Αρθογραφία

Άρθρο στα ΝΕΑ του Σαββάτου.

Με τη λήξη του τρίτου Μνημονίου, οι πολίτες που βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις συνέπειες της δεκαετούς κρίσης θέτουν προς τις πολιτικές δυνάμεις που κυβέρνησαν τη χώρα τα χρόνια αυτά τα ακόλουθα ερωτήματα.
Το πρώτο είναι αν έχουμε υπερβεί την κρίση οριστικά και με ασφάλεια. Αν δηλαδή έχει ολοκληρωθεί το σύνολο των αναγκαίων αλλαγών ώστε η οικονομία να είναι περισσότερο ανθεκτική στο ενδεχόμενο μιας νέας κρίσης στο μέλλον.
Το δεύτερο είναι αν, έπειτα από μια χαμένη δεκαετία, η μετάβαση σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης το 2017 θα έχει συνέχεια ώστε η χώρα να εισέλθει σε τροχιά πραγματικής σύγκλισης με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Ως προς το πρώτο ερώτημα, η απάντηση είναι αρνητική. Η λήξη του τρίτου Μνημονίου δεν σηματοδοτεί την ασφαλή υπέρβαση της κρίσης όπως θέλει η κυβερνητική αφήγηση περί «καθαρής» εξόδου που παραβλέπει τις μακροχρόνιες δημοσιονομικές δεσμεύσεις της χώρας. Το κόστος της κρίσης στην Ελλάδα υπήρξε τόσο μεγάλο, έναντι αυτού άλλων χωρών, εξαιτίας της άρνησης ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ να συναινέσουν το 2010 στις αναγκαίες αλλαγές. Οσο η χώρα δεν αντιμετωπίζει τις παθογένειες που οδήγησαν στην κατάρρευση του 2009, όσο το πελατειακό κράτος ενισχύεται αντί να αποδυναμώνεται, δεν θα έχουμε οριστική υπέρβαση της κρίσης. Αντίθετα, διατρέχουμε τον κίνδυνο σε περίπτωση νέας κρίσης μελλοντικά να πληρώσουμε ξανά μεγάλο οικονομικό και κοινωνικό κόστος.
Σε ό,τι αφορά το ερώτημα για τις αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, η χώρα, υπό την προϋπόθεση ότι θα προχωρήσει στις αναγκαίες αλλαγές, θα περάσει σε βιώσιμη ανάπτυξη εφόσον πετύχει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις ακόλουθες τέσσερις προκλήσεις.
Η πρώτη είναι, μετά τις εκλογές, η χώρα να διεκδικήσει να επανεξεταστεί προς τα κάτω ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ που περιορίζει τις αναπτυξιακές προοπτικές. Ο νέος δημοσιονομικός χώρος θα χρησιμοποιηθεί για ελάφρυνση φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών.
Η δεύτερη είναι η προσέλκυση περίπου 100 δισ. ευρώ επενδύσεων στα επόμενα τρία με τέσσερα χρόνια, με έμφαση στον εξωστρεφή τομέα της οικονομίας. Ετσι, θα αναπληρωθεί τμήμα του κατεστραμμένου παραγωγικού ιστού και η οικονομία θα μπορεί να αναπτύσσεται με ρυθμό 2%-2,5% ετησίως.
Η τρίτη είναι να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το πρόβλημα των κόκκινων δανείων. Η επιτυχής ρύθμιση θα ενισχύσει την αξιοπιστία των τραπεζών και θα διευκολύνει την επιστροφή καταθέσεων. Με τη ρευστότητα που θα εξασφαλιστεί θα στηριχτούν πολλές μικρές ή μεσαίου μεγέθους ανταγωνιστικές επιχειρήσεις που άντεξαν στην κρίση.
Τέλος, η πιο σημαντική πρόκληση είναι η δημιουργία νέου πλούτου να αφορά το σύνολο των πολιτών και όχι τους λίγους. Διαφορετικά η έλλειψη κοινωνικής συνοχής μπορεί να οδηγήσει σε πολιτική αστάθεια που θα εμποδίσει την προσέλκυση των αναγκαίων επενδύσεων.
Οι παραπάνω προκλήσεις είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά από μια μονοκομματική ή δικομματική κυβέρνηση.
Το Κίνημα Αλλαγής επιμένει ότι μετά τις εκλογές είναι αναγκαίες ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις ώστε να υλοποιηθούν οι αναγκαίες αλλαγές σε θεσμούς, πολιτικό σύστημα και οικονομία. Ετσι μόνο η οικονομία θα μπορεί να αναπτύσσεται με ρυθμούς της τάξης του 2%-2,5%, θα δημιουργηθούν νέες και ποιοτικές θέσεις εργασίας ώστε να μειωθεί ουσιαστικά η ανεργία, θα διαμορφωθούν προϋποθέσεις επιστροφής όσων υποχρεώθηκαν να φύγουν στο εξωτερικό και θα στηριχτεί το κράτος πρόνοιας που υποχώρησε στα χρόνια της κρίσης. Η παραγωγή νέου πλούτου και η στήριξη όσων χτυπήθηκαν από την κρίση είναι η εγγύηση για την οριστική υπέρβαση της κρίσης και αυτές είναι οι προτεραιότητες του Κινήματος Αλλαγής.

Άρθρο στην εφημερίδα Νέα Σελίδα την Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018.

Glass marbles on paper currency

Μία δεκαετία μετά την εκδήλωση της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης, είναι πλέον αποδεκτό ότι οι αγορές απέτυχαν να διαγνώσουν έγκαιρα τους κινδύνους που εγκυμονούσε για τη διεθνή οικονομία το περιβάλλον υπερβάλλουσας ρευστότητας της δεκαετίας του 2000. Το γεγονός αυτό συνδέθηκε ευθέως με την αποτυχία των τριών οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης (Moody’s, Standard & Poor’s και Fitch) που ως διαμεσολαβητές πληροφόρησης δεν αποτίμησαν σωστά το ρίσκο που ήταν συνδεδεμένο με τα εταιρικά και κρατικά ομόλογα.

Πριν την κρίση οι αξιολογήσεις των οίκων ήταν πολύ επιφανειακές και αδιαφανείς και δεν υπήρχαν συγκεκριμένα κριτήρια με τα οποία αξιολογούσαν τις χώρες. Έτσι, οι οίκοι προχώρησαν πολύ αργά στις υποβαθμίσεις χωρών με μεγάλο χρέος (Βέλγιο, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία Πορτογαλία κλπ) παρά τη διαφαινόμενη ανοδική πορεία του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Πιθανότατα επειδή  υπερεκτίμησαν την προστασία από χρεοκοπία που απολάμβαναν οι χώρες αυτές ως μέλη της ευρωζώνης.

Επιπρόσθετα, οι οίκοι αυτοί, με τις απότομες και μεγάλες υποβαθμίσεις στις αξιολογήσεις που πραγματοποίησαν  μετά την εκδήλωση της διεθνούς κρίσης, θεωρήθηκαν υπεύθυνοι και για την επιδείνωση και διάχυση της στις χώρες της Ευρωζώνης. Ο κίνδυνος που παραγνωρίστηκε από τους οίκους ήταν ότι μια γνωμοδότηση τους μπορεί να εξελιχθεί σε  αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Διότι μπορεί να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των αγορών προς μια χώρα  και να αυξήσουν τα επιτόκια με τα οποία διατίθενται να δανείσουν τη χώρα αυτή.

Στους οίκους αυτούς ασκήθηκε κριτική ότι ήταν εκτεθειμένοι σε σύγκρουση συμφερόντων και στον ηθικό κίνδυνο. Οι αξιολογήσεις γινόντουσαν μετά από αίτημα των πελατών τους (εκδότες ομολόγων) που πλήρωναν. Μετά την κρίση υπήρξε η πρόταση  για θέσπιση ενός ευρωπαϊκού οίκου αξιολόγησης, ώστε να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός και να περιοριστεί η ισχυρή θέση που έχουν οι τρεις αυτοί οίκοι στις αγορές. Η συγκεκριμένη πρόταση   δεν έχει προχωρήσει ούτε έχει αυξηθεί ο ανταγωνισμός όπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών (ESMA). Από την τελευταία έρευνα που δημοσιοποίησε προκύπτει ότι εξακολουθούν να ελέγχουν το 92% της αγοράς.

Οι οίκοι απάντησαν στην κριτική που τους ασκήθηκε,  καθιστώντας περισσότερο διαφανή τη διαδικασία των  αξιολογήσεων μετά το 2010. Επιπρόσθετα, τώρα στις αξιολογήσεις τους δίνουν πολύ μεγαλύτερη έμφαση στα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη.

Οι αξιολογήσεις τους εξακολουθούν να επηρεάζουν καθοριστικά την πορεία  χωρών που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης. Επομένως, η στόχευση της Ελλάδας για προσέλκυση επενδύσεων εξαρτάται από τις αξιολογήσεις τους. Σήμερα, τα Ελληνικά ομόλογα εξακολουθούν να ανήκουν στην κατηγορία των «σκουπιδιών» junk bonds.  Αυτό σημαίνει ότι η χώρα οφείλει  να αξιολογήσει σε ποιες πολιτικές πρέπει να δώσει άμεση προτεραιότητα ώστε να εξασφαλίσει αναβάθμιση της πιστοληπτικής της αξιολόγησης. Αυτό έχει πρόσθετη σημασία καθώς η χώρα προετοιμάζεται για την έξοδο στις αγορές.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα νέα κριτήρια αξιολόγησης που υιοθέτησαν οι οίκοι μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η συνέχιση του προγράμματος των μεταρρυθμίσεων με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την επιτάχυνση της αναδιάρθρωσης του παραγωγικού προτύπου υπέρ του τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών, πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα των κυβερνητικών επιλογών. Η αξιοπιστία του οδικού χάρτη για παροχή νέων ελαφρύνσεων στο ελληνικό χρέος, ειδικά αν περιορίζει τους κινδύνους που απορρέουν από ασθενέστερο, από το αναμενόμενο, μελλοντικό ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης, θα διευκόλυναν επίσης τις αποφάσεις τους όπως και η πολιτική σταθερότητα και η διαχρονική συνέπεια των πολιτικών.

Ο σχεδιασμός της κυβέρνησης για «καθαρή» έξοδο στις αγορές δείχνει να αποσκοπεί στην εξασφάλιση βαθμών ελευθερίας ώστε να ακυρωθεί ή να ανασταλεί το πρόγραμμα  μεταρρυθμίσεων για πολιτικούς  λόγους. Αυτό όμως θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην αξιολόγηση της χώρας. Θα διαμορφώσει υψηλά το κόστος δανεισμού της περιορίζοντας ακόμη περισσότερο το δημοσιονομικό χώρο και τις αναπτυξιακές προοπτικές.

Οκτώ χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης οι αξιολογήσεις των τριών οίκων  θα καθορίσουν σε καθοριστικό βαθμό αυτήν την φορά την μεταμνημονιακή πορεία της Ελλάδας. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να παραγνωρίσει την πραγματικότητα αυτή για να χτίσει την πολιτική αφήγηση περί «καθαρής» εξόδου. Ούτε και οι επόμενες κυβερνήσεις αφού πολιτική σταθερότητα και διαχρονική συνέπεια των πολιτικών θα επηρεάζουν την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας.

Άρθρο στην «ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ» Δημοσιεύθηκε την Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

Η δημοσιοποίηση έκθεσης του 2009 της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), είχε ως αποτέλεσμα να τεθούν στη δημόσια συζήτηση κρίσιμα ερωτήματα, που αφορούν το παρελθόν αλλά και την ασφαλή  πορεία της Χώρας μετά το πέρας του τρίτου μνημονίου. Οι προβληματισμοί  εκκινούν με το ερώτημα αν στη χώρα και στην Ευρώπη υπήρχαν μηχανισμοί έγκαιρης προειδοποίησης για την ύπαρξη μεγάλων οικονομικών ανισορροπιών. Αν ναι, γιατί απέτυχαν να οδηγήσουν στην έγκαιρη αντιμετώπιση του προβλήματος; Έχουν καλυφθεί επαρκώς τα θεσμικά ελλείμματα στους μηχανισμούς έγκαιρης προειδοποίησης, ώστε να μην επαναληφθεί στο μέλλον ανάλογος οικονομικός εκτροχιασμός;

Μέχρι τον Οκτώβριο του 2009 το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (ΓΛΚ) κατάρτιζε και παρακολουθούσε τον προϋπολογισμό του Κράτους και όχι της Γενικής Κυβέρνησης που περιλαμβάνει οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, κοινωνικής ασφάλισης και ΔΕΚΟ. Αυτό σημαίνει ότι ο Υπουργός Οικονομικών είχε εικόνα της πορείας των οικονομικών της Γενικής Κυβέρνησης, με καθυστέρηση μηνών καθώς δεν είχε έγκαιρα εικόνα για τα οικονομικά των ασφαλιστικών ταμείων. Το ΓΛΚ δημοσιοποιούσε μηνιαία δελτία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού. Η ΤτΕ δημοσιοποιούσε μηνιαία στοιχεία σε ταμειακή βάση. Η ενημέρωση της Βουλής γινόταν από τον Υφυπουργό Οικονομικών στην Επιτροπή Ισολογισμού Απολογισμού και αφορούσε τον Προϋπολογισμό του Κράτους και όχι της Γενικής Κυβέρνησης.

Άρα, η εικόνα για τη δημοσιονομική πορεία της Χώρας εξαρτιόταν αποκλειστικά από την πληροφόρηση που παρείχε η Κυβέρνηση και αυτή που υπήρχε στην Ετήσια Έκθεση του Διοικητή της ΤτΕ και στις δυο εξαμηνιαίες εκθέσεις νομισματικής πολιτικής.

Τον Ιούνιο του 2009, με εντολή Υπουργού, σταμάτησε η έκδοση του μηνιαίου δελτίου του ΓΛΚ! Στην κριτική της αξιωματικής αντιπολίτευσης στις ευρωεκλογές του Ιουνίου ότι η πορεία της Χώρας ήταν εκτός ελέγχου, η ΝΔ απάντησε με το διαφημιστικό σπoτ για τα «πράσινα παπαγαλάκια». Λίγους μήνες νωρίτερα, Πρωθυπουργός και Υπουργός Οικονομικών είχαν διαβεβαιώσει δημόσια τους πολίτες ότι η ελληνική οικονομία ήταν «θωρακισμένη».

Σε συνάντηση που έγινε τον Σεπτέμβριο του 2009, ο Διοικητής της ΤτΕ,  είχε ενημερώσει προφορικά τον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ ότι το έλλειμμα μπορεί να φτάσει σε διψήφιο ποσοστό.  Ο Πρωθυπουργός  στην Έκθεση Θεσσαλονίκης είπε ότι θα ληφθούν μέτρα εφαρμοστέα όμως από τον Ιανουάριο του 2010.

Στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2009 στο γραφείο του Υπουργού Οικονομικών κ. Παπακωνσταντίνου, στην οποία παραβρέθηκα, ο Διοικητής της ΤτΕ μας ενημέρωσε, και εξερχόμενος από τη συνάντηση δήλωσε και δημόσια, ότι το έλλειμμα μπορεί να φτάσει το 12% του ΑΕΠ. Δεν μας δόθηκε η έκθεση που δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα.

Σε ό,τι αφορά τους ευρωπαϊκούς θεσμούς η Ε.Ε. είχε θέσει την Ελλάδα σε επιτήρηση από τον Απρίλιο του 2009. Η Κυβέρνηση της ΝΔ τον Ιούνιο, ανακοίνωσε μέτρα. Την πρακτική τους αξία αμφισβητούσε η έκθεση της ΤτΕ. Όπως επίσης και η ΕΕ, σε σημείωμα της για το Eurogroup του Ιουλίου του 2009, επίσης μη δημοσιοποιημένο πριν τις εκλογές. Σ’ αυτό υπήρχε η εκτίμηση  ότι το έλλειμμα της Ελλάδας μπορεί να φτάσει το 10%.

Το πρόβλημα της ποιότητας  των στατιστικών στοιχείων της ΕΣΥΕ ήταν γνωστό, κάτι που επισημαίνει η έκθεση της ΤτΕ, λέγοντας ότι οι εκτιμήσεις για το έλλειμμα και το χρέος του 2009 που έστειλε η κυβέρνηση της Ν.Δ. στις 2 Οκτωβρίου «ήταν εκτός πραγματικότητας». Ενώ ανακριβή ήταν και τα απολογιστικά στοιχεία για το 2008. Στατιστικές απάτης τα χαρακτήρισε η έκθεση του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου.

Τέλος, ο μηχανισμός των αγορών απέτυχε να διαγνώσει έγκαιρα το μέγεθος του ελληνικού προβλήματος. Έτσι, σε μια περίοδο υπερβάλλουσας ρευστότητας παγκοσμίως, η Ελλάδα δανειζόταν  με επιτόκια  παρεμφερή με αυτά της Γερμανίας.

Τι άλλαξε από τότε; Το ΓΛΚ καταρτίζει μεσοπρόθεσμο και ετήσιο προϋπολογισμό Γενικής Κυβέρνησης και δημοσιοποιεί μηνιαία δελτία εκτέλεσης του.  Συγκροτήθηκε το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή και το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, το οποίο παρέχει αξιολογήσεις για  τις προβλέψεις που περιλαμβάνονται στον προϋπολογισμό.  Αποτελεί νόμο του Κράτους, το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, ενώ η ΕΛΣΤΑΤ είναι πραγματικά ανεξάρτητη και τα στοιχεία της από το 2010 και μετά, δεν έχουν αμφισβητηθεί. Έγινε ανεξάρτητη η Αρχή Δημοσίων Εσόδων.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση θεσπίστηκαν προληπτικοί μηχανισμοί παρακολούθησης των μακροοικονομικών μεγεθών των χωρών και το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, ενισχύθηκαν οι αρμοδιότητες της Eurostat,  δημιουργήθηκε η Τραπεζική Ένωση. Σε ό,τι αφορά το πρόβλημα με τις αγορές, αυτό εξακολουθεί να είναι υπαρκτό. Οι αγορές, σήμερα, τιμολογούν το διετές ομόλογο των ΗΠΑ πιο ακριβά από το αντίστοιχο ελληνικό.

Αν πριν την κρίση υπήρχαν στην Ε.Ε. και στη χώρα οι σημερινοί θεσμοί που υιοθετήθηκαν κυρίως από την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου, θεσμοί που με κάθε ευκαιρία παλεύουν να ξηλώσουν ΣΥΡΙΖΑ σήμερα και Ν.Δ. παλαιότερα, είναι πολύ πιθανό ο οικονομικός εκτροχιασμός, η υπαγωγή στα μνημόνια και η αναγκαία προσαρμογή με το συνεπακόλουθο οικονομικό και κοινωνικό κόστος να είχαν αποφευχθεί ή μετριαστεί. Πέρα από τα όποια λάθη όλων αυτών των χρόνων, ΣΥΡΙΖΑ, Ν.Δ. και το σύνολο του πολιτικού κόσμου, οφείλουν αυτή την απάντηση στις θυσίες του ελληνικού λαού: τι έκαναν και τι θα κάνουν για να αποτρέψουν μια επανάληψη της κρίσης του 2009. Έτσι, μόνο θα αποκαταστήσουν την αξιοπιστία της πολιτικής στη συνείδηση των πολιτών.

Άρθρο στην ιστοσελίδα Huffington Post

Οι οικονομικές κρίσεις του 20ου αιώνα (κρίση του 1929, του 1987, της Ν. Ανατολικής Ασίας κλπ) έδωσαν το έναυσμα για την ανάληψη κυβερνητικών πρωτοβουλιών με σκοπό τη αποτροπή νέων κρίσεων στο μέλλον. Αυτό σε μεγάλο βαθμό έγινε εφικτό επειδή μετά την εκδήλωση της κρίσης διαμορφώθηκε ευρύτερη συναίνεση για τα αίτια που οδήγησαν σ’ αυτήν. Οι όποιες διαφωνίες υπήρξαν αφορούσαν κυρίως το μετά. Ποιος δηλαδή θα ήταν ο αποτελεσματικότερος τρόπος διορθωτικής παρέμβασης για να περιοριστεί το οικονομικό και κοινωνικό κόστος της κρίσης και να αποτραπεί το ενδεχόμενο επανάληψής της μελλοντικά.

Ένα από τα πολλά παράδοξα που σχετίζονται με την ελληνική κρίση η οποία συμπληρώνει ήδη δεκαετία από την εκδήλωσή της είναι, ότι ακόμη και σήμερα οι μυθοπλασίες γύρω από τα αίτιά της παραμένουν ισχυρές. Και όσο παραβλέπουμε  τα  πραγματικά αίτια της κρίσης, τόσο απομακρυνόμαστε από τη δυνατότητα διεξαγωγής μιας ορθολογικής συζήτησης για τις αναγκαίες αλλαγές και την επιθυμητή πορεία για τη Χώρα μετά το πέρας των μνημονίων.

Η βασική, αλλά όχι καθολικά αποδεκτή, ερμηνεία για τα αίτιά της ξεκινά από τη θέση ότι η Ελλάδα μετά την ένταξη στην ΟΝΕ, και ιδιαίτερα μετά το 2004, αδράνησε στην αντιμετώπιση του δημοσιονομικού ελλείμματος και του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που διογκώνονταν χρόνο με το χρόνο. Το κυριότερο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας ήταν το σαθρό παραγωγικό πρότυπο που δεν της επέτρεπε να ενταχθεί αποτελεσματικά στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Αυτό οδήγησε στα μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Έτσι, όταν εκδηλώθηκε η κρίση η Ελλάδα βρέθηκε με ένα υψηλό χρέος, τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα, ύφεση, μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και με ένα έλλειμμα αξιοπιστίας εξαιτίας των «πλαστών στατιστικών στοιχείων» –διατύπωση της έκθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου- που έστελνε στη Eurostat. Όταν οι ροές των κεφαλαίων σταμάτησαν γιατί οι αγορές συμπέραναν ότι η Ελλάδα μπορεί να δυσκολευτεί μελλοντικά να εξυπηρετήσει το τεράστιο χρέος της, η Χώρα υποχρεώθηκε σε αναγκαστικό δανεισμό μέσω ενός Οικονομικού Προγράμματος. Το Πρόγραμμα αυτό προέβλεπε την μείωση του ελλείμματος από το 15,3% κάτω από το 3% του ΑΕΠ σε βάθος πενταετίας.

Παρόλο που σήμερα πλέον είμαστε σε θέση να έχουμε πλήρη εικόνα για την πραγματική δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, εντούτοις δεν υπήρχε αντίστοιχη εικόνα τις ημέρες της κρίσης, δηλαδή το 2009. Για παράδειγμα, ο τότε Πρωθυπουργός ζητούσε συναίνεση σε μέτρα αλλά θεωρούσε την οικονομία «θωρακισμένη» ενώ η κυβέρνηση του έκανε μαζικά προσλήψεις στο Μετρό ή μέσω προγραμμάτων Stage και έδινε αυξήσεις σε συνταξιούχους και επιδόματα. Τον Σεπτέμβριο στην έκθεση της ΔΕΘ, ο τότε Πρωθυπουργός ανακοίνωνε ότι θα πάρει μέτρα που θα εφαρμοζόντουσαν όμως από το 2010. Άρα δεν υπήρχε η αίσθηση του κατεπείγοντος ή της κρισιμότητας ούτε η διάθεση να περιγραφεί δημόσια ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός.

Τρεις μήνες αργότερα και αφού μεσολάβησαν οι εκλογές του Οκτωβρίου, στη συζήτηση που έγινε στη Βουλή τον για τον προϋπολογισμό του 2010, ο εισηγητής της αξιωματικής αντιπολίτευσης αμφισβητούσε την εκτίμηση του Υπουργείου Οικονομικών ότι το έλλειμμα θα διαμορφωθεί στο 12,7% του ΑΕΠ. Κατά την αγόρευσή του είπε ότι το πραγματικό έλλειμμα «είναι ζήτημα αν είναι 8,2% του ΑΕΠ». Κατήγγειλε δε την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ για τα περιοριστικά μέτρα που πρότεινε, για να μειώσει το έλλειμμα κατά 3,6 ποσοστιαίες μονάδες δηλαδή στο 9,1% του ΑΕΠ.

Πρόσφατα δημοσιοποιήθηκε η Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος που συντάχθηκε δύο ημέρες μετά τις εκλογές και μια ημέρα πριν την ορκωμοσία της νεοεκλεγείσας κυβέρνησης. Από την Έκθεση αυτή, που δεν δόθηκε τότε στο νέο Υπουργό των Οικονομικών, διαπιστώνουμε περίτρανα ότι οι υπηρεσίες της Τράπεζας, στις 6 Οκτωβρίου 2009, είχαν καταλήξει στα εξής συμπεράσματα:

  1. «η δημοσιονομική θέση της χώρας δεν είναι διατηρήσιμη»
  2. «οι αποφάσεις όμως που έχουν ληφθεί από τη αρχή του έτους έως σήμερα σχετικά με τις δαπάνες, όχι μόνο δεν συνάδουν με οποιαδήποτε προσπάθεια συγκράτησης των δαπανών αλλά κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση»
  3. «τα στοιχεία τα οποία γνωστοποιήθηκαν στις 30 Σεπτεμβρίου 2009 στη Eurostat για το έλλειμμα και το χρέος (5,9% του ΑΕΠ και 105,5% του ΑΕΠ αντίστοιχα) είναι εκτός πραγματικότητας».

Η έκθεση αυτή σε συνδυασμό με τα όσα υποστήριζαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τότε αλλά και αργότερα, απλά επιβεβαιώνει ότι εκείνες τις κρίσιμες στιγμές δεν υπήρξε συναντίληψη για την φύση του προβλήματος, ούτε για το μέγεθος της κρίσης, ούτε για το τι έπρεπε να γίνει. Γι’ αυτό από τότε, κανένα από τα κόμματα αυτά, ούτε η ΝΔ ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ τοποθετήθηκαν επί της ουσίας του προβλήματος:

α) ποιες ήταν αυτές οι άλλες πολιτικές που θα επέτρεπαν τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος από το 15,3% του ΑΕΠ του 2009 στο 3% μόλις σε μια πενταετία;

β) πώς το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα μειώνονταν από το 11,5% το 2009 στο 2-3% του ΑΕΠ, χωρίς η χώρα να διαθέτει εθνικό νόμισμα για να το υποτιμήσει και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των εξαγόμενων προϊόντων της;

Έκτοτε, ένα μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης αφορούσε το ποιο ήταν το πραγματικό έλλειμμα του 2009 και αν αυτό ήταν που μας οδήγησε στην υπαγωγή στα μνημόνια. Παραβλέποντας ότι, άλλες τρεις χώρες (Ιρλανδία, Πορτογαλία και Κύπρος) χωρίς αντίστοιχες πολιτικές διχογνωμίες για το ύψος του ελλείμματος, υποχρεώθηκαν, αν και με χαμηλότερα ελλείμματα από αυτό της Ελλάδος, να υπαχθούν σε καθεστώς μνημονίων.

Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και τις τρεις αυτές χώρες είναι ότι εκεί δεν χτίστηκαν πολιτικές καριέρες με βάση θεωρίες συνομωσίας. Ούτε επεδίωξαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης να κερδοσκοπήσουν μικροπολιτικά σε βάρος των συμφερόντων της χώρας και των πολιτών. Στις τρεις αυτές χώρες κυβέρνηση και αντιπολίτευση συναίνεσαν. Εφάρμοσαν τις πολιτικές που τους επέτρεψαν διορθώσουν τις οικονομικές ανισορροπίες τους, αποκατέστησαν την αξιοπιστία τους και απέκτησαν ξανά πρόσβαση στις αγορές με ένα μόνο μνημόνιο.

Αντίθετα, στην Ελλάδα από το 2010 μέχρι σήμερα έχουν υπογραφεί τρία μνημόνια. Αυτό συνέβη γιατί το 2010 η αξιωματική αντιπολίτευση της ΝΔ με τα «Ζάππεια» υποσχέθηκε στους πολίτες εύκολο δρόμο, χωρίς οικονομικό και κοινωνικό κόστος, που θα οδηγούσε σε μηδενισμό του ελλείμματος σε ενάμιση χρόνο. Την αντιμνημονιακή θέση της ΝΔ ότι κάθε μέρα θα σχίζει μία-μία τις σελίδες των μνημονίων επανέλαβε αργότερα ο ΣΥΡΙΖΑ όταν βρέθηκε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ διακήρυττε ότι τα μνημόνια θα τα καταργήσει με ένα άρθρο.

Όλα αυτά τα χρόνια ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ κατήγγειλαν τη λιτότητα αλλά αποσιώπησαν σκόπιμα ότι η αυξητική πορεία των δημοσιονομικών ελλειμμάτων της περιόδου 2007-2009 οδήγησε τελικά σε βαθιά ύφεση και όχι σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Σε αντίθεση δηλαδή με τα όσα προβλέπει η οικονομική θεωρία. Η έλλειψη πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης επί ενός εθνικού σχεδίου εξόδου από την κρίση, είχε ως αποτέλεσμα η Χώρα να παραμείνει σε ύφεση για περίπου μια δεκαετία, να χάσει το 25% του ΑΕΠ, και η ανεργία να φτάσει στο 27%.

Σήμερα, οκτώ χρόνια μετά το πρώτο μνημόνιο είμαστε αντιμέτωποι με το ερώτημα ποια θα πρέπει να είναι η πορεία της Χώρας μετά το πέρας του τρίτου μνημονίου; Για να γίνει η συζήτηση αυτή πρέπει να συμφωνήσουμε σε δυο πράγματα: α) Στα αίτια της κρίσης και β) στο ότι η κρίση έφερε τα μνημόνια. Επομένως η έξοδος από τα μνημόνια δεν μας οδηγεί κατ’ ανάγκη σε ασφαλή και οριστική έξοδο από την κρίση.

Η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει:

1) Την ανακοίνωση και υλοποίηση των μέτρων ελάφρυνσης χρέους το καλοκαίρι του 2018 ώστε να μειωθεί ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα από 3,5% στο 2% περίπου του ΑΕΠ.

2) Ένα Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων που θα επιταχύνει την αλλαγή του παραγωγικού προτύπου.

3) Ένα Εθνικό Πρόγραμμα Επενδύσεων της τάξης των 100 δις, που θα προσελκύσει ιδιωτικά κυρίως κεφάλαια, για την επόμενη τετραετία για να αναπληρωθεί ο καταστραμμένος παραγωγικός ιστός.

4) Την διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής για το ιδιωτικό χρέος. Με ένα νέο οδικό χάρτη για την άμεση αντιμετώπισης του προβλήματος των κόκκινων δανείων ώστε οι τράπεζες να μπορούν να επιτελέσουν τον αναπτυξιακό τους ρόλο.

5) Ένα σχέδιο για την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

Αν τα πολιτικά κόμματα της χώρας καταφέρουν να συμφωνήσουν σε αυτά τότε, παρά τα λάθη πριν και μετά την εκδήλωση της κρίσης, θα καταφέρουν να ανακτήσουν ένα μεγάλο μέρος από τη χαμένη αξιοπιστία τους στη συνείδηση των πολιτών. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι θα καταφέρουν να βγει η Χώρα από την κρίση οριστικά και με ασφάλεια.

Δημοσιεύτηκε στη Νέα Σελίδα στις 30 Δεκεμβρίου 2017 στο ένθετο Ιδεογράμματα

Η Ελλάδα, έπειτα από μια χαμένη δεκαετία, το 2017 θα έχει θετικό ρυθμό ανάπτυξης περίπου στο 1,3%, πολύ χαμηλότερα από την αρχική πρόβλεψη για 2,7%. Η χαμηλότερη επίδοση, όπως και η ύφεση το 2015 και το 2016 υπήρξαν το συνδυαστικό αποτέλεσμα των capital controls αλλά και της υπέρμετρης λιτότητας που συνειδητά επέλεξε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Τον Σεπτέμβριο του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ ζήτησε εντολή από τους Ελληνες πολίτες προκειμένου η χώρα με το τρίτο μνημόνιο να ακολουθήσει ηπιότερη δημοσιονομική προσαρμογή σε σχέση με αυτή που προέβλεπε το δεύτερο. Την τριετία 2016-2018 η υπέρβαση του ετήσιου στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα ισοδυναμεί με αφαίμαξη από την οικονομία πόρων ύψους 7,5 δισ. ευρώ. Αυτό έχει ως συνέπεια σημαντικές απώλειες σε όρους ΑΕΠ, θέσεων εργασίας και εισοδημάτων με αποκλειστική ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ και όχι των θεσμικών δανειστών.

Το εύλογο, λοιπόν, ερώτημα που ανακύπτει είναι αν η ελληνική οικονομία μπορεί μεσοπρόθεσμα να επιτύχει σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης ώστε να αναπληρώσει το ΑΕΠ που χάθηκε στην κρίση. Το ερώτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η κυβέρνηση έθεσε ως προτεραιότητα μετά τον Αύγουστο του 2018 οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας να καλύπτονται από τις αγορές. Τα επιτόκια της αγοράς θα είναι πολύ υψηλότερα από των θεσμικών δανειστών και η αύξηση του κόστους δανεισμού θα μειώσει επιπρόσθετα τον δημοσιονομικό χώρο. Ειδικά αν συνυπολογίσουμε τις αρνητικές για την ανάπτυξη συνέπειες από την περικοπή των συντάξεων και τη μείωση του αφορολογήτου που έχει συμφωνήσει η κυβέρνηση για το 2019 και 2020. Ολα αυτά σε μια περίοδο που η διεθνής συγκυρία μπορεί να μην παραμείνει ευνοϊκή, καθώς η πολιτική των αρνητικών επιτοκίων αναμένεται ότι θα αναστραφεί.

Έτσι, η αναπτυξιακή πορεία της χώρας θα κριθεί κυρίως στο μέτωπο των ιδιωτικών επενδύσεων. Αυτές θα πρέπει να αυξηθούν ώστε να υπερβαίνουν τις αποσβέσεις και να καλυφθεί το παραγωγικό κενό που προκαλεί η αποεπένδυση από το 2009. Οι επενδύσεις θα πρέπει, επιπρόσθετα, να κατευθυνθούν στο εξωστρεφές τμήμα της οικονομίας ώστε να συνεισφέρουν στην αναδιάρθρωσή της και να υποβοηθήσουν την αναπτυξιακή πορεία μέσω της ενίσχυσης των καθαρών εξαγωγών.

Η κυβέρνηση το ζήτημα των ιδιωτικών επενδύσεων το έχει αντιμετωπίσει μέχρι σήμερα με ιδεοληπτικό τρόπο. Γι’ αυτό πολλές από αυτές δεν έχουν ξεκινήσει ή δεν προχωρούν. Αντίθετα, ανησυχητικές διαστάσεις παίρνει το φαινόμενο μεγάλων επιχειρήσεων που αποχωρούν από τη χώρα.

Κρίσιμος παράγοντας είναι και η στάση που θα τηρήσει η κυβέρνηση έναντι του προγράμματος μεταρρυθμίσεων. Αν επιλέξει να το αναστείλει, αυτό θα επηρεάσει αρνητικά την αξιοπιστία της χώρας και τη στάση των αγορών, στις οποίες θα προσφεύγει μετά τον Αύγουστο του 2018. Οι αγορές θα επιβάλουν στη χώρα τη δική τους πειθαρχία σε κάθε δημοσιονομική ή μεταρρυθμιστική παρασπονδία, πέρα από λογικές πολιτικών διαπραγματεύσεων. Η ακύρωση των μεταρρυθμίσεων ίσως δώσει στους Ευρωπαίους αφορμή να αναστείλουν την ελάφρυνση του χρέους.

Τέλος, καθοριστικό παραμένει το ζήτημα της εξυγίανσης του χαρτοφυλακίου των τραπεζών. Οι επιλογές της κυβέρνησης την τελευταία τριετία συνέβαλαν στην περαιτέρω αύξηση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και στην ακύρωση του αναπτυξιακού ρόλου των τραπεζών. Οσο, λοιπόν, η κυβέρνηση δεν αναλαμβάνει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες ώστε να πετύχουν οι τράπεζες τους στόχους για μείωση των κόκκινων δανείων, η ελληνική οικονομία θα χάνει τις όποιες αναπτυξιακές ευκαιρίες υπάρχουν.

Για να ενεργοποιηθούν οι αδρανοποιημένες αλλά υγιείς παραγωγικές δυνάμεις της χώρας απαιτείται μετά τις εκλογές να υπάρξει εθνική συνεννόηση. Με ένα εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων στην οικονομία, στους θεσμούς και στο Σύνταγμα, πέρα από τις ιδεολογικές αγκυλώσεις της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ, που θα καταπολεμήσει αποτελεσματικά το πελατειακό κράτος και τις παθογένειες που μας οδήγησαν στην κρίση. Ετσι μόνο θα εξασφαλίσουμε μεσοπρόθεσμη τάση ανάπτυξης που να υπερβαίνει το 2%, προϋπόθεση για οριστική και ασφαλή έξοδο από την κρίση.

Άρθρο στην εφημερίδα «Finance & Markets VOICE» Δημοσιεύθηκε την Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017

Η μεγάλη προσέλευση των πολιτών, τόσο την πρώτη όσο και τη δεύτερη Κυριακή, στην εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη Προέδρου της Δημοκρατικής Παράταξης, στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα στη ΝΔ και τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ., στο εσωτερικό της παράταξης, αλλά και στη νικήτρια των εκλογών, Φώφη Γεννηματά.

Η συμμετοχή 210 χιλιάδων δείχνει ότι, παρά τη συστηματική προσπάθεια απαξίωσης της πολιτικής, οι πολίτες εξακολουθούν να εναποθέτουν σε αυτήν  τις ελπίδες για την οριστική έξοδο της χώρας από την κρίση και την επίλυση των προβλημάτων τους.

Ταυτόχρονα, υπερασπίστηκαν – χωρίς ιδιοτέλεια, αφού η παράταξη δεν είναι στην εξουσία – την μεγάλη συνεισφορά της παράταξης στην μεταπολιτευτική πορεία της χώρας, την ώρα που ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. επιχειρούν την απαξίωση της. Οι πολίτες απαιτούν από την παράταξη αυτόνομη πορεία και την εκ νέου ανάδειξη της ως την ισχυρή προοδευτική παράταξη που θα αντιπαρατίθεται στην Ν.Δ.

Η νικήτρια των εκλογών Φώφη Γεννηματά, στο δίλημμα, εξωστρέφεια, άνοιγμα του κόμματος στην κοινωνία, ενεργοποίηση των διαδικασιών για την εκλογή αρχηγού από τη βάση ή εσωστρέφεια και διατήρηση του ελέγχου σε ένα μικρό, αλλά ελεγχόμενο κόμμα, επέλεξε το πρώτο. Έτσι, με την εξωστρέφεια  οφείλει να συνεχίσει γιατί είναι ο μόνος τρόπος να ανακτήσει η παράταξη τη θέση που κατείχε.

Την πρότασή της εμπλούτισαν με τη συμμετοχή τους στη διαδικασία εννέα υποψήφιοι, που προσέδωσαν αξιοπιστία στο εγχείρημα και συνέβαλαν με την παρουσία τους στην μαζική συμμετοχή των πολιτών.

Η εκλεγμένη Πρόεδρος, στην πορεία προς το ιδρυτικό συνέδριο, οφείλει να εμμείνει στην εξωστρέφεια και να αξιοποιήσει όλους όσοι συμμετείχαν σε αυτή τη διαδικασία. Έτσι, οι πολίτες θα νοιώσουν ότι όλοι -και χωρίς αποκλεισμούς- έχουν το δικαίωμα να συνδιαμορφώσουν τις πολιτικές προτάσεις της παράταξης.

Τα κόμματα και οι υποψήφιοι οφείλουν να σεβαστούν την επιθυμία των πολιτών για ενότητα και ενιαία στάση, τόσο εντός της Βουλής όσο και εκτός. Έτσι μόνο, θα εξασφαλιστούν οι προϋποθέσεις για την επίτευξη του εκλογικού στόχου στις επόμενες εθνικές εκλογές.

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 19/11/2017

Καθώς διανύουμε τη δεύτερη φάση της παγκοσμιοποίησης, προξενεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι, όπως και στην πρώτη φάση της, η δημοκρατία στην Ευρώπη είναι υπό αμφισβήτηση. Η εξέλιξη αυτή έρχεται ως επακόλουθο της ανατροπής της μεταπολεμικής πολιτικής ισορροπίας, που στηρίχτηκε στην εναλλαγή στην εξουσία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων με τα συντηρητικά. Μετά την πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση, τα σοσιαλιστικά κόμματα στην Ευρώπη χάνουν συνεχώς δυνάμεις. Κερδισμένα βγαίνουν λαϊκιστικά κόμματα κυρίως της άκρας Δεξιάς, τα οποία προσελκύουν πρώην ψηφοφόρους των σοσιαλιστών που νιώθουν αποκλεισμένοι εξαιτίας της πρόσφατης κρίσης και της παγκοσμιοποίησης.

Οι λαϊκιστές βρίσκουν ευήκοα ώτα προωθώντας ως λύση στα σύνθετα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα τον πολιτικό και οικονομικό εθνικισμό και την ξενοφοβία. Μεταξύ των νέων πολιτών αρχίζουν να κερδίζουν έδαφος αυταρχικές απόψεις και μια απαξίωση της πολιτικής και της δημοκρατίας. Η εξέλιξη αυτή ακυρώνει την άποψη ότι σε χώρες με υψηλό επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης και μακροχρόνια κοινοβουλευτική παράδοση η δημοκρατία δεν κινδυνεύει.

Σύμφωνα με την πολιτική επιστήμονα Sheri Berman, η μεγαλύτερη συνεισφορά της Σοσιαλδημοκρατίας μετά τον πόλεμο ήταν ότι διασφάλισε τη συνύπαρξη καπιταλισμού και δημοκρατίας («Το πρωτείο της πολιτικής», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Δεν αποτελεί, λοιπόν, σύμπτωση το γεγονός ότι η αποδυνάμωσή της συμπίπτει με την αμφισβήτηση της δημοκρατίας.

Όπως έδειξε η εμπειρία, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν ήταν προετοιμασμένα με προτάσεις πολιτικής για την αντιμετώπιση των συνεπειών της παγκοσμιοποίησης ή μιας μεγάλης κρίσης. Η ανασύνταξή τους προϋποθέτει προγραμματική ανανέωση ώστε να συγκροτήσουν μια νέα κοινωνική συμμαχία, που θα εκφράσει και τις αγωνίες των χαμένων της κρίσης και της παγκοσμιοποίησης. Η αντιμετώπιση της ανεργίας και η καταπολέμηση των ανισοτήτων, που ενισχύθηκαν την τελευταία δεκαετία, πρέπει να γίνουν σημείο αιχμής των προγραμματικών τους προτάσεων.

Η δημιουργία θέσεων εργασίας προϋποθέτει νέες επενδύσεις και είσοδο νέων επιχειρήσεων. Τα σοσιαλιστικά κόμματα στο παρελθόν έδιναν έμφαση στην προστασία των θέσεων απασχόλησης. Έτσι όμως εμπόδιζαν το κλείσιμο μη ανταγωνιστικών επιχειρήσεων που λειτουργούσαν σε βάρος υγιών επιχειρήσεων και εμπόδιζαν την είσοδο νέων επιχειρήσεων.

Σήμερα τα σοσιαλιστικά κόμματα πρέπει να δώσουν έμφαση στην προστασία των εργαζομένων και όχι των θέσεων εργασίας. Η σχετική εμπειρία από τη Σουηδία είναι πολύ χρήσιμη. Εκεί τα συνδικάτα μαζί με τις επιχειρήσεις έχουν προχωρήσει σε συμφωνίες ώστε οι εργαζόμενοι όταν απολύονται να έχουν τη στήριξη των επιχειρήσεων του κλάδου. Η πρόβλεψη αυτή βοηθά ώστε να επανενταχθούν το συντομότερο δυνατό στην αγορά εργασίας. Αυτό αυξάνει την ευελιξία και μειώνει τους κινδύνους και το κόστος που συνεπάγεται για τον εργαζόμενο η απώλεια της θέσης εργασίας.

Στα χρόνια μετά την κρίση οι ανισότητες σε χώρες της Ευρώπης συνέχισαν να διογκώνονται, κυρίως γιατί μεγάλα τμήματα του πληθυσμού βρέθηκαν χωρίς δουλειά ή γιατί οι μισθοί δεν ήταν ικανοποιητικοί. Αντίθετα, ισχυρές επιχειρήσεις με τεράστια κέρδη αλλά και πολίτες με υψηλά εισοδήματα αξιοποιούν κάθε δυνατότητα, νόμιμη ή μη, για να αποφύγουν τη φορολόγηση. Έτσι, το κράτος στερείται φορολογικών εσόδων για τη χρηματοδότηση της κοινωνικής πολιτικής και τη στήριξη αυτών που έχασαν από την κρίση και την παγκοσμιοποίηση.

Για τα σοσιαλιστικά κόμματα δεν υπάρχει άλλη επιλογή από το να προχωρήσουν με αποφασιστικό τρόπο σε πρωτοβουλίες σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο για την αντιμετώπιση του τεράστιου προβλήματος που δημιουργούν οι φορολογικοί παράδεισοι, η φοροδιαφυγή αλλά και ο αθέμιτος φορολογικός ανταγωνισμός από χώρες με χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές.

Η υποτίμηση των κινδύνων που απειλούν τη δημοκρατία στην Ευρώπη είναι τεράστιο λάθος. Μόνη ελπίδα, η ανάκαμψη της Σοσιαλδημοκρατίας ώστε να εκφράσει, πέρα από τα μεσαία στρώματα, και τους χαμένους της παγκοσμιοποίησης.

Η πρόκληση για τα σοσιαλιστικά κόμματα στην Ευρώπη είναι μεγάλη, όπως και οι ευθύνες των ηγεσιών τους για την προγραμματική τους ανανέωση, που θα οδηγήσει στην ανάκαμψή τους.

Άρθρο στην «ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ» Δημοσιεύθηκε την Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

Με την ολοκλήρωση του Τρίτου Μνημονίου τον Αύγουστο του 2018, η Ελλάδα θα είναι η τελευταία χώρα της ευρωζώνης, από τις τέσσερις που προσέφυγαν σε αναγκαστικό δανεισμό, που θα αποκτήσει πρόσβαση στις αγορές. Έτσι, έχει ξεκινήσει η συζήτηση για το μεταπρογραμματικό πλαίσιο εποπτείας της ελληνικής οικονομίας.

Η κυβέρνηση έχει διακηρύξει ότι στοχεύει στην «καθαρή έξοδο». Έτσι, στις επόμενες εκλογές, ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, θα μπορούν να ισχυριστούν ότι οδήγησαν την χώρα έξω από την εποπτεία των μνημονίων, χωρίς τις δεσμεύσεις που θα συνεπάγονταν η έξοδος μέσω προσφυγής σε κάποια προληπτική γραμμή πίστωσης.

Η «καθαρή έξοδος» μπορεί να διασφαλίζει πολιτικά οφέλη αλλά ενέχει τον κίνδυνο να μην είναι ασφαλής και οριστική. Η Ελλάδα έπειτα από μια επταετία προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής  αντιμετώπισε το μεγάλο πρόβλημα των δίδυμων ελλειμμάτων που την οδήγησαν στον αναγκαστικό δανεισμό το 2010. Δεν ολοκλήρωσε όμως την αναδιάρθρωση του ελληνικού παραγωγικού προτύπου ώστε να ενισχυθεί ο τομέας των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Ο κίνδυνος λοιπόν που προδιαγράφεται για τη Ελλάδα είναι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μετά την εξασφάλιση μιας «καθαρής εξόδου» να αναστείλει ή να ανατρέψει μεγάλο μέρος των διαρθρωτικών αλλαγών που πραγματοποιήθηκαν. Αυτό θα αποτρέψει την προσέλκυση αναγκαίων επενδύσεων για την αναδιάρθρωση της οικονομίας.

Οι μελλοντικές ελληνικές κυβερνήσεις δεσμεύονται από τη συμφωνία της παρούσας κυβέρνησης για επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022. Για τη συνέχεια η Ελλάδα θα δεσμεύεται από το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό θεσμικό πλαίσιο μέχρι να αποπληρώσει το 75% των υποχρεώσεών της.

Με το μεγαλύτερο μέρος του χρέους της Ελλάδας να βρίσκεται στα χέρια των θεσμικών δανειστών η χώρα θα πρέπει να εξασφαλίσει ένα αξιόπιστο μεταπρογραμματικό πλαίσιο. Έτσι, θα δανείζεται από τις αγορές με επιτόκια που θα διασφαλίζουν την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Εξίσου αναγκαίο είναι να ανακοινωθούν τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, τα οποία θα συνοδεύονται από δεσμεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης.

Επομένως, η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να ολοκληρώσει με επιτυχία την τρίτη αξιολόγηση καθώς και την καταληκτική αξιολόγηση, και να προσφύγει μερικές φορές ακόμη στις αγορές πριν από τον Αύγουστο του 2018 για να δημιουργήσει απόθεμα ρευστότητας. Παρά τις δυσκολίες επίτευξης του δημοσιονομικού στόχου για το 2018 και την δυσκολία  λήψης απόφασης για την ελάφρυνση του χρέους, ιδιαίτερα μετά το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών, φαίνεται ότι όλες οι πλευρές επιθυμούν την έξοδο της Ελλάδας από τα προγράμματα και αυτό θα διευκολύνει τη λήψη των σχετικών αποφάσεων.

Η ΕΚΤ από την πλευρά της επιτάχυνε την πραγματοποίηση των τεστ αντοχής των ελληνικών τραπεζών ώστε αν διαπιστωθεί οποιαδήποτε ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης αυτή να καταγραφεί πριν από το κλείσιμο του τρίτου μνημονίου.

Ένα άλλος κίνδυνος που μπορεί να επηρεάσει το κόστος δανεισμού της Ελλάδας είναι η στάση του ΔΝΤ, το οποίο έχει εγκρίνει ένα «υπό προϋποθέσεις» πρόγραμμα για την Ελλάδα. Βασική προϋπόθεση για την εκταμίευση χρημάτων από το ΔΝΤ είναι η ελάφρυνση χρέους. Οι Ευρωπαίοι όμως δύσκολα θα προχωρήσουν σε σχετική απόφαση πριν το τέλος του Τρίτου Μνημονίου. Έτσι, υπάρχει μια πιθανότητα το ΔΝΤ να αποφασίσει να αποσυρθεί από το πρόγραμμα πριν τον Αύγουστο του 2018. Το πιο πιθανό όμως είναι ότι θα παραμείνει ως σύμβουλος χωρίς να εκταμιεύσει χρήματα για τη Ελλάδα.

Η επιδίωξη για «καθαρή έξοδο» συνδέεται και με άλλους δύο κινδύνους. Ο πρώτος σχετίζεται με την πιθανότητα να μην μπορεί η Ελλάδα να επωφεληθεί από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης εξαιτίας της κακής πιστοληπτικής αξιολόγησης των ελληνικών ομολόγων. Τέλος, για τον ίδιο λόγο, οι ελληνικές τράπεζες μπορεί να χάσουν τη δυνατότητα συμμετοχής σε πράξεις νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, κάτι που θα οδηγήσει σε αύξηση του κόστους δανεισμού τους.

Σε λιγότερο από ένα χρόνο η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις με τους θεσμικούς δανειστές για το μεταπρογραμματικό πλαίσιο εποπτείας της Ελλάδας. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ θα αποδεχτεί οποιαδήποτε συμφωνία, αρκεί αυτή να μην είναι «πρόγραμμα» ή «προληπτική γραμμή πίστωσης» με όρους, με την επιδίωξη να αξιοποιήσει τους όποιους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής αναστέλλοντας το πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Αυτό όμως θα επηρεάσει αρνητικά το κόστος δανεισμού, ιδιαίτερα καθώς θα βαδίζουμε προς τις εκλογές. Θα επηρεάσει όμως αρνητικά τις μεσοπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, θα εμποδίσει τη δημιουργία νέων ποιοτικών θέσεων εργασίας, θα στερήσει πόρους για τη στήριξη όσων χτυπήθηκαν από την κρίση.

Ο πιο σημαντικός λοιπόν κίνδυνος από μια «καθαρή έξοδο» είναι να υπονομευτεί η ασφαλής έξοδος στις αγορές και η Ελλάδα σε μια νέα κρίση να είναι ξανά ο αδύναμος κρίκος της ευρωζώνης. Για να αποφευχθεί αυτό είναι αναγκαία η σύνταξη ενός εθνικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων, το οποίο όλα τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα μετά τις εκλογές θα δεσμευτούν ότι θα το εφαρμόσουν.

Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στο FORUM του ενθέτου ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 15/10/2017

Μετά τις γερμανικές εκλογές, ένα προφανές συμπέρασμα είναι ότι το 2017 υπήρξε το «annus horribilis» για την ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία. Το SPD κατέγραψε τη χειρότερη εκλογική επίδοση μετά τον πόλεμο. Το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα συντρίφθηκε, καταγράφοντας 9,5%. Το νορβηγικό Εργατικό Κόμμα είχε τη δεύτερη χειρότερη επίδοσή του στην 93χρονη πορεία του, αποσπώντας 27%. Το ολλανδικό Εργατικό Κόμμα είναι πλέον το μικρότερο της ολλανδικής Βουλής. Εξαίρεση σε αυτή την πτωτική πορεία των Σοσιαλιστών ήταν το βρετανικό Εργατικό Κόμμα.

Τα συμπεράσματα από την πορεία των ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων είναι χρήσιμα στη συζήτηση για το ιδεολογικό στίγμα, τις δυνητικές συμμαχίες και τις προγραμματικές προτάσεις που καλείται να υιοθετήσει η Δημοκρατική Συμπαράταξη. Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι οι κυβερνητικές συνεργασίες των σοσιαλιστών με τον ιστορικό τους αντίπαλο, δηλαδή τα δεξιά κόμματα, κοστίζουν εκλογικά, όπως φάνηκε στη Γερμανία και την Ολλανδία, όπου το SPD και το Εργατικό Κόμμα έχασαν σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων τους. Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η μείωση των εγγεγραμμένων μελών και η απαξίωση της θεσμικής λειτουργίας των κομμάτων (SPD, γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα) οδήγησαν στη μείωση της εκλογικής τους επιρροής, εξαιτίας της αποκοπής από την εκλογική τους βάση. Όταν οι πολίτες νιώθουν ότι δεν τους ρωτούν, ότι δεν τους λαμβάνουν υπόψη, τότε γυρίζουν την πλάτη στο κόμμα τους, στην πολιτική, αδιαφορούν. Το βρετανικό Εργατικό Κόμμα αύξησε τον αριθμό των μελών του και τη συμμετοχή τους στη λειτουργία του κόμματος και αύξησε τις δυνάμεις του.

Τέλος, η πτωτική πορεία των σοσιαλιστικών κομμάτων δεν σχετίζεται με τα μνημόνια. Από τις χώρες στις οποίες έγιναν εκλογές το 2017, καμία δεν είχε την εμπειρία των μνημονίων. Αντίθετα, στην Πορτογαλία οι σοσιαλιστές στις εκλογές του 2016 συγκράτησαν τις δυνάμεις τους.

Τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα χάνουν έδαφος γιατί δεν εμπλούτισαν τις θέσεις τους με προτάσεις για αύξηση της απασχόλησης, μείωση των ανισοτήτων, στήριξη του κοινωνικού κράτους, για τις αλλαγές που φέρνουν στην εργασία οι τεχνολογικές εξελίξεις. Δεν ακολούθησαν πολιτικές που να στηρίζουν αυτούς που είναι οι μεγάλοι χαμένοι της παγκοσμιοποίησης.
Οι νέες θεωρητικές επεξεργασίες τους είναι μια παραλλαγή του κεϋνσιανισμού (βρετανικό Εργατικό Κόμμα) που δεν είναι χρήσιμη στις χώρες της Ευρωζώνης -ειδικά τις υπερχρεωμένες- ή γενικόλογες αναφορές για στροφή προς τα αριστερά (SPD Γερμανίας, Σοσιαλιστικό Κόμμα Γαλλίας).

Στην Ελλάδα πολλοί προτείνουν γενικόλογα τη στροφή στο προοδευτικό Κέντρο. Δεν αποσαφηνίζουν όμως πώς εντάσσεται αυτό στην ισχυρή -αλλά όχι μοναδική- σύγκρουση Αριστεράς – Δεξιάς. Ποια Ευρώπη επιθυμεί το προοδευτικό Κέντρο; Ποια η σχέση του με τον κόσμο της εργασίας; Ποιο νέο κοινωνικό συμβόλαιο προτείνει, που θα επιτρέψει στην ελληνική Κεντροαριστερά να εκφράσει τους χαμένους από την κρίση και την παγκοσμιοποίηση; Πώς θα ανακτήσει κυρίαρχο ρόλο στην πολιτική σκηνή για την εφαρμογή ενός προοδευτικού προγράμματος διαρθρωτικών αλλαγών που θα επιταχύνουν την έξοδο από την κρίση;

Η ελληνική Σοσιαλδημοκρατία καλείται να συνεισφέρει στον εμπλουτισμό των προγραμματικών προτάσεων της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, παρά να προσδοκά να υιοθετήσει αυτές που θα επεξεργαστούν μεγαλύτερα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα.

Σε ό,τι αφορά στις συμμαχίες, δεν μπορεί να επιλέξει τον δρόμο της συνεργασίας με τη ΝΔ ή τον ΣΥΡΙΖΑ στο όνομα εθνικών αναγκών. Η εθνικά υπεύθυνη στάση του ΠΑΣΟΚ από το 2009-2014 δεν επικροτήθηκε εκλογικά. Αντίθετα, οι πολίτες «επιβράβευσαν» τον λαϊκισμό, τη δημαγωγία και την πολιτική ανευθυνότητα της ΝΔ και των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Τέλος, η επίτευξη των εκλογικών στόχων της ΔΗΣΥ προϋποθέτει την αύξηση των εγγεγραμμένων μελών και την ενεργό συμμετοχή τους στις κομματικές διεργασίες. Οι πολίτες πρέπει να νιώσουν ότι συμμετέχουν στη διαμόρφωση της πολιτικής, ακόμη κι αν ζουν μακριά από τα κέντρα λήψης αποφάσεων. Σε μια περίοδο απαξίωσης των θεσμών, είναι αναγκαία η ενίσχυση της θεσμικής λειτουργίας της ΔΗΣΥ, γιατί έτσι μόνο θα αποκατασταθεί η αξιοπιστία της πολιτικής στη συνείδηση των πολιτών.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» Δημοσιεύθηκε την Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

Η​​ αποχώρηση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε από τη θέση του υπουργού Οικονομικών δίνει την αφορμή για μια αξιολόγηση του ρόλου του στην αντιμετώπιση της κρίσης της Ευρωζώνης. Ανέλαβε καθήκοντα προς τα τέλη του 2009, όταν η χρηματοοικονομική κρίση είχε περάσει από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη και την απειλούσε μέσω κερδοσκοπικών επιθέσεων στα ομόλογα των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου.

Τα spreads άρχισαν να κινούνται ανοδικά από τις αρχές του 2009, αλλά η παρέμβαση του τότε ΥΠΟΙΚ της Γερμανίας Πέερ Στάινμπρουκ οδήγησε στην αποκλιμάκωση των spreads. Οι αγορές αξιολόγησαν ως αξιόπιστη την παρέμβασή του και προσωρινά σταμάτησε η κερδοσκοπία, χωρίς να ανακοινωθεί οποιαδήποτε παρέμβαση ή κάποιο σχέδιο για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Mετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο κ. Σόιμπλε, και ενώ οι διαφορές αποδόσεων άρχισαν να κινούνται εκ νέου ανοδικά, δεν έδωσε αντίστοιχη διαβεβαίωση για στήριξη χωρών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες. O κ. Σόιμπλε έδωσε προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του «ηθικού κινδύνου», παρά στον κίνδυνο από τη διάχυση της κρίσης στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Το πόσο καθοριστική υπήρξε αυτή η διαφορά στάσης επισημάνθηκε έγκαιρα από τον αρθρογράφο των FT, W. Münchau, «Greece can expect no gifts from Europe», 20/11/2009.

Ο κ. Σόιμπλε, προτάσσοντας το ζήτημα του «ηθικού κινδύνου» αλλά και των πολιτικών εξελίξεων στη Γερμανία, εξαιτίας των εκλογών σε γερμανικά κρατίδια στις αρχές του 2010, προχώρησε σε πρωτοβουλία στήριξης της Ελλάδας τον Απρίλιο του 2010. Η επιλογή αυτή αύξησε την αβεβαιότητα σε τρομακτικό βαθμό και το κόστος αντιμετώπισης της κρίσης.

Η Ελλάδα είχε κάνει λάθη μετά την ένταξη στην ΟΝΕ και ιδιαίτερα μετά το 2007, παραγνωρίζοντας τη σημασία αντιμετώπισης των μεγάλων δίδυμων ελλειμμάτων, του μεγάλου χρέους και της προώθησης των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Δεν κατανόησε την αλλαγή στάσης των αγορών μετά το ξέσπασμα της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης το 2008. Αλλά το 2009-2010 ήταν πολύ αργά για να χρησιμοποιηθεί για παραδειγματισμό για λάθη του παρελθόντος.

Τελικά, η κρίση ξέφυγε από κάθε έλεγχο και μετά την Ελλάδα προσέφυγαν στον αναγκαστικό δανεισμό η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Κύπρος. Η εξέλιξη της κρίσης στην Ευρωζώνη μπορεί να ήταν διαφορετική αν ο κ. Σόιμπλε ακολουθούσε το παράδειγμα του κ. Στάινμπρουκ.

Όμως, το πιο βασικό λάθος του κ. Σόιμπλε ήταν η άποψή του ότι η Ελλάδα πρέπει να εκδιωχθεί έστω και προσωρινά από την Ευρωζώνη. Ανεξάρτητα αν το πίστευε ή αν χρησιμοποιούσε ως απειλή το Grexit για να συνετίσει την Ιταλία που είχε μεγάλο χρέος, στην πράξη υπονόμευσε την αξιοπιστία της Ευρωζώνης.

Οι συντάκτες της συνθήκης του Μάαστριχτ δεν έβαλαν ρήτρα εξόδου για να καταστήσουν σαφές ότι η ΟΝΕ είναι μη αναστρέψιμη. Εκτίμησαν ότι έτσι το εγχείρημα θα αποκτούσε πρόσθετη αξιοπιστία.

Η άποψη του κ. Σόιμπλε για αποχώρηση της Ελλάδας ανέτρεπε ένα βασικό θεμέλιο της ΟΝΕ. Διότι, αν αποχωρούσε η Ελλάδα, τότε οι αγορές θα αξιολογούσαν ότι στο μέλλον οποιαδήποτε χώρα αντιμετώπιζε πρόβλημα θα μπορούσε να αποχωρήσει είτε εθελοντικά είτε να εκδιωχθεί.

Έτσι, μετά τις εκλογές του Μαΐου του 2012, που οδήγησαν σε πολιτικό αδιέξοδο στην Ελλάδα, η συζήτηση για το Grexit κορυφώθηκε, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η Ευρωζώνη. Την κατάρρευση απέτρεψε ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, με τη δήλωση ότι «θα κάνω ό,τι χρειαστεί για να σώσω το ευρώ», η οποία θα μείνει σίγουρα στην ιστορία.

Τέλος, ο κ. Σόιμπλε ουδέποτε πρότεινε λύση για το πρόβλημα της ασύμμετρης προσαρμογής στην αντιμετώπιση των ελλειμμάτων-πλεονασμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών των χωρών της Ευρωζώνης. Στην πρόσφατη κρίση, το κόστος προσαρμογής το επωμίστηκαν οι χώρες με τα ελλείμματα και όχι οι χώρες με πλεονάσματα, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία. Η εμπειρία από νομισματικές ενώσεις του παρελθόντος δείχνει ότι, επειδή το κόστος το επωμίζονταν μόνο οι ελλειμματικές χώρες, οι ενώσεις αυτές δεν άντεξαν στον χρόνο.

Θετική υπήρξε η συνεισφορά του κ. Σόιμπλε στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, παρά τις αντιρρήσεις του προέδρου της ΕΚΤ κ. Τρισέ. Από συνομιλία μαζί του τον Σεπτέμβριο του 2011 κατάλαβα ότι είχε ήδη συνεννοηθεί με τον επερχόμενο πρόεδρο της ΕΚΤ ότι θα δεχόταν το ονομαστικό «κούρεμα» του ελληνικού χρέους τουλάχιστον κατά 50%.

Εξίσου θετική υπήρξε η στάση του στη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ένωσης. Δεν είναι ο μόνος που ευθύνεται για τη μη ολοκλήρωσή της. Είναι προφανές ότι το μέγεθος της κρίσης της Ευρωζώνης ήταν τεράστιο και δεν είχε ιστορικό προηγούμενο. Το ατελές θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της κρίσης. Η Ευρωζώνη δεν διαλύθηκε, όπως πολλοί έσπευσαν να προδικάσουν, και ο Σόιμπλε συνέβαλε σε αυτό, αλλά οι απόψεις και η στάση του συνέβαλαν στη διάχυση και αύξησαν το κόστος αντιμετώπισής της.