνδεμένες από την πορεία της παραγωγικότητας.

Οι εξαγωγές όμως των αγαθών και υπηρεσιών δεν μπόρεσαν να συνεισφέρουν με την αύξηση τους στην αναχαίτιση της ύφεσης την περίοδο της δημοσιονομικής προσαρμογής.

Αυτό σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην έλλειψη επαρκούς χρηματοδότησης, στο υψηλότερο κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού, στην αυξημένη αβεβαιότητα και πιο πρόσφατα στην επιβολή των Capital Controls.

Εξίσου σημαντικό ήταν ότι οι μεταρρυθμίσεις στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών και η εξάλειψη αντικινήτρων στην επενδυτική δραστηριότητα καθυστέρησαν σε σχέση με τις μεταρρυθμίσεις που έχουν γίνει στην αγορά εργασίας.

2) Η απότομη δημοσιονομική προσαρμογή, αποκάλυψε τη συγκαλυμμένη ανεργία που προϋπήρχε της κρίσης και σχετίζονταν με τη διόγκωση του μη ανταγωνιστικού και εσωστρεφούς παραγωγικού τομέα της ελληνικής οικονομίας.

Η Ελλάδα σήμερα, έχει την υψηλότερη ανεργία στην Ε.Ε, την υψηλότερη ανεργία μεταξύ των νέων, αλλά και των 55 και άνω.

Οι συνθήκες στην αγορά εργασίας είναι τέτοιες, που είναι πλέον αναγκαίο να διασφαλιστούν προϋποθέσεις για μείωση της ανεργίας, με δημιουργία θέσεων εργασίας κυρίως στον ανταγωνιστικό και εμπορεύσιμο τομέα της οικονομίας.

Η Ελλάδα, στο παρελθόν, δημιουργούσε περίπου 40-50 χιλ θέσεις εργασίας το χρόνο. Αν το μέλλον δεν υπερβεί το παρελθόν, η αντιμετώπιση της ανεργίας θα πάρει πολλά χρόνια.

Το αποτέλεσμα θα είναι η ανεργία η οποία είναι πλέον μακροχρόνια να οξύνει ακόμη περισσότερο τις κοινωνικές συνθήκες.

Να αυξήσει τις κοινωνικές ανισότητες και την πολιτική αστάθεια τροφοδοτώντας αντισυστημικές επιλογές από τους πολίτες.

Είναι αναγκαίο να δημιουργηθούν – με κίνητρα και αντικίνητρα – προϋποθέσεις για τη δημιουργία πολλών νέων, ανταγωνιστικών επιχειρήσεων, προκειμένου να αρχίσει να αντιμετωπίζεται άμεσα το πρόβλημα της ανεργίας.

Η αντιμετώπιση αυτής της κρίσης στην απασχόληση, δεν μπορεί να αφήνεται σε συμβατικά εργαλεία πολιτικής.

Απαιτούνται καινοτόμα εργαλεία. Χορήγηση φορολογικών κινήτρων, μείωση ασφαλιστικών εισφορών για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας ή για όσους ξεκινούν νέες επιχειρήσεις, διοικητική υποστήριξη, μείωση της γραφειοκρατίας για τις νέες αυτές επιχειρήσεις.

Σήμερα η πολιτική της κυβέρνησης όταν δεν κινείται προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση υπολείπεται κατά πολύ των αναγκαίων πρωτοβουλιών.

3) Είναι ανάγκη να κλείσουμε άμεσα την εκκρεμότητα του χρέους ώστε να δοθεί οριστική απάντηση στο ερώτημα αν η Ελλάδα μπορεί να εξυπηρετήσει το χρέος της.

Η συζήτηση για τη βιωσιμότητα του χρέους επηρεάζει κατά τρόπο καθοριστικό την πορεία εξόδου από την κρίση.

Η συζήτηση για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους μετά το PSI δεν μπορεί να γίνεται μόνο στη βάση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Πιο σημαντικό κριτήριο στην περίπτωση της Ελλάδας είναι η αξιολόγηση της δυνατότητας να εξυπηρετεί το χρέος της.

Η Ελλάδα με μια σειρά αποφάσεων πέτυχε να ελαφρύνει την εξυπηρέτηση του χρέους. Όμως τα ασφάλιστρα κινδύνου και η παρατεταμένη αβεβαιότητα για τη χώρα παραμένουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα και αυτό δυσχεραίνει την προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων που δεν έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα.

Την ίδια ώρα οι παρατεταμένες καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης αφήνουν περιθώριο να επιστρέψει ξανά η συζήτηση για Grexit με ότι αυτό συνεπάγεται για το επενδυτικό κλίμα.

Είναι προφανές ότι η αποδοχή του 3,5% του ΑΕΠ ως στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα για μεγάλη περίοδο μετά το 2018 είναι δύσκολα επιτεύξιμη. Δεν θα επιτρέψει τη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου και θα δυσκολέψει τη μετάβαση σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης

Είναι λοιπόν αναγκαίο η διαδικασία της δεύτερης αξιολόγησης του Τρίτου Προγράμματος να προχωρήσει, με χαμηλότερο στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα να ξεκινήσει η συζήτηση για τη συμμετοχή στο πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.

Η συζήτηση αυτή, σε αντίθεση με τις κυβερνητικές δηλώσεις, δεν θα είναι ούτε εύκολη ούτε γραμμική τόσο για νομικούς λόγους όσο και για λόγους πολιτικούς που σχετίζονται με τις πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη.

Η ανάγκη όμως για θετική έκβαση στην αξιολόγηση και στη συμμετοχή στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ είναι καθοριστική αν η Ελλάδα θέλει να βγει στις αγορές το 2017 ώστε να καλύπτει το σύνολο των δανειακών αναγκών της από τις κεφαλαιαγορές μετά το 2018.

Διαφορετικά κινδυνεύει να μπει την περιπέτεια αναζήτησης ενός τέταρτου μνημονίου σε μια Ευρώπη που θα βλέπει εχθρικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

4) Όλοι στην Ελλάδα συμφωνούν για την ανάγκη να περάσει η χώρα σε σταθερή αναπτυξιακή πορεία. Όμως, η επίτευξή της, δεν είναι μια μηχανική διαδικασία. Η ανάπτυξη, δε διατάσσεται ούτε επιστρατεύεται, ούτε νομοθετείται με ένα άρθρο.

Προϋποθέτει, πολιτική και κοινωνική σταθερότητα, ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις για την πορεία και τις στρατηγικές επιλογές της χώρας, επενδύσεις από εγχώριους και ξένους επενδυτές και ρευστότητα.

Η χώρα στα επόμενα τρία χρόνια χρειάζεται πάνω 80 δις επενδύσεις για να αναπληρώσει μέρος από τον παραγωγικό ιστό που καταστράφηκε κατά την διάρκεια της κρίσης αλλά και εξαιτίας της αποεπένδυσης από το 2008 και μετά.

Όμως, ποιος θα διαθέσει αυτά τα κεφάλαια; Ο κρατικός Προϋπολογισμός μπορεί να καλύψει ένα περιορισμένο τμήμα αλλά όχι το συνολικό ποσό. Η χώρα χρειάζεται επειγόντως εγχώριες και άμεσες ξένες επενδύσεις αλλά η κυβερνητική στρατηγική για να προσελκύσει η χώρα επενδύσεις δεν υφίσταται αν δεν είναι εχθρική.

Το φορολογικό πλαίσιο, ο τρόπος λειτουργίας και η ταχύτητα απονομής της Δικαιοσύνης, η γραφειοκρατική αντιμετώπιση των επενδύσεων, οι υποδομές, οι αποκρατικοποιήσεις, οι δαπάνες για παιδεία, έρευνα και καινοτομία, πρέπει να αναπροσανατολιστούν προς αυτή την κατεύθυνση. Ταυτόχρονα πρέπει να προωθηθούν θεσμικές αλλαγές που θα ακυρώσουν το πελατειακό κράτος που προσπαθεί να ανασυγκροτήσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

5) Το τραπεζικό σύστημα, σταδιακά, θα πρέπει να «στρέψει» σημαντικό μέρος της πιστοδοτικής του ικανότητας προς τις νέες επιχειρήσεις που χρειάζεται η χώρα.

Για να περάσει η χώρα σε βιώσιμη ανάπτυξη πρέπει να αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία του τραπεζικού συστήματος προκειμένου να επιτελέσει τον αναπτυξιακό του ρόλο από κοινού με άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία.

Όσο η οικονομία είναι σε ύφεση και τα δάνεια δεν εξυπηρετούνται, αυξάνονται οι κίνδυνοι του ενεργητικού και μειώνεται η ικανότητα εσωτερικής συσσώρευσης κεφαλαίου των τραπεζών. Επομένως δεν συντρέχουν ευνοϊκές προϋποθέσεις για χορήγηση νέων δανείων.

Η πρόκληση, λοιπόν, για την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας είναι να προχωρήσουν οι τράπεζες σε μια αναδιάρθρωση του δανειακού χαρτοφυλακίου τους ακόμη και με μερική προοδευτική διαγραφή χρεών εταιρειών οι οποίες είναι βιώσιμες και στις οποίες αξίζει να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία.

Το πρόβλημα της ΟΝΕ σήμερα δεν είναι το δημόσιο αλλά το ιδιωτικό χρέος που έχει γιγαντωθεί και στο οποίο η ΕΚΤ με αμεσότερα εργαλεία εποπτείας προσπαθεί να ομαλοποιήσει.

Για να επιταχυνθεί λοιπόν η διαδικασία ανασυγκρότησης της οικονομίας, είναι αναγκαίο να οριστικοποιηθεί και να εφαρμοστεί το πλαίσιο αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων καθώς και να αξιολογηθεί η βιωσιμότητα των προβληματικών επιχειρήσεων με διαφανή και δίκαια κριτήρια.

Οι βασικές δράσεις για την υλοποίηση του εν λόγω πλαισίου θα πρέπει άμεσα να ξεκινήσουν ή να επιταχυνθούν.

Οι δράσεις αυτές, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν:

(α) την ολοκλήρωση και ψήφιση του θεσμικού πλαισίου για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό και τις μεταρρυθμίσεις του πτωχευτικού δικαίου έτσι ώστε να «ελαφρυνθεί» από υποθέσεις το δικαστικό σύστημα

(β) την ανάπτυξη μιας δυναμικής δευτερογενούς αγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων και την προσέλκυση ξένων επενδύσεων

(γ) την παροχή φορολογικών κινήτρων αλλά και τη θεσμοθέτηση της νομικής κάλυψης των στελεχών των τραπεζών για την διευκόλυνση των μερικών ή ολικών διαγραφών χρέους.

Η μεγάλη πρόκληση της επόμενης ημέρας είναι κατά πόσο οι τράπεζες είναι έτοιμες και διατεθειμένες να αξιολογήσουν και να διαχειριστούν τις βιώσιμες επιχειρήσεις και οικονομικούς κλάδους, έτσι ώστε να διοχετεύσουν τα περιορισμένα κεφάλαια τους στις αποδοτικότερες επενδύσεις.

Καθώς θα δημιουργούνται νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες και νέες θέσεις εργασίας με αντίστοιχα εισοδήματα, αυτό θα βελτιώνει τη ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων, επιτρέποντας τη στροφή των τραπεζικών πιστώσεων.

Έτσι, το τραπεζικό σύστημα θα δημιουργήσει προϋποθέσεις περιορισμού της έκθεσης του στις δραστηριότητες που θα συρρικνώνονται (μη ανταγωνιστικός τομέας) και θα μπορεί να τροφοδοτήσει το νέο που γεννιέται και αναπτύσσεται.

6) Η βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή είχε ως αποτέλεσμα, τη σημαντική υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου, ιδίως για ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού.

Δεν μπορούμε να μιλάμε για προοπτική ανάπτυξης, όταν επιταχύνονται οι κοινωνικές ανισότητες.

Επομένως, βασική προτεραιότητα για τις πολιτικές που πρέπει να σχεδιαστούν τα επόμενα χρόνια θα πρέπει να αποτελεί η μείωση των ανισοτήτων.

Αυτή θα γίνει μέσω σχεδιασμένων πολιτικών κοινωνικής προστασίας και ένταξης –που τώρα για δημοσιονομικούς κυρίως λόγους δεν υπάρχουν παρά τις ανάγκες- προκειμένου να διασφαλιστεί η κοινωνική συνοχή και μεσοπρόθεσμα η αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Πρέπει όμως να μας απασχολήσει και το ερώτημα, αν ωφελούνται ομοιόμορφα οι πολίτες από την οικονομική ανάπτυξη που θα έρθει;

H κριτική στην παγκοσμιοποίηση δεν είναι ότι δεν δημιούργησε πλούτο αλλά ότι σε πολλές περιπτώσεις το 90% του πλούτου το καρπώθηκε το 1% του πληθυσμού ενώ το υπόλοιπο 10% πήγε στο 99% του πληθυσμού.

Είναι, λοιπόν, καθοριστικό για τις δυνάμεις του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού στις προγραμματικές τους επεξεργασίες να προτάξουν την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των πολιτικών ανάπτυξης, ώστε να προκύπτουν από αυτή βιώσιμα οφέλη σε όρους απασχόλησης και εισοδήματος για το σύνολο των πολιτών και να διαχέονται αυτά σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και όχι μόνο στα εισοδηματικά ανώτερα.

7) Κλείνω, λέγοντας ότι, η χώρα δεν μπορούσε να αποφύγει την απώλεια μέρους του ΑΕΠ καθώς η ενίσχυσή του σε ονομαστικούς όρους μέχρι το 2007 ήταν το αποτέλεσμα αποκλειστικά του άμετρου δημόσιου και ιδιωτικού δανεισμού.

Έτσι, το ονομαστικό ΑΕΠ φούσκωνε και έκρυβε τους κινδύνους από την ονομαστική αύξηση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους.

Θα μπορούσαν όμως οι απώλειες σε ΑΕΠ και κατεστραμμένες θέσεις εργασίας να περιοριστούν σε σημαντικό βαθμό αν συνέτρεχαν οι αναγκαίες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις από το ξεκίνημα της κρίσης.

Συναινέσεις που διασφαλίστηκαν σε άλλες χώρες που μπήκαν σε προγράμματα και τώρα έχουν επανέλθει στις κεφαλαιαγορές.

Ενώ η Ελλάδα μετά τους πειραματισμούς με τα Ζάππεια και τη Θεσσαλονίκη παραμένει η μόνη χώρα σε πρόγραμμα. Στερώντας από τους πολίτες και ιδιαίτερα τη νέα γενιά το όραμα και την προοπτική για μια Ελλάδα της ευημερίας που δίνει ευκαιρίες σε όλους και όλες και προστατεύει όσους έχουν ανάγκη.

Αυτός πρέπει να είναι ο στόχος για τις προοδευτικές δυνάμεις και σε αυτό τον στόχο πρέπει να προσανατολιστούν οι δυνάμεις της Δημοκρατικής Συμπαράταξης αν θέλουν να ανακτήσουν την σύνδεση τους με τις δημιουργικές κοινωνικές δυνάμεις που τα χρόνια πριν ή κατά την διάρκεια της κρίσης ένοιωσαν ότι χάθηκε η επαφή με την Δημοκρατική Παράταξη.

Άρθρο του Φίλιππου Σαχινίδη στην ιστοσελίδα «Liberal» την Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016

Η παράταση της ύφεσης για ένατη χρονιά και η παρατεινόμενη αβεβαιότητα σχετικά με την αναπτυξιακή προοπτική της ελληνικής οικονομίας, τροφοδοτεί άλλη μια φορά τη συζήτηση αναφορικά με τα δυνητικά οφέλη που θα διαμορφώνονταν για την Ελλάδα αν επέλεγε να εγκαταλείψει το ευρώ.
Η άποψη αυτή πρωτοδιατυπώθηκε σχεδόν αμέσως μετά το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης το 2009. Έχει υποστηρικτές τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό, όπου την υπερασπίζονται κυρίως οικονομολόγοι αγγλοσαξονικής καταγωγής, όπως ο Krugman και ο Stiglitz, αλλά και μέλη κυβερνήσεων ευρωπαϊκών χωρών.
Σύμφωνα με την άποψη αυτή, το κύριο πρόβλημα της Ελλάδας είναι η μειωμένη ανταγωνιστικότητά της, αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, της ταχύτερης αύξησης του εργατικού κόστους στην Ελλάδα έναντι των εμπορικών της εταίρων από την επομένη της ένταξής της στην ΟΝΕ.
Βγαίνοντας από το ευρώ η χώρα θα αξιοποιήσει το εργαλείο της υποτίμησης για να ανακτήσει την χαμένη ανταγωνιστικότητα χωρίς να υποχρεωθεί να μειώσει μισθούς και τιμές, ελαχιστοποιώντας το πολιτικό κόστος της προσαρμογής. Έτσι θα προσελκύσει επενδύσεις, θα αυξήσει τις εξαγωγές της, με τελικό όφελος την επανεκκίνηση της οικονομίας και αύξηση της απασχόλησης.
Οι υποστηρικτές της άποψης αυτής δεν εξηγούν ποιες θα είναι οι επιπτώσεις για την οικονομία από την δυσβάστακτη επιβάρυνση που θα προκαλέσει η εξυπηρέτηση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, τα οποία θα παραμείνουν σε ευρώ, το οποίο θα ανατιμάται συνεχώς έναντι της δραχμής.
Προφανώς, άρρητα δέχονται ότι η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη θα έχει ως ανταποδοτικό όφελος την συνολική ή μερική διαγραφή του ελληνικού χρέους έναντι των θεσμών και των χωρών της ευρωζώνης.
Διότι αν αυτό δεν συμβεί, τότε τα θεωρητικά οφέλη από την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα θα εξουδετερωθούν πριν καν ενεργοποιηθούν, αφού η Ελλάδα δεν θα έχει πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίων εξαιτίας της χρεοκοπίας στην οποία θα οδηγηθεί, καθώς θα αδυνατεί να εξυπηρετήσει το χρέος της.
Σε κάθε περίπτωση, αυτή η λύση προφανώς δεν μπορεί να αφορά το ιδιωτικό χρέος. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν το δημόσιο χρέος κουρευτεί, οι ελληνικές επιχειρήσεις και οι ιδιώτες που έχουν δανειστεί από τις διεθνείς αγορές θα καταρρεύσουν – με εξαίρεση μερικές λίγες με κύριο όγκο δραστηριοτήτων, άρα και έσοδα, από το εξωτερικό – υπό το βάρος της αδυναμίας εξυπηρέτησης του χρέους τους σε ευρώ ή άλλα νομίσματα.
Ας υποθέσουμε λοιπόν προς στιγμήν -μεγάλη υπόθεση σε κάθε περίπτωση- ότι προσφέρεται εκ νέου η δυνατότητα στη χώρα να επιλέξει την εγκατάλειψη της ευρωζώνης έναντι σημαντικής διαγραφής χρέους.
Σε αυτή την περίπτωση η χώρα θα προχωρήσει σε υποτίμηση του νομίσματός της, προκειμένου να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα κόστους πέρα από την βελτίωση που έχει πετύχει μέχρι σήμερα μέσω της εσωτερικής υποτίμησης.
Ερώτημα πρώτο: θα μπορέσει η χώρα να αξιοποιήσει την δυνατότητα αυτή για να αυξήσει τις εξαγωγές της; Τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας επιτρέπουν να υποστηρίξουμε πως όχι ή όχι κατ’ ανάγκη. Γιατί η παραγωγική βάση της χώρας έχει απομειωθεί σε σημαντικό βαθμό, εξαιτίας της αποεπένδυσης από το 2008.
Το τμήμα της που παραμένει σε λειτουργία δεν έχει πετύχει την αναγκαία αναδιάρθρωση ώστε να ενισχυθεί ο τομέας των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών για να αυξηθούν οι εξαγωγές ή να υποκατασταθούν οι εισαγωγές.
Ακόμη χειρότερα, διαπιστώνουμε, ότι παρά τη βαθιά ύφεση και την έντονη κάμψη της ζήτησης, η Ελλάδα συνεχίζει να εισάγει σχεδόν 30 δισ. ευρώ ενδιάμεσων, κεφαλαιουχικών, πρωτογενών αγαθών και ενέργειας, τα οποία είναι δύσκολο ή και αδύνατο να υποκατασταθούν από εγχώρια παραγωγή.
Επομένως, οι πιθανότητες για αύξηση των επενδύσεων που θα ενισχύσουν την ποιότητα/ένταση παραγωγικού κεφαλαίου, την αποτελεσματικότητα και την προστιθέμενη αξία της οικονομίας θα ελαχιστοποιηθούν, με τις αντίστοιχες επιχειρήσεις που ενεργοποιούνται σε σχετικούς κλάδους είτε να κλείνουν είτε να εγκαταλείπουν τη χώρα.
Είναι λογικό να συμπεράνουμε ότι, το πιθανότερο είναι η οικονομία να διολισθήσει σε ένα παραγωγικό πρότυπο που θα βασίζεται εξολοκλήρου σε εξαγωγές ελάχιστης προστιθέμενης αξίας καθώς και υπηρεσιών, η ανταγωνιστικότητα των οποίων θα βασίζεται αποκλειστικά σε χαμηλό κόστος, ανταγωνιζόμενη χώρες αντίστοιχα χαμηλού εισοδήματος και ποιότητας.
Αλλά και η κατανάλωση σε μεγάλο βαθμό θα υποχωρήσει, καθώς η πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων και συνταξιούχων θα μειώνεται εξαιτίας των υποτιμήσεων και των συνεπαγόμενων πληθωριστικών πιέσεων που αυτές θα δημιουργούν.
Εύλογα, λοιπόν, μπορεί να τεθεί το επόμενο ερώτημα. Μήπως το πέρασμα στο εθνικό νόμισμα μπορεί να επιταχύνει αυτή την αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης;
Γιατί η αναγκαία αυτή αναδιάρθρωση προχωρά σχετικά αργά από τότε που ξέσπασε η κρίση, με αποτέλεσμα παρά την εσωτερική υποτίμηση οι εξαγωγές της χώρας να μην έχουν καταγράψει κάποια ουσιαστική αύξηση, ούτε να έχει παρατηρηθεί αξιοσημείωτη υποκατάσταση εισαγωγών.
Είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς ότι η επιστροφή στη δραχμή θα επιταχύνει την αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης. Είναι πιο λογικό να υποθέσει κανείς ότι θα συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Το τραπεζικό σύστημα δεν θα έχει επαρκή κεφάλαια για να χρηματοδοτήσει επενδύσεις στον τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Την ίδια στιγμή το ασταθές νομισματικό περιβάλλον θα λειτουργεί ως αντικίνητρο στην εισαγωγή ελληνικών κεφαλαίων που τώρα βρίσκονται στο εξωτερικό ή ακόμη και διεθνών κεφαλαίων.
Στην καλύτερη των περιπτώσεων, τα κεφάλαια που θα έρχονται στην Ελλάδα θα είναι κερδοσκοπικά με στόχο το άμεσο κέρδος και όχι κεφάλαια που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε επενδύσεις μεσομακροπρόθεσμων αποδόσεων που θα διευκολύνουν την αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης.
Επιπρόσθετα, το κόστος κεφαλαίου θα είναι εξαιρετικό υψηλό εξαιτίας των υποτιμήσεων και τα όποια οφέλη στην ανταγωνιστικότητα από τις υποτιμήσεις θα ακυρώνονται από το αυξημένο κόστος κεφαλαίων, αλλά και των ενεργειακών πηγών που σε μεγάλο βαθμό είναι εισαγόμενες.
Η αλήθεια είναι ότι, σε περίπτωση επιστροφής στο εθνικό νόμισμα, θα δημιουργηθούν οφέλη κυρίως για όσους έχουν τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό. Θα τους δοθεί η δυνατότητα να εξαγοράσουν σε πενιχρές τιμές περιουσιακά στοιχεία στην Ελλάδα.
Αντίθετα, οι έλληνες εργαζόμενοι και συνταξιούχοι, όπως και οι άνεργοι, θα είναι οι μεγάλοι χαμένοι μιας πιθανής επιστροφής σε εθνικό νόμισμα καθώς τα εισοδήματά τους ή τα επιδόματά τους θα απαξιώνονται και δεν θα τους εξασφαλίζουν ούτε τα στοιχειώδη, οδηγώντας τους περισσότερους από αυτούς σε συνθήκες απόλυτης φτωχοποίησης.
Αντί λοιπόν να συζητάμε για τα θεωρητικά οφέλη από την επιστροφή στη δραχμή, που είτε δεν υφίστανται είτε δεν αφορούν αυτούς που πλήττονται από την κρίση, ας δούμε ποιες παραλείψεις και καθυστερήσεις στις κυβερνητικές επιλογές εμποδίζουν την ταχύτερη αναδιάρθρωση της οικονομίας, ώστε αυτή να περάσει το ταχύτερο δυνατό σε βιώσιμη ανάπτυξη. Αυτή θα μας επιτρέψει να δούμε αύξηση της απασχόλησης αλλά και θα δημιουργήσει πόρους για στοχευμένες κοινωνικές πολιτικές προκειμένου να στηριχτούν όσοι πραγματικά έχουν ανάγκη.