Κοινοβουλευτική Δραστηριότητα

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΜΕ ΘΕΜΑ: «Η λύση για το Δημόσιο Χρέος & η Προοπτική Ανάπτυξης» την Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2014

H συζήτηση για το δημόσιο χρέος, είναι από τις πιο κρίσιμες για τη χώρα και τους πολίτες της, καθώς αναζητούμε την οριστική έξοδο από την κρίση, την ασφαλή έξοδο στις αγορές  και την μετάβαση σε μια σταθερή αναπτυξιακή πορεία.

Η συζήτηση αυτή αποτελεί κομβικό σημείο στην αντιπαράθεση των κομμάτων, ενόψει και των συζητήσεων με τους  Ευρωπαίους εταίρους, που έχουν δεσμευτεί ότι θα λάβουν αποφάσεις για περαιτέρω ελάφρυνσή του.

Οποιαδήποτε συζήτηση για το χρέος, πρέπει να ξεκινά από ορισμένες διαπιστώσεις, για να μπορούμε να αξιολογήσουμε τις προτάσεις πολιτικής που κατατίθενται και να προκρίνουμε αυτές που θα οδηγήσουν σε ασφαλή και οριστική αντιμετώπιση του προβλήματος.

Ομιλία στην εκδήλωση της ΔΗΜ.ΑΡ "Προοδευτική Διακυβέρνηση και Δημοκρατικές Μεταρρυθμίσεις", Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Έχουν συμπληρωθεί επτά χρόνια από την εκδήλωση της μεγαλύτερης μεταπολεμικής κρίσης και της μόνης που είχε ως αφετηρία, όχι κάποια χώρα της περιφέρειας αλλά την Μέκκα του καπιταλισμού, τις Η.Π.Α.

Η κρίση αυτή μεταφέρθηκε στην Ευρώπη μέσω του Ην. Βασιλείου και στη συνέχεια στην ευρωζώνη.

Σήμερα, οι περισσότερες εκτός ευρωζώνης οικονομίες που χτυπήθηκαν από την κρίση, έχουν – σε μεγάλο βαθμό – αποκαταστήσει τις απώλειες που προκάλεσε αυτή στα εισοδήματα και την απασχόληση.

Η ευρωζώνη όμως, εξακολουθεί να ταλαιπωρείται από τις συνέπειες της δεύτερης ύφεσης, αυτής που ξεκίνησε το 2012 και κινδυνεύει να βιώσει στασιμότητα και αποπληθωρισμό.

Η αδυναμία της Ευρώπης να αντιμετωπίσει έγκαιρα και αποτελεσματικά την κρίση και να διευκολύνει την υλοποίηση των αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών στις χώρες που βρέθηκαν στον επίκεντρό της, είχε – μεταξύ άλλων – ως αποτέλεσμα, οι χώρες αυτές να έχουν διαφορετική πορεία κατά τη διάρκεια του προγράμματος αλλά και μετά από αυτό.

Από τις τέσσερις, λοιπόν, χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα, σήμερα οι δύο είναι εκτός προγράμματος.

Η Ιρλανδία, επανήλθε σε γρήγορους ρυθμούς ανάπτυξης και η ανεργία μειώθηκε σε σημαντικό βαθμό. Επωφελήθηκε από το γεγονός, ότι πριν την κρίση είχε προχωρήσει σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, τις οποίες και συνέχισε καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος.

Η Πορτογαλία, βγήκε από το πρόγραμμα και έχει χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Τα κοινωνικά προβλήματα που προέκυψαν κατά την αντιμετώπιση της κρίσης παραμένουν έντονα.

Η Ελλάδα, κατάφερε σε δύσκολες συνθήκες να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των δίδυμων ελλειμμάτων και της έλλειψης αξιοπιστίας, που της στέρησε την πρόσβαση στις αγορές και την προσφυγή στους θεσμικούς πιστωτές.

Με μεγάλες όμως οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, αφού το ΑΕΠ σε μια εξαετία μειώθηκε κατά 25% περίπου και η ανεργία έφτασε το 27%.

Η διαπίστωση αυτή μας φέρνει αντιμέτωπους με το ερώτημα, γιατί στην Ελλάδα αν και έγιναν προσπάθειες προσαρμογής και προκλήθηκαν μεγάλες απώλειες στα εισοδήματα και αυξήθηκε σε πρωτοφανή επίπεδα η ανεργία, εντούτοις η έξοδος από την κρίση καθυστερεί;

Υποστηρίζω, ότι η κρίση επηρέασε κατά τρόπο ασύμμετρο την Ελλάδα, γιατί μετά την ένταξή της στην ΟΝΕ όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με το πρόβλημα των διογκούμενων δίδυμων ελλειμμάτων δεν προχώρησε σε καμία διαρθρωτική αλλαγή για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα αυτά.

Το πολιτικό δυναμικό και οι οικονομικοί παράγοντες -εργοδότες και εργαζόμενοι – άργησαν  να κατανοήσουν τους νέους όρους του παιχνιδιού εντός της ΟΝΕ αλλά και τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης.

Έτσι, η οικονομία απόκτησε ένα διογκωμένο μη παραγωγικό και μη ανταγωνιστικό τμήμα, στο οποίο μεταφέρθηκαν ανθρώπινοι και υλικοί πόροι από το τμήμα της οικονομίας που ήταν εκτεθειμένο στον διεθνή ανταγωνισμό, το οποίο σταδιακά αποδυναμώθηκε σε σημαντικό βαθμό.

Το γεγονός αυτό αποτυπωνόταν καθαρά στην πορεία του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο από την επομένη της ένταξης στην ΟΝΕ διευρύνονταν συνεχώς μέχρι που έφτασε στο πρωτοφανές μέγεθος του 14,5% το 2008.

Θα περίμενε κάποιος, ότι οι εξελίξεις αυτές θα προκαλούσαν εύλογη ανησυχία στις κυβερνήσεις της περιόδου από το 2001 και ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης το Σεπτέμβριο του 2008.

Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε.

Η Ελλάδα, παρά την διεύρυνση του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και την ταυτόχρονη αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος, συνέχιζε να έχει πρόσβαση στις αγορές με πολύ μικρό κόστος μέχρι να ξεσπάσει η διεθνής κρίση και να εκτροχιαστεί δημοσιονομικά το 2009.

Έτσι, το ζήτημα λήψης διαρθρωτικών και όχι συγκυριακών μέτρων για την αντιμετώπιση των ανισορροπιών του δίδυμου ελλείμματος δεν απασχολούσε έντονα τους αρμόδιους, πέρα από όσο χρειάζονταν για να αντιμετωπίσουν τις Ευρωπαϊκές παρατηρήσεις ούτε ήταν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.

Εξίσου αδύνατοι αποδείχτηκαν και οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί παρακολούθησης, να διαμορφώσουν συνθήκες έγκαιρης αντιμετώπισης του προβλήματος, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.

Ένα πρώτο λοιπόν συμπέρασμα είναι, ότι η χώρα μέχρι την κρίση δεν είχε θεσμούς που να διευκολύνουν την ανάληψη πρωτοβουλιών για την έγκαιρη εισαγωγή αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών.

Μετά την εκδήλωση της κρίσης καταγράφηκε ανάλογη αδυναμία κατανόησης των αιτιών που μας οδήγησαν στην κρίση.

Έλλειψαν και οι αναγκαίες πολιτικές συναινέσεις ως προς τη διάγνωση του πραγματικού προβλήματος της χώρας και ως προς τις διαθέσιμες επιλογές – υπενθυμίζω Ζάππεια ή επικλήσεις σε παραδείγματα χωρών της Λατινικής Αμερικής ως πρότυπα για τις επιλογές της Ελλάδας – ώστε να προχωρήσει η χώρα κατά προτεραιότητα σε αυτές που θα περιόριζαν το κόστος της προσαρμογής και θα επιτάχυναν την έξοδο από την κρίση.

Με έναν αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρώπη, η έλλειψη συναίνεσης στο εσωτερικό αποδυνάμωνε τη διαπραγματευτική θέση της χώρας απέναντι σε μια έκδηλα τιμωρητική διάθεση των Ευρωπαίων αρχικά.

Σήμερα, που η χώρα έχει επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, το μεγάλο ερώτημα παραμένει, αν δηλαδή έχουμε πραγματικά καταφέρει να ξεφύγουμε οριστικά από την κρίση και ποιες είναι οι προοπτικές για την επόμενη ημέρα.

Για τις δυνάμεις της Σοσιαλδημοκρατίας – που βρέθηκαν μόνες τους στο επίκεντρο της προσπάθειας για να αντιμετωπιστεί η κρίση και κατέγραψαν τεράστιες απώλειες στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις – αποτελεί προτεραιότητα να προσδιορίσουν τον οδικό χάρτη για την προοδευτική ανασυγκρότηση της χώρας μετά το πέρας του προγράμματος.

Η χώρα οδηγήθηκε στην κρίση, γιατί οι θεσμοί δεν λειτουργούσαν σωστά και το παραγωγικό πρότυπο ήταν αναποτελεσματικό.

Στο διάστημα που μεσολάβησε, αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά αυτά τα προβλήματα, ώστε να μην επαναληφθεί η κρίση;

Η απάντηση είναι αρνητική.

Εκτιμώ, ότι το μεγαλύτερο μέρος των αναγκαίων αλλαγών, ιδιαίτερα στους θεσμούς, είναι ακόμη μπροστά μας.

Σε μεγάλο βαθμό οι θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν όπως πριν από την κρίση.

Σε πολλές περιπτώσεις, προοδευτικές μεταρρυθμίσεις αποδομήθηκαν από αντιμεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες, βαθύτατα συντηρητικής αν όχι συντεχνιακής αντίληψης, όπως για παράδειγμα στο χώρο της παιδείας με την ουσιαστική κατάργηση των προβλέψεων του Νόμου «Διαμαντοπούλου».

Άλλο τυπικό παράδειγμα, ο τρόπος επιλογής διοικήσεων σε φορείς του Δημοσίου.

Φορείς ή εταιρείες του δημοσίου δεν στελεχώνονται με πρόσωπα που έχουν τα κατάλληλα προσόντα αλλά λειτουργούν ως φυτώριο πολιτικών ή προς αποκατάσταση πολιτικών που δεν εκλέχτηκαν.

Δεν θέλω με αυτό να απαξιώσω το σύνολο των πολιτικών που έχουν επιλεγεί σε τέτοιες θέσεις αλλά πολλοί από αυτούς δεν θα ήταν στη θέση τους αν δεν ήταν κομματικά στελέχη.

Την ώρα που το ποσοστό των πολιτών σε συνθήκες φτώχειας αυξάνεται και οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται, η άσκηση κοινωνικής πολιτικής παραμένει κατακερματισμένη σε διάφορα υπουργεία.

Αυτό αντανακλά τη λογική της πελατειακής Ελλάδας, όπου κάθε υπουργός είχε κονδύλια και προγράμματα για να κάνει κοινωνικό έργο και βέβαια να ενισχύει το κοινωνικό του προφίλ προκειμένου να επανεκλέγεται.

Αυτές οι δομές καθιστούν την κοινωνική πολιτική αναποτελεσματική. Οι ελάχιστοι διαθέσιμοι πόροι που υπάρχουν δεν καταλήγουν στη στήριξη αυτών που έχουν ανάγκη.

Υποστηρίζω, ότι η αδυναμία επίτευξης ευρύτερων πολιτικών συναινέσεων στέρησε τη χώρα από έγκαιρη υλοποίηση των αναγκαίων αλλαγών.

Είναι γεγονός, ότι το ΠΑΣΟΚ στην πολύχρονη διαδρομή του κατάφερε να προχωρήσει σε πολλές μεταρρυθμίσεις χωρίς συναινέσεις, π.χ. στην πρώτη περίοδο στο Οικογενειακό Δίκαιο, στην Παιδεία, στο νόμο για το ΕΣΥ, την εργατική νομοθεσία. Αργότερα το ΑΣΕΠ, τον Καποδίστρια, τα ΚΕΠ, την ένταξη στην ΟΝΕ.

Και τελευταία, με τις πρωτοβουλίες για την ενίσχυση του πλαισίου για τους φοροελεγκτικούς μηχανισμούς, την Διαύγεια και τον Καλλικράτη.

Εξαίρεση, ο νόμος για την Παιδεία, που εξασφάλισε ευρύτερη συναίνεση και παρ’ όλα αυτά ανατράπηκε.

Στις περισσότερες από τις παραπάνω μεταρρυθμίσεις το ΠΑΣΟΚ είχε εξασφαλίσει πλατειές κοινωνικές συναινέσεις και για αυτό το λόγο δεν μπόρεσαν ή δεν επεδίωξαν οι επόμενες κυβερνήσεις να προχωρήσουν σε αλλαγές.

Σε ορισμένες περιπτώσεις οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις κατανοούσαν την ανάγκη υιοθέτησής τους αλλά εξέφραζαν αντιθέσεις για να αποκομίσουν μικροπολιτικά οφέλη.

Η κρίση ανέδειξε ακόμη περισσότερο την ανάγκη ενίσχυσης της δημοκρατίας, η οποία απειλείται όσο υπονομεύεται η κοινωνική συνοχή και σταθερότητα.

Ο ρόλος των ΜΜΕ στη διαμόρφωση απόψεων πρέπει να μας ωθήσει σε επιλογές που διασφαλίζουν την αντικειμενικότητα και τον πλουραλισμό στην ενημέρωση των πολιτών.

Σήμερα, η αποδυνάμωση του παραδοσιακού δικομματισμού καθιστά αναγκαίο ένα πλαίσιο λειτουργίας κυβέρνησης και Βουλής, που θα διευκολύνει τη συγκρότηση πολυκομματικών κυβερνήσεων στη βάση προγραμματικών συμφωνιών ακόμη και κομμάτων με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες.

Σε αυτό το πλαίσιο, εντάσσονται και αλλαγές που αφορούν τη διάρκεια μιας Βουλής που προκύπτει ύστερα από πρόωρη διάλυση προηγούμενης, το εκλογικό σύστημα, τις εκλογικές περιφέρειες, τον τρόπο εκλογής βουλευτών, τα οικονομικά των κομμάτων κ.ά., προκειμένου η χώρα να διαμορφώσει ένα θεσμικό πλαίσιο που να διευκολύνει τη συνεργασία των πολιτικών δυνάμεων.

Η Δικαιοσύνη, παρά τις όποιες προσπάθειες έχουν γίνει, δεν μπορεί ακόμη να συνεισφέρει στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της οικονομίας και την εμπέδωση αίσθησης κράτους δικαίου.

Η εκδίκαση σημαντικού αριθμού υποθέσεων καθυστερεί και το γεγονός αυτό προβληματίζει πολλούς δυνητικούς επενδυτές.

Στην οικονομία, παρά τις εκτεταμένες αλλαγές στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, δεν έχει επιτευχθεί ο αναγκαίος μετασχηματισμός προς όφελος του τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών.

Εξίσου σημαντική είναι η ανάγκη αναβάθμισης του εποπτικού ρόλου του κράτους ειδικά σε ζητήματα που αφορούν την λειτουργία των χρηματοοικονομικών αγορών που αποτελέσαν και την αφετηρία των μεγάλων κρίσεων.

Το τραπεζικό σύστημα είναι σε καλύτερη θέση σε σχέση με την περίοδο πριν από την ανακεφαλαιοποίηση.

Μπορεί πλέον να προσελκύει κεφάλαια από ιδιώτες και τις αγορές.

Εξακολουθεί, όμως, να είναι παγιδευμένο σε δανειοδοτήσεις επιχειρήσεων που δεν είναι ανταγωνιστικές και δεν έχουν προοπτική.

Έτσι, αποστερεί τα λίγα διαθέσιμα κεφάλαια από τις ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, που θα διευκολύνουν την αναγκαία αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης.

Στις νέες συνθήκες οι επιχειρηματίες θα πρέπει να διαθέτουν περισσότερα ίδια κεφάλαια στις επενδυτικές τους πρωτοβουλίες, ώστε να συμμετέχουν περισσότερο στο ρίσκο που αναλαμβάνουν.

Η δε δραστηριότητά τους να μην εξαντλείται σε συναλλαγές με τον ευρύτερο δημόσιο τομέα αλλά με άλλες επιχειρήσεις στην Ελλάδα ή το εξωτερικό.

Η αναμόρφωση της δημόσιας διοίκησης προχωρεί με αργούς ρυθμούς.

Η αξιολόγηση των υπαλλήλων παραμένει το μεγάλο ζητούμενο, ώστε η χώρα να αποκτήσει μια δημόσια διοίκηση που να εξυπηρετεί τον πολίτη και να είναι φιλική προς την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Υπάρχει ένα μεγάλο ερώτημα, αν στη χώρα έχουν διασφαλιστεί οι αναγκαίες συναινέσεις μεταξύ των πολιτικών κομμάτων που θα διασφαλίσουν ένα σταθερό, διαφανές, κοινωνικά δίκαιο και αξιόπιστο φορολογικό πλαίσιο, που θα διευκολύνει την προσέλκυση των επενδύσεων.

Τονίζω το ζήτημα αυτό, γιατί τα τελευταία 5 χρόνια έχουμε ψηφίσει πάνω από 1500 σελίδες φορολογικών διατάξεων χωρίς να έχουμε διασφαλίσει τα προαναφερθέντα.

Έτσι, το φορολογικό πλαίσιο παραμένει προβληματικό και άδικο. Για παράδειγμα, αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο ως προς το αφορολόγητο τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους σε σχέση με τους ελεύθερους επαγγελματίες και εξακολουθεί να φορολογεί πολίτες στη βάση τεκμηρίων και όχι πραγματικού εισοδήματος.

Πολλές από τις παραπάνω διαπιστώσεις τις συμμερίζονται πολιτικοί και κόμματα, ανεξάρτητα από την ιδεολογική τους αφετηρία.

Ο πρόσφατος, όμως, τεχνητός διαχωρισμός των πολιτικών δυνάμεων μεταξύ «μνημονιακών» και «αντιμνημονιακών», πέρα από την ανιστόρητη κατάργηση της διάκρισης μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, οδήγησε σε ένα διχασμό που εμποδίζει μια ουσιαστική δημόσια συζήτηση για τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και την θεσμική και οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας.

Η έννοια της μεταρρύθμισης σήμερα υποχωρεί μεταξύ των πολιτών και έχει πλέον μια αρνητική σημειολογία.  Οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι αυτοσκοπός αλλά εργαλείο για την εμπέδωση της κοινωνικής δικαιοσύνης και όχι για να διευρύνουν τις κοινωνικές ανισότητες.

Δεν μπορεί κάποιος να πιστεύει, ότι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας στην Ελλάδα θα επιτευχθεί με μείωση των κατώτατων μισθών στο ιδιωτικό τομέα όταν μια μικρή ανατίμηση του ευρώ αρκεί για να εξαφανίσει όλα τα οφέλη.

Πολλές από αυτές που την τελευταία διετία αποκαλούνται μεταρρυθμίσεις, όχι μόνο δεν έχουν προοδευτικό πρόσημο αλλά μας οδηγούν με γρήγορη ταχύτητα στις παθογένειες που προκάλεσαν την κρίση.

Και εδώ, όσοι στηρίξαμε την τρικομματική αρχικά και δικομματική μετά κυβέρνηση συνεργασίας, έχουμε ευθύνη που δεν αναδείξαμε την αντίθεσή μας.

Ο κίνδυνος που διατρέχουμε ως χώρα είναι, στη συνείδηση των πολιτών οι μεταρρυθμίσεις να ταυτιστούν με επιλογές, οι οποίες δεν προάγουν τη θέση των περισσοτέρων πολιτών.

Ειδικά αυτών που δημιουργούν πλούτο και αυτών που έχουν ανάγκη στήριξης.

Αντίθετα, διασφαλίζουν τις θέσεις και συμφέροντα μικρών ομάδων με ισχυρή εκπροσώπηση στο πολιτικό σύστημα στο όνομα άλλοτε «προοδευτικών» και άλλοτε «φιλολαϊκών» κατά βάθος όμως μόνο συντεχνιακών πολιτικών.

Αυτό υπονομεύει τη θεμελίωση της κοινωνικής συμμαχίας «παραγωγών» και «οικονομικά ασθενέστερων» που πρέπει να επιδιώξουν οι δυνάμεις της Σοσιαλδημοκρατίας του πολιτικού φιλελευθερισμού, της πολιτικής οικολογίας και της μεταρρυθμιστικής αριστεράς.

Ώστε με δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις να επιτύχουν την εκ νέου θέσμιση της πολιτείας, την ανασυγκρότηση της οικονομίας για να γίνει βιώσιμη, να δημιουργεί θέσεις εργασίας, εισοδήματα και πόρους που θα χρηματοδοτούν την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών για τη στήριξη των οικονομικά ασθενέστερων.

Αυτές είναι οι προκλήσεις για τις δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και όχι μόνο.

Το ερώτημα είναι, θα σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων;

Διότι η επόμενη ημέρα μετά το πρόγραμμα δεν θα είναι εύκολη.

Ούτε θα βγούμε οριστικά από την κρίση με διαγγέλματα, ατάκες και λογύδρια και μεταρρυθμιστικά ευχολόγια.

Θέλει συνεννόηση και πράξεις.

Σήμερα, έχουμε ακόμα μοναδική ευκαιρία να διορθώσουμε τα πράγματα.

Να φτιάξουμε την Ελλάδα από την αρχή.

Θα το κάνουμε;

Είμαστε πολλοί που είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε κάθε προσωπικό συμφέρον για το γενικότερο καλό.

Όχι γιατί μας το επιβάλλει κανένας.

Όχι γιατί μας το ζητάει η οποιαδήποτε Τρόικα.

Αλλά γιατί, εκεί μας οδηγούν τα πιστεύω μας και οι αρχές μας.

Ομιλία σε εκδήλωση του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και του ΚΕΠΕ «Η λύση για το Δημόσιο Χρέος και η προοπτική της Ανάπτυξης», Σάββατο 5 Ιουλίου

H συζήτηση για το χρέος, είναι μια από τις πιο κρίσιμες για τη χώρα και τους πολίτες της, καθώς αναζητούμε την οριστική έξοδο από την κρίση και την επιστροφή σε μια σταθερή αναπτυξιακή πορεία.

Οποιαδήποτε συζήτηση για το χρέος πρέπει να ξεκινά από ορισμένες διαπιστώσεις για να μπορούμε να καταλήξουμε σε προτάσεις πολιτικής.

Διαπίστωση Πρώτη: Σήμερα ο λόγος Χρέους προς ΑΕΠ στην Ευρωζώνη είναι ψηλότερος από τον αντίστοιχο του 2009 και πλησιάζει το 95% του ΑΕΠ.

To 2009 όταν ξέσπασε η κρίση στην Ευρώπη με την κερδοσκοπική επίθεση που εκδηλώθηκε σε βάρος της Ελλάδας, ο Μ.Ο. του  χρέους στην Ευρωζώνη των 18 ήταν στο 80% του ΑΕΠ.

Στο τέλος του 2013, ο Μ.Ο. του χρέους στην Eυρωζώνη ήταν στο 95% του ΑΕΠ με πέντε χώρες να έχουν λόγο χρέους προς ΑΕΠ πάνω από το 100% (από αυτές, οι τέσσερις ήταν ή εξακολουθούν να είναι σε πρόγραμμα) και οκτώ, δηλαδή οι μισές χώρες της Eυρωζώνης, να έχουν λόγο πάνω από το 90%.

Το παράδοξο είναι, ότι σήμερα, πολλοί υπερασπίζονται την άποψη ότι η κρίση ξεπεράστηκε όταν πολλές από τις χώρες (πχ Πορτογαλία και Ιρλανδία) έχουν λόγο χρέους που είναι κατά πολύ υψηλότερος από το λόγο που είχαν όταν βρέθηκαν στο επίκεντρο κερδοσκοπικής επίθεσης.

Υπενθυμίζω, ότι η άποψη που κυριάρχησε την Άνοιξη του 2010 στην Ευρώπη ήταν, ότι η κρίση ήταν κρίση ρευστότητας και ήταν αποκλειστικά ελληνική.

Αυτό καθόρισε και τη στάση τους, ως προς το περιεχόμενο του πρώτου Προγράμματος αλλά και έναντι του προβλήματος του χρέους.

Αυτό μας οδηγεί στη Δεύτερη Διαπίστωση: Δεν υπάρχει κανόνας για το πότε ένα χρέος θεωρείται βιώσιμο.

Η βιβλιογραφία δεν προσφέρει καμία ασφαλή μεθοδολογία, βάσει της οποίας, μπορούμε να υπολογίσουμε πότε ένα χρέος θεωρείται βιώσιμο και πότε όχι.

Η έκθεση για την βιωσιμότητα του Ελληνικού Χρέους επικεντρώνεται στο ποσοστό 120% που τέθηκε αρχικά ως στόχος για το 2020 από τους θεσμικούς πιστωτές.

Η Ιαπωνία έχει ένα χρέος κοντά στο 200% χωρίς να έχει αμφισβητηθεί η βιωσιμότητα του, ενώ η Πορτογαλία είχε χρέος κοντά στο 80% όταν αμφισβητήθηκε η βιωσιμότητά του και αποκόπηκε από τις αγορές.

Το 120% είναι αυθαίρετο και χρησιμοποιήθηκε ως κριτήριο από τους πιστωτές, γιατί σε διαφορετική περίπτωση – αν δηλαδή οριζόταν σε χαμηλότερο σημείο – θα εμφανιζόταν η Ιταλία, που έχει υψηλό χρέος, να θεωρείται ότι το χρέος της δεν είναι βιώσιμο.

Επομένως, η βιωσιμότητα του χρέους, σε μεγάλο βαθμό είναι συνάρτηση της άποψης των αγορών, οι οποίες δεν έχουν ενιαίους κανόνες για την αξιολόγηση.

Στην αξιολόγησή τους για τη βιωσιμότητα του χρέους, οι αγορές, λαμβάνουν υπόψη τους, πέρα από το ύψος του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, δύο δεδομένα:

α) Ποιό είναι το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους

β) Ποιό είναι το ρίσκο αναχρηματοδότησης του.

Διαπίστωση Τρίτη: Το μεγαλύτερο όφελος από το PSI αλλά και από την επαναγορά χρέους είναι ότι διασφάλισε την αποσύνδεση του ύψους του χρέους από το κόστος εξυπηρέτησης και το ρίσκο αναχρηματοδότησης του.

Με το PSI και την επαναγορά χρέους το ελληνικό χρέος μειώθηκε κατά   126 δις ή  70% του ΑΕΠ.

Η τελική απομείωση ήταν μικρότερη, γιατί περίπου 50 δις προστέθηκαν στο χρέος προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την ανακεφαλαιοποίηση ή την εξυγίανση του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Ένα μέρος από το χρέος των 50 δις θα μειωθεί όταν διατεθούν στην αγορά οι μετοχές των τραπεζών που σήμερα το κράτος διαθέτει.

Παρά τη μείωση, το χρέος σήμερα παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα, 174% του ΑΕΠ το 2014.

Έτσι, και παρά το γεγονός, ότι η Ελλάδα κατάφερε να βγει το 2014 στις αγορές για πρώτη φορά μετά το 2010, παραμένει ανοικτή η συζήτηση για το με ποιες προϋποθέσεις οι αγορές θα οριστικοποιήσουν την άποψη τους ότι το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο.

Το PSI άλλαξε δυο σημαντικές παραμέτρους του χρέους, που λαμβάνουν υπόψη τους οι αγορές κατά την αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους.

Η πρώτη παράμετρος, αφορά το κόστος εξυπηρέτησης που πλέον ταμειακά είναι στα 6 δις ή 3,3% του ΑΕΠ για την περίοδο 2013-2018.

Το χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης οφείλεται στην σημαντική μείωση των επιτοκίων και των risk premia για την Ελλάδα. Έτσι σήμερα, το μέσο επιτόκιο εξυπηρέτησης του χρέους διαμορφώνεται στο 2,5%.

Η δεύτερη παράμετρος, είναι η αποσύνδεση του ύψους του χρέους από το ρίσκο αναχρηματοδότησής του για την επόμενη πεντηκονταετία με εξαίρεση την περίοδο 2021-2022 όπου και εμφανίζεται ένα υψηλό επίπεδο Ελληνικών λήξεων.

Αυτή η μεγάλη διασπορά λήξεων χρέους επιτεύχθηκε με την επιμήκυνση του χρέους. Η μέση υπολειπόμενη διάρκεια του χρέους έχει επεκταθεί χρονικά στα 16 περίπου έτη στο τέλος του 2013, από 7 περίπου στο τέλος του 2010.

Τέλος, εξίσου σημαντικό, είναι το γεγονός ότι το δημόσιο χρέος διακατέχεται στο μεγαλύτερο μέρος του, κυρίως, από θεσμικούς πιστωτές ενώ το  διαπραγματεύσιμο τμήμα είναι πάρα πολύ μικρό, μόλις 35 δισ.

Διαπίστωση Τέταρτη : Η άποψη για το λόγο χρέους προς ΑΕΠ που καθορίζει τη βιωσιμότητα του χρέους μιας χώρας εξαρτάται από το αν έχει δική της Κεντρική Τράπεζα ή όχι.

Κατά τη διάρκεια της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης οι αποδόσεις των ομολόγων σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Αγγλία παρέμειναν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα.

Αυτό συνέβη, γιατί οι αγορές ήταν πεπεισμένες ότι σε περίπτωση αδυναμίας των Κυβερνήσεων να αποπληρώσουν το χρέος τόσο η FED όσο και η Τράπεζα της Αγγλίας θα τύπωναν χρήμα για την αποπληρωμή του.

Σήμερα είναι αποδεκτό, ότι για τις χώρες μέλη της Ευρωζώνης ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ που καθορίζει τη βιωσιμότητα του χρέους είναι μικρότερος από αυτόν που αφορά χώρες με δική τους κεντρική τράπεζα και νόμισμα στο οποίο εκδίδεται το χρέος.

Διαπίστωση Πέμπτη: Χώρες μέλη νομισματικής ένωσης με υψηλό χρέος δεν έχουν διαθέσιμο το εργαλείο  της δημοσιονομικής πολιτικής.

Χώρες-μέλη της ευρωζώνης οφείλουν να διατηρούν σε επίπεδα αρκετά κάτω του 100% το χρέος τους, για να μη βρεθούν αντιμέτωπες με μια κρίση χρέους, αλλά και για να έχουν το εργαλείο της δημοσιονομικής πολιτικής διαθέσιμο σε περίπτωση που βρεθούν σε συνθήκες ύφεσης.

Η χώρα ως μέλος της ευρωζώνης δεν έχει άλλο εργαλείο πολιτικής, πέρα από αυτό της δημοσιονομικής πολιτικής, διότι την νομισματική πολιτική την καθορίζει πλέον η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Με δεδομένο ότι βρισκόμαστε μακριά από την προοπτική δημιουργίας ενός ομοσπονδιακού, αναδιανεμητικού δημοσιονομικού μηχανισμού, το μόνο εργαλείο πολιτικής που διαθέτει η χώρα είναι η ενίσχυση της ζήτησης μέσω αύξησης των δαπανών ή της μείωσης των φόρων.

Όσο, λοιπόν, το χρέος παραμένει σε υψηλά επίπεδα, η χώρα στερείται αυτής της δυνατότητας και θα είναι χωρίς εργαλεία πολιτικής κάθε φορά που θα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ύφεση.

Διαπίστωση Έκτη: Το υψηλό χρέος επηρεάζει αρνητικά την ανάπτυξη.

Το υψηλό χρέος υπονομεύει μεσοπρόθεσμα τις αναπτυξιακές προοπτικές μιας χώρας.

Στη διεθνή συζήτηση αλλά και στα κείμενα των προγραμμάτων χωρών της ευρωζώνης γίνεται αναφορά στα ευρήματα της εργασίας των Reinhart και Rogoff για να τεκμηριωθεί η άποψη, ότι οι χώρες με χρέος άνω του 90% κινδυνεύουν από μικρότερους ρυθμούς ανάπτυξης.

Η μελέτη αυτή έχει αμφισβητηθεί ως προς τα ευρήματά της.

Είναι όμως γενικά παραδεκτό, ότι ένα πολύ υψηλό χρέος αφαιρεί πόρους από την οικονομία για την εξυπηρέτησή του και πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Εκτιμώ, λοιπόν, ότι αυτή η αντίληψη για τη σχέση υψηλού χρέους και ανάπτυξης είναι που έχει οδηγήσει την Αξιωματική Αντιπολίτευση να καταθέσει συγκεκριμένη πρόταση για τη σύγκληση Ευρωπαϊκής Διάσκεψης για τη μείωση του χρέους.

Αντιλαμβάνομαι, δηλαδή, ότι και εσείς συμφωνείτε ότι ένα υψηλό χρέος δημιουργεί πρόβλημα στις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.

Άρα, πρέπει να συμφωνήσουμε σε αυτή τη χώρα ότι χρειάζονται προληπτικοί μηχανισμοί ελέγχου ώστε να μην αφήνουμε το χρέος να αυξάνει ανεξέλεγκτα.

1) Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν την πορεία του χρέους για να πετύχουμε τη μείωση του.

Η δυναμική του χρέους επηρεάζεται από παράγοντες, όπως η ύπαρξη ή μη ελλειμμάτων, το ύψος των επιτοκίων, η πορεία του ΑΕΠ, ο πληθωρισμός, τα έσοδα από αποκρατικοποιήσεις κ.α.

Όσο πιο  γρήγορα αυξάνεται το ονομαστικό Α.Ε.Π., τόσο πιο  εύκολα μπορεί να εξυπηρετηθεί το χρέος,  και μειώνεται ο λόγος  χρέους προς  Α.Ε.Π. που αξιολογούν οι αγορές.

Εκτός λοιπόν από την παραγωγή  πρωτογενών πλεονασμάτων, ένας υψηλός πληθωρισμός ή μια γρήγορη αύξηση του ονομαστικού Α.Ε.Π., βοηθάει στη μείωση του βάρους του χρέους.

Η χώρα σήμερα έχει αποπληθωρισμό, ο οποίος υπονομεύει τη δυναμική του χρέους μέσα από σειρά διαφορετικών καναλιών, όπως είναι: ο επηρεασμός του παρανομαστή που είναι το ΑΕΠ, τα πραγματικά επιτόκια, οι δημοσιονομικές επιδόσεις εσόδων και δαπανών που με την σειρά τους επηρεάζουν το πρωτογενές αποτέλεσμα μιας χώρας και όλα αυτά, παρά το γεγονός, ότι πετυχαίνουμε τους στόχους για το πρωτογενές πλεόνασμα.

Για να το αποφύγουμε αυτό, η Ελλάδα, πρέπει να έχει μικρότερο πληθωρισμό από το μέσο όρο της ευρωζώνης, όχι όμως αποπληθωρισμό που οδηγεί σε μείωση του ονομαστικού Α.Ε.Π. και επομένως, σε αύξηση του λόγου του χρέους προς ΑΕΠ.

Αυτή η στόχευση δυσχεραίνεται  από την πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που κρατά κατά μέσο όρο τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης  κάτω από το 1%, που είναι πολύ κάτω από το στόχο του 2% που ορίζει η συνθήκη του Maastricht.

Οι χώρες-μέλη της Ε.Ε. και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, πρέπει να αντιμετωπίσουν το ταχύτερο δυνατό τον κίνδυνο που συνεπάγεται ο αποπληθωρισμός για την βιωσιμότητα του χρέους χωρών σε Πρόγραμμα.

Γιατί αν το χρέος μιας χώρας αντιμετωπίζεται από τις αγορές ως μη βιώσιμο, τα μακροπρόθεσμα επιτόκια της χώρας θα κινούνται σε σχετικά υψηλά επίπεδα.

Αυτό επηρεάζει αρνητικά την προσέλκυση των επενδύσεων και επιπρόσθετα αυξάνει και το κόστος χρήματος για τις επιχειρήσεις, οι οποίες μετά από μια εξαετή ύφεση, πέρα από τα προβλήματα της περιορισμένης ζήτησης, αντιμετωπίζουν τεράστιο πρόβλημα χρηματοδότησης.

Έτσι οδηγούμαστε σε ένα φαύλο κύκλο, αφού η βιωσιμότητα του χρέους καθορίζεται από την αναπτυξιακή πορεία της χώρας αλλά η ανάπτυξη επηρεάζεται αρνητικά από το γεγονός, ότι οι αγορές θεωρούν ότι το χρέος της χώρας δεν είναι βιώσιμο, και κρατούν τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα.

Τα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις, επίσης, επηρεάζουν τη δυναμική του χρέους αλλά δεν είναι τόσο σημαντικά μέχρι σήμερα, ώστε να συμβάλλουν καθοριστικά στην μείωση του.

2) Προτάσεις για την απομείωση του Ελληνικού χρέους

Η προοπτική μιας απομείωσης του ονομαστικού  χρέους με πρωτοβουλία των δανειστών, θα διευκόλυνε πάρα πολύ την προσπάθεια της Ελλάδας να βγει από την κρίση και είναι θεμιτή.

Εμφανίζει όμως δυσκολίες, με δεδομένη την αντίδραση που θα καταγραφεί στα Εθνικά Κοινοβούλια άλλων χωρών, να πάρουν μια απόφαση που θα διαγράφει το ελληνικό χρέος και θα αυξάνει το δικό τους χρέος.

Επιπρόσθετα, μια δεύτερη απομείωση του χρέους μετά αυτή του PSI θα είχε οριακό όφελος, αφού αυτό θα αφορά μόνο το κομμάτι του διμερούς χρέους που ανέρχεται στα 52,9 δις και στο κομμάτι που είναι στα χέρια ιδιωτών και είναι συνολικού ύψους 35 δις.

Η διαγραφή αυτή θα αύξανε το ρίσκο στα επιτόκια της μελλοντικής χρηματοδότησης έναντι οριακού οφέλους σε ετήσια βάση ως προς τους τόκους.

Τα ίδια προβλήματα για την μελλοντική εξυπηρέτηση του χρέους, χωρίς σημαντικό όφελος, θα προκύψουν ακόμη και αν τεθεί ως στόχος διαγραφή μέρους του χρέους που διακρατεί το EFSF.

Α) Πρωτοβουλίες για την απομείωση χρέους στην Ευρώπη

Στην Ευρώπη, μετά το ξέσπασμα της χρηματοοικονομικής κρίσης, διατυπώθηκαν πολλές προτάσεις για την απομείωση του χρέους των χωρών της Ευρωζώνης.

Α1) Η πρώτη πρόταση, είναι η απομείωση του χρέους  μέσω της αμοιβαιοποίησης, που όμως είναι δύσκολο να εφαρμοσθεί, εξαιτίας  των αντιδράσεων που σημειώνονται κυρίως από τη Γερμανία περί ηθικού κινδύνου.

Α2) Μια δεύτερη πρόταση που έχει διατυπωθεί, είναι να περάσει μέρος του χρέους που συσσώρευσαν οι χώρες για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος στο ESM και να μειωθεί το χρέος, είτε ισόποσα είτε κατά ένα μέρος μικρότερο της τρέχουσας χρηματιστηριακής αξίας των τραπεζικών μετοχών που θα περάσουν στο ESM.

Πέρα από τις πολιτικές δυσκολίες που εμφανίζει και αυτή η πρόταση σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, το όφελος για το χρέος στην περίπτωση της Ελλάδος δεν μπορεί να υπερβεί τα 25 δις η 14% του ΑΕΠ.

Α3) Πρόταση Paris και Wyplosz

Μια πιο ενδιαφέρουσα και πολιτικά αποδεκτή πρόταση, που οδηγεί σε ονομαστική απομείωση του χρέους είναι αυτή που έχουν διατυπώσει οι Paris και Wyplosz, που προτείνουν τη δημιουργία ενός οχήματος ειδικού σκοπού στο οποίο οι χώρες θα εκχωρήσουν τα μελλοντικά έσοδα από την έκδοση χρήματος από την ΕΚΤ.

Αυτό με τη σειρά του θα αγοράζει, με κεφάλαια που θα δανείζεται έναντι αυτών των εσόδων, χρέος που έχουν εκδώσει οι χώρες μέλη της ευρωζώνης.

Η άποψη αυτή, στο βαθμό που θα γίνει αποδεκτή, μπορεί να οδηγήσει υπό προϋποθέσεις σε μείωση του ονομαστικού χρέους των χωρών της Ευρώπης κατά 50% κατά Μ.Ο.

Σύμφωνα με τη μελέτη, το χρέος της Ελλάδας μπορεί να μειωθεί μετά από την εφαρμογή αυτής της πρότασης στο 105% του ΑΕΠ.

4) Προτάσεις για την ελάφρυνση του Ελληνικού χρέους

Με βάση τα προαναφερθέντα, σε ότι αφορά τη δυνατότητα που υπάρχει στα Κοινοβούλια των άλλων χωρών να λάβουν αποφάσεις για την ελάφρυνση του χρέους, η Ελλάδα μπορεί να διεκδικήσει:

Α) Tην περαιτέρω επιμήκυνση του χρέους, με γνώμονα όχι τη μείωση του σε όρους παρούσας αξίας, αλλά για να μειωθεί ή να μηδενιστεί το ρίσκο αναχρηματοδότησης του, και

Β) Να κλειδώσει τα επιτόκια στα παρόντα χαμηλά επίπεδα.

Συνολικά τα δάνεια από την Ευρωζώνη ανέρχονται στα 188 δισ. ευρώ.

Τα διμερή δάνεια η Ελλάδα θα αρχίσει να τα αποπληρώνει από το 2020 και η τελευταία προγραμματισμένη δόση είναι το 2041.

Ωστόσο, ο μέσος χρόνος αποπληρωμής τους είναι 17 χρόνια ενώ οι προγραμματισμένες δόσεις αποπληρωμής είναι άνισα κατανεμημένες.

Τα δάνεια από τον EFSF έχουν μέση διάρκεια τα 30 έτη και η δομή του προγράμματος αποπληρωμών είναι πιο συγκεκριμένη.

Η Ελλάδα μπορεί να επιδιώξει την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των διμερών δανείων και εκείνων από τον EFSF στα 70 χρόνια.

Αυτό θα οδηγήσει σε αισθητή μείωση των ετήσιων αναγκών αποπληρωμής των δανείων. Είναι σαφές, ότι οι χαμηλότερες ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες καθιστούν καλύτερα διαχειρίσιμο το ελληνικό χρέος.

Σε ότι αφορά τα επιτόκια δανεισμού, περιθώρια παρεμβάσεων υπάρχουν μόνο σε εκείνα των διμερών δανείων, καθώς το EFSF δανείζει την Ελλάδα σχεδόν με το επιτόκιο που δανείζεται ο ίδιος ο Μηχανισμός.

Σήμερα, η Ελλάδα, καταβάλλει κυμαινόμενο επιτόκιο για τα διμερή δάνεια ίσο με το Euribor 3μήνου συν 0,50%.

Όμως, μετά την πάροδο 3-5 ετών, εκτιμάται ότι τα επιτόκια αυτά θα αυξηθούν και έτσι θα αυξηθούν και οι δαπάνες για τόκους.

Γι’ αυτό πρέπει να ζητήσουμε τη μετατροπή του χαμηλού κυμαινόμενου επιτοκίου σε σταθερό, για τα επόμενα 15 χρόνια.

Με αυτήν την κίνηση διασφαλίζονται οι χαμηλές μελλοντικές δαπάνες για τόκους.

Πέρα από τη προαναφερθείσα στόχευση για την ελάφρυνση του χρέους, η Ελληνική Διαπραγματευτική Ομάδα πρέπει να επεξεργαστεί περαιτέρω και να αξιολογήσει τα πλεονεκτήματα της πρότασης Paris – Wyplosz που οδηγεί σε απομείωση του χρέους των χωρών κατά Μ.Ο. κατά 50% μέσω της τιτλοποίησης των εσόδων από το εκδοτικό προνόμιο της ΕΚΤ και να συνεργαστεί με άλλες χώρες για την προώθηση της και την αποδοχή της.

4) Αναπτυξιακά προγράμματα έναντι διεκδίκησης απομείωσης του χρέους.

Ο πλέον καθοριστικός τρόπος για την μείωση του χρέους είναι μέσω της επιτάχυνσης της αναπτυξιακής διαδικασίας.

Γι’ αυτό είναι αναγκαίες οι διαρθρωτικές αλλαγές που αλλάζουν το παραγωγικό πρότυπο και αυξάνουν την παραγωγικότητα και το δυνητικό προϊόν της χώρας.

Η ανάπτυξη οδηγεί ταχύτερα σε απομείωση του χρέους σε σχέση με τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Αντί, λοιπόν, η χώρα να θέτει ως διεκδικητικό πλαίσιο την  ονομαστική μείωση του χρέους, κάτι το οποίο φαντάζει δύσκολο να ικανοποιηθεί από άλλα Κοινοβούλια, πρέπει να διεκδικήσει ένα επενδυτικό πρόγραμμα στήριξης από τις χώρες της Ευρώπης, ένα σχέδιο Μάρσαλ, που θα της επιτρέψει να επιστρέψει σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Συμπληρωματικά, ένας άλλος μοχλός ελέγχου του υψηλού χρέους, θα μπορούσε να είναι η άσκηση διακριτικής και ενεργητικής νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ, προκειμένου να αποφύγουμε τον αποπληθωρισμό και να περάσουμε στη φάση του ελεγχόμενου και χαμηλού πληθωρισμού.

Τέλος, η πολιτική ελέγχου της δυναμικής του χρέους πρέπει να αποσυνδεθεί από την άποψη των θεσμικών πιστωτών ότι πρέπει να στηριχτεί κυρίως στην δημιουργία υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 4,5% του ΑΕΠ.

Πέρα από την αντικειμενική δυσκολία να παράξεις για μεγάλα χρονικά διαστήματα τόσο ψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, ανεξάρτητα από την πορεία της οικονομίας, σε συνθήκες περιορισμένης ρευστότητας δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο γι τις αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Η Ελλάδα έχει κάνει τη μεγαλύτερη προσαρμογή στο διαρθρωτικό πρωτογενές ισοζύγιο.

Επομένως, η Ελλάδα, πρέπει να δεσμευτεί ότι θα συνεχίσει τις διαρθρωτικές αλλαγές και τη δημοσιονομική προσαρμογή με πιο μικρά πρωτογενή πλεονάσματα, ώστε να μπορέσει η οικονομία να αναπτυχθεί και η υπόλοιπη δημοσιονομική προσαρμογή να γίνει μέσω της ανάπτυξης.