Αρθογραφία - Συνεντεύξεις

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη στο Πολιτιστικό Κέντρο «Μελίνα Μερκούρη», Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Μια από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της μεταπολιτευτικής Ελλάδας υπήρξε η ομαλή λειτουργία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, με δύο ισχυρά κόμματα, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, να εναλλάσσονται στην εξουσία.

Για τους οικονομολόγους, που αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στο ρόλο των θεσμών και διερευνούν όρους και προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάπτυξη σε μία χώρα, η πολιτική σταθερότητα και η δυνατότητα επίτευξης ευρύτερων συναινέσεων μεταξύ των πολιτικών κομμάτων αποτελούν παράγοντες που συμβάλλουν θετικά στην αναπτυξιακή πορεία.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, σε όλη την περίοδο μέχρι και το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, διασφαλίστηκε η πολιτική σταθερότητα. Αυτό εξηγεί, ως ένα βαθμό, και τη σημαντική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου που επιτεύχθηκε στη χώρα κατά την 35ετία 1974-2009.

Δεν διαμορφώθηκαν όμως συνθήκες για συναίνεση ούτε σε ζητήματα που θα διευκόλυνε τα δύο κόμματα, όπως για παράδειγμα στο ασφαλιστικό. Αντί για συναινέσεις, είχαμε σκληρή πολιτική αντιπαράθεση, η οποία σε πολλές περιπτώσεις άγγιζε τα όρια της πόλωσης.

Αυτό εξηγεί γιατί δεν κατάφερε η χώρα να αντιμετωπίσει έγκαιρα πολλά σύνθετα προβλήματα και να πραγματοποιήσει έγκαιρα αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές σε έναν κόσμο που άλλαζε με τρομακτική ταχύτητα. Έτσι, σε συνδυασμό με τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό της περιόδου 2007-2009 οδηγηθήκαμε στην κρίση.

Παρ’ όλα αυτά, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ σε ορισμένες περιπτώσεις όπως για παράδειγμα σε μείζονα εθνικά ζητήματα ή στο ζήτημα ένταξης στην ΟΝΕ πέτυχαν τις αναγκαίες συναινέσεις.

Με το ξέσπασμα όμως της κρίσης, πέρα από τις μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές απώλειες, χάθηκε και η πολιτική σταθερότητα της μεταπολίτευσης. Μια από τις επιπτώσεις της κρίσης στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος υπήρξε η ανατροπή του δικομματισμού.

Η εκλογική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ μεταξύ 2012-2015 και η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε κυρίαρχη πολιτική δύναμη πέραν της Δεξιάς, οδήγησε στην εκτίμηση ή και την επιδίωξη ότι ο παλαιός δικομματισμός μπορεί να αντικατασταθεί από ένα νέο δικομματισμό με τον ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ.

Η εκτίμηση αυτή, στηρίζεται στις υποθέσεις ότι:

α) η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ σταδιακά θα γίνουν μεγάλα πολυσυλλεκτικά κόμματα ώστε να σχηματίζουν αυτοδύναμα κυβερνήσεις ή ότι θα χρειάζονται έναν μικρό εταίρο για το σχηματισμό κυβέρνησης.

β) ο χώρος της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας δεν θα μπορέσει να ανασυνταχτεί.

Σήμερα, είναι δύσκολο να γίνει πρόβλεψη για το ποια από τα οκτώ κόμματα της Βουλής θα συνεχίσουν να υπάρχουν στις επόμενες ή στις μεθεπόμενες εκλογές.

Μπορεί, όμως, να ισχυριστεί κάποιος, ότι ο κατακερματισμός των μεγάλων κομμάτων και η ανάδειξη νέων κατά την διάρκεια της κρίσης ήρθε για να μείνει.

Η εκτίμηση αυτή, στηρίζεται στην εμπειρία που υπάρχει από τις πολιτικές εξελίξεις και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης. Αυτό που φαίνεται είναι ότι τα «καθιερωμένα» κόμματα που ανήκουν στην ομάδα των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών από τη μία και του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος από την άλλη χάνουν σταθερά έδαφος. Η πτώση είναι πιο μεγάλη για τα Σοσιαλιστικά, Σοσιαλδημοκρατικά και Εργατικά κόμματα.

Ο μεγάλος κερδισμένος είναι κυρίως νέα εθνικιστικά, ξενοφοβικά και λαϊκιστικά κόμματα της Δεξιάς και σε ορισμένες περιπτώσεις λαϊκιστικά κόμματα της Αριστεράς.

Επομένως, η επιδιωκόμενη ανασύνταξη της πολιτικής σκηνής προς ένα νέο δικομματισμό είναι υπό αίρεση. Θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από την δυνατότητα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να βγάλει τη χώρα από την ύφεση και τη στασιμότητα και να προετοιμάσει το έδαφος για την επόμενη ημέρα.

Για να βγει όμως η χώρα από την κρίση, και να αντιμετωπίσει μεγάλα προβλήματα όπως το προσφυγικό, την αναθεώρηση του ασφαλιστικού συστήματος, τη θέσπιση ενός σταθερού φορολογικού πλαισίου κλπ, είναι αναγκαίες ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις.

Αυτές ήταν παρούσες σε όλες τις χώρες που βγήκαν από τα Μνημόνια, δηλαδή την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Κύπρο.

Για την Ελλάδα ειδικά θα ήταν χρήσιμο να επικεντρωθούμε στα συμπεράσματα από την εμπειρία της Κύπρου.

Εκτιμώ, ότι τα πολιτικά κόμματα, σε μεγάλο βαθμό, δεν έχουν κατανοήσει την απαξίωση που υφίστανται στη συνείδηση των πολιτών όσο αδυνατούν να απαντήσουν στα ερωτήματα:

  • Γιατί η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα από όσες μπήκαν σε πρόγραμμα, που παραμένει σε αυτό;
  • Γιατί η Ελλάδα, εννέα χρόνια μετά την έναρξη της ύφεσης, παραμένει σε ύφεση έχοντας χάσει πάνω από 25% του ΑΕΠ και με την ανεργία να παραμένει στο 25%;

Η απαξίωση αυτή, μπορεί να εξηγεί, γιατί το ποσοστό συμμετοχής στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 έπεσε περίπου στο 60%.

Ο κίνδυνος που διατρέχουμε αν τελικά επικρατήσει ο νέος δικομματισμός, είναι να οδηγηθεί η χώρα σε ακόμη μεγαλύτερες οικονομικές και πολιτικές περιπέτειες επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ δεν μπορούν να πετύχουν αυτές τις συναινέσεις. Για το λόγο αυτό, είναι αναγκαία η ανασύνταξη της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου απέδειξε ότι η αφήγησή του για την ύπαρξη ενός άλλου δρόμου ήταν κενή περιεχομένου.

Δεν μπόρεσε να καταργήσει το Πρώτο και Δεύτερο Μνημόνιο με άρθρο μονό.

Έφερε το Τρίτο Μνημόνιο με άρθρα πολλά και ιδεολογικό φορτίο πολύ πιο βαρύ από αυτό των δύο πρώτων.

Με το Τρίτο Μνημόνιο επισφραγίζεται ως αναγκαιότητα για τη οικονομική σταθερότητα της χώρας η δημιουργία επαρκών πλεονασμάτων.

Για να τα πετύχει αυτά η κυβέρνηση θα πάρει δημοσιονομικά μέτρα ύψους 5,5 δις, με έμφαση κυρίως στη φορολογία, σε μια περίοδο όπου οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των πολιτών προς την εφορία έχουν ξεπεράσει τα 85 δις.

Μάλιστα, μόλις προχτές, μάθαμε ότι η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε προσαρμογή των διεκδικήσεων της για το χρέος.

Η νέα θέση της κυβέρνησης είναι:

«Μείωση ονομαστικού χρέους της χώρας, γιόκ.

Τώρα, λοιπόν, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιχειρεί το χτίσιμο μιας νέας αφήγησης και αναζητεί εχθρούς.

Στη νέα αφήγηση, η διαπραγματευτική στάση της κυβέρνησης καθίσταται πλέον αυτοσκοπός, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, προκειμένου να παρατείνουν οι κυβερνητικοί εταίροι την παραμονή τους στην εξουσία και όχι μέσο για την βελτίωση των όρων της συμφωνίας και την επιτάχυνση της εξόδου από την κρίση.

Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση μιλά για συναινέσεις αλλά υπονομεύει την διαμόρφωση ευρύτερων συναινέσεων, καταγγέλλοντας όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις.

Η ΝΔ από την πλευρά της, όπως φάνηκε και από τη στάση της στο ασφαλιστικό ή το προσφυγικό, είναι δέσμια του λαϊκισμού.

Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να ζητάς συζήτηση για το ασφαλιστικό από μηδενική βάση, όταν είναι γνωστό ότι τη μεγαλύτερη πίεση ο κρατικός προϋπολογισμός τη δέχεται από τη στήριξη που παρέχει στα συνταξιοδοτικά ταμεία για να συνεχίσουν αυτά να παρέχουν συντάξεις.

Η μεγάλη ανατροπή στα σχέδια για το νέο δικομματισμό μπορεί να έρθει μόνο μέσα από την ανασύνταξη του χώρου της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας, η οποία είναι κατακερματισμένη.

Το τελευταίο διάστημα, κόμματα και κινήσεις του χώρου αυτού έχουν κατανοήσει ότι αν παραμείνει κατακερματισμένος, τότε δεν θα έχουν την παραμικρή δυνατότητα να εργαστούν για να διαμορφώσουν τους όρους και τις προϋποθέσεις για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Ούτε θα έχουν ρόλο στη χάραξη της πορείας που πρέπει να ακολουθήσει η Ελλάδα στην Μεταμνημονιακή περίοδο.

Είναι ευθύνη πλέον των Σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων να αναλάβουν πρωτοβουλίες για να ανασυντάξουν τον χώρο και να εργαστούν για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Η συζήτηση για την ανασύνταξη του χώρου θα βρει ανταπόκριση στην κοινωνία, αν οι κοινωνικές δυνάμεις που θέλει να εκφράσει η Σοσιαλδημοκρατία έχουν καταλήξει σε μια ενιαία αφήγηση για το πώς έφτασε η χώρα σε κατάρρευση. Έτσι μόνο, η νέα Σοσιαλδημοκρατία θα μπορέσει να συντάξει μια αξιόπιστη και ρεαλιστική πρόταση εξόδου από την κρίση αλλά και να δώσει ένα όραμα για την Ελλάδα μετά τα Μνημόνια.

Το θεσμικό έλλειμμα ήταν αυτό που επέτρεψε, σε μεγάλο βαθμό, τη δημιουργία των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και των ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που οδήγησαν στον αναγκαστικό δανεισμό.

Επομένως, η πρόταση της νέας Σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να στοχεύει στο γκρέμισμα του πελατειακού κράτους και στην οικοδόμηση της κοινωνικής εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.

Αποτελεί θετική εξέλιξη η ανάληψη πρωτοβουλιών για την ανασύνταξη του χώρου. Το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών αντιμετωπίζει θετικά κάθε ειλικρινή πρωτοβουλία για την ανασυγκρότηση του προοδευτικού χώρου.

Με όρους ισοτιμίας, χωρίς αποκλεισμούς, καλούνται σε συνεργασία οι δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται ότι ανήκουν στο χώρο του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού, του πολιτικού φιλελευθερισμού, της πολιτικής οικολογίας και της ευρωπαϊκής και μεταρρυθμιστικής Αριστεράς.

Οι προκλήσεις για την χώρα, οκτώ χρόνια μετά την έναρξη της ύφεσης και έξι χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου, παραμένουν μεγάλες. Οι πολίτες απογοητευμένοι από την μέχρι τώρα λειτουργία των πολιτικών δυνάμεων αναζητούν προοπτική. Τώρα που κατέρρευσαν οι μύθοι για εύκολες αντιμνημονιακές λύσεις, η χώρα έχει ανάγκη από δύσκολες αλήθειες και πολιτικές δυνάμεις που θα προχωρήσουν σε όλες τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές.

Να διευκολύνουμε τις παραγωγικές και καινοτόμες κοινωνικές δυνάμεις να επενδύσουν για να παράξουν πλούτο και να επιστρέψουμε σε βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Αυτή είναι η προϋπόθεση για δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και αντιμετώπισης των προβλημάτων κοινωνικής συνοχής που προκάλεσε η αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων κατά την περίοδο της κρίσης.

Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για τις δυνάμεις της Σοσιαλδημοκρατίας και ως προς την συνεισφορά μας σε αυτή την κατεύθυνση θα αξιολογηθούμε από τους πολίτες, ως μια αξιόπιστη πολιτική δύναμη που μπορεί να διεκδικήσει εντολή από τους πολίτες για να εργαστεί για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Μια από τις επιπτώσεις της κρίσης στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος υπήρξε η ανατροπή της μεταπολιτευτικής αρχιτεκτονικής όπου κυριάρχησε ο δικομματισμός με το ΠΑΣΟΚ και την ΝΔ.

Η εκλογική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ μεταξύ 2009-2015 και η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε κυρίαρχη πολιτική δύναμη πέραν της δεξιάς, οδήγησε στην εκτίμηση ότι ο παλαιός δικομματισμός μπορεί να αντικατασταθεί από ένα νέο δικομματισμό με τον ΣΥΡΙΖΑ και την ΝΔ.

Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται στις υποθέσεις ότι:

α) η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ σταδιακά θα γίνουν μεγάλα πολυσυλλεκτικά κόμματα ώστε να σχηματίζουν αυτοδύναμα κυβερνήσεις

β) ο χώρος της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας δεν θα μπορέσει να ανασυνταχτεί.

Σήμερα είναι δύσκολο να γίνει πρόβλεψη για το ποια από τα οκτώ κόμματα της βουλής θα συνεχίσουν να υπάρχουν στις επόμενες η μεθεπόμενες εκλογές. Μπορεί όμως να ισχυριστεί κάποιος ότι ο κατακερματισμός των μεγάλων κομμάτων και η ανάδειξη νέων, ήρθε για να μείνει.

Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται στην εμπειρία που υπάρχει από τις πολιτικές εξελίξεις και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης.

Αυτό που φαίνεται είναι ότι τα «καθιερωμένα» κόμματα που ανήκουν στην ομάδα των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών από τη μία και του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος από την άλλη χάνουν σταθερά έδαφος. Η πτώση είναι πιο μεγάλη για τα Σοσιαλιστικά, Σοσιαλδημοκρατικά και Εργατικά κόμματα.

Ο μεγάλος κερδισμένος είναι κυρίως νέα εθνικιστικά, ξενοφοβικά και λαϊκιστικά κόμματα της δεξιάς και σε ορισμένες περιπτώσεις λαϊκιστικά κόμματα της αριστεράς.

Επομένως, η επιδιωκόμενη ανασύνταξη της πολιτικής σκηνής προς ένα νέο δικομματισμό είναι υπό αίρεση και θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από την δυνατότητα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να βγάλει τη χώρα από την ύφεση και τη στασιμότητα.

Για να βγει όμως η χώρα από την κρίση και να αντιμετωπίσει μεγάλα προβλήματα όπως το προσφυγικό, την αναθεώρηση του ασφαλιστικού συστήματος, τη θέσπιση ενός σταθερού φορολογικού πλαισίου κλπ, είναι αναγκαίες ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις. Αυτές ήταν παρούσες σε όλες τις χώρες που βγήκαν από τα μνημόνια.

Επομένως ο κίνδυνος που διατρέχουμε αν τελικά επικρατήσει ο νέος δικομματισμός, είναι να οδηγηθεί η χώρα σε περιπέτειες επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ δεν μπορούν να πετύχουν αυτές τις συναινέσεις.

Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου απέδειξε ότι η αφήγηση του για την ύπαρξη ενός άλλου δρόμου ήταν κενή περιεχομένου. Τώρα λοιπόν επιχειρεί το χτίσιμο μιας νέας αφήγησης… Κατ’ αυτήν, η διαπραγματευτική του στάση καθίσταται πλέον αυτοσκοπός, προκειμένου να παρατείνει την παραμονή του στην κυβέρνηση και όχι μέσο για την βελτίωση των όρων της συμφωνίας και την επιτάχυνση της εξόδου από την κρίση.

Μιλά για συναινέσεις αλλά υπονομεύει την διαμόρφωση ευρύτερων συναινέσεων καταγγέλλοντας όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις. Η ΝΔ από την πλευρά της όπως φάνηκε και από τη στάση της στο ασφαλιστικό ή το προσφυγικό είναι δέσμια του λαϊκισμού.

Η μεγάλη ανατροπή στα σχέδια για το νέο δικομματισμό μπορεί να έρθει μόνο μέσα από την ανασύνταξη του χώρου της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας η οποία είναι κατακερματισμένη.

Το τελευταίο διάστημα κόμματα και κινήσεις του χώρου αυτού έχουν κατανοήσει ότι αν παραμείνει κατακερματισμένος τότε δεν θα έχουν την παραμικρή δυνατότητα να εργαστούν για να διαμορφώσουν τους όρους και τις προϋποθέσεις για την έξοδο της χώρας από την κρίση. Ούτε θα έχουν ρόλο στη χάραξη της πορείας που πρέπει να ακολουθήσει η Ελλάδα στην Μεταμνημονιακή περίοδο.

Είναι ευθύνη πλέον των σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων την 12η ώρα να αναλάβουν πρωτοβουλίες για να ανασυντάξουν τον χώρο και να εργαστούν για την έξοδο της χώρας από την κρίση. Αποτελεί θετική εξέλιξη η ανάληψη πρωτοβουλιών για την ανασύνταξη του χώρου.

Το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών στα συμπεράσματα της σύσκεψης της 19 Μαρτίου 2016 επεσήμανε ότι αντιμετωπίζει θετικά κάθε ειλικρινή πρωτοβουλία για την ανασυγκρότηση του προοδευτικού χώρου. Με όρους ισοτιμίας χωρίς αποκλεισμούς καλούνται σε συνεργασία οι δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται ότι ανήκουν στο χώρο του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού, του πολιτικού φιλελευθερισμού, της πολιτικής οικολογίας και της ευρωπαϊκής και μεταρρυθμιστικής αριστεράς.

Οι προκλήσεις για την χώρα οκτώ χρόνια μετά την έναρξη της ύφεσης και έξι χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου παραμένουν μεγάλες. Οι πολίτες απογοητευμένοι από την μέχρι τώρα λειτουργία των πολιτικών δυνάμεων αναζητούν προοπτική.

Τώρα που κατέρρευσαν οι μύθοι για εύκολες αντιμνημονιακές λύσεις η χώρα έχει ανάγκη από αλήθειες και πολιτικές δυνάμεις που θα προχωρήσουν σε όλες τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές.

Να διευκολύνουμε τις παραγωγικές και καινοτόμες κοινωνικές δυνάμεις να επενδύσουν για να παράξουν πλούτο και να επιστρέψουμε σε βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Αυτή είναι η προϋπόθεση για δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και αντιμετώπισης των προβλημάτων κοινωνικής συνοχής που προκάλεσε η αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων κατά την περίοδο της κρίσης.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΣΑΧΙΝΙΔΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΠΑΤΡΩΝ «ΠΡΩΪΝΗ ΓΝΩΜΗ» την Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Κύριε Σαχινίδη η ελληνική κοινωνία «βράζει». Που βλέπετε να καταλήγει όλος αυτός ο θυμός και η αγανάκτηση του κόσμου για τις αδιάκοπες πολιτικές λιτότητας;

Η Ελλάδα το 2014 έχασε την ευκαιρία να κλείσει το δεύτερο πρόγραμμα και να αφήσει πίσω της τα μνημόνια, βγαίνοντας στις αγορές όπως το πέτυχαν και οι άλλες χώρες που ήταν σε πρόγραμμα.

Τα σφάλματα της κυβέρνησης Σαμαρά και η λαϊκιστική και δημαγωγική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ είχαν ως αποτέλεσμα, να μην κλείσει ποτέ η πέμπτη επισκόπηση του δεύτερου προγράμματος και η χώρα να βρεθεί μετέωρη όταν η βουλή απέτυχε να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας και πήγαμε σε εκλογές.

Υπενθυμίζω ότι, η χώρα δεν είχε πετύχει πρόσβαση στις αγορές αλλά ήταν και χωρίς πρόγραμμα καθώς αυτό τελείωνε το 2014. Στη συνέχεια, η αδιέξοδη διαπραγματευτική στρατηγική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που προέκυψε από το εκλογικό αποτέλεσμα του Ιανουαρίου 2015, οδήγησε το καλοκαίρι του 2015 στην επιβολή των capital controls, στην παράταση της ύφεσης για όγδοο χρόνο και στην υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου.

Ας αναρωτηθούμε λοιπόν όλοι – για να αποφασίσουμε πως πρέπει να κινηθούμε από εδώ και πέρα – που θα ήταν σήμερα η Ελλάδα αν από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε η κρίση το 2009 είχε κτιστεί ένα ευρύ μέτωπο πολιτικής συναίνεσης και συνεννόησης ώστε η χώρα να προχωρήσει στις αναγκαίες αλλαγές.

Η χώρα για να ξεφύγει από την κρίση πρέπει να αποκτήσει μια δυναμική και εξωστρεφή οικονομία έτσι ώστε ο ελληνικός καπιταλισμός να σταθεί ανταγωνιστικά στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Έτσι μόνο, θα αρχίσει η οικονομία να αναπτύσσεται, να δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας και να στηριχτούν όσοι έχουν ανάγκη.

 

Ολοένα και περισσότερα στελέχη και του Κινήματος μιλούν για την ανάγκη συγκρότησης ενός νέου ενιαίου μετώπου στο χώρο της Κεντροαριστεράς. Πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτό;

Ο χώρος των δυνάμεων του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού είναι κατακερματισμένος και η πορεία του φθίνει συνεχώς από το 2012 και μετά. Στις τελευταίες εκλογές, αθροιστικά όλες οι δυνάμεις του χώρου πέτυχαν το χαμηλότερο ποσοστό.

Πολιτικά ο μεγάλος κερδισμένος είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, στον οποίο μετακινήθηκε ένα σημαντικό ποσοστό των ψηφοφόρων του χώρου γιατί υποσχέθηκε ότι θα διαγράψει το χρέος, θα βάλει τέρμα στη λιτότητα και τα μνημόνια, θα διέγραφε χρέη νοικοκυριών και επιχειρήσεων στο όνομα της εντολής που θα έπαιρνε από τους πολίτες. Αν και η αφήγηση ήταν προβληματική και σαθρή, αφού, εντολή πολιτών είχαν και οι κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών οι οποίες με κανένα τρόπο δεν θα δεχόντουσαν να διαγραφεί το χρέος της Ελλάδας προς αυτές, εντούτοις οι ψηφοφόροι του χώρου απογοητευμένοι από την πολύχρονη κρίση μετακινήθηκαν προς το ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι, του έδωσαν τη δυνατότητα – δυο φορές – από κοινού με τους ΑΝΕΛ, να συγκροτήσει μια ετερόκλητη κυβερνητική συμμαχία για να υλοποιήσει όσα υποσχέθηκε.

Σήμερα η αντιμνημονιακή αφήγηση του ΣΥΡΙΖΑ αποδομείται, καθώς οι θέσεις του ισοπεδώνονται μπρος στην κυβερνητική πραγματικότητα αλλά την ίδια στιγμή αδυνατεί να καταθέσει μια ρεαλιστική πρόταση εξόδου από την κρίση. Έτσι, οι ψηφοφόροι του βλέπουν ότι, αντί να σκίσει τα μνημόνια υπέγραψε το τρίτο -αφού στο μεταξύ οδήγησε τη χώρα σε αδιέξοδες επιλογές.

Τώρα, λοιπόν, που κατέρρευσαν οι μύθοι της κρίσης, ήρθε η ώρα να συζητήσουμε από την αρχή για την ανασύνταξη της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας, η οποία καλείται σε αυτές τις συνθήκες να καταθέσει μια ρεαλιστική πρόταση εξόδου από την κρίση και ένα όραμα για την Ελλάδα μετά τα Μνημόνια.

 

Υπάρχει ενδεχόμενο συνεργασίας με τη «Δημοκρατική Συμπαράταξη»;

Ο Πρόεδρος του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών, πολύ πριν τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, είχε αναλάβει πρωτοβουλίες για συνεργασία του Κινήματος με τις πολιτικές δυνάμεις του χώρου επομένως και με τη Δημοκρατική Συμπαράταξη. Τελικά, όπως θυμάστε, στις εκλογές του Σεπτεμβρίου το ΠΑΣΟΚ αρνήθηκε τη συνεργασία με το Κίνημα, λέγοντας ότι το Κίνημα έπρεπε να διαλυθεί και τα στελέχη του να επιστρέψουν στο ΠΑΣΟΚ.

Το τι θα συμβεί στο μέλλον θα εξαρτηθεί από τους όρους και της προϋπόθεσης της συζήτησης για την ανασύνταξη της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας. Μια βασική προϋπόθεση για να προχωρήσουν οι συζητήσεις είναι, όσοι συμμετέχουν στις εργασίες για την ανασύνταξη –ανεξάρτητα από την παρούσα κομματική τους ή μη ένταξη – δεν θα ετεροπροσδιορίζονται ούτε θα φαντασιώνονται πως θα γίνουν υπουργοί του κ. Μητσοτάκη ή του κ. Τσίπρα, αλλά θα εργαστούν με υπευθυνότητα για την έξοδο της χώρας από την κρίση και την ανασύνταξη της Σοσιαλδημοκρατίας.

Αρκετοί αποδίδουν στον Πρόεδρο του Κινήματος Γιώργο Παπανδρέου, την είσοδο της Ελλάδας στα μνημόνια. Μήπως αυτός είναι ο κύριος λόγος που εκλογικά σημειώσατε μικρά ποσοστά;

Επτά χρόνια μετά τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό του 2009, στη δημόσια συζήτηση εξακολουθούν να παραμένουν ισχυρές διάφορες μυθοπλασίες για το ποια ήταν η πραγματική οικονομική κατάσταση της χώρας ιδιαίτερα την περίοδο μεταξύ 2007-2009, που τελικά οδήγησε την χώρα εκτός αγορών και σε αναγκαστικό δανεισμό από τους θεσμικούς πιστωτές. Μυθοπλασίες, που εξυπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες τόσο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ όσο και της ΝΔ.

Για την ιστορία λοιπόν, η χώρα μπήκε στα μνημόνια εξαιτίας της ανερμάτιστης διακυβέρνησης της χώρας από τη ΝΔ και τον Κώστα Καραμανλή την περίοδο 2004-2009, που οδήγησε το χρέος από τα 180 δις το 2004 στα 290 δις το 2009 και επέτρεψε το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών να φτάσει στο 14,5% του ΑΕΠ το 2007 και το δημοσιονομικό έλλειμμα στο 15,5% του ΑΕΠ το 2009.

Ο Γιώργος Παπανδρέου έχει λοιδορηθεί όσο κανείς άλλος πολιτικός στη μεταπολίτευση, προφανώς γιατί, την κρίσιμη στιγμή πήρε τις δύσκολες αποφάσεις για να σταθεί η χώρα. Να θυμίσω, ότι κάποιοι από τη σημερινή κυβέρνηση πρότειναν ως προτιμητέα λύση το 2010 να άφηνε τη χώρα να χρεοκοπήσει.

Σήμερα, που πλέον δοκιμάστηκαν όλοι και όλες οι φερόμενες ως εναλλακτικές προτάσεις, από τα Ζάππεια μέχρι και αυτές της Θεσσαλονίκης, βλέπουμε τα αποτελέσματα για τη χώρα.

Η αδυναμία να καταγράψουμε μια καλύτερη επίδοση στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 οφείλεται στο μικρό χρονικό διάστημα που είχαμε στη διάθεσή μας για τη μάχη των εκλογών, στην πτωτική πορεία όλου του χώρου καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ισχυρή δυναμική αλλά και σε λάθη δικά μας.

 

Το γεγονός ότι δεν συμμετείχατε στις εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου σας έχει αφήσει εκτός πολιτικού «κάδρου». Πώς θα επανακάμψετε;

Ο τρόπος για να επανακάμψει το Κίνημα στην πολιτική σκηνή περνά, κυρίως, μέσα από τη σκληρή και συστηματική δουλειά όλων των μελών του.

 

Ξεκινά η συγκρότηση, επί της ουσίας, του ΚΙΔΗΣΟ μέσω και του συνεδρίου. Ποιοι είναι οι βασικοί άξονες που θα καθορίσουν τις ιδεολογικές και πολιτικές θέσεις του Κινήματος;

Η συζήτηση στο Συνέδριο πρέπει να ξεκινά από το ερώτημα, αν οι κοινωνικές δυνάμεις που θέλει να εκφράσει το Κίνημα έχουν καταλήξει σε μια ενιαία αφήγηση για το πώς έφτασε η χώρα σε κατάρρευση. Έτσι μόνο, θα μπορέσει να συντάξει μια αξιόπιστη και ρεαλιστική πρόταση εξόδου από την κρίση αλλά και ένα όραμα για την Ελλάδα μετά τα μνημόνια.

Το θεσμικό έλλειμμα ήταν αυτό που επέτρεψε, σε μεγάλο βαθμό, τη δημιουργία των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και των ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που οδήγησαν στον αναγκαστικό δανεισμό.

Επομένως, η πρότασή μας για την επόμενη ημέρα πρέπει να βάζει στο επίκεντρο των προτεραιοτήτων μας την εξάλειψη του πελατειακού κράτους και την οικοδόμηση της κοινωνικής εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.

Πρέπει, επίσης, να προσδιοριστεί με σαφήνεια το ποιους αφορά, γιατί δεν μπορεί να αφορά όλους. Η συζήτηση αυτή πρέπει να αφορά όλους, όσοι:

  • πρεσβεύουν τις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας, της αλληλεγγύης και του σεβασμού στο περιβάλλον,
  • πιστεύουν ότι μόνο οι αγορές δεν οδηγούν πάντα στα καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα και άρα χρειάζονται κανόνες, θεσπιζόμενοι από ένα σύγχρονο επιτελικό κράτος που θα παρακολουθεί την εφαρμογή τους,
  • ιεραρχούν σαν προέχουσα επιλογή την παραγωγή, ώστε να διασφαλισθεί η αναδιανομή,
  • έχουν απαλλαγεί από το σύνδρομο του κρατισμού αλλά ταυτόχρονα θέτουν ως πρωταρχική προτεραιότητα τη μείωση των ανισοτήτων,
  • αντιλαμβάνονται ότι η κρίση υπήρξε το αποτέλεσμα του πελατειακού κράτους και της αδυναμίας της ελληνικής οικονομίας να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ΟΝΕ,
  • υπερασπίζονται την ανάγκη για έγκαιρες προοδευτικές μεταρρυθμίσεις ώστε η χώρα να διεκδικεί επάξια το δικό της μερίδιο στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας,
  • αντιστέκονται στις σειρήνες του λαϊκισμού αλλά αγαπούν και σέβονται ότι είναι λαϊκό.

Άρθρο του Φίλιππου Σαχινίδη στην «Εφημερίδα των Συντακτών», την Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Η διαρκής αβεβαιότητα σε ότι αφορά τις προοπτικές της χώρας επιταχύνει τις πολιτικές εξελίξεις και ωθεί σε αναζήτηση νέων σταθερών. Σε αυτό το περιβάλλον πυκνώνουν οι συζητήσεις για την ανασύνταξη της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας.

Η συζήτηση αυτή πρέπει να ξεκινά από το ερώτημα, αν οι κοινωνικές δυνάμεις που θέλει να εκφράσει η σοσιαλδημοκρατία έχουν καταλήξει σε μια ενιαία αφήγηση για το πώς έφτασε η χώρα σε κατάρρευση. Έτσι μόνο, η νέα σοσιαλδημοκρατία θα μπορέσει να συντάξει μια αξιόπιστη και ρεαλιστική πρόταση εξόδου από την κρίση αλλά και ένα όραμα για την Ελλάδα μετά τα Μνημόνια.

Το θεσμικό έλλειμμα ήταν αυτό που επέτρεψε, σε μεγάλο βαθμό, τη δημιουργία των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και των ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που οδήγησαν στον αναγκαστικό δανεισμό. Επομένως, η πρόταση της νέας σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να περιλαμβάνει μέτρα που θα χτυπήσουν στη ρίζα το πελατειακό κράτος και θα βοηθήσουν στην οικοδόμηση της κοινωνικής εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.

Πρέπει, επίσης, να προσδιοριστεί με σαφήνεια το ποιους αφορά, γιατί δεν μπορεί να αφορά όλους. Δεν μπορεί να αφορά αυτούς που ασπάζονται το δόγμα «εμ-εμ» (εμ έτσι – εμ αλλιώς). Η συζήτηση αυτή πρέπει να αφορά όλους, όσοι:

  • πρεσβεύουν τις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας, της αλληλεγγύης και του σεβασμού στο περιβάλλον,
  • πιστεύουν ότι μόνο οι αγορές δεν οδηγούν πάντα στα καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα και άρα χρειάζονται κανόνες, θεσπιζόμενοι από ένα σύγχρονο επιτελικό κράτος που θα παρακολουθεί την εφαρμογή τους,
  • ιεραρχούν σαν προέχουσα επιλογή την παραγωγή, ώστε να διασφαλισθεί η αναδιανομή,
  • έχουν απαλλαγεί από το σύνδρομο του κρατισμού αλλά ταυτόχρονα θέτουν ως πρωταρχική προτεραιότητα τη μείωση των ανισοτήτων,
  • αντιλαμβάνονται ότι η κρίση υπήρξε το αποτέλεσμα του πελατειακού κράτους και της αδυναμίας της ελληνικής οικονομίας να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ΟΝΕ,
  • υπερασπίζονται την ανάγκη για έγκαιρες προοδευτικές μεταρρυθμίσεις ώστε η χώρα να διεκδικεί επάξια το δικό της μερίδιο στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας,
  • αντιστέκονται στις σειρήνες του λαϊκισμού αλλά αγαπούν και σέβονται ότι είναι λαϊκό.

Εξίσου σημαντική, είναι η απάντηση στο ερώτημα της ταυτότητας των δυνάμεων της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας στο πλαίσιο της ιστορικής διάκρισης Αριστερά-Δεξιά. Η διάκριση αυτή παραμένει σε ισχύ στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα, με διαφορετικό όμως περιεχόμενο σε σύγκριση με το παρελθόν. Τα Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της Αριστεράς σε όλη την Ευρώπη – προφανώς και στην Ελλάδα, όπου την έννοια της Αριστεράς επιχείρησαν να μονοπωλήσουν κομμουνιστικά-κομμουνιστογενή κόμματα.

Όμως, η διάκριση αυτή από μόνη της, δεν αρκεί για να κατανοήσουμε τις τρέχουσες πολιτικές διεργασίες. Σήμερα, η πολιτική στάση των πολιτών προσδιορίζεται και από την θέση που έχουν έναντι του ευρωπαϊκού εγχειρήματος και της παγκοσμιοποίησης. Έτσι, στο εσωτερικό της Αριστεράς μπορεί κανείς να βρει κοινωνικές δυνάμεις που εναντιώνονται στις ευρωπαϊκές διεργασίες και αντιλαμβάνονται την παγκοσμιοποίηση μόνο σαν απειλή.

Οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων σε όλη την Ευρώπη τα εγκαταλείπουν γιατί θεωρούν ότι οι κυβερνητικές πολιτικές τους δεν τους προστάτευσαν από τους κινδύνους της παγκοσμιοποίησης ή προχώρησαν σε ριζική αναθεώρηση των κοινωνικών πολιτικών τους, ή ότι υποχώρησαν στις πιέσεις της συντηρητικής Ευρώπης για μια προσαρμογή με έμφαση στη λιτότητα.

Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι η στροφή στο Κέντρο, μακριά από ιδεολογικές και αξιακές αναφορές και πολιτικές, αλλά η ανανέωση της Σοσιαλδημοκρατίας με προτάσεις που απαντούν στις προκλήσεις που συνδιαμορφώνουν η παγκοσμιοποίηση και η συμμετοχή στην ΟΝΕ. Υποχρέωση, λοιπόν, των δυνάμεων αυτών, είναι να εκπονήσουν ένα πρόγραμμα για την αποκατάσταση της παραγωγικής ικανότητας της χώρας, ώστε ο ελληνικός καπιταλισμός να μπορεί να σταθεί ανταγωνιστικά στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Έτσι, θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας, θα ανασυνταχθεί το κοινωνικό κράτος και θα στηριχτούν όσοι έχουν ανάγκη. Η ελληνική σοσιαλδημοκρατία για να κερδίσει τη νέα γενιά πρέπει να παλέψει και για μια Ευρώπη της αλληλεγγύης και των κανόνων που θα ισχύουν για όλους, μικρούς και μεγάλους.

Σε αυτή τη βάση μπορεί κανείς να αξιολογήσει, με ποιες πολιτικές δυνάμεις μπορεί να συνεργαστεί για την έξοδο της χώρας από την κρίση. Με βάση τα δεδομένα πριν από την κρίση, η ΝΔ ήταν ο παραδοσιακός αντίπαλος και ο ΣΥΝ ο δυνητικός σύμμαχος.

Σήμερα, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ συμφωνούν στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας και στην παραμονή στην ευρωζώνη. Βεβαίως, η Ευρώπη που οραματιζόμαστε δεν είναι η ίδια με αυτή που οραματίζεται η ΝΔ και η οικογένεια του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, όπως φάνηκε από τη στάση που τήρησε στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης ή σε ζητήματα, όπως το προσφυγικό ή η κλιματική αλλαγή. Εμείς θέλουμε μια Ευρώπη των κανόνων, που θα στοχεύει τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη μείωση των ανισοτήτων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα είναι σε αναζήτηση ταυτότητας, καθώς οι ιδεοληπτικές προσεγγίσεις της αντιπολιτευτικής περιόδου ισοπεδώνονται μπρος στην σκληρή κυβερνητική πραγματικότητα. Το αν αποτελεί δυνητικό σύμμαχο θα εξαρτηθεί από την απόφασή του με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει και με ποιο όραμα για τη χώρα. Διαφορετικά, κινδυνεύει να μετεξελιχθεί από «ντεμέκ» Αριστερά σε «εμ – εμ» Αριστερά και να έχει την τύχη όσων η κρίση απότομα ανέβασε και κατέβασε.

Άρθρο στην Καθημερινή της Κυριακής

Η ​​Ελλάδα, επτά χρόνια μετά τον εκτροχιασμό των δίδυμων ελλειμμάτων το 2009, που την οδήγησε στον αναγκαστικό δανεισμό από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, κατάφερε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του δημοσιονομικού ελλείμματος και αυτού των εξωτερικών συναλλαγών. Ενώ οι άλλες χώρες που προσέφυγαν στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό είναι πλέον εκτός προγράμματος –η Κύπρος βγαίνει τον Μάρτιο– και έχουν θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η Ελλάδα, τον Αύγουστο του 2015, υπέγραψε το τρίτο μνημόνιο και είναι σε ύφεση.

Η χώρα μετά την επιβολή των capital controls θα καταγράψει αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, τόσο το 2015 όσο και το 2016, συμπληρώνοντας 9 χρόνια ύφεσης –μόνη εξαίρεση η οριακή αύξηση του ΑΕΠ το 2014– με σωρευτική απώλεια 26% του ΑΕΠ. Ετσι, η χώρα για πρώτη φορά στη μεταπολεμική περίοδο θα έχει χάσει μία ολόκληρη δεκαετία. Ο κίνδυνος που διατρέχει η Ελλάδα είναι να χαθούν όσα με θυσίες κατακτήθηκαν αν δεν επιστρέψει σε τροχιά σταθερής ανάπτυξης και καθηλωθεί σε στασιμότητα και υψηλή ανεργία. Η μετάβαση όμως σε σταθερή ανάπτυξη δεν είναι μια μηχανική διαδικασία. Η ανάπτυξη δεν διατάσσεται ούτε επιστρατεύεται ούτε νομοθετείται με ένα άρθρο. Προϋποθέτει πολιτική και κοινωνική ηρεμία, σταθερότητα και ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις για την πορεία και τις στρατηγικές επιλογές της χώρας. Η Ελλάδα μέσω των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων επιδιώκει να ενισχύσει τη δυναμικότητα αλλά και την παραγωγικότητα\ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Ομως η στρατηγική των μεταρρυθμίσεων θέλει χρόνο για να φέρει αποτελέσματα.

Σήμερα, η κατανάλωση παρά τη δεκαετή κρίση εξακολουθεί να αποτελεί περίπου το 70% του ΑΕΠ. Η συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής στην περίοδο 2016-2018, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα, εκ των πραγμάτων αποδυναμώνει τον ρόλο της κατανάλωσης στα επόμενα χρόνια για να συνεισφέρει στην επιτάχυνση της ανάπτυξης. Ενας τομέας της οικονομίας που μείωσε τις αρνητικές επιπτώσεις των capital controls ήταν οι εξωτερικές συναλλαγές. Η καθίζηση των εισαγωγών κράτησε την ύφεση πολύ κάτω από το 1% για το 2015. Η ενίσχυση όμως της ανάπτυξης μέσω της τόνωσης των εξαγωγών προϋποθέτει χρόνο, αφού αυτές αποτελούσαν μικρό τμήμα της οικονομικής δραστηριότητας πριν από το ξέσπασμα της κρίσης.

Επομένως μεγάλη βαρύτητα στην αναπτυξιακή στρατηγική της χώρας αποκτούν οι επενδύσεις και ιδιαίτερα αυτές του ιδιωτικού τομέα. Η χώρα στα επόμενα τρία χρόνια χρειάζεται τουλάχιστον 60 δισ. επενδύσεις πέρα από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Η προσέλκυση όμως επενδύσεων σε τέτοια έκταση προϋποθέτει σημαντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις ικανές να αλλάξουν τους κανόνες του παιχνιδιού. Με τις μεταρρυθμίσεις αυτές θα μειωθούν τα ασφάλιστρα κινδύνου καθιστώντας τη χώρα πολύ πιο ελκυστικό προορισμό για επενδύσεις. Οι σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις είναι οι εξής:

1. Λειτουργική ανεξαρτησία και θεσμικές εξασφαλίσεις όσον αφορά τη λειτουργία των θεσμών και ειδικότερα την προστασία των επενδύσεων.

2. Σταθερό και προβλέψιμο φορολογικό πλαίσιο και ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης. Ενα φορολογικό νομοσχέδιο ανά 10ετία με αυξημένη πλειοψηφία.

3. Πλήρης διαφάνεια στο νομοθετικό έργο κάθε κυβέρνησης με λεπτομερή μελέτη δημοσιονομικών επιπτώσεων.

4. Διαφανές και εύρυθμο πλαίσιο αποκρατικοποιήσεων. Είναι καιρός να αμφισβητήσουμε το δόγμα σύμφωνα με το οποίο ό,τι είναι δημόσιο είναι και καλύτερο. Το κράτος καλείται να αναλάβει έναν επιτελικό ρόλο και να θεσπίζει κανόνες.

5. Ευέλικτος δημόσιος τομέας με χρήση νέων τεχνολογιών και διαρκή επιμόρφωση. Ηλεκτρονική διακυβέρνηση στον πυρήνα των λειτουργιών του Δημοσίου.

Επιπρόσθετα, η οικονομία έχει ανάγκη από νέα χρηματοδοτικά εργαλεία (ιδιωτικά και κρατικά κεφάλαια όπως private equity, ventures capitals κ.ά.) αλλά και από ένα υγιές τραπεζικό σύστημα που θα στηρίζει επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και θα «στρέψει» σημαντικό μέρος της πιστοδοτικής του ικανότητας προς τις νέες επιχειρήσεις που χρειάζεται η χώρα. Με αυτά τα νέα δάνεια θα βελτιωθεί η ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων, επιτρέποντας την περαιτέρω στροφή των τραπεζικών πιστώσεων προς επιχειρήσεις ανταγωνιστικές και εξωστρεφείς.

Οι τελικές ρυθμίσεις για τα «κόκκινα» δάνεια των επιχειρήσεων με τις οποίες θα ξεκινήσουν οι διαδικασίες εξυγίανσης των τραπεζικών χαρτοφυλακίων είναι κρίσιμες και καθοριστικές για την ανάκαμψη των τραπεζών και της οικονομίας. Με ένα υγιές και διάφανο πλαίσιο μπορεί να διασφαλιστεί ότι οι εταιρείες που θα εξαγοράσουν τα προβληματικά δάνεια των τραπεζών θα βοηθήσουν στην αναδιάρθρωση εταιρειών που βρέθηκαν εκτός λειτουργίας λόγω μεγάλων δανειακών βαρών αλλά παραμένουν ανταγωνιστικές. Κάποιες άλλες που δεν επιδέχονται αναδιάρθρωση και δεν είναι ανταγωνιστικές υποχρεωτικά θα κλείσουν. Ετσι, το τραπεζικό σύστημα από τη μεριά του θα δημιουργήσει προϋποθέσεις απορρόφησης των ζημιών από την έκθεσή του σε προβληματικά δάνεια και θα μπορεί να τροφοδοτήσει το νέο που γεννιέται.

Σταθεροποίηση της κατανάλωσης, μεγάλος όγκος νέων ιδιωτικών επενδύσεων και ταχεία αναδιάρθρωση χαρτοφυλακίου τραπεζών, άρση των capital controls, αποκατάσταση ρευστότητας των τραπεζών με ανάκτηση μεγάλου μέρους καταθέσεων και επιστροφή στη διατραπεζική αγορά αποτελούν προϋποθέσεις για σταθερή ανάπτυξη στο μέλλον, οριστική έξοδο από τα προγράμματα και επιστροφή στις αγορές. Ετσι, η ελληνική οικονομία θα μπορέσει να δημιουργήσει στα επόμενα χρόνια νέες θέσεις εργασίας και, βεβαίως, να αντιμετωπίσει τις ανισότητες που βάθυναν με την κρίση και να ενισχύσει τα εισοδήματα των εργαζομένων.

First of all, I would like to thank you for your invitation.

Over the period 2009 – 2012, I have served under different capacities at the Ministry of Finance in Greece. I would like to share with you the lessons, which we have learned out of this crisis.

Lesson No 1: A wrong diagnosis of the nature of the problem will always result in a wrong prescription.

Lesson No 2: The Euro crisis is the combined result of deficiencies in the institutional framework of the Euro zone — deficiencies that were known from the time of its inception — and the failure of the financial markets.

Lesson No 3: Grexit is not the answer to the Greek crisis.

Lesson No 4: Structural changes are necessary to improve growth prospects; but they need time to deliver results.

Lesson No 5: Now that we have almost balanced the primary deficit, it is about time to reconsider the speed of fiscal consolidation in order to give space to the economy to breath and to fight unemployment and rising inequalities.

Let me elaborate on these lessons.

Lesson No 1: A wrong diagnosis of the nature of the problem will always result in a wrong prescription. The dominant view is that the euro crisis is a debt crisis. The truth is that the euro crisis is not a debt sustainability crisis.

The average debt-to-GDP ratio in the Euro-zone is smaller compared to the Japanese or even the USA or the UK debt-to-GDP ratio. Even in major Euro-zone countries, the debt-to-GDP ratios were lower compared to those in the aforementioned countries.

If it had been, one would have expected Belgium or Italy, which entered the crisis with extraordinarily high debts, to request assistance. As it turned out, they made it through without economic adjustment programmes, while Ireland and Spain, which entered the crisis with low levels of sovereign debt, needed bail-outs.

The problem in Europe was one of massive capital flows across borders, which encouraged high levels of private borrowing in the economies that eventually got into trouble. When the global financial crisis — that started in USA in 2007-2008 and hit Europe via the UK and Ireland — generated a reversal in those flows, private borrowers and banks got into big trouble. That trouble translated into serious economic downturns and bank failures, both of which led to explosive growth in sovereign debt burdens.

It has been argued that Greek fiscal deficiencies caused the crisis in the Euro zone. However, Greece is a rather small economy and its debt is a very small proportion of the European debt.

It may be correct to argue that Greece has not been a fiscally-responsible country over the years before the crisis. But this was no excuse to punish a country and its citizens with punitive interest rates as happened with lending under the first programme.

Lesson No 2: The Euro crisis is the combined result of deficiencies in the institutional framework of the Euro zone — deficiencies that were known from the time of its inception — and the failure of the financial markets.

The absence of a fiscal union, the lack of the a federal agency to supervise European banks, the institutional prohibition of ECB to act as a lender of last resort in order to stabilize bond markets and banking systems, the failure of the European institutions to monitor closely the economies of the euro zone member countries, have among other factors contributed to the emergence of the euro zone crisis. The crisis will be resolved only when European countries will be ready to fully address these deficiencies.

Lesson No 3: Grexit is not the answer to the Greek crisis.

Almost 20 years ago, a significant majority of Greek economists came to the conclusion that it would be to the benefit of Greece to join EMU. Greece would lose the instrument of monetary and exchange rate policy but it was expected to gain in terms of monetary stability and growth prospects.

One can successfully argue that Greece did not, and probably still is not, meeting the theoretical criteria to belong to an optimum currency area (OCA). The theory of OCA was first published by Robert Mundell in 1961. It shows that countries could join a monetary union if the costs of doing so are lower than the benefits. The European Monetary Union (EMU), founded in 1999, is the most prominent example of the OCA theory.

Greek economists and political parties were aware that in a globalized economy Greece had to adapt and make its economy more competitive and outward oriented. They did understand at the time that there was an urgent need to introduce politically-difficult reforms. Their expectation was that by joining the EMU Greece would be keen to introduce the necessary reforms through peer pressure.

Nine years after joining the Euro Area, Greece was trapped in an unsustainable economic path with high fiscal and current account deficits, high debt-to-GDP ratio and a deep recession. The debt problem was initiated by the fiscal irresponsibility of the years before the emergence of the global crisis. In almost every year until 2009, the government was running a deficit. In fact, this was increasing year after year post-2006.

At that period, despite the fact that Greece was enjoying significant positive growth rates, the government debt increased from 180 bn euros in 2004 to 290 bn in 2009. As a result while Greece joined the Eurozone with a debt-to-GDP ratio below 100% and despite the high growth rates in the nine year period 2000-9, the debt-to-GDP ratio rose to 127% in 2009. In that year, the government deficit reached 15.7% of GDP, and not 6% as had been reported by the governing conservative party of New Democracy. The current account deficit in that year was almost 11% of GDP.

In 2009, Greece was in a recession for the second year in a row despite a doubling of the government deficit between 2007 and 2009 from almost 7% to 15.7% of GDP. Against Keynesian theory predictions, fiscal expansion not only failed to prevent recession but the recession deepened as the deficit was increasing. There is a number of studies, showing that fiscal spending under certain conditions might have a negative effect on growth. In Greece, public spending financed through borrowing mainly fed external imbalances.

In spring 2010, Greece experienced a sudden stop: it lost access to capital markets and requested financial support from its European partners. Europe established a special supporting mechanism along with the IMF. Greece accepted to implement an Economic Adjustment Programme in exchange for the financial support.

According to the first programme, Greece had to reduce its deficit below 3% of GDP by 2014, address the lack of competitiveness through major structural reforms and safeguard financial stability.

Over the first three years, the Greek government managed to reduce the fiscal deficit by 7 percentage points of GDP and introduced many substantial reforms, which in the discussions that are taking place these days are neglected or ignored. No surprise that later governments prone to clientelism tried to replace or dilute them.

In 2016, six years after the first programme was signed, Greece is back in recession and has a small primary deficit. This is so despite registering a small but positive growth rate in 2014 and a fiscal primary surplus in 2013 and 2014.

Even the current account deficit swung to a surplus; however mainly as a result of a decline in imports rather than an increase in exports. The elimination of the twin deficits (fiscal and current account) came at the expense of growth and employment. Over the eight years — the recession started two years before the first programme — Greece lost almost a quarter of its GDP and unemployment reached 27%.

One could argue that this happened because part of employment was in effect disguised unemployment — in either the quasi-public sector and/or the non-tradable sector — financed by borrowing. At the same period, all social indicators worsened.

Over the crisis, some economists, mainly Anglo-Saxons, have argued that a Greek exit from the Eurozone would benefit the growth prospects of the Greek economy. However, there are good reasons to argue that a Grexit will have disastrous consequences for the Greek economy and the living standards of Greeks.

I believe that after eight years of recession, there is an urgent need to be more sensitive on the issue of rising inequalities. And I am arguing that a Grexit, whether coordinated or not, will result in an increase of inequalities.

A Grexit would imply that Greece would default on a large part of its foreign debt. Without defaulting on a substantial part of debt service obligations, the combination of devaluation and recession would push the total external debt to even higher levels. As a result, Greece would have to produce greater and unattainable current account surpluses in order to meet foreign debt repayments. That is why Greece will have no other option but to default on part of its foreign loan obligations.

The argument that Greece’s exit from the Eurozone would enable the country to enhance the competitiveness of its economy through the devaluation of the currency has no real substance. Most of the key export sectors of the Greek economy, as well as a significant part of production intended for domestic consumption, rely on imported raw materials and imports of intermediate and capital goods, which would be difficult to acquire due to the limited access to foreign exchange.

With the country’s transition to the new currency, the living standards of Greeks will fall dramatically as their real income will fall. In distributional terms, the only groups that stand to gain from a Grexit will be wealthy Greeks, whose assets are already denominated in other currencies and reside abroad. The most vulnerable part of the population will be the first victim of a Grexit. That is why we should oppose recommendations for a Grexit or a break from participation in the Eurozone, as suggested by the German Minister of Finance.

Lesson No 4: Structural changes are necessary to improve growth prospects; but they need time to deliver results.

According to the OECD, Greece was among the countries that introduced a lot of structural changes. But in the same period, the recession was becoming deeper. As a result, citizens lost their faith on the effectiveness of the programme to move the Greek economy out of the recession. Therefore, there is a need to reconsider the growth strategy not by just arguing on the need of more structural changes. Returning to positive growth rates will make our fiscal consolidation easier and will change the view of the markets on the debt sustainability.

Lesson No 5: Now that we have almost balanced the primary deficit, it is about time to reconsider the speed of fiscal consolidation in order to give space to the economy to breath and to fight unemployment.

What is imperative for Greece is to put the economy on a path of sustainable growth. That is a pre-condition to help the most vulnerable part of the society by enabling them to get access to the job market.

As negotiations for the first review of the third programme — that was signed last August — are at their beginning, Greece needs:

  1. a) to design and implement a National Reform Programme with a stronger growth orientation and
  2. b) a decision for debt relief through lengthening bond maturities to 50-70 years and lowering interest rates.

It is correct that the debt-to-GDP ratio increased over the years of fiscal consolidation despite a substantial nominal haircut that took place by 2012. This was due to the recession but also to the fact that Greece continued to have deficits after the 2009 crisis and up to today.

Greece needs to present its own National Reform Programme to transform its economy to become more efficient and more outward oriented. It is important to be ready to introduce reforms in the pension system, judiciary system, in the functioning of the political system and public administration.

These are the major challenges that the current coalition government and the one before failed to address over the last few years. In reality, what we observed since June 2012 was an effort to re-establish a clientelist state. Even worse, since last year the new coalition government is nurturing the idea of an economy that will mainly be controlled by the state, leaving little room if any to private entrepreneurship.

In the meantime, unemployment rate is well above 25% with youth unemployment at 60%. We cannot accept youth unemployment at such levels as a natural phenomenon. The emergence of an extreme pro-nazi party in Greece is a very clear signal on the problems that might arise if we do not take concrete action to address youth unemployment.

In order for Greece to restore growth and address the issue of unemployment and social inequality, there is an urgent need to attract resources — i.e. private investment mainly in the tradable sector of the economy. That would allow the Greek economy to revive its productive potential and capacity — that was ruined during the period of the crisis — and to restore its competitiveness. Young Greeks deserve a better future and it’s our generation’s duty to set the conditions for that.

Συνέντευξη του Φίλιππου Σαχινίδη στο thecaller.gr, στον Δημήτρη Παπαγεωργίου, στις 25 Ιανουαρίου 2016

1) Ποιες θα πρέπει να είναι κατά τη γνώμη σας οι εξελίξεις για το μέλλον της Κεντροαριστεράς; Πως τάσσεστε στην πρόταση της Φώφης Γεννηματά;

 

Έξι χρόνια μετά την εκδήλωση της μεγαλύτερης μεταπολεμικής οικονομικής κρίσης στη χώρα ο χώρος της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, στις εκλογές του Σεπτέμβρη 2015, αθροιστικά κατέγραψε το χαμηλότερο ποσοστό. Σήμερα είναι κατακερματισμένος. Αν μείνει ως έχει κινδυνεύει με μεγαλύτερη συρρίκνωση. Αυτό εξηγεί σε ένα σημαντικό βαθμό τις αναζητήσεις για τους όρους και τις προϋποθέσεις ανασύνταξης του.

Σε αυτές τις δύσκολες όμως για τους πολίτες συνθήκες ο κόσμος έχει αρχίσει να κουράζεται από τη συνεχή συζήτηση για τις προοπτικές ανασύνταξης του χώρου αυτού. Γιατί μοιάζει με συζήτηση που δεν οδηγεί πουθενά.

Γιατί διαπιστώνει ότι ακόμη δεν έχουν γίνει κατανοητοί οι λόγοι που οδήγησαν την ελληνική σοσιαλδημοκρατία στην παρούσα κατάσταση. Δεν έχει συζητηθεί ποιες κοινωνικές συμμαχίες θέλει να εκφράσει σήμερα και με ποιο πολιτικό πρόγραμμα να τις οργανώσει μετά τις θεμελιακές κοινωνικές και οικονομικές ανακατατάξεις των τελευταίων χρόνων. Δεν έχει παρουσιάσει μια αξιόπιστη και ρεαλιστική πρόταση εξόδου από το Μνημόνιο αλλά ούτε και πως οραματίζεται την Ελλάδα μετά τα Μνημόνια. Ούτε ποιές αλλαγές είναι αναγκαίες ώστε να προστατευτεί η χώρα και να μην ξαναβρεθεί αντιμέτωπη με παρόμοια κρίση.

Όσοι λοιπόν αγωνιούν ειλικρινά για το μέλλον και την προοπτική του χώρου θα πρέπει να κατανοήσουν ότι τώρα ίσως είναι η τελευταία ευκαιρία για την ανασύνταξη του. Κάθε πρόταση για την ανασύνταξη του χώρου είναι ευπρόσδεκτη και επομένως και η πρόταση της κ. Γεννηματά. Όλες όμως πρέπει να αξιολογούνται ως προς τις απαντήσεις που προσφέρουν στο ερώτημα που θέλουμε να πάει ο τόπος ή τι θέλουμε να γίνουμε όταν μεγαλώσουμε. Γιατί μόνο έτσι θα κερδίσουν σε όρους αξιοπιστίας και θα δημιουργήσουν ακροατήριο ιδιαίτερα ανάμεσα στη νέα γενεά που φαίνεται ότι μας έχει γυρίσει την πλάτη. Στη συνέχεια μπορούν να συζητηθούν όλα τα υπόλοιπα ζητήματα που αφορούν την πορεία προς ένα ιδρυτικό συνέδριο αλλά και η εκλογή αρχηγού και επικύρωση θέσεων και ονόματος από τους πολίτες.

 

2) Ποιους θα πρέπει να περιλαμβάνει η νέα Κεντροαριστερά; Μπορείτε να μου αναφέρετε πρόσωπα και παρατάξεις;

 

Όλους όσους πιστεύουν στις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας της αλληλεγγύης και του σεβασμού στο περιβάλλον. Αυτούς που πιστεύουν ότι μόνο οι αγορές δεν οδηγούν πάντα στα καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα και χρειάζονται κανόνες που θα θεσπίζονται από ένα σύγχρονο επιτελικό κράτος που θα παρακολουθεί την εφαρμογή τους. Αυτούς που πιστεύουν ότι η παραγωγή πρέπει να προηγηθεί της αναδιανομής. Αυτούς που έχουν απαλλαγεί από το σύνδρομο του κρατισμού αλλά ταυτόχρονα θέτουν ως πρωταρχική προτεραιότητα τη μείωση των ανισοτήτων. Όσοι αντιλαμβάνονται ότι η κρίση υπήρξε το αποτέλεσμα του πελατειακού κράτους και της αδυναμίας της ελληνικής οικονομίας να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ΟΝΕ. Που υπερασπίζονται τη ανάγκη για έγκαιρες προοδευτικές μεταρρυθμίσεις ώστε η χώρα να διεκδικεί επάξια το δικό της μερίδιο στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Όσοι αντιστέκονται στις σειρήνες του λαϊκισμού αλλά αγαπούν και σέβονται ότι είναι λαϊκό. Πολίτες με αυτές τις αντιλήψεις είναι διάσπαρτοι σε πολλά διαφορετικά κόμματα. Επομένως, δεν είναι ζήτημα προσώπων ή πολιτικών παρατάξεων αλλά αξιών και αρχών που θέλουν να υπηρετήσουν για μια δικαιότερη κοινωνία με μικρότερες ανισότητες.

 

3) Ο κ. Θεοδωράκης προσκάλεσε συγκεκριμένα πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ στο Ποτάμι. Θεωρείτε ότι το Ποτάμι πρέπει να παίξει κύριο ρόλο σε αυτό το εγχείρημα;

 

Στο Ποτάμι αναζήτησαν πολιτική στέγη προοδευτικές κοινωνικές δυνάμεις που επιθυμούν την αλλαγή ή ενίσχυση των θεσμών, το μετασχηματισμό της οικονομίας ώστε να γίνει πιο ανταγωνιστική και εξωστρεφής. Είναι απόλυτα λογικό να προσδοκά κανείς και να επιθυμεί να συμμετάσχουν αυτές οι δυνάμεις στην ανασύνταξη του χώρου.

 

4) Πως θα πρέπει να οριοθετηθεί αυτή η νέα Κεντροαριστερά απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και την Νέα Δημοκρατία; Τι πιστεύετε για τον Αλέξη Τσίπρα και τον Κυριάκο Μητσοτάκη;

 

Με βάση τα δεδομένα πριν από την κρίση η ΝΔ ήταν ο παραδοσιακός αντίπαλος και ο ΣΥΡΙΖΑ ο δυνητικός σύμμαχος. Μετά από όσα έχουν συμβεί την τελευταία πενταετία και ειδικότερα μετά την εγκατάλειψη αρχικά από τη ΝΔ και πολύ πρόσφατα από τον ΣΥΡΙΖΑ των αντιμνημονιακών λαβάρων τα κόμματα αυτά από κοινού με τη ελληνική σοσιαλδημοκρατία συμφωνούν στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας και στην παραμονή στην ευρωζώνη.

Βεβαίως η Ευρώπη που οραματιζόμαστε δεν είναι κατ’ ανάγκη η ίδια. Ούτε έχουμε τις ίδιες ευαισθησίες ή προτεραιότητες σε πολλά ζητήματα όπως φάνηκε από την στάση που τήρησε η Ευρώπη στην οικονομική κρίση ή σε ζητήματα όπως το προσφυγικό ή η κλιματική αλλαγή.

Ο Συντηρητισμός είναι βραχυπρόθεσμα σαγηνευτικός αλλά μεσομακροπρόθεσμα καταστροφικός. Με τη ΝΔ οι διαφορές αφορούν την φορολογική πολιτική, τον έλεγχο των αγορών, τη αυστηρή οριοθέτηση σχέσεων εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας έναντι ισχυρών οικονομικών συμφερόντων, το ρόλο του κοινωνικού κράτους και των κοινωνικών δικαιωμάτων, την αναγκαιότητα στην άμεση αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων αλλά και την προστασία του περιβάλλοντος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ εκπροσωπεί τη Συντήρηση αλλά με άλλο πρόσημο. Με το ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν μεγάλες διαφορές ως προς το μέγεθος και το ρόλο του κράτους, των ιδιωτικών επενδύσεων ή ακόμη και τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν για να βγει η χώρα από την κρίση. Αλλά και ως προς τις αντιλήψεις για την άσκηση της εξουσίας, το σεβασμό στους θεσμούς τη διαφάνεια και τη λογοδοσία.

 

5) Αρκετοί πρώην σύντροφοι σας, βρίσκονται πλέον στον ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτούς θα έπρεπε να απευθυνθεί η νέα Κεντροαριστερά;

 

Είναι προφανές ότι οι ψηφοφόροι που οδήγησαν τον Σύριζα από το 3,5% το 2009 στο 35% το 2015 μπορεί να μετακινηθούν ξανά. Το πιο πιθανό είναι ότι καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ υποχωρεί συνεχώς σε σχέση με την αντιμνημονιακή αφήγηση που περίτεχνα οικοδόμησε από το 2010 μέχρι το 2015 θα χάνει υποστηρικτές. Πολλοί από αυτούς θα επαναπροσδιορίσουν τη στάση τους και πιθανότατα θα επιστρέψουν στο σοσιαλδημοκρατικό χώρο. Κάποιοι άλλοι μπορεί να προχωρήσουν σε ακραίες επιλογές.

Σε ότι αφορά τα στελέχη που προσχώρησαν στο ΣΥΡΙΖΑ στο όνομα μιας «ντεμέκ» προσήλωσης σε αριστερά ιδεώδη θα πρέπει να απαντήσουν αν σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα προλαβαίνουν να μετακινηθούν ξανά και να επιστρέψουν στο χώρο από τον οποίο ξεκίνησαν και εγκατέλειψαν στην πρώτη δυσκολία.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «Καθημερινή της Κυριακής» στις 27 Δεκεμβρίου 2015

Στο κλείσιμο του 2015 ξανασυζητάμε την ανάγκη παρέμβασης στο ασφαλιστικό μετά την πρωτοβουλία που πήρε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ στο πλαίσιο του τρίτου μνημονίου.

Σήμερα, το πρόβλημα του ασφαλιστικού, παρά τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, είναι μικρότερο ως προς το μέγεθος από εκείνο του 2009. Τότε, το ασφαλιστικό χρειαζόταν ετήσια ενίσχυση 18,5 δις ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό ενώ σήμερα χρειάζεται 10,5 δις ευρώ.

Τότε, έπρεπε να γίνουν παρεμβάσεις για να αποτραπεί μια αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης από τα 32 δις ευρώ το 2009 στα 48 δις ευρώ που θα έφθανε το 2015 με βάση τις μελέτες. Σήμερα είμαστε στα 28,5 δις ευρώ και αναζητείται σταθεροποίηση.

Η ανακοπή της εκρηκτικής πορείας των συνταξιοδοτικών δαπανών υπήρξε το αποτέλεσμα παρεμβάσεων της περιόδου 2010-2012 και του Ν.3863/2010. Η πολιτική άποψη όσων αντιτάχθηκαν στην αλλαγή που ήρθε με τον Ν.3863/2010 ήταν ότι το ελληνικό σύστημα ασφάλισης ήταν βιώσιμο σε αντίθεση με ό,τι υποστήριζαν μέχρι τότε όλοι οι διεθνείς οργανισμοί.

Όμως, όλες οι μελέτες έδειχναν ότι, εάν δεν γινόταν παρέμβαση στο ασφαλιστικό, σε βάθος χρόνου, οι δαπάνες για το ασφαλιστικό θα έφταναν στο 24% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο. Αντίθετα, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, οι προβλεπόμενες εισφορές δεν θα ξεπερνούσαν το 10% του ΑΕΠ. Αυτή η διαφορά ανάμεσα στις εισροές και τις εκροές θα οδηγούσε μαθηματικά σε κατάρρευση του ασφαλιστικού.

Μια δεύτερη κριτική επισήμανση προς όσους αντιδρούσαν στις αλλαγές του 2010 είναι ότι το ασφαλιστικό είναι άδικο και άνισο. Ο κρατικός προϋπολογισμός το 2009 έδινε 4,5 δισεκατομμύρια για περίπου 1,2 εκατομμύρια ασφαλισμένων του ΙΚΑ, αλλά έδινε 750 εκατομμύρια για 37.000 ασφαλισμένους στη ΔΕΗ. Πόσο δίκαιη είναι αυτή η ανισότητα στην κατανομή των ενισχύσεων κατά δικαιούχο;

Στο δημόσιο διάλογο για το ασφαλιστικό και τις λύσεις του, η συζήτηση επικεντρώνεται μονομερώς στην πλευρά των πόρων του συστήματος και όχι στις πληρωμές.

Είναι γεγονός ότι η εισφοροδιαφυγή είναι μεγάλη στην Ελλάδα αφού ως προς τα ασφαλιστικά έσοδα υστερεί σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες, περίπου 2,5-3,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, τόσο πριν από την κρίση όσο και μετά από την κρίση.

Σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη, οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης οδηγούν σταδιακά σε αύξηση της απασχόλησης και, επομένως, ενισχύονται τα έσοδα του συστήματος. Όμως, να υπενθυμίσω ότι το πρόβλημα με το ασφαλιστικό υπήρχε και σε εποχές που η ελληνική οικονομία έτρεχε με πραγματικούς ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 3%-4%.

Επομένως, η ανάπτυξη δημιουργεί πόρους για ένα βιώσιμο ασφαλιστικό, υπό την προϋπόθεση ότι η αρχιτεκτονική του ασφαλιστικού έχει στηριχτεί σε παραδοχές που ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα.

Αντίθετα, αν το ασφαλιστικό έχει περιορισμένα έσοδα και δαπάνες οι οποίες συνεχώς αυξάνονται, τότε δημιουργεί τεράστιες δημοσιονομικές πιέσεις, αφού η διατήρηση του επιπέδου των παροχών του προϋποθέτει συνεχώς στήριξη από τον κρατικό προϋπολογισμό. Με βάση τα παραπάνω τίθεται το ερώτημα αν η απουσία ουσιαστικής παρέμβασης στο ασφαλιστικό όλα αυτά τα χρόνια μπορεί να σχετίζεται με την κρίση δημόσιου χρέους ή όχι;

Με βάση τα δεδομένα του Οκτωβρίου του 2009, όταν ανέλαβα καθήκοντα στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, το ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόταν 1,5 δις ευρώ το μήνα ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καταβάλει τρέχουσες συντάξεις. Αυτό σημαίνει ότι χρειαζόταν 18 δις ευρώ το χρόνο.

Η στήριξη του προϋπολογισμού προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης ήταν της τάξης των 5,4 δις ευρώ ή 4% του ΑΕΠ. Το 2009, είχε φτάσει στα 18,9 δις ευρώ ή 8,2% του ΑΕΠ.

Αν είχε σταθεροποιηθεί η συνεισφορά του κρατικού προϋπολογισμού στα ονομαστικά επίπεδα του 2001, η χώρα θα είχε 75 δισεκατομμύρια λιγότερο χρέος σε σχέση με αυτό το οποίο είχε το 2009.

Με λίγα λόγια, ένα στα τέσσερα ευρώ που χρωστούσε η χώρα το 2009 οφείλονταν στο γεγονός ότι, τη δεκαετία του 2000, δεν προνόησαν οι κυβερνήσεις να ανακόψουν αυτήν την ανησυχητική πορεία αύξησης της χρηματοδότησης των ασφαλιστικών ταμείων από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Τελευταία, γίνεται αναφορά στις αρνητικές επιπτώσεις που είχε το PSI στα αποθεματικά του ασφαλιστικού και ότι η κατάρρευση του οφείλεται στο PSI. Μιλάνε για απώλεια της τάξης των 26 δις ευρώ πριν το PSI, όταν τα ομόλογα που είχαν όλα τα ασφαλιστικά ταμεία ήταν 25,4 δις ευρώ. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας από το PSI χάθηκαν 11,7 δις ευρώ. Τέλος, αποσιωπάται το γεγονός ότι ο κρατικός προϋπολογισμός από το 2010 μέχρι σήμερα έχει δώσει για το ασφαλιστικό 100 δις ευρώ, δηλαδή εννέα φορές περισσότερα από όσα χάθηκαν για το PSI.

Αφού έγιναν έξι παρεμβάσεις την τελευταία εικοσιπενταετία, γιατί σήμερα το ασφαλιστικό εξακολουθεί να έχει προβλήματα; Η απάντηση σε μεγάλο βαθμό σχετίζεται με συγκυριακούς παράγοντες:

  • Η ανεργία ανέρχεται στο 1,3 εκατ. άτομα και την τελευταία πενταετία μειώθηκαν σημαντικά οι μισθοί με αποτέλεσμα να μειωθούν σημαντικά τα ασφαλιστικά έσοδα.
  • Η οικονομία είναι σε ύφεση από το 2008 και πολλές επιχειρήσεις δεν αποδίδουν τις ασφαλιστικές εισφορές. Οι ανείσπρακτες απαιτήσεις φτάνουν τα 14,5 δις ευρώ
  • Η έλλειψη βεβαιότητας για το μέλλον και για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων είχε ως αποτέλεσμα πολλοί εργαζόμενοι να προσφύγουν στη σύνταξη και να αυξηθούν απότομα οι πληρωμές του συστήματος. Σύμφωνα με το σύστημα Ήλιος, σήμερα οι δικαιούχοι είναι 2.650.000, ενώ εκτιμήσεις που αναγράφονται στον τύπο, αναφέρουν ότι εκκρεμούν 173.000 αιτήσεις για κύριες συντάξεις με αχαρτογράφητο χρέος ύψους 2 δις ευρώ.

Αυτό, όμως, που είναι πιο ανησυχητικό είναι ότι περίπου το 50% από αυτούς που προσφεύγουν αυτή τη στιγμή στη σύνταξη είναι στην ηλιακή κατηγορία 51-61 ετών. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και σήμερα, οι παροχές του συστήματος εξακολουθούν να λειτουργούν ως κίνητρο για την έξοδο στη σύνταξη.

Άρα, είμαστε σε αναζήτηση μιας νέας παρέμβασης που θα θέσει σε σταθερή τροχιά το ασφαλιστικό, θα βοηθήσει στην επίτευξη βιώσιμων δημόσιων οικονομικών, προϋπόθεση για μετάβαση σε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Οι νέες προτάσεις πρέπει να συνοδεύονται από αριθμητικά παραδείγματα που θα καταδεικνύουν, μέσω μιας σύγκρισης με τις προβλέψεις του Ν.3863\2010, ποιες αλλαγές επέρχονται και πώς συγκρίνονται με αυτά τα οποία θα προέκυπταν από την εφαρμογή του Ν.3863\2010. Έτσι, θα ξέρει ο ασφαλισμένος τι ακριβώς αλλάζει και πως κατανέμονται τα βάρη.

Τότε και μόνον τότε, η νέα παρέμβαση θα βρει την ευρύτερη δυνατή κοινωνική συναίνεση, όταν θα γίνει σε συνθήκες απόλυτης διαφάνειας, χωρίς να συνεχίζει τις παθογένειες του παρελθόντος, όπου όσοι είχαν πρόσβαση σε πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων διασφάλιζαν τα προνόμιά τους.

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη σε εκδήλωση Πανεπιστημίου Αθηνών-Ένωσης για την Προάσπιση των Κοινωνικών Δικαιωμάτων

Έχουν συμπληρωθεί 25 χρόνια από τότε το ασφαλιστικό πρόβλημα βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης ως ζήτημα προς άμεση επίλυση. Έκτοτε αποτελεί προνομιακό πεδίο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης, άγονης όμως όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος.

Στην εικοσιπενταετία που μεσολάβησε έγιναν τουλάχιστον έξι παρεμβάσεις. Από αυτές οι παρεμβάσεις 1902/90 και 2084/92 συνδυαστικά έδωσαν ουσιαστική ανάσα στο ασφαλιστικό σύστημα. Η δεύτερη ουσιαστική παρέμβαση υπήρξε ο Νόμος 3863/2010 ο οποίος έδωσε προοπτική βιωσιμότητας στο ασφαλιστικό. Καθιέρωνε μια σχεδόν καθολική βασική σύνταξη και μια ανταποδοτική αναλογική σύνταξη.

Όριζε μια βασική σύνταξη ύψους 360 ευρώ το μήνα. Όσο για το ύψος της αναλογικής σύνταξης, αυτό εξαρτάται από τα έτη ασφάλισης και τις εισφορές (των ασφαλισμένων και των εργοδοτών τους).

Σε αντίθεση με την επικρατούσα άποψη η μεταρρύθμιση του 2010 δεν επιβλήθηκε από την Τρόικα αλλά ήταν πολιτική απόφαση της κυβέρνησης όπως και οι πρωτοβουλίες για μείωση των δαπανών των κλάδων υγείας των ταμείων κατά 4 δις ευρώ και ο έλεγχος των συντάξεων μέσα από την ΗΔΙΚΑ και των αναπηρικών από τα ΚΕΠΑ.

Αν μπορεί να γίνει κάποια κριτική στο Ν.3863 αυτή αφορά κυρίως τις υποθέσεις πάνω στις οποίες στηρίχτηκε –ως προς το ζήτημα της ανεργίας και της οικονομικής ανάπτυξης- οι οποίες όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξες.

Αυτό οδήγησε στη πολιτική απόφαση για μεγάλη μεταβατική περίοδο με εφαρμογή του νέου τρόπου υπολογισμού συντάξεων την 1η Ιανουαρίου 2015 και ο νέος τρόπος να έχει πλήρη εφαρμογή περίπου το 2030.

Οι παρεμβάσεις συνεχίστηκαν και μετά το 2010 με κυριότερη παρέμβαση τον 4052\2012 ο οποίος αφορούσε τα επικουρικά ταμεία.

Οι παρεμβάσεις με τους Ν. 2676\1999, Ν. 3029\2002 και Ν. 3655\2008 ήταν μικρότερης εμβέλειας και αφορούσαν κυρίως ζητήματα συγκεντροποίησης ασφαλιστικών ταμείων και εξομοίωσης στην αντιμετώπιση των ασφαλισμένων.

Σήμερα, στο κλείσιμο του 2015 ξανασυζητάμε για την ανάγκη παρέμβασης στο ασφαλιστικό μετά την πρωτοβουλία που πήρε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στο πλαίσιο του 3ου μνημονίου.

Να τονίσω ότι το πρόβλημα του ασφαλιστικού σήμερα παρά τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες είναι πολύ μικρότερο ως μέγεθος από εκείνο του 2009.

Τότε χρειαζόμασταν 18,5 δις από τον κρατικό προϋπολογισμό και σήμερα υπολογίζουμε σε 10,5 δισ. Τότε, έπρεπε να προχωρήσουμε σε παρεμβάσεις για να αποτρέψουμε μια αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης από τα 32 δις ευρώ το 2009 στα 48 δισ που θα έφθανε το 2015 με βάση τις μελέτες. Σήμερα είμαστε στα 28,5 δισ και αναζητούμε σταθεροποίηση.

Εύλογα, μπορεί να τεθεί το ερώτημα γιατί ήταν τόσο δύσκολο να γίνουν οι αναγκαίες αλλαγές στο ασφαλιστικό με αποτέλεσμα να μετατίθεται συνεχώς η επίλυση του;

Ο πρώτος λόγος είναι γιατί σε όρους πολιτικής οικονομίας η αδράνεια ωφελούσε τμήματα της κοινωνίας που είχαν δυναμική παρουσία και πελατειακούς μηχανισμούς παρέμβασης στα κόμματα εξουσίας και αντιπολίτευσης.

Κάθε φορά που ανοίγει η σχετική συζήτηση, τα κόμματα της αντιπολίτευσης πολλές φορές και της συμπολίτευσης αλλά και λαϊκιστές διαμορφωτές της κοινής γνώμης έκλειναν πονηρά το μάτι στους συνταξιούχους, λέγοντας τους ότι δεν χρειάζεται να γίνει καμία παρέμβαση. Τυπικό παράδειγμα η απόρριψη των προτάσεων Γιαννίτση το 2001.

Το αποτέλεσμα της αδράνειας, ήταν να φτάσουμε στο σημείο να γίνουν αναγκαστικά και βίαια οι παρεμβάσεις το 2010 και μετά, για να μπορεί το σύστημα να πληρώνει έστω και τις μειωμένες συντάξεις.

Η πολιτική άποψη όσων αντιτάχθηκαν στην αλλαγή αυτή ήταν ότι το ελληνικό σύστημα ασφάλισης ήταν βιώσιμο – σε αντίθεση με όλους τους διεθνείς οργανισμούς που το θεωρούσαν μη βιώσιμο– και ότι οι παρεμβάσεις αυτές ήταν το αποτέλεσμα κυρίως ιδεοληπτικών προσεγγίσεων.

Όμως όλες οι μελέτες που είχαν συνταθεί μέχρι τότε έδειχναν, ότι αν δεν γινόταν παρέμβαση τότε, σε μια δεκαετία οι δαπάνες για το ασφαλιστικό θα έφταναν στο 24% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο.

Αντίθετα, λόγω της ραγδαίας γήρανσης του πληθυσμού, οι προβλεπόμενες εισφορές δεν θα ξεπερνούσαν το 10% του ΑΕΠ. Αυτή η διαφορά εισροών – εκροών στο σύστημα θα οδηγούσε σε τρομακτικές συνθήκες.

Επομένως, η άποψη περί βιωσιμότητας όχι μόνο δεν τεκμηριώνονταν από κάποια μελέτη αλλά όσες υπήρχαν επιβεβαίωναν πόσο ανησυχητική ήταν η κατάσταση.

Η τελευταία μελέτη που έχει γίνει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (The 2015 Ageing Report, Economic and budgetary projections for the 28 EU Member States (2013-2060) δείχνει ότι οι συνταξιοδοτικές δαπάνες το 2013 ήταν στο 16,1% και ήταν οι υψηλότερες σε όλη την Ευρώπη παρά τις περικοπές. Ο μ.ο. στην ευρωζώνη ήταν 12,3%.

Η μεγάλη διαφορά οφείλεται και στην ύφεση που ξεκίνησε από το 2008 και έχει οδηγήσει σε απώλεια της τάξης του 26% στο ΑΕΠ όπως επίσης και στην αύξηση του αριθμού των συνταξιούχων.

Σύμφωνα με την έκθεση, από τις παρεμβάσεις της τελευταίας πενταετίας, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες θα μειωθούν σε λίγο πάνω από το 14% από το 2030 και μετά. Το ποσοστό αυτό θα είναι πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που θα είναι περίπου 13%.

Για να γίνει κατανοητό γιατί κερδίζει η αδράνεια είναι εξίσου αναγκαίο να δούμε και ποιοι ζημιώνουν από τη μη επίλυση.

Το λογαριασμό της μη αντιμετώπισης του ασφαλιστικού καλούνται να τον πληρώσουν:

Α)   Άμεσα οι φορολογούμενοι μέσω της αύξησης της φορολογίας προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η αύξηση συνεισφορών του προϋπολογισμού προς τα ασφαλιστικά ταμεία.

Β)   Έμμεσα, οι νεότερες και οι επερχόμενες γενεές αφού οι φορολογούμενοι κάθε περιόδου επιδιώκουν να μην καλυφθεί το σύνολο των βαρών από νέα αύξηση φορολογίας αλλά να γίνει μετάθεση τους στο μέλλον μέσω της συσσώρευσης χρέους.

Όσο λοιπόν η πρόσβαση μιας χώρας σε φθηνό χρήμα είναι διαθέσιμη τόσο πιο εύκολα μετατίθεται η λύση του προβλήματος. Η ένταξη λοιπόν στην ΟΝΕ είναι ο δεύτερος λόγος που κατέστη λιγότερη πιεστική η ανάγκη επίλυσης του προβλήματος. Διότι παρείχε τη δυνατότητα στη χώρα να αποκτήσει πρόσβαση σε δανεισμό από τις διεθνείς αγορές με χαμηλά επιτόκια.

Αντίθετα, η περιορισμένη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και το υψηλό κόστος δανεισμού της περιόδου πριν την ένταξη στην ΟΝΕ λειτουργούσαν περισσότερο πιεστικά στη λήψη αποφάσεων για να αντιμετωπιστεί το ασφαλιστικό που επιβάρυνε σταθερά το προϋπολογισμό.

Επομένως αυτοί που πληρώνουν το τίμημα της αδράνειας μέσω της συσσώρευσης χρέους και της αβεβαιότητας για τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα είναι οι κυρίως οι νέοι οι οποίοι δεν έχουν ουσιαστική δυνατότητα παρέμβασης στους πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων.

Θέλω, λοιπόν, να θέσω ένα ερώτημα.

Όταν μια γενεά μεταφέρει υπέρμετρα βάρη στην επόμενη γενεά, και με αυτό εννοώ βάρη που δεν δικαιολογούνται από την αρχή της διαγενεαλογικής αλληλεγγύης, πόσο «αριστερή» ή «κοινωνικά δίκαιη» μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η πολιτική;

Οι συντάξεις σήμερα στηρίζονται στις εισφορές αυτών που εργάζονται σήμερα. Αν, λοιπόν, αυτές είναι δυσανάλογες σε σχέση με τις εισφορές ή ανατραπεί η ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς που εργάζονται και εισφέρουν και σε αυτούς που είναι συνταξιούχοι, τότε το σύστημα καταρρέει και καμία σύνταξη δεν είναι εγγυημένη.

Και μια παρένθεση οι εγγυήσεις που παρέχει το Σύνταγμα για τις συντάξεις καμία ουσιαστική αξία δεν έχουν αν το κράτος δεν διαθέτει τους αναγκαίους πόρους για να χρηματοδοτήσει το ασφαλιστικό σύστημα.

Η ένδεια πόρων του ασφαλιστικού και του προϋπολογισμού οδήγησε σε περικοπές. Άρα, οι όποιες αποφάσεις του δικαστικού ελέγχου για ακύρωση τους δεν μπορεί να παραγνωρίζει τα αίτια που οδήγησαν σε αυτές τις περικοπές.

Τονίζω το σημείο αυτό γιατί δεν υπάρχει σταθερός κανόνας από την πλευρά του δικαστικού ελέγχου ως προς το ποιες περικοπές είναι συνταγματικές και ποιες όχι. Πράγμα που σε συνθήκες κρίσης οδηγεί σε απουσία ασφαλούς δημοσιονομικού προγραμματισμού εκ μέρους του νομοθέτη όταν οι περιστάσεις επιβάλλουν αλλαγή στις παροχές.

Μια δεύτερη κριτική επισήμανση προς όσους αντιδρούσαν στις αλλαγές του 2010 και τις επόμενες αφορά το ερώτημα αν το ασφαλιστικό σύστημα ως είχε διακρίνονταν για την διαφάνεια του και την ίση μεταχείριση των ασφαλισμένων.

Η πραγματικότητα όμως ήταν και σε μεγάλο βαθμό παραμένει ακόμη και σήμερα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το συνταξιοδοτικό σύστημα είναι άδικο, αφού το δικαίωμα στη σύνταξη δεν το καθόριζαν διαφανείς και ενιαίοι κανόνες για όλους τους εργαζόμενους, αλλά αδιαφανείς κανόνες, αποτέλεσμα συναλλαγών μεταξύ κομμάτων και εργαζομένων στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων.

Άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων του ΙΚΑ και άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων της ΔΕΗ και του ΟΤΕ. Άλλη η κατά συνταξιούχο ενίσχυση από τον προϋπολογισμό στο ΙΚΑ και άλλη στον συνταξιούχο των ταμείων, της ΔΕΗ και του ΟΤΕ.

Ο κρατικός προϋπολογισμός το 2009 έδινε περίπου 4,5 δις για 1,2 εκατομμύρια ασφαλισμένων του ΙΚΑ και 750 εκατομμύρια για 36.000 ασφαλισμένους της ΔΕΗ.

Αυτά τα χαρακτηριστικά του ασφαλιστικού συστήματος επηρέαζαν και τις επιλογές των εργαζομένων και συνέβαλαν στην διόγκωση του στρεβλού παραγωγικού προτύπου που έφερε τη χώρα στην κρίση του 2009.

Διότι οι πολίτες επέλεγαν να κινούνται προς θέσεις εργασίας στον μη ανταγωνιστικό και εσωστρεφή τομέα της οικονομίας ο οποίος διογκώθηκε σε τέτοια έκταση που το παραγωγικό πρότυπο της χώρας κατέστη μη βιώσιμο.

Δεν ήταν όμως μόνο άδικο το σύστημα, ήταν και σαθρό, αφού δεν υπήρχαν έλεγχοι για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά του ως προς τις κοινωνικές στοχεύσεις.

Παρά τις υψηλές παροχές του ασφαλιστικού συστήματος υψηλότερες από άλλες ευρωπαϊκές ήταν, μέχρι την εκδήλωση της κρίσης, αναποτελεσματικό ως προς το να προστατέψει τους δικαιούχους με ηλικία άνω των 65 από τη φτώχεια.

Η μη επίλυση του ασφαλιστικού δεν είναι χωρίς κόστος για την οικονομία και στις παρούσες συνθήκες υπονομεύει την προοπτική της σταθερής ανάπτυξης στο βαθμό που αφαιρεί δυσανάλογα μεγάλους πόρους από την οικονομία μέσω της επιβολής νέων φόρων.

Επιτρέψτε μου να εξηγήσω τη θέση αυτή.

Στη δημόσια συζήτηση για το ασφαλιστικό και τις λύσεις του επικεντρώνεται μονομερώς στην πλευρά των πόρων του συστήματος και όχι στις πληρωμές παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό πληρωμών στην Ευρώπη και επίσης το κράτος συνεισφέρει ως ποσοστό του ΑΕΠ περισσότερα για τη στήριξη του ασφαλιστικού από όσα άλλες χώρες στην Ευρώπη.

Ερχόμαστε λοιπόν στο κρίσιμο ερώτημα αυτό που αφορά τους πόρους του συστήματος.

Η κυρίαρχη σήμερα άποψη είναι ότι το ασφαλιστικό πρόβλημα μπορεί να λυθεί αν η χώρα επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και ταυτόχρονα επικεντρωθεί στη συλλογή των ασφαλιστικών εσόδων που διαφεύγουν ή επιβάλλει νέες εισφορές σε εισοδήματα για τα οποία δεν καταβάλλονται εισφορές.

Είναι γεγονός ότι η εισφοροδιαφυγή είναι μεγάλη στην Ελλάδα. Η Ελλάδα ως προς τα ασφαλιστικά έσοδα υστερεί έναντι των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών κατά 2,5-3,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σταθερά προ της κρίσης αλλά και μετά την εκδήλωση της κρίσης. Στο πεδίο αυτό έχουν γίνει ουσιαστικές παρεμβάσεις χωρίς όμως ουσιαστικά αποτελέσματα επί του παρόντος.

Σε ότι αφορά την ανάπτυξη είναι επίσης γεγονός ότι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης οδηγούν σταδιακά σε αύξηση της απασχόλησης και επομένως ενισχύονται τα έσοδα του συστήματος. Όμως το πρόβλημα στο ασφαλιστικό υπήρχε και όταν η Ελλάδα έτρεχε σε πραγματικούς όρους με 3-4% κατά μέσο όρο όπως συνέβαινε πριν την κρίση.

Επομένως η ανάπτυξη δημιουργεί πόρους για ένα βιώσιμο ασφαλιστικό υπό την προϋπόθεση ότι η αρχιτεκτονική του έχει στηριχτεί σε παραδοχές που ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα.

Αντίθετα, αν το ασφαλιστικό έχει περιορισμένα έσοδα έναντι αυξανόμενων δαπανών, τότε δημιουργεί τεράστιες δημοσιονομικές πιέσεις αφού η διατήρηση του επιπέδου των παροχών προϋποθέτει πρόσθετη ενίσχυση από τον προϋπολογισμό. Οι ανάγκες αυτές μπορεί να οδηγήσουν σε δημοσιονομική εκτροπή και τότε να χαθεί η προοπτική μιας βιώσιμης ανάπτυξης.

Τίθεται λοιπόν εύλογα το ερώτημα αν η απουσία ουσιαστικής παρέμβασης στο ασφαλιστικό τα προηγούμενα χρόνια σχετίζεται με την κρίση δημόσιου χρέους ή όχι;

Με βάση τα δεδομένα του Οκτωβρίου του 2009, όταν ανέλαβα καθήκοντα στο ΓΛΚ, το ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόταν 1,5 δις μηνιαίως ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καταβάλει τρέχουσες συντάξεις. Αυτό σημαίνει, ότι χρειαζόταν 18 δις το χρόνο.

Είναι ενδεικτικό, ότι όταν μπήκαμε στην ΟΝΕ, η στήριξη του προϋπολογισμού προς τους ΦΚΑ ήταν της τάξης των 5,4 δις περίπου ή 4% του ΑΕΠ. Το 2009 είχε φτάσει στα 18,9 δις ή 8,2% του ΑΕΠ.

Αν είχε σταθεροποιηθεί η συνεισφορά του προϋπολογισμού στο επίπεδο του 2001, η χώρα θα είχε περίπου 75 δις λιγότερο χρέος από αυτό που είχε το 2009.

Με λίγα λόγια, 1 στα 4 ευρώ περίπου που χρωστούσε η χώρα το 2009 οφείλονταν στο γεγονός, ότι τη δεκαετία του 2000 δεν προνόησαν οι κυβερνήσεις να ανακόψουν αυτή την ανησυχητική πορεία αύξησης της χρηματοδότησης των ταμείων από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Τελευταία γίνεται αναφορά, στις απώλειες που προκάλεσε το PSI στα αποθεματικά των ταμείων ως παράγοντα που ευθύνεται για την πορεία του ασφαλιστικού. Πρόκειται για φτηνό πολιτικάντικο λαϊκισμό και προκλητική άγνοια των πραγματικών δεδομένων που επιχειρεί να συσκοτίσει τα πραγματικά αίτια του ασφαλιστικού προβλήματος.

Μιλάνε για απώλεια ύψους 26 δις όταν πριν το PSI το σύνολο των ομολόγων των ταμείων ήταν 25,6 δις. Η αλήθεια είναι ότι η απώλεια ήταν της τάξης των 11,7 δις σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας και της Τράπεζας της Ελλάδος.

Θα μπορούσε να είχε ελαχιστοποιηθεί αν ορισμένες διοικήσεις ταμείων εισάκουγαν σχετικές συμβουλές για πλήρη αναπλήρωση των απωλειών. Για παράδειγμα η ΑΕΔΑΚ του ΙΚΑ δεν είχε καμία απώλεια αφού η αρχική απώλεια των 220 εκ ευρώ αναπληρώθηκε από ισόποσα κέρδη μετά τη ρευστοποίηση των ομολόγων EFSF που έλαβε με το PSI και την τοποθέτηση του σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου.

Αποσιωπάται το γεγονός ότι ο κρατικός προϋπολογισμός από το 2010 και μετά και παρά τις παρεμβάσεις συνεισέφερε περίπου 100 δις για τη στήριξη του ασφαλιστικού. Εννέα δηλαδή φορές περισσότερα από όσα χάθηκαν με το PSI.

Αποσιωπάται το γεγονός ότι στην περίοδο 2000-2015 ο κρατικός προϋπολογισμός στήριξε τα ασφαλιστικά ταμεία με 200 δισ δηλαδή με ποσό που ισούται με τα 2\3 του χρέους.

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα αφού έγιναν παρεμβάσεις στο σύστημα γιατί σήμερα εξακολουθεί να έχει προβλήματα; Γιατί δεν έχει αντιμετωπιστεί κατά τρόπο ουσιαστικό ώστε να δημιουργεί αίσθηση ασφάλειας σε βάθος χρόνου στους εργαζόμενους αλλά και στους εργοδότες και να συνεισφέρει μέσω της βελτίωσης του οικονομικού κλίματος στην έξοδο της χώρας από την ύφεση στην οποία είναι βυθισμένη από το 2008;

Η απάντηση σχετίζεται σε σημαντικό βαθμό με συγκυριακούς παράγοντες.

Με ανεργία της τάξης του 1,3 εκ και με τη μείωση των μισθών τα ασφαλιστικά έσοδα έχουν μειωθεί σημαντικά.

Η οικονομία είναι σε ύφεση από το 2008 και οι επιχειρήσεις κλείνουν ή αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τα ταμεία.

Η έλλειψη βεβαιότητας για το μέλλον και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων, είχε ως αποτέλεσμα να προσφύγουν πολλοί στη σύνταξη και να αυξηθούν απότομα οι πληρωμές του συστήματος. Σήμερα, οι δικαιούχοι σύμφωνα με το σύστημα Ήλιος είναι 2.650.00. Εκκρεμούν αιτήσεις για συνταξιοδότηση που, σύμφωνα με πληροφορίες που αναφέρονται στον τύπο, ανέρχονται σε περίπου 250.000. Το ανησυχητικό είναι ότι σε ποσοστό που φτάνει το 50% οι νέοι συνταξιούχοι είναι στην ηλιακή κατηγορία 51-61.

Πράγμα που σημαίνει ότι οι παροχές του συστήματος εξακολουθούν να λειτουργούν ως κίνητρο για την έξοδο στη σύνταξη εισάγοντας στρεβλώσεις στις επιλογές των εργαζομένων ως προς τις επιλογές τους. Με λίγα λόγια η κρίση επιτάχυνε την πρόωρη έξοδο από την αγορά εργασίας και αυτό θα επηρεάσει αρνητικά τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.

Είναι σωστή η άποψη ότι η επιστροφή στην ανάπτυξη και στην πλήρη απασχόληση μπορεί να προσφέρει κάποια ανακούφιση στο ασφαλιστικό. Δεν μπορεί όμως να αναστρέψει μια πραγματικότητα ότι η κατανομή των βαρών εντός της ίδιας γενεάς αλλά και μεταξύ διαφορετικών γενεών ακόμη και σήμερα είναι και άνιση και κοινωνικά άδικη.

Άρα είμαστε σε αναζήτηση μιας νέας παρέμβασης που θα θέσει σε σταθερή τροχιά το ασφαλιστικό, θα βοηθήσει στην επίτευξη βιώσιμων δημόσιων οικονομικών προϋπόθεση για μετάβαση σε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Στο δημόσιο διάλογο που διεξάγεται για τη νέα παρέμβαση στο ασφαλιστικό θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ποια είναι η στόχευση της. Διότι σύμφωνα με την μελέτες της Ε.Ε. ο Ν. 3863 εγγυάται τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού. Επομένως θα πρέπει οι προτάσεις που θα κατατεθούν να αποσαφηνίζουν ποια είναι η πραγματική στόχευση και πως αυτή θα επιτευχθεί.

Σε κάθε περίπτωση οι νέες προτάσεις θα πρέπει να συνοδεύονται από σχετικές επεξεργασίες με πληροφόρηση για τον ασφαλισμένο που θα καταδεικνύουν μέσω της σύγκρισης με τις προβλέψεις του Ν. 3863 ποιες αλλαγές επέρχονται και πως γίνεται η κατανομή των βαρών εντός της ίδιας γενεάς αλλά και μεταξύ των διαφορετικών γενεών με το νέο σύστημα και με το Ν. 3863.

Τότε και μόνον τότε η νέα παρέμβαση θα εξασφαλίσει την ευρύτερη δυνατή κοινωνική συναίνεση όταν γίνει σε συνθήκες απόλυτης διαφάνειας και χωρίς να συνεχίζει τις παθογένειες του παρελθόντος όπου όσοι είχαν πρόσβαση στους πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων διασφάλιζαν τα προνόμια τους.

Η επίλυση όμως του ασφαλιστικού δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της επικέντρωσης στους πόρους του συστήματος. Ειδικότερα, προτάσεις που αφορούν περαιτέρω αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών θα πρέπει να αξιολογηθούν και με γνώμονα την επίπτωση στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την ανάπτυξη.

Η νέα παρέμβαση για το ασφαλιστικό θα πρέπει να στοχεύει και στη διευκόλυνση του διαρθρωτικού μετασχηματισμού της οικονομίας. Να μην εισάγει στρεβλώσεις που ευνοούν τη δραστηριοποίηση των εργαζομένων στο μη ανταγωνιστικό και εσωστρεφές τμήμα της οικονομίας το οποίο υπήρξε και η αιτία που φτάσαμε στην κατάρρευση του 2009. Η χώρα πρέπει να θέσει ως προτεραιότητα την αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου ώστε να δημιουργηθούν νέες και βιώσιμες θέσεις εργασίας στον ανταγωνιστικό και εξωστρεφή τομέα και να αυξηθούν τα εισοδήματα και επομένως οι πόροι του συστήματος.

Η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα ειδικά σε συνθήκες κρίσης και έξαρσης των κοινωνικών ανισοτήτων είναι πως θα διασφαλιστεί η επάρκεια συντάξεων ώστε να προστατεύονται οι ηλικιωμένοι από τη φτώχεια αλλά και πως οι συνταξιοδοτικές δαπάνες θα είναι συμβατές με βιώσιμα δημόσια οικονομικά.

Με αφορμή τη νέα παρέμβαση έχουμε υποχρέωση να επανεξετάσουμε τις οικονομικές και κοινωνικές προτεραιότητες και να κλείσουμε τα αυτιά στις σειρήνες ένθεν κακείθεν που υπόσχονται εύκολες λύσεις ή ακόμη και επιστροφή στη «belle époque» του 2009.

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη στην εκδήλωση με θέμα: «Σοσιαλδημοκρατία και Ανανεωτική Αριστερά» στο Ξενοδοχείο ΤΙΤΑΝΙΑ

Η διεθνής κρίση του 2008, ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός της διετίας 2007-2009 και το συσσωρευμένο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας, ειδικά από το 2004 και μετά, οδήγησαν στη μεγαλύτερη μεταπολεμική οικονομική κρίση της Ελλάδας και στην ανατροπή της αρχιτεκτονικής της μεταπολιτευτικής πολιτικής σκηνής.

Το βαρύτερο τίμημα της διαχείρισης της κρίσης αλλά και λανθασμένων πολιτικών και οικονομικών επιλογών της μεταπολίτευσης, το πλήρωσε το ΠΑΣΟΚ, το οποίο υποδεκαπλασίασε την εκλογική του δύναμη μετά από 30 χρόνια πολιτικής ηγεμονίας.

Σε αυτή την πτώση του συνέβαλε, καθοριστικά, το γεγονός ότι, όλες ανεξαιρέτως οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις, παρά την κρίσιμη εθνικά συγκυρία, επέλεξαν να υιοθετήσουν έναν πρωτοφανή λαϊκισμό και να ενοχοποιήσουν το κόμμα που ανέλαβε να αντιμετωπίσει την κρίση καθώς και το γεγονός, ότι η εθνικολαϊκιστική αυτή αφήγηση είχε τεράστια απήχηση και έγινε κυρίαρχη στην ελληνική κοινή γνώμη.

Αν το πρόβλημα ήταν αποκλειστικά συνδεδεμένο με το ΠΑΣΟΚ, θα περίμενε κανείς, ότι οι άλλες πολιτικές δυνάμεις που κινούνται στο χώρο της Σοσιαλδημοκρατίας ή της Ανανεωτικής Αριστεράς και αναδείχτηκαν στην περίοδο της κρίσης, θα κατάφερναν να ενισχύσουν ή να διατηρήσουν τις δυνάμεις τους (ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.). Κάτι τέτοιο όμως, δεν συνέβη.

Στην πραγματικότητα, το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε αντιμέτωπο με τα αδιέξοδα των πρότερων οικονομικών πολιτικών του, της ατολμίας του να αντιμετωπίσει το θεσμικό έλλειμμα της χώρας και τη διαφθορά, αλλά και της αδυναμίας του να παρακολουθήσει τις εξελίξεις στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό και να καταθέσει προτάσεις πολιτικής για τα νέα δεδομένα.

Άργησε να κατανοήσει, ότι ο εθνικός κεϋνσιανισμός σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης και ΟΝΕ μεσομακροπρόθεσμα δεν οδηγεί παρά μόνο σε απώλεια ανταγωνιστικότητας και διόγκωση του δημόσιου χρέους. Ότι, το θεσμικό έλλειμμα και οι δυσλειτουργίες της δημόσιας διοίκησης επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη.

Έτσι, η εκλογική πορεία των σοσιαλιστικών κομμάτων στην Ελλάδα, με καθυστέρηση, ακολουθεί αυτή των αντίστοιχων κομμάτων στην υπόλοιπη Ευρώπη που επέδειξαν την ίδια αδυναμία.

Οι μεταπολεμικές εκλογικές επιδόσεις αυτών των κομμάτων έχουν ως εξής: ο μέσος όρος της επίδοσης τους στην περίοδο 2009-2013 ήταν περίπου 23% έναντι 33,5% που ήταν η ιστορικά υψηλότερη επίδοση στη δεκαετία του 1960.

Επομένως, αυτό που κάνει τη διαφορά στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι το μέγεθος των απωλειών και όχι η κατεύθυνση.

Το 44% του ΠΑΣΟΚ το 2009 ήταν η εξαίρεση – και όχι ο κανόνας – μιας αναμενόμενης καθοδικής πορείας στο μέλλον. Οι μετέπειτα εξελίξεις απλά επιτάχυναν την πορεία. Αλλά και η κατάρρευση στο 4,6% τον Ιανουάριο του 2015 ήταν η εξαίρεση και όχι ο κανόνας σε μια καθοδική πορεία.

Υπό όρους και προϋποθέσεις, που έχουν να κάνουν με τις επιλογές του και τις εσωτερικές του συγκρούσεις πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της κρίσης, θα μπορούσε να είχε διατηρήσει ποσοστά της τάξης του 20%-25% όπως συμβαίνει και με άλλα Σοσιαλιστικά κόμματα στον Ευρωπαϊκό Νότο.

Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στην έναρξη μιας συζήτησης για το μέλλον και τις προοπτικές της Ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας. Ανάλογες αναζητήσεις που οδηγούν και στη διοργάνωση της σημερινής εκδήλωσης κυριαρχούν και στο χώρο της Ανανεωτικής Αριστεράς.

Το πρώτο ερώτημα, στο οποίο οφείλουμε να απαντήσουμε – όσοι εξακολουθούμε να πιστεύουμε στις θεμελιώδεις αξίες της σοσιαλδημοκρατίας – είναι:

«Έχει μέλλον και προοπτική η Ελληνική Σοσιαλδημοκρατία»;

Να επισημάνω στο σημείο αυτό, ότι το ερώτημα αυτό δεν είναι ανεξάρτητο από την πορεία και τις προοπτικές της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας. Πέρα από τις όποιες εθνικές ιδιαιτερότητες, τα βασικά προβλήματα είναι κοινά.

Πρόσφατα στο δημόσιο διάλογο, ο Ν. Μουζέλης διατύπωσε την άποψη ότι «η Σοσιαλδημοκρατία όπως και η οικονομία ακολουθεί μια κυκλική πορεία και η Σοσιαλδημοκρατία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι πολύ πιθανό να ανακάμψει».

Θεωρώ, ότι η κυκλικότητα που επικαλείται ο καθηγητής Ν. Μουζέλης, δεν διασφαλίζει από μόνη της την ανάκαμψη της Σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη.

Μετά την κρίση του 2008, που οδήγησε σε τεράστιες απώλειες σε ΑΕΠ και θέσεις εργασίας και διόγκωσε τις κοινωνικές ανισότητες, η Σοσιαλδημοκρατία θα πρέπει να αναζητήσει νέους δρόμους και νέες απαντήσεις στις μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ατελούς ΟΝΕ.

Απαντήσεις που κινούνται πέρα από τον εθνικό κεϋνσιανισμό της χρυσής εικοσιπενταετίας 1945-1970 αλλά και πέρα από τον Τρίτο Δρόμο του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος της δεκαετίας του 1990.

Έτσι μόνο μπορεί να ανακτήσει δυνάμεις και να αποκαταστήσει τη δυνατότητα της να εκφράζει πολιτικά προοδευτικές κοινωνικές συμμαχίες. Σε αυτό το σημείο θα επανέλθω αργότερα.

Μετά την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, ηγετικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ προεξοφλούν το τέλος της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας.

Παρενθετικά να υπενθυμίσω, ότι η εχθρική στάση της κομμουνιστικής Αριστεράς έναντι του ΠΑΣΟΚ έχει ιστορικό βάθος και πηγαίνει τουλάχιστον δύο δεκαετίες πίσω.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει, ότι η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ συνέβη επειδή εγκατάλειψε την «προοδευτική» του ατζέντα, υπηρετώντας νεοφιλελεύθερες μνημονιακές πολιτικές.

Το μέλλον – κατά αυτούς – ανήκει στο Σύριζα και στη νέα Ευρωπαϊκή Αριστερά και όχι στην Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία και στις πολιτικές δυνάμεις που την εκπροσωπούν στην Ελλάδα.

Η θέση αυτή όμως, ακυρώνεται από το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου, εφαρμόζει τις μνημονιακές πολιτικές τις οποίες κατήγγελλε μέχρι και το δημοψήφισμα.

Το αντιμνημόνιο ήταν για τον ΣΥΡΙΖΑ «last year». «This year different story» από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ας δει κανείς, τις εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα, με την πλήρη ιδιωτικοποίηση των δύο πρώτων τραπεζών ή τις ρυθμίσεις στο θέμα της πρώτης κατοικίας και θα καταλάβει την ανοχή\ευελιξία στην αλλαγή πορείας.

Το ιδεολογικό φορτίο του τρίτου μνημονίου είναι πολύ πιο εμφανές έναντι αυτού του πρώτου και του δεύτερου.

Να επισημάνουμε, ότι με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία εξουδετερώνονται ή εξομαλύνονται κοινωνικές αντιστάσεις σε μεταρρυθμίσεις, που στοχεύουν στην αλλαγή της διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας, ώστε να μετασχηματιστεί σε πιο ανταγωνιστική και εξωστρεφή.

Άρα, η μόνη διαθέσιμη επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ για να έχει πολιτική νομιμοποίηση από εδώ και πέρα, είναι η δυνατότητά του να κερδίσει τουλάχιστον τη μάχη στην καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων και να στηρίξει όσους επλήγησαν από την κρίση.

Αυτό όμως θα πρέπει να αφορά και τους εργαζόμενους και άνεργους του ιδιωτικού τομέα, καθώς μέχρι σήμερα οι όποιες ευαισθησίες του ΣΥΡΙΖΑ εξαντλούνται στους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα.

Αυτή όμως η ατζέντα – δηλαδή, η έμφαση στην καταπολέμηση των ανισοτήτων και η στήριξη των οικονομικά αποκλεισμένων – είναι ατζέντα και της σύγχρονης Σοσιαλδημοκρατίας και σημείο συνάντησης της Σοσιαλδημοκρατίας με την Ανανεωτική Αριστερά.

Όσο δε, για το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, οι ίδιοι αναγνωρίζουν ότι είναι εθνικο-κεϋνσιανό, στα πρότυπα της δεκαετίας του 1980.

Είναι ένα πρόγραμμα που οδηγεί σε οικονομικές αναποτελεσματικότητες.

Πολιτικές, που όταν εφαρμόστηκαν αλόγιστα μεταξύ 2007-2009, οδήγησαν τη χώρα στην κρίση του 2009.

Οι επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ, μετά το Δημοψήφισμα, περισσότερο προσαρμόζονται στο πλαίσιο που διαμορφώνουν οι διεθνείς συσχετισμοί και ειδικότερα οι ευρωπαϊκοί καθώς και οι οικονομικοί καταναγκασμοί.

Όσο, λοιπόν, η Ελλάδα βρίσκεται εκτός αγορών, οι βαθμοί ελευθερίας του στην άσκηση οικονομικής πολιτικής είναι ελάχιστοι.

Έτσι, ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση συνάντησε την ΤΙΝΑ (There is no Alternative) και την ερωτεύτηκε παράταιρα και παράφορα για να δικαιολογήσει την αλλαγή πορείας.

Η αποτελεσματικότητά του στο να οδηγήσει την χώρα σε μια πορεία σταθερής ανάπτυξης, θα καθορίσει τη δική του προοπτική στην υπό διαμόρφωση νέα αρχιτεκτονική της ελληνικής πολιτικής σκηνής.

Όμως, τόσο το προεκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ όσο και η δεκάμηνη πορεία του στην Κυβέρνηση, μαρτυρούν την τάση του προς μια στενά ελεγχόμενη από το κράτος και αλλεργική στις ιδιωτικές επενδύσεις οικονομική ανάπτυξη. Εξίσου, προβληματική στάση, έχει επιδείξει και στο ζήτημα του θεσμικού ελλείμματος που επίσης εξηγεί πως φτάσαμε στο 2009. Αντίθετα, πολλές επιλογές του, αναπαράγουν παθογένειες που προϋπήρχαν της κρίσης ή επανήλθαν με την κυβέρνηση Σαμαρά.

Αυτό, σε μεγάλο βαθμό, προδικάζει και την απάντηση στο ερώτημα, αν μπορεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση.

Αυτή η εξέλιξη, μας υποχρεώνει να απαντήσουμε στο ερώτημα, μήπως ο ΣΥΡΙΖΑ τελικά μετεξελιχθεί εξ ανάγκης σε ένα «ριζοσπαστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα». Γιατί, όπως λέει και ο λαός, «είναι το αγώγι που κάνει τον αγωγιάτη».

Εκτιμώ, ότι η παρούσα ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ δεν επιθυμεί ούτε και επιδιώκει τη μετεξέλιξή του σε Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.

Ούτε, να ταυτιστεί με τα οράματα και τις αξίες της Ανανεωτικής Αριστεράς και αναφέρομαι στο τμήμα εκείνο της ανανεωτικής που θέτει ως στόχο τον εξανθρωπισμό του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Γιατί αντιλαμβάνομαι, ότι ένα τμήμα της εξακολουθεί να οραματίζεται τη μετάβαση στο Σοσιαλισμό με δημοκρατικά μέσα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιδιώξει να ακολουθήσει μια πορεία που ως προς το τυπικό θα μοιάζει με αυτή του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος πριν την διάχυσή του στο Δημοκρατικό Κόμμα ή του ΑΚΕΛ.

Η σύγκριση, βέβαια, ΣΥΡΙΖΑ με το ΙΚΚ, ίσως να αδικεί το ΙΚΚ που ήταν πάντα ένα σοβαρό, μετριοπαθές, μη-λαϊκίστικο κόμμα, το οποίο είχε ξεκινήσει τη στροφή του δεκαετίες πριν γίνει Σοσιαλδημοκρατικό με την υιοθέτηση του «Ευρωκομμουνισμού».

Σε κάθε περίπτωση, ο ΣΥΡΙΖΑ θα μιλά και θα αυτοπροσδιορίζεται ως «Αριστερά» αλλά στην πράξη η οικονομική του πολιτική θα είναι εντός του πλαισίου που συνδιαμορφώνει η συμμετοχή στην ΟΝΕ και στην Ε.Ε.

Εκτιμώ, ότι θα επιδιώξει την περαιτέρω αποδυνάμωση ή εξαφάνιση των υπαρχουσών Σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων (Δημοκρατική Συμπαράταξη, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.). ή δυνάμεων της Ανανεωτικής Αριστεράς.

Αυτό δείχνει, η άτυπη αλλά υπαρκτή «συμμαχία» του με την «νέο-καραμανλική» πτέρυγα της Δεξιάς παράταξης.

Έτσι εξηγείται και το γεγονός, ότι κάποιοι Ευρωπαίοι Σοσιαλδημοκράτες συνομιλούν ήδη με το ΣΥΡΙΖΑ και ταυτόχρονα προτρέπουν τη Δημοκρατική Συμπαράταξη και το Ποτάμι να διερευνήσουν τη δυνατότητα κυβερνητικής συνεργασίας μαζί του.

Η προοπτική, λοιπόν, των υφιστάμενων δυνάμεων της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας να πρωταγωνιστήσουν στην ανασύνταξη του χώρου μόνες ή σε συνεργασία με δυνάμεις της ανανεωτικής και μεταρρυθμιστικής Αριστεράς του πολιτικού φιλελευθερισμού και της πολιτικής οικολογίας, σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί, από την δυνατότητά τους να κτίσουν από την αρχή σχέσεις εμπιστοσύνης με τις κοινωνικές δυνάμεις που θέλουν να εκπροσωπήσουν.

Αλήθεια, όντας ανάμεσα σε Σοσιαλδημοκράτες και Ανανεωτικούς Αριστερούς, θα είχε ενδιαφέρον να συζητήσουμε, ποιους θέλουμε να εκπροσωπήσουμε σε αυτή τη νέα πορεία;

Η Ελλάδα έχει πληθυσμό 11 εκατ περίπου. Ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός είναι 4.740.000 άτομα με 3.500.000 άτομα στην απασχόληση, 1.240.000 άτομα στην ανεργία. Οι συνταξιούχοι είναι 3 εκατ και περίπου 3,3 εκατ είναι ο οικονομικά μη ενεργός πληθυσμός.

Εξακολουθούμε να επιδιώκουμε την πολιτική εκπροσώπηση μόνο των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας;

Αν όχι, ποιες νέες κοινωνικές συμμαχίες θέλουμε να οικοδομήσουμε και κάτω από ποιό πολιτικό πρόγραμμα και με ποιά πολιτική στόχευση;

Η άποψή μου είναι, ότι πρέπει να εργαστούμε για να οικοδομήσουμε την κοινωνική συμμαχία των παραγωγικών δυνάμεων, που καινοτομούν, αναλαμβάνουν ρίσκο και δημιουργούν νέο πλούτο από τη μία, και των οικονομικά αποκλεισμένων και των νέων από την άλλη.

Αυτό προϋποθέτει, ότι είμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε σε ερωτήματα που στην καθημερινότητα τα προσπερνάμε εύκολα αλλά δυστυχώς ,αυτή η επιλογή μας εξηγεί, γιατί είμαστε η μόνη χώρα που παραμένει σε πρόγραμμα.

Ερωτήματα, όπως:

  • Μετά από μια χαμένη δεκαετία για την ανάπτυξη τι σημαίνει «φιλελεύθερη» οικονομία και συνακόλουθα «πολιτική» και τι «σοσιαλδημοκρατική»;

  • Η Σοσιαλδημοκρατία ή η Ανανεωτική Αριστερά, έχουν κάποια θέση που απαντά στο ερώτημα, αν σε συνθήκες κρίσης και ύφεσης βρεθείς αντιμέτωπος με ελλείμματα της τάξης του 15,5% του ΑΕΠ, πως τα αντιμετωπίζεις; Τα αφήνεις ως έχουν; Τα αφήνεις να αυξηθούν ή τα μειώνεις;

  • Η ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας είναι στόχοι ή, θα έπρεπε να είναι στόχοι της Σοσιαλδημοκρατίας και της Ανανεωτικής Αριστεράς ή όχι;

Το ζήτημα της παραγωγικότητας είναι κρίσιμο για την κοινωνική και οικονομική ανασύνταξη της χώρας μας.

Το ίδιο συμβαίνει και στην Ευρώπη, που τα τελευταία 30 χρόνια έχει χάσει την μεταπολεμική παραγωγική της ισχύ και βασίζεται ολοένα και περισσότερο στα εισοδήματα και τις προσόδους.

Το γερασμένο ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο αποθαρρύνει ουσιαστικά την ανάληψη κινδύνων και ρίσκου, δηλ. την επιχειρηματικότητα, ιδιαίτερα σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Άπω Ανατολή.

Είναι ολοφάνερη η ιδεολογική αδυναμία της Σοσιαλδημοκρατίας να υπερασπιστεί την αναγκαιότητα της «παραγωγικότητας».

Η δημιουργία νέου πλούτου και αξίας εξαρτάται από τον βαθμό ανάληψης επιχειρηματικών πρωτοβουλιών και καινοτομιών.

Η καινοτομία και η επιχειρηματικότητα είναι στην ουσία τους ανάληψη κινδύνων και ρίσκων. Αυτό είναι που τις καθιστά πηγή κοινωνικού πλούτου και αξίας.

Είναι εξόχως παραπλανητική η αντίληψη, ότι η Συντήρηση προωθεί ένα πνεύμα πρωτοβουλίας, ελευθερίας και ανάπτυξης της παραγωγικής επιχειρηματικότητας.

Αντιθέτως, υπερασπίζεται και ενθαρρύνει προνόμια, εισοδήματα και προσόδους, δηλαδή, κυβερνητικές πολιτικές που επιτρέπουν στους ισχυρούς να νέμονται εισοδήματα που δεν προέρχονται από την παραγωγή νέου πλούτου και αξίας αλλά από ανταμοιβές κεφαλαίων τοποθετημένων σε μη παραγωγικές χρήσεις ελάχιστου ρίσκου που δεν ευνοούν την ανάπτυξη και την ευημερία και εντείνουν τις ανισότητες.

Οι προγραμματικές αυτές αναζητήσεις και συνθέσεις, προϋποθέτουν ένα ελληνικό (προσωπικά, θεωρώ αναγκαίο ένα Ευρωπαϊκό) «Επινέ» ή «Μπαντ Γκόντεσμπεργκ», όπου θα αναδειχθεί η νέα προγραμματική πρόταση για την έξοδο από την κρίση και την επόμενη ημέρα αλλά και οι νέες προοδευτικές συμμαχίες.

Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για τις υπάρχουσες δυνάμεις της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας, της Ανανεωτικής Αριστεράς, αν θέλουν να έχουν προοπτική και να συμβάλλουν καταλυτικά στη διαμόρφωση της νέας πολιτικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα.

Διαφορετικά, κινδυνεύουν να «φινλανδοποιηθούν» ή να εξαφανιστούν.