Συνεντεύξεις

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη

Ερ. Η κυβέρνηση πανηγυρίζει ότι σε εννιά μήνες από σήμερα η χώρα επιτέλους επανακτά τον έλεγχο της μοίρας της, και θα ήθελε το πολιτικό αφήγημα της επόμενης ημέρας να συνδεθεί με μια «καθαρή» έξοδο. Εξηγήστε μας τι σημαίνει «καθαρή» έξοδος, και γιατί η πλειοψηφία των αναλυτών τη θεωρεί αδύνατη;

Όταν το 2010 η χώρα έχασε την πρόσβαση στις αγορές και κατέφυγε αναγκαστικά στους θεσμικούς δανειστές αποδέχτηκε την δανειοδότηση αναλαμβάνοντας δεσμεύσεις. Ότι θα εφάρμοζε τις αναγκαίες πολιτικές για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των δίδυμων ελλειμμάτων και να σταθεροποιήσει το τραπεζικό της σύστημα. Η πρόοδος στην υλοποίηση αυτών των πολιτικών αξιολογούνταν κάθε τρίμηνο και μετά από κάθε θετική αξιολόγηση εκταμιεύονταν τα προγραμματισμένα ποσά.

Οι δανειστές πλέον δεν θέλουν να συνεχίσουν να δανείζουν την Ελλάδα μετά τον Αύγουστο του 2018. Επομένως η χώρα είτε θα επιδιώξει να καλύπτει τις ανάγκες της αποκλειστικά από τις αγορές, κάνοντας μια «καθαρή» έξοδο όπως προτείνει η κυβέρνηση, είτε θα διεκδικήσει μια προληπτική γραμμή πίστωσης που θα συνοδεύεται ξανά από δεσμεύσεις. Στην προληπτική αυτή γραμμή θα μπορεί να προσφύγει η χώρα αν οι αγορές δεν την δανείζουν με χαμηλό επιτόκιο.

Πολλοί θεωρούν ότι η Ελλάδα δεν είναι ακόμη έτοιμη  για «καθαρή» έξοδο είτε γιατί δεν έχει ολοκληρώσει τις μεταρρυθμίσεις είτε γιατί δεν έχει εξασφαλίσει ποιες θα είναι οι αποφάσεις των Ευρωπαίων για το χρέος.

Ερ. Σύμφωνοι, αλλά η Deutche Bank θεωρεί ότι το ερώτημα δεν είναι αν η έξοδος θα είναι «καθαρή» ή «υποβοηθούμενη» (σ.σ.: πιστοληπτική γραμμή και νέο MOU), αλλά αν θα είναι «άτακτη» (messy) ή «συνεργατική» (co-operative). Τι σημαίνει το ένα και τι το άλλο;

Οι αναλυτές της Deutche Bank εκτιμούν ότι η κυβέρνηση για καθαρά πολιτικούς λόγους θα επιλέξει την “καθαρή” έξοδο για να εξασφαλίσει ελευθερία κινήσεων στην οικονομική της πολιτική μέχρι τις εκλογές. Στη δημοσιονομική όμως πολιτική έχει ήδη δεσμευτεί ότι η χώρα μέχρι το 2022 θα έχει πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ. Μετά και έως το 2060 η χώρα θα πρέπει να διατηρήσει πρωτογενή πλεονάσματα λίγο πάνω από το 2% του ΑΕΠ.

Άρα το ερώτημα είναι αν η κυβέρνηση μετά τον Αύγουστο του 2018 θα επιλέξει να «ξηλώσει» το πουλόβερ των μεταρρυθμίσεων και να μην εφαρμόσει αυτά που έχει ψηφίσει για περικοπή συντάξεων και αφορολόγητο.

Οι αναλυτές της τράπεζας εκτιμούν ότι τελικά η κυβέρνηση θα επιλέξει να είναι συνεργάσιμη. Διότι έτσι θα εξασφαλίσει τις ευρωπαϊκές αποφάσεις για το χρέος και θα εξασφαλίσει πρόσβαση στις αγορές με χαμηλά επιτόκια δανεισμού.

Ερ. Το να επιλέξει η κυβέρνηση να είναι συνεργάσιμη, δεν μοιάζει με αυτό που χαρακτηρίζεται ως «υβριδική» έξοδος; Δεν συνεπάγεται δηλαδή μια μέτρια και κλιμακωτή ελάφρυνση του χρέους, υπό τον όρο φυσικά η Ελλάδα να δεσμευθεί για συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα μεταρρυθμίσεων;

Πρακτικά ναι. Ο μόνος τρόπος που έχουν οι δανειστές για να δεσμεύσουν την παρούσα κυβέρνηση αλλά και τις επόμενες, είναι μέσω των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους τα οποία θα ενεργοποιούνται υπό την προϋπόθεση ότι η χώρα θα υλοποιεί τις μεταρρυθμίσεις.

Ερ. Πιστεύετε ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα πάρουμε τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, μετά τον Αύγουστο του 2018; Και αν ναι, αυτό θα συμβεί, μόνο εφόσον έχουμε ως τότε καταφέρει να φέρουμε σε πέρας το «βουνό» των μεταρρυθμίσεων (π.χ. ιδιωτικοποιήσεις) που αναφέρει το συμπληρωματικό μνημόνιο;

Οι όποιες αποφάσεις για το χρέος θα έρθουν μετά τον Αύγουστο του 2018. Η πρόοδος στην υλοποίηση των υποχρεώσεων για την επόμενη αξιολόγηση θα παίξει καθοριστικό ρόλο. Ειδικά σε αυτές που αφορούν το πρόγραμμα των αποκρατικοποιήσεων, αφού τα έσοδα από αυτές επηρεάζουν την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους και δίνουν ένα θετικό μήνυμα στις αγορές ότι η Ελλάδα είναι ένας αξιόπιστος επενδυτικός προορισμός. Εδώ όμως θα πρέπει ο κ. Τσίπρας να ξεπεράσει τις εσωκομματικές αντιδράσεις.

Ερ. Τι θα συμβεί άραγε αν δεν μπορέσουμε να υλοποιήσουμε ως τότε όλες αυτές τις μεταρρυθμίσεις; Μήπως οι δανειστές βρουν ένα «πάτημα» στην αποτυχία μας, ώστε να αναστείλουν για το απώτερο μέλλον τα μέτρα για το χρέος;

Είναι προφανές ότι οι ευρωπαϊκές χώρες θα συμφωνήσουν με τα μέτρα ελάφρυνσης, μόνο εφόσον η Ελλάδα συνεισφέρει στη μείωση του χρέους με τα έσοδα από τις  αποκρατικοποιήσεις. Επομένως, αν η Ελλάδα δεν ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις της είναι πολύ πιθανό να υπάρξουν καθυστερήσεις ή και αναβολή στις αποφάσεις των δανειστών για  την ελάφρυνση του χρέους.

Ερ. Πιστεύετε ότι ο κ. Τσίπρας μπορεί να δελεαστεί να πάει τελικά σε μια «άτακτη» (messy) έξοδο;

Τα αποτελέσματα της «άτακτης» διαπραγμάτευσης κατά την περίοδο Ιανουαρίου – Αυγούστου 2015 τα γνωρίζει από πρώτο χέρι ο Πρωθυπουργός όπως και κάθε πολίτης. Τα δύο χρόνια ύφεσης, η καθυστερημένη μετάβαση στην ανάπτυξη, με μια επίδοση περίπου στο 1,3%, πολύ πιο κάτω από την πρόβλεψη του 2,7% για το 2017, είναι αποτελέσματα αυτής της «άτακτης» διαπραγμάτευσης.

Αυτή οδήγησε στο κλείσιμο των τραπεζών, στη μαζική διαρροή καταθέσεων, στην οριστική απώλεια για το Δημόσιο περιουσίας 20 δισ. ευρώ από τις μετοχές των τραπεζών, στην απώλεια ΑΕΠ και εισοδημάτων, όπως και στην καθυστέρηση μείωσης της ανεργίας.

Μπορεί λοιπόν ο πρωθυπουργός να επιχειρήσει μια «άτακτη» έξοδο αλλά στις επόμενες εκλογές δεν θα έχει ούτε την τύχη, ούτε την επίδοση που εξασφάλισε στις εκλογικές αναμετρήσεις από τον Μάιο του 2014 και μετά. Επιπρόσθετα στις επόμενες εκλογές θα έχει να αντιμετωπίσει την ανασυγκροτημένη και ενωμένη κεντροαριστερά, η οποία θα επιδιώξει να ανακτήσει πρωταρχικό ρόλο στη πολιτική ζωή της χώρας.

Ερ. Βέβαια έως το 2020 οι λήξεις ομολόγων που πρέπει να αποπληρωθούν είναι σχετικά μικρές, (ανέρχονται σε κάτι παραπάνω από 10 δισ. ευρω). Από ποια χρονιά ξεκινούν οι δυσκολίες στις αποπληρωμές, από το 2022 και μετά;

Ουσιαστικά το 2022 η χώρα θα αντιμετωπίσει την πρώτη δυσκολία σε ότι αφορά την αναχρηματοδότηση της. Για αυτό και είναι κρίσιμο να μην δανείζεται μόνο σε χρονικό ορίζοντα τριετίας ή πενταετίας, καθώς αυτό θα καταστήσει ακόμη δυσκολότερη την αναχρηματοδότηση από τις αγορές μετά το 2022.

Ερ. Κάποτε ο ΣΥΡΙΖΑ αποκαλούσε «τοκογλυφικά» τα επιτόκια με τα οποία δανείζουν οι δανειστές. Τώρα, που θα τελειώσει το μνημόνιο, και θα πρέπει να απευθυνθούμε ξανά στις αγορές πως θα είναι τα επιτόκια;

Αν τα επιτόκια με τα οποία μας δάνειζαν οι θεσμικοί δανειστές ήταν «τοκογλυφικά» τώρα με την «καθαρή» έξοδο θα πρέπει η κυβέρνηση να επιδιώξει να δανειστεί με ακόμη χαμηλότερα επιτόκια από αυτά των δανειστών.

Αν δεν τα καταφέρει θα περιμένω να ακούσω τα επιχειρήματά τους για να δικαιολογήσουν γιατί η χώρα δανείζεται με τόσο υψηλά επιτόκια. Τα οποία δεν θα είναι απλά υψηλότερα από τα φερόμενα ως «τοκογλυφικά» των δανειστών, αλλά υψηλότερα και από αυτά με τα οποία δανείζονται άλλες χώρες που ήταν σε μνημόνια και τώρα μετά την επιτυχή έξοδο τους στις αγορές δανείζονται με πολύ χαμηλά επιτόκια.

Εμείς ξέρουμε ότι για το υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου θα ευθύνεται η αναξιοπιστία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Για αυτό, και μετά τις εκλογές η εθνική συνεννόηση είναι αναγκαία προϋπόθεση για την οριστική και ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση.

Συνέντευξη στην  ιστοσελίδα «Liberal» στον Βασίλη Γεώργα την Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017

 

– Κύριε Σαχινίδη,  το τελευταίο διάστημα μοιάζει να έχει χαθεί ο έλεγχος σε πολλά μέτωπα. Είμαστε πίσω στην αξιολόγηση, το επενδυτικό κλίμα έχει βαρύνει, ασκείται κριτική για διαχειριστική ανεπάρκεια και ολιγωρία σε μείζονα θέματα. Σας δίνεται η εντύπωση πως η κυβέρνηση παραπατάει;

Η κυβερνητική λειτουργία και το κυβερνητικό έργο απέχουν πολύ από αυτό που είναι αναγκαίο προκειμένου να δοθεί διέξοδος και προοπτική στους πολίτες και τη χώρα. Ειδικά μετά από μια δεκαετία ύφεσης η οποία παρατάθηκε εξαιτίας των διαπραγματευτικών αδιεξόδων και των επιλογών υψηλού κόστους της κυβέρνησης.

Η κυβέρνηση από το 2015 βαδίζει χωρίς σχέδιο, χωρίς διαβούλευση με τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ερήμην των κοινωνικών εταίρων στο όνομα μιας αλήθειας που μόνη αυτή κατέχει, έχοντας προκαλέσει τεράστια ζημιά στην αξιοπιστία της χώρας.

Δεν αποτελεί, λοιπόν, σύμπτωση ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις πιεστικές ανάγκες μιας χειμάζουσας οικονομίας, των πολιτών που κτυπήθηκαν από την κρίση ή σε απρόβλεπτα γεγονότα όπως προκύπτει από τον χειρισμό του πρόσφατου περιστατικού με το ναυάγιο που προκάλεσε αυτήν την πρωτοφανή ζημιά στις ακτές της Αττικής.

– Οδεύοντας προς την τελική ευθεία για τη ολοκλήρωση του μνημονίου, είστε περισσότερο αισιόδοξος ή έχετε λόγους να ανησυχείτε από τον τρόπο που ανταποκρίνεται η οικονομία και χειρίζεται την κατάσταση η κυβέρνηση;

Ουσιαστικά με ρωτάτε αν η μείωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών από 15% του ΑΕΠ το 2007 σε 0,6% του ΑΕΠ το 2016 και η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος από 15,3% του ΑΕΠ το 2009 σε πλεόνασμα 0,7%% του ΑΕΠ το 2016 είναι διατηρήσιμη,  και επομένως αν η Ελλάδα έχει ανακτήσει την αναγκαία αξιοπιστία για να επιστρέψει στις αγορές οριστικά και με ασφάλεια.

 

Αν κάποιος χρησιμοποιήσει ως κριτήριο την διαφορά στα δεκαετή ομόλογα της Ελλάδας και της Πορτογαλίας που είναι περίπου 300  μονάδες βάσης, τότε το συμπέρασμα στο οποίο θα καταλήξει είναι ότι η Ελλάδα έχει ακόμη απόσταση να καλύψει για να ανακτήσει τη χαμένη αξιοπιστία της και να βγει στις αγορές  με ασφάλεια.

Η αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου της χώρας έχει μεν ξεκινήσει αλλά με μεγάλη καθυστέρηση και όχι με την αναγκαία ταχύτητα. Η πολιτική κρίση στην Ελλάδα που ξεκίνησε από το 2011 και η στάση των κυβερνήσεων από το 2012 και μετά, απέτρεψαν  την επιτάχυνση της αναδιάρθρωσης  του παραγωγικού προτύπου στο βαθμό που δεν διευκολύνθηκε η είσοδος νέων επιχειρήσεων και η έξοδος των προβληματικών που λειτουργούν σε βάρος των υγιών και ανταγωνιστικών. Σε αυτό συνέβαλε μεταξύ άλλων και η απουσία πολιτικής για την αντιμετώπιση του προβλήματος των κόκκινων δανείων με αποτέλεσμα οι τράπεζες να μην μπορούν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στον αναπτυξιακό τους ρόλο.

– Δεδομένου ότι ξεκινά μια κρίσιμη περίοδος διαπραγματεύσεων, στη διάρκεια της οποίας δεν θα κριθεί μόνο η 3η αξιολόγηση αλλά και η μεταμνημονιακή εποχή με βάση τις αποφάσεις για το χρέος, τον τρόπο εξόδου της χώρας από το πρόγραμμα και το ρόλο του ΔΝΤ, τι περιμένετε ότι θα συμβεί;

Όλες οι αξιολογήσεις των τελευταίων χρόνων προχωρούν με μεγάλη καθυστέρηση τραυματίζοντας την αξιοπιστία και το επενδυτικό κλίμα της χώρας. Θεωρώ, λοιπόν, πολύ πιθανό ότι και η 3η αξιολόγηση θα καθυστερήσει. Σε ό,τι αφορά τις αποφάσεις για την Ελλάδα, αυτές σε σημαντικό βαθμό θα εξαρτηθούν από τις γερμανικές εκλογές αλλά και από τις συμφωνίες μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας για την επόμενη ημέρα της ΕΕ και της ευρωζώνης.

– Πως ερμηνεύετε τις πιέσεις που ασκεί το ΔΝΤ για την επανεξέταση της κεφαλαιακής επάρκειας των ελληνικών τραπεζών ;

Είναι προφανές ότι το ΔΝΤ δεν συμμερίζεται τις απόψεις των ευρωπαϊκών θεσμών και της ελληνικής κυβέρνησης σύμφωνα με τις οποίες το τραπεζικό σύστημα δεν θα χρειαστεί νέα κεφάλαια. Το ΔΝΤ θα μπορούσε να παρουσιάσει ποια μέτρα κρίνει ότι πρέπει να ληφθούν για να γίνει πιο ανθεκτικό το τραπεζικό σύστημα.

Τα κεφαλαία από μόνα τους δεν λύνουν το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Γι’ αυτό χρειάζεται σοβαρότητα, σταθερότητα, ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια σε όλους τους τομείς που συμβάλουν στη αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων σε επιχειρήσεις και ιδιώτες. Όσο δεν υπάρχει πρόοδος εκεί, συνεχώς θα χρειάζονται νέα κεφαλαία.

Το σίγουρο είναι ότι η αποτελεσματικότητα ή μη στην επίτευξη των στόχων για την μείωση  των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων των ελληνικών τραπεζών, το πέρασμα της ελληνικής οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και η δυνατότητα των τραπεζών να περάσουν σε σταθερή κερδοφορία, θα καθορίσει ποια πλευρά έκανε τις σωστές εκτιμήσεις.

-Ο εκτροχιασμός των εσόδων και οι χαμηλές πτήσεις της ανάπτυξης, συνιστούν κίνδυνο για πρόσθετα μέτρα το 2018; Θα πατήσουμε τελικά στη νάρκη των πρωτογενών πλεονασμάτων;

Η επιστροφή σε σταθερά θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης  θα διευκολύνονταν αν οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα μειώνονταν στο 2% του ΑΕΠ από το 2018. Τελικά παρά τις κυβερνητικές διακηρύξεις αυτό δεν κατέστη εφικτό και ο στόχος για πλεόνασμα 3,5 % του ΑΕΠ, επεκτάθηκε πολύ πιο πέρα από τη διάρκεια του τρίτου μνημονίου.

Είναι δύσκολο να εκτιμήσει κανείς από τώρα αν θα υπάρξουν δυσκολίες στην επίτευξη του στόχου για το 2018 που θα καταστήσουν αναγκαία την λήψη πρόσθετων μέτρων. Η υστέρηση στα έσοδα από τη φορολογία εισοδήματος δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς καθώς θα επηρεάσει και τα ασφαλιστικά έσοδα. Η πορεία των εσόδων τους επόμενους μήνες θα καθορίσει αν και ποια πρόσθετα μέτρα μπορεί να κληθεί να ψηφίσει η κυβέρνηση.

– Ποιες είναι οι εκτιμήσεις για τις πολιτικές εξελίξεις; Βλέπετε σύντομα εκλογές και τι θα είναι αυτό που τελικά θα καθορίσει τον χρόνο προσφυγής στις κάλπες;

Η εκτίμηση μου είναι ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός των ΣΥΡΙΖΑ -ΑΝΕΛ  δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει ουσιαστικά προβλήματα ώστε να οδηγηθεί η χώρα σε εκλογές εξ αυτού του λόγου. Η επιλογή των κυβερνητικών βουλευτών να στηρίζουν δημόσια κάθε κυβερνητική πολιτική  ακόμη και αν αυτή  αντιβαίνει τα όσα υποστήριζε και εφάρμοζε η κυβέρνηση μόλις πριν από λίγο καιρό δεν έχει προηγούμενο καθ’ όλη την περίοδο της κρίσης.

 

Παρά το γεγονός ότι οι ανάγκες της χώρας μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο μέσα από την εθνική συνεννόηση των πολιτικών δυνάμεων, των οποίων η νέα εκλογική δύναμη θα αποτυπωθεί μετά από εκλογές, μια πρόωρη προσφυγή  στις κάλπες θα γίνει μόνο αν ο Πρωθυπουργός διαγνώσει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ χάνει ραγδαία έδαφος μεταξύ των εκλογέων, με τον κίνδυνο να χάσει τη δεύτερη θέση και να βγει τρίτο κόμμα στις επόμενες εκλογές, όποτε αυτές διεξαχθούν.

Στην κυβέρνηση πάντως φαίνεται να επικρατεί η αίσθηση πως απολαμβάνουν της υποστήριξης των δανειστών και θεωρούν ότι είναι πολιτικά βολικό και για την ευρωζώνη να δείξει ότι η Ελλάδα βγαίνει από την κρίση. Τη συμμερίζεστε αυτή την αισιοδοξία ή μήπως διατρέχουμε τον κίνδυνο να ξαναπέσουμε στην παγίδα μιας νέας αυταπάτης που θα μας κοστίσει;

Από τον Σεπτέμβριο του 2015 και μετά, τα κυβερνητικά στελέχη ανακοινώνουν συνεχώς τις κόκκινες γραμμές τις οποίες κατά κανόνα εγκαταλείπουν με μεγάλη καθυστέρηση. Αυτό συμβαίνει, αφού στο μεταξύ η κυβέρνηση έχει αυξήσει το κόστος για τους πολίτες, υιοθετώντας περισσότερα μέτρα και αυξάνοντας με τις καθυστερήσεις την αβεβαιότητα χωρίς κανένα όφελος για την οικονομία και όσους έχουν κτυπηθεί από την κρίση.

Η κυβέρνηση δεν συναντά τρομερές δυσκολίες στις σχέσεις της με τους θεσμούς γιατί δεν εφαρμόζει κάποιο εθνικό σχέδιο το οποίο να έχει συνεννοηθεί με τα κόμματα της αντιπολίτευσης και διαπραγματευθεί με τους θεσμούς. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι σχέσεις με τους θεσμούς ήταν ανέφελες όλα αυτά τα χρόνια. Πολλές φορές οι αποφάσεις της κυβέρνησης οδήγησαν τις σχέσεις αυτές σε οριακό σημείο.

– Αν και είναι ακόμη νωρίς για συμπεράσματα, μπορείτε να διακρίνετε τη δυναμική που θα επιθυμούσατε στο εγχείρημα ανασυγκρότησης της κεντροαριστεράς ή μήπως τελικά το αφήγημα της στροφής του Αλέξη Τσίπρα στη σοσιαλδημοκρατία πείθει περισσότερο τους ψηφοφόρους ;

Ανεξάρτητα από την πολιτική τους τοποθέτηση, πολίτες από όλο το φάσμα των δημοκρατικών και φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων παρακολουθούν με ενδιαφέρον τις εξελίξεις στο χώρο της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Αυτό συνιστά μια θετική εξέλιξη αφού η περίοδος της άρνησης, της αποστροφής και της αδιαφορίας των πολιτών για την πορεία της κεντροαριστεράς  ανήκει στο παρελθόν.

Είναι ευθύνη πλέον όλων όσων διεκδικούν την ηγεσία της ΔΗΣΥ να παρουσιάσουν στους πολίτες τις απόψεις τους για όλα τα μεγάλα θέματα που μας απασχολούν. Για το μέλλον και την προοπτική της χώρας, για τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν στους θεσμούς και την οικονομία ώστε να απαλλαγούμε από το πελατειακό κράτος που μας οδήγησε στην κρίση και να επιταχυνθεί η αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου, για την πολιτική ταυτότητα και τον προσανατολισμό που πιστεύουν ότι πρέπει να αποκτήσει η ελληνική σοσιαλδημοκρατία  ώστε να συγκινήσουν εκ νέου τους πολίτες, να τους δώσουν ένα νέο όραμα για να ασχοληθούν ξανά με την πολιτική.

Από τη συζήτηση που θα διεξαχθεί αυτούς τους δυο μήνες θα κριθούν πολλά για το μέλλον της αλλά και για το μέλλον της χώρας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε έχει τις δυνατότητες ούτε επιθυμεί να μετασχηματιστεί σε  σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.  Είναι δικό τους θέμα μετά το πέρασμα τους στην αντιπολίτευση να αποφασίσουν ποια θα είναι η νέα τους ταυτότητα και αν θα συνεχίσουν να συμπορεύονται με την Ακροδεξιά των ΑΝΕΛ.

Μέρος Α

Μέρος Β

Μέρος Γ