Αρθογραφία

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» Δημοσιεύθηκε την Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

Η​​ αποχώρηση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε από τη θέση του υπουργού Οικονομικών δίνει την αφορμή για μια αξιολόγηση του ρόλου του στην αντιμετώπιση της κρίσης της Ευρωζώνης. Ανέλαβε καθήκοντα προς τα τέλη του 2009, όταν η χρηματοοικονομική κρίση είχε περάσει από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη και την απειλούσε μέσω κερδοσκοπικών επιθέσεων στα ομόλογα των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου.

Τα spreads άρχισαν να κινούνται ανοδικά από τις αρχές του 2009, αλλά η παρέμβαση του τότε ΥΠΟΙΚ της Γερμανίας Πέερ Στάινμπρουκ οδήγησε στην αποκλιμάκωση των spreads. Οι αγορές αξιολόγησαν ως αξιόπιστη την παρέμβασή του και προσωρινά σταμάτησε η κερδοσκοπία, χωρίς να ανακοινωθεί οποιαδήποτε παρέμβαση ή κάποιο σχέδιο για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Mετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο κ. Σόιμπλε, και ενώ οι διαφορές αποδόσεων άρχισαν να κινούνται εκ νέου ανοδικά, δεν έδωσε αντίστοιχη διαβεβαίωση για στήριξη χωρών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες. O κ. Σόιμπλε έδωσε προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του «ηθικού κινδύνου», παρά στον κίνδυνο από τη διάχυση της κρίσης στις άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Το πόσο καθοριστική υπήρξε αυτή η διαφορά στάσης επισημάνθηκε έγκαιρα από τον αρθρογράφο των FT, W. Münchau, «Greece can expect no gifts from Europe», 20/11/2009.

Ο κ. Σόιμπλε, προτάσσοντας το ζήτημα του «ηθικού κινδύνου» αλλά και των πολιτικών εξελίξεων στη Γερμανία, εξαιτίας των εκλογών σε γερμανικά κρατίδια στις αρχές του 2010, προχώρησε σε πρωτοβουλία στήριξης της Ελλάδας τον Απρίλιο του 2010. Η επιλογή αυτή αύξησε την αβεβαιότητα σε τρομακτικό βαθμό και το κόστος αντιμετώπισης της κρίσης.

Η Ελλάδα είχε κάνει λάθη μετά την ένταξη στην ΟΝΕ και ιδιαίτερα μετά το 2007, παραγνωρίζοντας τη σημασία αντιμετώπισης των μεγάλων δίδυμων ελλειμμάτων, του μεγάλου χρέους και της προώθησης των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Δεν κατανόησε την αλλαγή στάσης των αγορών μετά το ξέσπασμα της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης το 2008. Αλλά το 2009-2010 ήταν πολύ αργά για να χρησιμοποιηθεί για παραδειγματισμό για λάθη του παρελθόντος.

Τελικά, η κρίση ξέφυγε από κάθε έλεγχο και μετά την Ελλάδα προσέφυγαν στον αναγκαστικό δανεισμό η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Κύπρος. Η εξέλιξη της κρίσης στην Ευρωζώνη μπορεί να ήταν διαφορετική αν ο κ. Σόιμπλε ακολουθούσε το παράδειγμα του κ. Στάινμπρουκ.

Όμως, το πιο βασικό λάθος του κ. Σόιμπλε ήταν η άποψή του ότι η Ελλάδα πρέπει να εκδιωχθεί έστω και προσωρινά από την Ευρωζώνη. Ανεξάρτητα αν το πίστευε ή αν χρησιμοποιούσε ως απειλή το Grexit για να συνετίσει την Ιταλία που είχε μεγάλο χρέος, στην πράξη υπονόμευσε την αξιοπιστία της Ευρωζώνης.

Οι συντάκτες της συνθήκης του Μάαστριχτ δεν έβαλαν ρήτρα εξόδου για να καταστήσουν σαφές ότι η ΟΝΕ είναι μη αναστρέψιμη. Εκτίμησαν ότι έτσι το εγχείρημα θα αποκτούσε πρόσθετη αξιοπιστία.

Η άποψη του κ. Σόιμπλε για αποχώρηση της Ελλάδας ανέτρεπε ένα βασικό θεμέλιο της ΟΝΕ. Διότι, αν αποχωρούσε η Ελλάδα, τότε οι αγορές θα αξιολογούσαν ότι στο μέλλον οποιαδήποτε χώρα αντιμετώπιζε πρόβλημα θα μπορούσε να αποχωρήσει είτε εθελοντικά είτε να εκδιωχθεί.

Έτσι, μετά τις εκλογές του Μαΐου του 2012, που οδήγησαν σε πολιτικό αδιέξοδο στην Ελλάδα, η συζήτηση για το Grexit κορυφώθηκε, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η Ευρωζώνη. Την κατάρρευση απέτρεψε ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, με τη δήλωση ότι «θα κάνω ό,τι χρειαστεί για να σώσω το ευρώ», η οποία θα μείνει σίγουρα στην ιστορία.

Τέλος, ο κ. Σόιμπλε ουδέποτε πρότεινε λύση για το πρόβλημα της ασύμμετρης προσαρμογής στην αντιμετώπιση των ελλειμμάτων-πλεονασμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών των χωρών της Ευρωζώνης. Στην πρόσφατη κρίση, το κόστος προσαρμογής το επωμίστηκαν οι χώρες με τα ελλείμματα και όχι οι χώρες με πλεονάσματα, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία. Η εμπειρία από νομισματικές ενώσεις του παρελθόντος δείχνει ότι, επειδή το κόστος το επωμίζονταν μόνο οι ελλειμματικές χώρες, οι ενώσεις αυτές δεν άντεξαν στον χρόνο.

Θετική υπήρξε η συνεισφορά του κ. Σόιμπλε στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, παρά τις αντιρρήσεις του προέδρου της ΕΚΤ κ. Τρισέ. Από συνομιλία μαζί του τον Σεπτέμβριο του 2011 κατάλαβα ότι είχε ήδη συνεννοηθεί με τον επερχόμενο πρόεδρο της ΕΚΤ ότι θα δεχόταν το ονομαστικό «κούρεμα» του ελληνικού χρέους τουλάχιστον κατά 50%.

Εξίσου θετική υπήρξε η στάση του στη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ένωσης. Δεν είναι ο μόνος που ευθύνεται για τη μη ολοκλήρωσή της. Είναι προφανές ότι το μέγεθος της κρίσης της Ευρωζώνης ήταν τεράστιο και δεν είχε ιστορικό προηγούμενο. Το ατελές θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της κρίσης. Η Ευρωζώνη δεν διαλύθηκε, όπως πολλοί έσπευσαν να προδικάσουν, και ο Σόιμπλε συνέβαλε σε αυτό, αλλά οι απόψεις και η στάση του συνέβαλαν στη διάχυση και αύξησαν το κόστος αντιμετώπισής της.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα “ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ” Δημοσιεύθηκε την Κυριακή 25 Ιουνίου 2017

Ένα από τα πολιτικά παράδοξα της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα είναι ότι η ήττα της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας που σηματοδοτήθηκε με τη διεθνή χρηματοοικονομική κρίση του 2008 και η παρατηρούμενη πρωτοφανής διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων δεν εξασφάλισαν πολιτικά οφέλη για τα σοσιαλιστικά κόμματα στην Ευρώπη τα οποία βρίσκονται σταθερά σε πτωτική πορεία. Η πτωτική πορεία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων εύλογα εγείρει το ερώτημα αν έχουν περιθώρια ανάκαμψης.

Η ανασύνταξή τους προϋποθέτει την αποκατάσταση της δυνατότητας τους να ανταποκριθούν αποτελεσματικά με επεξεργασμένες πολιτικές προτάσεις στις αγωνίες των ψηφοφόρων τους. Το κοινωνικό συμβόλαιο που προσέφεραν μετά τον πόλεμο για να εξισορροπήσουν τη σύγκρουση εργασίας και κεφαλαίου διασφάλισε την συνύπαρξη του καπιταλισμού με τη δημοκρατία και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων.

Αυτό που άλλαξε τις τελευταίες δεκαετίες ήταν ότι δεν ανταποκρίθηκαν στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης, ούτε κατανόησαν τις μεγάλες αλλαγές της μεταβιομηχανικής περιόδου στην οικονομία και την κοινωνία.

Η ενίσχυση του τριτογενή τομέα στις ευρωπαϊκές οικονομίες είχε ως αποτέλεσμα, την μείωση του ρόλου των συνδικάτων και κατ’ επέκταση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που αυτά στήριζαν. Τη ίδια περίοδο μειώθηκε και ο αριθμός των εργαζομένων στις βιομηχανίες ενώ αναδείχτηκαν νέα κοινωνικά στρώματα, μια νέα μεσαία τάξη πολύ καλά εκπαιδευμένη με ψηλές απολαβές. Με προτεραιότητες όμως αρκετά διαφορετικές από τον παραδοσιακό κόσμο της εργασίας στις βιομηχανίες.

Τα νέα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα σε συνδυασμό με τις μεγάλες προκλήσεις για τον κόσμο της εργασίας, αποτέλεσμα των τεχνολογικών εξελίξεων και της αυτοματοποίησης, καθιστούν αναγκαία την αναζήτηση μιας νέας ταυτότητας για την Σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη.

Για να μπορέσει να εκφράσει μια νέα συμμαχία μεταξύ των υγιών παραγωγικών δυνάμεων που παράγουν νέο πλούτο και αυτών που πλήττονται από την παγκοσμιοποίηση.

Για να το πετύχει δεν αρκεί να περιοριστεί στο όραμα ενός «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο». Σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης δεν αρκεί να προτείνεις υψηλότερη φορολογία και περισσότερες δημόσιες επενδύσεις. Πολλά από τα σύγχρονα προβλήματα (κλιματική αλλαγή, μεταναστευτικό, φοροαποφυγή μεγάλων επιχειρήσεων) έχουν παγκόσμια διάσταση την ώρα που η πολιτική εξακολουθεί να ασκείται εντός των εθνικών ορίων γεγονός που περιορίζει την αποτελεσματικότητα της.

Η λαϊκιστική δεξιά και αριστερά προτείνουν ως λύση τον απομονωτισμό, το κλείσιμο των συνόρων την εκδίωξη των μεταναστών. Η Σοσιαλδημοκρατία πρέπει να ξεφύγει από τη αναζήτηση προτάσεων σε εθνικό επίπεδο όπου είναι βέβαιο ότι θα ηττηθεί και θα χαθεί οριστικά και να παλέψει για μια λύση των προβλημάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο δύσκολο και αν είναι σήμερα αυτό.

Μόνο εκεί μπορεί να διασφαλίσει τον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων του καπιταλισμού. Με ένα ισχυρό ευρωπαϊκό προϋπολογισμό που θα καταστήσει εφικτή μια ευρωπαϊκή κεϋνσιανή πολιτική, με ευρωπαϊκά προγράμματα επενδύσεων και καταπολέμησης της ανεργίας, με ένα ευρωπαϊκό μηχανισμό προστασίας των ανέργων.

Για να τα πετύχει αυτά πρέπει να αποδεχτεί ξανά την ανάγκη «του πρωτείου της πολιτικής» και να εργαστεί για να συγκροτηθούν υπερεθνικά όργανα οικονομικής διακυβέρνησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο στη βάση κοινών αξιών.

Η πρόκληση σήμερα είναι να συγκροτήσει το νέο συμβιβασμό αυτή τη φορά ανάμεσα στο κράτος, την αγορά, τις μεγάλες υπερεθνικές εταιρίες και την κοινωνία των πολιτών. Μόνο αν ανταποκριθεί σε αυτή την πρόκληση η Σοσιαλδημοκρατία θα καταφέρει στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη θα ξαναγίνει δύναμη ηγεμονική στο χώρο της κεντροαριστεράς για να προωθήσει την βιώσιμη ανάπτυξη, την κοινωνική δικαιοσύνη και την κοινωνική πρόοδο σε συνθήκες πολιτικής ασφάλειας.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα “Αληθινές ΕΙΔΗΣΕΙΣ” Δημοσιεύθηκε την Τετάρτη 1η Μαρτίου 2017

Η έξοδος της χώρας από την κρίση μπορεί μετά τις εκλογές να απαιτήσει συγκρότηση κυβερνήσεων συνεργασίας. Για τις δυνάμεις της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας τίθεται το εύλογο ερώτημα των δυνητικών κυβερνήσεων συνεργασίας. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, είναι αναγκαίο, να προσδιοριστεί η ταυτότητα των δυνάμεων του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού στο πλαίσιο της ιστορικής διάκρισης Αριστερά-Δεξιά. Διάκριση που παραμένει σε ισχύ, αλλά με εμπλουτισμένο περιεχόμενο ειδικά ως προς τη στάση στα ζητήματα της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της παγκοσμιοποίησης.

Η Σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη είναι στην Αριστερά. Στην Ελλάδα αυτό αμφισβητείται από την κομμουνιστογενή Αριστερά. Επομένως, το ζητούμενο για αυτήν δεν είναι η στροφή στο Κέντρο, μακριά από αξιακές αναφορές και πολιτικές. Αλλά η ανανέωσή της με προτάσεις για βιώσιμη ανάπτυξη, καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων, στήριξη όσων χάνουν από την παγκοσμιοποίηση και αλλαγή πορείας στην Ε.Ε.

Η Ν.Δ. και με τη νέα ηγεσία της παραμένει πιστός υπηρέτης της πελατειακής πρακτικής που μας οδήγησε στο δημοσιονομικό εκτροχιασμό του 2009 και την κατάρρευση που έφερε τα μνημόνια. Ο ΣΥΡΙΖΑ συνεργάζεται με ένα ακροδεξιό λαϊκιστικό κόμμα και ως κυβέρνηση με τους ΑΝΕΛ αναπαράγει το πελατειακό κράτος με σκοπό τον έλεγχο του κράτους και τη νομή -αντί της αλλαγής- της εξουσίας.

Επομένως, δεν νοείται ότι στόχος των δυνάμεων του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού είναι να μετεξελιχθούν σε στρατηγικό εταίρο της Ν.Δ. Ούτε υπάρχουν προϋποθέσεις συνεργασίας με το ΣΥΡΙΖΑ, που με τις επιλογές του έδειξε ότι βρίσκεται μακριά από τον αξιακό πυρήνα των δυνάμεων της Σοσιαλδημοκρατίας.

Ο αυτοπροσδιορισμός των δυνάμεων του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού αποτελεί προϋπόθεση για την ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία του, στο χώρο που ανήκει ιστορικά.  Θα καταθέσουμε συγκεκριμένη πρόταση εξόδου από την κρίση για την Ελλάδα της επόμενης ημέρας, διεκδικώντας να γίνει πλειοψηφικό ρεύμα που θα καθορίσει τις πολιτικές εξελίξεις. Η έξοδος, όμως, από την κρίση καθιστά αναγκαία τη μετεκλογική συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής συνεννόησης.

Δημοσιευτηκε στην Ημερησία του Σαββάτου 11 Φεβρουαρίου 2017

Από το 2008 μέχρι σήμερα η ελληνική οικονομία συμπλήρωσε εννέα χρόνια σε ύφεση. Την περίοδο αυτή οι σωρευτικές απώλειες στο εθνικό εισόδημα ήταν πάνω από 25% του ΑΕΠ, καταστράφηκαν ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας και επιδεινώθηκαν όλοι οι κοινωνικοί δείκτες.

Η αύξηση του ΑΕΠ πριν από την κρίση ήταν το αποτέλεσμα της κατανάλωσης που χρηματοδοτήθηκε από τον ανεξέλεγκτο δημόσιο και ιδιωτικό δανεισμό. Ήταν αναπόφευκτο ότι τη στιγμή που θα έσκαγε η «φούσκα» του δανεισμού θα χανόταν ένα σημαντικό μέρος από αυτήν την αύξηση του ΑΕΠ. Μέρος του ΑΕΠ που χάθηκε και των θέσεων εργασίας που καταστράφηκαν, θα μπορούσε να είχε διασωθεί αν από το 2010 και μετά υπήρχαν ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις για τις αναγκαίες αλλαγές στην οικονομία, στη δημόσια διοίκηση, στη λειτουργία των θεσμών.

Συνοψίζω τις εκτιμήσεις μου για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας με τις παρακάτω τρεις επισημάνσεις.

Η Ελλάδα σήμερα έχει αντιμετωπίσει τα προβλήματα με τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Παραμένει όμως δέσμια του μεγάλου δημόσιου και ιδιωτικού χρέους. Η αποτελεσματική αντιμετώπισή τους και ιδιαίτερα των «κόκκινων» δανείων θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό τη μελλοντική πορεία της οικονομίας.

Η αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου έχει ξεκινήσει, αλλά γίνεται με αργούς ρυθμούς. Χρειάζονται να εισρεύσουν στην οικονομία πολλά κεφάλαια για επενδύσεις, άνω των 80 δισ. στην επόμενη τριετία, ώστε να αποκατασταθεί μέρος του παραγωγικού ιστού που καταστράφηκε στην κρίση. Για να έρθουν στην Ελλάδα τα κεφάλαια αυτά χρειάζεται σταθερό πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον.

Μετά την υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου η κυβέρνηση δείχνει να μην κατανοεί τις αρνητικές επιπτώσεις για τους πολίτες και την οικονομία από την παρατεταμένη αβεβαιότητα. Καθυστερεί συνεχώς την ολοκλήρωση των αξιολογήσεων, με αποτέλεσμα να μετατίθεται η συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και η έξοδος στις αγορές.

Έτσι, ανοίγει το ενδεχόμενο προσφυγής σε τέταρτο μνημόνιο, χωρίς να είναι δεδομένη η βούληση των δανειστών ως προς το θέμα αυτό. Αυτή η αβεβαιότητα επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση το ενδεχόμενο του Grexit -που ισοδυναμεί με Βενεζουελοποίηση της οικονομίας και εξαθλίωση των πλέον αδύναμων κοινωνικά στρωμάτων- απομακρύνει την προοπτική επιστροφής καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα.

Εξαιτίας της αβεβαιότητας οι δυνητικοί επενδυτές δεν επενδύουν και περιμένουν να δουν ποια θα είναι η κατάληξη των συνομιλιών. Αυτό δυσκολεύει την επανεκκίνηση της οικονομίας.

Για να βγει η χώρα από αυτόν τον φαύλο κύκλο και να ξεκινήσει μια πορεία βιώσιμης ανάπτυξης πρέπει η κυβέρνηση να προχωρήσει σε κλείσιμο της αξιολόγησης διασφαλίζοντας χαμηλότερο στόχο για τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Να προχωρήσει σε θεσμικές αλλαγές στη λειτουργία της δικαιοσύνης, του πολιτικού συστήματος, στο φορολογικό σύστημα, στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, στην παιδεία και στη δημόσια διοίκηση.

Έτσι η χώρα θα προσελκύσει επενδύσεις, θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας με ικανοποιητικές αμοιβές και θα βγουν από τη φτώχεια στρώματα που κτυπήθηκαν από την κρίση. Θα πολλαπλασιαστούν τα μεσαία κοινωνικά στρώματα.

Αυτή είναι η ιστορική υποχρέωση της κυβέρνησης έναντι των πολιτών και ιδιαίτερα της νεότερης γενιάς και καλείται να την αναλάβει εγκαταλείποντας τις ιδεοληψίες που εμποδίζουν την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Άρθρο του Φίλιππου Σαχινίδη στην ιστοσελίδα «Liberal» την Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016

Η παράταση της ύφεσης για ένατη χρονιά και η παρατεινόμενη αβεβαιότητα σχετικά με την αναπτυξιακή προοπτική της ελληνικής οικονομίας, τροφοδοτεί άλλη μια φορά τη συζήτηση αναφορικά με τα δυνητικά οφέλη που θα διαμορφώνονταν για την Ελλάδα αν επέλεγε να εγκαταλείψει το ευρώ.
Η άποψη αυτή πρωτοδιατυπώθηκε σχεδόν αμέσως μετά το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης το 2009. Έχει υποστηρικτές τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό, όπου την υπερασπίζονται κυρίως οικονομολόγοι αγγλοσαξονικής καταγωγής, όπως ο Krugman και ο Stiglitz, αλλά και μέλη κυβερνήσεων ευρωπαϊκών χωρών.
Σύμφωνα με την άποψη αυτή, το κύριο πρόβλημα της Ελλάδας είναι η μειωμένη ανταγωνιστικότητά της, αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, της ταχύτερης αύξησης του εργατικού κόστους στην Ελλάδα έναντι των εμπορικών της εταίρων από την επομένη της ένταξής της στην ΟΝΕ.
Βγαίνοντας από το ευρώ η χώρα θα αξιοποιήσει το εργαλείο της υποτίμησης για να ανακτήσει την χαμένη ανταγωνιστικότητα χωρίς να υποχρεωθεί να μειώσει μισθούς και τιμές, ελαχιστοποιώντας το πολιτικό κόστος της προσαρμογής. Έτσι θα προσελκύσει επενδύσεις, θα αυξήσει τις εξαγωγές της, με τελικό όφελος την επανεκκίνηση της οικονομίας και αύξηση της απασχόλησης.
Οι υποστηρικτές της άποψης αυτής δεν εξηγούν ποιες θα είναι οι επιπτώσεις για την οικονομία από την δυσβάστακτη επιβάρυνση που θα προκαλέσει η εξυπηρέτηση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, τα οποία θα παραμείνουν σε ευρώ, το οποίο θα ανατιμάται συνεχώς έναντι της δραχμής.
Προφανώς, άρρητα δέχονται ότι η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη θα έχει ως ανταποδοτικό όφελος την συνολική ή μερική διαγραφή του ελληνικού χρέους έναντι των θεσμών και των χωρών της ευρωζώνης.
Διότι αν αυτό δεν συμβεί, τότε τα θεωρητικά οφέλη από την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα θα εξουδετερωθούν πριν καν ενεργοποιηθούν, αφού η Ελλάδα δεν θα έχει πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίων εξαιτίας της χρεοκοπίας στην οποία θα οδηγηθεί, καθώς θα αδυνατεί να εξυπηρετήσει το χρέος της.
Σε κάθε περίπτωση, αυτή η λύση προφανώς δεν μπορεί να αφορά το ιδιωτικό χρέος. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν το δημόσιο χρέος κουρευτεί, οι ελληνικές επιχειρήσεις και οι ιδιώτες που έχουν δανειστεί από τις διεθνείς αγορές θα καταρρεύσουν – με εξαίρεση μερικές λίγες με κύριο όγκο δραστηριοτήτων, άρα και έσοδα, από το εξωτερικό – υπό το βάρος της αδυναμίας εξυπηρέτησης του χρέους τους σε ευρώ ή άλλα νομίσματα.
Ας υποθέσουμε λοιπόν προς στιγμήν -μεγάλη υπόθεση σε κάθε περίπτωση- ότι προσφέρεται εκ νέου η δυνατότητα στη χώρα να επιλέξει την εγκατάλειψη της ευρωζώνης έναντι σημαντικής διαγραφής χρέους.
Σε αυτή την περίπτωση η χώρα θα προχωρήσει σε υποτίμηση του νομίσματός της, προκειμένου να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα κόστους πέρα από την βελτίωση που έχει πετύχει μέχρι σήμερα μέσω της εσωτερικής υποτίμησης.
Ερώτημα πρώτο: θα μπορέσει η χώρα να αξιοποιήσει την δυνατότητα αυτή για να αυξήσει τις εξαγωγές της; Τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας επιτρέπουν να υποστηρίξουμε πως όχι ή όχι κατ’ ανάγκη. Γιατί η παραγωγική βάση της χώρας έχει απομειωθεί σε σημαντικό βαθμό, εξαιτίας της αποεπένδυσης από το 2008.
Το τμήμα της που παραμένει σε λειτουργία δεν έχει πετύχει την αναγκαία αναδιάρθρωση ώστε να ενισχυθεί ο τομέας των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών για να αυξηθούν οι εξαγωγές ή να υποκατασταθούν οι εισαγωγές.
Ακόμη χειρότερα, διαπιστώνουμε, ότι παρά τη βαθιά ύφεση και την έντονη κάμψη της ζήτησης, η Ελλάδα συνεχίζει να εισάγει σχεδόν 30 δισ. ευρώ ενδιάμεσων, κεφαλαιουχικών, πρωτογενών αγαθών και ενέργειας, τα οποία είναι δύσκολο ή και αδύνατο να υποκατασταθούν από εγχώρια παραγωγή.
Επομένως, οι πιθανότητες για αύξηση των επενδύσεων που θα ενισχύσουν την ποιότητα/ένταση παραγωγικού κεφαλαίου, την αποτελεσματικότητα και την προστιθέμενη αξία της οικονομίας θα ελαχιστοποιηθούν, με τις αντίστοιχες επιχειρήσεις που ενεργοποιούνται σε σχετικούς κλάδους είτε να κλείνουν είτε να εγκαταλείπουν τη χώρα.
Είναι λογικό να συμπεράνουμε ότι, το πιθανότερο είναι η οικονομία να διολισθήσει σε ένα παραγωγικό πρότυπο που θα βασίζεται εξολοκλήρου σε εξαγωγές ελάχιστης προστιθέμενης αξίας καθώς και υπηρεσιών, η ανταγωνιστικότητα των οποίων θα βασίζεται αποκλειστικά σε χαμηλό κόστος, ανταγωνιζόμενη χώρες αντίστοιχα χαμηλού εισοδήματος και ποιότητας.
Αλλά και η κατανάλωση σε μεγάλο βαθμό θα υποχωρήσει, καθώς η πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων και συνταξιούχων θα μειώνεται εξαιτίας των υποτιμήσεων και των συνεπαγόμενων πληθωριστικών πιέσεων που αυτές θα δημιουργούν.
Εύλογα, λοιπόν, μπορεί να τεθεί το επόμενο ερώτημα. Μήπως το πέρασμα στο εθνικό νόμισμα μπορεί να επιταχύνει αυτή την αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης;
Γιατί η αναγκαία αυτή αναδιάρθρωση προχωρά σχετικά αργά από τότε που ξέσπασε η κρίση, με αποτέλεσμα παρά την εσωτερική υποτίμηση οι εξαγωγές της χώρας να μην έχουν καταγράψει κάποια ουσιαστική αύξηση, ούτε να έχει παρατηρηθεί αξιοσημείωτη υποκατάσταση εισαγωγών.
Είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς ότι η επιστροφή στη δραχμή θα επιταχύνει την αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης. Είναι πιο λογικό να υποθέσει κανείς ότι θα συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Το τραπεζικό σύστημα δεν θα έχει επαρκή κεφάλαια για να χρηματοδοτήσει επενδύσεις στον τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Την ίδια στιγμή το ασταθές νομισματικό περιβάλλον θα λειτουργεί ως αντικίνητρο στην εισαγωγή ελληνικών κεφαλαίων που τώρα βρίσκονται στο εξωτερικό ή ακόμη και διεθνών κεφαλαίων.
Στην καλύτερη των περιπτώσεων, τα κεφάλαια που θα έρχονται στην Ελλάδα θα είναι κερδοσκοπικά με στόχο το άμεσο κέρδος και όχι κεφάλαια που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε επενδύσεις μεσομακροπρόθεσμων αποδόσεων που θα διευκολύνουν την αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης.
Επιπρόσθετα, το κόστος κεφαλαίου θα είναι εξαιρετικό υψηλό εξαιτίας των υποτιμήσεων και τα όποια οφέλη στην ανταγωνιστικότητα από τις υποτιμήσεις θα ακυρώνονται από το αυξημένο κόστος κεφαλαίων, αλλά και των ενεργειακών πηγών που σε μεγάλο βαθμό είναι εισαγόμενες.
Η αλήθεια είναι ότι, σε περίπτωση επιστροφής στο εθνικό νόμισμα, θα δημιουργηθούν οφέλη κυρίως για όσους έχουν τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό. Θα τους δοθεί η δυνατότητα να εξαγοράσουν σε πενιχρές τιμές περιουσιακά στοιχεία στην Ελλάδα.
Αντίθετα, οι έλληνες εργαζόμενοι και συνταξιούχοι, όπως και οι άνεργοι, θα είναι οι μεγάλοι χαμένοι μιας πιθανής επιστροφής σε εθνικό νόμισμα καθώς τα εισοδήματά τους ή τα επιδόματά τους θα απαξιώνονται και δεν θα τους εξασφαλίζουν ούτε τα στοιχειώδη, οδηγώντας τους περισσότερους από αυτούς σε συνθήκες απόλυτης φτωχοποίησης.
Αντί λοιπόν να συζητάμε για τα θεωρητικά οφέλη από την επιστροφή στη δραχμή, που είτε δεν υφίστανται είτε δεν αφορούν αυτούς που πλήττονται από την κρίση, ας δούμε ποιες παραλείψεις και καθυστερήσεις στις κυβερνητικές επιλογές εμποδίζουν την ταχύτερη αναδιάρθρωση της οικονομίας, ώστε αυτή να περάσει το ταχύτερο δυνατό σε βιώσιμη ανάπτυξη. Αυτή θα μας επιτρέψει να δούμε αύξηση της απασχόλησης αλλά και θα δημιουργήσει πόρους για στοχευμένες κοινωνικές πολιτικές προκειμένου να στηριχτούν όσοι πραγματικά έχουν ανάγκη.

Άρθρο μου στη Βραδυνή της Κυριακής 4-12-2016

Η πολιτική αβεβαιότητα στην Ευρώπη έχει ενισχυθεί ιδιαίτερα μετά το αποτέλεσμα του Βρετανικού δημοψηφίσματος που οδηγεί στο Brexit, αλλά και την εκλογή του κ. Τραμπ ως Πρόεδρου των Η.Π.Α.
Αυτή η αβεβαιότητα αναμένεται να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο αν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις ότι ο κ. Ρέντσι θα είναι ο μεγάλος χαμένος του δημοψηφίσματος στην Ιταλία και επιλέξει να παραιτηθεί, όπως έχει δηλώσει.

Η αβεβαιότητα αυτή πυροδοτεί για άλλη μια φορά σενάρια σχετικά με το μέλλον και την προοπτική της ευρωζώνης. Αφορμή, οι εκτιμήσεις ότι σε περίπτωση παραίτησης του κ. Ρέντσι και διεξαγωγής εκλογών η επόμενη κυβέρνηση θα είναι κυβέρνηση συνασπισμού κομμάτων με αντιευρωπαϊκό προσανατολισμό. Μια τέτοια κυβέρνηση θα ήταν δυνατόν, παρά τις συνταγματικές δυσκολίες που υπάρχουν, να θέσει σε δημοψήφισμα την παραμονή της Ιταλίας στην ευρωζώνη.

Συζητήσεις για τη συνοχή της ευρωζώνης είχαν γίνει και στο παρελθόν, ιδιαίτερα δε το 2012 όταν αυξήθηκε η πολιτική αβεβαιότητα στην Ελλάδα μετά τα αποτελέσματα των εκλογών. Οι συζητήσεις αυτές οδήγησαν τα θεσμικά όργανα της Ευρώπης, αλλά και κυβερνήσεις να προετοιμαστούν για το ενδεχόμενο ενός Grexit, ενδεχόμενο το οποίο δεν επιβεβαιώθηκε.

Αυτό, όμως που τώρα κάνει διαφορετικά τα πράγματα είναι ότι η Ευρώπη για πρώτη φορά βρίσκεται αντιμέτωπη με το αίτημα για αποχώρηση που θα καταθέσει η Βρετανία το 2017. Σε περίπτωση πολιτικής αναταραχής στην Ιταλία, η πιθανή αμφισβήτηση της βιωσιμότητας του ιταλικού χρέους από τις αγορές δεν είναι πλέον ένα εξωπραγματικό σενάριο.

Οι διαπιστώσεις αυτές μας υποχρεώνουν να αξιολογήσουμε τις επιλογές που έκανε η Ευρώπη όλα αυτά τα χρόνια από το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, και ιδιαίτερα μετά την εκδήλωση της ελληνικής κρίσης, που οδήγησε στον αναγκαστικό δανεισμό της Ελλάδας το 2010.

Οι χώρες της Ευρώπης, και ιδιαίτερα η Γερμανία και η Γαλλία, αρνήθηκαν από την πρώτη στιγμή να αντιμετωπίσουν τα αίτια που τροφοδότησαν την κρίση. Αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν ότι το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα ήταν λειτουργικό μόνο τις ηλιόλουστες ημέρες αλλά εξόχως προβληματικό σε μια απρόσμενη καταιγίδα. Επιπρόσθετα, υποτίμησαν την πολιτική σημασία της μεταστροφής της στάσης των πολιτών έναντι της Ευρώπης.

Ο ευρωσκεπτικισμός ενισχύθηκε επειδή οι πολίτες έβλεπαν αντί για πραγματική σύγκλιση χωρών και περιοχών, στασιμότητα ή πραγματική απόκλιση και έξαρση των κοινωνικών ανισοτήτων.
Η δογματική εμμονή στις πολιτικές λιτότητας και στις μεταρρυθμίσεις που αργούν να παράξουν τα επιθυμητά αποτελέσματα κατέστησε ακόμη πιο δύσκολη την λήψη αποφάσεων στην Ευρώπη για τις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές.

Έτσι, ξεκινώντας από την αρχική άρνηση αντιμετώπισης του προβλήματος και πηγαίνοντας προς τις ατελέσφορες παρεμβάσεις για την επίλυση της ελληνικής κρίσης, τώρα βρίσκονται αντιμέτωπες με ότι προσπαθούσαν να αποφύγουν όλα αυτά τα χρόνια: την μεταφορά της κρίσης στην Ιταλία.

Η εξέλιξη αυτή διαδραματίζεται σε μια κρίσιμη περίοδο για την ιταλική οικονομία, καθώς ένας σημαντικός αριθμός τραπεζών χρειάζεται κεφαλαιακή ενίσχυση.

Αν οι τράπεζες αυτές δεν καταφέρουν να προσελκύσουν τα αναγκαία κεφάλαια από την αγορά, τότε η Ιταλική κυβέρνηση θα πρέπει να εφαρμόσει το νέο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο και να κουρέψει τα τραπεζικά ομόλογα στα οποία έχουν τοποθετήσει πολλοί μικροαποταμιευτές τα χρήματα τους. Το πολιτικό κόστος για την Ιταλία θα είναι μεγάλο και θα επιδιώξει να το αποφύγει.

Ωστόσο οι επιλογές της Ιταλίας, ειδικά σε περίπτωση παραίτησης του κ. Ρέντσι, μπορεί να οδηγήσουν τις αγορές σε αμφισβήτηση της βιωσιμότητας του χρέους της. Η ΕΚΤ δεν έχει απεριόριστη δυνατότητα να προστατεύσει την Ιταλία από μια αρνητική αντίδραση των αγορών.

Επομένως, ένα εύλογο ερώτημα είναι αν οι όποιες παρεμβάσεις της Ε.Ε τα τελευταία χρόνια και νέοι μηχανισμοί αποτροπής κρίσεων ή προσφυγής για κάλυψη χρηματοδοτικών αναγκών επαρκούν για να αντιμετωπίσουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η απάντηση είναι πως, μάλλον όχι. Για αυτό έχουν αναδυθεί και πάλι οι απαισιόδοξες εκτιμήσεις για την μελλοντική συνοχή της ευρωζώνης.

Συμπερασματικά, η Ευρώπη κινδυνεύει γιατί ακόμη και μετά την κρίση δεν είχε την πολιτική βούληση για πιο τολμηρά βήματα ώστε να προστατευτεί αποτελεσματικά από μια νέα κρίση. Απέφυγε να υποστηρίξει αναπτυξιακές πολιτικές και να κερδίσει την χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών. Ίσως γιατί πίστεψε ότι με τις περιορισμένες θεσμικές αλλαγές που έκανε άφησε τα χειρότερα πίσω της. Η πραγματικότητα, όμως, δείχνει να είναι διαφορετική και σύντομα θα μάθουμε αν τα χειρότερα για την Ευρώπη αλλά και για την Ελλάδα, ως μέρος της Ευρώπης, είναι μπροστά μας.

Το άρθρο είναι η συμμετοχή μου στο συλλογικό έργο: "Η κοινωνική ασφάλιση ως προυπόθεση οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής", Εκδόσεις Παπαζήση 2016.

  1. Εισαγωγή

Έχουν συμπληρωθεί 25 χρόνια από τότε που το ασφαλιστικό πρόβλημα βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης ως ζήτημα προς άμεση επίλυση. Έκτοτε αποτελεί προνομιακό πεδίο σκληρής και άγονης πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς δεν έχουμε καταφέρει μέχρι στιγμής να το επιλύσουμε.

Στην 25ετία που μεσολάβησε, έγιναν έξι παρεμβάσεις. Η πρώτη ουσιαστική παρέμβαση έγινε με τους νόμους 1902/1990 και 2084/1992, που συνδυαστικά έδωσαν ανάσα στο ασφαλιστικό μας σύστημα.

Η δεύτερη ουσιαστική παρέμβαση υπήρξε ο ν. 3863/2010. Καθιέρωνε μία σχεδόν καθολική, βασική σύνταξη και μια ανταποδοτική αναλογική σύνταξη. Σε αντίθεση με την επικρατούσα άποψη, η μεταρρύθμιση του 2010 δεν επιβλήθηκε από την τρόικα αλλά υπήρξε πολιτική πρωτοβουλία της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Αν κάποιος θέλει να σταθεί κριτικά απέναντι στον ν. 3863/2010, θα πρέπει κυρίως να επικεντρωθεί στις υποθέσεις στις οποίες στηρίχθηκε ως προς το ζήτημα της ανεργίας, αλλά και της οικονομικής ανάπτυξης, οι οποίες, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, ήταν πάρα πολύ αισιόδοξες.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ληφθεί τότε η πολιτική απόφαση να υπάρξει μία μεγάλη μεταβατική περίοδος για την εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου. Η εφαρμογή του θα ξεκινούσε από την 1η Ιανουαρίου του 2015. Ο νέος τρόπος υπολογισμού των συντάξεων θα είχε πλήρη εφαρμογή περίπου το 2030.

Μια άλλη αδυναμία των παρεμβάσεων κατά την περίοδο της κρίσης ήταν ότι θεσπίστηκαν σημαντικές πρόσθετες διευκολύνσεις για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων πολλών κατηγοριών ασφαλισμένων ενώ δεν έγιναν παρεμβάσεις σε διατάξεις που διευκόλυναν την πρόωρη συνταξιοδότηση. Έτσι, μεταξύ 2010-2015 το ασφαλιστικό σύστημα επιβαρύνθηκε από την μαζική έξοδο εκατοντάδων χιλιάδων ασφαλισμένων που βγήκαν στην σύνταξη (Γιαννίτσης 2016).

Οι παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό συνεχίστηκαν και μετά το 2010, με κυριότερη αυτή με τον ν. 4052/2012 που αφορούσε κυρίως τα επικουρικά ταμεία. Οι προγενέστερες παρεμβάσεις με τους νόμους 2676/1999, 3029/2002 και 3655/2008 ήταν μικρότερης εμβέλειας και αφορούσαν κυρίως ζητήματα συγκεντροποίησης ασφαλιστικών ταμείων και εξομοίωσης στην αντιμετώπιση των ασφαλισμένων.

  1. Ήταν αναγκαία μια νέα παρέμβαση στο ασφαλιστικό μετά τον ν. 3863/2010;

Το 2016 ξανασυζητάμε για το ασφαλιστικό μετά την νομοθετική πρωτοβουλία που πήρε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στο πλαίσιο του τρίτου μνημονίου.

Να τονιστεί ότι σήμερα το πρόβλημα του ασφαλιστικού παρά τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες είναι μικρότερο ως προς το μέγεθος από εκείνο του 2009. Τότε το ασφαλιστικό χρειαζόταν ετήσια ενίσχυση 18,5 δις ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ σήμερα χρειάζεται 10,5 δις ευρώ.

Τότε έπρεπε να γίνουν παρεμβάσεις για να αποτραπεί αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης από τα 32,7 δις ευρώ το 2009 στα 48 δις ευρώ που θα έφθανε το 2015 με βάση τις μελέτες. Σήμερα είμαστε στα 28,5 δις ευρώ και αναζητείται σταθεροποίηση. Αυτή η μεγάλη διαφορά δείχνει και πόσο διαφορετικές ήταν οι συνθήκες τότε σε σχέση με τις σημερινές.

Εύλογα μπορεί να τεθεί το ερώτημα γιατί είναι τόσο δύσκολο να αντιμετωπιστεί κατά ουσιαστικό τρόπο το ασφαλιστικό ζήτημα, έτσι ώστε να δίνει την αίσθηση της ασφάλειας σε βάθος χρόνου τόσο στους εργαζόμενους όσο και στους εργοδότες και ταυτόχρονα να συνεισφέρει μέσα από τη βελτίωση του οικονομικού κλίματος στην έξοδο της χώρας από την ύφεση στην οποία είναι βυθισμένη από το 2008;

Θεωρώ ότι δύο είναι οι βασικοί λόγοι:

Ο πρώτος είναι γιατί σε όρους πολιτικής οικονομίας η αδράνεια, η μη επίλυση του ασφαλιστικού, ωφελούσε τμήματα της κοινωνίας που είχαν δυναμική παρουσία και πελατειακούς μηχανισμούς παρέμβασης στα κόμματα εξουσίας και αντιπολίτευσης.

Είναι λάθος να πιστεύει κανείς ότι μια κοινωνική ομάδα μπορεί να διασφαλίζει τα προνόμια της, μόνο αν έχει πρόσβαση στα κόμματα εξουσίας. Εξίσου δυναμική παρέμβαση μπορεί να έχει μέσω των κομμάτων της αντιπολίτευσης γιατί αυτά ασκούν μεγάλη πίεση στα κόμματα εξουσίας σε θέματα που μπορεί να τους ωφελήσουν πολιτικά, όπως είναι για παράδειγμα το ασφαλιστικό.

Κάθε φορά λοιπόν που άνοιγε η σχετική συζήτηση τα κόμματα της αντιπολίτευσης, πολλές φορές και της συμπολίτευσης, αλλά και λαϊκιστές διαμορφωτές της κοινής γνώμης έκλειναν πονηρά το μάτι στους συνταξιούχους λέγοντας ότι δεν χρειάζεται να γίνει καμία παρέμβαση. Ένα τυπικό παράδειγμα παρέμβασης στο ασφαλιστικό που αναβλήθηκε ήταν αυτή του 2001 με τον Τάσο Γιαννίτση.

Το αποτέλεσμα όμως της αδράνειας ήταν να φτάσουμε στο σημείο το 2010 να γίνουν παρεμβάσεις που ήταν πλέον αναγκαστικές και εκ των πραγμάτων βίαιες, για να μπορεί το ασφαλιστικό σύστημα σήμερα να πληρώνει αυτές τις χαμηλότερες συντάξεις.

Η πολιτική άποψη όσων αντιτάχθηκαν στην αλλαγή που ήρθε με τον ν. 3863/2010 ήταν ότι το ελληνικό σύστημα ασφάλισης ήταν βιώσιμο ‒σε αντίθεση με ότι υποστήριζαν μέχρι τότε όλοι οι διεθνείς οργανισμοί‒ και ότι οι παρεμβάσεις που έγιναν με τον νόμο αυτόν δεν ήταν παρά το αποτέλεσμα ιδεοληπτικών προσεγγίσεων.

Ωστόσο όλες οι μελέτες οι οποίες είχαν γίνει μέχρι τότε έδειχναν ότι, εάν δεν γινόταν παρέμβαση στο ασφαλιστικό, σε βάθος χρόνου οι σχετικές δαπάνες θα έφταναν στο 24% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Επιπλέον λόγω της γήρανσης του πληθυσμού οι προβλεπόμενες εισφορές δεν θα ξεπερνούσαν το 10% του ΑΕΠ. Αυτή η διαφορά ανάμεσα στις εισροές και τις εκροές θα οδηγούσε μαθηματικά σε κατάρρευση του ασφαλιστικού. Επομένως η άποψη όσων αντιτάχθηκαν στη μεταρρύθμιση δεν τεκμηριωνόταν σε καμία μελέτη και όσες υπήρχαν μέχρι τότε επιβεβαίωναν ακριβώς το αντίθετο. Ότι το ασφαλιστικό δεν είναι βιώσιμο.

Πού βρισκόμαστε όμως σήμερα σύμφωνα με τις σχετικές μελέτες; Η τελευταία σχετική μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (The 2015 Ageing Report) αποτιμά ποιες ήταν οι επιπτώσεις από τον ν. 3863/2010 στη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Σύμφωνα με αυτή το 2013 οι συνταξιοδοτικές δαπάνες στην Ελλάδα παρέμεναν οι υψηλότερες στην Ευρώπη: ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν στο 16,1%, όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη ήταν περίπου στο 12,3%.

Σύμφωνα με την έκθεση μετά από τις παρεμβάσεις της τελευταίας πενταετίας οι συνταξιοδοτικές δαπάνες το 2030 θα μειωθούν στο 14% του ΑΕΠ. Το ποσοστό αυτό θα είναι κατά μία ποσοστιαία περίπου μονάδα ψηλότερο από το μέσο όρο της Ευρώπης που θα είναι στο 13% του ΑΕΠ.

Για να γίνει κατανοητό γιατί κερδίζει η αδράνεια στην αντιμετώπιση του ασφαλιστικού, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ποιοι ωφελούνται και ποιοι ζημιώνουν από τη μη επίλυση του.

Τον λογαριασμό της μη αντιμετώπισης των ελλειμμάτων του ασφαλιστικού καλούνται να πληρώσουν:

1) Άμεσα οι φορολογούμενοι μέσω της αύξησης της φορολογίας προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η αύξηση των συνεισφορών του προϋπολογισμού προς τα ασφαλιστικά ταμεία.

2) Έμμεσα οι νεότερες και οι επερχόμενες γενεές, αφού οι φορολογούμενοι κάθε περιόδου επιδιώκουν να μην καλυφθεί το σύνολο των βαρών από νέα αύξηση φορολογίας αλλά να γίνει μετάθεσή τους στο μέλλον μέσω της συσσώρευσης χρέους.

Όσο η πρόσβαση μιας χώρας σε φθηνό χρήμα είναι διαθέσιμη, τόσο πιο εύκολα μετατίθεται η λύση του προβλήματος.

Θεωρώ επομένως ότι ο δεύτερος λόγος για τον οποίο κατά τη δεκαετία του 2000 δεν έσπευσαν οι κυβερνήσεις να αντιμετωπίσουν το ασφαλιστικό είναι ότι μετά την ένταξη στη ΟΝΕ η χώρα είχε πρόσβαση σε φθηνό δανεισμό από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων.

Οι κυβερνήσεις της χώρας μετά το 2001 είχαν βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση πολιτικής τους οποίους δεν είχαν τα προηγούμενα χρόνια. Η περιορισμένη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και το υψηλό κόστος δανεισμού της περιόδου πριν από την ένταξη στην ΟΝΕ λειτουργούσαν περισσότερο πιεστικά στη λήψη αποφάσεων για να αντιμετωπιστεί το ασφαλιστικό που επιβάρυνε σταθερά τον προϋπολογισμό.

Άρα αυτοί που πληρώνουν το τίμημα της αδράνειας μέσω της συσσώρευσης χρέους και της αβεβαιότητας για τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα είναι κυρίως οι νέοι, οι οποίοι δεν έχουν ουσιαστική δυνατότητα παρέμβασης στους πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων.

Όταν όμως μια γενεά μεταφέρει υπέρμετρα βάρη στην επόμενη γενεά ‒και με αυτό εννοώ βάρη που δεν δικαιολογούνται από την αρχή της διαγενεαλογικής αλληλεγγύης‒ πόσο αριστερή ή πόσο κοινωνικά δίκαιη μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η πολιτική;

Οι συντάξεις στηρίζονται στις εισφορές αυτών που εργάζονται σήμερα. Αν λοιπόν οι πρώτες είναι δυσανάλογες σε σχέση με τις εισφορές ή ανατραπεί η ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς που εργάζονται και εισφέρουν και σε αυτούς που είναι συνταξιούχοι, τότε το σύστημα καταρρέει και καμία σύνταξη δεν είναι εγγυημένη.

Οι εγγυήσεις που παρέχει το Σύνταγμα για τις συντάξεις καμία ουσιαστική αξία δεν έχουν, αν το κράτος δεν διαθέτει τους αναγκαίους πόρους για να χρηματοδοτήσει το ασφαλιστικό σύστημα. Η ένδεια πόρων του ασφαλιστικού και του προϋπολογισμού οδήγησε στις περικοπές. Άρα οι όποιες αποφάσεις του δικαστικού ελέγχου για ακύρωσή τους δεν μπορεί να παραγνωρίζει τα αίτια που οδήγησαν σε αυτές τις περικοπές.

Τονίζω το σημείο αυτό, διότι δεν υπάρχει σταθερός κανόνας από την πλευρά του δικαστικού ελέγχου ως προς το ποιες περικοπές είναι συνταγματικές και ποιες όχι. Πράγμα που σε συνθήκες κρίσης οδηγεί σε απουσία ασφαλούς δημοσιονομικού προγραμματισμού εκ μέρους του νομοθέτη, όταν οι περιστάσεις επιβάλλουν αλλαγή στις παροχές.

Μια δεύτερη κριτική επισήμανση προς όσους αντιδρούσαν στις αλλαγές του 2010 και στις επόμενες αφορά το ερώτημα αν το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας διακρινόταν για τη διαφάνειά του και για την ίση μεταχείριση των ασφαλισμένων. Είδαμε ότι ήταν άνισο σε ότι αφορά την κατανομή των βαρών ανάμεσα στις διαφορετικές γενεές. Τι ίσχυε όμως σε ότι αφορά την κατανομή των βαρών εντός της ίδιας γενεάς;

Η πραγματικότητα είναι ότι σε μεγάλο βαθμό ακόμα και σήμερα μετά από όλες αυτές τις παρεμβάσεις το ασφαλιστικό είναι άδικο και άνισο. Είναι άδικο, αφού το δικαίωμα στη σύνταξη δεν το καθόριζαν διαφανείς και ενιαίοι κανόνες για όλους τους εργαζόμενους, αλλά αδιαφανείς κανόνες, αποτέλεσμα συναλλαγών μεταξύ κομμάτων και εργαζομένων στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων. Άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων του ΙΚΑ και άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων της ΔΕΗ και του ΟΤΕ. Άλλη η κατά συνταξιούχο ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό στο ΙΚΑ και άλλη στο συνταξιούχο των ταμείων της ΔΕΗ και του ΟΤΕ.

Ο κρατικός προϋπολογισμός το 2009 έδινε 4,5 δισεκατομμύρια για περίπου 1,2 εκατομμύρια ασφαλισμένων του ΙΚΑ, δηλαδή 3.750 ανά ασφαλισμένο αλλά έδινε 750 εκατομμύρια για 37.000 ασφαλισμένους στη ΔΕΗ, δηλαδή περίπου 20.000 ευρώ ανά ασφαλισμένο. Πόσο δίκαιη είναι αυτή η ανισότητα στην κατανομή των ενισχύσεων ανά δικαιούχο;

Αυτά τα χαρακτηριστικά του ασφαλιστικού συστήματος όμως επηρεάζουν αρνητικά και τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας, διότι οδηγούσαν τους εργαζόμενους σε επιλογές οι οποίες συνέβαλαν στη διόγκωση ενός στρεβλού παραγωγικού προτύπου που ευθύνεται για την κρίση που οδήγησε στην κατάρρευση του 2009. Διότι οι εργαζόμενοι επέλεγαν είτε τύπους εργασίας είτε θέσεις εργασίας στον μη ανταγωνιστικό και εσωστρεφή τομέα της οικονομίας, ο οποίος διογκώθηκε σε τέτοια έκταση που κατέστησε το παραγωγικό πρότυπο της χώρας μη βιώσιμο.

Με απλά λόγια ο ελληνικός καπιταλισμός δεν μπορούσε να ενσωματωθεί ανταγωνιστικά στον παγκόσμιο, γιατί τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που παράγονταν στην Ελλάδα δεν είχαν ζήτηση στις υπόλοιπες χώρες αλλά ούτε και στο εσωτερικό.

Δεν ήταν όμως μόνο άδικο το σύστημα, ήταν και σαθρό, αφού δεν υπήρχαν έλεγχοι για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά του ως προς την κοινωνική του στόχευση.

Δεν είναι τυχαίο ότι παρά τις υψηλές δαπάνες ‒ υψηλότερες από άλλες ευρωπαϊκές‒ το ασφαλιστικό μας σύστημα ήταν πριν από την κρίση αναποτελεσματικό –μετά την κρίση άλλαξε η εικόνα- ως προς το να προστατέψει τους δικαιούχους και ιδιαίτερα αυτούς με ηλικία από 65 και πάνω. Πριν την κρίση, το ποσοστό σε φτώχεια στην Ελλάδα σε αυτή τη συγκεκριμένη ηλικιακή κατηγορία των συνταξιούχων ήταν υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρώπη.

Η μη επίλυση του ασφαλιστικού δεν είναι χωρίς κόστος για την οικονομία και στις παρούσες συνθήκες υπονομεύει, την προοπτική της σταθερής ανάπτυξης στον βαθμό που αφαιρεί δυσανάλογα μεγάλους πόρους από την οικονομία μέσω της επιβολής νέων φόρων.

Στο δημόσιο διάλογο για το ασφαλιστικό η συζήτηση επικεντρώνεται μονομερώς στην πλευρά των πόρων του συστήματος και πολύ λίγο στις πληρωμές. Όμως τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό πληρωμών και ότι ως χώρα ξεχωρίζει έναντι των υπολοίπων διότι το κράτος συνεισφέρει περισσότερα για τη στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος ως ποσοστό του ΑΕΠ σε σχέση με αυτά που συνεισφέρουν οι άλλες χώρες.

Ερχόμαστε λοιπόν στο κρίσιμο ζήτημα που αφορά την επάρκεια η μη των πόρων του συστήματος. Η κυρίαρχη άποψη είναι ότι το ασφαλιστικό μπορεί να λυθεί, αν η χώρα επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και ταυτόχρονα επικεντρωθεί στη συλλογή ασφαλιστικών εσόδων που διαφεύγουν ή επιβάλει νέες εισφορές σε εισοδήματα για τα οποία δεν καταβάλλονται εισφορές.

Η εισφοροδιαφυγή είναι μεγάλη στην Ελλάδα αφού ως προς τα ασφαλιστικά έσοδα υστερεί σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες περίπου κατά 2,5 έως 3,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, τόσο πριν από την κρίση όσο και κατά τη διάρκειά της. Έχουν γίνει σημαντικές προσπάθειες να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της εισφοροδιαφυγής, αλλά χωρίς απτά αποτελέσματα.

Σε ότι αφορά την ανάπτυξη, οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης οδηγούν σταδιακά σε αύξηση της απασχόλησης και επομένως ενισχύονται τα έσοδα του συστήματος. Όμως να υπενθυμίσω ότι το πρόβλημα με το ασφαλιστικό υπήρχε και σε εποχές που η ελληνική οικονομία έτρεχε με πραγματικούς ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 3%-4%.

Επομένως, η ανάπτυξη δημιουργεί πόρους για ένα βιώσιμο ασφαλιστικό, υπό την προϋπόθεση ότι η αρχιτεκτονική του ασφαλιστικού έχει στηριχτεί σε παραδοχές που ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα.

Αντίθετα, αν το ασφαλιστικό έχει περιορισμένα έσοδα και δαπάνες οι οποίες συνεχώς αυξάνονται, τότε δημιουργεί τεράστιες δημοσιονομικές πιέσεις, αφού η διατήρηση του επιπέδου των παροχών του προϋποθέτει συνεχώς στήριξη από τον κρατικό προϋπολογισμό. Αυτή η στήριξη μπορεί να οδηγήσει σε νέα δημοσιονομική εκτροπή και τότε να χαθεί η προοπτική της βιώσιμης ανάπτυξης.

Με βάση τα παραπάνω τίθεται το ερώτημα αν η απουσία ουσιαστικής παρέμβασης στο ασφαλιστικό όλα αυτά τα χρόνια μπορεί να σχετίζεται με την κρίση δημόσιου χρέους ή όχι; Με βάση τα δεδομένα του Οκτωβρίου του 2009, όταν ανέλαβα καθήκοντα στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, το ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόταν περίπου 1,5 δις ευρώ το μήνα ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καταβάλει τρέχουσες συντάξεις. Αυτό σημαίνει ότι χρειαζόταν περίπου 18 δις ευρώ το χρόνο.

Η στήριξη του προϋπολογισμού προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης ήταν της τάξης των 5,4 δις ευρώ ή 4% του ΑΕΠ το 2001. Το 2009, είχε φτάσει στα 18,9 δις ευρώ ή 8,2% του ΑΕΠ. Αν είχε σταθεροποιηθεί η συνεισφορά του κρατικού προϋπολογισμού στα ονομαστικά επίπεδα του 2001, η χώρα θα είχε 75 δισεκατομμύρια λιγότερο χρέος σε σχέση με αυτό το οποίο είχε το 2009.

Με λίγα λόγια, ένα στα τέσσερα ευρώ που χρωστούσε η χώρα το 2009 οφείλονταν στο γεγονός ότι τη δεκαετία του 2000 δεν προνόησαν οι κυβερνήσεις να ανακόψουν αυτήν την ανησυχητική πορεία αύξησης της χρηματοδότησης των ασφαλιστικών ταμείων από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Τελευταία γίνεται αναφορά στις αρνητικές επιπτώσεις που είχε το PSI στα αποθεματικά του ασφαλιστικού και ότι η κατάρρευσή του οφείλεται στο PSI. Πρόκειται για προκλητική άγνοια των πραγματικών δεδομένων, που επιχειρεί να συσκοτίσει τα πραγματικά αίτια του ασφαλιστικού προβλήματος.

Μιλάνε για απώλεια της τάξης των 26 δις ευρώ πριν το PSI, όταν τα ομόλογα που είχαν όλα τα ασφαλιστικά ταμεία ήταν 25,4 δις ευρώ. Ειδικά τα τέσσερα μεγαλύτερα ταμεία, ΙΚΑ, ΟΓΑ, ΟΑΕΕ και ΝΑΤ, που έχουν 2,2 εκατ. από τα 2,65 εκατομμύρια των ασφαλισμένων, είχαν αποθεματικά σε ομόλογα μόλις 3 δις ευρώ. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας (2012) από το PSI χάθηκαν 11,7 δις ευρώ.

Τέλος αποσιωπάται το γεγονός ότι ο κρατικός προϋπολογισμός από το 2010 μέχρι σήμερα έχει δώσει για το ασφαλιστικό 100 δις ευρώ, δηλαδή εννέα φορές περισσότερα από όσα χάθηκαν για το PSI.

Αφού λοιπόν έγιναν τόσες παρεμβάσεις την τελευταία εικοσιπενταετία, γιατί σήμερα το ασφαλιστικό εξακολουθεί να έχει προβλήματα; Η απάντηση σε ένα μεγάλο βαθμό σχετίζεται με συγκυριακούς παράγοντες:

1) Η ανεργία ανέρχεται στο 1,3 εκατομμύρια άτομα και την τελευταία πενταετία οι μισθοί μειώθηκαν σημαντικά. Αυτές οι εξελίξεις είχαν ως αποτέλεσμα να μειωθούν σημαντικά και τα ασφαλιστικά έσοδα.

2) Η οικονομία είναι σε ύφεση από το 2008 και έχουν κλείσει πάρα πολλές επιχειρήσεις ή πολλές από αυτές που συνεχίζουν να λειτουργούν δεν αποδίδουν τις ασφαλιστικές εισφορές αυξάνοντας τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις των ταμείων.

3) Η έλλειψη βεβαιότητας για το μέλλον και για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων είχε ως αποτέλεσμα πολλοί εργαζόμενοι να προσφύγουν στη σύνταξη και να αυξηθούν απότομα οι πληρωμές του συστήματος. Σύμφωνα με το σύστημα Ήλιος (ΗΔΙΚΑ 2015) σήμερα οι δικαιούχοι είναι 2.650.000, ενώ εκτιμήσεις που αναγράφονται στον Τύπο, αναφέρουν ότι εκκρεμούν 173.000 αιτήσεις για κύριες συντάξεις (Καθημερινή 2015).

Αυτό όμως που είναι πιο ανησυχητικό είναι ότι περίπου το 50% από αυτούς που προσφεύγουν αυτή τη στιγμή στη σύνταξη είναι στην ηλιακή κατηγορία 51-61 ετών (ΗΔΙΚΑ 2015), πράγμα που σημαίνει ότι ακόμη και σήμερα οι παροχές του συστήματος εξακολουθούν να λειτουργούν ως κίνητρο για την έξοδο στη σύνταξη, εισάγοντας στρεβλώσεις στις επιλογές των εργαζομένων.

Με λίγα λόγια η κρίση επιτάχυνε την πρόωρη έξοδο από την αγορά εργασίας και αυτό εκ των πραγμάτων επηρεάζει αρνητικά τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας, αφού μειώνεται ο αριθμός των ατόμων που βρίσκονται στην αγορά εργασίας.

Η επιστροφή λοιπόν στην ανάπτυξη και στην πλήρη απασχόληση μπορεί να προσφέρει ανακούφιση στο ασφαλιστικό, αλλά δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα της άνισης κατανομής των βαρών εντός της ίδιας γενεάς ούτε και μεταξύ διαφορετικών γενεών.

Επομένως η παρέμβαση στο ασφαλιστικό ήταν αναγκαία   προκειμένου να τεθεί σε σταθερή τροχιά και να βοηθήσει στην επίτευξη βιώσιμων δημόσιων οικονομικών, προϋπόθεση για μετάβαση σε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης.

  1. Η παρέμβαση στο ασφαλιστικό από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που συγκροτήθηκε μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, αρνήθηκε να εφαρμόσει τον ν. 3863/2010, καθώς συνέπεσε το 2015 να είναι και το πρώτο έτος πλήρους εφαρμογής του.

Με το νόμο που τελικά κατατέθηκε και ψηφίστηκε η κυβέρνηση επεδίωξε να συνδυάσει πολιτικές και οικονομικές στοχεύσεις πάντα εντός του διαπραγματευτικού πλαισίου με τους θεσμικούς δανειστές.

Συγκεκριμένα όφειλε να πετύχει άμεσα εξοικονομήσεις της τάξης του 1% του ΑΕΠ και να περιορίσει τις περικοπές στις συντάξεις κάτω από ένα όριο.

Έτσι, πέτυχε να διασώσει το ύψος των καταβαλλόμενων κύριων συντάξεων μέχρι και το 2018 με την εισαγωγή του επαναϋπολογισμού των συντάξεων και την πρόβλεψη για καταβολή προσωπικής διαφοράς για τους παλιούς ασφαλισμένους ώστε να καλύπτει την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Περικόπτει τις επικουρικές συντάξεις σε επιλεγμένο ποσοστό συνταξιούχων, για τους οποίους όμως η περικοπή αυτή μπορεί να φτάσει και το 40% της σύνταξής τους.

Προχωρά στη δημιουργία ενός ταμείου, το οποίο θα διαχειρίζεται το σύνολο της συνταξιοδοτικής δαπάνης, συμπεριλαμβανομένης και της δαπάνης για συντάξεις του δημοσίου. Μέσω της συγχώνευσης αυτής θα μπορέσει να κάνει χρήση των αποθεματικών όλων των ταμείων για την πληρωμή των συντάξεων για τουλάχιστον δυο χρόνια. Ένα από τα αρνητικά χαρακτηριστικά του νέου νόμου είναι ότι δεν αποκατάστησε τη σχέση εισφορών – παροχών.

Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι με το νέο νόμο επιτυγχάνεται η ίση μεταχείριση και η επίτευξη δικαιοσύνης μεταξύ παλαιών και νέων συνταξιούχων. Στην πραγματικότητα υφίσταται διαφορετική αντιμετώπιση. Η εκτίμηση ότι μετά από τρία έτη θα επέλθει «εξίσωση» των παλαιών συνταξιούχων με τους νέους, προϋποθέτει την ανάπτυξη της οικονομίας.

Με το νέο σύστημα διατηρείται ο διαχωρισμός των συνταξιούχων σε συνταξιούχους πολλών ταχυτήτων. Οι σημερινοί συνταξιούχοι βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση έναντι αυτών που θα ακολουθήσουν. Το πιο αρνητικό χαρακτηριστικό της νέας παρέμβασης είναι ότι ενώ επιβαρύνει τους εργαζομένους με τις υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές στην Ευρώπη τους προσφέρει χαμηλές παροχές μειώνοντας τα κίνητρα τους για ασφάλιση.

Πρέπει όμως να γίνει κατανοητό ότι η νέα παρέμβαση όπως και κάθε παρέμβαση θα βρει την ευρύτερη δυνατή κοινωνική συναίνεση, όταν γίνεται σε συνθήκες απόλυτης διαφάνειας, χωρίς να συνεχίζει τις παθογένειες του παρελθόντος, όπου όσοι είχαν πρόσβαση σε πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων διασφάλιζαν τα προνόμιά τους.

Η επίλυση στο ασφαλιστικό δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της επικέντρωσης στους πόρους του συστήματος. Επιλογές όπως αυτές που αφορούν περαιτέρω αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών πρέπει να αξιολογούνται με γνώμονα την επίπτωση στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και στην ανάπτυξη. Αν λοιπόν υποστηρίζεται από την κυβέρνηση ότι λύνεται το πρόβλημα αυξάνοντας τις εργοδοτικές εισφορές, αλλά αυτό με τη σειρά του αποτρέπει τις επενδύσεις και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, τότε μπαίνουμε σε έναν φαύλο κύκλο.

Η νέα παρέμβαση για το ασφαλιστικό όφειλε να στοχεύει και στη διευκόλυνση του διαρθρωτικού μετασχηματισμού της οικονομίας. Να μην εισάγει στρεβλώσεις που ευνοούν τη δραστηριοποίηση των εργαζομένων στο μη ανταγωνιστικό και εσωστρεφές τμήμα της οικονομίας, πράγμα που υπήρξε και η αιτία που φτάσαμε στην κατάρρευση του 2009.

  1. Επίλογος

Για να βγει η οικονομία από την ύφεση, είναι αναγκαία η αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου, ώστε να δημιουργηθούν νέες και βιώσιμες θέσεις εργασίας και να αυξηθούν τα εισοδήματα και επομένως οι πόροι του συστήματος.

Η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα ειδικά σε συνθήκες κρίσης και έξαρσης των κοινωνικών ανισοτήτων είναι πώς θα διασφαλιστεί η επάρκεια των συντάξεων, ώστε να προστατεύονται οι ηλικιωμένοι από τη φτώχεια, αλλά και πώς οι συνταξιοδοτικές δαπάνες θα είναι συμβατές με βιώσιμα δημόσια οικονομικά. Αυτή είναι η υποχρέωση που έχουμε απέναντι στις νέες γενεές, για να νιώσουν ότι οι θυσίες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα δεν θα πάνε χαμένες.

Πηγές

Γιαννίτσης Τ., (2016) Το ασφαλιστικό και η Κρίση, (εκδόσεις Πόλις).

Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2015), The 2015 Ageing Report, Economic and budgetary projections for the 28 EU Member States (2013-2060), http://ec.europa.eu/economy_finance/publications/european_economy/2015/pdf/ee3_en.pdf

ΗΔΙΚΑ (2015), Έκθεση 25η, μηνιαία έκθεση του Ενιαίου Συστήματος Ελέγχου και Πληρωμών Συντάξεων «ΗΛΙΟΣ», http://www.idika.gr/files/25%CE%B7_%CE%B5%CE%BA%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7_%CE%97%CE%9B%CE%99%CE%9F%CE%A3_final.pdf

Καθημερινή (2015), «Νέα απειλή για το ασφαλιστικό 330.000 αιτήσεις συνταξιοδότησης», 13 Δεκεμβρίου, http://www.kathimerini.gr/842050/article/ oikonomia/ellhnikh-oikonomia/nea-apeilh-gia-to-asfalistiko-330000-aithseis-synta3iodothshs

Τράπεζα της Ελλάδας (2012), Απάντηση στην ερώτηση 170/17/7/2012, Κοινοβουλευτικού Ελέγχου, http://www.tovima.gr/files/1/2012/09/04/ PINAKES%20PSI.pdf

Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (2015), Πόρισμα Επιτροπής για την πρόταση ενός νέου ασφαλιστικού συστήματος, Προς Ένα Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο για τις Συντάξεις, http://www. tovima.gr/files/1/2015/10/po.pdf

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» Δημοσιεύθηκε την Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

Η​​ υπογραφή του τρίτου μνημονίου τον Αύγουστο του 2015 έδωσε στη χώρα τη δυνατότητα να καλύψει τις χρηματοδοτικές της ανάγκες μέχρι το 2018. Ο στόχος –όπως και των προηγούμενων προγραμμάτων– είναι, μέσω της δημοσιονομικής σταθεροποίησης και της προώθησης των αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών, να προετοιμαστεί η χώρα ώστε να βγει στις αγορές και να κλείσει ο κύκλος του αναγκαστικού δανεισμού που ξεκίνησε το 2010, μετά τη δημοσιονομική κατάρρευση του 2009.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ όφειλε να προχωρήσει στην έγκαιρη εφαρμογή των δεσμεύσεων που ανέλαβε. Γιατί όπως έδειξε η εμπειρία από το 2010 και μετά και ειδικά αυτή του πρώτου εξαμήνου του 2015, όλες οι καθυστερήσεις λειτουργούν εις βάρος της οικονομίας. Ενισχύουν την αβεβαιότητα, παρατείνουν την ύφεση και συντηρούν υψηλά ποσοστά ανεργίας. Τελικά, οδηγούν σε περισσότερα μέτρα και μετατίθεται στο απώτερο μέλλον ο χρόνος εξόδου στις αγορές. Επιπρόσθετα, η έγκαιρη εφαρμογή των δεσμεύσεων, όπως για παράδειγμα η αντιμετώπιση του προβλήματος των «κόκκινων» δανείων, θα βελτίωνε την αναπτυξιακή προοπτική.

Σύμφωνα με τη δέσμευση που ανέλαβαν οι θεσμικοί δανειστές, η επιτυχής ολοκλήρωση των αξιολογήσεων θα οδηγούσε σε λήψη μέτρων ελάφρυνσης του χρέους. Η ελάφρυνση θα καθιστούσε το χρέος βιώσιμο και θα επέτρεπε την ΕΚΤ να συμπεριλάβει τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Έτσι, η χώρα θα επιχειρούσε το 2017 να βγει δοκιμαστικά στις αγορές ώστε στα τέλη του 2018 να καλύπτει αποκλειστικά από αυτές τις δανειακές της ανάγκες.

Ήδη βαδίζουμε προς το μέσον του τρίτου προγράμματος και με μεγάλη καθυστέρηση ξεκίνησε η δεύτερη αξιολόγηση. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι στο πιο ευνοϊκό σενάριο η αξιολόγηση θα ολοκληρωθεί στο τέλος Νοεμβρίου, έτσι ώστε στο Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου να ανακοινωθούν τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους.

Σε ό,τι αφορά τα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα, σύμφωνα με δηλώσεις εκπροσώπων θεσμικών φορέων αλλά και του Γερμανού υπουργού Οικονομικών κ. Σόιμπλε, αυτά δεν πρόκειται να ανακοινωθούν πριν από το 2018. Κάτι πολύ πιθανό δεδομένου ότι πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν θα ήθελαν να ανοίξει μια συζήτηση για ελάφρυνση στο ελληνικό χρέος όσο βρίσκονται αντιμέτωπες με κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις.

Επομένως, το ενδεχόμενο να βγει η Ελλάδα στις αγορές το πρώτο εξάμηνο του 2017 απομακρύνεται, δυσκολεύοντας τον στόχο για κάλυψη του συνόλου των δανειακών αναγκών της χώρας από τις αγορές μετά το 2018.

Εύλογα λοιπόν τίθεται το ερώτημα μήπως η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ πρέπει να προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο ενός τέταρτου προγράμματος. Το ζήτημα αυτό έχει μελετηθεί από το επιστημονικό ινστιτούτο Bruegel. Ο Z. Darvas σε άρθρο του επισημαίνει ότι ακόμη και με το πιο πιθανό σενάριο –μικρό πρωτογενές πλεόνασμα και μέτρια αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ– είναι δύσκολο για την Ελλάδα να καταφέρει να επιστρέψει στις αγορές δανειζόμενη με ένα ικανοποιητικό επιτόκιο που θα καθιστά βιώσιμο το ελληνικό χρέος.

Με λίγα λόγια, το χρέος της Ελλάδας είναι βιώσιμο όσο δανείζεται από τον ESM με χαμηλά επιτόκια. Αν η Ελλάδα βγει να δανειστεί από τις αγορές ακόμη και μικρά ποσά, η βιωσιμότητα του χρέους μπορεί να τεθεί υπό αίρεση.

Οι επιλογές λοιπόν που υπάρχουν σήμερα για την Ελλάδα και τους θεσμικούς δανειστές, που διακρατούν πολύ μεγάλο μέρος του ελληνικού χρέους, είναι δύο:

  • Να περικοπεί σημαντικό μέρος του ελληνικού χρέους.
  • Να συνεχίσει να δανείζεται η Ελλάδα με τα πολύ ευνοϊκά επιτόκια του ESM, τα οποία καθιστούν βιώσιμο το ελληνικό χρέος.

Αν η πρώτη επιλογή δεν βρίσκει ανταπόκριση στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, τότε η μόνη που απομένει είναι οι θεσμικοί δανειστές να συνεχίσουν να δανείζουν την Ελλάδα μέσω ενός τέταρτου προγράμματος.

Όμως και η «λύση» του τέταρτου μνημονίου δεν θα οδηγήσει αυτόματα σε θετικούς και βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης. Η κυβέρνηση οφείλει να προωθήσει διαρθρωτικές αλλαγές που θα επιταχύνουν την αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου και θα διευκολύνουν την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα και την προσέλκυση επενδύσεων. Έναντι αυτών των δεσμεύσεων θα διεκδικήσει περαιτέρω μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα. Η μείωση αυτή θα δημιουργήσει δημοσιονομικό χώρο για μείωση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών. Έτσι, θα διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για να περάσει η οικονομία σε σταθερή ανάπτυξη, να καταστεί βιώσιμο το χρέος και να προετοιμαστεί η χώρα για μια ασφαλή έξοδο στις αγορές όπως το πέτυχαν και οι υπόλοιπες χώρες που προσέφυγαν σε αναγκαστικό δανεισμό.

Translation of our article with G. Papaconstantinou in Kathimerini newspaper (11/9/2016)

The prosecution of the ex-statistics chief Andreas Georgiou for allegedly “inflating” the 2009 Greek fiscal deficit has opened once more the discussion on the true fiscal situation of the country in 2009. This discussion has haunted Greek politics since the beginning of the crisis. The anti-memorandum populism of the last six years was built on questioning the – officially certified by the Greek and European statistical agencies – figures for the exceptionally high fiscal deficit for 2009, the year before the country was forced to seek a bailout from the EU and the IMF.

The undersigned assumed in October 2009 respectively the functions of Finance Minister and Deputy Finance Minister with responsibility for the General Accounting Office (GAO). On October 9, two days after the swearing-in of the new government, we were informed by the then Governor of the Bank of Greece (BoG) that according to the most recent cash data available in the BoG, the state budget deficit in the January-September period was already over 10% of GDP. Based on such a dynamic, according to the official statement at the time of Mr. Provopoulos, «the deficit will reach, if not exceed, the level of 12%.»

These figures were also confirmed by the GAO services of the Finance Ministry in the state budget execution bulletins for the months of June, July and August. These monthly budget execution bulletins had been duly prepared by the services; however, by decision of the then political leadership they had never been made public. The reason? In August, a full four months before year-end, the fiscal deficit was already 21 billion euro (about 9% of GDP) when the budget targeted a deficit of only 9 billion euro for the whole of 2009. However, despite these figures, on October 2nd 2009, two days before the national election that brought PASOK to power, the New Democracy government formally notified to Eurostat data on a 6% of GDP annual deficit of (14 billion euro) and cumulative debt of 257 billion euro – when in June it had already climbed to 267 billion euro!

The report prepared by an independent committee of experts which was set up a few months later explains clearly what happened: «the data contained in the notification dated 2 October did not correspond to the information sent to the national statistics agency by the various services.» In other words, the New Democracy government not only completely derailed the fiscal situation of the country, but also hid this situation from Greek citizens and knowingly sent false information to our European partners. It is therefore preposterous for some to continue to maintain even today that the annual deficit could be somehow kept to single digits by the new government which took over in October 2009 or that the PASOK government «inflated» the budget figures to make them appear higher than they truly were.

Already by the end of September 2009, before the national election, the budget deficit (according to GAO data prepared at the time for the New Democracy government) stood at 23 billion, reaching 10% of GDP, and growing at over 1% each month. Pension funds such as those of IKA and OAEE required, according to the request submitted by their governors (appointed during the New Democracy period) to the new government in October, more than 1.5 billion euro of additional appropriations in order to be able to pay for pensions until the end of the year. Meanwhile, the New Democracy government had completely “omitted” to include in the budget appropriations of 1.5 billion euro which were nevertheless disbursed for the pension funds of the PPC and of OTE, as well as about 3 billion euro of various other expenditure overruns. And to this should be added arrears of hospital debts going back 4-5 years, totalling 6 billion, which also went unrecorded in the respective budgets (instead, the statistics agency had falsely declared to Eurostat that these debts amounted to just 2.2 billion euro). And of course, there was a corresponding shortfall in revenues: while the target revenue figure for the entire year in the 2009 budget was 62 billion, by September only 35 billion euro had been collected.

Unfortunately, as we now know, the 2009 deficit was even higher than the 12.7% of GDP estimated in the 2010 budget which was presented to parliament by the new PASOK government in November 2009. In April 2010, Eurostat and the – by now independent – statistics agency ELSTAT had revised it to 13.6% of GDP, while in October 2010, after an exhaustive audit of all fiscal accounts, to the final 15.4% of GDP (and correspondingly the 2008 deficit was revised up to 9.4% from just 5.6% of GDP which the New Democracy government had claimed).

It is in fact for this last revision from 13.6% to 15.4% which added 1.8 points of GDP to the deficit that Mr. Georgiou is being prosecuted. Half of that difference is accounted by including in overall deficit and debt figures the accounts of 17 loss-making public enterprises. (Here one might ask – apart from the obvious requirement to simply apply common European rules – what kind of logic suggests that the recurring deficit of a company such as OSE [the loss-making train operator] should not count towards the public deficit when it is in fact the taxpayer that funds it year after year?). But be that as it may, one thing is crystal clear: even while prosecuting Mr. Georgiou, the justice system does not challenge the 13.6% of GDP deficit figure on the basis of which Greece applied for its first bailout in May 2010 (a full three months before Mr. Georgiou took over at ELSTAT!) Those who are using the Georgiou case in order to support their lies over the last six years choose to ignore this simple but compelling truth.

In a nutshell: From a targeted deficit of 2% of GDP for 2009, as in the budget voted in December 2008, we ended up with a realised fiscal deficit above 15% of GDP, i.e. more than 13 percentage points of GDP higher in just one year. In absolute numbers, from a targeted deficit of about 5 billion euro, to a realised deficit of over 36 billion, an astonishing difference of 31 billion, equivalent to 12 times today’s unpopular ENFIA property tax in just one year! Similarly, public debt increased in 2009 by 36 billion euro, a fact confirmed (title by title) by all global electronic debt recording platforms. Thus, the total cumulative debt added by the New Democracy government and Mr. Karamanlis in the 2004-2009 period reached 120 billion euro, when in its entire modern history Greece had borrowed cumulatively from 1830 to 2004 a total of 180 billion euro…

Since 2010, the Greek parliament has voted six budgets based on these deficit and debt figures as they were certified by ELSTAT and Eurostat. The country has entered into the second and more recently the third memorandum based precisely on these figures. And the European Parliament in 2014 concluded that » the problematic situation of Greece was also due to statistical fraud in the years preceding the setting-up of the programme”. It defies belief that rather than investigating this statistical fraud, the Greek justice system has instead chosen to prosecute those who stopped the lying, recorded the true deficit and applied European rules.

Κοινό άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη και Γιώργου Παπακωνσταντίνου στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» Δημοσιεύθηκε την Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016

Η δίωξη κατά του πρώην προέδρου της ΕΛΣΤΑΤ Ανδρ. Γεωργίου έχει ανοίξει πάλι τη συζήτηση για την πραγματική δημοσιονομική κατάσταση της χώρας το 2009. Από την αρχή της κρίσης, είναι μια συζήτηση που στοιχειώνει την ελληνική πολιτική ζωή. Ο αντιμνημονιακός λαϊκισμός της περασμένης εξαετίας στήθηκε ακριβώς πάνω στην αμφισβήτηση της καταγεγραμμένης πλέον, από την ΕΛΣΤΑΤ, την Eurostat και όλους τους διεθνείς οργανισμούς, δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας πριν αναγκαστεί να προσφύγει σε μνημόνιο.

Οι υπογράφοντες, αναλάβαμε τον Οκτώβριο του 2009 αντίστοιχα υπουργός και υφυπουργός Οικονομικών αρμόδιος για το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Στις 9 Οκτωβρίου, δύο ημέρες μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης, ενημερωθήκαμε από τον τότε διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ότι με βάση τα τελευταία ταμειακά στοιχεία της ΤτΕ το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού στο διάστημα Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου ήταν ήδη πάνω από 10% του ΑΕΠ. Με αυτή τη δυναμική, σύμφωνα με τον κ. Προβόπουλο, «το έλλειμμα θα αγγίξει, αν δεν ξεπεράσει, τα επίπεδα του 12%».

Τα στοιχεία αυτά επιβεβαίωναν και οι υπηρεσίες του ΓΛΚ στα δελτία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού για τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο. Όμως αυτά με απόφαση της τότε πολιτικής ηγεσίας δεν είχαν ποτέ δημοσιευτεί. Ο λόγος; Τον Αύγουστο, ένα τετράμηνο πριν κλείσει η χρονιά, το έλλειμμα ήταν ήδη 21 δισ. ευρώ (περίπου 9% του ΑΕΠ), όταν η πρόβλεψη του προϋπολογισμού για όλο το 2009 ήταν έλλειμμα 9 δισ. ευρώ. Ωστόσο, παρά αυτά τα στοιχεία, στις 2 Οκτωβρίου, δύο ημέρες πριν από τις εκλογές, η τότε κυβέρνηση κοινοποίησε επισήμως στη Eurostat στοιχεία για ετήσιο έλλειμμα 6% του ΑΕΠ (14 δισ. ευρώ) και δημόσιο χρέος 257 δισ. – όταν τον Ιούνιο ήταν ήδη 267 δισ. ευρώ!

Το πόρισμα της ανεξάρτητης επιτροπής εμπειρογνωμόνων που συστήθηκε αργότερα εξηγεί με σαφήνεια τι συνέβη: «τα στοιχεία που περιλαμβάνονταν στη γνωστοποίηση της 2ας Οκτωβρίου δεν αντιστοιχούσαν στα στοιχεία που είχαν στείλει στην ΕΣΥΕ οι διάφοροι φορείς και υπηρεσίες». Η κυβέρνηση της Ν.Δ. όχι μόνο εκτροχίασε απολύτως τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, αλλά το έκρυψε παντελώς από τους Έλληνες πολίτες και εν γνώσει της έστελνε ψευδή στοιχεία στους Ευρωπαίους εταίρους. Συνιστά συνεπώς πρόκληση να ισχυρίζονται ακόμα κάποιοι ότι το ετήσιο έλλειμμα μπορούσε να κλείσει σε μονοψήφιο νούμερο ή ότι η νέα κυβέρνηση το «φούσκωσε».

Ήδη στα τέλη Σεπτεμβρίου 2009, το δημοσιονομικό έλλειμμα είχε διαμορφωθεί σε 23 δισ. ευρώ αγγίζοντας το 10% του ΑΕΠ, με ρυθμό αύξησης πάνω από 1% κάθε μήνα. Ασφαλιστικά ταμεία όπως το ΙΚΑ και ο ΟΑΕΕ χρειάζονταν, σύμφωνα με το αίτημα που υπέβαλαν οι (διορισμένοι επί Ν.Δ.) διοικητές τους στη νέα κυβέρνηση τον Οκτώβριο, άνω του 1,5 δισ. επιπλέον επιχορηγήσεις για συντάξεις μέχρι το τέλος του έτους, ενώ δεν είχαν προϋπολογιστεί επιχορηγήσεις 1,5 δισ. για τα ασφαλιστικά ταμεία της ΔΕΗ και του ΟΤΕ, αλλά και περίπου 3 δισ. άλλες υπερβάσεις δαπανών. Συν τα χρέη των νοσοκομείων 4-5 ετών, συνολικού ύψους 6 δισ., επίσης μη καταγεγραμμένα (ενώ η ΕΣΥΕ ψευδώς ενημέρωνε την Eurostat ότι οι οφειλές ανέρχονταν μόλις σε 2,2 δισ.). Και βέβαια, αντίστοιχη υστέρηση υπήρχε στα έσοδα: πρόβλεψη στον προϋπολογισμό για ετήσια έσοδα 62 δισ., εισπράξεις μέχρι τον Σεπτέμβριο 2009 μόλις 35 δισ.

Όλα αυτά τα στοιχεία κοινοποιήθηκαν στην Eurostat (είχε ήδη εκφράσει επιφυλάξεις για έλλειμμα 6%) και αποτυπώθηκαν με διαφάνεια στον προϋπολογισμό του 2010 τον Νοέμβριο του 2009, ο οποίος –κάτι που ξεχνούν πολλοί– προέβλεπε ήδη (πολύ πριν από το μνημόνιο) μείωση ελλείμματος 3,6 μονάδων για το επόμενο έτος. Ταυτόχρονα έγινε σημαντική προσπάθεια να συγκρατηθεί όσο γινόταν το έλλειμμα του 2009, ώστε να μην κλείσει ακόμα υψηλότερα (με συγκράτηση λειτουργικών δαπανών, διακοπή του μέτρου απόσυρσης, αύξηση τελών κυκλοφορίας, έκτακτη εισφορά στις πολύ κερδοφόρες επιχειρήσεις, μη ανανέωση συμβάσεων σε εργαζόμενους ορισμένου χρόνου κ.λπ.).

Δυστυχώς, όπως είναι γνωστό, το έλλειμμα του 2009 δεν ήταν τελικά 12,7% όπως εκτιμήθηκε στον προϋπολογισμό του 2010. Τον Απρίλιο του 2010 η Eurostat και η ανεξάρτητη πλέον ΕΛΣΤΑΤ το αναθεώρησαν σε 13,6% και τον Οκτώβριο του 2010, έπειτα από εντατικούς ελέγχους, σε 15,4% του ΑΕΠ (αλλά και το έλλειμμα του 2008 σε 9,4% από μόλις 5,6% που ισχυριζόταν η Ν.Δ.). Γι’ αυτή την τελευταία αναθεώρηση που προσέθεσε στο έλλειμμα 1,8 μονάδες του ΑΕΠ κατηγορείται ο κ. Γεωργίου, με αιχμή του δόρατος τη συμπερίληψη 17 ζημιογόνων δημόσιων φορέων (πέρα από την εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων, με ποια λογική δεν πρέπει να μετράει στο έλλειμμα ένας φορέας όπως ο ΟΣΕ του οποίου τα χρέη έχει αναλάβει ο Έλληνας φορολογούμενος εδώ και χρόνια;). Με άλλα λόγια, η δικαιοσύνη δεν αμφισβητεί το 13,6% έλλειμμα με βάση το οποίο η Ελλάδα προσέφυγε στον μηχανισμό στήριξης, κάτι που αποσιωπούν όσοι αναζητούν σανίδα σωτηρίας στη δίωξη Γεωργίου για όσα ψευδή έλεγαν τόσα χρόνια.

Από στόχο για έλλειμμα 2% του ΑΕΠ το 2009, όπως είχε καθοριστεί τον Δεκέμβριο του 2008, φτάσαμε σε πραγματικό έλλειμμα άνω του 15% του ΑΕΠ, απόκλιση πάνω από 13 μονάδες του ΑΕΠ σε έναν μόλις χρόνο. Σε απόλυτους αριθμούς, από προβλεπόμενο έλλειμμα περίπου 5 δισ. ευρώ, διαπιστωμένο έλλειμμα άνω των 36 δισ., ένας αδιανόητος εκτροχιασμός 31 δισ. ευρώ, ισοδύναμος με 12 ΕΝΦΙΑ σε ένα μόλις χρόνο!

Αντίστοιχα, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε το 2009 κατά 36 δισ. ευρώ. Και αυτό είναι επιβεβαιωμένο (τίτλο προς τίτλο) από όλες τις παγκόσμιες ηλεκτρονικές πλατφόρμες καταγραφής εκδόσεων δημοσίου χρέους. Έτσι, ο συνολικός λογαριασμός της Ν.Δ. στη χώρα την περίοδο 2004-2009 έφτασε τα 120 δισ. επιπρόσθετο χρέος, έναντι των 180 δισ. που είχε δανειστεί η χώρα σωρευτικά από το 1830 έως το 2004.

Από το 2010, η Βουλή έχει ψηφίσει 6 προϋπολογισμούς με βάση αυτά τα στοιχεία. Η χώρα έχει συνάψει το δεύτερο και πρόσφατα το τρίτο μνημόνιο με βάση αυτά ακριβώς τα στοιχεία. Το δε Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2014 κατέληξε ότι «η προβληματική κατάσταση της Ελλάδας οφειλόταν και στη στατιστική λαθροχειρία κατά τα έτη που προηγήθηκαν της κατάρτισης του προγράμματος».

Προκαλεί κατά συνέπεια, ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι, η δικαιοσύνη αντί να ερευνήσει το γεγονός αυτό ασχολείται αποκλειστικά με αυτούς που σταμάτησαν το κουκούλωμα, αποτύπωσαν το πραγματικό έλλειμμα και εφάρμοσαν τους ευρωπαϊκούς κανόνες.