Αρθογραφία - Συνεντεύξεις

Άρθρο στην Καθημερινή της Κυριακής

Η ​​Ελλάδα, επτά χρόνια μετά τον εκτροχιασμό των δίδυμων ελλειμμάτων το 2009, που την οδήγησε στον αναγκαστικό δανεισμό από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, κατάφερε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του δημοσιονομικού ελλείμματος και αυτού των εξωτερικών συναλλαγών. Ενώ οι άλλες χώρες που προσέφυγαν στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό είναι πλέον εκτός προγράμματος –η Κύπρος βγαίνει τον Μάρτιο– και έχουν θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η Ελλάδα, τον Αύγουστο του 2015, υπέγραψε το τρίτο μνημόνιο και είναι σε ύφεση.

Η χώρα μετά την επιβολή των capital controls θα καταγράψει αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, τόσο το 2015 όσο και το 2016, συμπληρώνοντας 9 χρόνια ύφεσης –μόνη εξαίρεση η οριακή αύξηση του ΑΕΠ το 2014– με σωρευτική απώλεια 26% του ΑΕΠ. Ετσι, η χώρα για πρώτη φορά στη μεταπολεμική περίοδο θα έχει χάσει μία ολόκληρη δεκαετία. Ο κίνδυνος που διατρέχει η Ελλάδα είναι να χαθούν όσα με θυσίες κατακτήθηκαν αν δεν επιστρέψει σε τροχιά σταθερής ανάπτυξης και καθηλωθεί σε στασιμότητα και υψηλή ανεργία. Η μετάβαση όμως σε σταθερή ανάπτυξη δεν είναι μια μηχανική διαδικασία. Η ανάπτυξη δεν διατάσσεται ούτε επιστρατεύεται ούτε νομοθετείται με ένα άρθρο. Προϋποθέτει πολιτική και κοινωνική ηρεμία, σταθερότητα και ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις για την πορεία και τις στρατηγικές επιλογές της χώρας. Η Ελλάδα μέσω των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων επιδιώκει να ενισχύσει τη δυναμικότητα αλλά και την παραγωγικότητα\ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Ομως η στρατηγική των μεταρρυθμίσεων θέλει χρόνο για να φέρει αποτελέσματα.

Σήμερα, η κατανάλωση παρά τη δεκαετή κρίση εξακολουθεί να αποτελεί περίπου το 70% του ΑΕΠ. Η συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής στην περίοδο 2016-2018, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα, εκ των πραγμάτων αποδυναμώνει τον ρόλο της κατανάλωσης στα επόμενα χρόνια για να συνεισφέρει στην επιτάχυνση της ανάπτυξης. Ενας τομέας της οικονομίας που μείωσε τις αρνητικές επιπτώσεις των capital controls ήταν οι εξωτερικές συναλλαγές. Η καθίζηση των εισαγωγών κράτησε την ύφεση πολύ κάτω από το 1% για το 2015. Η ενίσχυση όμως της ανάπτυξης μέσω της τόνωσης των εξαγωγών προϋποθέτει χρόνο, αφού αυτές αποτελούσαν μικρό τμήμα της οικονομικής δραστηριότητας πριν από το ξέσπασμα της κρίσης.

Επομένως μεγάλη βαρύτητα στην αναπτυξιακή στρατηγική της χώρας αποκτούν οι επενδύσεις και ιδιαίτερα αυτές του ιδιωτικού τομέα. Η χώρα στα επόμενα τρία χρόνια χρειάζεται τουλάχιστον 60 δισ. επενδύσεις πέρα από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Η προσέλκυση όμως επενδύσεων σε τέτοια έκταση προϋποθέτει σημαντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις ικανές να αλλάξουν τους κανόνες του παιχνιδιού. Με τις μεταρρυθμίσεις αυτές θα μειωθούν τα ασφάλιστρα κινδύνου καθιστώντας τη χώρα πολύ πιο ελκυστικό προορισμό για επενδύσεις. Οι σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις είναι οι εξής:

1. Λειτουργική ανεξαρτησία και θεσμικές εξασφαλίσεις όσον αφορά τη λειτουργία των θεσμών και ειδικότερα την προστασία των επενδύσεων.

2. Σταθερό και προβλέψιμο φορολογικό πλαίσιο και ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης. Ενα φορολογικό νομοσχέδιο ανά 10ετία με αυξημένη πλειοψηφία.

3. Πλήρης διαφάνεια στο νομοθετικό έργο κάθε κυβέρνησης με λεπτομερή μελέτη δημοσιονομικών επιπτώσεων.

4. Διαφανές και εύρυθμο πλαίσιο αποκρατικοποιήσεων. Είναι καιρός να αμφισβητήσουμε το δόγμα σύμφωνα με το οποίο ό,τι είναι δημόσιο είναι και καλύτερο. Το κράτος καλείται να αναλάβει έναν επιτελικό ρόλο και να θεσπίζει κανόνες.

5. Ευέλικτος δημόσιος τομέας με χρήση νέων τεχνολογιών και διαρκή επιμόρφωση. Ηλεκτρονική διακυβέρνηση στον πυρήνα των λειτουργιών του Δημοσίου.

Επιπρόσθετα, η οικονομία έχει ανάγκη από νέα χρηματοδοτικά εργαλεία (ιδιωτικά και κρατικά κεφάλαια όπως private equity, ventures capitals κ.ά.) αλλά και από ένα υγιές τραπεζικό σύστημα που θα στηρίζει επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και θα «στρέψει» σημαντικό μέρος της πιστοδοτικής του ικανότητας προς τις νέες επιχειρήσεις που χρειάζεται η χώρα. Με αυτά τα νέα δάνεια θα βελτιωθεί η ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων, επιτρέποντας την περαιτέρω στροφή των τραπεζικών πιστώσεων προς επιχειρήσεις ανταγωνιστικές και εξωστρεφείς.

Οι τελικές ρυθμίσεις για τα «κόκκινα» δάνεια των επιχειρήσεων με τις οποίες θα ξεκινήσουν οι διαδικασίες εξυγίανσης των τραπεζικών χαρτοφυλακίων είναι κρίσιμες και καθοριστικές για την ανάκαμψη των τραπεζών και της οικονομίας. Με ένα υγιές και διάφανο πλαίσιο μπορεί να διασφαλιστεί ότι οι εταιρείες που θα εξαγοράσουν τα προβληματικά δάνεια των τραπεζών θα βοηθήσουν στην αναδιάρθρωση εταιρειών που βρέθηκαν εκτός λειτουργίας λόγω μεγάλων δανειακών βαρών αλλά παραμένουν ανταγωνιστικές. Κάποιες άλλες που δεν επιδέχονται αναδιάρθρωση και δεν είναι ανταγωνιστικές υποχρεωτικά θα κλείσουν. Ετσι, το τραπεζικό σύστημα από τη μεριά του θα δημιουργήσει προϋποθέσεις απορρόφησης των ζημιών από την έκθεσή του σε προβληματικά δάνεια και θα μπορεί να τροφοδοτήσει το νέο που γεννιέται.

Σταθεροποίηση της κατανάλωσης, μεγάλος όγκος νέων ιδιωτικών επενδύσεων και ταχεία αναδιάρθρωση χαρτοφυλακίου τραπεζών, άρση των capital controls, αποκατάσταση ρευστότητας των τραπεζών με ανάκτηση μεγάλου μέρους καταθέσεων και επιστροφή στη διατραπεζική αγορά αποτελούν προϋποθέσεις για σταθερή ανάπτυξη στο μέλλον, οριστική έξοδο από τα προγράμματα και επιστροφή στις αγορές. Ετσι, η ελληνική οικονομία θα μπορέσει να δημιουργήσει στα επόμενα χρόνια νέες θέσεις εργασίας και, βεβαίως, να αντιμετωπίσει τις ανισότητες που βάθυναν με την κρίση και να ενισχύσει τα εισοδήματα των εργαζομένων.

First of all, I would like to thank you for your invitation.

Over the period 2009 – 2012, I have served under different capacities at the Ministry of Finance in Greece. I would like to share with you the lessons, which we have learned out of this crisis.

Lesson No 1: A wrong diagnosis of the nature of the problem will always result in a wrong prescription.

Lesson No 2: The Euro crisis is the combined result of deficiencies in the institutional framework of the Euro zone — deficiencies that were known from the time of its inception — and the failure of the financial markets.

Lesson No 3: Grexit is not the answer to the Greek crisis.

Lesson No 4: Structural changes are necessary to improve growth prospects; but they need time to deliver results.

Lesson No 5: Now that we have almost balanced the primary deficit, it is about time to reconsider the speed of fiscal consolidation in order to give space to the economy to breath and to fight unemployment and rising inequalities.

Let me elaborate on these lessons.

Lesson No 1: A wrong diagnosis of the nature of the problem will always result in a wrong prescription. The dominant view is that the euro crisis is a debt crisis. The truth is that the euro crisis is not a debt sustainability crisis.

The average debt-to-GDP ratio in the Euro-zone is smaller compared to the Japanese or even the USA or the UK debt-to-GDP ratio. Even in major Euro-zone countries, the debt-to-GDP ratios were lower compared to those in the aforementioned countries.

If it had been, one would have expected Belgium or Italy, which entered the crisis with extraordinarily high debts, to request assistance. As it turned out, they made it through without economic adjustment programmes, while Ireland and Spain, which entered the crisis with low levels of sovereign debt, needed bail-outs.

The problem in Europe was one of massive capital flows across borders, which encouraged high levels of private borrowing in the economies that eventually got into trouble. When the global financial crisis — that started in USA in 2007-2008 and hit Europe via the UK and Ireland — generated a reversal in those flows, private borrowers and banks got into big trouble. That trouble translated into serious economic downturns and bank failures, both of which led to explosive growth in sovereign debt burdens.

It has been argued that Greek fiscal deficiencies caused the crisis in the Euro zone. However, Greece is a rather small economy and its debt is a very small proportion of the European debt.

It may be correct to argue that Greece has not been a fiscally-responsible country over the years before the crisis. But this was no excuse to punish a country and its citizens with punitive interest rates as happened with lending under the first programme.

Lesson No 2: The Euro crisis is the combined result of deficiencies in the institutional framework of the Euro zone — deficiencies that were known from the time of its inception — and the failure of the financial markets.

The absence of a fiscal union, the lack of the a federal agency to supervise European banks, the institutional prohibition of ECB to act as a lender of last resort in order to stabilize bond markets and banking systems, the failure of the European institutions to monitor closely the economies of the euro zone member countries, have among other factors contributed to the emergence of the euro zone crisis. The crisis will be resolved only when European countries will be ready to fully address these deficiencies.

Lesson No 3: Grexit is not the answer to the Greek crisis.

Almost 20 years ago, a significant majority of Greek economists came to the conclusion that it would be to the benefit of Greece to join EMU. Greece would lose the instrument of monetary and exchange rate policy but it was expected to gain in terms of monetary stability and growth prospects.

One can successfully argue that Greece did not, and probably still is not, meeting the theoretical criteria to belong to an optimum currency area (OCA). The theory of OCA was first published by Robert Mundell in 1961. It shows that countries could join a monetary union if the costs of doing so are lower than the benefits. The European Monetary Union (EMU), founded in 1999, is the most prominent example of the OCA theory.

Greek economists and political parties were aware that in a globalized economy Greece had to adapt and make its economy more competitive and outward oriented. They did understand at the time that there was an urgent need to introduce politically-difficult reforms. Their expectation was that by joining the EMU Greece would be keen to introduce the necessary reforms through peer pressure.

Nine years after joining the Euro Area, Greece was trapped in an unsustainable economic path with high fiscal and current account deficits, high debt-to-GDP ratio and a deep recession. The debt problem was initiated by the fiscal irresponsibility of the years before the emergence of the global crisis. In almost every year until 2009, the government was running a deficit. In fact, this was increasing year after year post-2006.

At that period, despite the fact that Greece was enjoying significant positive growth rates, the government debt increased from 180 bn euros in 2004 to 290 bn in 2009. As a result while Greece joined the Eurozone with a debt-to-GDP ratio below 100% and despite the high growth rates in the nine year period 2000-9, the debt-to-GDP ratio rose to 127% in 2009. In that year, the government deficit reached 15.7% of GDP, and not 6% as had been reported by the governing conservative party of New Democracy. The current account deficit in that year was almost 11% of GDP.

In 2009, Greece was in a recession for the second year in a row despite a doubling of the government deficit between 2007 and 2009 from almost 7% to 15.7% of GDP. Against Keynesian theory predictions, fiscal expansion not only failed to prevent recession but the recession deepened as the deficit was increasing. There is a number of studies, showing that fiscal spending under certain conditions might have a negative effect on growth. In Greece, public spending financed through borrowing mainly fed external imbalances.

In spring 2010, Greece experienced a sudden stop: it lost access to capital markets and requested financial support from its European partners. Europe established a special supporting mechanism along with the IMF. Greece accepted to implement an Economic Adjustment Programme in exchange for the financial support.

According to the first programme, Greece had to reduce its deficit below 3% of GDP by 2014, address the lack of competitiveness through major structural reforms and safeguard financial stability.

Over the first three years, the Greek government managed to reduce the fiscal deficit by 7 percentage points of GDP and introduced many substantial reforms, which in the discussions that are taking place these days are neglected or ignored. No surprise that later governments prone to clientelism tried to replace or dilute them.

In 2016, six years after the first programme was signed, Greece is back in recession and has a small primary deficit. This is so despite registering a small but positive growth rate in 2014 and a fiscal primary surplus in 2013 and 2014.

Even the current account deficit swung to a surplus; however mainly as a result of a decline in imports rather than an increase in exports. The elimination of the twin deficits (fiscal and current account) came at the expense of growth and employment. Over the eight years — the recession started two years before the first programme — Greece lost almost a quarter of its GDP and unemployment reached 27%.

One could argue that this happened because part of employment was in effect disguised unemployment — in either the quasi-public sector and/or the non-tradable sector — financed by borrowing. At the same period, all social indicators worsened.

Over the crisis, some economists, mainly Anglo-Saxons, have argued that a Greek exit from the Eurozone would benefit the growth prospects of the Greek economy. However, there are good reasons to argue that a Grexit will have disastrous consequences for the Greek economy and the living standards of Greeks.

I believe that after eight years of recession, there is an urgent need to be more sensitive on the issue of rising inequalities. And I am arguing that a Grexit, whether coordinated or not, will result in an increase of inequalities.

A Grexit would imply that Greece would default on a large part of its foreign debt. Without defaulting on a substantial part of debt service obligations, the combination of devaluation and recession would push the total external debt to even higher levels. As a result, Greece would have to produce greater and unattainable current account surpluses in order to meet foreign debt repayments. That is why Greece will have no other option but to default on part of its foreign loan obligations.

The argument that Greece’s exit from the Eurozone would enable the country to enhance the competitiveness of its economy through the devaluation of the currency has no real substance. Most of the key export sectors of the Greek economy, as well as a significant part of production intended for domestic consumption, rely on imported raw materials and imports of intermediate and capital goods, which would be difficult to acquire due to the limited access to foreign exchange.

With the country’s transition to the new currency, the living standards of Greeks will fall dramatically as their real income will fall. In distributional terms, the only groups that stand to gain from a Grexit will be wealthy Greeks, whose assets are already denominated in other currencies and reside abroad. The most vulnerable part of the population will be the first victim of a Grexit. That is why we should oppose recommendations for a Grexit or a break from participation in the Eurozone, as suggested by the German Minister of Finance.

Lesson No 4: Structural changes are necessary to improve growth prospects; but they need time to deliver results.

According to the OECD, Greece was among the countries that introduced a lot of structural changes. But in the same period, the recession was becoming deeper. As a result, citizens lost their faith on the effectiveness of the programme to move the Greek economy out of the recession. Therefore, there is a need to reconsider the growth strategy not by just arguing on the need of more structural changes. Returning to positive growth rates will make our fiscal consolidation easier and will change the view of the markets on the debt sustainability.

Lesson No 5: Now that we have almost balanced the primary deficit, it is about time to reconsider the speed of fiscal consolidation in order to give space to the economy to breath and to fight unemployment.

What is imperative for Greece is to put the economy on a path of sustainable growth. That is a pre-condition to help the most vulnerable part of the society by enabling them to get access to the job market.

As negotiations for the first review of the third programme — that was signed last August — are at their beginning, Greece needs:

  1. a) to design and implement a National Reform Programme with a stronger growth orientation and
  2. b) a decision for debt relief through lengthening bond maturities to 50-70 years and lowering interest rates.

It is correct that the debt-to-GDP ratio increased over the years of fiscal consolidation despite a substantial nominal haircut that took place by 2012. This was due to the recession but also to the fact that Greece continued to have deficits after the 2009 crisis and up to today.

Greece needs to present its own National Reform Programme to transform its economy to become more efficient and more outward oriented. It is important to be ready to introduce reforms in the pension system, judiciary system, in the functioning of the political system and public administration.

These are the major challenges that the current coalition government and the one before failed to address over the last few years. In reality, what we observed since June 2012 was an effort to re-establish a clientelist state. Even worse, since last year the new coalition government is nurturing the idea of an economy that will mainly be controlled by the state, leaving little room if any to private entrepreneurship.

In the meantime, unemployment rate is well above 25% with youth unemployment at 60%. We cannot accept youth unemployment at such levels as a natural phenomenon. The emergence of an extreme pro-nazi party in Greece is a very clear signal on the problems that might arise if we do not take concrete action to address youth unemployment.

In order for Greece to restore growth and address the issue of unemployment and social inequality, there is an urgent need to attract resources — i.e. private investment mainly in the tradable sector of the economy. That would allow the Greek economy to revive its productive potential and capacity — that was ruined during the period of the crisis — and to restore its competitiveness. Young Greeks deserve a better future and it’s our generation’s duty to set the conditions for that.

Συνέντευξη του Φίλιππου Σαχινίδη στο thecaller.gr, στον Δημήτρη Παπαγεωργίου, στις 25 Ιανουαρίου 2016

1) Ποιες θα πρέπει να είναι κατά τη γνώμη σας οι εξελίξεις για το μέλλον της Κεντροαριστεράς; Πως τάσσεστε στην πρόταση της Φώφης Γεννηματά;

 

Έξι χρόνια μετά την εκδήλωση της μεγαλύτερης μεταπολεμικής οικονομικής κρίσης στη χώρα ο χώρος της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, στις εκλογές του Σεπτέμβρη 2015, αθροιστικά κατέγραψε το χαμηλότερο ποσοστό. Σήμερα είναι κατακερματισμένος. Αν μείνει ως έχει κινδυνεύει με μεγαλύτερη συρρίκνωση. Αυτό εξηγεί σε ένα σημαντικό βαθμό τις αναζητήσεις για τους όρους και τις προϋποθέσεις ανασύνταξης του.

Σε αυτές τις δύσκολες όμως για τους πολίτες συνθήκες ο κόσμος έχει αρχίσει να κουράζεται από τη συνεχή συζήτηση για τις προοπτικές ανασύνταξης του χώρου αυτού. Γιατί μοιάζει με συζήτηση που δεν οδηγεί πουθενά.

Γιατί διαπιστώνει ότι ακόμη δεν έχουν γίνει κατανοητοί οι λόγοι που οδήγησαν την ελληνική σοσιαλδημοκρατία στην παρούσα κατάσταση. Δεν έχει συζητηθεί ποιες κοινωνικές συμμαχίες θέλει να εκφράσει σήμερα και με ποιο πολιτικό πρόγραμμα να τις οργανώσει μετά τις θεμελιακές κοινωνικές και οικονομικές ανακατατάξεις των τελευταίων χρόνων. Δεν έχει παρουσιάσει μια αξιόπιστη και ρεαλιστική πρόταση εξόδου από το Μνημόνιο αλλά ούτε και πως οραματίζεται την Ελλάδα μετά τα Μνημόνια. Ούτε ποιές αλλαγές είναι αναγκαίες ώστε να προστατευτεί η χώρα και να μην ξαναβρεθεί αντιμέτωπη με παρόμοια κρίση.

Όσοι λοιπόν αγωνιούν ειλικρινά για το μέλλον και την προοπτική του χώρου θα πρέπει να κατανοήσουν ότι τώρα ίσως είναι η τελευταία ευκαιρία για την ανασύνταξη του. Κάθε πρόταση για την ανασύνταξη του χώρου είναι ευπρόσδεκτη και επομένως και η πρόταση της κ. Γεννηματά. Όλες όμως πρέπει να αξιολογούνται ως προς τις απαντήσεις που προσφέρουν στο ερώτημα που θέλουμε να πάει ο τόπος ή τι θέλουμε να γίνουμε όταν μεγαλώσουμε. Γιατί μόνο έτσι θα κερδίσουν σε όρους αξιοπιστίας και θα δημιουργήσουν ακροατήριο ιδιαίτερα ανάμεσα στη νέα γενεά που φαίνεται ότι μας έχει γυρίσει την πλάτη. Στη συνέχεια μπορούν να συζητηθούν όλα τα υπόλοιπα ζητήματα που αφορούν την πορεία προς ένα ιδρυτικό συνέδριο αλλά και η εκλογή αρχηγού και επικύρωση θέσεων και ονόματος από τους πολίτες.

 

2) Ποιους θα πρέπει να περιλαμβάνει η νέα Κεντροαριστερά; Μπορείτε να μου αναφέρετε πρόσωπα και παρατάξεις;

 

Όλους όσους πιστεύουν στις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας της αλληλεγγύης και του σεβασμού στο περιβάλλον. Αυτούς που πιστεύουν ότι μόνο οι αγορές δεν οδηγούν πάντα στα καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα και χρειάζονται κανόνες που θα θεσπίζονται από ένα σύγχρονο επιτελικό κράτος που θα παρακολουθεί την εφαρμογή τους. Αυτούς που πιστεύουν ότι η παραγωγή πρέπει να προηγηθεί της αναδιανομής. Αυτούς που έχουν απαλλαγεί από το σύνδρομο του κρατισμού αλλά ταυτόχρονα θέτουν ως πρωταρχική προτεραιότητα τη μείωση των ανισοτήτων. Όσοι αντιλαμβάνονται ότι η κρίση υπήρξε το αποτέλεσμα του πελατειακού κράτους και της αδυναμίας της ελληνικής οικονομίας να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ΟΝΕ. Που υπερασπίζονται τη ανάγκη για έγκαιρες προοδευτικές μεταρρυθμίσεις ώστε η χώρα να διεκδικεί επάξια το δικό της μερίδιο στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Όσοι αντιστέκονται στις σειρήνες του λαϊκισμού αλλά αγαπούν και σέβονται ότι είναι λαϊκό. Πολίτες με αυτές τις αντιλήψεις είναι διάσπαρτοι σε πολλά διαφορετικά κόμματα. Επομένως, δεν είναι ζήτημα προσώπων ή πολιτικών παρατάξεων αλλά αξιών και αρχών που θέλουν να υπηρετήσουν για μια δικαιότερη κοινωνία με μικρότερες ανισότητες.

 

3) Ο κ. Θεοδωράκης προσκάλεσε συγκεκριμένα πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ στο Ποτάμι. Θεωρείτε ότι το Ποτάμι πρέπει να παίξει κύριο ρόλο σε αυτό το εγχείρημα;

 

Στο Ποτάμι αναζήτησαν πολιτική στέγη προοδευτικές κοινωνικές δυνάμεις που επιθυμούν την αλλαγή ή ενίσχυση των θεσμών, το μετασχηματισμό της οικονομίας ώστε να γίνει πιο ανταγωνιστική και εξωστρεφής. Είναι απόλυτα λογικό να προσδοκά κανείς και να επιθυμεί να συμμετάσχουν αυτές οι δυνάμεις στην ανασύνταξη του χώρου.

 

4) Πως θα πρέπει να οριοθετηθεί αυτή η νέα Κεντροαριστερά απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και την Νέα Δημοκρατία; Τι πιστεύετε για τον Αλέξη Τσίπρα και τον Κυριάκο Μητσοτάκη;

 

Με βάση τα δεδομένα πριν από την κρίση η ΝΔ ήταν ο παραδοσιακός αντίπαλος και ο ΣΥΡΙΖΑ ο δυνητικός σύμμαχος. Μετά από όσα έχουν συμβεί την τελευταία πενταετία και ειδικότερα μετά την εγκατάλειψη αρχικά από τη ΝΔ και πολύ πρόσφατα από τον ΣΥΡΙΖΑ των αντιμνημονιακών λαβάρων τα κόμματα αυτά από κοινού με τη ελληνική σοσιαλδημοκρατία συμφωνούν στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας και στην παραμονή στην ευρωζώνη.

Βεβαίως η Ευρώπη που οραματιζόμαστε δεν είναι κατ’ ανάγκη η ίδια. Ούτε έχουμε τις ίδιες ευαισθησίες ή προτεραιότητες σε πολλά ζητήματα όπως φάνηκε από την στάση που τήρησε η Ευρώπη στην οικονομική κρίση ή σε ζητήματα όπως το προσφυγικό ή η κλιματική αλλαγή.

Ο Συντηρητισμός είναι βραχυπρόθεσμα σαγηνευτικός αλλά μεσομακροπρόθεσμα καταστροφικός. Με τη ΝΔ οι διαφορές αφορούν την φορολογική πολιτική, τον έλεγχο των αγορών, τη αυστηρή οριοθέτηση σχέσεων εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας έναντι ισχυρών οικονομικών συμφερόντων, το ρόλο του κοινωνικού κράτους και των κοινωνικών δικαιωμάτων, την αναγκαιότητα στην άμεση αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων αλλά και την προστασία του περιβάλλοντος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ εκπροσωπεί τη Συντήρηση αλλά με άλλο πρόσημο. Με το ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν μεγάλες διαφορές ως προς το μέγεθος και το ρόλο του κράτους, των ιδιωτικών επενδύσεων ή ακόμη και τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν για να βγει η χώρα από την κρίση. Αλλά και ως προς τις αντιλήψεις για την άσκηση της εξουσίας, το σεβασμό στους θεσμούς τη διαφάνεια και τη λογοδοσία.

 

5) Αρκετοί πρώην σύντροφοι σας, βρίσκονται πλέον στον ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτούς θα έπρεπε να απευθυνθεί η νέα Κεντροαριστερά;

 

Είναι προφανές ότι οι ψηφοφόροι που οδήγησαν τον Σύριζα από το 3,5% το 2009 στο 35% το 2015 μπορεί να μετακινηθούν ξανά. Το πιο πιθανό είναι ότι καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ υποχωρεί συνεχώς σε σχέση με την αντιμνημονιακή αφήγηση που περίτεχνα οικοδόμησε από το 2010 μέχρι το 2015 θα χάνει υποστηρικτές. Πολλοί από αυτούς θα επαναπροσδιορίσουν τη στάση τους και πιθανότατα θα επιστρέψουν στο σοσιαλδημοκρατικό χώρο. Κάποιοι άλλοι μπορεί να προχωρήσουν σε ακραίες επιλογές.

Σε ότι αφορά τα στελέχη που προσχώρησαν στο ΣΥΡΙΖΑ στο όνομα μιας «ντεμέκ» προσήλωσης σε αριστερά ιδεώδη θα πρέπει να απαντήσουν αν σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα προλαβαίνουν να μετακινηθούν ξανά και να επιστρέψουν στο χώρο από τον οποίο ξεκίνησαν και εγκατέλειψαν στην πρώτη δυσκολία.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «Καθημερινή της Κυριακής» στις 27 Δεκεμβρίου 2015

Στο κλείσιμο του 2015 ξανασυζητάμε την ανάγκη παρέμβασης στο ασφαλιστικό μετά την πρωτοβουλία που πήρε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ στο πλαίσιο του τρίτου μνημονίου.

Σήμερα, το πρόβλημα του ασφαλιστικού, παρά τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, είναι μικρότερο ως προς το μέγεθος από εκείνο του 2009. Τότε, το ασφαλιστικό χρειαζόταν ετήσια ενίσχυση 18,5 δις ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό ενώ σήμερα χρειάζεται 10,5 δις ευρώ.

Τότε, έπρεπε να γίνουν παρεμβάσεις για να αποτραπεί μια αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης από τα 32 δις ευρώ το 2009 στα 48 δις ευρώ που θα έφθανε το 2015 με βάση τις μελέτες. Σήμερα είμαστε στα 28,5 δις ευρώ και αναζητείται σταθεροποίηση.

Η ανακοπή της εκρηκτικής πορείας των συνταξιοδοτικών δαπανών υπήρξε το αποτέλεσμα παρεμβάσεων της περιόδου 2010-2012 και του Ν.3863/2010. Η πολιτική άποψη όσων αντιτάχθηκαν στην αλλαγή που ήρθε με τον Ν.3863/2010 ήταν ότι το ελληνικό σύστημα ασφάλισης ήταν βιώσιμο σε αντίθεση με ό,τι υποστήριζαν μέχρι τότε όλοι οι διεθνείς οργανισμοί.

Όμως, όλες οι μελέτες έδειχναν ότι, εάν δεν γινόταν παρέμβαση στο ασφαλιστικό, σε βάθος χρόνου, οι δαπάνες για το ασφαλιστικό θα έφταναν στο 24% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο. Αντίθετα, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, οι προβλεπόμενες εισφορές δεν θα ξεπερνούσαν το 10% του ΑΕΠ. Αυτή η διαφορά ανάμεσα στις εισροές και τις εκροές θα οδηγούσε μαθηματικά σε κατάρρευση του ασφαλιστικού.

Μια δεύτερη κριτική επισήμανση προς όσους αντιδρούσαν στις αλλαγές του 2010 είναι ότι το ασφαλιστικό είναι άδικο και άνισο. Ο κρατικός προϋπολογισμός το 2009 έδινε 4,5 δισεκατομμύρια για περίπου 1,2 εκατομμύρια ασφαλισμένων του ΙΚΑ, αλλά έδινε 750 εκατομμύρια για 37.000 ασφαλισμένους στη ΔΕΗ. Πόσο δίκαιη είναι αυτή η ανισότητα στην κατανομή των ενισχύσεων κατά δικαιούχο;

Στο δημόσιο διάλογο για το ασφαλιστικό και τις λύσεις του, η συζήτηση επικεντρώνεται μονομερώς στην πλευρά των πόρων του συστήματος και όχι στις πληρωμές.

Είναι γεγονός ότι η εισφοροδιαφυγή είναι μεγάλη στην Ελλάδα αφού ως προς τα ασφαλιστικά έσοδα υστερεί σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες, περίπου 2,5-3,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, τόσο πριν από την κρίση όσο και μετά από την κρίση.

Σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη, οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης οδηγούν σταδιακά σε αύξηση της απασχόλησης και, επομένως, ενισχύονται τα έσοδα του συστήματος. Όμως, να υπενθυμίσω ότι το πρόβλημα με το ασφαλιστικό υπήρχε και σε εποχές που η ελληνική οικονομία έτρεχε με πραγματικούς ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 3%-4%.

Επομένως, η ανάπτυξη δημιουργεί πόρους για ένα βιώσιμο ασφαλιστικό, υπό την προϋπόθεση ότι η αρχιτεκτονική του ασφαλιστικού έχει στηριχτεί σε παραδοχές που ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα.

Αντίθετα, αν το ασφαλιστικό έχει περιορισμένα έσοδα και δαπάνες οι οποίες συνεχώς αυξάνονται, τότε δημιουργεί τεράστιες δημοσιονομικές πιέσεις, αφού η διατήρηση του επιπέδου των παροχών του προϋποθέτει συνεχώς στήριξη από τον κρατικό προϋπολογισμό. Με βάση τα παραπάνω τίθεται το ερώτημα αν η απουσία ουσιαστικής παρέμβασης στο ασφαλιστικό όλα αυτά τα χρόνια μπορεί να σχετίζεται με την κρίση δημόσιου χρέους ή όχι;

Με βάση τα δεδομένα του Οκτωβρίου του 2009, όταν ανέλαβα καθήκοντα στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, το ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόταν 1,5 δις ευρώ το μήνα ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καταβάλει τρέχουσες συντάξεις. Αυτό σημαίνει ότι χρειαζόταν 18 δις ευρώ το χρόνο.

Η στήριξη του προϋπολογισμού προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης ήταν της τάξης των 5,4 δις ευρώ ή 4% του ΑΕΠ. Το 2009, είχε φτάσει στα 18,9 δις ευρώ ή 8,2% του ΑΕΠ.

Αν είχε σταθεροποιηθεί η συνεισφορά του κρατικού προϋπολογισμού στα ονομαστικά επίπεδα του 2001, η χώρα θα είχε 75 δισεκατομμύρια λιγότερο χρέος σε σχέση με αυτό το οποίο είχε το 2009.

Με λίγα λόγια, ένα στα τέσσερα ευρώ που χρωστούσε η χώρα το 2009 οφείλονταν στο γεγονός ότι, τη δεκαετία του 2000, δεν προνόησαν οι κυβερνήσεις να ανακόψουν αυτήν την ανησυχητική πορεία αύξησης της χρηματοδότησης των ασφαλιστικών ταμείων από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Τελευταία, γίνεται αναφορά στις αρνητικές επιπτώσεις που είχε το PSI στα αποθεματικά του ασφαλιστικού και ότι η κατάρρευση του οφείλεται στο PSI. Μιλάνε για απώλεια της τάξης των 26 δις ευρώ πριν το PSI, όταν τα ομόλογα που είχαν όλα τα ασφαλιστικά ταμεία ήταν 25,4 δις ευρώ. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας από το PSI χάθηκαν 11,7 δις ευρώ. Τέλος, αποσιωπάται το γεγονός ότι ο κρατικός προϋπολογισμός από το 2010 μέχρι σήμερα έχει δώσει για το ασφαλιστικό 100 δις ευρώ, δηλαδή εννέα φορές περισσότερα από όσα χάθηκαν για το PSI.

Αφού έγιναν έξι παρεμβάσεις την τελευταία εικοσιπενταετία, γιατί σήμερα το ασφαλιστικό εξακολουθεί να έχει προβλήματα; Η απάντηση σε μεγάλο βαθμό σχετίζεται με συγκυριακούς παράγοντες:

  • Η ανεργία ανέρχεται στο 1,3 εκατ. άτομα και την τελευταία πενταετία μειώθηκαν σημαντικά οι μισθοί με αποτέλεσμα να μειωθούν σημαντικά τα ασφαλιστικά έσοδα.
  • Η οικονομία είναι σε ύφεση από το 2008 και πολλές επιχειρήσεις δεν αποδίδουν τις ασφαλιστικές εισφορές. Οι ανείσπρακτες απαιτήσεις φτάνουν τα 14,5 δις ευρώ
  • Η έλλειψη βεβαιότητας για το μέλλον και για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων είχε ως αποτέλεσμα πολλοί εργαζόμενοι να προσφύγουν στη σύνταξη και να αυξηθούν απότομα οι πληρωμές του συστήματος. Σύμφωνα με το σύστημα Ήλιος, σήμερα οι δικαιούχοι είναι 2.650.000, ενώ εκτιμήσεις που αναγράφονται στον τύπο, αναφέρουν ότι εκκρεμούν 173.000 αιτήσεις για κύριες συντάξεις με αχαρτογράφητο χρέος ύψους 2 δις ευρώ.

Αυτό, όμως, που είναι πιο ανησυχητικό είναι ότι περίπου το 50% από αυτούς που προσφεύγουν αυτή τη στιγμή στη σύνταξη είναι στην ηλιακή κατηγορία 51-61 ετών. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και σήμερα, οι παροχές του συστήματος εξακολουθούν να λειτουργούν ως κίνητρο για την έξοδο στη σύνταξη.

Άρα, είμαστε σε αναζήτηση μιας νέας παρέμβασης που θα θέσει σε σταθερή τροχιά το ασφαλιστικό, θα βοηθήσει στην επίτευξη βιώσιμων δημόσιων οικονομικών, προϋπόθεση για μετάβαση σε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Οι νέες προτάσεις πρέπει να συνοδεύονται από αριθμητικά παραδείγματα που θα καταδεικνύουν, μέσω μιας σύγκρισης με τις προβλέψεις του Ν.3863\2010, ποιες αλλαγές επέρχονται και πώς συγκρίνονται με αυτά τα οποία θα προέκυπταν από την εφαρμογή του Ν.3863\2010. Έτσι, θα ξέρει ο ασφαλισμένος τι ακριβώς αλλάζει και πως κατανέμονται τα βάρη.

Τότε και μόνον τότε, η νέα παρέμβαση θα βρει την ευρύτερη δυνατή κοινωνική συναίνεση, όταν θα γίνει σε συνθήκες απόλυτης διαφάνειας, χωρίς να συνεχίζει τις παθογένειες του παρελθόντος, όπου όσοι είχαν πρόσβαση σε πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων διασφάλιζαν τα προνόμιά τους.

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη σε εκδήλωση Πανεπιστημίου Αθηνών-Ένωσης για την Προάσπιση των Κοινωνικών Δικαιωμάτων

Έχουν συμπληρωθεί 25 χρόνια από τότε το ασφαλιστικό πρόβλημα βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης ως ζήτημα προς άμεση επίλυση. Έκτοτε αποτελεί προνομιακό πεδίο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης, άγονης όμως όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος.

Στην εικοσιπενταετία που μεσολάβησε έγιναν τουλάχιστον έξι παρεμβάσεις. Από αυτές οι παρεμβάσεις 1902/90 και 2084/92 συνδυαστικά έδωσαν ουσιαστική ανάσα στο ασφαλιστικό σύστημα. Η δεύτερη ουσιαστική παρέμβαση υπήρξε ο Νόμος 3863/2010 ο οποίος έδωσε προοπτική βιωσιμότητας στο ασφαλιστικό. Καθιέρωνε μια σχεδόν καθολική βασική σύνταξη και μια ανταποδοτική αναλογική σύνταξη.

Όριζε μια βασική σύνταξη ύψους 360 ευρώ το μήνα. Όσο για το ύψος της αναλογικής σύνταξης, αυτό εξαρτάται από τα έτη ασφάλισης και τις εισφορές (των ασφαλισμένων και των εργοδοτών τους).

Σε αντίθεση με την επικρατούσα άποψη η μεταρρύθμιση του 2010 δεν επιβλήθηκε από την Τρόικα αλλά ήταν πολιτική απόφαση της κυβέρνησης όπως και οι πρωτοβουλίες για μείωση των δαπανών των κλάδων υγείας των ταμείων κατά 4 δις ευρώ και ο έλεγχος των συντάξεων μέσα από την ΗΔΙΚΑ και των αναπηρικών από τα ΚΕΠΑ.

Αν μπορεί να γίνει κάποια κριτική στο Ν.3863 αυτή αφορά κυρίως τις υποθέσεις πάνω στις οποίες στηρίχτηκε –ως προς το ζήτημα της ανεργίας και της οικονομικής ανάπτυξης- οι οποίες όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξες.

Αυτό οδήγησε στη πολιτική απόφαση για μεγάλη μεταβατική περίοδο με εφαρμογή του νέου τρόπου υπολογισμού συντάξεων την 1η Ιανουαρίου 2015 και ο νέος τρόπος να έχει πλήρη εφαρμογή περίπου το 2030.

Οι παρεμβάσεις συνεχίστηκαν και μετά το 2010 με κυριότερη παρέμβαση τον 4052\2012 ο οποίος αφορούσε τα επικουρικά ταμεία.

Οι παρεμβάσεις με τους Ν. 2676\1999, Ν. 3029\2002 και Ν. 3655\2008 ήταν μικρότερης εμβέλειας και αφορούσαν κυρίως ζητήματα συγκεντροποίησης ασφαλιστικών ταμείων και εξομοίωσης στην αντιμετώπιση των ασφαλισμένων.

Σήμερα, στο κλείσιμο του 2015 ξανασυζητάμε για την ανάγκη παρέμβασης στο ασφαλιστικό μετά την πρωτοβουλία που πήρε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στο πλαίσιο του 3ου μνημονίου.

Να τονίσω ότι το πρόβλημα του ασφαλιστικού σήμερα παρά τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες είναι πολύ μικρότερο ως μέγεθος από εκείνο του 2009.

Τότε χρειαζόμασταν 18,5 δις από τον κρατικό προϋπολογισμό και σήμερα υπολογίζουμε σε 10,5 δισ. Τότε, έπρεπε να προχωρήσουμε σε παρεμβάσεις για να αποτρέψουμε μια αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης από τα 32 δις ευρώ το 2009 στα 48 δισ που θα έφθανε το 2015 με βάση τις μελέτες. Σήμερα είμαστε στα 28,5 δισ και αναζητούμε σταθεροποίηση.

Εύλογα, μπορεί να τεθεί το ερώτημα γιατί ήταν τόσο δύσκολο να γίνουν οι αναγκαίες αλλαγές στο ασφαλιστικό με αποτέλεσμα να μετατίθεται συνεχώς η επίλυση του;

Ο πρώτος λόγος είναι γιατί σε όρους πολιτικής οικονομίας η αδράνεια ωφελούσε τμήματα της κοινωνίας που είχαν δυναμική παρουσία και πελατειακούς μηχανισμούς παρέμβασης στα κόμματα εξουσίας και αντιπολίτευσης.

Κάθε φορά που ανοίγει η σχετική συζήτηση, τα κόμματα της αντιπολίτευσης πολλές φορές και της συμπολίτευσης αλλά και λαϊκιστές διαμορφωτές της κοινής γνώμης έκλειναν πονηρά το μάτι στους συνταξιούχους, λέγοντας τους ότι δεν χρειάζεται να γίνει καμία παρέμβαση. Τυπικό παράδειγμα η απόρριψη των προτάσεων Γιαννίτση το 2001.

Το αποτέλεσμα της αδράνειας, ήταν να φτάσουμε στο σημείο να γίνουν αναγκαστικά και βίαια οι παρεμβάσεις το 2010 και μετά, για να μπορεί το σύστημα να πληρώνει έστω και τις μειωμένες συντάξεις.

Η πολιτική άποψη όσων αντιτάχθηκαν στην αλλαγή αυτή ήταν ότι το ελληνικό σύστημα ασφάλισης ήταν βιώσιμο – σε αντίθεση με όλους τους διεθνείς οργανισμούς που το θεωρούσαν μη βιώσιμο– και ότι οι παρεμβάσεις αυτές ήταν το αποτέλεσμα κυρίως ιδεοληπτικών προσεγγίσεων.

Όμως όλες οι μελέτες που είχαν συνταθεί μέχρι τότε έδειχναν, ότι αν δεν γινόταν παρέμβαση τότε, σε μια δεκαετία οι δαπάνες για το ασφαλιστικό θα έφταναν στο 24% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο.

Αντίθετα, λόγω της ραγδαίας γήρανσης του πληθυσμού, οι προβλεπόμενες εισφορές δεν θα ξεπερνούσαν το 10% του ΑΕΠ. Αυτή η διαφορά εισροών – εκροών στο σύστημα θα οδηγούσε σε τρομακτικές συνθήκες.

Επομένως, η άποψη περί βιωσιμότητας όχι μόνο δεν τεκμηριώνονταν από κάποια μελέτη αλλά όσες υπήρχαν επιβεβαίωναν πόσο ανησυχητική ήταν η κατάσταση.

Η τελευταία μελέτη που έχει γίνει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (The 2015 Ageing Report, Economic and budgetary projections for the 28 EU Member States (2013-2060) δείχνει ότι οι συνταξιοδοτικές δαπάνες το 2013 ήταν στο 16,1% και ήταν οι υψηλότερες σε όλη την Ευρώπη παρά τις περικοπές. Ο μ.ο. στην ευρωζώνη ήταν 12,3%.

Η μεγάλη διαφορά οφείλεται και στην ύφεση που ξεκίνησε από το 2008 και έχει οδηγήσει σε απώλεια της τάξης του 26% στο ΑΕΠ όπως επίσης και στην αύξηση του αριθμού των συνταξιούχων.

Σύμφωνα με την έκθεση, από τις παρεμβάσεις της τελευταίας πενταετίας, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες θα μειωθούν σε λίγο πάνω από το 14% από το 2030 και μετά. Το ποσοστό αυτό θα είναι πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που θα είναι περίπου 13%.

Για να γίνει κατανοητό γιατί κερδίζει η αδράνεια είναι εξίσου αναγκαίο να δούμε και ποιοι ζημιώνουν από τη μη επίλυση.

Το λογαριασμό της μη αντιμετώπισης του ασφαλιστικού καλούνται να τον πληρώσουν:

Α)   Άμεσα οι φορολογούμενοι μέσω της αύξησης της φορολογίας προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η αύξηση συνεισφορών του προϋπολογισμού προς τα ασφαλιστικά ταμεία.

Β)   Έμμεσα, οι νεότερες και οι επερχόμενες γενεές αφού οι φορολογούμενοι κάθε περιόδου επιδιώκουν να μην καλυφθεί το σύνολο των βαρών από νέα αύξηση φορολογίας αλλά να γίνει μετάθεση τους στο μέλλον μέσω της συσσώρευσης χρέους.

Όσο λοιπόν η πρόσβαση μιας χώρας σε φθηνό χρήμα είναι διαθέσιμη τόσο πιο εύκολα μετατίθεται η λύση του προβλήματος. Η ένταξη λοιπόν στην ΟΝΕ είναι ο δεύτερος λόγος που κατέστη λιγότερη πιεστική η ανάγκη επίλυσης του προβλήματος. Διότι παρείχε τη δυνατότητα στη χώρα να αποκτήσει πρόσβαση σε δανεισμό από τις διεθνείς αγορές με χαμηλά επιτόκια.

Αντίθετα, η περιορισμένη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και το υψηλό κόστος δανεισμού της περιόδου πριν την ένταξη στην ΟΝΕ λειτουργούσαν περισσότερο πιεστικά στη λήψη αποφάσεων για να αντιμετωπιστεί το ασφαλιστικό που επιβάρυνε σταθερά το προϋπολογισμό.

Επομένως αυτοί που πληρώνουν το τίμημα της αδράνειας μέσω της συσσώρευσης χρέους και της αβεβαιότητας για τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα είναι οι κυρίως οι νέοι οι οποίοι δεν έχουν ουσιαστική δυνατότητα παρέμβασης στους πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων.

Θέλω, λοιπόν, να θέσω ένα ερώτημα.

Όταν μια γενεά μεταφέρει υπέρμετρα βάρη στην επόμενη γενεά, και με αυτό εννοώ βάρη που δεν δικαιολογούνται από την αρχή της διαγενεαλογικής αλληλεγγύης, πόσο «αριστερή» ή «κοινωνικά δίκαιη» μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η πολιτική;

Οι συντάξεις σήμερα στηρίζονται στις εισφορές αυτών που εργάζονται σήμερα. Αν, λοιπόν, αυτές είναι δυσανάλογες σε σχέση με τις εισφορές ή ανατραπεί η ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς που εργάζονται και εισφέρουν και σε αυτούς που είναι συνταξιούχοι, τότε το σύστημα καταρρέει και καμία σύνταξη δεν είναι εγγυημένη.

Και μια παρένθεση οι εγγυήσεις που παρέχει το Σύνταγμα για τις συντάξεις καμία ουσιαστική αξία δεν έχουν αν το κράτος δεν διαθέτει τους αναγκαίους πόρους για να χρηματοδοτήσει το ασφαλιστικό σύστημα.

Η ένδεια πόρων του ασφαλιστικού και του προϋπολογισμού οδήγησε σε περικοπές. Άρα, οι όποιες αποφάσεις του δικαστικού ελέγχου για ακύρωση τους δεν μπορεί να παραγνωρίζει τα αίτια που οδήγησαν σε αυτές τις περικοπές.

Τονίζω το σημείο αυτό γιατί δεν υπάρχει σταθερός κανόνας από την πλευρά του δικαστικού ελέγχου ως προς το ποιες περικοπές είναι συνταγματικές και ποιες όχι. Πράγμα που σε συνθήκες κρίσης οδηγεί σε απουσία ασφαλούς δημοσιονομικού προγραμματισμού εκ μέρους του νομοθέτη όταν οι περιστάσεις επιβάλλουν αλλαγή στις παροχές.

Μια δεύτερη κριτική επισήμανση προς όσους αντιδρούσαν στις αλλαγές του 2010 και τις επόμενες αφορά το ερώτημα αν το ασφαλιστικό σύστημα ως είχε διακρίνονταν για την διαφάνεια του και την ίση μεταχείριση των ασφαλισμένων.

Η πραγματικότητα όμως ήταν και σε μεγάλο βαθμό παραμένει ακόμη και σήμερα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το συνταξιοδοτικό σύστημα είναι άδικο, αφού το δικαίωμα στη σύνταξη δεν το καθόριζαν διαφανείς και ενιαίοι κανόνες για όλους τους εργαζόμενους, αλλά αδιαφανείς κανόνες, αποτέλεσμα συναλλαγών μεταξύ κομμάτων και εργαζομένων στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων.

Άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων του ΙΚΑ και άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων της ΔΕΗ και του ΟΤΕ. Άλλη η κατά συνταξιούχο ενίσχυση από τον προϋπολογισμό στο ΙΚΑ και άλλη στον συνταξιούχο των ταμείων, της ΔΕΗ και του ΟΤΕ.

Ο κρατικός προϋπολογισμός το 2009 έδινε περίπου 4,5 δις για 1,2 εκατομμύρια ασφαλισμένων του ΙΚΑ και 750 εκατομμύρια για 36.000 ασφαλισμένους της ΔΕΗ.

Αυτά τα χαρακτηριστικά του ασφαλιστικού συστήματος επηρέαζαν και τις επιλογές των εργαζομένων και συνέβαλαν στην διόγκωση του στρεβλού παραγωγικού προτύπου που έφερε τη χώρα στην κρίση του 2009.

Διότι οι πολίτες επέλεγαν να κινούνται προς θέσεις εργασίας στον μη ανταγωνιστικό και εσωστρεφή τομέα της οικονομίας ο οποίος διογκώθηκε σε τέτοια έκταση που το παραγωγικό πρότυπο της χώρας κατέστη μη βιώσιμο.

Δεν ήταν όμως μόνο άδικο το σύστημα, ήταν και σαθρό, αφού δεν υπήρχαν έλεγχοι για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά του ως προς τις κοινωνικές στοχεύσεις.

Παρά τις υψηλές παροχές του ασφαλιστικού συστήματος υψηλότερες από άλλες ευρωπαϊκές ήταν, μέχρι την εκδήλωση της κρίσης, αναποτελεσματικό ως προς το να προστατέψει τους δικαιούχους με ηλικία άνω των 65 από τη φτώχεια.

Η μη επίλυση του ασφαλιστικού δεν είναι χωρίς κόστος για την οικονομία και στις παρούσες συνθήκες υπονομεύει την προοπτική της σταθερής ανάπτυξης στο βαθμό που αφαιρεί δυσανάλογα μεγάλους πόρους από την οικονομία μέσω της επιβολής νέων φόρων.

Επιτρέψτε μου να εξηγήσω τη θέση αυτή.

Στη δημόσια συζήτηση για το ασφαλιστικό και τις λύσεις του επικεντρώνεται μονομερώς στην πλευρά των πόρων του συστήματος και όχι στις πληρωμές παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό πληρωμών στην Ευρώπη και επίσης το κράτος συνεισφέρει ως ποσοστό του ΑΕΠ περισσότερα για τη στήριξη του ασφαλιστικού από όσα άλλες χώρες στην Ευρώπη.

Ερχόμαστε λοιπόν στο κρίσιμο ερώτημα αυτό που αφορά τους πόρους του συστήματος.

Η κυρίαρχη σήμερα άποψη είναι ότι το ασφαλιστικό πρόβλημα μπορεί να λυθεί αν η χώρα επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και ταυτόχρονα επικεντρωθεί στη συλλογή των ασφαλιστικών εσόδων που διαφεύγουν ή επιβάλλει νέες εισφορές σε εισοδήματα για τα οποία δεν καταβάλλονται εισφορές.

Είναι γεγονός ότι η εισφοροδιαφυγή είναι μεγάλη στην Ελλάδα. Η Ελλάδα ως προς τα ασφαλιστικά έσοδα υστερεί έναντι των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών κατά 2,5-3,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σταθερά προ της κρίσης αλλά και μετά την εκδήλωση της κρίσης. Στο πεδίο αυτό έχουν γίνει ουσιαστικές παρεμβάσεις χωρίς όμως ουσιαστικά αποτελέσματα επί του παρόντος.

Σε ότι αφορά την ανάπτυξη είναι επίσης γεγονός ότι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης οδηγούν σταδιακά σε αύξηση της απασχόλησης και επομένως ενισχύονται τα έσοδα του συστήματος. Όμως το πρόβλημα στο ασφαλιστικό υπήρχε και όταν η Ελλάδα έτρεχε σε πραγματικούς όρους με 3-4% κατά μέσο όρο όπως συνέβαινε πριν την κρίση.

Επομένως η ανάπτυξη δημιουργεί πόρους για ένα βιώσιμο ασφαλιστικό υπό την προϋπόθεση ότι η αρχιτεκτονική του έχει στηριχτεί σε παραδοχές που ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα.

Αντίθετα, αν το ασφαλιστικό έχει περιορισμένα έσοδα έναντι αυξανόμενων δαπανών, τότε δημιουργεί τεράστιες δημοσιονομικές πιέσεις αφού η διατήρηση του επιπέδου των παροχών προϋποθέτει πρόσθετη ενίσχυση από τον προϋπολογισμό. Οι ανάγκες αυτές μπορεί να οδηγήσουν σε δημοσιονομική εκτροπή και τότε να χαθεί η προοπτική μιας βιώσιμης ανάπτυξης.

Τίθεται λοιπόν εύλογα το ερώτημα αν η απουσία ουσιαστικής παρέμβασης στο ασφαλιστικό τα προηγούμενα χρόνια σχετίζεται με την κρίση δημόσιου χρέους ή όχι;

Με βάση τα δεδομένα του Οκτωβρίου του 2009, όταν ανέλαβα καθήκοντα στο ΓΛΚ, το ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόταν 1,5 δις μηνιαίως ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καταβάλει τρέχουσες συντάξεις. Αυτό σημαίνει, ότι χρειαζόταν 18 δις το χρόνο.

Είναι ενδεικτικό, ότι όταν μπήκαμε στην ΟΝΕ, η στήριξη του προϋπολογισμού προς τους ΦΚΑ ήταν της τάξης των 5,4 δις περίπου ή 4% του ΑΕΠ. Το 2009 είχε φτάσει στα 18,9 δις ή 8,2% του ΑΕΠ.

Αν είχε σταθεροποιηθεί η συνεισφορά του προϋπολογισμού στο επίπεδο του 2001, η χώρα θα είχε περίπου 75 δις λιγότερο χρέος από αυτό που είχε το 2009.

Με λίγα λόγια, 1 στα 4 ευρώ περίπου που χρωστούσε η χώρα το 2009 οφείλονταν στο γεγονός, ότι τη δεκαετία του 2000 δεν προνόησαν οι κυβερνήσεις να ανακόψουν αυτή την ανησυχητική πορεία αύξησης της χρηματοδότησης των ταμείων από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Τελευταία γίνεται αναφορά, στις απώλειες που προκάλεσε το PSI στα αποθεματικά των ταμείων ως παράγοντα που ευθύνεται για την πορεία του ασφαλιστικού. Πρόκειται για φτηνό πολιτικάντικο λαϊκισμό και προκλητική άγνοια των πραγματικών δεδομένων που επιχειρεί να συσκοτίσει τα πραγματικά αίτια του ασφαλιστικού προβλήματος.

Μιλάνε για απώλεια ύψους 26 δις όταν πριν το PSI το σύνολο των ομολόγων των ταμείων ήταν 25,6 δις. Η αλήθεια είναι ότι η απώλεια ήταν της τάξης των 11,7 δις σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας και της Τράπεζας της Ελλάδος.

Θα μπορούσε να είχε ελαχιστοποιηθεί αν ορισμένες διοικήσεις ταμείων εισάκουγαν σχετικές συμβουλές για πλήρη αναπλήρωση των απωλειών. Για παράδειγμα η ΑΕΔΑΚ του ΙΚΑ δεν είχε καμία απώλεια αφού η αρχική απώλεια των 220 εκ ευρώ αναπληρώθηκε από ισόποσα κέρδη μετά τη ρευστοποίηση των ομολόγων EFSF που έλαβε με το PSI και την τοποθέτηση του σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου.

Αποσιωπάται το γεγονός ότι ο κρατικός προϋπολογισμός από το 2010 και μετά και παρά τις παρεμβάσεις συνεισέφερε περίπου 100 δις για τη στήριξη του ασφαλιστικού. Εννέα δηλαδή φορές περισσότερα από όσα χάθηκαν με το PSI.

Αποσιωπάται το γεγονός ότι στην περίοδο 2000-2015 ο κρατικός προϋπολογισμός στήριξε τα ασφαλιστικά ταμεία με 200 δισ δηλαδή με ποσό που ισούται με τα 2\3 του χρέους.

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα αφού έγιναν παρεμβάσεις στο σύστημα γιατί σήμερα εξακολουθεί να έχει προβλήματα; Γιατί δεν έχει αντιμετωπιστεί κατά τρόπο ουσιαστικό ώστε να δημιουργεί αίσθηση ασφάλειας σε βάθος χρόνου στους εργαζόμενους αλλά και στους εργοδότες και να συνεισφέρει μέσω της βελτίωσης του οικονομικού κλίματος στην έξοδο της χώρας από την ύφεση στην οποία είναι βυθισμένη από το 2008;

Η απάντηση σχετίζεται σε σημαντικό βαθμό με συγκυριακούς παράγοντες.

Με ανεργία της τάξης του 1,3 εκ και με τη μείωση των μισθών τα ασφαλιστικά έσοδα έχουν μειωθεί σημαντικά.

Η οικονομία είναι σε ύφεση από το 2008 και οι επιχειρήσεις κλείνουν ή αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τα ταμεία.

Η έλλειψη βεβαιότητας για το μέλλον και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων, είχε ως αποτέλεσμα να προσφύγουν πολλοί στη σύνταξη και να αυξηθούν απότομα οι πληρωμές του συστήματος. Σήμερα, οι δικαιούχοι σύμφωνα με το σύστημα Ήλιος είναι 2.650.00. Εκκρεμούν αιτήσεις για συνταξιοδότηση που, σύμφωνα με πληροφορίες που αναφέρονται στον τύπο, ανέρχονται σε περίπου 250.000. Το ανησυχητικό είναι ότι σε ποσοστό που φτάνει το 50% οι νέοι συνταξιούχοι είναι στην ηλιακή κατηγορία 51-61.

Πράγμα που σημαίνει ότι οι παροχές του συστήματος εξακολουθούν να λειτουργούν ως κίνητρο για την έξοδο στη σύνταξη εισάγοντας στρεβλώσεις στις επιλογές των εργαζομένων ως προς τις επιλογές τους. Με λίγα λόγια η κρίση επιτάχυνε την πρόωρη έξοδο από την αγορά εργασίας και αυτό θα επηρεάσει αρνητικά τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.

Είναι σωστή η άποψη ότι η επιστροφή στην ανάπτυξη και στην πλήρη απασχόληση μπορεί να προσφέρει κάποια ανακούφιση στο ασφαλιστικό. Δεν μπορεί όμως να αναστρέψει μια πραγματικότητα ότι η κατανομή των βαρών εντός της ίδιας γενεάς αλλά και μεταξύ διαφορετικών γενεών ακόμη και σήμερα είναι και άνιση και κοινωνικά άδικη.

Άρα είμαστε σε αναζήτηση μιας νέας παρέμβασης που θα θέσει σε σταθερή τροχιά το ασφαλιστικό, θα βοηθήσει στην επίτευξη βιώσιμων δημόσιων οικονομικών προϋπόθεση για μετάβαση σε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Στο δημόσιο διάλογο που διεξάγεται για τη νέα παρέμβαση στο ασφαλιστικό θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ποια είναι η στόχευση της. Διότι σύμφωνα με την μελέτες της Ε.Ε. ο Ν. 3863 εγγυάται τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού. Επομένως θα πρέπει οι προτάσεις που θα κατατεθούν να αποσαφηνίζουν ποια είναι η πραγματική στόχευση και πως αυτή θα επιτευχθεί.

Σε κάθε περίπτωση οι νέες προτάσεις θα πρέπει να συνοδεύονται από σχετικές επεξεργασίες με πληροφόρηση για τον ασφαλισμένο που θα καταδεικνύουν μέσω της σύγκρισης με τις προβλέψεις του Ν. 3863 ποιες αλλαγές επέρχονται και πως γίνεται η κατανομή των βαρών εντός της ίδιας γενεάς αλλά και μεταξύ των διαφορετικών γενεών με το νέο σύστημα και με το Ν. 3863.

Τότε και μόνον τότε η νέα παρέμβαση θα εξασφαλίσει την ευρύτερη δυνατή κοινωνική συναίνεση όταν γίνει σε συνθήκες απόλυτης διαφάνειας και χωρίς να συνεχίζει τις παθογένειες του παρελθόντος όπου όσοι είχαν πρόσβαση στους πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων διασφάλιζαν τα προνόμια τους.

Η επίλυση όμως του ασφαλιστικού δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της επικέντρωσης στους πόρους του συστήματος. Ειδικότερα, προτάσεις που αφορούν περαιτέρω αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών θα πρέπει να αξιολογηθούν και με γνώμονα την επίπτωση στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την ανάπτυξη.

Η νέα παρέμβαση για το ασφαλιστικό θα πρέπει να στοχεύει και στη διευκόλυνση του διαρθρωτικού μετασχηματισμού της οικονομίας. Να μην εισάγει στρεβλώσεις που ευνοούν τη δραστηριοποίηση των εργαζομένων στο μη ανταγωνιστικό και εσωστρεφές τμήμα της οικονομίας το οποίο υπήρξε και η αιτία που φτάσαμε στην κατάρρευση του 2009. Η χώρα πρέπει να θέσει ως προτεραιότητα την αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου ώστε να δημιουργηθούν νέες και βιώσιμες θέσεις εργασίας στον ανταγωνιστικό και εξωστρεφή τομέα και να αυξηθούν τα εισοδήματα και επομένως οι πόροι του συστήματος.

Η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα ειδικά σε συνθήκες κρίσης και έξαρσης των κοινωνικών ανισοτήτων είναι πως θα διασφαλιστεί η επάρκεια συντάξεων ώστε να προστατεύονται οι ηλικιωμένοι από τη φτώχεια αλλά και πως οι συνταξιοδοτικές δαπάνες θα είναι συμβατές με βιώσιμα δημόσια οικονομικά.

Με αφορμή τη νέα παρέμβαση έχουμε υποχρέωση να επανεξετάσουμε τις οικονομικές και κοινωνικές προτεραιότητες και να κλείσουμε τα αυτιά στις σειρήνες ένθεν κακείθεν που υπόσχονται εύκολες λύσεις ή ακόμη και επιστροφή στη «belle époque» του 2009.

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη στην εκδήλωση με θέμα: «Σοσιαλδημοκρατία και Ανανεωτική Αριστερά» στο Ξενοδοχείο ΤΙΤΑΝΙΑ

Η διεθνής κρίση του 2008, ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός της διετίας 2007-2009 και το συσσωρευμένο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας, ειδικά από το 2004 και μετά, οδήγησαν στη μεγαλύτερη μεταπολεμική οικονομική κρίση της Ελλάδας και στην ανατροπή της αρχιτεκτονικής της μεταπολιτευτικής πολιτικής σκηνής.

Το βαρύτερο τίμημα της διαχείρισης της κρίσης αλλά και λανθασμένων πολιτικών και οικονομικών επιλογών της μεταπολίτευσης, το πλήρωσε το ΠΑΣΟΚ, το οποίο υποδεκαπλασίασε την εκλογική του δύναμη μετά από 30 χρόνια πολιτικής ηγεμονίας.

Σε αυτή την πτώση του συνέβαλε, καθοριστικά, το γεγονός ότι, όλες ανεξαιρέτως οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις, παρά την κρίσιμη εθνικά συγκυρία, επέλεξαν να υιοθετήσουν έναν πρωτοφανή λαϊκισμό και να ενοχοποιήσουν το κόμμα που ανέλαβε να αντιμετωπίσει την κρίση καθώς και το γεγονός, ότι η εθνικολαϊκιστική αυτή αφήγηση είχε τεράστια απήχηση και έγινε κυρίαρχη στην ελληνική κοινή γνώμη.

Αν το πρόβλημα ήταν αποκλειστικά συνδεδεμένο με το ΠΑΣΟΚ, θα περίμενε κανείς, ότι οι άλλες πολιτικές δυνάμεις που κινούνται στο χώρο της Σοσιαλδημοκρατίας ή της Ανανεωτικής Αριστεράς και αναδείχτηκαν στην περίοδο της κρίσης, θα κατάφερναν να ενισχύσουν ή να διατηρήσουν τις δυνάμεις τους (ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.). Κάτι τέτοιο όμως, δεν συνέβη.

Στην πραγματικότητα, το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε αντιμέτωπο με τα αδιέξοδα των πρότερων οικονομικών πολιτικών του, της ατολμίας του να αντιμετωπίσει το θεσμικό έλλειμμα της χώρας και τη διαφθορά, αλλά και της αδυναμίας του να παρακολουθήσει τις εξελίξεις στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό και να καταθέσει προτάσεις πολιτικής για τα νέα δεδομένα.

Άργησε να κατανοήσει, ότι ο εθνικός κεϋνσιανισμός σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης και ΟΝΕ μεσομακροπρόθεσμα δεν οδηγεί παρά μόνο σε απώλεια ανταγωνιστικότητας και διόγκωση του δημόσιου χρέους. Ότι, το θεσμικό έλλειμμα και οι δυσλειτουργίες της δημόσιας διοίκησης επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη.

Έτσι, η εκλογική πορεία των σοσιαλιστικών κομμάτων στην Ελλάδα, με καθυστέρηση, ακολουθεί αυτή των αντίστοιχων κομμάτων στην υπόλοιπη Ευρώπη που επέδειξαν την ίδια αδυναμία.

Οι μεταπολεμικές εκλογικές επιδόσεις αυτών των κομμάτων έχουν ως εξής: ο μέσος όρος της επίδοσης τους στην περίοδο 2009-2013 ήταν περίπου 23% έναντι 33,5% που ήταν η ιστορικά υψηλότερη επίδοση στη δεκαετία του 1960.

Επομένως, αυτό που κάνει τη διαφορά στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι το μέγεθος των απωλειών και όχι η κατεύθυνση.

Το 44% του ΠΑΣΟΚ το 2009 ήταν η εξαίρεση – και όχι ο κανόνας – μιας αναμενόμενης καθοδικής πορείας στο μέλλον. Οι μετέπειτα εξελίξεις απλά επιτάχυναν την πορεία. Αλλά και η κατάρρευση στο 4,6% τον Ιανουάριο του 2015 ήταν η εξαίρεση και όχι ο κανόνας σε μια καθοδική πορεία.

Υπό όρους και προϋποθέσεις, που έχουν να κάνουν με τις επιλογές του και τις εσωτερικές του συγκρούσεις πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της κρίσης, θα μπορούσε να είχε διατηρήσει ποσοστά της τάξης του 20%-25% όπως συμβαίνει και με άλλα Σοσιαλιστικά κόμματα στον Ευρωπαϊκό Νότο.

Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στην έναρξη μιας συζήτησης για το μέλλον και τις προοπτικές της Ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας. Ανάλογες αναζητήσεις που οδηγούν και στη διοργάνωση της σημερινής εκδήλωσης κυριαρχούν και στο χώρο της Ανανεωτικής Αριστεράς.

Το πρώτο ερώτημα, στο οποίο οφείλουμε να απαντήσουμε – όσοι εξακολουθούμε να πιστεύουμε στις θεμελιώδεις αξίες της σοσιαλδημοκρατίας – είναι:

«Έχει μέλλον και προοπτική η Ελληνική Σοσιαλδημοκρατία»;

Να επισημάνω στο σημείο αυτό, ότι το ερώτημα αυτό δεν είναι ανεξάρτητο από την πορεία και τις προοπτικές της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας. Πέρα από τις όποιες εθνικές ιδιαιτερότητες, τα βασικά προβλήματα είναι κοινά.

Πρόσφατα στο δημόσιο διάλογο, ο Ν. Μουζέλης διατύπωσε την άποψη ότι «η Σοσιαλδημοκρατία όπως και η οικονομία ακολουθεί μια κυκλική πορεία και η Σοσιαλδημοκρατία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι πολύ πιθανό να ανακάμψει».

Θεωρώ, ότι η κυκλικότητα που επικαλείται ο καθηγητής Ν. Μουζέλης, δεν διασφαλίζει από μόνη της την ανάκαμψη της Σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη.

Μετά την κρίση του 2008, που οδήγησε σε τεράστιες απώλειες σε ΑΕΠ και θέσεις εργασίας και διόγκωσε τις κοινωνικές ανισότητες, η Σοσιαλδημοκρατία θα πρέπει να αναζητήσει νέους δρόμους και νέες απαντήσεις στις μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ατελούς ΟΝΕ.

Απαντήσεις που κινούνται πέρα από τον εθνικό κεϋνσιανισμό της χρυσής εικοσιπενταετίας 1945-1970 αλλά και πέρα από τον Τρίτο Δρόμο του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος της δεκαετίας του 1990.

Έτσι μόνο μπορεί να ανακτήσει δυνάμεις και να αποκαταστήσει τη δυνατότητα της να εκφράζει πολιτικά προοδευτικές κοινωνικές συμμαχίες. Σε αυτό το σημείο θα επανέλθω αργότερα.

Μετά την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, ηγετικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ προεξοφλούν το τέλος της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας.

Παρενθετικά να υπενθυμίσω, ότι η εχθρική στάση της κομμουνιστικής Αριστεράς έναντι του ΠΑΣΟΚ έχει ιστορικό βάθος και πηγαίνει τουλάχιστον δύο δεκαετίες πίσω.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει, ότι η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ συνέβη επειδή εγκατάλειψε την «προοδευτική» του ατζέντα, υπηρετώντας νεοφιλελεύθερες μνημονιακές πολιτικές.

Το μέλλον – κατά αυτούς – ανήκει στο Σύριζα και στη νέα Ευρωπαϊκή Αριστερά και όχι στην Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία και στις πολιτικές δυνάμεις που την εκπροσωπούν στην Ελλάδα.

Η θέση αυτή όμως, ακυρώνεται από το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου, εφαρμόζει τις μνημονιακές πολιτικές τις οποίες κατήγγελλε μέχρι και το δημοψήφισμα.

Το αντιμνημόνιο ήταν για τον ΣΥΡΙΖΑ «last year». «This year different story» από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ας δει κανείς, τις εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα, με την πλήρη ιδιωτικοποίηση των δύο πρώτων τραπεζών ή τις ρυθμίσεις στο θέμα της πρώτης κατοικίας και θα καταλάβει την ανοχή\ευελιξία στην αλλαγή πορείας.

Το ιδεολογικό φορτίο του τρίτου μνημονίου είναι πολύ πιο εμφανές έναντι αυτού του πρώτου και του δεύτερου.

Να επισημάνουμε, ότι με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία εξουδετερώνονται ή εξομαλύνονται κοινωνικές αντιστάσεις σε μεταρρυθμίσεις, που στοχεύουν στην αλλαγή της διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας, ώστε να μετασχηματιστεί σε πιο ανταγωνιστική και εξωστρεφή.

Άρα, η μόνη διαθέσιμη επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ για να έχει πολιτική νομιμοποίηση από εδώ και πέρα, είναι η δυνατότητά του να κερδίσει τουλάχιστον τη μάχη στην καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων και να στηρίξει όσους επλήγησαν από την κρίση.

Αυτό όμως θα πρέπει να αφορά και τους εργαζόμενους και άνεργους του ιδιωτικού τομέα, καθώς μέχρι σήμερα οι όποιες ευαισθησίες του ΣΥΡΙΖΑ εξαντλούνται στους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα.

Αυτή όμως η ατζέντα – δηλαδή, η έμφαση στην καταπολέμηση των ανισοτήτων και η στήριξη των οικονομικά αποκλεισμένων – είναι ατζέντα και της σύγχρονης Σοσιαλδημοκρατίας και σημείο συνάντησης της Σοσιαλδημοκρατίας με την Ανανεωτική Αριστερά.

Όσο δε, για το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, οι ίδιοι αναγνωρίζουν ότι είναι εθνικο-κεϋνσιανό, στα πρότυπα της δεκαετίας του 1980.

Είναι ένα πρόγραμμα που οδηγεί σε οικονομικές αναποτελεσματικότητες.

Πολιτικές, που όταν εφαρμόστηκαν αλόγιστα μεταξύ 2007-2009, οδήγησαν τη χώρα στην κρίση του 2009.

Οι επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ, μετά το Δημοψήφισμα, περισσότερο προσαρμόζονται στο πλαίσιο που διαμορφώνουν οι διεθνείς συσχετισμοί και ειδικότερα οι ευρωπαϊκοί καθώς και οι οικονομικοί καταναγκασμοί.

Όσο, λοιπόν, η Ελλάδα βρίσκεται εκτός αγορών, οι βαθμοί ελευθερίας του στην άσκηση οικονομικής πολιτικής είναι ελάχιστοι.

Έτσι, ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση συνάντησε την ΤΙΝΑ (There is no Alternative) και την ερωτεύτηκε παράταιρα και παράφορα για να δικαιολογήσει την αλλαγή πορείας.

Η αποτελεσματικότητά του στο να οδηγήσει την χώρα σε μια πορεία σταθερής ανάπτυξης, θα καθορίσει τη δική του προοπτική στην υπό διαμόρφωση νέα αρχιτεκτονική της ελληνικής πολιτικής σκηνής.

Όμως, τόσο το προεκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ όσο και η δεκάμηνη πορεία του στην Κυβέρνηση, μαρτυρούν την τάση του προς μια στενά ελεγχόμενη από το κράτος και αλλεργική στις ιδιωτικές επενδύσεις οικονομική ανάπτυξη. Εξίσου, προβληματική στάση, έχει επιδείξει και στο ζήτημα του θεσμικού ελλείμματος που επίσης εξηγεί πως φτάσαμε στο 2009. Αντίθετα, πολλές επιλογές του, αναπαράγουν παθογένειες που προϋπήρχαν της κρίσης ή επανήλθαν με την κυβέρνηση Σαμαρά.

Αυτό, σε μεγάλο βαθμό, προδικάζει και την απάντηση στο ερώτημα, αν μπορεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση.

Αυτή η εξέλιξη, μας υποχρεώνει να απαντήσουμε στο ερώτημα, μήπως ο ΣΥΡΙΖΑ τελικά μετεξελιχθεί εξ ανάγκης σε ένα «ριζοσπαστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα». Γιατί, όπως λέει και ο λαός, «είναι το αγώγι που κάνει τον αγωγιάτη».

Εκτιμώ, ότι η παρούσα ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ δεν επιθυμεί ούτε και επιδιώκει τη μετεξέλιξή του σε Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.

Ούτε, να ταυτιστεί με τα οράματα και τις αξίες της Ανανεωτικής Αριστεράς και αναφέρομαι στο τμήμα εκείνο της ανανεωτικής που θέτει ως στόχο τον εξανθρωπισμό του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Γιατί αντιλαμβάνομαι, ότι ένα τμήμα της εξακολουθεί να οραματίζεται τη μετάβαση στο Σοσιαλισμό με δημοκρατικά μέσα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιδιώξει να ακολουθήσει μια πορεία που ως προς το τυπικό θα μοιάζει με αυτή του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος πριν την διάχυσή του στο Δημοκρατικό Κόμμα ή του ΑΚΕΛ.

Η σύγκριση, βέβαια, ΣΥΡΙΖΑ με το ΙΚΚ, ίσως να αδικεί το ΙΚΚ που ήταν πάντα ένα σοβαρό, μετριοπαθές, μη-λαϊκίστικο κόμμα, το οποίο είχε ξεκινήσει τη στροφή του δεκαετίες πριν γίνει Σοσιαλδημοκρατικό με την υιοθέτηση του «Ευρωκομμουνισμού».

Σε κάθε περίπτωση, ο ΣΥΡΙΖΑ θα μιλά και θα αυτοπροσδιορίζεται ως «Αριστερά» αλλά στην πράξη η οικονομική του πολιτική θα είναι εντός του πλαισίου που συνδιαμορφώνει η συμμετοχή στην ΟΝΕ και στην Ε.Ε.

Εκτιμώ, ότι θα επιδιώξει την περαιτέρω αποδυνάμωση ή εξαφάνιση των υπαρχουσών Σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων (Δημοκρατική Συμπαράταξη, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.). ή δυνάμεων της Ανανεωτικής Αριστεράς.

Αυτό δείχνει, η άτυπη αλλά υπαρκτή «συμμαχία» του με την «νέο-καραμανλική» πτέρυγα της Δεξιάς παράταξης.

Έτσι εξηγείται και το γεγονός, ότι κάποιοι Ευρωπαίοι Σοσιαλδημοκράτες συνομιλούν ήδη με το ΣΥΡΙΖΑ και ταυτόχρονα προτρέπουν τη Δημοκρατική Συμπαράταξη και το Ποτάμι να διερευνήσουν τη δυνατότητα κυβερνητικής συνεργασίας μαζί του.

Η προοπτική, λοιπόν, των υφιστάμενων δυνάμεων της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας να πρωταγωνιστήσουν στην ανασύνταξη του χώρου μόνες ή σε συνεργασία με δυνάμεις της ανανεωτικής και μεταρρυθμιστικής Αριστεράς του πολιτικού φιλελευθερισμού και της πολιτικής οικολογίας, σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί, από την δυνατότητά τους να κτίσουν από την αρχή σχέσεις εμπιστοσύνης με τις κοινωνικές δυνάμεις που θέλουν να εκπροσωπήσουν.

Αλήθεια, όντας ανάμεσα σε Σοσιαλδημοκράτες και Ανανεωτικούς Αριστερούς, θα είχε ενδιαφέρον να συζητήσουμε, ποιους θέλουμε να εκπροσωπήσουμε σε αυτή τη νέα πορεία;

Η Ελλάδα έχει πληθυσμό 11 εκατ περίπου. Ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός είναι 4.740.000 άτομα με 3.500.000 άτομα στην απασχόληση, 1.240.000 άτομα στην ανεργία. Οι συνταξιούχοι είναι 3 εκατ και περίπου 3,3 εκατ είναι ο οικονομικά μη ενεργός πληθυσμός.

Εξακολουθούμε να επιδιώκουμε την πολιτική εκπροσώπηση μόνο των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας;

Αν όχι, ποιες νέες κοινωνικές συμμαχίες θέλουμε να οικοδομήσουμε και κάτω από ποιό πολιτικό πρόγραμμα και με ποιά πολιτική στόχευση;

Η άποψή μου είναι, ότι πρέπει να εργαστούμε για να οικοδομήσουμε την κοινωνική συμμαχία των παραγωγικών δυνάμεων, που καινοτομούν, αναλαμβάνουν ρίσκο και δημιουργούν νέο πλούτο από τη μία, και των οικονομικά αποκλεισμένων και των νέων από την άλλη.

Αυτό προϋποθέτει, ότι είμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε σε ερωτήματα που στην καθημερινότητα τα προσπερνάμε εύκολα αλλά δυστυχώς ,αυτή η επιλογή μας εξηγεί, γιατί είμαστε η μόνη χώρα που παραμένει σε πρόγραμμα.

Ερωτήματα, όπως:

  • Μετά από μια χαμένη δεκαετία για την ανάπτυξη τι σημαίνει «φιλελεύθερη» οικονομία και συνακόλουθα «πολιτική» και τι «σοσιαλδημοκρατική»;

  • Η Σοσιαλδημοκρατία ή η Ανανεωτική Αριστερά, έχουν κάποια θέση που απαντά στο ερώτημα, αν σε συνθήκες κρίσης και ύφεσης βρεθείς αντιμέτωπος με ελλείμματα της τάξης του 15,5% του ΑΕΠ, πως τα αντιμετωπίζεις; Τα αφήνεις ως έχουν; Τα αφήνεις να αυξηθούν ή τα μειώνεις;

  • Η ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας είναι στόχοι ή, θα έπρεπε να είναι στόχοι της Σοσιαλδημοκρατίας και της Ανανεωτικής Αριστεράς ή όχι;

Το ζήτημα της παραγωγικότητας είναι κρίσιμο για την κοινωνική και οικονομική ανασύνταξη της χώρας μας.

Το ίδιο συμβαίνει και στην Ευρώπη, που τα τελευταία 30 χρόνια έχει χάσει την μεταπολεμική παραγωγική της ισχύ και βασίζεται ολοένα και περισσότερο στα εισοδήματα και τις προσόδους.

Το γερασμένο ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο αποθαρρύνει ουσιαστικά την ανάληψη κινδύνων και ρίσκου, δηλ. την επιχειρηματικότητα, ιδιαίτερα σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Άπω Ανατολή.

Είναι ολοφάνερη η ιδεολογική αδυναμία της Σοσιαλδημοκρατίας να υπερασπιστεί την αναγκαιότητα της «παραγωγικότητας».

Η δημιουργία νέου πλούτου και αξίας εξαρτάται από τον βαθμό ανάληψης επιχειρηματικών πρωτοβουλιών και καινοτομιών.

Η καινοτομία και η επιχειρηματικότητα είναι στην ουσία τους ανάληψη κινδύνων και ρίσκων. Αυτό είναι που τις καθιστά πηγή κοινωνικού πλούτου και αξίας.

Είναι εξόχως παραπλανητική η αντίληψη, ότι η Συντήρηση προωθεί ένα πνεύμα πρωτοβουλίας, ελευθερίας και ανάπτυξης της παραγωγικής επιχειρηματικότητας.

Αντιθέτως, υπερασπίζεται και ενθαρρύνει προνόμια, εισοδήματα και προσόδους, δηλαδή, κυβερνητικές πολιτικές που επιτρέπουν στους ισχυρούς να νέμονται εισοδήματα που δεν προέρχονται από την παραγωγή νέου πλούτου και αξίας αλλά από ανταμοιβές κεφαλαίων τοποθετημένων σε μη παραγωγικές χρήσεις ελάχιστου ρίσκου που δεν ευνοούν την ανάπτυξη και την ευημερία και εντείνουν τις ανισότητες.

Οι προγραμματικές αυτές αναζητήσεις και συνθέσεις, προϋποθέτουν ένα ελληνικό (προσωπικά, θεωρώ αναγκαίο ένα Ευρωπαϊκό) «Επινέ» ή «Μπαντ Γκόντεσμπεργκ», όπου θα αναδειχθεί η νέα προγραμματική πρόταση για την έξοδο από την κρίση και την επόμενη ημέρα αλλά και οι νέες προοδευτικές συμμαχίες.

Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για τις υπάρχουσες δυνάμεις της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας, της Ανανεωτικής Αριστεράς, αν θέλουν να έχουν προοπτική και να συμβάλλουν καταλυτικά στη διαμόρφωση της νέας πολιτικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα.

Διαφορετικά, κινδυνεύουν να «φινλανδοποιηθούν» ή να εξαφανιστούν.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στο site «the caller» το Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Μετά την διεθνή κρίση του 2008, που οδήγησε στη μεγαλύτερη μεταπολεμική οικονομική κρίση της Ελλάδας, ανατράπηκε η αρχιτεκτονική της μεταπολιτευτικής πολιτικής σκηνής.

Το βαρύτερο τίμημα της διαχείρισης της κρίσης το πλήρωσε το ΠΑΣΟΚ, το οποίο υποδεκαπλασίασε την εκλογική του δύναμη μετά από 30 χρόνια πολιτικής ηγεμονίας.

Όμως και οι άλλες πολιτικές δυνάμεις, που κινούνται στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας και αναδείχτηκαν στην περίοδο της κρίσης, δεν κατάφεραν να ενισχύσουν ή να διατηρήσουν τις δυνάμεις τους (ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.)

Η εκλογική πορεία των σοσιαλιστικών κομμάτων στην Ελλάδα δεν είναι διαφορετική από αυτή των αντίστοιχων κομμάτων στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Σύμφωνα με τον Γ. Μοσχονά (2014), που μελέτησε τις μεταπολεμικές εκλογικές επιδόσεις αυτών των κομμάτων, ο μέσος όρος της επίδοσης τους στην περίοδο 2009-2013 ήταν περίπου 23% έναντι 33,5% που ήταν η ιστορικά υψηλότερη επίδοση στη δεκαετία του 1960.

Επομένως, αυτό που κάνει τη διαφορά στην περίπτωση της Ελλάδας είναι το μέγεθος των απωλειών και όχι η κατεύθυνση. Το 44% του ΠΑΣΟΚ το 2009 ήταν η εξαίρεση -και όχι ο κανόνας – μιας προδιαγεγραμμένης καθοδικής πορείας στο μέλλον. Οι μετέπειτα εξελίξεις απλά επιτάχυναν την πορεία.

Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στην έναρξη μιας συζήτησης για το μέλλον και τις προοπτικές της Ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας.

Ο Νίκος Μουζέλης (2014) έχει διατυπώσει την άποψη ότι η σοσιαλδημοκρατία όπως και η οικονομία ακολουθεί μια κυκλική πορεία. Αυτή καθορίζεται από εξελίξεις και διεργασίες του καπιταλισμού, που επηρεάζουν το ρόλο του κράτους και τη δυνατότητα του να παρεμβαίνει ως ρυθμιστής στην οικονομία.

Οι κρίσεις στις οποίες είναι επιρρεπής ο καπιταλισμός, διαμορφώνουν ακόμη και σήμερα την ανάγκη για μια προοδευτική ρεφορμιστική στρατηγική εντός των ορίων του καπιταλισμού. Αυτή μπορεί να οδηγήσει σε μια ανανεωμένη σοσιαλδημοκρατία, που θα έχει ως στόχο τον εξανθρωπισμό της παγκοσμιοποίησης. Με βάση τα παραπάνω ο Μουζέλης υποστηρίζει ότι η σοσιαλδημοκρατία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι πολύ πιθανό να ανακάμψει.

Θεωρώ ότι η κυκλικότητα που επικαλείται ο Μουζέλης δεν διασφαλίζει από μόνη της την ανάκαμψη της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη. Μετά την κρίση του 2008, που οδήγησε σε τεράστιες απώλειες σε ΑΕΠ και θέσεις εργασίας και διόγκωσε τις κοινωνικές ανισότητες, η σοσιαλδημοκρατία θα πρέπει να αναζητήσει νέους δρόμους και νέες απαντήσεις στις μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ατελούς ΟΝΕ.

Απαντήσεις που κινούνται πέρα από τον εθνικό κεϋνσιανισμό της χρυσής εικοσιπενταετίας 1945-1970 αλλά και πέρα από τον Τρίτο Δρόμο του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος της δεκαετίας του 1990.

Έτσι μόνο μπορεί να ανακτήσει δυνάμεις και να αποκαταστήσει τη δυνατότητα της να εκφράζει πολιτικά προοδευτικές κοινωνικές συμμαχίες.

Ο Ε. Τσακαλώτος (2014), αμφισβητώντας την ορθότητα της προσέγγισης του Νίκου Μουζέλη για κυκλικές διακυμάνσεις της σοσιαλδημοκρατίας, προεξοφλεί το τέλος της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, γιατί εγκατάλειψε την «προοδευτική» της ατζέντα, υπηρετώντας νεοφιλελεύθερες μνημονιακές πολιτικές. Το μέλλον, κατά τον Ε. Τσακαλώτο, ανήκει στο Σύριζα και στη νέα ευρωπαϊκή αριστερά και όχι στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Η θέση αυτή όμως ακυρώνεται από το γεγονός ότι ο Σύριζα, μετά το δημοψήφισμα του Ιουνίου, υπηρετεί με συνέπεια μνημονιακές πολιτικές. Μετά την άνοδο του στην εξουσία, εξουδετερώνονται ή εξομαλύνονται κοινωνικές αντιστάσεις σε μεταρρυθμίσεις, που θα αλλάξουν την διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, ώστε να μετασχηματιστεί σε πιο ανταγωνιστική και εξωστρεφή.

Άρα, η μόνη διαθέσιμη επιλογή του Σύριζα για να έχει πολιτική νομιμοποίηση από εδώ και πέρα, είναι η έμφαση στην καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων και η στήριξη όσων επλήγησαν από την κρίση. Αυτή όμως είναι μια ατζέντα σοσιαλδημοκρατική όπως και το κεϋνσιανό, στα πρότυπα της δεκαετίας του 1980, πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης.

Οι επιλογές του μετά τις εκλογές, ολοένα και περισσότερο προσαρμόζονται στο πλαίσιο που διαμορφώνουν οι διεθνείς συσχετισμοί και οι οικονομικοί καταναγκασμοί. Η αποτελεσματικότητα του στο να οδηγήσει την χώρα σε μια πορεία σταθερής ανάπτυξης θα καθορίσει τη δική του προοπτική.

Αυτή η εξέλιξη μας υποχρεώνει να απαντήσουμε στο ερώτημα μήπως ο Σύριζα τελικά μετεξελιχθεί σταδιακά σε ένα «ριζοσπαστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα».

Εκτιμώ ότι ο Σύριζα ακολουθεί μια πορεία που μοιάζει πολύ με αυτή του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος πριν την διάχυση του στο Δημοκρατικό Κόμμα. Θα μιλά και θα αυτοπροσδιορίζεται ως «αριστερά» αλλά θα πράττει «σοσιαλδημοκρατικά». Νομοτελειακά λοιπόν θα επιδιώξει την περαιτέρω αποδυνάμωση ή εξαφάνιση των υπαρχουσών σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων (Δημοκρατική Συμπαράταξη, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.).

Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι κάποιοι Ευρωπαίοι Σοσιαλδημοκράτες συνομιλούν ήδη με το Σύριζα και ταυτόχρονα προτρέπουν τη Δημοκρατική Συμπαράταξη και το Ποτάμι να διερευνήσουν τη δυνατότητα κυβερνητικής συνεργασίας μαζί του.

Η προοπτική λοιπόν των υφιστάμενων δυνάμεων της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας να πρωταγωνιστήσουν στην ανασύνταξη του χώρου, σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί από την δυνατότητα τους να κτίσουν από την αρχή σχέσεις εμπιστοσύνης με τις κοινωνικές δυνάμεις που θέλουν να εκπροσωπήσουν.

Αυτό προϋποθέτει ένα ελληνικό «Επινέ» όπου θα αναδειχθεί η νέα προγραμματική πρόταση για την έξοδο της χώρας από την κρίση και την επόμενη ημέρα.

Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για τις υπάρχουσες δυνάμεις της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, αν θέλουν να έχουν προοπτική και να συνδιαμορφώσουν τη νέα πολιτική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα. Διαφορετικά, κινδυνεύουν να «φινλανδοποιηθούν» η να εξαφανιστούν.

Πηγές:

  1. Γεράσιμος Μοσχονάς, «The Electoral Retreat of European Social Democracy» Μάρτιος 2014
  2. Νίκος Μουζέλης, «Μπορεί να αναγεννηθεί η Ελληνική Σοσιαλδημοκρατία;» Το Βήμα, 23/11/2014.
  3. Φίλιππος Σαχινίδης, «Για μια Ευρωπαϊκή Ριζοσπαστική Σοσιαλδημοκρατία» Εφημερίδα Συντακτών, 10/6/2014
  4. Ευκλείδης Τσακαλώτος, «Ο Μουζέλης, ο Μπερνστάιν και η σοσιαλδημοκρατία», 2014, http://rnbnet.gr/details.php?id=12056

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «ΚΕΦΑΛΑΙΟ» το Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα από όσες επηρεάστηκαν από τη διεθνή κρίση που παραμένει από το 2008 σε ύφεση με εξαίρεση το 2014 που κατέγραψε οριακά θετικό ρυθμό ανάπτυξης. Η επιστροφή στην ανάπτυξη μετατίθεται για το 2017.

Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολλές συζητήσεις για τα αίτια της κρίσης, τη διάρκεια και ένταση της. Σήμερα, υπάρχει σύγκλιση στην άποψη ότι η ανάπτυξη της Ελλάδας μετά την ένταξη στην ΟΝΕ υπήρξε στρεβλή.

Τροφοδοτήθηκε από τη δημόσια και ιδιωτική κατανάλωση που χρηματοδοτήθηκαν μέσω δημόσιου και ιδιωτικού δανεισμού. Συνέπεια του στρεβλού αυτού παραγωγικού προτύπου ήταν η ενίσχυση του μη ανταγωνιστικού τομέα της οικονομίας σε βάρος του εξωστρεφούς και ανταγωνιστικού.

Με την εκδήλωση της διεθνούς κρίσης η ανάπτυξη ανακόπηκε και η οικονομία πέρασε στην ύφεση. Μετά την απώλεια πρόσβασης στις αγορές, η αναγκαία δημοσιονομική προσαρμογή σε συνδυασμό με την πιστωτική συρρίκνωση βάθυναν την ύφεση οδηγώντας σε σωρευτική απώλεια του εθνικού προϊόντος κατά 25%.

Η μετάβαση σε ένα περιβάλλον σταθερής ανάπτυξης μεταξύ άλλων προϋποθέτει:

  • Αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου μέσω προσέλκυσης επενδύσεων στον τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών.
  • Αποκατάσταση ομαλής λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος –που διαταράχτηκε περισσότερο με την επιβολή των κεφαλαιακών περιορισμών – με την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης.

Η χώρα για να περάσει σταθερά σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης χρειάζεται την επόμενη τριετία επενδύσεις ύψους 30-40 δις ευρώ πέραν αυτών του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Αυτή είναι η αναγκαία προϋπόθεση για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας ώστε να αναπληρωθεί ένα μεγάλο μέρος από το 1 εκατ. θέσεων εργασίας που καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Είναι εξίσου σημαντικά τα ποσοτικά αλλά και ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτών των επενδύσεων. Μια τέτοια πολιτική πρέπει να έχει την μορφή ενός ισχυρού επενδυτικού shock παράγοντας άμεσα αποτελέσματα σε όρους ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής. Προαπαιτούμενο για την πραγματοποίηση τους η πολιτική σταθερότητα άρα και ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις όπως αυτές που επιτεύχθηκαν πριν τις εκλογές.

Στην παρούσα συγκυρία είναι αναγκαία μια αλλαγή στάσης της κυβέρνησης ως προς το ρόλο που να μπορεί να διαδραματίσει στην οικονομική ανάκαμψη η ιδιωτική πρωτοβουλία αλλά και ένα σταθερό και ανταγωνιστικό φορολογικό περιβάλλον. Μόνο έτσι, θα ανακοπεί και η παρατηρούμενη–μετά την επιβολή των κεφαλαιακών περιορισμών -μαζική μεταφορά έδρας ακόμη και μικρομεσαίων ελληνικών επιχειρήσεων σε γειτονικές χώρες που υπονομεύει την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Ταυτόχρονα, πρέπει να αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία του τραπεζικού συστήματος προκειμένου να επιτελέσει τον αναπτυξιακό του ρόλο από κοινού με άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία.

Όσο η οικονομία είναι σε ύφεση και τα δάνεια δεν εξυπηρετούνται, αυξάνονται οι κίνδυνοι του ενεργητικού και μειώνεται η ικανότητα δημιουργίας εσωτερικού κεφαλαίου των τραπεζών. Επομένως δεν συντρέχουν ευνοϊκές προϋποθέσεις για χορήγηση νέων δανείων.

Αν στο φαύλο αυτό κύκλο προστεθούν και οι ανάγκες για αύξηση των εποπτικών κεφαλαίων μέχρι το τέλος του 2017, τίθεται το ερώτημα, πως οι τράπεζες θα χρηματοδοτήσουν την οικονομία;

Η πρόκληση, λοιπόν, για την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας είναι να προχωρήσουν οι τράπεζες μαζί με την προγραμματισμένη ανακεφαλαιοποίηση με προσεκτικά βήματα σε μια αναδιάρθρωση του δανειακού χαρτοφυλακίου τους με μερική προοδευτική διαγραφή χρεών εταιρειών όπου αξίζει να τους δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία.

Για να επιταχυνθεί λοιπόν η διαδικασία ανασυγκρότησης της οικονομίας, είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί σύντομα ο τρόπος αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, να αξιολογηθεί η βιωσιμότητα των προβληματικών επιχειρήσεων με διαφανή και δίκαια κριτήρια.

Η μεγάλη πρόκληση της επόμενης ημέρας είναι κατά πόσο οι τράπεζες είναι έτοιμες και διατεθειμένες να αξιολογήσουν και να διαχειριστούν τις βιώσιμες επιχειρήσεις και οικονομικούς κλάδους, έτσι ώστε να διοχετεύσουν τα περιορισμένα κεφάλαια τους στις αποδοτικότερες επενδύσεις.

Μετά από μια χαμένη δεκαετία η επιστροφή σε σταθερή ανάπτυξη είναι μονόδρομος για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και για να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές συνέπειες της κρίσης.

Άρθρο στην ΗΜΕΡΗΣΙΑ 29-8-2015

Ενα χαρακτηριστικό στοιχείο των εκλογικών αναμετρήσεων από το 2012 και μετά ήταν ότι όσα κόμματα διεκδίκησαν εντολή διακυβέρνησης υπόσχονταν, ανεδαφικά όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, ότι η χώρα μπορεί να βγει από την κρίση χωρίς να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που οδήγησαν στη δημοσιονομική εκτροπή του 2009.

Η ΝΔ με την πρόταση για Ζάππεια και ο ΣΥΡΙΖΑ με το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης πήραν εντολή έχοντας αποφύγει πριν από τις εκλογές του 2012 και 2015, αντίστοιχα, να συμμετάσχουν σε μια αναγκαία και ουσιαστική συζήτηση για την επόμενη ημέρα της χώρας. Το εισιτήριο που εξασφάλισε την άνοδό τους στην εξουσία ήταν η αντίθεσή τους στα μνημόνια.

Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι οι δύο αυτές κυβερνήσεις εκ των υστέρων αποδέχτηκαν τα μνημόνια που απέρριπταν, αλλά απέτυχαν να διασφαλίσουν την έξοδο της χώρας στις αγορές.

Στις 20 Σεπτεμβρίου οι πολίτες καλούνται για τέταρτη φορά από τον Μάιο του 2012 να επιλέξουν ποια κόμματα κατά την εκτίμησή τους μπορούν να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά και με ευαισθησία τα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τη χώρα και τις προοπτικές της.

Τα ζητήματα αυτά είναι:

1) Να κατατεθεί οδικός χάρτης εξόδου της χώρας από την κρίση. Σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις, η οικονομία θα παραμείνει σε ύφεση το 2015 και το 2016, συμπληρώνοντας οκτώ χρόνια ύφεσης και υψηλής ανεργίας.

Στον χάρτη αυτό θα υπάρχει πρόνοια για ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών πριν από τον Δεκέμβριο του 2015, ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη προς τις τράπεζες, να επιστρέψουν καταθέσεις και να γίνει άρση των capital controls κάποια στιγμή στο πρώτο εξάμηνο του 2016.

2) Να κατατεθεί εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων που θα απολαμβάνει ευρύτερης πολιτικής στήριξης. Με αυτό θα δρομολογηθούν οι αναγκαίες αλλαγές στην οικονομία, ώστε να ενισχυθεί ο ανταγωνιστικός και εξωστρεφής τομέας της οικονομίας.

Το σχέδιο αυτό θα αποτελέσει το αναγκαίο εφαλτήριο για την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων, ώστε σε συνδυασμό με τα κεφάλαια του ΠΔΕ και αυτά του προγράμματος Γιούνκερ να διευκολυνθεί ο διαρθρωτικός μετασχηματισμός της οικονομίας.

Θα περιλαμβάνει επίσης αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης αλλά και των θεσμών.

3) Να οριστικοποιηθούν και να κατατεθούν την επόμενη της συγκρότησης της κυβέρνησης οι παρεμβάσεις που προβλέπονται στο τρίτο μνημόνιο και δεν έχουν ενσωματωθεί στις νομοθετικές πρωτοβουλίες του προηγούμενου διαστήματος. Αυτές θα περιληφθούν στο προσχέδιο του Προϋπολογισμού και στο νέο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα 2016-2019.

Κρίσιμα ζητήματα, μεταξύ άλλων, η μείωση στις εξοπλιστικές δαπάνες το 2015 και το 2016, η σταδιακή μείωση ΕΚΑΣ και η αντιμετώπιση του προβλήματος των ελλειμμάτων των επικουρικών συντάξεων.

Στόχος να επανέλθει η χώρα το συντομότερο δυνατό σε πρωτογενή πλεονάσματα και να δρομολογηθούν οι διαδικασίες που συμφωνήθηκαν για την ελάφρυνση του χρέους.

Η χώρα πρέπει να διεκδικήσει μείωση επιτοκίων, επιμήκυνση του χρέους και παράταση της περιόδου χάριτος στις πληρωμές τόκων και χρεολυσίων.

Η εμπειρία από το 2009 και μετά συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι ανεξάρτητα από το εκλογικό αποτέλεσμα μόνο κυβερνήσεις με ευρύτερες συμμαχίες μπορούν να προωθήσουν τις αναγκαίες αλλαγές.

Οι πολιτικές δυνάμεις δεν ανταποκρίθηκαν στην κρισιμότητα των καταστάσεων όλα αυτά τα χρόνια. Προέταξαν το στενό κομματικό συμφέρον και διεκδίκησαν εντολή, ενώ ήταν γνωστό ότι δεν είχαν ούτε τη βούληση ούτε τη δυνατότητα να δρομολογήσουν τις αναγκαίες αλλαγές.

Αντίθετα, σε κρίσιμα ζητήματα όπως για παράδειγμα στην παιδεία ή στη στελέχωση της Δημόσιας Διοίκησης, ή σε θέματα φορολογικής διοίκησης οι κυβερνήσεις των τελευταίων τριών ετών αναθεώρησαν μεταρρυθμίσεις ή προσέφυγαν στις πρακτικές του παρελθόντος που μας οδήγησαν στην κρίση.

Σε αυτές τις εκλογές τα κόμματα οφείλουν -δεν θα έχουμε άλλη ευκαιρία- να δώσουν συγκεκριμένες προτάσεις για τις αλλαγές που χρειάζεται η χώρα. Να εξηγήσουν αναλυτικά γιατί με αυτές θα μπορέσει η οικονομία να σταθεί στις δικές της δυνάμεις ώστε η χώρα σε εύλογο χρονικό διάστημα να εξασφαλίζει κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές, όπως πέτυχαν η Ιρλανδία και η Πορτογαλία.

Οπως και να συμφωνήσουν με ποιο η ποια άλλα κόμματα θα συγκυβερνήσουν για να προχωρήσουν αυτές τις αλλαγές. Έτσι, μόνο θα διασφαλιστεί η επίτευξη ενός σταθερού πολιτικού πλαισίου που θα συμβάλει στην ταχύτερη έξοδο της χώρας από την κρίση και να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά τα σύνθετα κοινωνικά προβλήματα που προκάλεσε η πολύχρονη κρίση.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη Πρ. Υπουργού Οικονομικών στην Εφημερίδα Συντακτών 22 Αυγ. 2015

Τις προηγούμενες ημέρες εγκρίθηκε από το Eurogroup η νέα δανειακή σύμβαση μεταξύ ESM και Ελλάδος ύψους μέχρι 86 δις ευρώ.

Μετά από έξι μήνες αποτυχημένων πειραματισμών, η απόφαση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να προχωρήσει στην υπογραφή της σύμβασης κατέστη αναπόφευκτη μόλις αποδέχτηκε ότι δεν υπάρχει χωρίς οικονομική ζημία εναλλακτική λύση που να διασφαλίζει τη συμμετοχή της Ελλάδος στην Ευρωζώνη και να καλύπτει ταυτόχρονα τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας.

Η μεταστροφή της κυβέρνησης ακυρώνει τις προϋποθέσεις που κατέστησαν εφικτή την άνοδο της στην εξουσία. Η ανιστόρητη και διαχωριστική διάκριση μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών δυνάμεων, που καλλιέργησαν τα δυο κυβερνητικά κόμματα με τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό κόστος για τη χώρα, κατέρρευσε στις 14 Αυγούστου 2015.

Η κυβέρνηση για να ξεπεράσει το πρόβλημα αυτό επιχειρεί άμβλυνση των πολιτικών συνεπειών του μέσω σύγκρισης του νέου μνημονίου με τα προηγούμενα προωθώντας την άποψη ότι το τρίτο Μνημόνιο είναι ηπιότερο σε σχέση με τα προηγούμενα.

Η άποψη αυτή πάσχει σε δυο σημεία:

1) Οι σημερινές συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν κατά την υπογραφή των δύο προηγούμενων μνημονίων.

Το 2009, για παράδειγμα, η χώρα είχε δημοσιονομικό έλλειμμα 15,7% του ΑΕΠ και έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κοντά στο 11% του ΑΕΠ.

Τα ελλείμματα αυτά έπρεπε να εξουδετερωθούν σε ένα δύσκολο οικονομικά περιβάλλον καθώς η ύφεση το 2009 ήταν πάνω από 4%. Αντίθετα, το 2014 η χώρα είχε ένα μικρό πρωτογενές πλεόνασμα και οριακά θετική ανάπτυξη.

2) Η ηπιότερη πορεία στους δημοσιονομικούς στόχους του τρίτου Μνημονίου έναντι αυτών του δευτέρου κατέστη αναγκαία και δεν υπήρξε διαπραγματευτική επιτυχία. Αυτό συνέβη επειδή οι καταστροφικές οικονομικές επιλογές του πρώτου εξαμήνου του 2015 είχαν ως αποτέλεσμα την επιβολή των capital controls, την επιστροφή σε ύφεση το 2015 και το 2016 και τη μετάβαση σε πρωτογενές έλλειμμα το 2015.

Αυτό που προσπαθούν όσοι επιχειρούν την παραπάνω σύγκριση, καθαρά για λόγους πολιτικών σκοπιμοτήτων εν όψει της επερχόμενης εκλογικής αναμέτρησης, είναι να αποφύγουν να απαντήσουν άμεσα σε τρία κομβικά ερωτήματα που θα κυριαρχήσουν στις επόμενες εκλογές.

1) Το πρώτο αφορά τη δυνατότητα της Κυβέρνησης να προσδιορίσει έναν εθνικό οδικό χάρτη εξόδου της χώρας από την κρίση και το τρίτο Μνημόνιο.

Το Σεπτέμβριο του 2014 έθετα από τις στήλες της ΕφΣΥΝ το ίδιο ακριβώς ερώτημα προς την κυβέρνηση Σαμαρά για το δεύτερο Μνημόνιο που έληγε το Δεκέμβριο του 2014.

Τελικά, η κυβέρνηση Σαμαρά απέτυχε εκεί που πέτυχαν η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Ταυτόχρονα, άφησε ανοικτό το θέμα της κάλυψης των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας στο πλαίσιο της στρατηγικής της αριστερής παρένθεσης.

Σήμερα, η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων με capital controls και το πέρασμα σε διατηρήσιμη ανάπτυξη είναι δύσκολο να επιτευχθούν χωρίς σχέδιο. Είναι έτοιμη η Κυβέρνηση να καταθέσει έναν εθνικό οδικό χάρτη εξόδου από την κρίση;

2) Το δεύτερο αφορά τη βούληση της κυβέρνησης να εφαρμόσει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων που έχει συμφωνήσει.

Το ερώτημα αυτό συναρτάται με το πρώτο όμως είναι εξίσου καθοριστικό. Το ιδεολογικό φορτίο του τρίτου Μνημονίου είναι περισσότερο αισθητό σε σχέση με τα δύο προηγούμενα.

Το τρίτο Μνημόνιο ακυρώνει την θέση της κυβέρνησης ότι το πρόβλημα της χώρας οφείλεται στη λιτότητα όπως αναφέρονταν στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης.

Με το τρίτο Μνημόνιο επιχειρείται αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας. Στόχος να συρρικνωθεί ο μη ανταγωνιστικός και εσωστρεφής τομέας της οικονομίας προς όφελος του ανταγωνιστικού και εξωστρεφούς.

Υιοθετεί τη φιλοσοφία αυτή η κυβέρνηση; Έχει τη βούληση να εφαρμόσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις;

3) Το τρίτο αφορά τη θέση της κυβέρνησης έναντι του προβλήματος του χρέους. Η κυβέρνηση πριν και μετά τις εκλογές ζητούσε ονομαστική διαγραφή του λέγοντας ότι δεν είναι βιώσιμο.

Από τις επίσημες αποφάσεις προκύπτει ότι το καλύτερο που μπορεί να εξασφαλίσει η χώρα για το χρέος είναι: α) επιμήκυνση, β) όπου είναι εφικτό μείωση των επιτοκίων και γ) παράταση της περιόδου χάριτος για την αποπληρωμή τοκοχρεολυσίων.

Είναι έτοιμη η κυβέρνηση να αποδεχτεί αποφάσεις για το χρέος που μέχρι πρότινος απέρριπτε ως αναποτελεσματικές;

Αν οι κυβερνητικοί εταίροι είναι έτοιμοι να απαντήσουν στα παραπάνω ερωτήματα θετικά τότε το διακύβευμα των νέων εκλογών θα είναι αντίστροφο των εκλογών του Ιανουαρίου: «Ψηφίστε μας για να εφαρμόσουμε αποτελεσματικά και με την αναγκαία ευαισθησία το νέο πρόγραμμα ώστε να βγάλουμε τη χώρα από την κρίση».

Η επιτυχία στον τομέα αυτό θα καθορίσει τη δυνατότητα ή όχι του ΣΥΡΙΖΑ να διατηρήσει σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας. Όμως, η εμπειρία των τελευταίων έξι μηνών δείχνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επεδίωξε επιστροφή στις παθογένειες που μας οδήγησαν στην κρίση. Δεν επιδιώκει την υιοθέτηση προοδευτικών μεταρρυθμίσεων στην οικονομία και τους θεσμούς. Η απάντηση που θα δώσουν στα ίδια ερωτήματα τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα καθορίσει τις δικές τους προοπτικές.