Αρθογραφία - Συνεντεύξεις

Συνέντευξη Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «Η ΕΡΕΥΝΑ» των Τρικάλων και στον δημοσιογράφο Βασίλη Κόγια Δημοσιεύθηκε την Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

κ. Σαχινίδη που θεωρείτε πως βρίσκετε η χώρα αυτή την στιγμή; Πηγαίνουμε προς μία επανεκκίνηση της οικονομίας ή συνεχίζουμε σε μία κατάσταση που έχει χαρακτηριστεί και ως στασιμοχρεοκοπία;

Η Ελλάδα τον Αύγουστο του 2015 κοντοστάθηκε πάνω από τον γκρεμό στον οποίο οδηγήθηκε από την ανερμάτιστη διαπραγματευτική επιλογή της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και την τελευταία στιγμή έκανε ένα βήμα πίσω.

Η κυβέρνηση τελικά υπέγραψε το τρίτο μνημόνιο με το οποίο εξασφάλισε τη χρηματοδότηση της χώρας για μια τριετία και απομάκρυνε τον εφιάλτη της χρεοκοπίας. Όλα αυτά όμως είχαν τεράστιο κόστος σε βάρος της οικονομίας αφού, μεταξύ άλλων, υποχρεώθηκε να κλείσει τις τράπεζες και να επιβάλλει τα Capital Controls. Έτσι, η οικονομία βυθίστηκε ξανά στην ύφεση, η ανεργία παρέμεινε σε ποσοστά άνω του 25% και οι κοινωνικοί δείκτες συνεχίζουν να χειροτερεύουν.

Η ολοκλήρωση εκ μέρους της κυβέρνησης των δεσμεύσεων που είχε αναλάβει και το κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης όπως και η εκταμίευση απομάκρυναν την αβεβαιότητα που λειτουργούσε αρνητικά για την οικονομία.

Αυτή η εξέλιξη στο βαθμό που σηματοδοτεί την οριστική και αμετάκλητη ρήξη των κυβερνητικών εταίρων με το αντιμνημονιακό τους παρελθόν και υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδευτούν από την επιτάχυνση στην εφαρμογή αναγκαίων μεταρρυθμίσεων που θα μετασχηματίσουν την οικονομία σε ανταγωνιστική και εξωστρεφή τότε θα μπορούσαν να είναι η απαρχή της εξόδου της οικονομίας από την ύφεση στην οποία βυθίστηκε από το 2008.

Θεωρείται πως βρισκόμαστε κοντά σε μία διευθέτηση του χρέους ή θα χρειαστούν νέες δεσμεύσεις από την ελληνική πλευρά στο άμεσο μέλλον;

Πιστεύω ότι η χώρα έχει ανάγκη από μια οριστική απόφαση και δημοσιοποίηση του οδικού χάρτη για την διευθέτηση του χρέους πριν από το 2018. Αυτή θα πρέπει να συνοδευτεί και από μια απόφαση για μείωση του στόχου για το πρωτογενές αποτέλεσμα στο 1,5%-2% του ΑΕΠ για να μπορέσει να αναπνεύσει η οικονομία. Η Ελλάδα από την πλευρά της θα αναλάβει να προωθήσει άμεσα σειρά μεταρρυθμίσεων στην παιδεία, δικαιοσύνη, αγορά προϊόντων, τρόπο λειτουργίας πολιτικού συστήματος.

Ο χώρος της Κεντροαριστεράς ορίζεται από μία πολυδιάσπαση τα τελευταία χρόνια. Θεωρείται πως υπάρχουν οι προϋποθέσεις, ώστε να υπάρξει μία ενωμένη πορεία και αν ναι, είναι αυτή η τελευταία ευκαιρία για ανασύνταξη του χώρου;

Θεωρώ ότι είναι δύσκολο να κάνει κάποιος εκτίμηση αν αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία για την ελληνική σοσιαλδημοκρατία ή προοδευτική παράταξη. Το μόνο που μπορώ να πω με βάση την ιστορική εμπειρία είναι ότι όταν ο χώρος αυτός κατακερματίζεται αργεί πολύ να ανασυγκροτηθεί και αυτό ιστορικά λειτούργησε πάντοτε σε βάρος της πορείας της χώρας.

Ο χώρος της σοσιαλδημοκρατίας έχει κατακερματιστεί γιατί ένα σημαντικό κομμάτι του πίστεψε ότι υπήρχε εναλλακτικός τρόπος αντιμετώπισης της κρίσης με καθόλου ή με μικρό προσωπικό κόστος. Δέχτηκε άκριτα τις θεωρίες συνομωσίας για τα αίτια της κρίσης. Παρέβλεψε το ουσιαστικότερο γεγονός ότι στην κρίση μας οδήγησαν η υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και η διόγκωση του χρέους από τα 180 δις το 2004 στα 290 δις το 2009.

Σήμερα, που ο ΣΥΡΙΖΑ ψηφίζει και εφαρμόζει το δικό του εξίσου δύσκολο μνημόνιο με συνεργάτες τους Ανεξάρτητους Έλληνες, φαντάζομαι ότι αυτοί οι ψηφοφόροι ίσως κάνουν κάποιες δεύτερες σκέψεις. Αυτό τουλάχιστον δείχνουν οι δημοσκοπήσεις. Παραμένει ένα μεγάλο ζητούμενο πως θα εκφραστούν πολιτικά στις επόμενες εκλογές. Αυτό μας απασχολεί ιδιαίτερα στο Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών.

Βλέπετε πως υπάρχει ενδιαφέρον από όλα τα κόμματα του χώρου για μία κοινή προσπάθεια; Ποιοι πιστεύετε πως χωράνε σε αυτή τη νέα Κεντροαριστερά;

Προτιμώ να μιλώ για την ανασύνταξη των δυνάμεων της Σοσιαλδημοκρατίας ή του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού. Εμείς, στο Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών, ταχθήκαμε από την αρχή υπέρ της συνεργασίας των δυνάμεων του χώρου πάντα κάτω από ένα προγραμματικό πλαίσιο.

Σε αυτή την προσπάθεια μπορούν να συνεργαστούν όσοι πιστεύουν στην «ανοικτή κοινωνία», στον πολιτικό φιλελευθερισμό, σε μια παγκοσμιοποίηση με ανθρώπινο πρόσωπο, με δικαιότερη κατανομή εισοδήματος και με μικρότερες κοινωνικές ανισότητες.

Σε πρόσφατη συνέντευξή σας είχατε πει, πως ένας εκ των λόγων της κατάρρευσης της Κεντροαριστεράς είναι και η έλλειψη προτάσεων και λύσεων για έξοδο της χώρας από το μνημόνιο. Αυτές οι προτάσεις υπάρχουν πλέον, και αν ναι, είναι ικανές να πείσουν τους ταλαιπωρημένους Έλληνες πολίτες;

Στις συζητήσεις που γίνονται στο χώρο των δυνάμεων της Σοσιαλδημοκρατίας διαπιστώνω πολλές φορές να κυριαρχεί μια μηχανιστική αντίληψη για τον τρόπο λειτουργίας της πολιτικής. Λένε πολλοί ότι αν ενωθούν οι υπάρχουσες δυνάμεις και βρεθεί το κατάλληλο πρόσωπο τότε ο χώρος θα ανακάμψει. Θεωρώ ότι αυτές οι προσεγγίσεις είναι απλοϊκές και καταδεικνύουν ένα έλλειμμα κατανόησης των τεράστιων κοινωνικών μεταβολών που προκάλεσε η κρίση.

Άποψη μου είναι, ότι για να ξαναγίνει ο χώρος δύναμη ηγεμονική και πλειοψηφική θα πρέπει να οριοθετήσει τις κοινωνικές συμμαχίες που θέλει να συγκροτήσει. Να τις εκφράσει πολιτικά κάτω από ένα προοδευτικό πολιτικό πρόγραμμα, που θα οδηγήσει μέσω της ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας σε μια ανταγωνιστική ένταξη της ελληνικής οικονομίας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας.

Έτσι μόνο, θα βγει οριστικά η χώρα από την κρίση, οι πολίτες θα αποκτήσουν δουλειά και εισοδήματα, και θα μειωθούν οι κοινωνικές ανισότητες.

CONFERENCE IN HONOUR OF MIKE ARTIS Florence 17 June 2016

First of all, I would like to thank the organizers for their invitation to participate in this conference in honour of Mike Artis who supervised my PhD thesis at the University of Manchester in the early 1990s. Mike was a very kind and knowledgeable man. He was also an excellent teacher. I was very lucky to have had him as a PhD supervisor at Manchester.

Today, I would like to share with you my views on the puzzle “why is Greece still under a programme”. After a deep and prolonged depression that started in 2008, real GDP in Greece fell by 26%, unemployment rate is at 25%, pushing many people into poverty and increasing income inequality.

These are clear signs of a failure and although it is hard to consider Greece as a failed state, as it still stands within the group of the 30 most developed nations, there is always the risk of being trapped into a prolonged stagnation and deflation.

This will definitely cause Greece to lose its place among the 30 wealthiest nations and it will trap large segments of its population in chronic unemployment and poverty.

Today, I would like to argue that the economic problems of Greece are the immediate result mainly of an institutional failure.

In order to understand how Greece has been trapped in stagnation as a result of the failure of its institutions, I will try to answer two questions:

1)       How did Greece manage in 2009 to be in such an economic mess nine years after joining the European Monetary Union; and

2)       Why is Greece the only Eurozone country that is still under a programme and trapped in a recession for more than eight years?

Let me start with the first question.

Almost 20 years ago, a significant majority of Greek economists and the major political parties came to the conclusion that it would be to the benefit of Greece to join Economic and Monetary Union.

While at the time they understood the urgent need to introduce politically difficult structural changes, their expectation was that peer pressure from the Euroarea would lead Greece to adopt these changes. Joining EMU was viewed as a safe way to break the vicious cycle of high wage increases – high inflation that was cursing Greece for two decades.

However, nine years after joining the Eurozone, Greece was trapped in an unsustainable economic path with high twin deficits (specifically fiscal and current account deficits), high debt-to-GDP ratio; and after growing fast for a number of years the economy entered a recession.

The debt problem was the result of the fiscal irresponsibility of the years before the emergence of the global financial crisis.

In almost every year between 2001 and 2009, the government was running a deficit. In fact, a deficit that was increasing year after year post-2006.

As a result, while Greece joined the Eurozone with a debt-to-GDP ratio below 100% and despite an average annual growth rate of around 3.5% and extremely low interest rates in the nine year period 2001-9, the debt-to-GDP ratio stood at 127% in 2009.

In that year, the government deficit reached 15.3% of GDP and the current account deficit was at 12.5% of GDP. A year earlier, in 2008, the current account deficit was at 14.9%.

In the spring of 2010, Greece lost access to capital markets and requested financial support from its European partners.

Europe along with the IMF established a special support mechanism. This was a first – it had never happened before.

And it involved the biggest loan ever given to a country: 110 billion euro.

In return for this financial support, Greece accepted to implement an Economic Adjustment Programme involving tough austerity and structural reforms.

With hindsight, an obvious question would be:

Was there no «alert mechanism» either at the country or at the European Union level to prevent the emergence of these economic imbalances that were not sustainable within a monetary union?

Here is where both institutions and markets failed to prevent these imbalances from emerging.

The major political parties, the economic elite and social partners failed to understand the complexities associated with monetary union membership and the implications of globalization.

To understand why Greece failed to keep its public finances in order, we have to concentrate on the institutional framework for the budgetary process.

The European Commission in 2007 found that Greece had the weakest budgetary procedures among the 18 countries examined.

Before the 2009 crisis, almost a third of the general government revenues and expenditures were outside the budgetary process.

Government ministers acted and spent money as semi-autonomous state agents.

The political parties in their effort to win popular support were ready to introduce new social or investment programmes boosting public spending and introducing tax cuts at the same time, irrespectively of the economic cycle.

This is why Greece experienced deficits even during years of high growth.

Between 2001 and 2009, fiscal deficits were typically at least 70-80% higher than their targets.

Greece’s failure to keep its public finances in order was matched by a failure of European institutions, the very institutions responsible to assess the fiscal stance of Eurozone countries within the context of the Stability and Growth Pact. The fact that Germany and France were the first to break the SGP in the early 2000s without any reprimand gave the wrong signals.

Markets also failed to realize that the economic problems of Greece were severe and structural.

This is clear from the fact that, until 2008, markets were lending Greece at rates close to those of Germany.

It was only after the global financial crisis of 2008 that markets started to question the fiscal position of Greece.

In conclusion, Greek political and economic elites in the 90’s decided that Greece should join EMU in order to address Greece’s institutional failures with the hope that the new challenges Greece would face would bring about the reform of institutions.

However, as the Euro Area institutional framework was itself weak and incomplete, the Eurozone failed to trigger or enforce the transformation of the Greek economic institutions.

At the same time, the two major parties of Greece and the small parties of the left opposed the transformation of the economic institutions that would facilitate the Greek economy to become an outward oriented economy.

Now moving to my second question:

2) Why is Greece the only Eurozone country that is still under a programme and trapped in a recession for more than eight years?

Out of the four Eurozone countries that signed adjustment programmes, Greece is the only country still under a programme, six years after signing the first adjustment programme in 2010.

This is despite the fact that fiscal consolidation was pretty much achieved already by the end of 2014.

Greece has also balanced its chronic current account deficit.

Then how comes Greece didn’t manage to get access to capital markets?

There are economic and political reasons that can explain this failure.

In the case of Greece, the initial macroeconomic imbalances were the worst in the Euro Area.

Greece within 5 years had to cut the fiscal deficit by 12 percentage points of GDP by introducing measures up to 18 percentage points of GDP.

Fiscal policy was extremely restrictive, a lot more than any other program country, in an environment of tight credit.

As a result, recession deepened further and unemployment soared to 27%.

Markets therefore questioned the economy’s ability to grow again in such an environment, and more importantly they questioned the country’s ability to service its debt without growth.

In fact, the debt sustainability issue and the continuing fear of a Grexit were the two most important factors that prevented Greece from regaining market access.

A second reason relates to the structure of the Greek economy, which is a more closed economy, with consumption representing almost 70% of GDP.

Exports were only 20% of GDP and could not carry enough counter-weight to the reduction of domestic aggregate demand.

However, if we want to understand why Greece is still under programme, we have to focus on the constraints the political system imposes on the implementation of the adjustment programme. This is directly related to the important question of why Greece managed to re-access international capital markets only two years after the largest debt restructuring in history – but did not manage to sustain the momentum.

From the very beginning, there was lack of political consensus on the need to correct economic imbalances and address the institutional failures.

Leaders of the opposition parties were “infected” by the “I can do it better” syndrome and\or “There is an Alternative way without memorandums” syndrome.

Hence it is no surprise that within a very short period of time after the signing of the first programme the PASOK government was challenged on a daily basis by demonstrations and members of the government or MPs were humiliated at public appearances. Eventually, MPs from PASOK left the party in the hope that they will survive politically.

This led to a “lack of ownership” of the Programme over the whole 2010-2016 period, even when the center-right New Democracy party came to power after the 2012 elections and currently with the new coalition government between leftist Syriza and populist far right-wing Independent Greeks.

Hence we suffered from a lack of full and timely implementation of the reforms which were voted.

Finally, Greece turned out to be a special case because although its economy was stabilized and began growing in 2014, uncertainty on continued EMU participation was raised again by the political developments in 2015.

The January 2015 elections brought a new coalition government of Syriza and Independent Greeks – which gambled in a protracted stand-off with the EU and wasted precious time in interminable discussions heightening uncertainty.

By August 2015 the SYRIZA government met T.I.N.A. (There is No alternative) as had happened before in late 2012 with A. Samaras, the then Prime Minister and leader of New Democracy.

As a result, in 2015 the economy moved back to stagnation and the government was forced to introduce capital controls in order to prevent the collapse of the Greek banking system.

In conclusion, Greece’s failure was mainly the result of the failure of the major political parties to reach a consensus on an adjustment programme that had to be implemented in order to regain access to capital markets.

Since 2010, Greek political parties are being asked to implement a series of reforms that they themselves hadn’t shown the willingness to introduce in the past.

After the signing of the first programme, opposition parties failed – or were unwilling – to understand the severity of the crisis.

So instead, they accused the PASOK government for agreeing with institutional creditors to sign the “wrong prescription” for the economy, giving too much emphasis on austerity and not on growth.

With regard to the question whether robust growth can resume by 2016 or 2017, I would say that I am rather skeptical, mainly because of the recessionary effects of the new fiscal measures that were introduced a month ago in order to meet by 2018 the target of 3.5% of GDP set for primary surplus.

I would like to argue that now that we have balanced the primary budget, it is about time to reconsider the speed of fiscal consolidation by reducing the target of primary surplus to 1.5-2.5% of GDP in order to give space to the economy to breathe and to fight unemployment.

Given that negotiations for the first review of the third programme have been completed, Greece needs:

  1. to design and implement a National Reform Programme with a stronger growth orientation and
  2. a decision for debt relief roadmap that will be fully clarified if not implemented before and not after 2018. So that potential investors can have a clear picture.

Greece needs to present its own National Reform Programme to transform its economy to become more efficient and outward oriented.

It is important to be ready to introduce deep reforms in the judiciary system, in the functioning of the political system and public administration and the product market.

In order for Greece to restore growth and address the issue of unemployment and social inequality, there is an urgent need to attract resources — i.e. private investment mainly in the tradable sector of the economy.

This will allow the Greek economy to revive its productive potential and capacity, which was ruined during the period of the crisis, and restore its competitiveness.

For this to happen, the government has to decisively embrace the idea of opening up the Greek economy and attracting private investment. This is not still the case.

Young Greeks deserve a better future and it’s our generation’s duty to set the conditions for that.

Thank you for your attention.

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη στην παρουσίαση του βιβλίου του Γ. Παπακωνσταντίνου «Game Over: Η Αλήθεια για την Κρίση»

Θέλω να ευχαριστήσω τον Γ. Παπακωνσταντίνου για την τιμητική πρόσκληση να συμμετάσχω στην παρουσίαση του βιβλίου του «Game Over: Η Αλήθεια για την κρίση” στην ιδιαίτερή του πατρίδα την Κοζάνη.

Πριν ξεκινήσω να μιλώ για το βιβλίο αυτό, οφείλω ορισμένες προσωπικές επισημάνσεις.

Όταν μετά τις εκλογές του 2009 δέχτηκα το τηλεφώνημα με το οποίο ενημερώθηκα ότι θα ορκιζόμουν υφυπουργός των Οικονομικών η έκπληξή μου ήταν τόσο μεγάλη που παρέλειψα να ρωτήσω ποιος είναι ο Υπουργός.

Το έμαθα λίγο αργότερα από τον ίδιο.

Επομένως, τα όσα γράφει στο βιβλίο, οι μαρτυρίες δηλαδή, δεν αφορούν γεγονότα ξένα προς εμένα.

Αλλά, γεγονότα, που έζησα με τον ίδιο βαθμό έντασης ή σε ορισμένες περιπτώσεις και μεγαλύτερο, αφού οι συχνές μετακινήσεις του στο εξωτερικό καθιστούσαν αναγκαία την αναπλήρωσή του στις δύσκολες και γεμάτες από σκληρές συγκρούσεις κοινοβουλευτικές εργασίες.

Με αυτή την έννοια, η σημερινή μου τοποθέτηση για το βιβλίο και τον Παπακωνσταντίνου υπόκειται σε έλεγχο αντικειμενικότητας.

Όταν το διάβαζα, πολλές φορές αναρωτήθηκα, αν στις 400 τόσες σελίδες καταφέρνει να μεταφέρει στον αναγνώστη την αγωνία του και τις πρωτόγνωρες, για πολιτικό, δυσκολίες, με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπος.

Τα ξενύχτια και τις ατελείωτες συζητήσεις με όλους τους συνεργάτες του.

Τους προβληματισμούς του για το αν υπήρχαν άλλες επιλογές που έπρεπε να διερευνηθούν.

Τις συναντήσεις και συζητήσεις με εκπροσώπους μεγάλων τραπεζών, με πολιτικούς χωρών που αντιμετώπισαν κρίση, με οικονομολόγους διεθνούς εμβέλειας.

Όλα αυτά χωρίς να διαρρεύσουν για να μην δημιουργηθούν συνθήκες πανικού που θα οδηγούσαν σε αύξηση του κόστους δανεισμού και αποκοπή από τις αγορές πριν στηθεί ο μηχανισμός στήριξης από τους Ευρωπαίους.

Την προσπάθεια του να κερδίσει συμμαχίες στο εσωτερικό ενός κόμματος που είχε κρίση συνειδήσεως, που φοβόταν μην χάσει την ψυχή του αλλά αδυνατούσε να καταθέσει εναλλακτική πρόταση, επειδή καλούνταν να εφαρμόσει την πιο αυστηρή δημοσιονομική προσαρμογή που έγινε ποτέ μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.

Πολλές φορές όταν καθόμασταν στην αίθουσα συσκέψεων του Υπουργείου με τις φωτογραφίες όλων των προκατόχων του ίσως και ο ίδιος να αναρωτήθηκε, αν ήταν κάποιος από αυτούς στη θέση του, τι διαφορετικό θα έκανε;

Ήμουν παρών σε πολλά από όσα περιγράφει και σας διαβεβαιώνω, ότι κάθε φορά, σε κάθε δυσκολία, ανταποκρίνονταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Και το λέω αυτό, γιατί πολλές φορές άκουσα να λένε ότι ευθύνεται για την πορεία προς τα μνημόνια.

Για το περιεχόμενο τους.

Ότι, κάποιος άλλος στη θέση του, θα είχε ακολουθήσει άλλη πορεία ή θα είχε αποφύγει τα μνημόνια.

Όλα αυτά είναι η αφήγηση που χτίσανε οι αντίπαλοι του και αντίπαλοί μας όλα αυτά τα χρόνια για να χτίσουν όπως φάνηκε εκ των υστέρων πολιτικές καριέρες στις πλάτες των Ελλήνων.

Όταν όμως αυτά ακούγονται από προκατόχους του, που ευθύνονται για την πορεία της χώρας προς την κρίση, ας αναρωτηθούν πόσα δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθεσαν στο χρέος και τι ελλείμματα παρέλαβαν και τι ελλείμματα παρέδωσαν και μάλιστα σε ημέρες ευημερίας.

Ας θυμούνται όλοι αυτοί, ότι οι πολλοί δεν ξέρουν.

Οι λίγοι που ξέρουμε δεν μιλήσαμε ακόμη, γιατί από την πρώτη στιγμή δώσαμε προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του προβλήματος και όχι στην αναζήτηση ευθυνών ή υπευθύνων.

Το ότι η χώρα δεν χρεοκόπησε οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στη αξιοπιστία του Γ. Παπακωνσταντίνου μεταξύ των ομολόγων του.

Μια αξιοπιστία, που την κέρδισε σιγά σιγά καθώς αποδείκνυε ότι πίστευε στην ανάγκη να αλλάξουμε για να μην βουλιάξουμε.

Γιατί ήταν ένας από τους λίγους υπουργούς της περιόδου των μνημονίων που αποδέχτηκε την ιδιοκτησία του προγράμματος και προσπαθούσε σε κάθε αξιολόγηση να πετύχει βελτιώσεις.

Η Ελλάδα, με τις πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου και του Γ. Παπακωνσταντίνου, τελικά δεν έγινε «το ατύχημα που περιμένει να συμβεί» όπως έχει γραφτεί στους Financial Times από το 2008.

Γιατί στο εξωτερικό, έβλεπαν πιο καθαρά την πορεία της χώρας προς το αδιέξοδο, από πολύ νωρίς.

Βέβαια, η δημόσια αφήγηση που έχει κυριαρχήσει δεν συμμερίζεται την άποψή μου.

Η δημόσια αφήγηση, τον θέλει να είναι ο κακός της ιστορίας.

Ο ένοχος για όλα όσα υπέφεραν οι Έλληνες τα τελευταία χρόνια.

Γιατί έτσι βόλευε στους εμπρηστές και όσους τους προστάτευαν.

Να περάσουν την ευθύνη στους πυροσβέστες.

Γιατί ήταν το ιδανικό εξιλαστήριο θύμα.

Ξένος στο ίδιο του το κόμμα, που έσπευσε, όπως λέει και ο ίδιος, να τον ρίξει στα σκυλιά.

Το βιβλίο αυτό, όπως τονίζει ο ίδιος στον πρόλογο, δεν είναι μια σύνθεση διηγήσεων άλλων, αλλά η προσωπική του μαρτυρία για όλα όσα συνέβησαν στην πιο κρίσιμη περίοδο της μεταπολίτευσης που επηρέασαν όλους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες.

Είναι η δική του αλήθεια για την κρίση.

Επομένως, είναι η αποτύπωση των γεγονότων όπως τα προσέλαβε και τα αξιολόγησε.

Είναι μια ματιά υποκειμενική.

Υπόκειται όμως σε αξιολόγηση, με την έννοια ότι, τα όσα λέει μπορούν να ελεγχθούν και να αντικρουστούν.

Με αυτήν την έννοια, είναι μια μοναδική μαρτυρία τουλάχιστον από την πλευρά της Ελλάδας, αφού δεν υπάρχει ακόμη άλλη γραπτή μαρτυρία από όσους συμμετείχαν με θεσμικό ρόλο στα γεγονότα εκείνης της εποχής.

Οι θέσεις του διακρίνονται για τον ορθολογισμό τους, ανεξάρτητα αν οι εκτιμήσεις που καταθέτει, είναι σωστές ή λάθος.

Το μέτρο, ας πούμε, για τις αποδείξεις, ήταν σωστό γιατί έδινε στον πολίτη κίνητρα να συνεισφέρει στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Είχε όμως σχεδιαστικά λάθη, που επέτρεψαν σε πολλούς να το καταχραστούν και να περιορίσουν τα οφέλη από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Οι αλλαγές που έγιναν στο φορολογικό θεσμικό πλαίσιο από τον Γ. Παπακωνσταντίνου δεν έχουν ιστορικό προηγούμενο.

Δεν αναφέρομαι στις αλλαγές φορολογικών συντελεστών αλλά στις διαρθρωτικές αλλαγές που αποσκοπούσαν στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και στο να διευκολύνουν την φορολογική διοίκηση στο έργο της.

Τι να πρωτοαναφέρω; Θέσπιση οικονομικού εισαγγελέα, άνοιγμα καταθέσεων, φορολόγηση προσαυξήσεων περιουσίας, το γεγονός ότι για πρώτη φορά κατατέθηκε Επιχειρησιακό Σχέδιο κατά της Φοροδιαφυγής, ότι το αδίκημα της φοροδιαφυγής έγινε αυτόφωρο και συνδυάστηκε με τη νομοθεσία για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος.

Επομένως, απολογιστικά οι μεταρρυθμίσεις που προώθησε δεν μπορούν να αναιρεθούν από τα όποια λάθη, από αποφάσεις που λαμβάνονταν σε τόσο ακραίες συνθήκες.

Το βιβλίο αυτό είναι μια απόπειρα, όπως λέει, να κτιστεί μια ενιαία αφήγηση για την κρίση.

Σε μια χώρα που έξι χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου και οκτώ μετά την έναρξη της ύφεσης δεν έχουμε ακόμη καταλήξει σε μια κοινά παραδεκτή αφήγηση για το πώς φτάσαμε στην κρίση.

Γιατί όλα αυτά τα χρόνια, από την πρώτη στιγμή, κυριάρχησαν οι μύθοι και οι συνομωσίες.

Θα προσπαθήσω να αναφέρω κάποιους από αυτούς, όχι όμως εξαντλητικά.

Ότι σκόπιμα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έβαλε τη χώρα στο Μνημόνιο για να πάρει τα σκληρά μέτρα και να ενισχύσει την κερδοφορία των ιδιωτικών κεφαλαίων.

Πιο ακραία εκδοχή ότι όλα αυτά έγιναν για να πάρουν οι ξένοι τον ορυκτό πλούτο και τα περιουσιακά στοιχεία της χώρας.

Ότι όλα έγιναν για να μπει το ΔΝΤ στη χώρα και να βάλει η Αμερική πόδι στην Ευρώπη μέσω Ελλάδας.

Ότι έγιναν για να κερδοσκοπήσουν – κάποιοι που είχαν πρόσβαση στην κυβέρνηση – στις αγορές ομολόγων.

Και για να γίνει αυτό ή όλα αυτά μαζί, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ φούσκωσε τεχνητά το έλλειμμα του 2009 για να χάσει την πρόσβαση στις αγορές και να καταφύγει στα μνημόνια.

Απορρίπτοντας τις προσφορές των κεφαλαίων των Ρώσων, Κινέζων, Αράβων ή ακόμη και τα 600 δις του Σώρρα.

Η απλή εξήγηση ότι η Ελλάδα για άλλη μια φορά, όπως το 1983, το 1985, το 1990 και το 1993, βρισκόταν αντιμέτωπη με μακροοικονομικές ανισορροπίες, οι οποίες είχαν ξεφύγει πέρα από κάθε όριο και δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν εύκολα από μια χώρα η οποία ως μέλος της ευρωζώνης δεν είχε εργαλεία πολιτικής όπως η υποτίμηση, δεν πέρασε ποτέ ως επιχείρημα τα κρίσιμα αυτά χρόνια.

Δεν πέρασε ακόμη και όταν ο ίδιος έφυγε από τη θέση του Υπουργού Οικονομικών και η χώρα με την κυβέρνηση Λ. Παπαδήμου προχώρησε στη συμφωνία για το δεύτερο μνημόνιο.

Δεν πέρασε ούτε και αργότερα, όταν ο κ. Α. Σαμαράς ως Πρωθυπουργός υποχώρησε από την αντιμνημονιακή στάση του «δεν θα συναινέσω στο λάθος» και προχώρησε στην υιοθέτηση μιας ιδιαίτερα εμπροσθοβαρούς δημοσιονομικής πολιτικής για το 2012 και 2013.

Δεν πέρασε, ούτε με την άνοδο του κ. Α. Τσίπρα στην εξουσία.

Το αντίθετο, η κυριαρχία των μύθων και των συνομωσιών, η υποχώρηση της κοινής λογικής, η άγνοια ή η συστηματική απόρριψη επιχειρημάτων που στηρίζονταν σε πραγματικά και μη αμφισβητήσιμα αριθμητικά ή στατιστικά δεδομένα είναι που οδήγησε στην άνοδο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην εξουσία.

Από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2015 ήρθαν τα πάνω κάτω.

Ότι πέτυχε η χώρα να αποφύγει μεταξύ 2010-2014 γινότανε σε βάρος της χώρας και των προοπτικών της αλλά όλοι έδειχναν ικανοποιημένοι.

Οι τράπεζες έκλεισαν, τα capital controls επιβλήθηκαν, περιουσιακά στοιχεία με τη μορφή μετοχών αξίας 25 δις από τη συμμετοχή του ΤΧΣ στο κεφάλαιο των τραπεζών εξαφανίστηκε σε μια νύχτα αυξάνοντας το χρέος ισόποσα, η δυναμική του χρέους επιδεινώθηκε, η διαρροή των καταθέσεων ξεπέρασε κάθε όριο, η ΕΚΤ κατέστησε μη επιλέξιμα τα ελληνικά ομόλογα.

Κανείς, όμως, δεν ήθελε να παραδεχτεί, ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος.

Ότι στο τέλος, δεν θα άλλαζε όλη η Ευρώπη επειδή στην Ελλάδα κέρδισε τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ.

Ότι για να μείνει στην εξουσία η νέα κυβέρνηση θα έπρεπε, όχι μόνο να μην σκίσει τα μνημόνια ή να τα καταργήσει με άρθρο μονό, αλλά να ψηφίσει το Τρίτο μνημόνιο και μάλιστα με άρθρα πολλά για να πάρει τα 86 δις ευρώ που καλύπτουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας μέχρι το 2018.

Τελικά, όπως μάθαμε εκ των υστέρων, όσοι μας κατηγορούσαν για «προδοσία», «εθνική μειοδοσία», ως «μερκελιστές» ή «τσολάκογλου» είχαν αυταπάτες.

Τις οποίες ξεπέρασαν, όταν τον Αύγουστο του 2015 συνάντησαν την ΤΙΝΑ, την οποία ερωτεύτηκαν παράφορα, σε βαθμό παρεξηγήσιμο.

Διαβάζοντας, λοιπόν, το βιβλίο, αναρωτιέται κανείς μαζί με τον συγγραφέα, γιατί όλες αυτές οι ακραίες πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις που οδήγησαν μεταξύ άλλων και στο θάνατο τριών εργαζομένων που πυρπολήθηκαν από εμπρηστική βόμβα;

Γιατί τα γεγονότα πήραν την τροπή τη συγκεκριμένη και όχι κάποια άλλη;

Γιατί είμαστε η μόνη χώρα που έχασε το 25% του ΑΕΠ και παραμένει για όγδοο χρόνο στην ύφεση;

Γιατί τελικά, είμαστε η μόνη χώρα σε μνημόνιο, έξι χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, όταν Ιρλανδία, Κύπρος και Πορτογαλία μπήκαν μετά από την Ελλάδα, και είναι ήδη εκτός;

Μήπως αργήσαμε να πάρουμε μέτρα ή πήραμε πολύ λίγα;

Μέτρα πήραμε και μάλιστα, πολλά.

Αλλά και η Πορτογαλία και η Ιρλανδία που είχαν πάρει μέτρα και μάλιστα πολλά, πάλι κατέληξαν στα μνημόνια.

Τρεις παράγοντες, που επισημαίνονται σε διαφορετικά σημεία του βιβλίου, καθόρισαν το μέγεθος και την ένταση της ελληνικής κρίσης.

Ο πρώτος, κωδικοποιείται από τον συγγραφέα με την έκφραση «πολιτικοί υπολογισμοί».

Πολιτικοί υπολογισμοί στο εσωτερικό της χώρας και πολιτικοί υπολογισμοί στο εξωτερικό.

Πολιτικοί υπολογισμοί οδήγησαν, το φερόμενο ως αστικό κόμμα της χώρας, τη ΝΔ, να υψώσει πρώτο την αντιμνημονιακή σημαία αντί να επιλέξει τη συναίνεση.

Το οικονομικό όμως και κοινωνικό κόστος για τη χώρα από την έλλειψη συναίνεσης τεράστιο.

Και βέβαια εξηγεί, γιατί είμαστε ακόμη η μόνη χώρα στο μνημόνιο.

Γιατί όπως έγραψε ένας από αυτούς που συνεισέφεραν στη διαμόρφωση αυτής της στρατηγικής και είχε επικριτική στάση απέναντι σε οποιαδήποτε επιλογή της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου, η επιλογή αυτή ήταν μονόδρομος για τη ΝΔ.

Μόνο έτσι θα μπορούσε να απορροφήσει τις διαρροές από τους απογοητευμένους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ.

Προφανώς, ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό του αλλά και των υπολοίπων που συμμετείχαν σε εκείνο το τραπέζι της ΝΔ, ότι η στάση τους νομιμοποιούσε στη συνείδηση των πολιτών την ακραία στάση του ΣΥΡΙΖΑ ή της ακραίας λαϊκής δεξιάς και ακροδεξιάς.

Ούτε καν πέρασε από το μυαλό τους, ότι όταν θα έκαναν τη αναγκαία στροφή, τότε θα έχαναν ψηφοφόρους τόσο προς τη ΧΑ και τους ΑΝΕΛ όσο και προς το ΣΥΡΙΖΑ.

Αν, λοιπόν, στόχος τους ήταν να προστατέψουν τα αστικά στρώματα της χώρας, τότε κέρδισαν νόμπελ πολιτικού σχεδιασμού, γιατί όχι μόνο πέτυχαν να ριζοσπαστικοποιήσουν ακόμη περισσότερο τους πολίτες, αλλά πέτυχαν το ακατόρθωτο, να φέρουν στην εξουσία ένα κόμμα του 4% το οποίο ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί το 2010 ότι σε πέντε χρόνια θα ήταν κυβέρνηση.

Έτσι, η ΝΔ απέρριψε όλες τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για συναίνεση ακόμη και όταν ο Παπανδρέου είπε ότι αν η παρουσία του συνιστά πρόβλημα είναι διατεθειμένος να το συζητήσει.

Ποτέ δεν κατάλαβαν ότι η συνεργασία θα ωφελούσε τη χώρα και τους πολίτες αλλά και την πολιτική σταθερότητα. Αν θέλετε, ακόμη και τα δύο κόμματα που εναλλάσσονταν στην εξουσία.

Ο στόχος τους να πέσει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, σε δύο μόλις χρόνια από την νίκη του 2009, επιτεύχθηκε, αλλά το πολιτικό κέρδος ακόμη και για τη ΝΔ ήταν μικρό.

Πολιτικοί υπολογισμοί, αλλά κακοί, πολιτικοί υπολογισμοί.

Έτσι, στις εκλογές του Μαΐου 2012 η ΝΔ πήρε μόλις 18,5% και σε αυτές του Ιουνίου 29,5%. Κυβέρνησε σε συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ τελικά, μόλις για 30 μήνες.

Πολιτικοί υπολογισμοί και από την πλευρά πολλών στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ.

Είτε για την αναγκαιότητα ή όχι των μέτρων, είτε για την ανοικτή στήριξη ή την αποστασιοποίηση, προκειμένου να διασφαλιστούν προϋποθέσεις επανεκλογής.

Λίγοι καταλάβαιναν τι έρχεται για τη χώρα, τους πολίτες, το πολιτικό σύστημα.

Πολιτικοί υπολογισμοί και στο εξωτερικό.

Σύγκρουση μεταξύ Μέρκελ και Σόιμπλε για την αναγκαιότητα ενός προγράμματος ή για την παρουσία του ΔΝΤ ή για την προτιμητέα αντιμετώπιση του ελληνικού χρέους.

Η Γερμανία μετά την χρηματοοικονομική κρίση αναδείχτηκε σε ηγεμονική δύναμη της Ευρώπης αλλά οι πολιτικοί υπολογισμοί για τον αντίκτυπο των αποφάσεων που αφορούσαν την Ελλάδα ή άλλες χώρες στους γερμανούς ψηφοφόρους καθόριζαν τη στάση της Μέρκελ.

Πολιτικοί υπολογισμοί για τις εκλογές σε κάποιο κρατίδιο της Γερμανίας οδηγούσαν σε καθυστέρηση της ανακοίνωσης της απόφασης για τη δημιουργία του Ελληνικού Μηχανισμού.

Ο Μιτεράν μάλλον στάθμισε λάθος τις πολιτικές ισορροπίες που θα διαμορφώνονταν από τη δημιουργία της ΟΝΕ.

Υπολόγιζε, ότι η ομοσπονδιακή δομή της ΕΚΤ θα έδινε πίσω στις χώρες μέλη της ευρωζώνης βαθμούς ελευθερίας, που είχαν χάσει από την ηγεμονία της Bundesbank την περίοδο του ERM.

Τελικά, η Γερμανία αποφασίζει και η Γαλλία ακολουθεί, όπως διαπίστωσε και ο Παπακωνσταντίνου από συναντήσεις κορυφής στις οποίες συμμετείχε αλλά και από τις επαφές με τους ομολόγους του.

Πολιτικοί υπολογισμοί από τη πλευρά των άλλων χωρών του νότου να μην μπουν στο κάδρο της κρίσης, εμπόδισαν τη συγκρότηση συμμαχίας για έγκαιρη και ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος, που όπως αποδείχτηκε τελικά, δεν ήταν ελληνικό.

Πολιτικοί υπολογισμοί από την πλευρά του Σαρκοζί, να αξιοποιήσει πολιτικά ενόψει των γαλλικών προεδρικών εκλογών τη σύνοδο στις Κάννες, καθόρισαν τη στάση του απέναντι στην πρωτοβουλία του Έλληνα Πρωθυπουργού για δημοψήφισμα.

Πολιτικοί υπολογισμοί από την πλευρά των αμερικάνων, που ενόψει των Προεδρικών εκλογών του 2012 ήθελαν να λυθεί το ελληνικό πρόβλημα για να μην μεταδοθεί η κρίση στις ΗΠΑ και επηρεάσει αρνητικά την επανεκλογή Ομπάμα.

Αλλά η δυνατότητα παρέμβασης στην Ευρώπη μικρότερη από ότι στο παρελθόν, αφού ο γερμανός υπουργός οικονομικών φέρεται να υπέδειξε στον αμερικανό συνάδελφό του να ασχοληθεί με το πρόβλημα του χρέους των ΗΠΑ και η Ευρώπη θα βρει λύση στα προβλήματά της.

Ο δεύτερος κρίσιμος παράγοντας που καθόρισε τις εξελίξεις είναι ο χρόνος.

Όταν έγινε ορατό, ότι η Ελλάδα κάποια στιγμή θα χάσει την πρόσβαση στις αγορές σε αποδεκτά επιτόκια, τις επιλογές πλέον τις καθόριζε ο περιορισμένος χρόνος μέχρι τη λήξη ενός ομολόγου ύψους 9 περίπου δις ευρώ στις 19 Μαΐου.

Ο χρόνος της δημοσιονομικής προσαρμογής για πολλούς που στάθηκαν κριτικά στο πρώτο μνημόνιο ήταν πολύ μικρός. Πέντε χρόνια για να μειωθεί το έλλειμμα κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες. Αυτό οδήγησε σε βαθύτερη ύφεση δυσκολεύοντας την δημοσιονομική προσαρμογή

Αλλά μια πιο αργή δημοσιονομική προσαρμογή προϋπέθετε πιο πολλά χρήματα, που όμως δεν ήθελαν να δώσουν οι Ευρωπαίοι.

Οι διαρθρωτικές αλλαγές είναι αναγκαίες, αλλά θέλουν χρόνο για να αποδώσουν. Στο μεταξύ, το ΑΕΠ μειώνεται και η ανεργία αυξάνεται και μαζί της η κοινωνική αντίδραση.

Κάθε καθυστέρηση στην αξιολόγηση ανέβαζε το κόστος σε όρους χαμένου ΑΕΠ και περισσότερων μέτρων για τη χώρα.

Όσο απομακρύνεται το ενδεχόμενο έγκαιρης εξόδου στις αγορές, τόσο μειώνεται η αντοχή στα νέα μέτρα.

Η έλλειψη αίσθησης του ρόλου του χρόνου και του συγχρονισμού της πορείας της οικονομίας και των πολιτικών εξελίξεων οδήγησαν τελικά στο Τρίτο μνημόνιο και τα νέα μέτρα.

Ο τρίτος παράγοντας είναι η αξιοπιστία των επιλογών.

Το πρώτο πρόγραμμα στηρίζονταν στην εκτίμηση ότι το πρόβλημα χρέους είναι πρόβλημα ρευστότητας.

Αμέσως μετά τις αποφάσεις στη Ντοβίλ κλονίζεται η αξιοπιστία, αφού πλέον οι αγορές συνυπολογίζουν τον κίνδυνο του κουρέματος και αρχίζουν να πουλάνε τα ελληνικά ομόλογα.

Παρά, λοιπόν, τις επιτυχίες στο δημοσιονομικό μέτωπο, το ενδεχόμενο εξόδου στις αγορές είχε πλέον απομακρυνθεί.

Πολλά από τα μέτρα που ψηφίστηκαν, δεν εφαρμόζονταν συστηματικά από συναδέλφους του υπουργούς ή αργότερα από άλλους, με αποτέλεσμα, η φράση «need for implementation” να έρχεται και να επανέρχεται στα κείμενα αξιολογήσεων μειώνοντας την αξιοπιστία των προγραμμάτων.

Ποια αξιοπιστία έχει ένα πρόγραμμα, όταν οι υπουργοί που το ψήφισαν και καλούνται να το εφαρμόσουν λένε ότι είναι καταστροφικό για τη χώρα αλλά δεν καταθέτουν εναλλακτική πρόταση έναντι της οποίας θα εξασφάλιζε η χώρα χρηματοδότηση;

Πόσο αξιόπιστο είναι ένα πρόγραμμα, όταν θέτει ως στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα 4,5% ή 3,5% του ΑΕΠ.

Αναπάντητα ερωτήματα.

Το βιβλίο διαβάζεται με μεγάλη ευκολία.

Είναι εξαντλητικό σε ότι αφορά την παράθεση των δεδομένων που οδήγησαν στη λήψη των συγκεκριμένων αποφάσεων.

Η περιγραφή κινείται γρήγορα και κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Έχει χαρακτηριστικά που ταιριάζουν σε λογοτεχνικό έργο.

Γιώργο, καλή συνέχεια και καλοτάξιδο το βιβλίο σου.

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη στην παρουσίαση του βιβλίου του Γ. Παπαδογιάννη «Από το μεγάλο πάρτι στη χρεοκοπία»

Θέλω πριν ξεκινήσω να μιλώ για το βιβλίο του εξαίρετου δημοσιογράφου και συμπατριώτη μας Γιάννη Παπαδογιάννη να πω, ότι δέχτηκα την πρόσκληση να παρουσιάσω το βιβλίο του «Από το  μεγάλο πάρτι στη χρεοκοπία» με μεγάλη χαρά, όχι μόνο γιατί είναι τιμητικό να σου ζητά κάποιος να μιλήσεις για το έργο του.

Αλλά, γιατί, διαβάζοντας το βιβλίο το εξέλαβα ως μια σημαντική άσκηση αυτογνωσίας. Αναγκαία για κάθε έλληνα πολίτη χωριστά αλλά και για την κοινωνία ως σύνολο, ιδιαίτερα μετά την πρωτοφανή κρίση με την οποία βρέθηκε αντιμέτωπη η χώρα μας το 2009.

Διότι, αν και έχουν περάσει οκτώ χρόνια από την ημέρα που ξεκίνησε η ύφεση, εξαιτίας της οποίας χάθηκε σωρευτικά το 25% του ΑΕΠ της χώρας και έξι από την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, η χώρα μας είναι η μόνη που παραμένει σε μνημόνιο.

Αντίθετα, η Ιρλανδία η Πορτογαλία και η Κύπρος είναι εκτός μνημονίου.

Εύλογα, λοιπόν, θα περίμενε κανείς ότι ως κοινωνία μετά από αυτή την εμπειρία θα είχαμε καταλήξει σε μια κοινά παραδεκτή αφήγηση για το πώς φτάσαμε στην κρίση.

Με βάση την εμπειρία των άλλων χωρών θα είχαμε καταλήξει σε ορισμένα συμπεράσματα για το τι έφταιξε και είμαστε ακόμη η μόνη χώρα σε μνημόνιο και τι πρέπει να κάνουμε για να βγούμε από αυτό.

Παρακολουθώντας όμως την αφήγηση τόσο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ όσο και την αφήγηση της ΝΔ καταλήγω στο συμπέρασμα ότι τίποτα από όλα αυτά δεν έχει συμβεί.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους πρέπει κάποιος να διαβάσει το βιβλίο του Γ. Παπαδογιάννη.

Εγώ το συνιστώ, γιατί στις τρεις ενότητες που περιλαμβάνει επιχειρεί να απαντήσει στα ερωτήματα που αναφέρθηκα και παίρνει θέση για ορισμένα κρίσιμα ζητήματα που απασχόλησαν τη δημόσια συζήτηση αυτή την κρίσιμη περίοδο, που καλλιεργήθηκαν μύθοι και περίσσεψαν τα σενάρια συνομωσίας για το τι έφταιξε.

Το βιβλίο ξεκινά με την πρώτη ενότητα όπου ο συγγραφέας διατρέχει την περίοδο 1980-2009.

Είναι μεθοδολογικά σωστό όταν κάποιος αναζητεί πως φτάσαμε στην κρίση του 2009 να ανατρέξει στα όσα έχουν προηγηθεί.

Τονίζω το σημείο αυτό, γιατί το τελευταίο διάστημα διαπιστώνω από την πλευρά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να επιχειρείται η οικοδόμηση μιας αφήγησης, σύμφωνα με την οποία, για όλα ευθύνεται η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που υπέγραψε το 2010 το πρώτο μνημόνιο.

Αυτό με τη σειρά του – σύμφωνα με την αφήγηση αυτή- έφερε το δεύτερο και αυτό κατέστησε υποχρεωτικό το τρίτο που υπέγραψε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Με αυτή την αφήγηση η κυβέρνηση συνειδητά λειτουργεί ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για την κυβέρνηση Κ. Καραμανλή η οποία οδήγησε τη χώρα στο απόλυτο αδιέξοδο αυξάνοντας σε μια πενταετία το χρέος από τα 180 δις στα 290 δις.

Με την ιδιοτελή αυτή προσέγγιση η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δημιουργεί μια πρώτη γραμμή άμυνας, ότι δηλαδή, υποχρεώθηκε να υπογράψει το τρίτο μνημόνιο εξαιτίας του πρώτου και του δεύτερου.

Υπάρχει όμως ένα εύλογο ερώτημα, πότε κατέκτησε αυτή την αλήθεια.

Γιατί μέχρι πρόσφατα, ήταν της άποψης ότι τα μνημόνια σκίζονται ή καταργούνται με άρθρο μονό.

Ότι το χρέος διαγράφεται εν ανάγκη και μονομερώς. Ότι ήταν προτιμότερο το 2010 να αφεθεί η χώρα να χρεοκοπήσει παρά να υπογράψει το πρώτο μνημόνιο.

Προφανώς, μετά την υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου τον Αύγουστο του 2015, επιχειρεί να μεταθέσει τις ευθύνες στο 2010 ξεπλένοντας ταυτόχρονα την Καραμανλική δεξιά που συγκυβερνά με ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Ο συγγραφέας στην πρώτη ενότητα επισημαίνει ότι το πελατειακό κράτος ευθύνεται για την πορεία προς την κρίση και θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί του.

Εκεί που θα διαφωνήσω, είναι στον επιμερισμό των ευθυνών που επιχειρεί, λέγοντας ότι οι πελατειακές σχέσεις γιγαντώθηκαν με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία.

Επικαλείται ως επιχείρημα, την αύξηση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων μεταξύ 1981-1985 κατά 32%.

Αλλά μεταξύ 2004-2009 αντί για επανίδρυση του κράτους που ήταν το κεντρικό σύνθημα της ΝΔ στις εκλογές του 2004, έγιναν τόσοι διορισμοί που δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο.

Ενδεικτικά αναφέρω, ότι ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων από 456.462 στο τέλος του 2003 αυξήθηκε σε 768.009 στο τέλος του 2009.

Οι δαπάνες για μισθοδοσία στο δημόσιο την περίοδο αυτή αυξήθηκαν από 12,3 δις ευρώ το 2003 σε 19,1 δις ευρώ το 2009. Αυξήθηκαν κατά 55%. Αυτό ήταν το μεγάλο πάρτι λίγο πριν την χρεοκοπία.

Ο συγγραφέας στην ερμηνεία για το πώς φτάσαμε στη κρίση δίνει πολύ μεγάλο βάρος στην οικονομική διαχείριση της πρώτης πενταετίας του 1980.

Πολλά όμως από τα προβλήματα της οικονομικής διαχείρισης της περιόδου αυτής τελικά αντιμετωπίστηκαν είτε με το σταθεροποιητικό πρόγραμμα του 1985-1987 είτε στη συνέχεια στη δεκαετία του 1990 και ιδιαίτερα όταν ξεκίνησε η πορεία προς την ΟΝΕ.

Εκτιμώ, ότι η πορεία προς την κρίση έχει την αφετηρία της την επομένη της ένταξης στην ΟΝΕ και ιδιαίτερα μετά το 2007.

Αυτό συνέβη, γιατί πολιτικά κόμματα και κοινωνικοί εταίροι δεν κατανόησαν τους όρους του παιχνιδιού ούτε τις βαθύτερες συνέπειες από τη συνύπαρξη της παγκοσμιοποίησης με τη συμμετοχή της χώρας σε μια νομισματική ένωση με ατελές θεσμικό πλαίσιο.

Πολλοί σήμερα πιστεύουν, ότι αν δεν είχαμε μπει στην ΟΝΕ θα είχαμε αποφύγει τα μνημόνια.

Η αλήθεια είναι, ότι η χώρα μπήκε στα μνημόνια γιατί, είτε μέσα στην ΟΝΕ είτε έξω από την ΟΝΕ, ποτέ δεν ήταν πρόθυμη να κάνει έγκαιρα τις αναγκαίες αλλαγές προκειμένου να αποφύγει την οικονομική κρίση και την επιδείνωση των κοινωνικών συνθηκών που τη συνοδεύει.

Αυτό συνέβη στη δεκαετία του 1980 αλλά και του 1990 όταν η χώρα δεν ήταν στην ΟΝΕ.

Στη δεύτερη ενότητα ο συγγραφέας επιχειρεί να εξηγήσει γιατί η κρίση του 2009 ήταν αναπόφευκτη.

Πολύ σωστά επισημαίνει, πόσο σημαντικό πρόβλημα ήταν για την οικονομία η ύπαρξη του δίδυμου ελλείμματος, δηλαδή του δημοσιονομικού και αυτού του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Το 2007, το τελευταίο ήταν 14,5% του ΑΕΠ και κανείς δεν προβληματιζόταν πως θα διορθωθεί μια τόσο μεγάλη ανισορροπία όταν δεν έχεις το όπλο της υποτίμησης.

Ο συγγραφέας επισημαίνει τις τρεις αιτίες του ελληνικού αδιεξόδου:

  • τη μεταρρυθμιστική ανεπάρκεια,
  • το μεγάλο χρέος και
  • την αναξιοπιστία της χώρας.

Θα σταθώ ιδιαίτερα στο πρώτο σημείο, για να κατανοήσουμε πως ασκήθηκε η πολιτική την περίοδο αυτή και ποια εμπόδια υπήρχαν κάθε φορά που οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ εφήρμοζαν ή προσπαθούσαν να υλοποιήσουν σταθεροποιητικά προγράμματα.

Υπενθυμίζει ο συγγραφέας την εσωκομματική σύγκρουση στο ΠΑΣΟΚ που οδήγησε σε διαγραφές του Γ. Αρσένη κ.ά.,  με την εφαρμογή του σταθεροποιητικού προγράμματος 1985-1987.

Αλλά και την κριτική που άσκησε ο Αθ. Κανελλόπουλος στην οικονομική πολιτική του κ. Μητσοτάκη για ακραίο οικονομικό φιλελευθερισμό, αμφισβήτηση που αποτέλεσε την αρχή της πτώσής του.

Ανάλογα προβλήματα, αντιμετώπισε η κυβέρνηση Σημίτη αμέσως μετά την εκλογή της το 2000 από την εκκλησία με τις λαοσυνάξεις για τις ταυτότητες αλλά και εσωκομματικά.

Ο συγγραφέας υπενθυμίζει πώς ο κ. Ε. Βενιζέλος στην αντιπαράθεση αυτή τάχθηκε στο πλευρό του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου.

Η απόπειρα μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού στο πλαίσιο της πρότασης Γιαννίτση απέτυχε καθώς όλος ο κομματικός μηχανισμός του ΠΑΣΟΚ και σύσσωμη η αντιπολίτευση αντιτάχθηκαν σε οποιαδήποτε αλλαγή του.

Με άλλα λόγια, τα κόμματα και οι πρωθυπουργοί όσο ισχυροί και αν ήταν αντιμετώπιζαν τεράστια προβλήματα στο κόμμα τους και βέβαια από την αντιπολίτευση.

Τέλος, στα προβλήματα που οδήγησαν στην κρίση ο συγγραφέας αποδίδει ιδιαίτερο ρόλο στο στρεβλό παραγωγικό πρότυπο της περιόδου 2001-2009 το οποίο στηρίχτηκε στην αύξηση της δημόσιας και ιδιωτικής κατανάλωσης η όποια χρηματοδοτήθηκε από το δανεισμό.

Για να κατανοήσουμε το μέγεθος του οικονομικού «εγκλήματος» της υπερχρέωσης της χώρας ας αναλογιστούμε το εξής απλό.

Από το 1830 έως το 2004 δηλαδή σε 175 χρόνια η χώρα δανείστηκε 180 δις. Και από το 2004 έως το 2009 δηλαδή σε πέντε χρόνια δανείστηκε 110 δις.

Η πηγή του χρέους ήταν τα συνεχή ελλείμματα.

Αυτό  που είναι χαρακτηριστικό της εμπειρίας της χώρας μας είναι ότι, το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης ήταν από το 2001 μέχρι το 2009 μονίμως ελλειμματικό.

Αυτό, δε, που είναι ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι στη χώρα μας είχαμε δημοσιονομικά ελλείμματα και όταν είχαμε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και όταν είχαμε ύφεση.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό ήταν η συνεχής αύξηση των πρωτογενών ελλειμμάτων από το 2003 και μετά.

Αυτό διαψεύδει την άποψη της ΝΔ ότι η μεγέθυνση του χρέους οφείλεται κυρίως στα βάρη τα οποία κληρονομήθηκαν από το παρελθόν και ιδιαίτερα από τις Κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ.

Αν κάτι προκύπτει, είναι ότι έχουμε αυξανόμενα πρωτογενή ελλείμματα από το 2003 και μέχρι το 2009 οπότε το πρωτογενές έλλειμμα έφτασε τα 24 δις η 10% του ΑΕΠ και ότι από το 2004 και μετά οι πρωτογενείς δαπάνες ανέρχονται στο 90% περίπου του συνόλου των δαπανών.

Έτσι, όταν ξέσπασε η διεθνής κρίση το 2008, η χώρα στηρίζονταν σε σαθρά θεμέλια αλλά, όπως υπενθυμίζει ο συγγραφέας, ο υπουργός οικονομικών κ. Αλογοσκούφης μιλούσε για «θωρακισμένη οικονομία».

Ανάλογη έλλειψη κατανόησης των κινδύνων ο συγγραφέας καταλογίζει και στα τραπεζικά στελέχη, που με αφορμή την έκθεση των ξένων τραπεζών σε τοξικά προϊόντα έβλεπαν από την κρίση να ξεπετιούνται ευκαιρίες για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Με λίγα λόγια «Τρια πλια και ένα τσόν» όπως λέμε εδώ στα μέρη μας.

Τελικά, το 2009 η κρίση κορυφώθηκε και το 2010 η χώρα οδηγήθηκε στον αναγκαστικό δανεισμό.

Τέλος, κρίσιμος παράγοντας κατά τον συγγραφέα για την κατάρρευση της χώρας υπήρξε το μεγάλο έλλειμμα αξιοπιστίας που προκάλεσαν τα αναξιόπιστα στατιστικά στοιχεία.

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Την πρωτοβουλία της ΝΔ το 2004 να προχωρήσει σε αναθεώρηση των στατιστικών δεδομένων πριν το 2004, η οποία κατέληξε σε αμφισβήτηση της ορθότητας της απόφασης της ΕΕ για ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ ή την εισήγηση της ΕΣΥΕ το 2006 να αναθεωρηθεί το ΑΕΠ προς τα επάνω κατά 25%;

Οι τίτλοι εφημερίδων εξωτερικού που παρατίθενται στο βιβλίο είναι ενδεικτικοί: Guardian “αύξηση της ελληνικής οικονομίας κατά 27,5% με λίγη βοήθεια από πόρνες».

Η αξιοπιστία της χώρας καταρρακώθηκε ολοκληρωτικά όταν μετά τις εκλογές αποκαταστάθηκε η εικόνα για το πραγματικό έλλειμμα του 2009.

Εδώ επισημαίνω δυο σημεία.

Λέει ο συγγραφέας ότι η τότε κυβέρνηση προχώρησε στην ειλικρινή καταγραφή της τότε οικονομικής πραγματικότητας «από αντεκδίκηση και σκοπιμότητα».

Τον Οκτώβριο του 2009 κλήθηκα ως υφυπουργός στο ΓΛΚ να ετοιμάσω το προσχέδιο του  προϋπολογισμού του 2010.

Από την ενημέρωση που είχαμε από τον Διοικητή της ΤτΕ το ταμειακό έλλειμμα τον Σεπτέμβριο ήταν ήδη στο 10% του ΑΕΠ. Επομένως, κατά την εκτίμησή του το έλλειμμα του 2009 είχε δυναμική τουλάχιστον προς το 12%.

Σε έκθεση που είχε στα χέρια του μόνο ο Διοικητής της ΤτΕ που συντάχτηκε από τις υπηρεσίες της ΤτΕ  με ημερομηνία 6 Οκτωβρίου 2009, υπήρχε η εκτίμηση ότι τελικά το ταμειακό έλλειμμα θα έκλεινε στο 15%!!! Εκεί έκλεισε τελικά.

Στα συμπεράσματα έκλεινε ως εξής:

«6. Από τις έως σήμερα εξελίξεις προκύπτει ότι η δημοσιονομική εκτροπή η οποία άρχισε το 2007, είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με την μικρή κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας στην Ελλάδα και είναι σαφώς διαρθρωτικού χαρακτήρα. Επίσης, είναι σαφές ότι η παρούσα δημοσιονομική θέση της χώρας είναι μη διατηρήσιμη.

  1. Τέλος με βάση τις ως άνω εξελίξεις και προοπτικές, τα στοιχεία που γνωστοποιήθηκαν στις 30 Σεπτεμβρίου 2009 στη Eurostat για το έλλειμμα και το χρέος της γενικής κυβέρνησης (5,9% του ΑΕΠ και 105,5% του ΑΕΠ αντίστοιχα) είναι εκτός πραγματικότητας

Η Έκθεση αυτή βλέπει σήμερα, για πρώτη φορά, τα φώτα της δημοσιότητας.

Εμείς στον προϋπολογισμό εκτιμήσαμε ότι θα έκλεινε στο 12,7%.

Αλλά ένα χρόνο αργότερα και με τις αναθεωρήσεις των στατιστικών στοιχείων αποδείχτηκε ότι τελικά έκλεισε στο 15,3%.

Τι έπρεπε, λοιπόν, να κάνουμε τότε, να το κρύψουμε όπως η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή;

Και όταν θα έβγαινε το πρόβλημα στην επιφάνεια τι θα λέγαμε, ότι συνεργήσαμε και εμείς στο έγκλημα;

Σε ότι αφορά την αναφορά του συγγραφέα στην προσωρινή προσθήκη 2,5 δις δαπανών των νοσοκομείων στο έλλειμμα του 2008, για την οποία κάνει ειδική αναφορά, είχαμε ενημερώσει την ΕΣΥΕ  και αυτή με τη σειρά της την Eurostat ότι οι μη καταγεγραμμένες οφειλές των νοσοκομείων ήταν της τάξης των 6 δις.

Να θυμίσω ότι ο τότε Γενικός Γραμματέας της ΕΣΥΕ κ. Κοντοπυράκης είχε προωθήσει στην Eurostat επιστολή του Υπουργείου Υγείας στην οποία αναφέρονταν ότι το χρέος των νοσοκομείων ήταν μόλις 2,5 δις.

Όμως η κυβέρνηση της ΝΔ, απαντώντας σε ερώτηση του βουλευτή ΠΑΣΟΚ κ. Σκουλάκη, αναγνώριζε μέσω απάντησης του αρμόδιου υφυπουργού με διαφορά μόλις μια ημέρας,  ότι το χρέος ήταν 6 δις ευρώ.

Η ταξινόμηση μέρους αυτών των χρεών στο έλλειμμα του 2008 ήταν όπως εξηγήσαμε τότε προσωρινή μέχρι η επιτροπή που συγκροτήθηκε με μέλη από ΕΛΣΤΑΤ, ΓΛΚ, Υπ. Υγείας και ΤτΕ να οριστικοποιήσει σε ποια χρονιά δημιουργήθηκαν αυτά τα χρέη και να τα ταξινομήσει στο έλλειμμα εκείνης της χρονιάς.

Πράγμα που έγινε και αποτυπώθηκε σε μετέπειτα κείμενο της Eurostat που εξηγούσε γιατί αυξήθηκαν τα ελλείμματα της χώρας αναδρομικά από το 2005.

Λέει ο συγγραφέας ότι δεχτήκαμε να ενσωματώσουμε χρέος 17,7 δις των οργανισμών της γενικής κυβέρνησης στο χρέος της χώρας κάτι που αποδυνάμωσε τη διαπραγματευτική θέση της και ότι για πρώτη φορά έγινε αυτό.

Η πηγή που επικαλείται δεν είναι αξιόπιστη. Πρόκειται για ένα βιβλίο (Επιμ. Π. Σκλια και Σ. Ρούκουνα) με στρατευμένες μελέτες καθηγητών φίλα προσκείμενων ή μελών της ΝΔ οι οποίοι στο σύνολό τους ήταν σύμβουλοι της τότε κυβέρνησης της ΝΔ του Κώστα Καραμανλή. Το βιβλίο αυτό είναι η επίσημη «αγιογραφία» της κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή.

Η ταξινόμηση στην οποία αναφέρεται ο συγγραφέας  έγινε με βάση τους κανόνες της EUROSTAT.

Δεν την αμφισβήτησε καμία από τις επόμενες κυβερνήσεις ούτε της ΝΔ ούτε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ ζήτησε να επανεξεταστούν.

Όπως καμία δεν τόλμησε να αμφισβητήσει τα στατιστικά στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται σε όλους τους προϋπολογισμούς τους οποίους έχουν ψηφίσει τα κόμματα της πλειοψηφίας από το 2012 μέχρι το 2016.

Και πως θα μπορούσε να γίνει αυτό, αφού όλα αυτά τα δάνεια έγιναν με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου.

Οι περισσότερες από αυτές τις δημόσιες επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να τα εξυπηρετούσαν και έστελναν το λογαριασμό στο ΓΛΚ για να πληρωθούν από χρήματα του κρατικού προϋπολογισμού.

Επηρέασαν τα νέα στοιχεία για το έλλειμμα τη στάση των αγορών.

Η απάντηση είναι πως ναι.

Δεν ήταν όμως αυτό το καθοριστικό στοιχείο που οδήγησε στην απώλεια πρόσβασης στις αγορές.

Άλλωστε τρεις άλλες χώρες, Ιρλανδία, Κύπρος και Πορτογαλία, έχασαν πρόσβαση στις αγορές  και μπήκαν σε μνημόνια χωρίς να έχει μεσολαβήσει τέτοια απόκλιση στα δημοσιονομικά στοιχεία.

Η Τρίτη ενότητα επικεντρώνεται σε μια κρίσιμη παράμετρο της κρίσης που καθόρισε την ένταση με την οποία αυτή εκδηλώθηκε και εξελίχτηκε.

Αναφέρομαι στην κυριαρχία, όλα αυτά τα χρόνια πριν αλλά και μετά την εκδήλωση της κρίσης, του λαϊκισμού στο δημόσιο λόγο. Ο συγγραφέας προτιμά τον όρο «δημαγωγία».

Θα συμφωνήσω με τον συγγραφέα στο πόσο αρνητικά λειτούργησε στη χώρα ο λαϊκισμός και η έλλειψη ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών συναινέσεων. Τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η ΝΔ υπέκυψαν κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης στη γοητεία του λαϊκισμού και τον τροφοδότησαν.

Θα διαφωνήσω με την άποψη του συγγραφέα ότι το πρώτο μνημόνιο το έφερε η φράση «λεφτά υπάρχουν».

Το πρώτο μνημόνιο το έφερε το χρέος των 290 δις από τα οποία τα 110 περίπου προέκυψαν από την κυβέρνηση Καραμανλή μεταξύ 2004-2009 και το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας που διογκώθηκε μεταξύ 2004-2009.

Η φράση είναι παρεξηγημένη γιατί αποκομμένη από το υπόλοιπο κείμενο που τη συνόδευε μπορούσε εύκολα να παρερμηνευτεί.

Κρίνοντας εκ των υστέρων η φράση αυτή όπως απομονώθηκε δημιούργησε μεγάλο έλλειμμα αξιοπιστίας στις δύσκολες πολιτικές αποφάσεις που κληθήκαμε να πάρουμε μετά το ξέσπασμα της κρίσης.

Κλείνω με κάποιους προβληματισμούς.

Συμφωνώ με τον συγγραφέα ότι η κρίση δύσκολα θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.

Πολύ περισσότερο που μετά το 2007 αντί η κυβέρνηση Καραμανλή να εργαστεί για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την συγκράτηση των ελλειμμάτων κινήθηκε προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.

Λένε πολλοί, ειδικά από τη ΝΔ αλλά όχι μόνο, ότι αν από την πρώτη ημέρα που ανέβηκε το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση τον Οκτώβριο του 2009 είχε πάρει πολλά μέτρα, θα είχε αποφύγει η χώρα το πρώτο μνημόνιο.

Το λένε αυτοί που ήταν αντίθετοι στα μέτρα από την πρώτη ημέρα.

Άλλα ακόμη και έτσι, η άποψη αυτή δεν εξηγεί γιατί η Ιρλανδία και η Πορτογαλία που ακολούθησαν αυστηρή δημοσιονομική πολιτική για δύο χρόνια τελικά δεν απέφυγαν τα μνημόνια.

Άλλοι καταλόγισαν στο οικονομικό επιτελείο της περιόδου εκείνης – ειδική αναφορά κάνει και ο συγγραφέας- ότι σε μια δημοπρασία που έγινε τον Απρίλιο του 2010 έπρεπε να πάρει και τα 25 δις που θεωρητικά προσφέρθηκαν.

Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν υπήρξαν 25 δις.

Απλά στις δημοπρασίες οι μετέχοντες αυξάνουν την προσφορά για να πάρουν ένα μικρότερο μέρος από τα ομόλογα που ζητούν μέσω των προσφορών.

Ας υποθέσουμε ότι υπήρχαν τα 25 δις και τα απορροφούσε η χώρα όλα, τότε οι αγορές θα έβλεπαν ότι ενώ η Ελλάδα βγήκε για 5 δις πήρε 25 δις και θα καταλάβαιναν ότι το πρόβλημα της Ελλάδας είναι τεράστιο.

Στην επόμενη δημοπρασία θα ανέβαζαν κατακόρυφα τα επιτόκια και τότε η Ελλάδα θα έχανε την πρόσβαση από τις αγορές τη στιγμή που η ΕΕ δεν είχε ετοιμάσει ακόμη τον μηχανισμό.

Αυτό θα οδηγούσε την Ελλάδα σε άμεση χρεοκοπία.

Τώρα για τα χρήματα που θα μας έδιναν οι Ρώσοι, οι Κινέζοι και οι Άραβες, ας απαντήσουν τα δυο κόμματα που συγκροτούν την σημερινή κυβέρνηση γιατί δεν πήγαν σε αυτούς να δανειστούν και κατέφυγαν στο τρίτο μνημόνιο.

Τα ερωτήματα που θα έπρεπε να μας απασχολούν σήμερα είναι δύο.

Θα μπορούσε να αποφευχθεί το μέγεθος της κρίσης και να βγει και η Ελλάδα στις αγορές όπως συνέβη με την Πορτογαλία, Ιρλανδία και Κύπρο.

Εκτιμώ πως ναι.

Αν δεν υπήρχε η δημαγωγία και ο λαϊκισμός της αντιμνημονιακής ΝΔ με τα «Ζάππεια» και ο ακραία πολωτικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ και η διαίρεση της κοινωνίας σε «γερμανοτσολιάδες» – «μερκελιστές» από τη μία μεριά και «πατριώτες» – «αντιμνημονιακούς» από την άλλη.

Αν δεν υπήρχε η συνεχής αβεβαιότητα για το grexit που τροφοδοτούσαν οι αρνητικές δηλώσεις από το εξωτερικό και οι ακραίες πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις στο εσωτερικό της χώρας.

Αν υπήρχε σχέδιο και αποφασιστικότητα από την πλευρά της Ευρώπης από το 2010. Όπως έγινε αργότερα το 2012 με τον διοικητή της ΕΚΤ τον κ. Ντράγκι.

Ο λογαριασμός για την Ελλάδα μετά το 2014 ανέβηκε στα ύψη γιατί αρχικά η κυβέρνηση Σαμαρά στο πλαίσιο της στρατηγικής της «αριστερής παρένθεσης» απέφυγε να κλείσει την πέμπτη αξιολόγηση, ώστε να διευκολύνει την έξοδο της χώρας στις αγορές.

Μετά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με την αδιέξοδη διαπραγματευτική στάση του κ. Βαρουφάκη υποχρεώθηκε να επιβάλει τα Capital Controls, να κλείσει τις τράπεζες και να υπογράψει νέο μνημόνιο ύψους 86 δις.

Υπάρχει, έστω και τώρα, προοπτική εξόδου από την κρίση;

Θα συμμεριστώ την αγωνία του συγγραφέα.

Ναι, υπάρχει.

Αλλά πρέπει να γίνουν αλλαγές πολλές και κυρίως στους θεσμούς και στο πελατειακό κράτος το οποίο μας οδήγησε στην κρίση.

Δεν είναι εύκολο λέει, κλείνοντας το βιβλίο, αλλά δεν είναι και ακατόρθωτο.

Το βιβλίο του Γ. Παπαδογιάννη δεν χαϊδεύει, ξύνει πληγές και είναι, όπως είπα στην εισαγωγή, μια δημιουργική άσκηση αυτογνωσίας και ειδικά για αυτόν τον λόγο το συστήνω ανεπιφύλακτα.

Είναι μια δουλειά ενός από τους αξιότερους νέους δημοσιογράφους που αναδείχτηκε τα τελευταία χρόνια, χάριν στη συστηματική του δουλειά και το υπεύθυνο ρεπορτάζ του στα οικονομικά ζητήματα και ειδικότερα στο θέματα που αφορούν το τραπεζικό σύστημα.

Γιάννη, εύχομαι πάντα επιτυχίες και καλοτάξιδο το νέο σου βιβλίο.

Άρθρο στην huffingtonpost.gr

Οι αποφάσεις του Eurogroup της 24ης Μαΐου έχουν όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά αντίστοιχων αποφάσεων που αφορούσαν προηγούμενα ελληνικά προγράμματα. Με λίγα λόγια δεσμεύουν επί της αρχής τις χώρες της Ευρωζώνης και ειδικότερα τη Γερμανία αναφορικά με την ανάγκη να ληφθούν ουσιαστικές αποφάσεις για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Αλλά είναι αρκετά ασαφείς ως προς το ακριβές περιεχόμενο αυτών των παρεμβάσεων και την επίπτωση τους στη δυναμική του χρέους.

Τελικά, οι αποφάσεις αυτές είναι το αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού
, όχι ανάμεσα στις ανάγκες της Ελλάδας για επιστροφή στην ανάπτυξη και της εμμονής των χωρών που επιμένουν στη συνέχιση μιας περιττής επιπρόσθετης δημοσιονομικής προσαρμογής μετά από εννιά χρόνια ύφεσης.
Αλλά ενός συμβιβασμού μεταξύ της επιθυμίας της Γερμανίας να παραμείνει το ΔΝΤ στο Ελληνικό πρόγραμμα και της υποχώρησης του ΔΝΤ από τη θέση του ότι για να είναι αξιόπιστη η λύση για το χρέος θα πρέπει όλες οι αποφάσεις για αυτό να διευθετηθούν πριν το πέρας του προγράμματος το 2018 και να μειωθεί ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα άμεσα.

Με βάση τα προαναφερθέντα συνιστά πρόοδο το γεγονός ότι με καθυστέρηση οκτώ μηνών ολοκληρώνεται η πρώτη αξιολόγηση του τρίτου μνημονίου και εκταμιεύονται αλλά με όρους ποσά για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών. Οι αποφάσεις για το χρέος φαίνεται να πηγαίνουν πιο μακριά από όσο θα επιθυμούσε η Γερμανία αφού πλέον αναγνωρίζεται ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ 15-20% του ΑΕΠ και θα εξεταστεί η δυνατότητα ενεργοποίησης αυτόματων σταθεροποιητών που θα διευκολύνουν στη στόχευση αυτή.

Οι αποφάσεις για το χρέος φαίνεται να πηγαίνουν πιο μακριά από όσο θα επιθυμούσε η Γερμανία αφού πλέον αναγνωρίζεται ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ 15-20% του ΑΕΠ και θα εξεταστεί η δυνατότητα ενεργοποίησης αυτόματων σταθεροποιητών που θα διευκολύνουν στη στόχευση αυτή.

Όμως υπολείπονται της πρότασης του ΔΝΤ να συγκρατηθούν οι χρηματοδοτικές ανάγκες μέχρι το 2040 κάτω από το 10% του ΑΕΠ.

Παραμένει αναπάντητο το ερώτημα αν οι αποφάσεις αυτές καλύπτουν τις ανάγκες και τις προτεραιότητες της χώρας και των πολιτών για γρήγορη επιστροφή στην ανάπτυξη, δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και ασφαλή έξοδο στις αγορές. Η επιστροφή της Ελλάδας σε διατηρήσιμη ανάπτυξη προϋποθέτει μεταξύ άλλων και την εξάλειψη δύο κινδύνων:

  • Ο πρώτος κίνδυνος που επικρέμεται ως απειλή είναι ο συναλλαγματικός κίνδυνος. Οι αγορές εξακολουθούν να πιστεύουν ότι το grexit είναι ένα πιθανό ενδεχόμενο.
  • Ο δεύτερος κίνδυνος είναι ότι η Ελλάδα έχει παγιδευτεί σε ένα φαύλο κύκλο στασιμο-αποπληθωρισμού που καθηλώνει τις όποιες προοπτικές εξόδου από την κρίση.

Οι δύο αυτοί κίνδυνοι επηρεάζουν αρνητικά την απόφαση των επενδυτών να προχωρήσουν σε επενδύσεις στην Ελλάδα, προϋπόθεση αναγκαία για τον διαρθρωτικό μετασχηματισμό της οικονομίας, την ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας της και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και νέων εισοδημάτων.

Οι αποφάσεις λοιπόν για το χρέος θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εξάλειψη του ασφάλιστρου κινδύνου που σχετίζεται με το grexit μόνο αν ήταν δεσμευτική η λήψη τους πριν το πέρας του προγράμματος. Αντίθετα, οι αποφάσεις παραπέμπουν σε οριστικοποίηση των μεσοπρόθεσμων παρεμβάσεων, που θα επιλεγούν για το χρέος, μετά το πέρας του προγράμματος.

Σε ό,τι αφορά το κρίσιμο ζήτημα της μείωσης του στόχου για πρωτογενή πλεονάσματα για να διευκολυνθεί η επιστροφή στην ανάπτυξη, το κείμενο των αποφάσεων ρητά αναφέρει ότι ο στόχος για 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2018 είναι σε ισχύ. Αφήνει ανοικτό το τι θα συμβεί μετά. Η πρόσφατη όμως ψήφιση μέτρων ύψους 3% του ΑΕΠ εκ των πραγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα τόσο το 2016 όσο και το 2017 να είναι έτη υφεσιακά ή, έστω, στασιμότητας, υπονομεύοντας περισσότερο την κοινωνική συνοχή και περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την ελευθερία της κυβέρνησης στην υλοποίηση των δεσμεύσεων του προγράμματος.

Πέρα από τους κινδύνους αυτούς η προσέλκυση ενός προγράμματος ιδιωτικών επενδύσεων ύψους 60 περίπου δις μέσα στην επόμενη τριετία προϋποθέτει και την αλλαγή στάσης της κυβέρνησης ως προς τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι ιδιωτικές επενδύσεις σε ανταγωνιστικούς τομείς της οικονομίας. Διότι επί του παρόντος η κυβέρνηση όταν δεν είναι αρνητική στις ιδιωτικές επενδύσεις υιοθετεί μια πολιτική που ευνοεί μόνο επενδύσεις που προσιδιάζουν σε αυτό που είναι πλέον γνωστό ως «παρεοκρατικός» καπιταλισμός.

Συμπερασματικά, αν ο στόχος των χθεσινών αποφάσεων ήταν να επηρεαστούν θετικά οι προσδοκίες των αγορών σε ό,τι αφορά τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και την προετοιμασία εξόδου της στις αγορές τότε είμαστε αρκετά μακριά από την επίτευξη του. Είναι πολύ πιθανόν, αυτή η «έλλειψη αποφασιστικότητας» και «γενναιοδωρίας» των δανειστών να ενσωματώνει την εκτίμηση τους ότι η Ελλάδα θα είναι ανέτοιμη να βγει στις αγορές μέχρι το 2018. Επομένως, εκτιμούν ότι θα χρειαστεί ένα νέο πρόγραμμα και για αυτό το λόγο μεταθέτουν για τότε τις οριστικές αποφάσεις για το χρέος.

 

 

 

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη για τις αποφάσεις του Eurogroup Δημοσιεύθηκε στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» το Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Οι αποφάσεις  του Eurogroup πρέπει να αξιολογηθούν με γνώμονα τη συνεισφορά τους στην προσπάθεια για επανεκκίνηση της οικονομίας και ασφαλή επιστροφή στις αγορές.

Η επανεκκίνηση της οικονομίας προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, και την οριστική αντιμετώπιση του προβλήματος του χρέους. Οι όποιες όμως σημαντικές αποφάσεις για το χρέος ληφθούν, θα εφαρμοστούν κυρίως μετά το 2018. Δυστυχώς, δεν μειώνεται ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα χαμηλότερα από το 3,5% του ΑΕΠ, ώστε να διευκολυνθεί η επιστροφή στην ανάπτυξη.

Αντίθετα,  τα δημοσιονομικά μέτρα ύψους 5,6 δις και ιδιαίτερα η αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων σε συνθήκες περιορισμένης ρευστότητας, με capital controls και υψηλή αβεβαιότητα, θα οδηγήσουν σε παράταση της ύφεσης που ξεκίνησε από το 2008.

Τις υφεσιακές συνέπειες των μέτρων μπορούν να ανασχέσουν μόνο οι ιδιωτικές επενδύσεις, οι οποίες δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και νέα εισοδήματα. Η κυβέρνηση όμως εξακολουθεί να είναι  επιφυλακτική ή αρνητική με τις ιδιωτικές επενδύσεις, καθυστερεί ή ακυρώνει μεταρρυθμίσεις και αποποιείται την ιδιοκτησία του προγράμματος. Έτσι, μειώνει  την αξιοπιστία του και τα όποια οφέλη από την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του τρίτου μνημονίου και την πιθανή απόφαση της ΕΚΤ να καταστήσει επιλέξιμα τα ελληνικά ομόλογα. Απόφαση, που θα οδηγήσει σε μείωση της εξάρτησης των τραπεζών από τον ELA, ενίσχυση της ρευστότητας και θα αυξήσει τις πιθανότητες συμμετοχής της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Η παράταση της ύφεσης βλάπτει την οικονομία, δυσκολεύει την έγκαιρη και ασφαλή έξοδο της χώρας στις αγορές και αφήνει την Ελλάδα να είναι η μόνη χώρα της ευρωζώνης που παραμένει σε πρόγραμμα.

Συνέντευξη στον Γιώργο Νούλη στην Εφημερίδα "Ελευθερία" Ο πρώην υπ. Οικονομικών εξηγεί στην "Ε" γιατί απέτυχαν τα δύο πρώτα μνημόνια, ποιες οι προϋποθέσεις για να πετύχει το τρίτο και πόσο κοντά είμαστε στο επόμενο…

» Το αν θα πάμε σε τέταρτο μνημόνιο θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις επιλογές της κυβέρνησης. Διότι τα μνημόνια ούτε σκίζονται ούτε καταργούνται με νόμους. Τα μνημόνια είναι αχρείαστα μόνο όταν έχεις μια οικονομία ανταγωνιστική, βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης και έχεις θέσει σε έλεγχο τα δημόσια οικονομικά της χώρας»…

Με τα λόγια αυτά και δίνοντας την προσωπική του εκτίμηση στα σενάρια των τελευταίων ημερών για το αν τελικά οδηγούμαστε σε συμφωνίες που υποκρύπτουν ένα νέο συμπληρωματικό μνημόνιο, ο Λαρισαίος πρώην υπουργός Οικονομικών Φίλιππος Σαχινίδης σε συνέντευξή του στην «Ε» αποτιμά τις αποφάσεις του πρόσφατου Eurogroup, αναδεικνύει τις προϋποθέσεις που θα διευκόλυναν την επιστροφή στην ανάπτυξη, εκφράζει τον προβληματισμό και την ανησυχία του για τις αντοχές της πραγματικής οικονομίας και της κοινωνίας μετά τη λήψη των τελευταίων μέτρων καθιστώντας όπως τονίζει δυσκολότερη την επίτευξη των στόχων…

Θεωρώντας τέλος πως η Ε.Ε. πρέπει να προχωρήσει σε πιο γενναίες αποφάσεις για το χρέος ο κ. Σαχινίδης εξηγεί γιατί είμαστε ακόμη η μόνη χώρα σε μνημόνιο, αναλύει τους λόγους που δεν πέτυχαν τα δύο πρώτα μνημόνια και αποκαλύπτει υπό ποιες προϋποθέσεις θα πετύχει το τρίτο…

* Κύριε Σαχινίδη πώς αποτιμάτε τις εξελίξεις από το πρόσφατο Eurogroup; Θεωρείτε πως μπορούν να συνεισφέρουν στην επανεκκίνηση της οικονομίας;

– Οι αποφάσεις του eurogroup πρέπει να αξιολογηθούν με γνώμονα τη συνεισφορά τους στην προσπάθεια για επανεκκίνηση της οικονομίας και ασφαλή επιστροφή στις αγορές. Η επανεκκίνηση της οικονομίας προϋποθέτει μεταξύ άλλων και την οριστική αντιμετώπιση του προβλήματος του χρέους. Όποιες όμως σημαντικές αποφάσεις για το χρέος ληφθούν, θα εφαρμοστούν κυρίως μετά το 2018. Αντίθετα, τα δημοσιονομικά μέτρα ύψους 5,6 δισ. και ιδιαίτερα η αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων σε συνθήκες περιορισμένης ρευστότητας, με capital controls, θα οδηγήσουν σε παράταση της ύφεσης που ξεκίνησε από το 2008. Τις υφεσιακές συνέπειες των μέτρων μπορούν να ανασχέσουν μόνο οι ιδιωτικές επενδύσεις οι οποίες δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και νέα εισοδήματα. Η κυβέρνηση όμως εξακολουθεί να είναι αρνητική ή επιφυλακτική με τις ιδιωτικές επενδύσεις. Η παράταση της ύφεσης βλάπτει την οικονομία και δυσκολεύει την έγκαιρη και ασφαλή έξοδο της χώρας στις αγορές.

* Συμμερίζεστε τη γενικότερη αισιοδοξία ότι είμαστε κοντά στο κλείσιμο της αξιολόγησης και στην οριοθέτηση ενός γενικού πλαισίου για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους;

– Με την κατάθεση και ψήφιση στο προσεχές διάστημα του πολυνομοσχεδίου για έμμεσους φόρους, «κόκκινα» δάνεια, νέο ταμείο ιδιωτικοποιήσεων και το μηχανισμό αυτόματης δημοσιονομικής προσαρμογής, η χώρα θα έχει ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το τρίτο Μνημόνιο έτσι ώστε στο επόμενο Eurogroup να κλείσει η πρώτη αξιολόγηση. Στο Eurogroup αυτό είναι πιθανό να εξειδικευτούν και οι αποφάσεις για τις ενέργειες ελάφρυνσης του χρέους. Οι κύριες παρεμβάσεις όμως στο χρέος φαίνεται ότι θα γίνουν μετά το 2018 όταν θα έχει τελειώσει το τρίτο Μνημόνιο.

* Η πολιτική σας εμπειρία και πολύ περισσότερο η θητεία σας σε οικονομικό υπουργείο σάς επιτρέπει να αποκηρύξετε την άποψη ότι η ανάληψη πρωτοβουλιών για τη διευθέτηση του χρέους δεν θα περάσει μέσα από σκληρότερα μέτρα; Αποκλείετε να υπάρξει ένα τέταρτο μνημόνιο που θα εξασφαλίζει την περαιτέρω χρηματοδότηση της οικονομίας έναντι νέων δεσμεύσεων για όσα δεν θα έχουν υλοποιηθεί και την επικαιροποίηση των απαιτήσεων;

– Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις του πρόσφατου Eurogroup η Ελλάδα καλείται να θεσμοθετήσει μέτρα ύψους 5,6 δισ. ευρώ προκειμένου να πετύχει τη δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 3,5% του ΑΕΠ το 2018. Σε περίπτωση απόκλισης από τον στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα η Ελλάδα δεσμεύτηκε ότι θα θεσμοθετήσει ένα αυτόματο μηχανισμό δημοσιονομικής προσαρμογής ώστε οι όποιες αποκλίσεις να αντιμετωπίζονται έγκαιρα. Αν λοιπόν υπάρξουν αποκλίσεις από τους στόχους για το 2016 τότε η χώρα θα πρέπει το 2017 να πάρει μέτρα – κυρίως περικοπές δαπανών – για να τις εξαλείψει. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που βρίσκεται σε μνημόνιο έξι χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου όταν όλες οι άλλες χώρες που μπήκαν σε μνημόνια έχουν πλέον πρόσβαση στις αγορές και επέστρεψαν σε ανάπτυξη.

Το αν θα πάμε σε τέταρτο μνημόνιο θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις επιλογές της κυβέρνησης. Διότι τα μνημόνια ούτε σκίζονται ούτε καταργούνται με νόμους. Τα μνημόνια είναι αχρείαστα μόνο όταν έχεις μια οικονομία ανταγωνιστική, βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης και έχεις θέσει σε έλεγχο τα δημόσια οικονομικά της χώρας.

 * Οι αντοχές της πραγματικής οικονομίας και της κοινωνίας μετά και το νέο ασφαλιστικό – φορολογικό διώχνουν τις ανησυχίες όσον αφορά στην ικανότητα της χώρας να αποπληρώσει το χρέος και να παράξει τα αναγκαία κατ΄ έτος πλεονάσματα;

– Θεωρώ ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να παράξει πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ για χρονικό διάστημα μιας δεκαετίας. Πολύ περισσότερο που η προσπάθεια αυτή στηρίζεται κυρίως στην αύξηση των φορολογικών συντελεστών σε μια περίοδο περιορισμένης ρευστότητας και περιορισμένης φοροδοτικής ικανότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ανείσπρακτες οφειλές προς το δημόσιο έχουν φτάσει τα 87 δισ. Εκτιμώ ότι η φοροδιαφυγή και η εισφοροδιαφυγή θα ενταθούν καθιστώντας δυσκολότερη την επίτευξη των στόχων.

Για αυτό θεωρώ ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να προχωρήσουν σε πιο γενναίες αποφάσεις για το χρέος ώστε ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα να είναι πολύ χαμηλότερος από το 3,5% του ΑΕΠ. Εμείς θα αναλάβουμε την ευθύνη για την ολοκλήρωση μεταρρυθμίσεων από τη δικαιοσύνη και τη δημόσια διοίκηση μέχρι τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Αυτό θα διευκόλυνε την επιστροφή στην ανάπτυξη και θα ενίσχυε την αξιολόγηση για τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους.

* Καθώς συμπληρώνονται έξι χρόνια από την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, γιατί νομίζετε πως Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της ευρωζώνης που παραμένει σε πρόγραμμα; Γιατί τα δύο πρώτα μνημόνια απέτυχαν να οδηγήσουν με ασφάλεια τη χώρα στις αγορές;

– Θα αναφερθώ στους τρεις σημαντικότερους κατά τη γνώμη μου παράγοντες. Ο πρώτος αφορά στην έλλειψη ή υπονόμευση κατά την πορεία εφαρμογής, της αξιοπιστίας των προγραμμάτων. Για παράδειγμα όταν η κ. Μέρκελ και ο κ. Σαρκοζί αποφάσισαν τον Οκτώβριο του 2010 στην Ντοβίλ ότι αν μια χώρα προσφεύγει στον ευρωπαϊκό μηχανισμό θα αξιολογείται πρώτα η βιωσιμότητα του χρέους της, αυτόματα ακυρώθηκε η αξιοπιστία του πρώτου ελληνικού προγράμματος που εγκρίθηκε τον Μάιο του 2010. Οι επενδυτές άρχισαν να ανησυχούν για το ενδεχόμενο «κουρέματος» του ελληνικού χρέους και πουλήσανε τα ομόλογα με αποτέλεσμα να ανεβούν ξανά τα σπρεντς τα οποία είχαν αρχίσει να πέφτουν μεταξύ Μαΐου και Οκτωβρίου του 2010.

Το δεύτερο ελληνικό πρόγραμμα είχε πρόβλημα αξιοπιστίας εξαιτίας του υψηλού δημοσιονομικού στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα, 4,5% του ΑΕΠ. Η Ελλάδα τα τελευταία σαράντα χρόνια ποτέ δεν πέτυχε τη δημιουργία τόσο υψηλών δημοσιονομικών πλεονασμάτων. Πώς θα τα πετύχαινε τώρα;

Ο δεύτερος παράγοντας σχετίζεται με την έλλειψη ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών συναινέσεων αναγκαίων για την αντιμετώπιση της κρίσης όπως φάνηκε και από την επιτυχή έξοδο τριών χωρών της ευρωζώνης από τα μνημόνια. Αναφέρομαι στις Ιρλανδία, Πορτογαλία και Κύπρο. Η άγονη αντιπολίτευση και ο στείρος αντιμνημονιακός λόγος αρχικά από τη ΝΔ με προγράμματα τύπου Ζαππείων και μετέπειτα από τον ΣΥΡΙΖΑ με τα προγράμματα Θεσσαλονίκης εξηγεί γιατί είμαστε ακόμη η μόνη χώρα σε μνημόνιο.

Τέλος, ένας άλλος παράγοντας σχετίζεται με τη λεγόμενη «ιδιοκτησία» του προγράμματος. Όλες οι κυβερνήσεις γνωρίζοντας το μεγάλο πολιτικό κόστος που συνεπαγόταν η εφαρμογή των όσων προβλέπονταν στο πρόγραμμα αντιμετώπιζαν τα προγράμματα ως κάτι που επιβλήθηκε από τους ξένους. Καμία όμως κυβέρνηση δεν κατάθεσε ένα δικό της πρόγραμμα με βάση το οποίο και για όσο θα διαρκούσε η εφαρμογή του, οι θεσμικοί δανειστές θα ήταν διατεθειμένοι να καλύψουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας για να αντιμετωπιστούν οι ανισορροπίες της οικονομίας.

* Το τρίτο μνημόνιο δεν μπορεί να βοηθήσει την ελληνική κυβέρνηση να χτίσει τo δικό της «success story» μέσω της συμμόρφωσης στο πρόγραμμα;

– Η χώρα μπορεί να επιστρέψει με ασφάλεια στις αγορές αρκεί η κυβέρνηση να εφαρμόσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε με την υπογραφή του τρίτου μνημονίου τον Αύγουστο του 2015 και να προχωρήσει σε όλες τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που θα καταργήσουν το πελατειακό κράτος που μας οδήγησε στην κρίση το 2009. Αν η χώρα έχει να επιδείξει αποτελέσματα στο πεδίο των μεταρρυθμίσεων τότε μπορεί να διεκδικήσει μείωση του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα και να διευκολύνει την επιστροφή στην ανάπτυξη. Και βέβαια έχει πολύ μεγάλη σημασία να εφαρμόζει τα όσα νομοθετεί. Γιατί πολλοί πιστεύουν ότι οι υποχρεώσεις της κυβέρνησης εξαντλούνται στην νομοθέτηση όσων δεσμεύσεων περιλαμβάνονται στο μνημόνιο. Όμως το μεγάλο πρόβλημα είναι η μη εφαρμογή τους –παρότι έχουν ψηφιστεί- όπως έχει πλέον φανεί από την εξαετή εμπειρία με τα Μνημόνια.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα “Καθημερινή” το Σάββατο 7 - Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Καθώς συμπληρώνονται έξι χρόνια από την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, τίθεται εύλογα το ερώτημα, γιατί η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της ευρωζώνης που παραμένει σε πρόγραμμα.

Αναζητώντας τους λόγους για τους οποίους τα δύο πρώτα Μνημόνια απέτυχαν να οδηγήσουν με ασφάλεια τη χώρα στις αγορές, καταλήγουμε στην διαπίστωση ότι είχαν πρόβλημα από την αρχή ή υπονομεύτηκε στην πορεία η αξιοπιστία τους. Οι αποφάσεις της Ντοβίλ υπονόμευσαν την αξιοπιστία του πρώτου Μνημονίου. Οι υπερβάλλουσες δημοσιονομικές στοχεύσεις υπονόμευσαν την αξιοπιστία του δεύτερου Μνημονίου.

Επομένως, η έξοδος στις αγορές μελλοντικά θα επιτευχθεί μόνο αν το τρίτο Μνημόνιο είναι αυξημένης αξιοπιστίας. Δυστυχώς όμως, και η αξιοπιστία του νέου Μνημονίου υπονομεύεται από μια ασύμβατη τριλογία που ενσωματώνει.

Συγκεκριμένα, με βάση τις επιδιώξεις\δεσμεύσεις θεσμικών δανειστών και των στοχεύσεων της ελληνικής κυβέρνησης διαμορφώνεται ένα τρίγωνο. Στην κάθε κορυφή του υπάρχει μία από τις ακόλουθες στοχεύσεις:

  • Συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα.
  • Ελαφριά ρύθμιση του χρέους.
  • Μέτρα 5,6 δις ευρώ αρκούν για επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ το 2018. Δεν χρειάζονται προληπτικά μέτρα.

Αυτές οι τρεις στοχεύσεις δεν μπορούν να συνυπάρξουν ταυτόχρονα. Για παράδειγμα, η ελαφριά ρύθμιση χρέους μπορεί να συνυπάρξει με μέτρα 5,6 δις ευρώ. Τότε όμως, δεν θα συμμετάσχει στο πρόγραμμα το ΔΝΤ, όπως έχει δεσμευτεί η κυβέρνηση με την επιστολή του Υπουργού οικονομικών κ. Τσακαλώτου.

Η παρουσία του ΔΝΤ στο πρόγραμμα μπορεί να διασφαλιστεί με μια ελαφριά ρύθμιση του χρέους αλλά όχι με μέτρα 5,6 δις ευρώ. Το ΔΝΤ θεωρεί αναγκαία  επιπλέον προληπτικά μέτρα ύψους 3,6 δις ευρώ.

Η κυβέρνηση όμως δεν δέχεται να νομοθετήσει τα προληπτικά μέτρα γιατί αυτά θα προκαλέσουν την ολική κατάρρευση της αφήγησής της για ηπιότερη προσαρμογή έναντι του δεύτερου προσράμματος και θα χάσει πολιτική στήριξη.

Μέτρα 5,6 δις μπορούν να συνυπάρξουν με το ΔΝΤ στο πρόγραμμα, αλλά όχι με μια ελαφριά ρύθμιση του χρέους. Το ΔΝΤ θεωρεί ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με μια γενναία ρύθμιση του χρέους, την οποία όμως δεν είναι διατεθειμένοι να προσφέρουν οι Ευρωπαίοι.

Το ΔΝΤ θεωρεί αδύνατη την επίτευξη από την Ελλάδα πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% του ΑΕΠ για μια δεκαετία. Έτσι, αντιπροτείνει γενναία ρύθμιση του χρέους και μείωση του στόχου για πρωτογενή πλεονάσματα στο 1,5% του ΑΕΠ.

Υπάρχουν τρεις έξοδοι από την ασύμβατη τριλογία. Η καθεμία με διαφορετικές συνέπειες για την αξιοπιστία του προγράμματος.

Η πρώτη έξοδος είναι η «απίθανη». Σε αυτή, το ΔΝΤ μένει εκτός προγράμματος. Αυτό δημιουργεί τεράστια προβλήματα στο εσωτερικό της Γερμανίας αλλά και της Ολλανδίας και Φινλανδίας, σε μια περίοδο έντονου ευρωσκεπτικισμού και στις τρεις αυτές χώρες.

Σε αυτό το ενδεχόμενο, η Ελλάδα θα καθυστερήσει να βγει στις αγορές. Ένα αμιγώς ευρωπαϊκό πρόγραμμα θα αντιμετωπιστεί με δυσπιστία. Είναι πιθανό να καταστεί αναγκαίο ένα τέταρτο πρόγραμμα.

Η δεύτερη έξοδος είναι η «αδύνατη». Η Ευρώπη δέχεται γενναία ρύθμιση του χρέους και μείωση των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα.

Σε αυτό το ενδεχόμενο, η Ελλάδα δίνοντας έμφαση στην ανάπτυξη και στις διαρθρωτικές αλλαγές θα μπορέσει να βγει στις αγορές πριν το 2018.

Αλλά οι Ευρωπαίοι δεν πρόκειται να δώσουν αυτήν την ευκαιρία στην Ελλάδα. Μόνος σύμμαχος της εδώ είναι το ΔΝΤ, το οποίο η κυβέρνηση έχει αναγάγει σε αντίπαλο.

Η τρίτη έξοδος είναι η «πιθανή». Η ελληνική κυβέρνηση υποχωρεί, δέχεται  προληπτικά μέτρα ύψους 3,6 δις και διασφαλίζει μια ελαφριά ρύθμιση του χρέους. Σε αυτή δεν περιλαμβάνονται ούτε ονομαστική περικοπή ούτε σταθεροποίηση των επιτοκίων.

Η αξιοπιστία του προγράμματος, σε αυτό το ενδεχόμενο, είναι χαμηλή. Κανείς δεν πιστεύει ότι η Ελλάδα μπορεί να δημιουργήσει πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ για μια δεκαετία.

Η βαρύτητα των μέτρων, κυρίως εισπρακτικού χαρακτήρα, σε συνδυασμό με τις αρνητικές τους επιπτώσεις στην ανάπτυξη θα δημιουργήσουν τεράστια πολιτικά προβλήματα στην κυβέρνηση.

Επιπρόσθετα, και με δεδομένο ότι η κυβέρνηση, όπως και οι προηγούμενες, δεν αποδέχεται την ιδιοκτησία του προγράμματος δύσκολα θα εφαρμοστούν οι όποιες μεταρρυθμίσεις προβλέπονται.

Διότι, η νομοθέτηση τους, ακόμη και αν γίνει χωρίς απώλειες για την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, δεν συνεπάγεται αυτόματα και την εφαρμογή τους, όπως έχουμε διαπιστώσει τα έξι αυτά χρόνια των προγραμμάτων.

Όπως προειδοποιούσε ο Tomasso Padoa-Schioppa στην αρχή του πρώτου προγράμματος, “legislation is not implementation”. Επισήμανση που αγνοήθηκε συστηματικά και εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί είμαστε ακόμη η μόνη χώρα σε πρόγραμμα.

Οι προκλήσεις της «πιθανής» εξόδου από την ασύμβατη τριλογία είναι γνωστές στην κυβέρνηση και αυτές αξιολογεί πριν την οριστική λήψη αποφάσεων.

Η λήψη τους μετατίθεται, από τον περασμένο Οκτώβριο, από το ένα θρησκευτικό ορόσημο στο άλλο, παρατείνοντας την αβεβαιότητα, τροφοδοτώντας ξανά σενάρια για grexit. Όλα αυτά οδηγούν σε παράταση της ύφεσης, σε βάρος των προοπτικών της οικονομίας.

Η κυβέρνηση πριν από οκτώ μήνες έλαβε εντολή να οδηγήσει τη χώρα έξω από την κρίση. Σήμερα είναι αμφίβολο αν τελικά μπορεί να το κάνει.

Speech by Philippos Sachinidis PhD, Former Finance Minister of Greece 29th Liberty Forum, Porto Alegre 12 April 2016

Foto: Fernando Conrado/IEE

First of all, I would like to thank the organizers for their invitation to participate in such a distinguished panel to discuss the very challenging topic “why nations fail,” a topic that has puzzled both economists and politicians for many decades.

I am an economist, who served as a Deputy Minister, Alternate Minister and finally as a Minister for two and a half years at the Greek Ministry of Finance at a very critical juncture.

It was at a time when the global financial crisis had been transferred to Europe, Greek government bonds came under speculative attack, Greece lost access to capital markets and signed its first economic adjustment programme with the EU, the IMF and the ECB.

Today, I would like to share with you my views on the puzzle “why nations fail” based on our experience in Greece where, after a deep and prolonged depression that started in 2008, real GDP fell by 26%, unemployment rate is at 25%, pushing many people into poverty and increasing income inequality.

These are clear signs of a failure and although it is hard to consider Greece as a failed state, as it still stands within the group of the 30 most developed nations, there is always the risk of being trapped into a prolonged stagnation and deflation.

This will definitely cause Greece to lose its place among the 30 wealthiest nations and it will trap large segments of its population in chronic unemployment and poverty.

Today, I would like to argue that the economic problems of Greece are the immediate result mainly of an institutional failure along the lines proposed four years ago by Daron Acemoglu and James A. Robinson in their well-known book “Why Nations Fail”.

The authors argue that the key differentiator between countries is not capital, or culture, or geographical location or the existence of a team of technocrats that would advise benevolent politicians, but “institutions.”

Nations thrive when they develop “inclusive” political and economic institutions, and they fail when those institutions become “extractive” and concentrate power and opportunity in the hands of only a few.

“Inclusive economic institutions that enforce property rights, create a level playing field, and encourage investments in new technologies and skills are more conducive to economic growth than extractive economic institutions that are structured to extract resources from the many by the few,” they write.

In the case of Greece, economic institutions and other institutions such as social security and social partners were definitely not inclusive but extractive and this despite the fact that political institutions were inclusive.

The Greek political system up to 2009 was dominated by two parties and also exhibited one of the most polarized and divisive political cultures in Europe.

This may explain why political parties failed to introduce the much needed structural changes and protected extractive economic institutions that led at some point to the collapse of the Greek economy.

In order to understand how Greece has been trapped in stagnation as a result of its institutions’ failure I will try to answer two questions:

1)       How did Greece manage in 2009 to be in such an economic mess nine years after joining the European Monetary Union; and

2)       Why is Greece the only Eurozone country that is still under a programme and trapped in a recession for more than eight years?

Let me start with the first question.

Almost 20 years ago, a significant majority of Greek economists and the major political parties came to the conclusion that it would be to the benefit of Greece to join Economic and Monetary Union.

They did understand at the time that there was an urgent need to introduce politically-difficult structural changes. Their expectation was that by joining the EMU Greece would be keen to introduce the necessary changes through peer pressure.

However, nine years after joining the Euro Area, Greece was trapped in an unsustainable economic path with high twin deficits (specifically fiscal and current account deficits), high debt-to-GDP ratio and a deep recession.

The debt problem was initiated by the fiscal irresponsibility of the years before the emergence of the global crisis.

In almost every year until 2009, the government was running a deficit. In fact, a deficit that was increasing year after year post-2006.

As a result, while Greece joined the Eurozone with a debt-to-GDP ratio below 100% and despite an average annual growth rate of around 3.5% and extremely low interest rates in the nine year period 2000-9, the debt-to-GDP ratio rose to 127% in 2009.

In that year, the government deficit reached 15.3% of GDP and the current account deficit was at 12.5% of GDP.

In the spring of 2010, Greece lost access to capital markets and requested financial support from its European partners.

Europe established a special support mechanism along with the IMF.

In return for this financial support, Greece accepted to implement an Economic Adjustment Programme involving tough austerity and structural reforms.

With hindsight, an obvious question would be:

Was there no «alert mechanism» either at a country or at the European Union level to prevent the emergence of these economic imbalances which were not sustainable within a monetary union?

Here is where both institutions and markets failed to prevent these imbalances from emerging.

The major political parties and the economic elite failed to understand the complexities associated with monetary union membership and the implications of globalization.

Year after year, governments, both conservative and socialist, were presenting Parliament budgets with very ambitious fiscal targets.

Few majority MPs if any, were ready to raise doubts on the underlying assumptions and reject the budget on those grounds.

The opposition parties, as a rule, always rejected the budget, as did professional unions and professional associations arguing that it doesn’t support growth and social cohesion and that it is very restrictive i.e they were asking for even higher spending.

To understand why Greece failed to keep its public finances in order, we have to concentrate on the institutional framework for the budgetary process.

The European Commission in 2007 found that Greece had the weakest budgetary procedures among the 18 countries examined.

Before the 2009 crisis, almost a third of the general government revenues and expenditures were outside the budgetary process.

Government ministers acted and spent money as semi-autonomous state agents.

The political parties in their effort to win popular support were ready to introduce new social or investment programmes boosting public spending and introducing tax cuts at the same time, irrespectively of the economic cycle.

This is why Greece experienced deficits even during years of high growth.

Between 2001-2009, fiscal deficits were typically at least 70-80% higher than their targets.

Greece’s failure to keep its public finances in order was matched by a failure of European institutions, the very institutions responsible to assess the fiscal stance of Eurozone countries within the context of the Stability and Growth Pact.

Markets also failed to realize that the economic problems of Greece were severe and structural.

This is clear from the fact that until 2008, markets were lending Greece at rates close to those of triple-A Germany.

It was only after the global financial crisis of 2008 that markets started to question the fiscal position of Greece.

Greece’s government bonds spreads vis-a-vis Germany started to widen markedly.

By spring 2009 they stood around the level that prevailed before Greece joined EMU.

By April 2010, the spread was at 600 bps and Greece lost access to capital markets and had to sign an Economic Adjustment Programme.

In conclusion, Greek political and economic elites in the 90’s decided that Greece should join EMU in order to address Greece’s institutional failures with the hope that the new challenges Greece would face would bring about the reform of institutions.

However, as the Euro Area institutional framework was itself weak and incomplete, the Eurozone failed to trigger or enforce the transformation of the extractive Greek economic institutions.

At the same time, the two major parties of Greece and the small parties of the left opposed the transformation of the economic institutions that would facilitate the Greek economy to become an outward oriented economy.

In the view of many, clientelism is the main cause of the Greek crisis. Politicians were elected on the basis of promises for public-sector jobs and they were favoring an increase of the size of the public sector and disregarded efficiency issues.

At the same time, we had an electoral system favoring the alternance of the two largest parties that were both reluctant to introduce necessary reforms to facilitate creation of new wealth.

The regular alternation in power of the two rival parties made possible the distribution of political rents to society in an orderly and democratic way but also in a very expensive way, from a fiscal point of view.

Now moving to my second question:

2) Why is Greece the only Eurozone country that is still under a programme and trapped in a recession for more than eight years?

Out of the four Eurozone countries that signed adjustment programmes, Greece is the only country still under a programme, six years after signing the first adjustment programme in 2010.

This is despite the fact that fiscal consolidation was pretty much achieved already by the end of 2014. Greece has also balanced its chronic current account deficit.

Then how come Greece didn’t manage to get access to capital markets?

There are economic and political reasons that can explain Greece’s failure.

In the case of Greece, the initial macroeconomic imbalances were the worst in the Euro Area.

Greece within 5 years had to cut the fiscal deficit by 12 bps of GDP by introducing measures up to 18 bps of GDP.

Fiscal policy was extremely restrictive, a lot more than any other program country, in an environment of tight credit. As a result, recession deepened further and unemployment soared to 27%.

Markets therefore questioned the economy’s ability to grow again in such an environment, and more importantly they questioned the country’s ability to service its debt without growth.

In fact, the debt sustainability issue and the continuing fear of a Grexit were the two most important factors that prevented Greece from regaining market access.

A second reason relates to the structure of the Greek economy, which is a more closed economy, with consumption representing almost 70% of GDP.

Exports were only 20% of GDP and could not carry enough counter-weight to the reduction of domestic aggregate demand.

There is a big underground economy, many closed professions (lawyers, notaries, pharmacists etc) and many oligopolistic markets (dairy industry, oil industry etc) and economic oligarchs play a large role as they try to fortify extractive economic institutions. All these are obstacles to an immediate export-oriented growth strategy.

However, if we want to understand why Greece is still under programme, one has to focus on the constraints the political system imposes on the implementation of the adjustment programme.

From the very beginning, there was lack of political consensus on the need to correct economic imbalances and address the institutional failures.

This led to “lack of ownership” of the Programme over the whole 2010-2016 period even when conservatives came to power after the 2012 elections and currently with the new coalition government between leftists Syriza and populist right-wing Independent Greeks.

Hence we suffered from a lack of full and timely implementation of voted reforms as members of parliament were more concerned on raising their chances to get re-elected as MPs.

Between 2010-2011, the then governing party, PASOK, in which I participated, introduced a number of structural changes on product, services and labour markets.

As these measures have a huge cost, especially in a period of deep recession, the public support for the adjustment programme was not secured.

The political cost became evident in the 2012 national elections.

In the May and June 2012 elections PASOK paid a high cost as it lost almost ¾ of its share of vote of 2009.

Finally, Greece turned out to be a special case because although its economy was stabilized and began growing in 2014, uncertainty on continued EMU participation was raised by political developments in 2015.

The January 2015 elections brought a new coalition government of Syriza and Independent Greeks – which gambled in a protracted stand-off with the EU and wasted precious time in interminable discussions heightening uncertainty.

As a result the economy moved back to stagnation and they were forced to introduce capital controls in order to prevent the collapse of the Greek banking system.

In conclusion, Greece’s failure was mainly the result of the failure of the major political parties to reach a consensus on an adjustment programme that had to be implemented in order to regain access to capital markets.

From 2010, Greek political parties were being asked to implement a series of reforms that they themselves hadn’t shown the willingness to introduce in the past.

The Greek political system remains very confrontational and there is a lack of a consensus culture.

After the signing of the first programme, opposition parties failed – or were unwilling – to understand the severity of the crisis.

So instead, accused the government for agreeing with institutional creditors to sign the “wrong prescription” for the economy, giving too much emphasis on austerity and not on growth.

Within few years, austerity policies provoked a drastic change in the country’s political landscape.

PASOK, one of the two parties dominating Greek politics experienced a sharp electoral decline.

ND, the other large party suffered also a major decline.

The winners were: Syriza and Independent Greeks a nationalist–populist party that had split from ND.

These two parties that form the ruling coalition government today were elected with the promise to preserve extractive economic institutions.

It’s not a surprise that since 2010, we have had four elections (May and June 2012, January and September 2016) and one referendum, six PMs, two of them heading interim governments and nine Ministers of Finance.

So with regard to the question if growth can resume, I would say that I am rather skeptical.

Probably, this will not happen as long as the current government remains hostile to the idea of opening up the Greek economy and attracting private investment.

What is the lesson we can learn from the Greek experience as we try to answer the question “why nations fail”?

Greece’s failure is the outcome of a long process during which populism alternated with modernizing reformism.

The failure to make needed structural reforms in key areas such as pensions, justice, education, health, and public administration became a common characteristic of all governments in Greece.

Structural reforms were opposed by special interests in society and never fully implemented. Politicians and political parties who sought to introduce them were punished at the polls.

In countries where a polarized two-party system prevails, to achieve a sustainable growth path with social cohesion, it is necessary to transform their political institutions that will foster a pro-reformist political environment.

This is not an easy task and it will only take place when citizens realize that introducing promptly structural changes with an eye in social cohesion is the answer to their problems and not the cause of their problems.

Thank you for your attention.