Αρθογραφία

Άρθρο στην εφημερίδα «Finance & Markets VOICE» Δημοσιεύθηκε την Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017

Η μεγάλη προσέλευση των πολιτών, τόσο την πρώτη όσο και τη δεύτερη Κυριακή, στην εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη Προέδρου της Δημοκρατικής Παράταξης, στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα στη ΝΔ και τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ., στο εσωτερικό της παράταξης, αλλά και στη νικήτρια των εκλογών, Φώφη Γεννηματά.

Η συμμετοχή 210 χιλιάδων δείχνει ότι, παρά τη συστηματική προσπάθεια απαξίωσης της πολιτικής, οι πολίτες εξακολουθούν να εναποθέτουν σε αυτήν  τις ελπίδες για την οριστική έξοδο της χώρας από την κρίση και την επίλυση των προβλημάτων τους.

Ταυτόχρονα, υπερασπίστηκαν – χωρίς ιδιοτέλεια, αφού η παράταξη δεν είναι στην εξουσία – την μεγάλη συνεισφορά της παράταξης στην μεταπολιτευτική πορεία της χώρας, την ώρα που ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. επιχειρούν την απαξίωση της. Οι πολίτες απαιτούν από την παράταξη αυτόνομη πορεία και την εκ νέου ανάδειξη της ως την ισχυρή προοδευτική παράταξη που θα αντιπαρατίθεται στην Ν.Δ.

Η νικήτρια των εκλογών Φώφη Γεννηματά, στο δίλημμα, εξωστρέφεια, άνοιγμα του κόμματος στην κοινωνία, ενεργοποίηση των διαδικασιών για την εκλογή αρχηγού από τη βάση ή εσωστρέφεια και διατήρηση του ελέγχου σε ένα μικρό, αλλά ελεγχόμενο κόμμα, επέλεξε το πρώτο. Έτσι, με την εξωστρέφεια  οφείλει να συνεχίσει γιατί είναι ο μόνος τρόπος να ανακτήσει η παράταξη τη θέση που κατείχε.

Την πρότασή της εμπλούτισαν με τη συμμετοχή τους στη διαδικασία εννέα υποψήφιοι, που προσέδωσαν αξιοπιστία στο εγχείρημα και συνέβαλαν με την παρουσία τους στην μαζική συμμετοχή των πολιτών.

Η εκλεγμένη Πρόεδρος, στην πορεία προς το ιδρυτικό συνέδριο, οφείλει να εμμείνει στην εξωστρέφεια και να αξιοποιήσει όλους όσοι συμμετείχαν σε αυτή τη διαδικασία. Έτσι, οι πολίτες θα νοιώσουν ότι όλοι -και χωρίς αποκλεισμούς- έχουν το δικαίωμα να συνδιαμορφώσουν τις πολιτικές προτάσεις της παράταξης.

Τα κόμματα και οι υποψήφιοι οφείλουν να σεβαστούν την επιθυμία των πολιτών για ενότητα και ενιαία στάση, τόσο εντός της Βουλής όσο και εκτός. Έτσι μόνο, θα εξασφαλιστούν οι προϋποθέσεις για την επίτευξη του εκλογικού στόχου στις επόμενες εθνικές εκλογές.

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 19/11/2017

Καθώς διανύουμε τη δεύτερη φάση της παγκοσμιοποίησης, προξενεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι, όπως και στην πρώτη φάση της, η δημοκρατία στην Ευρώπη είναι υπό αμφισβήτηση. Η εξέλιξη αυτή έρχεται ως επακόλουθο της ανατροπής της μεταπολεμικής πολιτικής ισορροπίας, που στηρίχτηκε στην εναλλαγή στην εξουσία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων με τα συντηρητικά. Μετά την πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση, τα σοσιαλιστικά κόμματα στην Ευρώπη χάνουν συνεχώς δυνάμεις. Κερδισμένα βγαίνουν λαϊκιστικά κόμματα κυρίως της άκρας Δεξιάς, τα οποία προσελκύουν πρώην ψηφοφόρους των σοσιαλιστών που νιώθουν αποκλεισμένοι εξαιτίας της πρόσφατης κρίσης και της παγκοσμιοποίησης.

Οι λαϊκιστές βρίσκουν ευήκοα ώτα προωθώντας ως λύση στα σύνθετα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα τον πολιτικό και οικονομικό εθνικισμό και την ξενοφοβία. Μεταξύ των νέων πολιτών αρχίζουν να κερδίζουν έδαφος αυταρχικές απόψεις και μια απαξίωση της πολιτικής και της δημοκρατίας. Η εξέλιξη αυτή ακυρώνει την άποψη ότι σε χώρες με υψηλό επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης και μακροχρόνια κοινοβουλευτική παράδοση η δημοκρατία δεν κινδυνεύει.

Σύμφωνα με την πολιτική επιστήμονα Sheri Berman, η μεγαλύτερη συνεισφορά της Σοσιαλδημοκρατίας μετά τον πόλεμο ήταν ότι διασφάλισε τη συνύπαρξη καπιταλισμού και δημοκρατίας («Το πρωτείο της πολιτικής», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Δεν αποτελεί, λοιπόν, σύμπτωση το γεγονός ότι η αποδυνάμωσή της συμπίπτει με την αμφισβήτηση της δημοκρατίας.

Όπως έδειξε η εμπειρία, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν ήταν προετοιμασμένα με προτάσεις πολιτικής για την αντιμετώπιση των συνεπειών της παγκοσμιοποίησης ή μιας μεγάλης κρίσης. Η ανασύνταξή τους προϋποθέτει προγραμματική ανανέωση ώστε να συγκροτήσουν μια νέα κοινωνική συμμαχία, που θα εκφράσει και τις αγωνίες των χαμένων της κρίσης και της παγκοσμιοποίησης. Η αντιμετώπιση της ανεργίας και η καταπολέμηση των ανισοτήτων, που ενισχύθηκαν την τελευταία δεκαετία, πρέπει να γίνουν σημείο αιχμής των προγραμματικών τους προτάσεων.

Η δημιουργία θέσεων εργασίας προϋποθέτει νέες επενδύσεις και είσοδο νέων επιχειρήσεων. Τα σοσιαλιστικά κόμματα στο παρελθόν έδιναν έμφαση στην προστασία των θέσεων απασχόλησης. Έτσι όμως εμπόδιζαν το κλείσιμο μη ανταγωνιστικών επιχειρήσεων που λειτουργούσαν σε βάρος υγιών επιχειρήσεων και εμπόδιζαν την είσοδο νέων επιχειρήσεων.

Σήμερα τα σοσιαλιστικά κόμματα πρέπει να δώσουν έμφαση στην προστασία των εργαζομένων και όχι των θέσεων εργασίας. Η σχετική εμπειρία από τη Σουηδία είναι πολύ χρήσιμη. Εκεί τα συνδικάτα μαζί με τις επιχειρήσεις έχουν προχωρήσει σε συμφωνίες ώστε οι εργαζόμενοι όταν απολύονται να έχουν τη στήριξη των επιχειρήσεων του κλάδου. Η πρόβλεψη αυτή βοηθά ώστε να επανενταχθούν το συντομότερο δυνατό στην αγορά εργασίας. Αυτό αυξάνει την ευελιξία και μειώνει τους κινδύνους και το κόστος που συνεπάγεται για τον εργαζόμενο η απώλεια της θέσης εργασίας.

Στα χρόνια μετά την κρίση οι ανισότητες σε χώρες της Ευρώπης συνέχισαν να διογκώνονται, κυρίως γιατί μεγάλα τμήματα του πληθυσμού βρέθηκαν χωρίς δουλειά ή γιατί οι μισθοί δεν ήταν ικανοποιητικοί. Αντίθετα, ισχυρές επιχειρήσεις με τεράστια κέρδη αλλά και πολίτες με υψηλά εισοδήματα αξιοποιούν κάθε δυνατότητα, νόμιμη ή μη, για να αποφύγουν τη φορολόγηση. Έτσι, το κράτος στερείται φορολογικών εσόδων για τη χρηματοδότηση της κοινωνικής πολιτικής και τη στήριξη αυτών που έχασαν από την κρίση και την παγκοσμιοποίηση.

Για τα σοσιαλιστικά κόμματα δεν υπάρχει άλλη επιλογή από το να προχωρήσουν με αποφασιστικό τρόπο σε πρωτοβουλίες σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο για την αντιμετώπιση του τεράστιου προβλήματος που δημιουργούν οι φορολογικοί παράδεισοι, η φοροδιαφυγή αλλά και ο αθέμιτος φορολογικός ανταγωνισμός από χώρες με χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές.

Η υποτίμηση των κινδύνων που απειλούν τη δημοκρατία στην Ευρώπη είναι τεράστιο λάθος. Μόνη ελπίδα, η ανάκαμψη της Σοσιαλδημοκρατίας ώστε να εκφράσει, πέρα από τα μεσαία στρώματα, και τους χαμένους της παγκοσμιοποίησης.

Η πρόκληση για τα σοσιαλιστικά κόμματα στην Ευρώπη είναι μεγάλη, όπως και οι ευθύνες των ηγεσιών τους για την προγραμματική τους ανανέωση, που θα οδηγήσει στην ανάκαμψή τους.

Άρθρο στην «ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ» Δημοσιεύθηκε την Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

Με την ολοκλήρωση του Τρίτου Μνημονίου τον Αύγουστο του 2018, η Ελλάδα θα είναι η τελευταία χώρα της ευρωζώνης, από τις τέσσερις που προσέφυγαν σε αναγκαστικό δανεισμό, που θα αποκτήσει πρόσβαση στις αγορές. Έτσι, έχει ξεκινήσει η συζήτηση για το μεταπρογραμματικό πλαίσιο εποπτείας της ελληνικής οικονομίας.

Η κυβέρνηση έχει διακηρύξει ότι στοχεύει στην «καθαρή έξοδο». Έτσι, στις επόμενες εκλογές, ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, θα μπορούν να ισχυριστούν ότι οδήγησαν την χώρα έξω από την εποπτεία των μνημονίων, χωρίς τις δεσμεύσεις που θα συνεπάγονταν η έξοδος μέσω προσφυγής σε κάποια προληπτική γραμμή πίστωσης.

Η «καθαρή έξοδος» μπορεί να διασφαλίζει πολιτικά οφέλη αλλά ενέχει τον κίνδυνο να μην είναι ασφαλής και οριστική. Η Ελλάδα έπειτα από μια επταετία προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής  αντιμετώπισε το μεγάλο πρόβλημα των δίδυμων ελλειμμάτων που την οδήγησαν στον αναγκαστικό δανεισμό το 2010. Δεν ολοκλήρωσε όμως την αναδιάρθρωση του ελληνικού παραγωγικού προτύπου ώστε να ενισχυθεί ο τομέας των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Ο κίνδυνος λοιπόν που προδιαγράφεται για τη Ελλάδα είναι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μετά την εξασφάλιση μιας «καθαρής εξόδου» να αναστείλει ή να ανατρέψει μεγάλο μέρος των διαρθρωτικών αλλαγών που πραγματοποιήθηκαν. Αυτό θα αποτρέψει την προσέλκυση αναγκαίων επενδύσεων για την αναδιάρθρωση της οικονομίας.

Οι μελλοντικές ελληνικές κυβερνήσεις δεσμεύονται από τη συμφωνία της παρούσας κυβέρνησης για επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022. Για τη συνέχεια η Ελλάδα θα δεσμεύεται από το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό θεσμικό πλαίσιο μέχρι να αποπληρώσει το 75% των υποχρεώσεών της.

Με το μεγαλύτερο μέρος του χρέους της Ελλάδας να βρίσκεται στα χέρια των θεσμικών δανειστών η χώρα θα πρέπει να εξασφαλίσει ένα αξιόπιστο μεταπρογραμματικό πλαίσιο. Έτσι, θα δανείζεται από τις αγορές με επιτόκια που θα διασφαλίζουν την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Εξίσου αναγκαίο είναι να ανακοινωθούν τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, τα οποία θα συνοδεύονται από δεσμεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης.

Επομένως, η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να ολοκληρώσει με επιτυχία την τρίτη αξιολόγηση καθώς και την καταληκτική αξιολόγηση, και να προσφύγει μερικές φορές ακόμη στις αγορές πριν από τον Αύγουστο του 2018 για να δημιουργήσει απόθεμα ρευστότητας. Παρά τις δυσκολίες επίτευξης του δημοσιονομικού στόχου για το 2018 και την δυσκολία  λήψης απόφασης για την ελάφρυνση του χρέους, ιδιαίτερα μετά το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών, φαίνεται ότι όλες οι πλευρές επιθυμούν την έξοδο της Ελλάδας από τα προγράμματα και αυτό θα διευκολύνει τη λήψη των σχετικών αποφάσεων.

Η ΕΚΤ από την πλευρά της επιτάχυνε την πραγματοποίηση των τεστ αντοχής των ελληνικών τραπεζών ώστε αν διαπιστωθεί οποιαδήποτε ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης αυτή να καταγραφεί πριν από το κλείσιμο του τρίτου μνημονίου.

Ένα άλλος κίνδυνος που μπορεί να επηρεάσει το κόστος δανεισμού της Ελλάδας είναι η στάση του ΔΝΤ, το οποίο έχει εγκρίνει ένα «υπό προϋποθέσεις» πρόγραμμα για την Ελλάδα. Βασική προϋπόθεση για την εκταμίευση χρημάτων από το ΔΝΤ είναι η ελάφρυνση χρέους. Οι Ευρωπαίοι όμως δύσκολα θα προχωρήσουν σε σχετική απόφαση πριν το τέλος του Τρίτου Μνημονίου. Έτσι, υπάρχει μια πιθανότητα το ΔΝΤ να αποφασίσει να αποσυρθεί από το πρόγραμμα πριν τον Αύγουστο του 2018. Το πιο πιθανό όμως είναι ότι θα παραμείνει ως σύμβουλος χωρίς να εκταμιεύσει χρήματα για τη Ελλάδα.

Η επιδίωξη για «καθαρή έξοδο» συνδέεται και με άλλους δύο κινδύνους. Ο πρώτος σχετίζεται με την πιθανότητα να μην μπορεί η Ελλάδα να επωφεληθεί από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης εξαιτίας της κακής πιστοληπτικής αξιολόγησης των ελληνικών ομολόγων. Τέλος, για τον ίδιο λόγο, οι ελληνικές τράπεζες μπορεί να χάσουν τη δυνατότητα συμμετοχής σε πράξεις νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, κάτι που θα οδηγήσει σε αύξηση του κόστους δανεισμού τους.

Σε λιγότερο από ένα χρόνο η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις με τους θεσμικούς δανειστές για το μεταπρογραμματικό πλαίσιο εποπτείας της Ελλάδας. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ θα αποδεχτεί οποιαδήποτε συμφωνία, αρκεί αυτή να μην είναι «πρόγραμμα» ή «προληπτική γραμμή πίστωσης» με όρους, με την επιδίωξη να αξιοποιήσει τους όποιους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής αναστέλλοντας το πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Αυτό όμως θα επηρεάσει αρνητικά το κόστος δανεισμού, ιδιαίτερα καθώς θα βαδίζουμε προς τις εκλογές. Θα επηρεάσει όμως αρνητικά τις μεσοπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, θα εμποδίσει τη δημιουργία νέων ποιοτικών θέσεων εργασίας, θα στερήσει πόρους για τη στήριξη όσων χτυπήθηκαν από την κρίση.

Ο πιο σημαντικός λοιπόν κίνδυνος από μια «καθαρή έξοδο» είναι να υπονομευτεί η ασφαλής έξοδος στις αγορές και η Ελλάδα σε μια νέα κρίση να είναι ξανά ο αδύναμος κρίκος της ευρωζώνης. Για να αποφευχθεί αυτό είναι αναγκαία η σύνταξη ενός εθνικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων, το οποίο όλα τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα μετά τις εκλογές θα δεσμευτούν ότι θα το εφαρμόσουν.

Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στο FORUM του ενθέτου ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 15/10/2017

Μετά τις γερμανικές εκλογές, ένα προφανές συμπέρασμα είναι ότι το 2017 υπήρξε το «annus horribilis» για την ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία. Το SPD κατέγραψε τη χειρότερη εκλογική επίδοση μετά τον πόλεμο. Το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα συντρίφθηκε, καταγράφοντας 9,5%. Το νορβηγικό Εργατικό Κόμμα είχε τη δεύτερη χειρότερη επίδοσή του στην 93χρονη πορεία του, αποσπώντας 27%. Το ολλανδικό Εργατικό Κόμμα είναι πλέον το μικρότερο της ολλανδικής Βουλής. Εξαίρεση σε αυτή την πτωτική πορεία των Σοσιαλιστών ήταν το βρετανικό Εργατικό Κόμμα.

Τα συμπεράσματα από την πορεία των ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων είναι χρήσιμα στη συζήτηση για το ιδεολογικό στίγμα, τις δυνητικές συμμαχίες και τις προγραμματικές προτάσεις που καλείται να υιοθετήσει η Δημοκρατική Συμπαράταξη. Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι οι κυβερνητικές συνεργασίες των σοσιαλιστών με τον ιστορικό τους αντίπαλο, δηλαδή τα δεξιά κόμματα, κοστίζουν εκλογικά, όπως φάνηκε στη Γερμανία και την Ολλανδία, όπου το SPD και το Εργατικό Κόμμα έχασαν σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων τους. Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η μείωση των εγγεγραμμένων μελών και η απαξίωση της θεσμικής λειτουργίας των κομμάτων (SPD, γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα) οδήγησαν στη μείωση της εκλογικής τους επιρροής, εξαιτίας της αποκοπής από την εκλογική τους βάση. Όταν οι πολίτες νιώθουν ότι δεν τους ρωτούν, ότι δεν τους λαμβάνουν υπόψη, τότε γυρίζουν την πλάτη στο κόμμα τους, στην πολιτική, αδιαφορούν. Το βρετανικό Εργατικό Κόμμα αύξησε τον αριθμό των μελών του και τη συμμετοχή τους στη λειτουργία του κόμματος και αύξησε τις δυνάμεις του.

Τέλος, η πτωτική πορεία των σοσιαλιστικών κομμάτων δεν σχετίζεται με τα μνημόνια. Από τις χώρες στις οποίες έγιναν εκλογές το 2017, καμία δεν είχε την εμπειρία των μνημονίων. Αντίθετα, στην Πορτογαλία οι σοσιαλιστές στις εκλογές του 2016 συγκράτησαν τις δυνάμεις τους.

Τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα χάνουν έδαφος γιατί δεν εμπλούτισαν τις θέσεις τους με προτάσεις για αύξηση της απασχόλησης, μείωση των ανισοτήτων, στήριξη του κοινωνικού κράτους, για τις αλλαγές που φέρνουν στην εργασία οι τεχνολογικές εξελίξεις. Δεν ακολούθησαν πολιτικές που να στηρίζουν αυτούς που είναι οι μεγάλοι χαμένοι της παγκοσμιοποίησης.
Οι νέες θεωρητικές επεξεργασίες τους είναι μια παραλλαγή του κεϋνσιανισμού (βρετανικό Εργατικό Κόμμα) που δεν είναι χρήσιμη στις χώρες της Ευρωζώνης -ειδικά τις υπερχρεωμένες- ή γενικόλογες αναφορές για στροφή προς τα αριστερά (SPD Γερμανίας, Σοσιαλιστικό Κόμμα Γαλλίας).

Στην Ελλάδα πολλοί προτείνουν γενικόλογα τη στροφή στο προοδευτικό Κέντρο. Δεν αποσαφηνίζουν όμως πώς εντάσσεται αυτό στην ισχυρή -αλλά όχι μοναδική- σύγκρουση Αριστεράς – Δεξιάς. Ποια Ευρώπη επιθυμεί το προοδευτικό Κέντρο; Ποια η σχέση του με τον κόσμο της εργασίας; Ποιο νέο κοινωνικό συμβόλαιο προτείνει, που θα επιτρέψει στην ελληνική Κεντροαριστερά να εκφράσει τους χαμένους από την κρίση και την παγκοσμιοποίηση; Πώς θα ανακτήσει κυρίαρχο ρόλο στην πολιτική σκηνή για την εφαρμογή ενός προοδευτικού προγράμματος διαρθρωτικών αλλαγών που θα επιταχύνουν την έξοδο από την κρίση;

Η ελληνική Σοσιαλδημοκρατία καλείται να συνεισφέρει στον εμπλουτισμό των προγραμματικών προτάσεων της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, παρά να προσδοκά να υιοθετήσει αυτές που θα επεξεργαστούν μεγαλύτερα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα.

Σε ό,τι αφορά στις συμμαχίες, δεν μπορεί να επιλέξει τον δρόμο της συνεργασίας με τη ΝΔ ή τον ΣΥΡΙΖΑ στο όνομα εθνικών αναγκών. Η εθνικά υπεύθυνη στάση του ΠΑΣΟΚ από το 2009-2014 δεν επικροτήθηκε εκλογικά. Αντίθετα, οι πολίτες «επιβράβευσαν» τον λαϊκισμό, τη δημαγωγία και την πολιτική ανευθυνότητα της ΝΔ και των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Τέλος, η επίτευξη των εκλογικών στόχων της ΔΗΣΥ προϋποθέτει την αύξηση των εγγεγραμμένων μελών και την ενεργό συμμετοχή τους στις κομματικές διεργασίες. Οι πολίτες πρέπει να νιώσουν ότι συμμετέχουν στη διαμόρφωση της πολιτικής, ακόμη κι αν ζουν μακριά από τα κέντρα λήψης αποφάσεων. Σε μια περίοδο απαξίωσης των θεσμών, είναι αναγκαία η ενίσχυση της θεσμικής λειτουργίας της ΔΗΣΥ, γιατί έτσι μόνο θα αποκατασταθεί η αξιοπιστία της πολιτικής στη συνείδηση των πολιτών.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» Δημοσιεύθηκε την Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

Η​​ αποχώρηση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε από τη θέση του υπουργού Οικονομικών δίνει την αφορμή για μια αξιολόγηση του ρόλου του στην αντιμετώπιση της κρίσης της Ευρωζώνης. Ανέλαβε καθήκοντα προς τα τέλη του 2009, όταν η χρηματοοικονομική κρίση είχε περάσει από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη και την απειλούσε μέσω κερδοσκοπικών επιθέσεων στα ομόλογα των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου.

Τα spreads άρχισαν να κινούνται ανοδικά από τις αρχές του 2009, αλλά η παρέμβαση του τότε ΥΠΟΙΚ της Γερμανίας Πέερ Στάινμπρουκ οδήγησε στην αποκλιμάκωση των spreads. Οι αγορές αξιολόγησαν ως αξιόπιστη την παρέμβασή του και προσωρινά σταμάτησε η κερδοσκοπία, χωρίς να ανακοινωθεί οποιαδήποτε παρέμβαση ή κάποιο σχέδιο για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Mετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο κ. Σόιμπλε, και ενώ οι διαφορές αποδόσεων άρχισαν να κινούνται εκ νέου ανοδικά, δεν έδωσε αντίστοιχη διαβεβαίωση για στήριξη χωρών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες. O κ. Σόιμπλε έδωσε προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του «ηθικού κινδύνου», παρά στον κίνδυνο από τη διάχυση της κρίσης στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Το πόσο καθοριστική υπήρξε αυτή η διαφορά στάσης επισημάνθηκε έγκαιρα από τον αρθρογράφο των FT, W. Münchau, «Greece can expect no gifts from Europe», 20/11/2009.

Ο κ. Σόιμπλε, προτάσσοντας το ζήτημα του «ηθικού κινδύνου» αλλά και των πολιτικών εξελίξεων στη Γερμανία, εξαιτίας των εκλογών σε γερμανικά κρατίδια στις αρχές του 2010, προχώρησε σε πρωτοβουλία στήριξης της Ελλάδας τον Απρίλιο του 2010. Η επιλογή αυτή αύξησε την αβεβαιότητα σε τρομακτικό βαθμό και το κόστος αντιμετώπισης της κρίσης.

Η Ελλάδα είχε κάνει λάθη μετά την ένταξη στην ΟΝΕ και ιδιαίτερα μετά το 2007, παραγνωρίζοντας τη σημασία αντιμετώπισης των μεγάλων δίδυμων ελλειμμάτων, του μεγάλου χρέους και της προώθησης των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Δεν κατανόησε την αλλαγή στάσης των αγορών μετά το ξέσπασμα της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης το 2008. Αλλά το 2009-2010 ήταν πολύ αργά για να χρησιμοποιηθεί για παραδειγματισμό για λάθη του παρελθόντος.

Τελικά, η κρίση ξέφυγε από κάθε έλεγχο και μετά την Ελλάδα προσέφυγαν στον αναγκαστικό δανεισμό η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Κύπρος. Η εξέλιξη της κρίσης στην Ευρωζώνη μπορεί να ήταν διαφορετική αν ο κ. Σόιμπλε ακολουθούσε το παράδειγμα του κ. Στάινμπρουκ.

Όμως, το πιο βασικό λάθος του κ. Σόιμπλε ήταν η άποψή του ότι η Ελλάδα πρέπει να εκδιωχθεί έστω και προσωρινά από την Ευρωζώνη. Ανεξάρτητα αν το πίστευε ή αν χρησιμοποιούσε ως απειλή το Grexit για να συνετίσει την Ιταλία που είχε μεγάλο χρέος, στην πράξη υπονόμευσε την αξιοπιστία της Ευρωζώνης.

Οι συντάκτες της συνθήκης του Μάαστριχτ δεν έβαλαν ρήτρα εξόδου για να καταστήσουν σαφές ότι η ΟΝΕ είναι μη αναστρέψιμη. Εκτίμησαν ότι έτσι το εγχείρημα θα αποκτούσε πρόσθετη αξιοπιστία.

Η άποψη του κ. Σόιμπλε για αποχώρηση της Ελλάδας ανέτρεπε ένα βασικό θεμέλιο της ΟΝΕ. Διότι, αν αποχωρούσε η Ελλάδα, τότε οι αγορές θα αξιολογούσαν ότι στο μέλλον οποιαδήποτε χώρα αντιμετώπιζε πρόβλημα θα μπορούσε να αποχωρήσει είτε εθελοντικά είτε να εκδιωχθεί.

Έτσι, μετά τις εκλογές του Μαΐου του 2012, που οδήγησαν σε πολιτικό αδιέξοδο στην Ελλάδα, η συζήτηση για το Grexit κορυφώθηκε, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η Ευρωζώνη. Την κατάρρευση απέτρεψε ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, με τη δήλωση ότι «θα κάνω ό,τι χρειαστεί για να σώσω το ευρώ», η οποία θα μείνει σίγουρα στην ιστορία.

Τέλος, ο κ. Σόιμπλε ουδέποτε πρότεινε λύση για το πρόβλημα της ασύμμετρης προσαρμογής στην αντιμετώπιση των ελλειμμάτων-πλεονασμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών των χωρών της Ευρωζώνης. Στην πρόσφατη κρίση, το κόστος προσαρμογής το επωμίστηκαν οι χώρες με τα ελλείμματα και όχι οι χώρες με πλεονάσματα, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία. Η εμπειρία από νομισματικές ενώσεις του παρελθόντος δείχνει ότι, επειδή το κόστος το επωμίζονταν μόνο οι ελλειμματικές χώρες, οι ενώσεις αυτές δεν άντεξαν στον χρόνο.

Θετική υπήρξε η συνεισφορά του κ. Σόιμπλε στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, παρά τις αντιρρήσεις του προέδρου της ΕΚΤ κ. Τρισέ. Από συνομιλία μαζί του τον Σεπτέμβριο του 2011 κατάλαβα ότι είχε ήδη συνεννοηθεί με τον επερχόμενο πρόεδρο της ΕΚΤ ότι θα δεχόταν το ονομαστικό «κούρεμα» του ελληνικού χρέους τουλάχιστον κατά 50%.

Εξίσου θετική υπήρξε η στάση του στη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ένωσης. Δεν είναι ο μόνος που ευθύνεται για τη μη ολοκλήρωσή της. Είναι προφανές ότι το μέγεθος της κρίσης της Ευρωζώνης ήταν τεράστιο και δεν είχε ιστορικό προηγούμενο. Το ατελές θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της κρίσης. Η Ευρωζώνη δεν διαλύθηκε, όπως πολλοί έσπευσαν να προδικάσουν, και ο Σόιμπλε συνέβαλε σε αυτό, αλλά οι απόψεις και η στάση του συνέβαλαν στη διάχυση και αύξησαν το κόστος αντιμετώπισής της.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα “ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ” Δημοσιεύθηκε την Κυριακή 25 Ιουνίου 2017

Ένα από τα πολιτικά παράδοξα της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα είναι ότι η ήττα της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας που σηματοδοτήθηκε με τη διεθνή χρηματοοικονομική κρίση του 2008 και η παρατηρούμενη πρωτοφανής διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων δεν εξασφάλισαν πολιτικά οφέλη για τα σοσιαλιστικά κόμματα στην Ευρώπη τα οποία βρίσκονται σταθερά σε πτωτική πορεία. Η πτωτική πορεία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων εύλογα εγείρει το ερώτημα αν έχουν περιθώρια ανάκαμψης.

Η ανασύνταξή τους προϋποθέτει την αποκατάσταση της δυνατότητας τους να ανταποκριθούν αποτελεσματικά με επεξεργασμένες πολιτικές προτάσεις στις αγωνίες των ψηφοφόρων τους. Το κοινωνικό συμβόλαιο που προσέφεραν μετά τον πόλεμο για να εξισορροπήσουν τη σύγκρουση εργασίας και κεφαλαίου διασφάλισε την συνύπαρξη του καπιταλισμού με τη δημοκρατία και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων.

Αυτό που άλλαξε τις τελευταίες δεκαετίες ήταν ότι δεν ανταποκρίθηκαν στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης, ούτε κατανόησαν τις μεγάλες αλλαγές της μεταβιομηχανικής περιόδου στην οικονομία και την κοινωνία.

Η ενίσχυση του τριτογενή τομέα στις ευρωπαϊκές οικονομίες είχε ως αποτέλεσμα, την μείωση του ρόλου των συνδικάτων και κατ’ επέκταση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που αυτά στήριζαν. Τη ίδια περίοδο μειώθηκε και ο αριθμός των εργαζομένων στις βιομηχανίες ενώ αναδείχτηκαν νέα κοινωνικά στρώματα, μια νέα μεσαία τάξη πολύ καλά εκπαιδευμένη με ψηλές απολαβές. Με προτεραιότητες όμως αρκετά διαφορετικές από τον παραδοσιακό κόσμο της εργασίας στις βιομηχανίες.

Τα νέα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα σε συνδυασμό με τις μεγάλες προκλήσεις για τον κόσμο της εργασίας, αποτέλεσμα των τεχνολογικών εξελίξεων και της αυτοματοποίησης, καθιστούν αναγκαία την αναζήτηση μιας νέας ταυτότητας για την Σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη.

Για να μπορέσει να εκφράσει μια νέα συμμαχία μεταξύ των υγιών παραγωγικών δυνάμεων που παράγουν νέο πλούτο και αυτών που πλήττονται από την παγκοσμιοποίηση.

Για να το πετύχει δεν αρκεί να περιοριστεί στο όραμα ενός «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο». Σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης δεν αρκεί να προτείνεις υψηλότερη φορολογία και περισσότερες δημόσιες επενδύσεις. Πολλά από τα σύγχρονα προβλήματα (κλιματική αλλαγή, μεταναστευτικό, φοροαποφυγή μεγάλων επιχειρήσεων) έχουν παγκόσμια διάσταση την ώρα που η πολιτική εξακολουθεί να ασκείται εντός των εθνικών ορίων γεγονός που περιορίζει την αποτελεσματικότητα της.

Η λαϊκιστική δεξιά και αριστερά προτείνουν ως λύση τον απομονωτισμό, το κλείσιμο των συνόρων την εκδίωξη των μεταναστών. Η Σοσιαλδημοκρατία πρέπει να ξεφύγει από τη αναζήτηση προτάσεων σε εθνικό επίπεδο όπου είναι βέβαιο ότι θα ηττηθεί και θα χαθεί οριστικά και να παλέψει για μια λύση των προβλημάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο δύσκολο και αν είναι σήμερα αυτό.

Μόνο εκεί μπορεί να διασφαλίσει τον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων του καπιταλισμού. Με ένα ισχυρό ευρωπαϊκό προϋπολογισμό που θα καταστήσει εφικτή μια ευρωπαϊκή κεϋνσιανή πολιτική, με ευρωπαϊκά προγράμματα επενδύσεων και καταπολέμησης της ανεργίας, με ένα ευρωπαϊκό μηχανισμό προστασίας των ανέργων.

Για να τα πετύχει αυτά πρέπει να αποδεχτεί ξανά την ανάγκη «του πρωτείου της πολιτικής» και να εργαστεί για να συγκροτηθούν υπερεθνικά όργανα οικονομικής διακυβέρνησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο στη βάση κοινών αξιών.

Η πρόκληση σήμερα είναι να συγκροτήσει το νέο συμβιβασμό αυτή τη φορά ανάμεσα στο κράτος, την αγορά, τις μεγάλες υπερεθνικές εταιρίες και την κοινωνία των πολιτών. Μόνο αν ανταποκριθεί σε αυτή την πρόκληση η Σοσιαλδημοκρατία θα καταφέρει στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη θα ξαναγίνει δύναμη ηγεμονική στο χώρο της κεντροαριστεράς για να προωθήσει την βιώσιμη ανάπτυξη, την κοινωνική δικαιοσύνη και την κοινωνική πρόοδο σε συνθήκες πολιτικής ασφάλειας.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα “Αληθινές ΕΙΔΗΣΕΙΣ” Δημοσιεύθηκε την Τετάρτη 1η Μαρτίου 2017

Η έξοδος της χώρας από την κρίση μπορεί μετά τις εκλογές να απαιτήσει συγκρότηση κυβερνήσεων συνεργασίας. Για τις δυνάμεις της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας τίθεται το εύλογο ερώτημα των δυνητικών κυβερνήσεων συνεργασίας. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, είναι αναγκαίο, να προσδιοριστεί η ταυτότητα των δυνάμεων του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού στο πλαίσιο της ιστορικής διάκρισης Αριστερά-Δεξιά. Διάκριση που παραμένει σε ισχύ, αλλά με εμπλουτισμένο περιεχόμενο ειδικά ως προς τη στάση στα ζητήματα της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της παγκοσμιοποίησης.

Η Σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη είναι στην Αριστερά. Στην Ελλάδα αυτό αμφισβητείται από την κομμουνιστογενή Αριστερά. Επομένως, το ζητούμενο για αυτήν δεν είναι η στροφή στο Κέντρο, μακριά από αξιακές αναφορές και πολιτικές. Αλλά η ανανέωσή της με προτάσεις για βιώσιμη ανάπτυξη, καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων, στήριξη όσων χάνουν από την παγκοσμιοποίηση και αλλαγή πορείας στην Ε.Ε.

Η Ν.Δ. και με τη νέα ηγεσία της παραμένει πιστός υπηρέτης της πελατειακής πρακτικής που μας οδήγησε στο δημοσιονομικό εκτροχιασμό του 2009 και την κατάρρευση που έφερε τα μνημόνια. Ο ΣΥΡΙΖΑ συνεργάζεται με ένα ακροδεξιό λαϊκιστικό κόμμα και ως κυβέρνηση με τους ΑΝΕΛ αναπαράγει το πελατειακό κράτος με σκοπό τον έλεγχο του κράτους και τη νομή -αντί της αλλαγής- της εξουσίας.

Επομένως, δεν νοείται ότι στόχος των δυνάμεων του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού είναι να μετεξελιχθούν σε στρατηγικό εταίρο της Ν.Δ. Ούτε υπάρχουν προϋποθέσεις συνεργασίας με το ΣΥΡΙΖΑ, που με τις επιλογές του έδειξε ότι βρίσκεται μακριά από τον αξιακό πυρήνα των δυνάμεων της Σοσιαλδημοκρατίας.

Ο αυτοπροσδιορισμός των δυνάμεων του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού αποτελεί προϋπόθεση για την ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία του, στο χώρο που ανήκει ιστορικά.  Θα καταθέσουμε συγκεκριμένη πρόταση εξόδου από την κρίση για την Ελλάδα της επόμενης ημέρας, διεκδικώντας να γίνει πλειοψηφικό ρεύμα που θα καθορίσει τις πολιτικές εξελίξεις. Η έξοδος, όμως, από την κρίση καθιστά αναγκαία τη μετεκλογική συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής συνεννόησης.

Δημοσιευτηκε στην Ημερησία του Σαββάτου 11 Φεβρουαρίου 2017

Από το 2008 μέχρι σήμερα η ελληνική οικονομία συμπλήρωσε εννέα χρόνια σε ύφεση. Την περίοδο αυτή οι σωρευτικές απώλειες στο εθνικό εισόδημα ήταν πάνω από 25% του ΑΕΠ, καταστράφηκαν ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας και επιδεινώθηκαν όλοι οι κοινωνικοί δείκτες.

Η αύξηση του ΑΕΠ πριν από την κρίση ήταν το αποτέλεσμα της κατανάλωσης που χρηματοδοτήθηκε από τον ανεξέλεγκτο δημόσιο και ιδιωτικό δανεισμό. Ήταν αναπόφευκτο ότι τη στιγμή που θα έσκαγε η «φούσκα» του δανεισμού θα χανόταν ένα σημαντικό μέρος από αυτήν την αύξηση του ΑΕΠ. Μέρος του ΑΕΠ που χάθηκε και των θέσεων εργασίας που καταστράφηκαν, θα μπορούσε να είχε διασωθεί αν από το 2010 και μετά υπήρχαν ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις για τις αναγκαίες αλλαγές στην οικονομία, στη δημόσια διοίκηση, στη λειτουργία των θεσμών.

Συνοψίζω τις εκτιμήσεις μου για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας με τις παρακάτω τρεις επισημάνσεις.

Η Ελλάδα σήμερα έχει αντιμετωπίσει τα προβλήματα με τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Παραμένει όμως δέσμια του μεγάλου δημόσιου και ιδιωτικού χρέους. Η αποτελεσματική αντιμετώπισή τους και ιδιαίτερα των «κόκκινων» δανείων θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό τη μελλοντική πορεία της οικονομίας.

Η αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου έχει ξεκινήσει, αλλά γίνεται με αργούς ρυθμούς. Χρειάζονται να εισρεύσουν στην οικονομία πολλά κεφάλαια για επενδύσεις, άνω των 80 δισ. στην επόμενη τριετία, ώστε να αποκατασταθεί μέρος του παραγωγικού ιστού που καταστράφηκε στην κρίση. Για να έρθουν στην Ελλάδα τα κεφάλαια αυτά χρειάζεται σταθερό πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον.

Μετά την υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου η κυβέρνηση δείχνει να μην κατανοεί τις αρνητικές επιπτώσεις για τους πολίτες και την οικονομία από την παρατεταμένη αβεβαιότητα. Καθυστερεί συνεχώς την ολοκλήρωση των αξιολογήσεων, με αποτέλεσμα να μετατίθεται η συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και η έξοδος στις αγορές.

Έτσι, ανοίγει το ενδεχόμενο προσφυγής σε τέταρτο μνημόνιο, χωρίς να είναι δεδομένη η βούληση των δανειστών ως προς το θέμα αυτό. Αυτή η αβεβαιότητα επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση το ενδεχόμενο του Grexit -που ισοδυναμεί με Βενεζουελοποίηση της οικονομίας και εξαθλίωση των πλέον αδύναμων κοινωνικά στρωμάτων- απομακρύνει την προοπτική επιστροφής καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα.

Εξαιτίας της αβεβαιότητας οι δυνητικοί επενδυτές δεν επενδύουν και περιμένουν να δουν ποια θα είναι η κατάληξη των συνομιλιών. Αυτό δυσκολεύει την επανεκκίνηση της οικονομίας.

Για να βγει η χώρα από αυτόν τον φαύλο κύκλο και να ξεκινήσει μια πορεία βιώσιμης ανάπτυξης πρέπει η κυβέρνηση να προχωρήσει σε κλείσιμο της αξιολόγησης διασφαλίζοντας χαμηλότερο στόχο για τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Να προχωρήσει σε θεσμικές αλλαγές στη λειτουργία της δικαιοσύνης, του πολιτικού συστήματος, στο φορολογικό σύστημα, στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, στην παιδεία και στη δημόσια διοίκηση.

Έτσι η χώρα θα προσελκύσει επενδύσεις, θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας με ικανοποιητικές αμοιβές και θα βγουν από τη φτώχεια στρώματα που κτυπήθηκαν από την κρίση. Θα πολλαπλασιαστούν τα μεσαία κοινωνικά στρώματα.

Αυτή είναι η ιστορική υποχρέωση της κυβέρνησης έναντι των πολιτών και ιδιαίτερα της νεότερης γενιάς και καλείται να την αναλάβει εγκαταλείποντας τις ιδεοληψίες που εμποδίζουν την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Άρθρο του Φίλιππου Σαχινίδη στην ιστοσελίδα «Liberal» την Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016

Η παράταση της ύφεσης για ένατη χρονιά και η παρατεινόμενη αβεβαιότητα σχετικά με την αναπτυξιακή προοπτική της ελληνικής οικονομίας, τροφοδοτεί άλλη μια φορά τη συζήτηση αναφορικά με τα δυνητικά οφέλη που θα διαμορφώνονταν για την Ελλάδα αν επέλεγε να εγκαταλείψει το ευρώ.
Η άποψη αυτή πρωτοδιατυπώθηκε σχεδόν αμέσως μετά το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης το 2009. Έχει υποστηρικτές τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό, όπου την υπερασπίζονται κυρίως οικονομολόγοι αγγλοσαξονικής καταγωγής, όπως ο Krugman και ο Stiglitz, αλλά και μέλη κυβερνήσεων ευρωπαϊκών χωρών.
Σύμφωνα με την άποψη αυτή, το κύριο πρόβλημα της Ελλάδας είναι η μειωμένη ανταγωνιστικότητά της, αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, της ταχύτερης αύξησης του εργατικού κόστους στην Ελλάδα έναντι των εμπορικών της εταίρων από την επομένη της ένταξής της στην ΟΝΕ.
Βγαίνοντας από το ευρώ η χώρα θα αξιοποιήσει το εργαλείο της υποτίμησης για να ανακτήσει την χαμένη ανταγωνιστικότητα χωρίς να υποχρεωθεί να μειώσει μισθούς και τιμές, ελαχιστοποιώντας το πολιτικό κόστος της προσαρμογής. Έτσι θα προσελκύσει επενδύσεις, θα αυξήσει τις εξαγωγές της, με τελικό όφελος την επανεκκίνηση της οικονομίας και αύξηση της απασχόλησης.
Οι υποστηρικτές της άποψης αυτής δεν εξηγούν ποιες θα είναι οι επιπτώσεις για την οικονομία από την δυσβάστακτη επιβάρυνση που θα προκαλέσει η εξυπηρέτηση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, τα οποία θα παραμείνουν σε ευρώ, το οποίο θα ανατιμάται συνεχώς έναντι της δραχμής.
Προφανώς, άρρητα δέχονται ότι η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη θα έχει ως ανταποδοτικό όφελος την συνολική ή μερική διαγραφή του ελληνικού χρέους έναντι των θεσμών και των χωρών της ευρωζώνης.
Διότι αν αυτό δεν συμβεί, τότε τα θεωρητικά οφέλη από την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα θα εξουδετερωθούν πριν καν ενεργοποιηθούν, αφού η Ελλάδα δεν θα έχει πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίων εξαιτίας της χρεοκοπίας στην οποία θα οδηγηθεί, καθώς θα αδυνατεί να εξυπηρετήσει το χρέος της.
Σε κάθε περίπτωση, αυτή η λύση προφανώς δεν μπορεί να αφορά το ιδιωτικό χρέος. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν το δημόσιο χρέος κουρευτεί, οι ελληνικές επιχειρήσεις και οι ιδιώτες που έχουν δανειστεί από τις διεθνείς αγορές θα καταρρεύσουν – με εξαίρεση μερικές λίγες με κύριο όγκο δραστηριοτήτων, άρα και έσοδα, από το εξωτερικό – υπό το βάρος της αδυναμίας εξυπηρέτησης του χρέους τους σε ευρώ ή άλλα νομίσματα.
Ας υποθέσουμε λοιπόν προς στιγμήν -μεγάλη υπόθεση σε κάθε περίπτωση- ότι προσφέρεται εκ νέου η δυνατότητα στη χώρα να επιλέξει την εγκατάλειψη της ευρωζώνης έναντι σημαντικής διαγραφής χρέους.
Σε αυτή την περίπτωση η χώρα θα προχωρήσει σε υποτίμηση του νομίσματός της, προκειμένου να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα κόστους πέρα από την βελτίωση που έχει πετύχει μέχρι σήμερα μέσω της εσωτερικής υποτίμησης.
Ερώτημα πρώτο: θα μπορέσει η χώρα να αξιοποιήσει την δυνατότητα αυτή για να αυξήσει τις εξαγωγές της; Τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας επιτρέπουν να υποστηρίξουμε πως όχι ή όχι κατ’ ανάγκη. Γιατί η παραγωγική βάση της χώρας έχει απομειωθεί σε σημαντικό βαθμό, εξαιτίας της αποεπένδυσης από το 2008.
Το τμήμα της που παραμένει σε λειτουργία δεν έχει πετύχει την αναγκαία αναδιάρθρωση ώστε να ενισχυθεί ο τομέας των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών για να αυξηθούν οι εξαγωγές ή να υποκατασταθούν οι εισαγωγές.
Ακόμη χειρότερα, διαπιστώνουμε, ότι παρά τη βαθιά ύφεση και την έντονη κάμψη της ζήτησης, η Ελλάδα συνεχίζει να εισάγει σχεδόν 30 δισ. ευρώ ενδιάμεσων, κεφαλαιουχικών, πρωτογενών αγαθών και ενέργειας, τα οποία είναι δύσκολο ή και αδύνατο να υποκατασταθούν από εγχώρια παραγωγή.
Επομένως, οι πιθανότητες για αύξηση των επενδύσεων που θα ενισχύσουν την ποιότητα/ένταση παραγωγικού κεφαλαίου, την αποτελεσματικότητα και την προστιθέμενη αξία της οικονομίας θα ελαχιστοποιηθούν, με τις αντίστοιχες επιχειρήσεις που ενεργοποιούνται σε σχετικούς κλάδους είτε να κλείνουν είτε να εγκαταλείπουν τη χώρα.
Είναι λογικό να συμπεράνουμε ότι, το πιθανότερο είναι η οικονομία να διολισθήσει σε ένα παραγωγικό πρότυπο που θα βασίζεται εξολοκλήρου σε εξαγωγές ελάχιστης προστιθέμενης αξίας καθώς και υπηρεσιών, η ανταγωνιστικότητα των οποίων θα βασίζεται αποκλειστικά σε χαμηλό κόστος, ανταγωνιζόμενη χώρες αντίστοιχα χαμηλού εισοδήματος και ποιότητας.
Αλλά και η κατανάλωση σε μεγάλο βαθμό θα υποχωρήσει, καθώς η πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων και συνταξιούχων θα μειώνεται εξαιτίας των υποτιμήσεων και των συνεπαγόμενων πληθωριστικών πιέσεων που αυτές θα δημιουργούν.
Εύλογα, λοιπόν, μπορεί να τεθεί το επόμενο ερώτημα. Μήπως το πέρασμα στο εθνικό νόμισμα μπορεί να επιταχύνει αυτή την αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης;
Γιατί η αναγκαία αυτή αναδιάρθρωση προχωρά σχετικά αργά από τότε που ξέσπασε η κρίση, με αποτέλεσμα παρά την εσωτερική υποτίμηση οι εξαγωγές της χώρας να μην έχουν καταγράψει κάποια ουσιαστική αύξηση, ούτε να έχει παρατηρηθεί αξιοσημείωτη υποκατάσταση εισαγωγών.
Είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς ότι η επιστροφή στη δραχμή θα επιταχύνει την αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης. Είναι πιο λογικό να υποθέσει κανείς ότι θα συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Το τραπεζικό σύστημα δεν θα έχει επαρκή κεφάλαια για να χρηματοδοτήσει επενδύσεις στον τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Την ίδια στιγμή το ασταθές νομισματικό περιβάλλον θα λειτουργεί ως αντικίνητρο στην εισαγωγή ελληνικών κεφαλαίων που τώρα βρίσκονται στο εξωτερικό ή ακόμη και διεθνών κεφαλαίων.
Στην καλύτερη των περιπτώσεων, τα κεφάλαια που θα έρχονται στην Ελλάδα θα είναι κερδοσκοπικά με στόχο το άμεσο κέρδος και όχι κεφάλαια που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε επενδύσεις μεσομακροπρόθεσμων αποδόσεων που θα διευκολύνουν την αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης.
Επιπρόσθετα, το κόστος κεφαλαίου θα είναι εξαιρετικό υψηλό εξαιτίας των υποτιμήσεων και τα όποια οφέλη στην ανταγωνιστικότητα από τις υποτιμήσεις θα ακυρώνονται από το αυξημένο κόστος κεφαλαίων, αλλά και των ενεργειακών πηγών που σε μεγάλο βαθμό είναι εισαγόμενες.
Η αλήθεια είναι ότι, σε περίπτωση επιστροφής στο εθνικό νόμισμα, θα δημιουργηθούν οφέλη κυρίως για όσους έχουν τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό. Θα τους δοθεί η δυνατότητα να εξαγοράσουν σε πενιχρές τιμές περιουσιακά στοιχεία στην Ελλάδα.
Αντίθετα, οι έλληνες εργαζόμενοι και συνταξιούχοι, όπως και οι άνεργοι, θα είναι οι μεγάλοι χαμένοι μιας πιθανής επιστροφής σε εθνικό νόμισμα καθώς τα εισοδήματά τους ή τα επιδόματά τους θα απαξιώνονται και δεν θα τους εξασφαλίζουν ούτε τα στοιχειώδη, οδηγώντας τους περισσότερους από αυτούς σε συνθήκες απόλυτης φτωχοποίησης.
Αντί λοιπόν να συζητάμε για τα θεωρητικά οφέλη από την επιστροφή στη δραχμή, που είτε δεν υφίστανται είτε δεν αφορούν αυτούς που πλήττονται από την κρίση, ας δούμε ποιες παραλείψεις και καθυστερήσεις στις κυβερνητικές επιλογές εμποδίζουν την ταχύτερη αναδιάρθρωση της οικονομίας, ώστε αυτή να περάσει το ταχύτερο δυνατό σε βιώσιμη ανάπτυξη. Αυτή θα μας επιτρέψει να δούμε αύξηση της απασχόλησης αλλά και θα δημιουργήσει πόρους για στοχευμένες κοινωνικές πολιτικές προκειμένου να στηριχτούν όσοι πραγματικά έχουν ανάγκη.

Άρθρο μου στη Βραδυνή της Κυριακής 4-12-2016

Η πολιτική αβεβαιότητα στην Ευρώπη έχει ενισχυθεί ιδιαίτερα μετά το αποτέλεσμα του Βρετανικού δημοψηφίσματος που οδηγεί στο Brexit, αλλά και την εκλογή του κ. Τραμπ ως Πρόεδρου των Η.Π.Α.
Αυτή η αβεβαιότητα αναμένεται να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο αν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις ότι ο κ. Ρέντσι θα είναι ο μεγάλος χαμένος του δημοψηφίσματος στην Ιταλία και επιλέξει να παραιτηθεί, όπως έχει δηλώσει.

Η αβεβαιότητα αυτή πυροδοτεί για άλλη μια φορά σενάρια σχετικά με το μέλλον και την προοπτική της ευρωζώνης. Αφορμή, οι εκτιμήσεις ότι σε περίπτωση παραίτησης του κ. Ρέντσι και διεξαγωγής εκλογών η επόμενη κυβέρνηση θα είναι κυβέρνηση συνασπισμού κομμάτων με αντιευρωπαϊκό προσανατολισμό. Μια τέτοια κυβέρνηση θα ήταν δυνατόν, παρά τις συνταγματικές δυσκολίες που υπάρχουν, να θέσει σε δημοψήφισμα την παραμονή της Ιταλίας στην ευρωζώνη.

Συζητήσεις για τη συνοχή της ευρωζώνης είχαν γίνει και στο παρελθόν, ιδιαίτερα δε το 2012 όταν αυξήθηκε η πολιτική αβεβαιότητα στην Ελλάδα μετά τα αποτελέσματα των εκλογών. Οι συζητήσεις αυτές οδήγησαν τα θεσμικά όργανα της Ευρώπης, αλλά και κυβερνήσεις να προετοιμαστούν για το ενδεχόμενο ενός Grexit, ενδεχόμενο το οποίο δεν επιβεβαιώθηκε.

Αυτό, όμως που τώρα κάνει διαφορετικά τα πράγματα είναι ότι η Ευρώπη για πρώτη φορά βρίσκεται αντιμέτωπη με το αίτημα για αποχώρηση που θα καταθέσει η Βρετανία το 2017. Σε περίπτωση πολιτικής αναταραχής στην Ιταλία, η πιθανή αμφισβήτηση της βιωσιμότητας του ιταλικού χρέους από τις αγορές δεν είναι πλέον ένα εξωπραγματικό σενάριο.

Οι διαπιστώσεις αυτές μας υποχρεώνουν να αξιολογήσουμε τις επιλογές που έκανε η Ευρώπη όλα αυτά τα χρόνια από το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, και ιδιαίτερα μετά την εκδήλωση της ελληνικής κρίσης, που οδήγησε στον αναγκαστικό δανεισμό της Ελλάδας το 2010.

Οι χώρες της Ευρώπης, και ιδιαίτερα η Γερμανία και η Γαλλία, αρνήθηκαν από την πρώτη στιγμή να αντιμετωπίσουν τα αίτια που τροφοδότησαν την κρίση. Αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν ότι το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα ήταν λειτουργικό μόνο τις ηλιόλουστες ημέρες αλλά εξόχως προβληματικό σε μια απρόσμενη καταιγίδα. Επιπρόσθετα, υποτίμησαν την πολιτική σημασία της μεταστροφής της στάσης των πολιτών έναντι της Ευρώπης.

Ο ευρωσκεπτικισμός ενισχύθηκε επειδή οι πολίτες έβλεπαν αντί για πραγματική σύγκλιση χωρών και περιοχών, στασιμότητα ή πραγματική απόκλιση και έξαρση των κοινωνικών ανισοτήτων.
Η δογματική εμμονή στις πολιτικές λιτότητας και στις μεταρρυθμίσεις που αργούν να παράξουν τα επιθυμητά αποτελέσματα κατέστησε ακόμη πιο δύσκολη την λήψη αποφάσεων στην Ευρώπη για τις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές.

Έτσι, ξεκινώντας από την αρχική άρνηση αντιμετώπισης του προβλήματος και πηγαίνοντας προς τις ατελέσφορες παρεμβάσεις για την επίλυση της ελληνικής κρίσης, τώρα βρίσκονται αντιμέτωπες με ότι προσπαθούσαν να αποφύγουν όλα αυτά τα χρόνια: την μεταφορά της κρίσης στην Ιταλία.

Η εξέλιξη αυτή διαδραματίζεται σε μια κρίσιμη περίοδο για την ιταλική οικονομία, καθώς ένας σημαντικός αριθμός τραπεζών χρειάζεται κεφαλαιακή ενίσχυση.

Αν οι τράπεζες αυτές δεν καταφέρουν να προσελκύσουν τα αναγκαία κεφάλαια από την αγορά, τότε η Ιταλική κυβέρνηση θα πρέπει να εφαρμόσει το νέο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο και να κουρέψει τα τραπεζικά ομόλογα στα οποία έχουν τοποθετήσει πολλοί μικροαποταμιευτές τα χρήματα τους. Το πολιτικό κόστος για την Ιταλία θα είναι μεγάλο και θα επιδιώξει να το αποφύγει.

Ωστόσο οι επιλογές της Ιταλίας, ειδικά σε περίπτωση παραίτησης του κ. Ρέντσι, μπορεί να οδηγήσουν τις αγορές σε αμφισβήτηση της βιωσιμότητας του χρέους της. Η ΕΚΤ δεν έχει απεριόριστη δυνατότητα να προστατεύσει την Ιταλία από μια αρνητική αντίδραση των αγορών.

Επομένως, ένα εύλογο ερώτημα είναι αν οι όποιες παρεμβάσεις της Ε.Ε τα τελευταία χρόνια και νέοι μηχανισμοί αποτροπής κρίσεων ή προσφυγής για κάλυψη χρηματοδοτικών αναγκών επαρκούν για να αντιμετωπίσουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η απάντηση είναι πως, μάλλον όχι. Για αυτό έχουν αναδυθεί και πάλι οι απαισιόδοξες εκτιμήσεις για την μελλοντική συνοχή της ευρωζώνης.

Συμπερασματικά, η Ευρώπη κινδυνεύει γιατί ακόμη και μετά την κρίση δεν είχε την πολιτική βούληση για πιο τολμηρά βήματα ώστε να προστατευτεί αποτελεσματικά από μια νέα κρίση. Απέφυγε να υποστηρίξει αναπτυξιακές πολιτικές και να κερδίσει την χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών. Ίσως γιατί πίστεψε ότι με τις περιορισμένες θεσμικές αλλαγές που έκανε άφησε τα χειρότερα πίσω της. Η πραγματικότητα, όμως, δείχνει να είναι διαφορετική και σύντομα θα μάθουμε αν τα χειρότερα για την Ευρώπη αλλά και για την Ελλάδα, ως μέρος της Ευρώπης, είναι μπροστά μας.