Αρθογραφία - Συνεντεύξεις

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη στην παρουσίαση του βιβλίου του Γ. Παπακωνσταντίνου

Φίλες και φίλοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τον Γ. Παπακωνσταντίνου για την ευκαιρία που μου δίνει να συμμετάσχω στην παρουσίαση του βιβλίου του «Game Over: Η Αλήθεια για την κρίση” στην Ξάνθη.

Αυτή η δεύτερη ευκαιρία, μου επιτρέπει σήμερα να μιλήσω για το βιβλίο μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία, αφού κάθε νέα ανάγνωση του βιβλίου επιτρέπει να ανακαλύψεις νέα σημαντικά στοιχεία που περιλαμβάνονται σ’ αυτό.

Πριν ξεκινήσω να μιλώ για το βιβλίο αυτό, οφείλω ορισμένες προσωπικές επισημάνσεις.

Τα όσα γράφει στο βιβλίο, οι μαρτυρίες δηλαδή, δεν αφορούν γεγονότα ξένα προς εμένα.

Αλλά γεγονότα, που έζησα με τον ίδιο βαθμό έντασης ή σε ορισμένες περιπτώσεις και μεγαλύτερο, αφού οι συχνές μετακινήσεις του στο εξωτερικό καθιστούσαν αναγκαία την αναπλήρωσή του στις δύσκολες και γεμάτες από σκληρές συγκρούσεις κοινοβουλευτικές εργασίες.

Με αυτή την έννοια, η σημερινή μου τοποθέτηση για το βιβλίο και τον Παπακωνσταντίνου υπόκειται σε έλεγχο αντικειμενικότητας.

Πολλές φορές, αναρωτήθηκα, αν στις 400 τόσες σελίδες καταφέρνει να μεταφέρει στον αναγνώστη την αγωνία του και τις πρωτόγνωρες, για πολιτικό, δυσκολίες, με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπος.

Τα ξενύχτια και τις ατελείωτες συζητήσεις με όλους τους συνεργάτες του.

Τους προβληματισμούς του, για το αν υπήρχαν άλλες επιλογές που έπρεπε να διερευνηθούν.

Τις συναντήσεις και συζητήσεις με εκπροσώπους μεγάλων τραπεζών, με πολιτικούς χωρών που αντιμετώπισαν κρίση, με οικονομολόγους διεθνούς εμβέλειας.

Την προσπάθειά του να κερδίσει συμμαχίες στο εσωτερικό ενός κόμματος, που είχε κρίση συνειδήσεως, που φοβόταν μην χάσει την ψυχή του, αλλά αδυνατούσε να καταθέσει εναλλακτική πρόταση, καθώς καλούνταν να εφαρμόσει την πιο αυστηρή δημοσιονομική προσαρμογή που έγινε ποτέ μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.

Πολλές φορές όταν καθόμασταν στην αίθουσα συσκέψεων του Υπουργείου με τις φωτογραφίες όλων των προκατόχων του ίσως και ο ίδιος να αναρωτήθηκε, αν ήταν κάποιος από αυτούς στη θέση του, τι διαφορετικό θα έκανε;

Ήμουν παρών σε πολλά από όσα περιγράφει και σας διαβεβαιώνω, ότι κάθε φορά, σε κάθε δυσκολία, ανταποκρίνονταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Και το λέω αυτό, γιατί πολλές φορές άκουσα να λένε ότι ευθύνεται για την πορεία προς τα μνημόνια.

Για το περιεχόμενο τους.

Ότι, κάποιος άλλος στη θέση του, θα είχε ακολουθήσει άλλη πορεία ή θα είχε αποφύγει τα μνημόνια.

Όλα αυτά, είναι η αφήγηση που χτίσανε οι αντίπαλοί του και αντίπαλοί μας όλα αυτά τα χρόνια για να χτίσουν, όπως φάνηκε εκ των υστέρων, πολιτικές καριέρες στις πλάτες των Ελλήνων.

Όταν όμως αυτά ακούγονται από προκατόχους του, που ευθύνονται για την πορεία της χώρας προς την κρίση, ας αναρωτηθούν πόσα δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθεσαν στο χρέος και τι ελλείμματα παρέλαβαν και τι ελλείμματα παρέδωσαν και μάλιστα σε ημέρες ευημερίας.

Ποιες δύσκολες αποφάσεις απέφυγαν να πάρουν όταν έπρεπε, με αποτέλεσμα το πρόβλημα να μετακυλίεται στους επόμενους μέχρι που στο τέλος ξέσπασε η καταιγίδα και η χώρα βρέθηκε απροετοίμαστη και υπερχρεωμένη.

Δυστυχώς όταν ξέσπασε η κρίση δεν μιλήσαμε για τις παραλείψεις ή τα εγκληματικά λάθη του παρελθόντος, γιατί από την πρώτη στιγμή δώσαμε προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του προβλήματος και όχι στην αναζήτηση πολιτικών ή ποινικών ευθυνών.

Ίσως και να ‘ταν λάθος μας αυτό. Προτάξαμε την χώρα και τους πολίτες και όχι την πολιτική κυριαρχία.

Έτσι δόθηκε η ευκαιρία σε κάποιους να ανασκουμπωθούν σήμερα και να μας κουνάνε το δάχτυλο για το πόσο διαφορετικά θα τα χειριζόντουσαν οι ίδιοι.

Ότι θα αποφεύγαμε τα μνημόνια ή ότι με μερικές μικρές περικοπές θα περισώζαμε ότι κτίστηκε για πολλά χρόνια σε σαθρά θεμέλια.

Και αναρωτιέμαι, αν ήταν τόσο απλό, γιατί δεν το επεσήμαναν νωρίτερα ή όσοι κυβέρνησαν πιο πριν γιατί δεν προχώρησαν στην έγκαιρη αντιμετώπιση των προβλημάτων για να μην φτάσει η χώρα στην κατάρρευση;

H κοινωνία, που υποφέρει για περισσότερα από εννιά χρόνια από την ύφεση, πολλές φορές έθεσε και εξακολουθεί να θέτει το ερώτημα, μα καλά φτάσαμε σε αυτήν την κρίση εξαιτίας της υπερχρέωσης, 300 δις χρέος και των πλαστών στατιστικών στοιχείων που έστελνε η ΝΔ στην Ευρώπη και δεν θα λογοδοτήσει κανείς από αυτούς που ευθύνονται;

Το ότι τελικά η χώρα δεν χρεοκόπησε, οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στην αξιοπιστία του Γ. Παπακωνσταντίνου μεταξύ των ομολόγων του.

Μια αξιοπιστία, που την κέρδισε σιγά σιγά καθώς αποδείκνυε ότι πίστευε στην  ανάγκη να αλλάξουμε για να μην βουλιάξουμε.

Γιατί ήταν ένας από τους λίγους υπουργούς της περιόδου των μνημονίων που αποδέχτηκε την ιδιοκτησία του προγράμματος και προσπαθούσε σε κάθε αξιολόγηση να πετύχει βελτιώσεις.

Η Ελλάδα, με τις πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου και του Γ. Παπακωνσταντίνου, τελικά δεν έγινε «το ατύχημα που περιμένει να συμβεί» όπως έχει γραφτεί στους Financial Times από το 2008.

Βέβαια, η δημόσια αφήγηση που έχει κυριαρχήσει δεν συμμερίζεται την άποψή μου. Η δημόσια αφήγηση, τον θέλει να είναι ο κακός της ιστορίας. Ό ένοχος για όλα όσα υπέφεραν οι Έλληνες τα τελευταία χρόνια. Γιατί έτσι βόλευε τους εμπρηστές και όσους τους προστάτευαν. Να περάσουν την ευθύνη στους πυροσβέστες.

Το βιβλίο αυτό, όπως τονίζει ο ίδιος στον πρόλογο, δεν είναι μια σύνθεση διηγήσεων άλλων, αλλά η προσωπική του μαρτυρία για όλα όσα συνέβησαν στην πιο κρίσιμη περίοδο της μεταπολίτευσης που επηρέασαν όλους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες.

Είναι η δική του αλήθεια για την κρίση. Επομένως, είναι η αποτύπωση των γεγονότων όπως τα προσέλαβε και τα αξιολόγησε. Είναι μια ματιά υποκειμενική. Υπόκειται όμως σε αξιολόγηση, με την έννοια ότι, τα όσα λέει μπορούν να ελεγχθούν και να αντικρουστούν.

Με αυτήν την έννοια, είναι μια μοναδική μαρτυρία τουλάχιστον από την πλευρά της Ελλάδας, αφού δεν υπάρχει ακόμη άλλη γραπτή μαρτυρία από όσους συμμετείχαν με θεσμικό ρόλο στα γεγονότα εκείνης της εποχής.

Το βιβλίο αυτό είναι μια απόπειρα, όπως λέει, να κτιστεί μια ενιαία αφήγηση για την κρίση. Σε μια χώρα που έξι χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου και οκτώ μετά την έναρξη της ύφεσης, δεν έχουμε ακόμη καταλήξει σε μια κοινά παραδεκτή αφήγηση για το πώς φτάσαμε στην κρίση.

Γιατί όλα αυτά τα χρόνια, από την πρώτη στιγμή, κυριάρχησαν οι μύθοι και οι συνομωσίες. Θα προσπαθήσω να αναφέρω κάποιους από αυτούς, όχι όμως εξαντλητικά. Ότι σκόπιμα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έβαλε τη χώρα στο Μνημόνιο για να πάρει τα σκληρά μέτρα και να ενισχύσει την κερδοφορία των ιδιωτικών κεφαλαίων.

Ότι όλα έγιναν για να μπει το ΔΝΤ στη χώρα και να βάλει η Αμερική πόδι στην Ευρώπη μέσω Ελλάδας.

Ότι έγιναν για να κερδοσκοπήσουν κάποιοι – που είχαν πρόσβαση στην κυβέρνηση – στις αγορές ομολόγων.

Και για να γίνει αυτό ή όλα αυτά μαζί, σύμφωνα με τη θεωρία της συνομωσίας η Κυβέρνηση  του ΠΑΣΟΚ «φούσκωσε» τεχνητά το έλλειμμα του 2009 για να χάσει η χώρα την πρόσβαση στις αγορές και να καταφύγει στα μνημόνια.

Απορρίπτοντας τις προσφορές των κεφαλαίων των Ρώσων, Κινέζων, Αράβων ή ακόμη και τα 600 δις του Σώρρα.

Η απλή εξήγηση ότι η Ελλάδα για άλλη μια φορά, όπως το 1983, το 1985, το 1990 και το 1993, βρισκόταν αντιμέτωπη με μακροοικονομικές ανισορροπίες, οι οποίες είχαν ξεφύγει πέρα από κάθε όριο και δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν εύκολα από μια χώρα η οποία ως μέλος της ευρωζώνης δεν είχε εργαλεία πολιτικής όπως η υποτίμηση, δεν πέρασε ποτέ ως επιχείρημα τα κρίσιμα αυτά χρόνια.

Δεν πέρασε ακόμη και όταν ο ίδιος έφυγε από τη θέση του Υπουργού Οικονομικών και η χώρα με την Κυβέρνηση Λ. Παπαδήμου προχώρησε στη συμφωνία για το δεύτερο μνημόνιο.

Δεν πέρασε ούτε και αργότερα, όταν ο κ. Α. Σαμαράς ως Πρωθυπουργός υποχώρησε από την αντιμνημονιακή στάση του «δεν θα συναινέσω στο λάθος» και προχώρησε στην υιοθέτηση μιας ιδιαίτερα εμπροσθοβαρούς δημοσιονομικής πολιτικής για το 2012 και 2013.

Δεν πέρασε, ούτε με την άνοδο του κ. Α. Τσίπρα στην εξουσία.

Το αντίθετο, η κυριαρχία των μύθων και των συνομωσιών, η υποχώρηση της κοινής λογικής, η άγνοια ή η συστηματική απόρριψη επιχειρημάτων που στηρίζονταν σε πραγματικά και μη αμφισβητήσιμα αριθμητικά ή στατιστικά δεδομένα είναι που οδήγησε στην άνοδο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην εξουσία.

Από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2015 ήρθαν τα πάνω κάτω. Οι τράπεζες έκλεισαν, τα capital controls επιβλήθηκαν, περιουσιακά στοιχεία με τη μορφή μετοχών αξίας 25 δις από τη συμμετοχή του ΤΧΣ στο κεφάλαιο των τραπεζών εξαφανίστηκαν σε μια νύχτα αυξάνοντας το χρέος ισόποσα, η δυναμική του χρέους επιδεινώθηκε, η διαρροή των καταθέσεων ξεπέρασε κάθε όριο, η ΕΚΤ κατέστησε μη επιλέξιμα τα ελληνικά ομόλογα.

Κανείς, όμως, δεν θέλει να παραδεχτεί, ότι τελικά το 2010 με 36 δις έλλειμμα και χωρίς πρόσβαση στις αγορές λόγω των απαγορευτικών επιτοκίων δεν υπήρχε άλλος δρόμος από αυτόν της προσφυγής στους θεσμικούς δανειστές.

Ότι τέσσερα χρόνια αργότερα και αφού η χώρα είχε σχεδόν μηδενίσει το πρωτογενές έλλειμμα, η Ευρώπη δεν θα άλλαζε την πολιτική της επειδή στην Ελλάδα κέρδισαν τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ.

Ότι για να μείνει στην εξουσία η νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ –ΑΝΕΛ θα έπρεπε, όχι μόνο να μην σκίσει τα μνημόνια όπως υπόσχονταν ή να τα καταργήσει με άρθρο μονό, αλλά να ψηφίσει το τρίτο μνημόνιο και μάλιστα με άρθρα πολλά για να πάρει τα 86 δις ευρώ που καλύπτουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας μέχρι το 2018.

Τελικά, όπως μάθαμε εκ των υστέρων, όσοι μας κατηγορούσαν για «προδοσία», «εθνική μειοδοσία», ως «μερκελιστές» ή «τσολάκογλου» είχαν αυταπάτες.

Διαβάζοντας, λοιπόν, το βιβλίο, αναρωτιέται κανείς μαζί με τον συγγραφέα, γιατί όλες αυτές οι ακραίες πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις που οδήγησαν μεταξύ άλλων και στο θάνατο τριών εργαζομένων που πυρπολήθηκαν από εμπρηστική βόμβα;

Γιατί η οικονομία έχασε το 25% του ΑΕΠ και παραμένει για όγδοο χρόνο στην ύφεση;

Γιατί τελικά, είμαστε η μόνη χώρα σε μνημόνιο, έξι χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, όταν Ιρλανδία, Κύπρος και Πορτογαλία μπήκαν μετά από την Ελλάδα, και είναι ήδη εκτός;

Μήπως αργήσαμε να πάρουμε μέτρα ή πήραμε πολύ λίγα;

Μέτρα πήρε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και μάλιστα πολλά.

Αλλά και η Πορτογαλία και η Ιρλανδία που είχαν πάρει μέτρα και μάλιστα πολλά, πάλι κατέληξαν στα μνημόνια.

Τρεις παράγοντες, που επισημαίνονται σε διαφορετικά σημεία του βιβλίου, καθόρισαν το μέγεθος και την ένταση της ελληνικής κρίσης.

Ο πρώτος, κωδικοποιείται από τον συγγραφέα με την έκφραση «πολιτικοί υπολογισμοί».

Πολιτικοί υπολογισμοί στο εσωτερικό της χώρας και πολιτικοί υπολογισμοί στο εξωτερικό.

Πολιτικοί υπολογισμοί οδήγησαν, το φερόμενο ως αστικό κόμμα της χώρας, τη ΝΔ, να υψώσει πρώτο την αντιμνημονιακή σημαία αντί να επιλέξει τη συναίνεση.

Οι σχεδιαστές της αντιμνημονιακής στρατηγικής της ΝΔ κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι μόνο έτσι θα μπορούσε να απορροφήσει τις διαρροές από τους απογοητευμένους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ.

Προφανώς, ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό των σχεδιαστών της στρατηγικής της ΝΔ, ότι η στάση τους νομιμοποιούσε στη συνείδηση των πολιτών την ακραία στάση του ΣΥΡΙΖΑ ή της ακραίας λαϊκής δεξιάς και ακροδεξιάς.

Ούτε καν πέρασε από το μυαλό τους, ότι όταν θα έκαναν την αναγκαία στροφή, τότε θα έχαναν ψηφοφόρους τόσο προς τη ΧΑ και τους ΑΝΕΛ όσο και προς το ΣΥΡΙΖΑ.

Έτσι, η ΝΔ απέρριψε όλες τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για συναίνεση ακόμη και όταν ο Γ. Παπανδρέου είπε ότι αν η παρουσία του συνιστά πρόβλημα είναι διατεθειμένος να το συζητήσει.

Ποτέ δεν κατάλαβαν ότι η συνεργασία θα ωφελούσε τη χώρα και τους πολίτες αλλά και την πολιτική σταθερότητα.

Ο στόχος τους, να πέσει η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, σε δύο μόλις χρόνια από την νίκη του 2009. Στόχος, που τελικά επιτεύχθηκε, αλλά το πολιτικό κέρδος ακόμη και για τη ΝΔ ήταν πολύ μικρό. Έτσι, στις εκλογές του Μαΐου 2012 η ΝΔ πήρε μόλις 18,5% και σε αυτές του Ιουνίου 29,5%.  Κυβέρνησε σε συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ τελικά, μόλις για 30 μήνες.

Πολιτικοί υπολογισμοί και από την πλευρά πολλών στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ. Είτε για την αναγκαιότητα ή όχι των μέτρων, είτε για την ανοικτή στήριξη ή την αποστασιοποίηση από την πολιτική που υιοθέτησε η κυβέρνηση, προκειμένου να διασφαλιστούν οι προϋποθέσεις επανεκλογής τους. Λίγοι καταλάβαιναν τι έρχεται για τη χώρα, τους πολίτες, το πολιτικό σύστημα.

Πολιτικοί υπολογισμοί και στο εξωτερικό. Σύγκρουση μεταξύ Μέρκελ και Σόιμπλε για την αναγκαιότητα ενός προγράμματος ή για την παρουσία του ΔΝΤ ή για την προτιμητέα αντιμετώπιση του ελληνικού χρέους.

Η Γερμανία μετά την χρηματοοικονομική κρίση αναδείχτηκε σε ηγεμονική δύναμη της Ευρώπης αλλά οι πολιτικοί υπολογισμοί για τον αντίκτυπο των αποφάσεων που αφορούσαν την Ελλάδα ή άλλες χώρες στους γερμανούς ψηφοφόρους καθόριζαν τη στάση της Μέρκελ.

Πολιτικοί υπολογισμοί για τις εκλογές σε κάποιο κρατίδιο της Γερμανίας οδηγούσαν σε καθυστέρηση της ανακοίνωσης της απόφασης για τη δημιουργία του Ελληνικού Μηχανισμού.

Πολιτικοί υπολογισμοί από τη πλευρά των άλλων χωρών του νότου να μην μπουν στο κάδρο της κρίσης, εμπόδισαν τη συγκρότηση συμμαχίας για έγκαιρη και ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος, που όπως αποδείχτηκε τελικά, δεν ήταν ελληνικό.

Πολιτικοί υπολογισμοί από την πλευρά των αμερικάνων, που ενόψει των Προεδρικών εκλογών του 2012 ήθελαν να λυθεί το ελληνικό πρόβλημα για να μην μεταδοθεί η κρίση στις ΗΠΑ και επηρεάσει αρνητικά την επανεκλογή Ομπάμα.

Αλλά η δυνατότητα παρέμβασης στην Ευρώπη μικρότερη από ότι στο παρελθόν, αφού ο γερμανός υπουργός οικονομικών φέρεται να υπέδειξε στον αμερικανό συνάδελφό του να ασχοληθεί με το πρόβλημα του χρέους των ΗΠΑ και η Ευρώπη θα βρει λύση στα προβλήματά της.

Ο δεύτερος κρίσιμος παράγοντας που καθόρισε τις εξελίξεις είναι ο χρόνος.

Όταν έγινε ορατό, ότι η Ελλάδα κάποια στιγμή θα χάσει την πρόσβαση στις αγορές σε αποδεκτά επιτόκια, τις επιλογές πλέον τις καθόριζε ο περιορισμένος χρόνος μέχρι τη λήξη ενός ομολόγου ύψους 9 περίπου δις ευρώ στις 19 Μαΐου.

Ο χρόνος της δημοσιονομικής προσαρμογής για πολλούς που στάθηκαν κριτικά στο πρώτο μνημόνιο ήταν πολύ μικρός.

Πέντε χρόνια για να μειωθεί το έλλειμμα κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες. Αυτό οδήγησε σε βαθύτερη ύφεση δυσκολεύοντας την δημοσιονομική προσαρμογή. Αλλά μια πιο αργή δημοσιονομική προσαρμογή προϋπέθετε πιο πολλά χρήματα, που όμως δεν ήθελαν να δώσουν οι Ευρωπαίοι.

Οι διαρθρωτικές αλλαγές είναι αναγκαίες, αλλά θέλουν χρόνο για να αποδώσουν. Στο μεταξύ, το ΑΕΠ μειώνεται και η ανεργία αυξάνεται και μαζί της η κοινωνική αντίδραση.

Κάθε καθυστέρηση στην αξιολόγηση ανέβαζε το κόστος σε όρους χαμένου ΑΕΠ και περισσότερων μέτρων για τη χώρα.

Όσο απομακρύνεται το ενδεχόμενο έγκαιρης εξόδου στις αγορές, τόσο μειώνεται η αντοχή στα νέα μέτρα.

Η έλλειψη αίσθησης του ρόλου του χρόνου και του συγχρονισμού της πορείας της οικονομίας και των πολιτικών εξελίξεων οδήγησαν τελικά στο τρίτο μνημόνιο και τα νέα μέτρα του 2015.

Ο τρίτος παράγοντας είναι η αξιοπιστία των επιλογών.

Το πρώτο πρόγραμμα στηρίζονταν στην εκτίμηση ότι το πρόβλημα χρέους είναι πρόβλημα ρευστότητας.

Αμέσως μετά τις αποφάσεις στη Ντοβίλ κλονίστηκε η αξιοπιστία του, αφού πλέον οι αγορές συνυπολόγιζαν τον κίνδυνο του κουρέματος και άρχισαν να πουλάνε τα ελληνικά ομόλογα αλλά και των άλλων χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Παρά, λοιπόν, τις επιτυχίες στο δημοσιονομικό μέτωπο, το ενδεχόμενο εξόδου στις αγορές είχε πλέον απομακρυνθεί.

Ποια αξιοπιστία έχει ένα πρόγραμμα, όταν οι υπουργοί που το ψήφισαν και καλούνται να το εφαρμόσουν λένε ότι είναι καταστροφικό για τη χώρα αλλά δεν καταθέτουν εναλλακτική πρόταση έναντι της οποίας θα εξασφάλιζε η χώρα χρηματοδότηση;

Πόσο αξιόπιστο είναι ένα πρόγραμμα, όταν θέτει ως στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα 4,5% ή 3,5% του ΑΕΠ.

Η πόσο αξιόπιστο είναι ένα πρόγραμμα που προβλέπει αποκρατικοποιήσεις της τάξης των 50 δις.

Κλήθηκα σε μια τηλεοπτική συζήτηση να υπερασπιστώ την άποψη ότι το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων που θα απέδιδε 50 δις ευρώ είναι εφικτό.

Βρέθηκα αντιμέτωπος με το αφοπλιστικό ερώτημα του κ. Στ. Μάνου:

“κ. Σαχινίδη τι έσοδα είχε η χώρα από τις αποκρατικοποιήσεις πέρυσι;”

Η απάντηση μου ήταν «ελάχιστα».

«Πως λοιπόν σχεδιάζετε να εισπράξετε 50 δις» με ξαναρώτησε.

Για να απαντήσω ότι είναι ένας στόχος φιλόδοξος.

Εκ των υστέρων προβληματίστηκα για την αλληλεπίδραση του στόχου αυτού με τα αναγκαία πρωτογενή πλεονάσματα αλλά και την άσκηση βιωσιμότητας του χρέους.

Βέβαια, η αλήθεια είναι, ότι ο Παπακωνσταντίνου ποτέ δεν διανοήθηκε ως Υπουργός να δημιουργήσει ένα υπερταμείο στο οποίο θα περνούσαν σχεδόν όλα τα περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου με διάρκεια ζωής 99 χρόνων και με ξένη διοίκηση. Ούτε διανοήθηκε να επιτρέψει ή να διευκολύνει το πέρασμα της διοίκησης των τραπεζών σε ξένα κερδοσκοπικά ταμεία. Το ηθικό πλεονέκτημα για αυτές τις  επιλογές, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, το είχε μόνο η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Περνάνε όλες τις αποφάσεις από τη Βουλή –αποφάσεις που οι ίδιοι ως αντιπολίτευση καθ’ όλη την περίοδο των μνημονίων χαρακτήριζαν ως εξευτελιστικές ή προδοτικές- χωρίς την παραμικρή κοινωνική αντίδραση. Αυτό είναι ενδεικτικό του μεγέθους της ήττας του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ στη συνείδηση της κοινωνίας.

Τελευταία πολλοί στο εξωτερικό αλλά και στην Ελλάδα υποστηρίζουν ότι το μέγεθος της κρίσης και η διάρκειά της επηρεάστηκε καθοριστικά από τη συμμετοχή της χώρας στην ευρωζώνη. Στο στρατόπεδο των υποστηρικτών αυτής της άποψης ανήκουν αυτοί που πάντα ήταν κατά της συμμετοχής της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ.

Τελευταία όμως προσχωρούν και κάποιοι «νεοδραχμιστές» που λένε ότι αν είχαμε βγει από την ευρωζώνη η Ελλάδα θα είχε ξεπεράσει την κρίση. Παραβλέπουν όμως, ότι τα οφέλη για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση από μια υποτίμηση του εθνικού νομίσματος θα ήταν οριακά, αφού σε μεγάλο βαθμό ο μη εμπορεύσιμος τομέας της παραμένει κυρίαρχος.

Αντίθετα, το κόστος από τον πληθωρισμό που θα προκαλούσαν οι συνεχείς υποτιμήσεις του νομίσματος θα το πλήρωναν πρώτιστα οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι και οι άνεργοι.

Από την άλλη πλευρά, πρέπει κανείς να αναγνωρίσει ότι αν η Ελλάδα δεν είχε μπει στην ευρωζώνη ποτέ δεν θα έφτανε το χρέος της στο 129% του ΑΕΠ ή στα 300 δις. Γιατί οι διεθνείς αγορές ποτέ δεν δάνειζαν τόσο πολύ την Ελλάδα όσο είχε το εθνικό της νόμισμα.

Ούτε θα μπορούσε ποτέ η Ελλάδα να διατηρεί για μια σχεδόν δεκαετία τόσο υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Γιατί η δραχμή θα είχε δεχτεί σκληρές επιθέσεις. Όπως συνέβη τη δεκαετία του 1980 και του 1990 όταν το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ξεπερνούσε το 5-6% του ΑΕΠ και όχι το 14,5% του ΑΕΠ που έφτασε το 2008.

Τον συγγραφέα τον κατατρέχει όλα αυτά τα χρόνια το βάρος προβλέψεων που έκανε ως υπουργός ή αργότερα.

Τρεις θα ξεχωρίσω:

  1. «Δεν θα πάρω άλλα μέτρα».
  2. «Θα βγούμε στις αγορές μέχρι το 2012».
  3. «Όταν η Ελλάδα πάψει να είναι στις πρώτες σελίδες θα έχει λύσει τα προβλήματά της».

Οι εξελίξεις δεν τον δικαίωσαν.

Χρειάστηκε να πάρει και άλλα μέτρα. Όχι μόνος αυτός αλλά και όλοι οι υπουργοί Οικονομικών που τον διαδέχτηκαν.

Όταν το πρωτογενές έλλειμμα είναι 10% του ΑΕΠ και θέλεις να διαμορφώσεις συνθήκες σταθεροποίησης του χρέους άρα πρέπει να δημιουργήσεις  πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 4%-5% χρειάζονται πολλά και δύσκολα μέτρα.

Τόσο πολλά που καμία κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να τα υλοποιήσει μόνη της.

Επομένως, δεν είναι τυχαίο που χρειάστηκαν τέσσερις κυβερνήσεις και εννιά υπουργοί οικονομικών για να φτάσουμε σε πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 1% του ΑΕΠ.

Η χώρα δεν βγήκε τελικά στις αγορές, γιατί η συμφωνία των Μέρκελ και Σαρκοζί στη Ντοβίλ έδιωξε τους επενδυτές από τα ελληνικά ομόλογα.

Τέλος, η χώρα έφυγε από τα διεθνή πρωτοσέλιδα αλλά η κρίση παραμένει εδώ, γιατί όλοι υποεκτίμησαν το μέγεθος της και τις συνέπειες της και έτρεχαν να προλάβουν το τραίνο της εξουσίας υποσχόμενοι στους πολίτες τα ανέφικτα.

Παραγνωρίζοντας, όμως, ότι αν δεν γίνουν οι αναγκαίες αλλαγές για να κτυπηθεί το πελατειακό κράτος που μας οδήγησε ως εδώ, η κρίση θα παραμένει και θα κατατρώγει την χώρα και τους πολίτες.

Το βιβλίο διαβάζεται με μεγάλη ευκολία. Είναι εξαντλητικό σε ότι αφορά την παράθεση των δεδομένων που οδήγησαν στη λήψη των συγκεκριμένων αποφάσεων. Η περιγραφή κινείται γρήγορα και κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Έχει χαρακτηριστικά που ταιριάζουν σε λογοτεχνικό έργο.

Γιώργο, καλή συνέχεια και καλοτάξιδο το βιβλίο σου.

Translation of our article with G. Papaconstantinou in Kathimerini newspaper (11/9/2016)

The prosecution of the ex-statistics chief Andreas Georgiou for allegedly “inflating” the 2009 Greek fiscal deficit has opened once more the discussion on the true fiscal situation of the country in 2009. This discussion has haunted Greek politics since the beginning of the crisis. The anti-memorandum populism of the last six years was built on questioning the – officially certified by the Greek and European statistical agencies – figures for the exceptionally high fiscal deficit for 2009, the year before the country was forced to seek a bailout from the EU and the IMF.

The undersigned assumed in October 2009 respectively the functions of Finance Minister and Deputy Finance Minister with responsibility for the General Accounting Office (GAO). On October 9, two days after the swearing-in of the new government, we were informed by the then Governor of the Bank of Greece (BoG) that according to the most recent cash data available in the BoG, the state budget deficit in the January-September period was already over 10% of GDP. Based on such a dynamic, according to the official statement at the time of Mr. Provopoulos, «the deficit will reach, if not exceed, the level of 12%.»

These figures were also confirmed by the GAO services of the Finance Ministry in the state budget execution bulletins for the months of June, July and August. These monthly budget execution bulletins had been duly prepared by the services; however, by decision of the then political leadership they had never been made public. The reason? In August, a full four months before year-end, the fiscal deficit was already 21 billion euro (about 9% of GDP) when the budget targeted a deficit of only 9 billion euro for the whole of 2009. However, despite these figures, on October 2nd 2009, two days before the national election that brought PASOK to power, the New Democracy government formally notified to Eurostat data on a 6% of GDP annual deficit of (14 billion euro) and cumulative debt of 257 billion euro – when in June it had already climbed to 267 billion euro!

The report prepared by an independent committee of experts which was set up a few months later explains clearly what happened: «the data contained in the notification dated 2 October did not correspond to the information sent to the national statistics agency by the various services.» In other words, the New Democracy government not only completely derailed the fiscal situation of the country, but also hid this situation from Greek citizens and knowingly sent false information to our European partners. It is therefore preposterous for some to continue to maintain even today that the annual deficit could be somehow kept to single digits by the new government which took over in October 2009 or that the PASOK government «inflated» the budget figures to make them appear higher than they truly were.

Already by the end of September 2009, before the national election, the budget deficit (according to GAO data prepared at the time for the New Democracy government) stood at 23 billion, reaching 10% of GDP, and growing at over 1% each month. Pension funds such as those of IKA and OAEE required, according to the request submitted by their governors (appointed during the New Democracy period) to the new government in October, more than 1.5 billion euro of additional appropriations in order to be able to pay for pensions until the end of the year. Meanwhile, the New Democracy government had completely “omitted” to include in the budget appropriations of 1.5 billion euro which were nevertheless disbursed for the pension funds of the PPC and of OTE, as well as about 3 billion euro of various other expenditure overruns. And to this should be added arrears of hospital debts going back 4-5 years, totalling 6 billion, which also went unrecorded in the respective budgets (instead, the statistics agency had falsely declared to Eurostat that these debts amounted to just 2.2 billion euro). And of course, there was a corresponding shortfall in revenues: while the target revenue figure for the entire year in the 2009 budget was 62 billion, by September only 35 billion euro had been collected.

Unfortunately, as we now know, the 2009 deficit was even higher than the 12.7% of GDP estimated in the 2010 budget which was presented to parliament by the new PASOK government in November 2009. In April 2010, Eurostat and the – by now independent – statistics agency ELSTAT had revised it to 13.6% of GDP, while in October 2010, after an exhaustive audit of all fiscal accounts, to the final 15.4% of GDP (and correspondingly the 2008 deficit was revised up to 9.4% from just 5.6% of GDP which the New Democracy government had claimed).

It is in fact for this last revision from 13.6% to 15.4% which added 1.8 points of GDP to the deficit that Mr. Georgiou is being prosecuted. Half of that difference is accounted by including in overall deficit and debt figures the accounts of 17 loss-making public enterprises. (Here one might ask – apart from the obvious requirement to simply apply common European rules – what kind of logic suggests that the recurring deficit of a company such as OSE [the loss-making train operator] should not count towards the public deficit when it is in fact the taxpayer that funds it year after year?). But be that as it may, one thing is crystal clear: even while prosecuting Mr. Georgiou, the justice system does not challenge the 13.6% of GDP deficit figure on the basis of which Greece applied for its first bailout in May 2010 (a full three months before Mr. Georgiou took over at ELSTAT!) Those who are using the Georgiou case in order to support their lies over the last six years choose to ignore this simple but compelling truth.

In a nutshell: From a targeted deficit of 2% of GDP for 2009, as in the budget voted in December 2008, we ended up with a realised fiscal deficit above 15% of GDP, i.e. more than 13 percentage points of GDP higher in just one year. In absolute numbers, from a targeted deficit of about 5 billion euro, to a realised deficit of over 36 billion, an astonishing difference of 31 billion, equivalent to 12 times today’s unpopular ENFIA property tax in just one year! Similarly, public debt increased in 2009 by 36 billion euro, a fact confirmed (title by title) by all global electronic debt recording platforms. Thus, the total cumulative debt added by the New Democracy government and Mr. Karamanlis in the 2004-2009 period reached 120 billion euro, when in its entire modern history Greece had borrowed cumulatively from 1830 to 2004 a total of 180 billion euro…

Since 2010, the Greek parliament has voted six budgets based on these deficit and debt figures as they were certified by ELSTAT and Eurostat. The country has entered into the second and more recently the third memorandum based precisely on these figures. And the European Parliament in 2014 concluded that » the problematic situation of Greece was also due to statistical fraud in the years preceding the setting-up of the programme”. It defies belief that rather than investigating this statistical fraud, the Greek justice system has instead chosen to prosecute those who stopped the lying, recorded the true deficit and applied European rules.

Κοινό άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη και Γιώργου Παπακωνσταντίνου στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» Δημοσιεύθηκε την Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016

Η δίωξη κατά του πρώην προέδρου της ΕΛΣΤΑΤ Ανδρ. Γεωργίου έχει ανοίξει πάλι τη συζήτηση για την πραγματική δημοσιονομική κατάσταση της χώρας το 2009. Από την αρχή της κρίσης, είναι μια συζήτηση που στοιχειώνει την ελληνική πολιτική ζωή. Ο αντιμνημονιακός λαϊκισμός της περασμένης εξαετίας στήθηκε ακριβώς πάνω στην αμφισβήτηση της καταγεγραμμένης πλέον, από την ΕΛΣΤΑΤ, την Eurostat και όλους τους διεθνείς οργανισμούς, δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας πριν αναγκαστεί να προσφύγει σε μνημόνιο.

Οι υπογράφοντες, αναλάβαμε τον Οκτώβριο του 2009 αντίστοιχα υπουργός και υφυπουργός Οικονομικών αρμόδιος για το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Στις 9 Οκτωβρίου, δύο ημέρες μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης, ενημερωθήκαμε από τον τότε διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ότι με βάση τα τελευταία ταμειακά στοιχεία της ΤτΕ το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού στο διάστημα Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου ήταν ήδη πάνω από 10% του ΑΕΠ. Με αυτή τη δυναμική, σύμφωνα με τον κ. Προβόπουλο, «το έλλειμμα θα αγγίξει, αν δεν ξεπεράσει, τα επίπεδα του 12%».

Τα στοιχεία αυτά επιβεβαίωναν και οι υπηρεσίες του ΓΛΚ στα δελτία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού για τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο. Όμως αυτά με απόφαση της τότε πολιτικής ηγεσίας δεν είχαν ποτέ δημοσιευτεί. Ο λόγος; Τον Αύγουστο, ένα τετράμηνο πριν κλείσει η χρονιά, το έλλειμμα ήταν ήδη 21 δισ. ευρώ (περίπου 9% του ΑΕΠ), όταν η πρόβλεψη του προϋπολογισμού για όλο το 2009 ήταν έλλειμμα 9 δισ. ευρώ. Ωστόσο, παρά αυτά τα στοιχεία, στις 2 Οκτωβρίου, δύο ημέρες πριν από τις εκλογές, η τότε κυβέρνηση κοινοποίησε επισήμως στη Eurostat στοιχεία για ετήσιο έλλειμμα 6% του ΑΕΠ (14 δισ. ευρώ) και δημόσιο χρέος 257 δισ. – όταν τον Ιούνιο ήταν ήδη 267 δισ. ευρώ!

Το πόρισμα της ανεξάρτητης επιτροπής εμπειρογνωμόνων που συστήθηκε αργότερα εξηγεί με σαφήνεια τι συνέβη: «τα στοιχεία που περιλαμβάνονταν στη γνωστοποίηση της 2ας Οκτωβρίου δεν αντιστοιχούσαν στα στοιχεία που είχαν στείλει στην ΕΣΥΕ οι διάφοροι φορείς και υπηρεσίες». Η κυβέρνηση της Ν.Δ. όχι μόνο εκτροχίασε απολύτως τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, αλλά το έκρυψε παντελώς από τους Έλληνες πολίτες και εν γνώσει της έστελνε ψευδή στοιχεία στους Ευρωπαίους εταίρους. Συνιστά συνεπώς πρόκληση να ισχυρίζονται ακόμα κάποιοι ότι το ετήσιο έλλειμμα μπορούσε να κλείσει σε μονοψήφιο νούμερο ή ότι η νέα κυβέρνηση το «φούσκωσε».

Ήδη στα τέλη Σεπτεμβρίου 2009, το δημοσιονομικό έλλειμμα είχε διαμορφωθεί σε 23 δισ. ευρώ αγγίζοντας το 10% του ΑΕΠ, με ρυθμό αύξησης πάνω από 1% κάθε μήνα. Ασφαλιστικά ταμεία όπως το ΙΚΑ και ο ΟΑΕΕ χρειάζονταν, σύμφωνα με το αίτημα που υπέβαλαν οι (διορισμένοι επί Ν.Δ.) διοικητές τους στη νέα κυβέρνηση τον Οκτώβριο, άνω του 1,5 δισ. επιπλέον επιχορηγήσεις για συντάξεις μέχρι το τέλος του έτους, ενώ δεν είχαν προϋπολογιστεί επιχορηγήσεις 1,5 δισ. για τα ασφαλιστικά ταμεία της ΔΕΗ και του ΟΤΕ, αλλά και περίπου 3 δισ. άλλες υπερβάσεις δαπανών. Συν τα χρέη των νοσοκομείων 4-5 ετών, συνολικού ύψους 6 δισ., επίσης μη καταγεγραμμένα (ενώ η ΕΣΥΕ ψευδώς ενημέρωνε την Eurostat ότι οι οφειλές ανέρχονταν μόλις σε 2,2 δισ.). Και βέβαια, αντίστοιχη υστέρηση υπήρχε στα έσοδα: πρόβλεψη στον προϋπολογισμό για ετήσια έσοδα 62 δισ., εισπράξεις μέχρι τον Σεπτέμβριο 2009 μόλις 35 δισ.

Όλα αυτά τα στοιχεία κοινοποιήθηκαν στην Eurostat (είχε ήδη εκφράσει επιφυλάξεις για έλλειμμα 6%) και αποτυπώθηκαν με διαφάνεια στον προϋπολογισμό του 2010 τον Νοέμβριο του 2009, ο οποίος –κάτι που ξεχνούν πολλοί– προέβλεπε ήδη (πολύ πριν από το μνημόνιο) μείωση ελλείμματος 3,6 μονάδων για το επόμενο έτος. Ταυτόχρονα έγινε σημαντική προσπάθεια να συγκρατηθεί όσο γινόταν το έλλειμμα του 2009, ώστε να μην κλείσει ακόμα υψηλότερα (με συγκράτηση λειτουργικών δαπανών, διακοπή του μέτρου απόσυρσης, αύξηση τελών κυκλοφορίας, έκτακτη εισφορά στις πολύ κερδοφόρες επιχειρήσεις, μη ανανέωση συμβάσεων σε εργαζόμενους ορισμένου χρόνου κ.λπ.).

Δυστυχώς, όπως είναι γνωστό, το έλλειμμα του 2009 δεν ήταν τελικά 12,7% όπως εκτιμήθηκε στον προϋπολογισμό του 2010. Τον Απρίλιο του 2010 η Eurostat και η ανεξάρτητη πλέον ΕΛΣΤΑΤ το αναθεώρησαν σε 13,6% και τον Οκτώβριο του 2010, έπειτα από εντατικούς ελέγχους, σε 15,4% του ΑΕΠ (αλλά και το έλλειμμα του 2008 σε 9,4% από μόλις 5,6% που ισχυριζόταν η Ν.Δ.). Γι’ αυτή την τελευταία αναθεώρηση που προσέθεσε στο έλλειμμα 1,8 μονάδες του ΑΕΠ κατηγορείται ο κ. Γεωργίου, με αιχμή του δόρατος τη συμπερίληψη 17 ζημιογόνων δημόσιων φορέων (πέρα από την εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων, με ποια λογική δεν πρέπει να μετράει στο έλλειμμα ένας φορέας όπως ο ΟΣΕ του οποίου τα χρέη έχει αναλάβει ο Έλληνας φορολογούμενος εδώ και χρόνια;). Με άλλα λόγια, η δικαιοσύνη δεν αμφισβητεί το 13,6% έλλειμμα με βάση το οποίο η Ελλάδα προσέφυγε στον μηχανισμό στήριξης, κάτι που αποσιωπούν όσοι αναζητούν σανίδα σωτηρίας στη δίωξη Γεωργίου για όσα ψευδή έλεγαν τόσα χρόνια.

Από στόχο για έλλειμμα 2% του ΑΕΠ το 2009, όπως είχε καθοριστεί τον Δεκέμβριο του 2008, φτάσαμε σε πραγματικό έλλειμμα άνω του 15% του ΑΕΠ, απόκλιση πάνω από 13 μονάδες του ΑΕΠ σε έναν μόλις χρόνο. Σε απόλυτους αριθμούς, από προβλεπόμενο έλλειμμα περίπου 5 δισ. ευρώ, διαπιστωμένο έλλειμμα άνω των 36 δισ., ένας αδιανόητος εκτροχιασμός 31 δισ. ευρώ, ισοδύναμος με 12 ΕΝΦΙΑ σε ένα μόλις χρόνο!

Αντίστοιχα, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε το 2009 κατά 36 δισ. ευρώ. Και αυτό είναι επιβεβαιωμένο (τίτλο προς τίτλο) από όλες τις παγκόσμιες ηλεκτρονικές πλατφόρμες καταγραφής εκδόσεων δημοσίου χρέους. Έτσι, ο συνολικός λογαριασμός της Ν.Δ. στη χώρα την περίοδο 2004-2009 έφτασε τα 120 δισ. επιπρόσθετο χρέος, έναντι των 180 δισ. που είχε δανειστεί η χώρα σωρευτικά από το 1830 έως το 2004.

Από το 2010, η Βουλή έχει ψηφίσει 6 προϋπολογισμούς με βάση αυτά τα στοιχεία. Η χώρα έχει συνάψει το δεύτερο και πρόσφατα το τρίτο μνημόνιο με βάση αυτά ακριβώς τα στοιχεία. Το δε Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2014 κατέληξε ότι «η προβληματική κατάσταση της Ελλάδας οφειλόταν και στη στατιστική λαθροχειρία κατά τα έτη που προηγήθηκαν της κατάρτισης του προγράμματος».

Προκαλεί κατά συνέπεια, ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι, η δικαιοσύνη αντί να ερευνήσει το γεγονός αυτό ασχολείται αποκλειστικά με αυτούς που σταμάτησαν το κουκούλωμα, αποτύπωσαν το πραγματικό έλλειμμα και εφάρμοσαν τους ευρωπαϊκούς κανόνες.

Άρθρο στην Ημερησία

Η πρόσφατη ανακοίνωση της Ε.Ε. σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή ζητά από τις Ελληνικές Αρχές «να αντιμετωπίσουν ενεργά και δημόσια την εσφαλμένη εντύπωση ότι κατά την περίοδο 2010-2015 τα δημοσιονομικά στοιχεία που παρήχθησαν από την ΕΛΣΤΑΤ χειραγωγήθηκαν» καταρρίπτει εκκωφαντικά άλλον έναν αντιμνημονιακό μύθο που καλλιεργήθηκε με πρωτοβουλίες κομμάτων της Δεξιάς και της Αριστεράς.

Σύμφωνα με αυτόν η «διόγκωση» στη στατιστική απεικόνιση των ελλείμματος του 2009 από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ οδήγησε τη χώρα σε συνθήκες αναγκαστικού δανεισμού από τους θεσμικούς εταίρους καθώς το κόστος δανεισμού από τις αγορές έγινε ασύμφορο. Την άποψη αυτή υπερασπίζονται σήμερα με την ίδια ζέση στελέχη της ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ αλλά και κομματικά έντυπα όπως η Αυγή.

Το βασικό επιχείρημα της μυθοπλασίας αυτής είναι ότι η δημοσιονομική θέση της χώρας κατά το έτος 2009 που το δημόσιο χρέος έφτασε τα 300 δισ., δεν είχε ιδιαίτερα προβλήματα έτσι ώστε οι αγορές να πρέπει να επανεξετάσουν την στάση τους αν θα συνεχίζουν να δανείζουν την Ελλάδα ή όχι.

Υποστηρίζουν ?παραπέμποντας για τεκμηρίωση σε έντυπο που ετοίμασε ο τότε Υπουργός Οικονομικών της ΝΔ – ότι το έλλειμμα θα μπορούσε να είχε συγκρατηθεί στο 10%. Παραγνωρίζουν όμως ότι στο τέλος Σεπτεμβρίου το ταμειακό έλλειμμα όπως το δημοσιοποίησε η Τράπεζα της Ελλάδας ήταν ήδη στα 26 δισ. ή 10,5% του ΑΕΠ και αυξάνονταν πάνω από 1% του ΑΕΠ μηνιαίως.

Αυτοί λοιπόν που συνέπραξαν στην αύξηση του χρέους από 180 δισ. στα 300 δισ. μεταξύ 2004-2009 αντί να απολογηθούν που άφησαν αναξιοποίητους εννέα μήνες του 2009 για να ανακόψουν τη δυναμική του ελλείμματος ώστε να μην φτάσει στο 15,4% του ΑΕΠ σήμερα εγκαλούν τις επιλογές της τότε κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου κατηγορείται μόνο και μόνο γιατί απεικόνισε στους εθνικούς λογαριασμούς γνωστές δαπάνες ήδη εγγεγραμμένες στο δημόσιο χρέος και ήδη γνωστές στις αγορές, οι οποίες είχαν δανείσει τα κεφάλαια για την κάλυψή τους και ασφαλώς γνώριζαν το συνολικό δημοσιονομικό πορτρέτο.

Λες κι αν κρύβαμε αυτές τις δαπάνες οι αγορές θα «ξεχνούσαν» ότι μας είχαν δανείσει για την κάλυψή τους. Το έλλειμμα το «φούσκωσε» η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή. Η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου σταμάτησε το κουκούλωμα της καταγραφής του, μια πρακτική που είχε ήδη οδηγήσει σε διασυρμό της χώρας στην Ευρώπη.

Τέλος, υπάρχει το επιχείρημα ότι αν εφαρμόζονταν τα μέτρα που είχε ανακοινώσει η τότε κυβέρνηση της ΝΔ η χώρα θα είχε καταφέρει να συγκρατήσει το έλλειμμα πιο χαμηλά κοντά στο 10-12% του ΑΕΠ και θα απέφευγε το μνημόνιο.

Για να έμενε το έλλειμμα έστω στο 12% του ΑΕΠ, θα χρειαζόντουσαν μέτρα ύψους τουλάχιστον 8 δισ. ευρώ, περίπου 3 μονάδες του ΑΕΠ. Άρα, σύμφωνα με την προαναφερθείσα άποψη για να αποφύγουμε το μνημόνιο, έπρεπε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να μην πληρώσει για παράδειγμα μισθούς και συντάξεις του δημοσίου Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου ούτε και το Δώρο Χριστουγέννων αφού το ετήσιο μισθολογικό και συνταξιοδοτικό κόστος ήταν περίπου 25 δισ. ευρώ. Περικοπές που η ΝΔ δεν τόλμησε για εννιά μήνες λόγω ευρωεκλογών και που όταν ανακοινώθηκαν αργότερα από την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ τις κατήγγειλε από κοινού με το ΣΥΡΙΖΑ.

Αλλά ας υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ πετύχαινε να συγκρατήσει το έλλειμμα στο 11-12% του ΑΕΠ. Θα απέφευγε το μνημόνιο; Από την εμπειρία της Πορτογαλίας γνωρίζουμε πως όχι αφού μπήκε στο μνημόνιο με έλλειμμα 11%.

Αυτό που πραγματικά υπονόμευσε τη χώρα και περιόριζε τις επιλογές της νεοεκλεγείσας κυβέρνησης ήταν η διάρθρωση και το μέγεθος του χρέους. Καθώς ξέσπασε η διεθνής κρίση και άρχιζαν να ανεβαίνουν τα περιθώρια επιτοκίου από τα τέλη του 2008 η διάρκεια του νέου χρέους άρχισε να μειώνεται. Η κυβέρνηση της ΝΔ προσπαθούσε να συγκρατήσει το κόστος δανεισμού και δανειζόταν σε μικρότερες διάρκειες. Αποτέλεσμα οι δανειακές ανάγκες της διετίας 2010-2011 μόνο για τα τοκοχρεολύσια έφταναν τα 80 δισ. ή 37% του ΑΕΠ.

Επομένως δεν είναι άδολη η επιμονή της ΝΔ η συζήτηση να περιστρέφεται μόνο γύρω από το έλλειμμα του 2009 και όχι για το χρέος που είχε φτάσει το 2009 στο 127% του ΑΕΠ. Η Πορτογαλία μπήκε στο μνημόνιο με χρέος 96% του ΑΕΠ.

Τα μνημόνια λοιπόν τα έφερε το τεράστιο χρέος, το έλλειμμα αξιοπιστίας της χώρας και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, που έφτασε στο 14,5% του ΑΕΠ. Όλα αυτά τα δημιουργούσε το πελατειακό κράτος που οδηγούσε χρόνο με τον χρόνο στην αύξηση του εξωτερικού δημόσιου και ιδιωτικού χρέους.

Όσο λοιπόν η κυβέρνηση δεν προχωρά στις αναγκαίες αλλαγές που θα διαλύσουν το πελατειακό κράτος και θα αναμορφώσουν την οικονομία, η χώρα θα παραμένει βυθισμένη σε κρίση στερώντας κάθε προοπτική στους Έλληνες πολίτες.

Άρθρο στην Καθημερινή της 13 Αυγούστου 2016

Το τελευταίο διάστημα, με αφορμή την απόφαση του Αρείου Πάγου να αναιρέσει την απαλλαγή του πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ Ανδρέα Γεωργίου, επιχειρείται από πολιτικές δυνάμεις ανασκευή της ιστορίας της χώρας σε ό,τι αφορά τα αίτια που οδήγησαν στα μνημόνια.

Από την αντίδραση των κομμάτων γίνεται αντιληπτό ότι η συζήτηση για το αν το έλλειμμα του 2009 οδήγησε στο μνημόνιο ή όχι, δεν είναι μια υπόθεση που αφορά το παρελθόν. Αντιθέτως, είναι μέσο αμφισβήτησης της νέας ηγεσίας στη Ν.Δ. και ταυτόχρονα προσπάθεια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να νομιμοποιήσει πολιτικά το μνημόνιο που υπέγραψε.

Στελέχη της Ν.Δ. υποστηρίζουν ότι η χώρα μπήκε στο μνημόνιο γιατί το έλλειμμα του 2009 «φούσκωσε» από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και εγκαλούν τον αρχηγό τους γιατί δεν παίρνει θέση. Ο κ. Μητσοτάκης σιωπά, γιατί αντιλαμβάνεται ότι η αντιπαράθεση αυτή είναι θέμα υπαρξιακό για τον ίδιο. Διεκδίκησε την ηγεσία της Ν.Δ. ως υπέρμαχος της μεταρρυθμιστικής ατζέντας. Αν λοιπόν προσχωρήσει στην άποψη της εσωκομματικής αντιπολίτευσης μετατρέπει τη Ν.Δ. σε δεξιό ΣΥΡΙΖΑ. Σιωπώντας, όμως, ακυρώνεται ως μεταρρυθμιστής.

Η εκ νέου αποτίμηση, μέσω δικαστικών αποφάσεων, του έργου της κυβέρνησης Καραμανλή όπως επιδιώκεται από στελέχη της Ν.Δ. δεν μπορεί να αποκτήσει προοπτική γιατί η αποτυχία της δεν προκύπτει αποκλειστικά από τα ελλείμματα του 2008 και 2009 αλλά από το σύνολο των επιλογών της περιόδου 2004-2009.

Οι δημοσιονομικά ανερμάτιστες πολιτικές της Ν.Δ. σε περίοδο υψηλών θετικών ρυθμών ανάπτυξης ήταν αυτές που οδήγησαν στην αύξηση του χρέους από τα 180 δισ. το 2003 στα 300 δισ. το 2009. Οι δαπάνες για μισθούς αυξήθηκαν από 12,3 δισ. το 2003 σε 19,1 δισ. το 2009 και οι δαπάνες για συντάξεις του Δημοσίου από 3,5 δισ. σε 6,4 δισ. αντίστοιχα. Αυτό υπήρξε το συνδυαστικό αποτέλεσμα των μαζικών προσλήψεων στο Δημόσιο και των υπέρογκων αυξήσεων στους μισθούς και στις συντάξεις.

Το δεύτερο σφάλμα της διακυβέρνησης Καραμανλή υπήρξε η παντελής αδιαφορία για το διογκούμενο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο από το 5,7% του ΑΕΠ το 2003 έφτασε στο 14,5% του ΑΕΠ το 2007. Αναρωτήθηκε ποτέ η κυβέρνηση Καραμανλή πώς διορθώνεται μια τόσο μεγάλη μακροοικονομική ανισορροπία όταν δεν έχεις διαθέσιμο το όπλο της υποτίμησης; Από τις επιλογές της προκύπτει πως όχι.

Αυτές οι μακροοικονομικές ανισορροπίες, αποτέλεσμα του πελατειακού κράτους, οδήγησαν τις αγορές να σταματήσουν να χρηματοδοτούν την Ελλάδα όπως και το έλλειμμα αξιοπιστίας λόγω των πλαστών στοιχείων που έστελνε η κυβέρνηση της Ν.Δ. στη Eurostat, όπως επισημαίνεται άλλωστε σε έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την τρόικα. Έτσι, η χώρα κατέφυγε στα μνημόνια.

Σε ό,τι αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, η απόφαση του Αρείου Πάγου επικροτήθηκε από υπουργό που έσπευσε να προκαταλάβει τις δικαστικές αποφάσεις και να καταδικάσει τον κ. Γεωργίου ως υπεύθυνο για το μνημόνιο, παραβλέποντας ότι ανέλαβε καθήκοντα τρεις μήνες μετά την υπογραφή του.

Η υπόθεση της ΕΛΣΤΑΤ αναζωπυρώνει τις διαιρέσεις που προκάλεσε στην πολιτική ζωή της χώρας το μνημόνιο. Η σκληρή αντιπολίτευση της Ν.Δ. της αντιμνημονιακής περιόδου ύφανε τον καμβά για την πολιτική νομιμοποίηση πολιτικών δυνάμεων από την άκρα δεξιά μέχρι την άκρα αριστερά, που υποστήριξαν ότι υπάρχουν λύσεις πέρα από το μνημόνιο. Αυτό όμως που διαπίστωσαν όλοι μόλις έλαβαν εντολή διακυβέρνησης είναι οι περιορισμένες επιλογές που υπήρχαν για τη χώρα, και γι’ αυτό υποχρεώθηκαν σε αναθεώρηση πολιτικής. Η επιλογή τους όμως ως αντιπολίτευσης να πολώσουν την κοινωνία εμπόδισε τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας να διασφαλίσουν συναινέσεις και να προχωρήσουν στις αναγκαίες αλλαγές για να χτυπηθεί το πελατειακό κράτος. Ετσι, είμαστε η μόνη χώρα σε μνημόνιο.

Η υπόθεση Γεωργίου για τον ΣΥΡΙΖΑ παρέχει την ευκαιρία να χαραχτεί μια νέα αφήγηση. Ότι τα λάθη του πρώτου μνημονίου οδήγησαν στο δεύτερο και αυτό στο τρίτο, που αναγκαστικά υπέγραψε. Στόχος του ΣΥΡΙΖΑ να παραμείνει το ισχυρότερο κόμμα στον χώρο που οριοθετείται αριστερά της Ν.Δ. Αυτό προϋποθέτει ότι οι δυνάμεις της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας δεν θα βρουν κοινό βηματισμό. Οι δυνάμεις αυτές για πρώτη φορά ύστερα από καιρό βρέθηκαν να έχουν ενιαία αφήγηση και να υπερασπίζονται την άποψη πως η χώρα μπήκε στα μνημόνια και παραμένει σε αυτά γιατί δεν προχώρησαν με την αναγκαία ταχύτητα οι αλλαγές που θα διέλυαν το πελατειακό κράτος που μας οδήγησε στην κρίση.

Σήμερα οι δυνάμεις αυτές εκπροσωπούν μιαν άλλη αντίληψη για την πορεία της χώρας. Παρά τις ιδεολογικές διαφορές από κοινού με φωνές από τη μεταρρυθμιστική αριστερά και τη φιλελεύθερη δεξιά, εκφράζουν την ανάγκη να υπερασπιστούμε την ανοικτή κοινωνία και τις κατακτήσεις της που κινδυνεύει από όσους στη Δεξιά και στην Αριστερά ονειρεύονται τη συντήρηση του πελατειακού κράτους και το πέρασμα σε μια κλειστή, ξενοφοβική και οπισθοδρομική κοινωνία.

Αρθρο μου στην Καθημερινή 24/7/2016

Πρόσφατα η κυβέρνηση ανακοίνωσε την πρόθεσή της να προχωρήσει σε αναθεώρηση του Συντάγματος. Από τις πρώτες τοποθετήσεις της προκύπτει ότι την πρωτοβουλία αυτή υπαγορεύουν πολιτικές σκοπιμότητες στον αντίποδα των πραγματικών αναγκών της χώρας για ουσιαστικές μεταβολές στη λειτουργία των θεσμών αλλά και του πολιτικού συστήματος.

Η παραπάνω διαπίστωση δεν αναιρεί τα οφέλη διαλόγου σχετικά με την ανάγκη ή όχι εμπλουτισμού του Συντάγματος με διατάξεις που θα οριοθετούν αυστηρότερα το πλαίσιο άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής ώστε να αποφύγουμε τα όσα μας οδήγησαν στην κατάρρευση του 2009.

Ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός της περιόδου 2007-2009, που οδήγησε στην απώλεια πρόσβασης στις αγορές και στον δανεισμό με μνημόνια, έφερε την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών αντιμέτωπη με πρωτοφανείς προκλήσεις στην προσπάθεια αποκατάστασης της δημοσιονομικής ισορροπίας.

Για να επιτευχθεί η δημοσιονομική προσαρμογή, η χώρα δεσμεύτηκε να μειώσει το έλλειμμα κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σε βάθος πενταετίας. Η στόχευση αυτή, για να επιτευχθεί, προϋπέθετε σημαντικές περικοπές στους μισθούς και τις συντάξεις, αν ληφθεί υπόψη ότι το 2009 αυτές οι δύο κατηγορίες δαπανών αποτελούσαν πάνω από το 80% των πρωτογενών δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού.

Ετσι, η δημοσιονομική προσαρμογή οδήγησε σε δύσκολες επιλογές που επηρέασαν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αλλά ήταν αναγκαίες προκειμένου να αποκατασταθεί η ισορροπία στα δημόσια οικονομικά και η χώρα να εισέλθει σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης.

Οι αποφάσεις για περικοπές μισθών και συντάξεων σε εφαρμογή του δευτέρου μνημονίου αμφισβητήθηκαν από τα δικαστήρια ως αντισυνταγματικές ανατρέποντας την ακολουθούμενη οικονομική πολιτική.

Ταυτόχρονα, η υποχρέωση αποκατάστασης μισθών και συντάξεων περιόρισε σημαντικά τον βαθμό ελευθερίας της εκτελεστικής εξουσίας στην επίτευξη του στόχου για δημοσιονομική ισορροπία.

Οι εγγυήσεις, όμως, που παρέχει το Σύνταγμα για τις συντάξεις ή τους μισθούς καμία ουσιαστική αξία δεν έχουν, αν το κράτος δεν διαθέτει τους αναγκαίους πόρους για να χρηματοδοτεί το ασφαλιστικό σύστημα ή να πληρώνει τους μισθούς. Η ένδεια πόρων του ασφαλιστικού συστήματος και του προϋπολογισμού οδήγησε στις περικοπές και όχι κάποια σκληρόκαρδη και ταξική διαχείριση ενός φανταστικού και γεμάτου δημοσίου ταμείου.

Με αφορμή λοιπόν την εμπειρία που αποκομίσαμε από την κρίση και την έναρξη της συζήτησης για αναθεώρηση του Συντάγματος, έχει διατυπωθεί η πρόταση να ενσωματωθεί στο Σύνταγμα το Δημοσιονομικό Σύμφωνο. Σχετική συζήτηση έγινε και στην υπόλοιπη Ευρώπη αναφορικά με τα οφέλη από μια τέτοια ενσωμάτωση στα εθνικά Συντάγματα.

Το Δημοσιονομικό Σύμφωνο είναι ήδη νόμος του κράτους από το 2012. Εχω τη γνώμη ότι η ενσωμάτωσή του στο Σύνταγμα δεν θα ήταν ικανή εγγύηση για να μπει η χώρα στο μονοπάτι της ενάρετης δημοσιονομικής πολιτικής.

Η αδυναμία της Ελλάδας και του πολιτικού της δυναμικού διαχρονικά να ελέγξει τα δημόσια οικονομικά είναι παθογένεια που τη χαρακτηρίζει από τη συγκρότηση της.

Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι η Ελλάδα είναι μια από τις λίγες ευρωπαϊκές χώρες που έχει τόσο πλούσιο ιστορικό χρεοκοπιών και υπερπληθωρισμού. Ολα αυτά, παρά την πρόβλεψη που υπάρχει ήδη από το Σύνταγμα του 1844 και διατηρείται σε όλα τα μεταγενέστερα Συντάγματα, ότι οι μισθοί του Δημοσίου και οι συντάξεις παρέχονται μόνο με νόμο που ψηφίζει η Βουλή (και όχι με δικαστικές αποφάσεις) και δεν χορηγούνται αν δεν έχει εγγραφεί στον προϋπολογισμό η σχετική δαπάνη.

Επομένως, ο κίνδυνος που εμφιλοχωρεί σε περίπτωση ενσωμάτωσης του Δημοσιονομικού Συμφώνου, ή ακόμη και του Μηχανισμού Αυτόματης Δημοσιονομικής Προσαρμογής που πρόσφατα έγινε νόμος του κράτους, είναι να ακυρωθούν στην πράξη οι νέες διατάξεις, μέσω συστηματικών παραβιάσεων, και να συνεχιστεί η απαξίωση του Συντάγματος.

Θεωρώ πως είναι πιο ασφαλές να περιληφθεί στο Σύνταγμα η Αρχή της Αλληλεγγύης των Γενεών και τα όριά της. Η ρητή συνταγματοποίηση της αρχής αυτής θα λειτουργεί συνεχώς ως υπόμνηση τόσο προς τη Βουλή και την κυβέρνηση όσο και προς τη δικαστική λειτουργία, ότι οι αποφάσεις τους θα πρέπει να σέβονται τα δικαιώματα των μελλοντικών γενεών και ότι ιδίως όταν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, όπως οι παρούσες, δεν επιτρέπεται να τις βαρύνουν με δημοσιονομικό φορτίο που υπερβαίνει τα βιώσιμα όρια ενός μέλλοντος, που διαρκώς γίνεται και πιο απρόβλεπτο.

Συνέντευξη Φίλιππου Σαχινίδη στην ιστοσελίδα «Euro2day» και στο δημοσιογράφο Γιώργο Φλώκα

Πριν λίγο καιρό είχατε αναφερθεί στην ύπαρξη απόρρητης έκθεσης της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία προειδοποιούσε για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό του 2009. Θέλετε να μας μιλήσετε γι’ αυτή;

Τον Οκτώβριο του 2009, αμέσως μετά τις εκλογές, έπρεπε να ετοιμάσουμε  τον Προϋπολογισμό του 2010. Από την ενημέρωση που είχαμε από τον Διοικητή της ΤτΕ το ταμειακό έλλειμμα τον Σεπτέμβριο ήταν ήδη στο 10% του ΑΕΠ. Κατά την εκτίμησή του, που διατυπώθηκε δημόσια αμέσως μετά τις εκλογές, με βάση την πορεία του ταμειακού ελλείμματος το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης του 2009 είχε δυναμική τουλάχιστον προς το 12% του ΑΕΠ.

Στην έκθεση της ΤτΕ που αναφέρεστε υπήρχε η εκτίμηση ότι το ταμειακό έλλειμμα που παρακολουθεί η ΤτΕ μπορεί να έκλεινε στο 15% του ΑΕΠ. Στα δε συμπεράσματα η έκθεση έλεγε μεταξύ άλλων τα εξής:

 «Τέλος με βάση τις ως άνω εξελίξεις και προοπτικές, τα στοιχεία που γνωστοποιήθηκαν στις 30 Σεπτεμβρίου 2009 στη Eurostat για το έλλειμμα και το χρέος της γενικής κυβέρνησης (5,9% του ΑΕΠ και 105,5% του ΑΕΠ αντίστοιχα) είναι εκτός πραγματικότητας».

Στο προϋπολογισμό του 2010 εκτιμήσαμε ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης του 2009 θα έκλεινε στο 12,7% του ΑΕΠ. Ένα χρόνο αργότερα και με τις αναθεωρήσεις των στατιστικών στοιχείων η Eurostat ανακοίνωσε ότι τελικά έκλεισε στο 15,3%.

Έχουν περάσει επτά χρόνια από το δημοσιονομικό εκτροχιασμό του 2009, που οδήγησε στον αναγκαστικό δανεισμό το 2010. Έχουν υπογραφεί τρία μνημόνια, δεν εφαρμόστηκε καμία πρόταση από όσες προτάθηκαν ως εναλλακτικές στα μνημόνια όπως τα Ζάππεια ή η διαγραφή χρέους-πρόγραμμα Θεσσαλονίκης και πολλοί εξακολουθούν να επιμένουν ότι το πρόβλημα οφείλεται στους πυροσβέστες και όχι στους εμπρηστές.

Με λίγα λόγια το 2009 κύλησαν εννέα μήνες κυβέρνησης ΝΔ χωρίς καμία προσπάθεια συγκράτησης του ελλείμματος, απέκρυψαν την πραγματική εικόνα από τους ευρωπαίους και στο εσωτερικό της χώρας αφήνοντας μεταξύ άλλων αχαρτογράφητα 6 δις χρέη των νοσοκομείων, είχαν φτάσει το χρέος σε μια πενταετία στα 290 δις, και στη δημόσια αφήγηση ελέγχεται η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ που εκλέχτηκε τον Οκτώβριο γιατί δεν πήρε μέτρα τουλάχιστον 8 δις για τους δύο μήνες Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2009.

Αντιλαμβάνομαι λοιπόν ότι η αφήγηση ότι στα μνημόνια πήγαμε γιατί αποκαλύφθηκαν τα πλαστά στατιστικά στοιχεία όπως επισημαίνει η έκθεση του ευρωκοινοβουλίου για την Τρόικα ή ότι «διογκώθηκε» το έλλειμμα από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ εξυπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες τόσο από την πλευρά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που στηρίζεται στην Καραμανλική δεξιά όσο και από την πλευρά της ΝΔ. Γιατί και οι δύο θέλουν να εξουδετερώσουν τον χώρο της δημοκρατικής παράταξης και να συνεχιστεί ο δικομματισμός αλλά τώρα με ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ.

 Γιατί οι ελληνικές κυβερνήσεις και τα κόμματα εξουσίας δεν λάμβαναν υπόψη τις επισημάνσεις στις ετήσιες εκθέσεις του ΔΝΤ για την Ελλάδα που προειδοποιούσε για τις μεγάλες ανισορροπίες της ελληνικής οικονομίας πριν την οικονομική κρίση;

Θεωρώ ότι η ελληνική εμπειρία επιβεβαιώνει την αποτυχία:

Α) Των θεσμών στο εσωτερικό της χώρας να αντιδράσουν έγκαιρα στα μηνύματα που ερχόταν από το μέτωπο της οικονομίας. Οι κυβερνήσεις περισσότερο αλλά και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, η οικονομική ελίτ και οι οικονομικοί εταίροι δεν κατάλαβαν ότι με τη συμμετοχή στο ευρώ και την εκδήλωση της παγκοσμιοποίησης οι κανόνες του παιχνιδιού άλλαξαν και επομένως έπρεπε να αλλάξουν και αυτοί συμπεριφορές και επιλογές. Έτσι, η κυβέρνηση της ΝΔ αντί να λάβει μέτρα την άνοιξη ή το καλοκαίρι του 2009 ζητούσε από το ΔΝΤ να μεταθέσει τη δημοσιοποίηση των δύο εκθέσεων του για τον Αύγουστο του 2009 γιατί είχε πάρει την απόφαση να αποδράσει με εκλογές.

Β) Των ευρωπαϊκών μηχανισμών παρακολούθησης μακροοικονομικών εξελίξεων στις χώρες της ευρωζώνης. Ακόμη δεν μπορώ να εξηγήσω με ποια λογική η Ε.Ε. του κ. Μπαρόζο έβγαλε τη χώρα από την επιτήρηση το 2007 και διευκόλυνε την κυβέρνηση της Ν.Δ να κάνει εκλογές με το επιχείρημα ότι ολοκλήρωσε τη δημοσιονομική προσαρμογή. Για να επανέλθει η Ε.Ε. ένα χρόνο περίπου αργότερα και να θέσει την Ελλάδα ξανά σε επιτήρηση.

Το 2007 το έλλειμμα στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών ήταν περίπου 15% του ΑΕΠ. Αναρωτήθηκαν στην Ε.Ε. ή στην ΕΚΤ πως διορθώνεται μια μακροοικονομική ανισορροπία αυτής της τάξης από μια χώρα μέλος νομισματικής ένωσης που δεν διαθέτει το εργαλείο της υποτίμησης;

Μόνο εργαλείο προσαρμογής για χώρα μέλος της ΟΝΕ είναι η εσωτερική υποτίμηση που σημαίνει αποπληθωρισμό, βαθειά ύφεση και ψηλή ανεργία. Γιατί λοιπόν έβγαλαν την Ελλάδα από την επιτήρηση και δεν την κάλεσαν να διορθώσει τις ανισορροπίες της; Προφανώς γιατί υπήρχαν ιδεολογικές συγκλίσεις που οδήγησαν σε πολιτικές συμφωνίες μεταξύ Μπαρόζο και Κ. Καραμανλή.

Γ) Των αγορών οι οποίες μέχρι την εκδήλωση της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης το 2008 δάνειζαν την Ελλάδα με όρους ανάλογους με τη Γερμανία.

Γιατί πριν τις εκλογές του 2009, το ΠΑΣΟΚ υποστήριζε την εφαρμογή μιας επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής για να καταπολεμηθεί η ύφεση;  Μήπως είχε υποτιμηθεί ο ρόλος και η σημασία του υψηλού ελληνικού δημοσίου χρέους;

Όπως ανέφερα ο ρόλος του εμφανούς αλλά και του αφανούς ελληνικού χρέους είχε υποτιμηθεί από τις αγορές. Η Ελλάδα πάλι αντί να συμπεριφερθεί με σύνεση και να απομειώσει το χρέος της μετά την ένταξη στην ΟΝΕ με δημιουργία πλεονασμάτων, δεδομένου ότι είχε ψηλούς θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης μέχρι το 2008, δημιουργούσε συνέχεια ελλείμματα και τροφοδοτούσε το χρέος. Έτσι η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή πέτυχε σε μια πενταετία να αυξήσει το χρέος από τα 180 δις στα 290 δις.

Στις εκλογές του 2009 το πρόγραμμα που παρουσίασε το ΠΑΣΟΚ δεν είχε καμία σχέση με το πάρτι της τριετίας 2007-2009 το οποίο τελικά δεν απέτρεψε την ύφεση που εμφανίστηκε -όπως μάθαμε εκ των υστέρων- το 2008. Το ΠΑΣΟΚ παρουσίασε προεκλογικά ένα πρόγραμμα ύψους 1% του ΑΕΠ που αφορούσε κυρίως την Παιδεία, Υγεία και τις επενδύσεις και το οποίο δεν εφάρμοσε αφού υποχρεώθηκε να προχωρήσει στη μεγαλύτερη δημοσιονομική προσαρμογή που έγινε ποτέ σε χώρα του ΟΟΣΑ.

Το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι η μόνη από τις τέσσερις χώρες που υπέγραψαν μνημόνια και παραμένει σε αυτά οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι ακόμη δεν υπάρχει ενιαία αφήγηση για το πώς φτάσαμε στην κρίση. Όταν όλοι συμφωνήσουμε ότι στην κρίση μας οδήγησε η μεγάλη απώλεια ανταγωνιστικότητας μεταξύ 2001-2009 και ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός της περιόδου 2007-2009 τότε ίσως πλησιάσουμε στην συγκρότηση εθνικής πρότασης εξόδου από την κρίση και τα μνημόνια.

Έχετε υποστηρίξει πολλές φορές την ανάγκη για αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου της Ελλάδας με μείωση της κατανάλωσης και αύξηση των επενδύσεων και των εξαγωγών ως προς το ΑΕΠ. Ομως, πόσο ρεαλιστικό είναι να περιμένει κάποιος μια τέτοια αλλαγή μοντέλου με την κατανάλωση να υποχωρεί σχετικά λίγο ως προς το ΑΕΠ παρά την πρωτοφανή κρίση;

Ο ελληνικός καπιταλισμός κατέρρευσε γιατί με το προηγούμενο παραγωγικό πρότυπο δεν μπορούσε να ενταχθεί ανταγωνιστικά στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Η ανάπτυξη στηρίζονταν στην κατανάλωση που χρηματοδοτούσε ο ιδιωτικός και ο δημόσιος δανεισμός. Όταν χάθηκε η πρόσβαση στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων αποκαλύφθηκε πόσο σαθρά ήταν τα θεμέλια της οικονομίας και ιδιαίτερα της κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας μηδενικού ρίσκου.

Για να ενταχθούμε ξανά στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας με όρους ανταγωνιστικούς χρειάζεται να αλλάξει το παραγωγικό πρότυπο και να αποκτήσει η χώρα επιχειρηματικότητα που θα αναλαμβάνει ρίσκο. Θα επενδύει στον εξωστρεφή τομέα της οικονομίας, χρησιμοποιώντας για τις επενδύσεις κυρίως δικά της κεφάλαια. Γιατί η στρόφιγγα των τραπεζών έχει κλείσει και θα παραμείνει σφικτή μέχρι οι τράπεζες να εξυγιάνουν τα χαρτοφυλάκια τους και να αποκτήσουν νέες καταθέσεις.

Παρακολουθώντας τους οικονομικούς δείκτες διαπιστώνουμε ότι η αναδιάρθρωση της οικονομίας έχει ξεκινήσει. Γίνεται όμως με πολύ αργούς ρυθμούς για αυτό η ύφεση βάθυνε τόσο πολύ και οδήγησε στην καταστροφή 1 εκατ. θέσεων εργασίας. Προφανώς ευθύνη της κυβέρνησης είναι να επιταχύνει αυτή την διαδικασία αναδιάρθρωσης της οικονομίας. Αυτό είναι το ιστορικό της καθήκον. Μέχρι τώρα δεν δείχνει να έχει συνειδητοποιήσει ότι αυτή πρέπει να είναι μια από τις προτεραιότητες της.

Σε ότι αφορά την επισήμανση σας ότι η κατανάλωση παραμένει στα προ κρίσης επίπεδα αυτό ίσως να οφείλεται περισσότερο στο ότι η ανάκαμψη στον τουρισμό να ήταν ισχυρότερη από όσο εκτιμούσαμε μέχρι τώρα και επίσης ότι ένα τμήμα της παραοικονομίας καταγράφεται πλέον επίσημα στα στατιστικά στοιχεία, παρά στο ότι η οικονομία παραμένει με τα χαρακτηριστικά που είχε πριν την κρίση.

Συμμερίζεστε την κυβερνητική αισιοδοξία ότι η οικονομία θα επανέλθει σε βιώσιμους, υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια; Μπορείτε να εξηγήσετε την θέση σας;

Προϋπόθεση για να περάσει η Ελλάδα σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης είναι η πολιτική και οικονομική σταθερότητα. Έτσι, θα απομακρυνθεί οριστικά και αμετάκλητα ο κίνδυνος του Grexit και θα μπορεί η χώρα να παλέψει για ένα επενδυτικό σοκ που έχει ανάγκη. Δυστυχώς από τη «δημιουργική καταστροφή» του Σουμπέτερ ο ελληνικός καπιταλισμός για εννέα χρόνια βιώνει μόνο την καταστροφή του παραγωγικού ιστού. Για να περάσουμε στο δημιουργικό τμήμα της διαδικασίας της δημιουργικής καταστροφής που περιέγραψε ο μεγάλος αυτός οικονομολόγος η χώρα χρειάζεται ιδιωτικές επενδύσεις στον εξωστρεφή και ανταγωνιστικό τομέα της οικονομίας που θα ξεπεράσουν τα 60 δις στην επόμενη τριετία.

Αυτή είναι η αναγκαία προϋπόθεση για να μπορέσει η χώρα να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της ανεργίας και των μεγάλων ανισοτήτων που προκάλεσε η βαθειά ύφεση.

 Είναι το ντιλ για την διευθέτηση του χρέους που συμφώνησε η κυβέρνηση με τους Ευρωπαίους εταίρους-δανειστές  ικανοποιητικό κατά την άποψή σας;

Για να επωφεληθεί η χώρα από την απόφαση των ευρωπαίων εταίρων για το χρέος πρέπει να συντρέξουν ταυτόχρονα δυο προϋποθέσεις: α) να οριστικοποιηθούν οι αποφάσεις για το χρέος και να παρουσιαστεί ο πλήρης οδικός χάρτης της αναδιάρθρωσης του πριν το 2018 και β) να μειωθεί άμεσα ο στόχος για το πρωτογενές αποτέλεσμα στο 1,5%-2,5% του ΑΕΠ και όχι μετά το 2018. Αυτές οι αποφάσεις θα δημιουργήσουν ένα θετικό κλίμα στους επενδυτές και θα κινητοποιήσουν κεφάλαια που τόσο ανάγκη έχει η χώρα.

Βλέπετε την Ελλάδα να επιστρέφει  στις αγορές το 2017, όπως έχει διαμηνύσει η κυβέρνηση ή όχι.

Η χώρα είχε διαμορφώσει τις αναγκαίες αλλά όχι ικανές -όπως φάνηκε εκ του αποτελέσματος- προϋποθέσεις για έξοδο στις αγορές από το 2014. Δυστυχώς, η κυβέρνηση Σαμαρά αντί να ολοκληρώσει την πέμπτη αξιολόγηση του δεύτερου προγράμματος ως όφειλε και να οδηγήσει τη χώρα στις αγορές, επέλεξε μετά τις ευρωεκλογές του 2014 τη στρατηγική της αριστερής παρένθεσης.

Τελικά, η χώρα μετά τους ανερμάτιστους πειραματισμούς της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ του 2015 βίωσε τη μαζική εκροή καταθέσεων, το κλείσιμο τραπεζών, την επιβολή capital controls, την απομάκρυνση του ενδεχόμενου σύντομης εξόδου στις αγορές και οδηγήθηκε στην υπογραφή του τρίτου μνημονίου.

Το αν θα βγούμε την επόμενη χρονιά στις αγορές σε πολύ μεγάλο βαθμό εξαρτάται από την ίδια την κυβέρνηση και τη συνέπεια της στην εφαρμογή του μνημονίου που διαπραγματεύτηκε και υπέγραψε. Θα εξαρτηθεί από την ταχύτητα με την οποία θα προωθήσει τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η χώρα στην Δικαιοσύνη, Παιδεία, Δημόσια Διοίκηση, την αγορά αγαθών για να κτυπηθούν οι μονοπωλιακές ή ολιγοπωλιακές συνθήκες αλλά και στη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος φιλικού προς την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων. Η ρητορική αλλά και η πρακτική της κυβέρνησης μέχρι στιγμής δεν είναι προς την κατεύθυνση των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων για να επιταχυνθεί η έξοδος στις αγορές.

Συνέντευξη Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «Η ΕΡΕΥΝΑ» των Τρικάλων και στον δημοσιογράφο Βασίλη Κόγια Δημοσιεύθηκε την Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

κ. Σαχινίδη που θεωρείτε πως βρίσκετε η χώρα αυτή την στιγμή; Πηγαίνουμε προς μία επανεκκίνηση της οικονομίας ή συνεχίζουμε σε μία κατάσταση που έχει χαρακτηριστεί και ως στασιμοχρεοκοπία;

Η Ελλάδα τον Αύγουστο του 2015 κοντοστάθηκε πάνω από τον γκρεμό στον οποίο οδηγήθηκε από την ανερμάτιστη διαπραγματευτική επιλογή της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και την τελευταία στιγμή έκανε ένα βήμα πίσω.

Η κυβέρνηση τελικά υπέγραψε το τρίτο μνημόνιο με το οποίο εξασφάλισε τη χρηματοδότηση της χώρας για μια τριετία και απομάκρυνε τον εφιάλτη της χρεοκοπίας. Όλα αυτά όμως είχαν τεράστιο κόστος σε βάρος της οικονομίας αφού, μεταξύ άλλων, υποχρεώθηκε να κλείσει τις τράπεζες και να επιβάλλει τα Capital Controls. Έτσι, η οικονομία βυθίστηκε ξανά στην ύφεση, η ανεργία παρέμεινε σε ποσοστά άνω του 25% και οι κοινωνικοί δείκτες συνεχίζουν να χειροτερεύουν.

Η ολοκλήρωση εκ μέρους της κυβέρνησης των δεσμεύσεων που είχε αναλάβει και το κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης όπως και η εκταμίευση απομάκρυναν την αβεβαιότητα που λειτουργούσε αρνητικά για την οικονομία.

Αυτή η εξέλιξη στο βαθμό που σηματοδοτεί την οριστική και αμετάκλητη ρήξη των κυβερνητικών εταίρων με το αντιμνημονιακό τους παρελθόν και υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδευτούν από την επιτάχυνση στην εφαρμογή αναγκαίων μεταρρυθμίσεων που θα μετασχηματίσουν την οικονομία σε ανταγωνιστική και εξωστρεφή τότε θα μπορούσαν να είναι η απαρχή της εξόδου της οικονομίας από την ύφεση στην οποία βυθίστηκε από το 2008.

Θεωρείται πως βρισκόμαστε κοντά σε μία διευθέτηση του χρέους ή θα χρειαστούν νέες δεσμεύσεις από την ελληνική πλευρά στο άμεσο μέλλον;

Πιστεύω ότι η χώρα έχει ανάγκη από μια οριστική απόφαση και δημοσιοποίηση του οδικού χάρτη για την διευθέτηση του χρέους πριν από το 2018. Αυτή θα πρέπει να συνοδευτεί και από μια απόφαση για μείωση του στόχου για το πρωτογενές αποτέλεσμα στο 1,5%-2% του ΑΕΠ για να μπορέσει να αναπνεύσει η οικονομία. Η Ελλάδα από την πλευρά της θα αναλάβει να προωθήσει άμεσα σειρά μεταρρυθμίσεων στην παιδεία, δικαιοσύνη, αγορά προϊόντων, τρόπο λειτουργίας πολιτικού συστήματος.

Ο χώρος της Κεντροαριστεράς ορίζεται από μία πολυδιάσπαση τα τελευταία χρόνια. Θεωρείται πως υπάρχουν οι προϋποθέσεις, ώστε να υπάρξει μία ενωμένη πορεία και αν ναι, είναι αυτή η τελευταία ευκαιρία για ανασύνταξη του χώρου;

Θεωρώ ότι είναι δύσκολο να κάνει κάποιος εκτίμηση αν αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία για την ελληνική σοσιαλδημοκρατία ή προοδευτική παράταξη. Το μόνο που μπορώ να πω με βάση την ιστορική εμπειρία είναι ότι όταν ο χώρος αυτός κατακερματίζεται αργεί πολύ να ανασυγκροτηθεί και αυτό ιστορικά λειτούργησε πάντοτε σε βάρος της πορείας της χώρας.

Ο χώρος της σοσιαλδημοκρατίας έχει κατακερματιστεί γιατί ένα σημαντικό κομμάτι του πίστεψε ότι υπήρχε εναλλακτικός τρόπος αντιμετώπισης της κρίσης με καθόλου ή με μικρό προσωπικό κόστος. Δέχτηκε άκριτα τις θεωρίες συνομωσίας για τα αίτια της κρίσης. Παρέβλεψε το ουσιαστικότερο γεγονός ότι στην κρίση μας οδήγησαν η υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και η διόγκωση του χρέους από τα 180 δις το 2004 στα 290 δις το 2009.

Σήμερα, που ο ΣΥΡΙΖΑ ψηφίζει και εφαρμόζει το δικό του εξίσου δύσκολο μνημόνιο με συνεργάτες τους Ανεξάρτητους Έλληνες, φαντάζομαι ότι αυτοί οι ψηφοφόροι ίσως κάνουν κάποιες δεύτερες σκέψεις. Αυτό τουλάχιστον δείχνουν οι δημοσκοπήσεις. Παραμένει ένα μεγάλο ζητούμενο πως θα εκφραστούν πολιτικά στις επόμενες εκλογές. Αυτό μας απασχολεί ιδιαίτερα στο Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών.

Βλέπετε πως υπάρχει ενδιαφέρον από όλα τα κόμματα του χώρου για μία κοινή προσπάθεια; Ποιοι πιστεύετε πως χωράνε σε αυτή τη νέα Κεντροαριστερά;

Προτιμώ να μιλώ για την ανασύνταξη των δυνάμεων της Σοσιαλδημοκρατίας ή του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού. Εμείς, στο Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών, ταχθήκαμε από την αρχή υπέρ της συνεργασίας των δυνάμεων του χώρου πάντα κάτω από ένα προγραμματικό πλαίσιο.

Σε αυτή την προσπάθεια μπορούν να συνεργαστούν όσοι πιστεύουν στην «ανοικτή κοινωνία», στον πολιτικό φιλελευθερισμό, σε μια παγκοσμιοποίηση με ανθρώπινο πρόσωπο, με δικαιότερη κατανομή εισοδήματος και με μικρότερες κοινωνικές ανισότητες.

Σε πρόσφατη συνέντευξή σας είχατε πει, πως ένας εκ των λόγων της κατάρρευσης της Κεντροαριστεράς είναι και η έλλειψη προτάσεων και λύσεων για έξοδο της χώρας από το μνημόνιο. Αυτές οι προτάσεις υπάρχουν πλέον, και αν ναι, είναι ικανές να πείσουν τους ταλαιπωρημένους Έλληνες πολίτες;

Στις συζητήσεις που γίνονται στο χώρο των δυνάμεων της Σοσιαλδημοκρατίας διαπιστώνω πολλές φορές να κυριαρχεί μια μηχανιστική αντίληψη για τον τρόπο λειτουργίας της πολιτικής. Λένε πολλοί ότι αν ενωθούν οι υπάρχουσες δυνάμεις και βρεθεί το κατάλληλο πρόσωπο τότε ο χώρος θα ανακάμψει. Θεωρώ ότι αυτές οι προσεγγίσεις είναι απλοϊκές και καταδεικνύουν ένα έλλειμμα κατανόησης των τεράστιων κοινωνικών μεταβολών που προκάλεσε η κρίση.

Άποψη μου είναι, ότι για να ξαναγίνει ο χώρος δύναμη ηγεμονική και πλειοψηφική θα πρέπει να οριοθετήσει τις κοινωνικές συμμαχίες που θέλει να συγκροτήσει. Να τις εκφράσει πολιτικά κάτω από ένα προοδευτικό πολιτικό πρόγραμμα, που θα οδηγήσει μέσω της ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας σε μια ανταγωνιστική ένταξη της ελληνικής οικονομίας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας.

Έτσι μόνο, θα βγει οριστικά η χώρα από την κρίση, οι πολίτες θα αποκτήσουν δουλειά και εισοδήματα, και θα μειωθούν οι κοινωνικές ανισότητες.