Αρθογραφία

Το άρθρο είναι η συμμετοχή μου στο συλλογικό έργο: "Η κοινωνική ασφάλιση ως προυπόθεση οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής", Εκδόσεις Παπαζήση 2016.

  1. Εισαγωγή

Έχουν συμπληρωθεί 25 χρόνια από τότε που το ασφαλιστικό πρόβλημα βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης ως ζήτημα προς άμεση επίλυση. Έκτοτε αποτελεί προνομιακό πεδίο σκληρής και άγονης πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς δεν έχουμε καταφέρει μέχρι στιγμής να το επιλύσουμε.

Στην 25ετία που μεσολάβησε, έγιναν έξι παρεμβάσεις. Η πρώτη ουσιαστική παρέμβαση έγινε με τους νόμους 1902/1990 και 2084/1992, που συνδυαστικά έδωσαν ανάσα στο ασφαλιστικό μας σύστημα.

Η δεύτερη ουσιαστική παρέμβαση υπήρξε ο ν. 3863/2010. Καθιέρωνε μία σχεδόν καθολική, βασική σύνταξη και μια ανταποδοτική αναλογική σύνταξη. Σε αντίθεση με την επικρατούσα άποψη, η μεταρρύθμιση του 2010 δεν επιβλήθηκε από την τρόικα αλλά υπήρξε πολιτική πρωτοβουλία της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Αν κάποιος θέλει να σταθεί κριτικά απέναντι στον ν. 3863/2010, θα πρέπει κυρίως να επικεντρωθεί στις υποθέσεις στις οποίες στηρίχθηκε ως προς το ζήτημα της ανεργίας, αλλά και της οικονομικής ανάπτυξης, οι οποίες, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, ήταν πάρα πολύ αισιόδοξες.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ληφθεί τότε η πολιτική απόφαση να υπάρξει μία μεγάλη μεταβατική περίοδος για την εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου. Η εφαρμογή του θα ξεκινούσε από την 1η Ιανουαρίου του 2015. Ο νέος τρόπος υπολογισμού των συντάξεων θα είχε πλήρη εφαρμογή περίπου το 2030.

Μια άλλη αδυναμία των παρεμβάσεων κατά την περίοδο της κρίσης ήταν ότι θεσπίστηκαν σημαντικές πρόσθετες διευκολύνσεις για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων πολλών κατηγοριών ασφαλισμένων ενώ δεν έγιναν παρεμβάσεις σε διατάξεις που διευκόλυναν την πρόωρη συνταξιοδότηση. Έτσι, μεταξύ 2010-2015 το ασφαλιστικό σύστημα επιβαρύνθηκε από την μαζική έξοδο εκατοντάδων χιλιάδων ασφαλισμένων που βγήκαν στην σύνταξη (Γιαννίτσης 2016).

Οι παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό συνεχίστηκαν και μετά το 2010, με κυριότερη αυτή με τον ν. 4052/2012 που αφορούσε κυρίως τα επικουρικά ταμεία. Οι προγενέστερες παρεμβάσεις με τους νόμους 2676/1999, 3029/2002 και 3655/2008 ήταν μικρότερης εμβέλειας και αφορούσαν κυρίως ζητήματα συγκεντροποίησης ασφαλιστικών ταμείων και εξομοίωσης στην αντιμετώπιση των ασφαλισμένων.

  1. Ήταν αναγκαία μια νέα παρέμβαση στο ασφαλιστικό μετά τον ν. 3863/2010;

Το 2016 ξανασυζητάμε για το ασφαλιστικό μετά την νομοθετική πρωτοβουλία που πήρε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στο πλαίσιο του τρίτου μνημονίου.

Να τονιστεί ότι σήμερα το πρόβλημα του ασφαλιστικού παρά τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες είναι μικρότερο ως προς το μέγεθος από εκείνο του 2009. Τότε το ασφαλιστικό χρειαζόταν ετήσια ενίσχυση 18,5 δις ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ σήμερα χρειάζεται 10,5 δις ευρώ.

Τότε έπρεπε να γίνουν παρεμβάσεις για να αποτραπεί αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης από τα 32,7 δις ευρώ το 2009 στα 48 δις ευρώ που θα έφθανε το 2015 με βάση τις μελέτες. Σήμερα είμαστε στα 28,5 δις ευρώ και αναζητείται σταθεροποίηση. Αυτή η μεγάλη διαφορά δείχνει και πόσο διαφορετικές ήταν οι συνθήκες τότε σε σχέση με τις σημερινές.

Εύλογα μπορεί να τεθεί το ερώτημα γιατί είναι τόσο δύσκολο να αντιμετωπιστεί κατά ουσιαστικό τρόπο το ασφαλιστικό ζήτημα, έτσι ώστε να δίνει την αίσθηση της ασφάλειας σε βάθος χρόνου τόσο στους εργαζόμενους όσο και στους εργοδότες και ταυτόχρονα να συνεισφέρει μέσα από τη βελτίωση του οικονομικού κλίματος στην έξοδο της χώρας από την ύφεση στην οποία είναι βυθισμένη από το 2008;

Θεωρώ ότι δύο είναι οι βασικοί λόγοι:

Ο πρώτος είναι γιατί σε όρους πολιτικής οικονομίας η αδράνεια, η μη επίλυση του ασφαλιστικού, ωφελούσε τμήματα της κοινωνίας που είχαν δυναμική παρουσία και πελατειακούς μηχανισμούς παρέμβασης στα κόμματα εξουσίας και αντιπολίτευσης.

Είναι λάθος να πιστεύει κανείς ότι μια κοινωνική ομάδα μπορεί να διασφαλίζει τα προνόμια της, μόνο αν έχει πρόσβαση στα κόμματα εξουσίας. Εξίσου δυναμική παρέμβαση μπορεί να έχει μέσω των κομμάτων της αντιπολίτευσης γιατί αυτά ασκούν μεγάλη πίεση στα κόμματα εξουσίας σε θέματα που μπορεί να τους ωφελήσουν πολιτικά, όπως είναι για παράδειγμα το ασφαλιστικό.

Κάθε φορά λοιπόν που άνοιγε η σχετική συζήτηση τα κόμματα της αντιπολίτευσης, πολλές φορές και της συμπολίτευσης, αλλά και λαϊκιστές διαμορφωτές της κοινής γνώμης έκλειναν πονηρά το μάτι στους συνταξιούχους λέγοντας ότι δεν χρειάζεται να γίνει καμία παρέμβαση. Ένα τυπικό παράδειγμα παρέμβασης στο ασφαλιστικό που αναβλήθηκε ήταν αυτή του 2001 με τον Τάσο Γιαννίτση.

Το αποτέλεσμα όμως της αδράνειας ήταν να φτάσουμε στο σημείο το 2010 να γίνουν παρεμβάσεις που ήταν πλέον αναγκαστικές και εκ των πραγμάτων βίαιες, για να μπορεί το ασφαλιστικό σύστημα σήμερα να πληρώνει αυτές τις χαμηλότερες συντάξεις.

Η πολιτική άποψη όσων αντιτάχθηκαν στην αλλαγή που ήρθε με τον ν. 3863/2010 ήταν ότι το ελληνικό σύστημα ασφάλισης ήταν βιώσιμο ‒σε αντίθεση με ότι υποστήριζαν μέχρι τότε όλοι οι διεθνείς οργανισμοί‒ και ότι οι παρεμβάσεις που έγιναν με τον νόμο αυτόν δεν ήταν παρά το αποτέλεσμα ιδεοληπτικών προσεγγίσεων.

Ωστόσο όλες οι μελέτες οι οποίες είχαν γίνει μέχρι τότε έδειχναν ότι, εάν δεν γινόταν παρέμβαση στο ασφαλιστικό, σε βάθος χρόνου οι σχετικές δαπάνες θα έφταναν στο 24% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Επιπλέον λόγω της γήρανσης του πληθυσμού οι προβλεπόμενες εισφορές δεν θα ξεπερνούσαν το 10% του ΑΕΠ. Αυτή η διαφορά ανάμεσα στις εισροές και τις εκροές θα οδηγούσε μαθηματικά σε κατάρρευση του ασφαλιστικού. Επομένως η άποψη όσων αντιτάχθηκαν στη μεταρρύθμιση δεν τεκμηριωνόταν σε καμία μελέτη και όσες υπήρχαν μέχρι τότε επιβεβαίωναν ακριβώς το αντίθετο. Ότι το ασφαλιστικό δεν είναι βιώσιμο.

Πού βρισκόμαστε όμως σήμερα σύμφωνα με τις σχετικές μελέτες; Η τελευταία σχετική μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (The 2015 Ageing Report) αποτιμά ποιες ήταν οι επιπτώσεις από τον ν. 3863/2010 στη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Σύμφωνα με αυτή το 2013 οι συνταξιοδοτικές δαπάνες στην Ελλάδα παρέμεναν οι υψηλότερες στην Ευρώπη: ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν στο 16,1%, όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη ήταν περίπου στο 12,3%.

Σύμφωνα με την έκθεση μετά από τις παρεμβάσεις της τελευταίας πενταετίας οι συνταξιοδοτικές δαπάνες το 2030 θα μειωθούν στο 14% του ΑΕΠ. Το ποσοστό αυτό θα είναι κατά μία ποσοστιαία περίπου μονάδα ψηλότερο από το μέσο όρο της Ευρώπης που θα είναι στο 13% του ΑΕΠ.

Για να γίνει κατανοητό γιατί κερδίζει η αδράνεια στην αντιμετώπιση του ασφαλιστικού, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ποιοι ωφελούνται και ποιοι ζημιώνουν από τη μη επίλυση του.

Τον λογαριασμό της μη αντιμετώπισης των ελλειμμάτων του ασφαλιστικού καλούνται να πληρώσουν:

1) Άμεσα οι φορολογούμενοι μέσω της αύξησης της φορολογίας προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η αύξηση των συνεισφορών του προϋπολογισμού προς τα ασφαλιστικά ταμεία.

2) Έμμεσα οι νεότερες και οι επερχόμενες γενεές, αφού οι φορολογούμενοι κάθε περιόδου επιδιώκουν να μην καλυφθεί το σύνολο των βαρών από νέα αύξηση φορολογίας αλλά να γίνει μετάθεσή τους στο μέλλον μέσω της συσσώρευσης χρέους.

Όσο η πρόσβαση μιας χώρας σε φθηνό χρήμα είναι διαθέσιμη, τόσο πιο εύκολα μετατίθεται η λύση του προβλήματος.

Θεωρώ επομένως ότι ο δεύτερος λόγος για τον οποίο κατά τη δεκαετία του 2000 δεν έσπευσαν οι κυβερνήσεις να αντιμετωπίσουν το ασφαλιστικό είναι ότι μετά την ένταξη στη ΟΝΕ η χώρα είχε πρόσβαση σε φθηνό δανεισμό από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων.

Οι κυβερνήσεις της χώρας μετά το 2001 είχαν βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση πολιτικής τους οποίους δεν είχαν τα προηγούμενα χρόνια. Η περιορισμένη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και το υψηλό κόστος δανεισμού της περιόδου πριν από την ένταξη στην ΟΝΕ λειτουργούσαν περισσότερο πιεστικά στη λήψη αποφάσεων για να αντιμετωπιστεί το ασφαλιστικό που επιβάρυνε σταθερά τον προϋπολογισμό.

Άρα αυτοί που πληρώνουν το τίμημα της αδράνειας μέσω της συσσώρευσης χρέους και της αβεβαιότητας για τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα είναι κυρίως οι νέοι, οι οποίοι δεν έχουν ουσιαστική δυνατότητα παρέμβασης στους πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων.

Όταν όμως μια γενεά μεταφέρει υπέρμετρα βάρη στην επόμενη γενεά ‒και με αυτό εννοώ βάρη που δεν δικαιολογούνται από την αρχή της διαγενεαλογικής αλληλεγγύης‒ πόσο αριστερή ή πόσο κοινωνικά δίκαιη μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η πολιτική;

Οι συντάξεις στηρίζονται στις εισφορές αυτών που εργάζονται σήμερα. Αν λοιπόν οι πρώτες είναι δυσανάλογες σε σχέση με τις εισφορές ή ανατραπεί η ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς που εργάζονται και εισφέρουν και σε αυτούς που είναι συνταξιούχοι, τότε το σύστημα καταρρέει και καμία σύνταξη δεν είναι εγγυημένη.

Οι εγγυήσεις που παρέχει το Σύνταγμα για τις συντάξεις καμία ουσιαστική αξία δεν έχουν, αν το κράτος δεν διαθέτει τους αναγκαίους πόρους για να χρηματοδοτήσει το ασφαλιστικό σύστημα. Η ένδεια πόρων του ασφαλιστικού και του προϋπολογισμού οδήγησε στις περικοπές. Άρα οι όποιες αποφάσεις του δικαστικού ελέγχου για ακύρωσή τους δεν μπορεί να παραγνωρίζει τα αίτια που οδήγησαν σε αυτές τις περικοπές.

Τονίζω το σημείο αυτό, διότι δεν υπάρχει σταθερός κανόνας από την πλευρά του δικαστικού ελέγχου ως προς το ποιες περικοπές είναι συνταγματικές και ποιες όχι. Πράγμα που σε συνθήκες κρίσης οδηγεί σε απουσία ασφαλούς δημοσιονομικού προγραμματισμού εκ μέρους του νομοθέτη, όταν οι περιστάσεις επιβάλλουν αλλαγή στις παροχές.

Μια δεύτερη κριτική επισήμανση προς όσους αντιδρούσαν στις αλλαγές του 2010 και στις επόμενες αφορά το ερώτημα αν το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας διακρινόταν για τη διαφάνειά του και για την ίση μεταχείριση των ασφαλισμένων. Είδαμε ότι ήταν άνισο σε ότι αφορά την κατανομή των βαρών ανάμεσα στις διαφορετικές γενεές. Τι ίσχυε όμως σε ότι αφορά την κατανομή των βαρών εντός της ίδιας γενεάς;

Η πραγματικότητα είναι ότι σε μεγάλο βαθμό ακόμα και σήμερα μετά από όλες αυτές τις παρεμβάσεις το ασφαλιστικό είναι άδικο και άνισο. Είναι άδικο, αφού το δικαίωμα στη σύνταξη δεν το καθόριζαν διαφανείς και ενιαίοι κανόνες για όλους τους εργαζόμενους, αλλά αδιαφανείς κανόνες, αποτέλεσμα συναλλαγών μεταξύ κομμάτων και εργαζομένων στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων. Άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων του ΙΚΑ και άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων της ΔΕΗ και του ΟΤΕ. Άλλη η κατά συνταξιούχο ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό στο ΙΚΑ και άλλη στο συνταξιούχο των ταμείων της ΔΕΗ και του ΟΤΕ.

Ο κρατικός προϋπολογισμός το 2009 έδινε 4,5 δισεκατομμύρια για περίπου 1,2 εκατομμύρια ασφαλισμένων του ΙΚΑ, δηλαδή 3.750 ανά ασφαλισμένο αλλά έδινε 750 εκατομμύρια για 37.000 ασφαλισμένους στη ΔΕΗ, δηλαδή περίπου 20.000 ευρώ ανά ασφαλισμένο. Πόσο δίκαιη είναι αυτή η ανισότητα στην κατανομή των ενισχύσεων ανά δικαιούχο;

Αυτά τα χαρακτηριστικά του ασφαλιστικού συστήματος όμως επηρεάζουν αρνητικά και τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας, διότι οδηγούσαν τους εργαζόμενους σε επιλογές οι οποίες συνέβαλαν στη διόγκωση ενός στρεβλού παραγωγικού προτύπου που ευθύνεται για την κρίση που οδήγησε στην κατάρρευση του 2009. Διότι οι εργαζόμενοι επέλεγαν είτε τύπους εργασίας είτε θέσεις εργασίας στον μη ανταγωνιστικό και εσωστρεφή τομέα της οικονομίας, ο οποίος διογκώθηκε σε τέτοια έκταση που κατέστησε το παραγωγικό πρότυπο της χώρας μη βιώσιμο.

Με απλά λόγια ο ελληνικός καπιταλισμός δεν μπορούσε να ενσωματωθεί ανταγωνιστικά στον παγκόσμιο, γιατί τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που παράγονταν στην Ελλάδα δεν είχαν ζήτηση στις υπόλοιπες χώρες αλλά ούτε και στο εσωτερικό.

Δεν ήταν όμως μόνο άδικο το σύστημα, ήταν και σαθρό, αφού δεν υπήρχαν έλεγχοι για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά του ως προς την κοινωνική του στόχευση.

Δεν είναι τυχαίο ότι παρά τις υψηλές δαπάνες ‒ υψηλότερες από άλλες ευρωπαϊκές‒ το ασφαλιστικό μας σύστημα ήταν πριν από την κρίση αναποτελεσματικό –μετά την κρίση άλλαξε η εικόνα- ως προς το να προστατέψει τους δικαιούχους και ιδιαίτερα αυτούς με ηλικία από 65 και πάνω. Πριν την κρίση, το ποσοστό σε φτώχεια στην Ελλάδα σε αυτή τη συγκεκριμένη ηλικιακή κατηγορία των συνταξιούχων ήταν υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρώπη.

Η μη επίλυση του ασφαλιστικού δεν είναι χωρίς κόστος για την οικονομία και στις παρούσες συνθήκες υπονομεύει, την προοπτική της σταθερής ανάπτυξης στον βαθμό που αφαιρεί δυσανάλογα μεγάλους πόρους από την οικονομία μέσω της επιβολής νέων φόρων.

Στο δημόσιο διάλογο για το ασφαλιστικό η συζήτηση επικεντρώνεται μονομερώς στην πλευρά των πόρων του συστήματος και πολύ λίγο στις πληρωμές. Όμως τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό πληρωμών και ότι ως χώρα ξεχωρίζει έναντι των υπολοίπων διότι το κράτος συνεισφέρει περισσότερα για τη στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος ως ποσοστό του ΑΕΠ σε σχέση με αυτά που συνεισφέρουν οι άλλες χώρες.

Ερχόμαστε λοιπόν στο κρίσιμο ζήτημα που αφορά την επάρκεια η μη των πόρων του συστήματος. Η κυρίαρχη άποψη είναι ότι το ασφαλιστικό μπορεί να λυθεί, αν η χώρα επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και ταυτόχρονα επικεντρωθεί στη συλλογή ασφαλιστικών εσόδων που διαφεύγουν ή επιβάλει νέες εισφορές σε εισοδήματα για τα οποία δεν καταβάλλονται εισφορές.

Η εισφοροδιαφυγή είναι μεγάλη στην Ελλάδα αφού ως προς τα ασφαλιστικά έσοδα υστερεί σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες περίπου κατά 2,5 έως 3,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, τόσο πριν από την κρίση όσο και κατά τη διάρκειά της. Έχουν γίνει σημαντικές προσπάθειες να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της εισφοροδιαφυγής, αλλά χωρίς απτά αποτελέσματα.

Σε ότι αφορά την ανάπτυξη, οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης οδηγούν σταδιακά σε αύξηση της απασχόλησης και επομένως ενισχύονται τα έσοδα του συστήματος. Όμως να υπενθυμίσω ότι το πρόβλημα με το ασφαλιστικό υπήρχε και σε εποχές που η ελληνική οικονομία έτρεχε με πραγματικούς ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 3%-4%.

Επομένως, η ανάπτυξη δημιουργεί πόρους για ένα βιώσιμο ασφαλιστικό, υπό την προϋπόθεση ότι η αρχιτεκτονική του ασφαλιστικού έχει στηριχτεί σε παραδοχές που ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα.

Αντίθετα, αν το ασφαλιστικό έχει περιορισμένα έσοδα και δαπάνες οι οποίες συνεχώς αυξάνονται, τότε δημιουργεί τεράστιες δημοσιονομικές πιέσεις, αφού η διατήρηση του επιπέδου των παροχών του προϋποθέτει συνεχώς στήριξη από τον κρατικό προϋπολογισμό. Αυτή η στήριξη μπορεί να οδηγήσει σε νέα δημοσιονομική εκτροπή και τότε να χαθεί η προοπτική της βιώσιμης ανάπτυξης.

Με βάση τα παραπάνω τίθεται το ερώτημα αν η απουσία ουσιαστικής παρέμβασης στο ασφαλιστικό όλα αυτά τα χρόνια μπορεί να σχετίζεται με την κρίση δημόσιου χρέους ή όχι; Με βάση τα δεδομένα του Οκτωβρίου του 2009, όταν ανέλαβα καθήκοντα στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, το ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόταν περίπου 1,5 δις ευρώ το μήνα ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καταβάλει τρέχουσες συντάξεις. Αυτό σημαίνει ότι χρειαζόταν περίπου 18 δις ευρώ το χρόνο.

Η στήριξη του προϋπολογισμού προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης ήταν της τάξης των 5,4 δις ευρώ ή 4% του ΑΕΠ το 2001. Το 2009, είχε φτάσει στα 18,9 δις ευρώ ή 8,2% του ΑΕΠ. Αν είχε σταθεροποιηθεί η συνεισφορά του κρατικού προϋπολογισμού στα ονομαστικά επίπεδα του 2001, η χώρα θα είχε 75 δισεκατομμύρια λιγότερο χρέος σε σχέση με αυτό το οποίο είχε το 2009.

Με λίγα λόγια, ένα στα τέσσερα ευρώ που χρωστούσε η χώρα το 2009 οφείλονταν στο γεγονός ότι τη δεκαετία του 2000 δεν προνόησαν οι κυβερνήσεις να ανακόψουν αυτήν την ανησυχητική πορεία αύξησης της χρηματοδότησης των ασφαλιστικών ταμείων από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Τελευταία γίνεται αναφορά στις αρνητικές επιπτώσεις που είχε το PSI στα αποθεματικά του ασφαλιστικού και ότι η κατάρρευσή του οφείλεται στο PSI. Πρόκειται για προκλητική άγνοια των πραγματικών δεδομένων, που επιχειρεί να συσκοτίσει τα πραγματικά αίτια του ασφαλιστικού προβλήματος.

Μιλάνε για απώλεια της τάξης των 26 δις ευρώ πριν το PSI, όταν τα ομόλογα που είχαν όλα τα ασφαλιστικά ταμεία ήταν 25,4 δις ευρώ. Ειδικά τα τέσσερα μεγαλύτερα ταμεία, ΙΚΑ, ΟΓΑ, ΟΑΕΕ και ΝΑΤ, που έχουν 2,2 εκατ. από τα 2,65 εκατομμύρια των ασφαλισμένων, είχαν αποθεματικά σε ομόλογα μόλις 3 δις ευρώ. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας (2012) από το PSI χάθηκαν 11,7 δις ευρώ.

Τέλος αποσιωπάται το γεγονός ότι ο κρατικός προϋπολογισμός από το 2010 μέχρι σήμερα έχει δώσει για το ασφαλιστικό 100 δις ευρώ, δηλαδή εννέα φορές περισσότερα από όσα χάθηκαν για το PSI.

Αφού λοιπόν έγιναν τόσες παρεμβάσεις την τελευταία εικοσιπενταετία, γιατί σήμερα το ασφαλιστικό εξακολουθεί να έχει προβλήματα; Η απάντηση σε ένα μεγάλο βαθμό σχετίζεται με συγκυριακούς παράγοντες:

1) Η ανεργία ανέρχεται στο 1,3 εκατομμύρια άτομα και την τελευταία πενταετία οι μισθοί μειώθηκαν σημαντικά. Αυτές οι εξελίξεις είχαν ως αποτέλεσμα να μειωθούν σημαντικά και τα ασφαλιστικά έσοδα.

2) Η οικονομία είναι σε ύφεση από το 2008 και έχουν κλείσει πάρα πολλές επιχειρήσεις ή πολλές από αυτές που συνεχίζουν να λειτουργούν δεν αποδίδουν τις ασφαλιστικές εισφορές αυξάνοντας τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις των ταμείων.

3) Η έλλειψη βεβαιότητας για το μέλλον και για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων είχε ως αποτέλεσμα πολλοί εργαζόμενοι να προσφύγουν στη σύνταξη και να αυξηθούν απότομα οι πληρωμές του συστήματος. Σύμφωνα με το σύστημα Ήλιος (ΗΔΙΚΑ 2015) σήμερα οι δικαιούχοι είναι 2.650.000, ενώ εκτιμήσεις που αναγράφονται στον Τύπο, αναφέρουν ότι εκκρεμούν 173.000 αιτήσεις για κύριες συντάξεις (Καθημερινή 2015).

Αυτό όμως που είναι πιο ανησυχητικό είναι ότι περίπου το 50% από αυτούς που προσφεύγουν αυτή τη στιγμή στη σύνταξη είναι στην ηλιακή κατηγορία 51-61 ετών (ΗΔΙΚΑ 2015), πράγμα που σημαίνει ότι ακόμη και σήμερα οι παροχές του συστήματος εξακολουθούν να λειτουργούν ως κίνητρο για την έξοδο στη σύνταξη, εισάγοντας στρεβλώσεις στις επιλογές των εργαζομένων.

Με λίγα λόγια η κρίση επιτάχυνε την πρόωρη έξοδο από την αγορά εργασίας και αυτό εκ των πραγμάτων επηρεάζει αρνητικά τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας, αφού μειώνεται ο αριθμός των ατόμων που βρίσκονται στην αγορά εργασίας.

Η επιστροφή λοιπόν στην ανάπτυξη και στην πλήρη απασχόληση μπορεί να προσφέρει ανακούφιση στο ασφαλιστικό, αλλά δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα της άνισης κατανομής των βαρών εντός της ίδιας γενεάς ούτε και μεταξύ διαφορετικών γενεών.

Επομένως η παρέμβαση στο ασφαλιστικό ήταν αναγκαία   προκειμένου να τεθεί σε σταθερή τροχιά και να βοηθήσει στην επίτευξη βιώσιμων δημόσιων οικονομικών, προϋπόθεση για μετάβαση σε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης.

  1. Η παρέμβαση στο ασφαλιστικό από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που συγκροτήθηκε μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, αρνήθηκε να εφαρμόσει τον ν. 3863/2010, καθώς συνέπεσε το 2015 να είναι και το πρώτο έτος πλήρους εφαρμογής του.

Με το νόμο που τελικά κατατέθηκε και ψηφίστηκε η κυβέρνηση επεδίωξε να συνδυάσει πολιτικές και οικονομικές στοχεύσεις πάντα εντός του διαπραγματευτικού πλαισίου με τους θεσμικούς δανειστές.

Συγκεκριμένα όφειλε να πετύχει άμεσα εξοικονομήσεις της τάξης του 1% του ΑΕΠ και να περιορίσει τις περικοπές στις συντάξεις κάτω από ένα όριο.

Έτσι, πέτυχε να διασώσει το ύψος των καταβαλλόμενων κύριων συντάξεων μέχρι και το 2018 με την εισαγωγή του επαναϋπολογισμού των συντάξεων και την πρόβλεψη για καταβολή προσωπικής διαφοράς για τους παλιούς ασφαλισμένους ώστε να καλύπτει την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Περικόπτει τις επικουρικές συντάξεις σε επιλεγμένο ποσοστό συνταξιούχων, για τους οποίους όμως η περικοπή αυτή μπορεί να φτάσει και το 40% της σύνταξής τους.

Προχωρά στη δημιουργία ενός ταμείου, το οποίο θα διαχειρίζεται το σύνολο της συνταξιοδοτικής δαπάνης, συμπεριλαμβανομένης και της δαπάνης για συντάξεις του δημοσίου. Μέσω της συγχώνευσης αυτής θα μπορέσει να κάνει χρήση των αποθεματικών όλων των ταμείων για την πληρωμή των συντάξεων για τουλάχιστον δυο χρόνια. Ένα από τα αρνητικά χαρακτηριστικά του νέου νόμου είναι ότι δεν αποκατάστησε τη σχέση εισφορών – παροχών.

Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι με το νέο νόμο επιτυγχάνεται η ίση μεταχείριση και η επίτευξη δικαιοσύνης μεταξύ παλαιών και νέων συνταξιούχων. Στην πραγματικότητα υφίσταται διαφορετική αντιμετώπιση. Η εκτίμηση ότι μετά από τρία έτη θα επέλθει «εξίσωση» των παλαιών συνταξιούχων με τους νέους, προϋποθέτει την ανάπτυξη της οικονομίας.

Με το νέο σύστημα διατηρείται ο διαχωρισμός των συνταξιούχων σε συνταξιούχους πολλών ταχυτήτων. Οι σημερινοί συνταξιούχοι βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση έναντι αυτών που θα ακολουθήσουν. Το πιο αρνητικό χαρακτηριστικό της νέας παρέμβασης είναι ότι ενώ επιβαρύνει τους εργαζομένους με τις υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές στην Ευρώπη τους προσφέρει χαμηλές παροχές μειώνοντας τα κίνητρα τους για ασφάλιση.

Πρέπει όμως να γίνει κατανοητό ότι η νέα παρέμβαση όπως και κάθε παρέμβαση θα βρει την ευρύτερη δυνατή κοινωνική συναίνεση, όταν γίνεται σε συνθήκες απόλυτης διαφάνειας, χωρίς να συνεχίζει τις παθογένειες του παρελθόντος, όπου όσοι είχαν πρόσβαση σε πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων διασφάλιζαν τα προνόμιά τους.

Η επίλυση στο ασφαλιστικό δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της επικέντρωσης στους πόρους του συστήματος. Επιλογές όπως αυτές που αφορούν περαιτέρω αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών πρέπει να αξιολογούνται με γνώμονα την επίπτωση στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και στην ανάπτυξη. Αν λοιπόν υποστηρίζεται από την κυβέρνηση ότι λύνεται το πρόβλημα αυξάνοντας τις εργοδοτικές εισφορές, αλλά αυτό με τη σειρά του αποτρέπει τις επενδύσεις και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, τότε μπαίνουμε σε έναν φαύλο κύκλο.

Η νέα παρέμβαση για το ασφαλιστικό όφειλε να στοχεύει και στη διευκόλυνση του διαρθρωτικού μετασχηματισμού της οικονομίας. Να μην εισάγει στρεβλώσεις που ευνοούν τη δραστηριοποίηση των εργαζομένων στο μη ανταγωνιστικό και εσωστρεφές τμήμα της οικονομίας, πράγμα που υπήρξε και η αιτία που φτάσαμε στην κατάρρευση του 2009.

  1. Επίλογος

Για να βγει η οικονομία από την ύφεση, είναι αναγκαία η αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου, ώστε να δημιουργηθούν νέες και βιώσιμες θέσεις εργασίας και να αυξηθούν τα εισοδήματα και επομένως οι πόροι του συστήματος.

Η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα ειδικά σε συνθήκες κρίσης και έξαρσης των κοινωνικών ανισοτήτων είναι πώς θα διασφαλιστεί η επάρκεια των συντάξεων, ώστε να προστατεύονται οι ηλικιωμένοι από τη φτώχεια, αλλά και πώς οι συνταξιοδοτικές δαπάνες θα είναι συμβατές με βιώσιμα δημόσια οικονομικά. Αυτή είναι η υποχρέωση που έχουμε απέναντι στις νέες γενεές, για να νιώσουν ότι οι θυσίες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα δεν θα πάνε χαμένες.

Πηγές

Γιαννίτσης Τ., (2016) Το ασφαλιστικό και η Κρίση, (εκδόσεις Πόλις).

Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2015), The 2015 Ageing Report, Economic and budgetary projections for the 28 EU Member States (2013-2060), http://ec.europa.eu/economy_finance/publications/european_economy/2015/pdf/ee3_en.pdf

ΗΔΙΚΑ (2015), Έκθεση 25η, μηνιαία έκθεση του Ενιαίου Συστήματος Ελέγχου και Πληρωμών Συντάξεων «ΗΛΙΟΣ», http://www.idika.gr/files/25%CE%B7_%CE%B5%CE%BA%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7_%CE%97%CE%9B%CE%99%CE%9F%CE%A3_final.pdf

Καθημερινή (2015), «Νέα απειλή για το ασφαλιστικό 330.000 αιτήσεις συνταξιοδότησης», 13 Δεκεμβρίου, http://www.kathimerini.gr/842050/article/ oikonomia/ellhnikh-oikonomia/nea-apeilh-gia-to-asfalistiko-330000-aithseis-synta3iodothshs

Τράπεζα της Ελλάδας (2012), Απάντηση στην ερώτηση 170/17/7/2012, Κοινοβουλευτικού Ελέγχου, http://www.tovima.gr/files/1/2012/09/04/ PINAKES%20PSI.pdf

Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (2015), Πόρισμα Επιτροπής για την πρόταση ενός νέου ασφαλιστικού συστήματος, Προς Ένα Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο για τις Συντάξεις, http://www. tovima.gr/files/1/2015/10/po.pdf

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» Δημοσιεύθηκε την Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

Η​​ υπογραφή του τρίτου μνημονίου τον Αύγουστο του 2015 έδωσε στη χώρα τη δυνατότητα να καλύψει τις χρηματοδοτικές της ανάγκες μέχρι το 2018. Ο στόχος –όπως και των προηγούμενων προγραμμάτων– είναι, μέσω της δημοσιονομικής σταθεροποίησης και της προώθησης των αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών, να προετοιμαστεί η χώρα ώστε να βγει στις αγορές και να κλείσει ο κύκλος του αναγκαστικού δανεισμού που ξεκίνησε το 2010, μετά τη δημοσιονομική κατάρρευση του 2009.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ όφειλε να προχωρήσει στην έγκαιρη εφαρμογή των δεσμεύσεων που ανέλαβε. Γιατί όπως έδειξε η εμπειρία από το 2010 και μετά και ειδικά αυτή του πρώτου εξαμήνου του 2015, όλες οι καθυστερήσεις λειτουργούν εις βάρος της οικονομίας. Ενισχύουν την αβεβαιότητα, παρατείνουν την ύφεση και συντηρούν υψηλά ποσοστά ανεργίας. Τελικά, οδηγούν σε περισσότερα μέτρα και μετατίθεται στο απώτερο μέλλον ο χρόνος εξόδου στις αγορές. Επιπρόσθετα, η έγκαιρη εφαρμογή των δεσμεύσεων, όπως για παράδειγμα η αντιμετώπιση του προβλήματος των «κόκκινων» δανείων, θα βελτίωνε την αναπτυξιακή προοπτική.

Σύμφωνα με τη δέσμευση που ανέλαβαν οι θεσμικοί δανειστές, η επιτυχής ολοκλήρωση των αξιολογήσεων θα οδηγούσε σε λήψη μέτρων ελάφρυνσης του χρέους. Η ελάφρυνση θα καθιστούσε το χρέος βιώσιμο και θα επέτρεπε την ΕΚΤ να συμπεριλάβει τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Έτσι, η χώρα θα επιχειρούσε το 2017 να βγει δοκιμαστικά στις αγορές ώστε στα τέλη του 2018 να καλύπτει αποκλειστικά από αυτές τις δανειακές της ανάγκες.

Ήδη βαδίζουμε προς το μέσον του τρίτου προγράμματος και με μεγάλη καθυστέρηση ξεκίνησε η δεύτερη αξιολόγηση. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι στο πιο ευνοϊκό σενάριο η αξιολόγηση θα ολοκληρωθεί στο τέλος Νοεμβρίου, έτσι ώστε στο Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου να ανακοινωθούν τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους.

Σε ό,τι αφορά τα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα, σύμφωνα με δηλώσεις εκπροσώπων θεσμικών φορέων αλλά και του Γερμανού υπουργού Οικονομικών κ. Σόιμπλε, αυτά δεν πρόκειται να ανακοινωθούν πριν από το 2018. Κάτι πολύ πιθανό δεδομένου ότι πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν θα ήθελαν να ανοίξει μια συζήτηση για ελάφρυνση στο ελληνικό χρέος όσο βρίσκονται αντιμέτωπες με κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις.

Επομένως, το ενδεχόμενο να βγει η Ελλάδα στις αγορές το πρώτο εξάμηνο του 2017 απομακρύνεται, δυσκολεύοντας τον στόχο για κάλυψη του συνόλου των δανειακών αναγκών της χώρας από τις αγορές μετά το 2018.

Εύλογα λοιπόν τίθεται το ερώτημα μήπως η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ πρέπει να προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο ενός τέταρτου προγράμματος. Το ζήτημα αυτό έχει μελετηθεί από το επιστημονικό ινστιτούτο Bruegel. Ο Z. Darvas σε άρθρο του επισημαίνει ότι ακόμη και με το πιο πιθανό σενάριο –μικρό πρωτογενές πλεόνασμα και μέτρια αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ– είναι δύσκολο για την Ελλάδα να καταφέρει να επιστρέψει στις αγορές δανειζόμενη με ένα ικανοποιητικό επιτόκιο που θα καθιστά βιώσιμο το ελληνικό χρέος.

Με λίγα λόγια, το χρέος της Ελλάδας είναι βιώσιμο όσο δανείζεται από τον ESM με χαμηλά επιτόκια. Αν η Ελλάδα βγει να δανειστεί από τις αγορές ακόμη και μικρά ποσά, η βιωσιμότητα του χρέους μπορεί να τεθεί υπό αίρεση.

Οι επιλογές λοιπόν που υπάρχουν σήμερα για την Ελλάδα και τους θεσμικούς δανειστές, που διακρατούν πολύ μεγάλο μέρος του ελληνικού χρέους, είναι δύο:

  • Να περικοπεί σημαντικό μέρος του ελληνικού χρέους.
  • Να συνεχίσει να δανείζεται η Ελλάδα με τα πολύ ευνοϊκά επιτόκια του ESM, τα οποία καθιστούν βιώσιμο το ελληνικό χρέος.

Αν η πρώτη επιλογή δεν βρίσκει ανταπόκριση στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, τότε η μόνη που απομένει είναι οι θεσμικοί δανειστές να συνεχίσουν να δανείζουν την Ελλάδα μέσω ενός τέταρτου προγράμματος.

Όμως και η «λύση» του τέταρτου μνημονίου δεν θα οδηγήσει αυτόματα σε θετικούς και βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης. Η κυβέρνηση οφείλει να προωθήσει διαρθρωτικές αλλαγές που θα επιταχύνουν την αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου και θα διευκολύνουν την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα και την προσέλκυση επενδύσεων. Έναντι αυτών των δεσμεύσεων θα διεκδικήσει περαιτέρω μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα. Η μείωση αυτή θα δημιουργήσει δημοσιονομικό χώρο για μείωση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών. Έτσι, θα διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για να περάσει η οικονομία σε σταθερή ανάπτυξη, να καταστεί βιώσιμο το χρέος και να προετοιμαστεί η χώρα για μια ασφαλή έξοδο στις αγορές όπως το πέτυχαν και οι υπόλοιπες χώρες που προσέφυγαν σε αναγκαστικό δανεισμό.

Translation of our article with G. Papaconstantinou in Kathimerini newspaper (11/9/2016)

The prosecution of the ex-statistics chief Andreas Georgiou for allegedly “inflating” the 2009 Greek fiscal deficit has opened once more the discussion on the true fiscal situation of the country in 2009. This discussion has haunted Greek politics since the beginning of the crisis. The anti-memorandum populism of the last six years was built on questioning the – officially certified by the Greek and European statistical agencies – figures for the exceptionally high fiscal deficit for 2009, the year before the country was forced to seek a bailout from the EU and the IMF.

The undersigned assumed in October 2009 respectively the functions of Finance Minister and Deputy Finance Minister with responsibility for the General Accounting Office (GAO). On October 9, two days after the swearing-in of the new government, we were informed by the then Governor of the Bank of Greece (BoG) that according to the most recent cash data available in the BoG, the state budget deficit in the January-September period was already over 10% of GDP. Based on such a dynamic, according to the official statement at the time of Mr. Provopoulos, «the deficit will reach, if not exceed, the level of 12%.»

These figures were also confirmed by the GAO services of the Finance Ministry in the state budget execution bulletins for the months of June, July and August. These monthly budget execution bulletins had been duly prepared by the services; however, by decision of the then political leadership they had never been made public. The reason? In August, a full four months before year-end, the fiscal deficit was already 21 billion euro (about 9% of GDP) when the budget targeted a deficit of only 9 billion euro for the whole of 2009. However, despite these figures, on October 2nd 2009, two days before the national election that brought PASOK to power, the New Democracy government formally notified to Eurostat data on a 6% of GDP annual deficit of (14 billion euro) and cumulative debt of 257 billion euro – when in June it had already climbed to 267 billion euro!

The report prepared by an independent committee of experts which was set up a few months later explains clearly what happened: «the data contained in the notification dated 2 October did not correspond to the information sent to the national statistics agency by the various services.» In other words, the New Democracy government not only completely derailed the fiscal situation of the country, but also hid this situation from Greek citizens and knowingly sent false information to our European partners. It is therefore preposterous for some to continue to maintain even today that the annual deficit could be somehow kept to single digits by the new government which took over in October 2009 or that the PASOK government «inflated» the budget figures to make them appear higher than they truly were.

Already by the end of September 2009, before the national election, the budget deficit (according to GAO data prepared at the time for the New Democracy government) stood at 23 billion, reaching 10% of GDP, and growing at over 1% each month. Pension funds such as those of IKA and OAEE required, according to the request submitted by their governors (appointed during the New Democracy period) to the new government in October, more than 1.5 billion euro of additional appropriations in order to be able to pay for pensions until the end of the year. Meanwhile, the New Democracy government had completely “omitted” to include in the budget appropriations of 1.5 billion euro which were nevertheless disbursed for the pension funds of the PPC and of OTE, as well as about 3 billion euro of various other expenditure overruns. And to this should be added arrears of hospital debts going back 4-5 years, totalling 6 billion, which also went unrecorded in the respective budgets (instead, the statistics agency had falsely declared to Eurostat that these debts amounted to just 2.2 billion euro). And of course, there was a corresponding shortfall in revenues: while the target revenue figure for the entire year in the 2009 budget was 62 billion, by September only 35 billion euro had been collected.

Unfortunately, as we now know, the 2009 deficit was even higher than the 12.7% of GDP estimated in the 2010 budget which was presented to parliament by the new PASOK government in November 2009. In April 2010, Eurostat and the – by now independent – statistics agency ELSTAT had revised it to 13.6% of GDP, while in October 2010, after an exhaustive audit of all fiscal accounts, to the final 15.4% of GDP (and correspondingly the 2008 deficit was revised up to 9.4% from just 5.6% of GDP which the New Democracy government had claimed).

It is in fact for this last revision from 13.6% to 15.4% which added 1.8 points of GDP to the deficit that Mr. Georgiou is being prosecuted. Half of that difference is accounted by including in overall deficit and debt figures the accounts of 17 loss-making public enterprises. (Here one might ask – apart from the obvious requirement to simply apply common European rules – what kind of logic suggests that the recurring deficit of a company such as OSE [the loss-making train operator] should not count towards the public deficit when it is in fact the taxpayer that funds it year after year?). But be that as it may, one thing is crystal clear: even while prosecuting Mr. Georgiou, the justice system does not challenge the 13.6% of GDP deficit figure on the basis of which Greece applied for its first bailout in May 2010 (a full three months before Mr. Georgiou took over at ELSTAT!) Those who are using the Georgiou case in order to support their lies over the last six years choose to ignore this simple but compelling truth.

In a nutshell: From a targeted deficit of 2% of GDP for 2009, as in the budget voted in December 2008, we ended up with a realised fiscal deficit above 15% of GDP, i.e. more than 13 percentage points of GDP higher in just one year. In absolute numbers, from a targeted deficit of about 5 billion euro, to a realised deficit of over 36 billion, an astonishing difference of 31 billion, equivalent to 12 times today’s unpopular ENFIA property tax in just one year! Similarly, public debt increased in 2009 by 36 billion euro, a fact confirmed (title by title) by all global electronic debt recording platforms. Thus, the total cumulative debt added by the New Democracy government and Mr. Karamanlis in the 2004-2009 period reached 120 billion euro, when in its entire modern history Greece had borrowed cumulatively from 1830 to 2004 a total of 180 billion euro…

Since 2010, the Greek parliament has voted six budgets based on these deficit and debt figures as they were certified by ELSTAT and Eurostat. The country has entered into the second and more recently the third memorandum based precisely on these figures. And the European Parliament in 2014 concluded that » the problematic situation of Greece was also due to statistical fraud in the years preceding the setting-up of the programme”. It defies belief that rather than investigating this statistical fraud, the Greek justice system has instead chosen to prosecute those who stopped the lying, recorded the true deficit and applied European rules.

Κοινό άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη και Γιώργου Παπακωνσταντίνου στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» Δημοσιεύθηκε την Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016

Η δίωξη κατά του πρώην προέδρου της ΕΛΣΤΑΤ Ανδρ. Γεωργίου έχει ανοίξει πάλι τη συζήτηση για την πραγματική δημοσιονομική κατάσταση της χώρας το 2009. Από την αρχή της κρίσης, είναι μια συζήτηση που στοιχειώνει την ελληνική πολιτική ζωή. Ο αντιμνημονιακός λαϊκισμός της περασμένης εξαετίας στήθηκε ακριβώς πάνω στην αμφισβήτηση της καταγεγραμμένης πλέον, από την ΕΛΣΤΑΤ, την Eurostat και όλους τους διεθνείς οργανισμούς, δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας πριν αναγκαστεί να προσφύγει σε μνημόνιο.

Οι υπογράφοντες, αναλάβαμε τον Οκτώβριο του 2009 αντίστοιχα υπουργός και υφυπουργός Οικονομικών αρμόδιος για το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Στις 9 Οκτωβρίου, δύο ημέρες μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης, ενημερωθήκαμε από τον τότε διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ότι με βάση τα τελευταία ταμειακά στοιχεία της ΤτΕ το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού στο διάστημα Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου ήταν ήδη πάνω από 10% του ΑΕΠ. Με αυτή τη δυναμική, σύμφωνα με τον κ. Προβόπουλο, «το έλλειμμα θα αγγίξει, αν δεν ξεπεράσει, τα επίπεδα του 12%».

Τα στοιχεία αυτά επιβεβαίωναν και οι υπηρεσίες του ΓΛΚ στα δελτία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού για τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο. Όμως αυτά με απόφαση της τότε πολιτικής ηγεσίας δεν είχαν ποτέ δημοσιευτεί. Ο λόγος; Τον Αύγουστο, ένα τετράμηνο πριν κλείσει η χρονιά, το έλλειμμα ήταν ήδη 21 δισ. ευρώ (περίπου 9% του ΑΕΠ), όταν η πρόβλεψη του προϋπολογισμού για όλο το 2009 ήταν έλλειμμα 9 δισ. ευρώ. Ωστόσο, παρά αυτά τα στοιχεία, στις 2 Οκτωβρίου, δύο ημέρες πριν από τις εκλογές, η τότε κυβέρνηση κοινοποίησε επισήμως στη Eurostat στοιχεία για ετήσιο έλλειμμα 6% του ΑΕΠ (14 δισ. ευρώ) και δημόσιο χρέος 257 δισ. – όταν τον Ιούνιο ήταν ήδη 267 δισ. ευρώ!

Το πόρισμα της ανεξάρτητης επιτροπής εμπειρογνωμόνων που συστήθηκε αργότερα εξηγεί με σαφήνεια τι συνέβη: «τα στοιχεία που περιλαμβάνονταν στη γνωστοποίηση της 2ας Οκτωβρίου δεν αντιστοιχούσαν στα στοιχεία που είχαν στείλει στην ΕΣΥΕ οι διάφοροι φορείς και υπηρεσίες». Η κυβέρνηση της Ν.Δ. όχι μόνο εκτροχίασε απολύτως τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, αλλά το έκρυψε παντελώς από τους Έλληνες πολίτες και εν γνώσει της έστελνε ψευδή στοιχεία στους Ευρωπαίους εταίρους. Συνιστά συνεπώς πρόκληση να ισχυρίζονται ακόμα κάποιοι ότι το ετήσιο έλλειμμα μπορούσε να κλείσει σε μονοψήφιο νούμερο ή ότι η νέα κυβέρνηση το «φούσκωσε».

Ήδη στα τέλη Σεπτεμβρίου 2009, το δημοσιονομικό έλλειμμα είχε διαμορφωθεί σε 23 δισ. ευρώ αγγίζοντας το 10% του ΑΕΠ, με ρυθμό αύξησης πάνω από 1% κάθε μήνα. Ασφαλιστικά ταμεία όπως το ΙΚΑ και ο ΟΑΕΕ χρειάζονταν, σύμφωνα με το αίτημα που υπέβαλαν οι (διορισμένοι επί Ν.Δ.) διοικητές τους στη νέα κυβέρνηση τον Οκτώβριο, άνω του 1,5 δισ. επιπλέον επιχορηγήσεις για συντάξεις μέχρι το τέλος του έτους, ενώ δεν είχαν προϋπολογιστεί επιχορηγήσεις 1,5 δισ. για τα ασφαλιστικά ταμεία της ΔΕΗ και του ΟΤΕ, αλλά και περίπου 3 δισ. άλλες υπερβάσεις δαπανών. Συν τα χρέη των νοσοκομείων 4-5 ετών, συνολικού ύψους 6 δισ., επίσης μη καταγεγραμμένα (ενώ η ΕΣΥΕ ψευδώς ενημέρωνε την Eurostat ότι οι οφειλές ανέρχονταν μόλις σε 2,2 δισ.). Και βέβαια, αντίστοιχη υστέρηση υπήρχε στα έσοδα: πρόβλεψη στον προϋπολογισμό για ετήσια έσοδα 62 δισ., εισπράξεις μέχρι τον Σεπτέμβριο 2009 μόλις 35 δισ.

Όλα αυτά τα στοιχεία κοινοποιήθηκαν στην Eurostat (είχε ήδη εκφράσει επιφυλάξεις για έλλειμμα 6%) και αποτυπώθηκαν με διαφάνεια στον προϋπολογισμό του 2010 τον Νοέμβριο του 2009, ο οποίος –κάτι που ξεχνούν πολλοί– προέβλεπε ήδη (πολύ πριν από το μνημόνιο) μείωση ελλείμματος 3,6 μονάδων για το επόμενο έτος. Ταυτόχρονα έγινε σημαντική προσπάθεια να συγκρατηθεί όσο γινόταν το έλλειμμα του 2009, ώστε να μην κλείσει ακόμα υψηλότερα (με συγκράτηση λειτουργικών δαπανών, διακοπή του μέτρου απόσυρσης, αύξηση τελών κυκλοφορίας, έκτακτη εισφορά στις πολύ κερδοφόρες επιχειρήσεις, μη ανανέωση συμβάσεων σε εργαζόμενους ορισμένου χρόνου κ.λπ.).

Δυστυχώς, όπως είναι γνωστό, το έλλειμμα του 2009 δεν ήταν τελικά 12,7% όπως εκτιμήθηκε στον προϋπολογισμό του 2010. Τον Απρίλιο του 2010 η Eurostat και η ανεξάρτητη πλέον ΕΛΣΤΑΤ το αναθεώρησαν σε 13,6% και τον Οκτώβριο του 2010, έπειτα από εντατικούς ελέγχους, σε 15,4% του ΑΕΠ (αλλά και το έλλειμμα του 2008 σε 9,4% από μόλις 5,6% που ισχυριζόταν η Ν.Δ.). Γι’ αυτή την τελευταία αναθεώρηση που προσέθεσε στο έλλειμμα 1,8 μονάδες του ΑΕΠ κατηγορείται ο κ. Γεωργίου, με αιχμή του δόρατος τη συμπερίληψη 17 ζημιογόνων δημόσιων φορέων (πέρα από την εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων, με ποια λογική δεν πρέπει να μετράει στο έλλειμμα ένας φορέας όπως ο ΟΣΕ του οποίου τα χρέη έχει αναλάβει ο Έλληνας φορολογούμενος εδώ και χρόνια;). Με άλλα λόγια, η δικαιοσύνη δεν αμφισβητεί το 13,6% έλλειμμα με βάση το οποίο η Ελλάδα προσέφυγε στον μηχανισμό στήριξης, κάτι που αποσιωπούν όσοι αναζητούν σανίδα σωτηρίας στη δίωξη Γεωργίου για όσα ψευδή έλεγαν τόσα χρόνια.

Από στόχο για έλλειμμα 2% του ΑΕΠ το 2009, όπως είχε καθοριστεί τον Δεκέμβριο του 2008, φτάσαμε σε πραγματικό έλλειμμα άνω του 15% του ΑΕΠ, απόκλιση πάνω από 13 μονάδες του ΑΕΠ σε έναν μόλις χρόνο. Σε απόλυτους αριθμούς, από προβλεπόμενο έλλειμμα περίπου 5 δισ. ευρώ, διαπιστωμένο έλλειμμα άνω των 36 δισ., ένας αδιανόητος εκτροχιασμός 31 δισ. ευρώ, ισοδύναμος με 12 ΕΝΦΙΑ σε ένα μόλις χρόνο!

Αντίστοιχα, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε το 2009 κατά 36 δισ. ευρώ. Και αυτό είναι επιβεβαιωμένο (τίτλο προς τίτλο) από όλες τις παγκόσμιες ηλεκτρονικές πλατφόρμες καταγραφής εκδόσεων δημοσίου χρέους. Έτσι, ο συνολικός λογαριασμός της Ν.Δ. στη χώρα την περίοδο 2004-2009 έφτασε τα 120 δισ. επιπρόσθετο χρέος, έναντι των 180 δισ. που είχε δανειστεί η χώρα σωρευτικά από το 1830 έως το 2004.

Από το 2010, η Βουλή έχει ψηφίσει 6 προϋπολογισμούς με βάση αυτά τα στοιχεία. Η χώρα έχει συνάψει το δεύτερο και πρόσφατα το τρίτο μνημόνιο με βάση αυτά ακριβώς τα στοιχεία. Το δε Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2014 κατέληξε ότι «η προβληματική κατάσταση της Ελλάδας οφειλόταν και στη στατιστική λαθροχειρία κατά τα έτη που προηγήθηκαν της κατάρτισης του προγράμματος».

Προκαλεί κατά συνέπεια, ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι, η δικαιοσύνη αντί να ερευνήσει το γεγονός αυτό ασχολείται αποκλειστικά με αυτούς που σταμάτησαν το κουκούλωμα, αποτύπωσαν το πραγματικό έλλειμμα και εφάρμοσαν τους ευρωπαϊκούς κανόνες.

Άρθρο στην Ημερησία

Η πρόσφατη ανακοίνωση της Ε.Ε. σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή ζητά από τις Ελληνικές Αρχές «να αντιμετωπίσουν ενεργά και δημόσια την εσφαλμένη εντύπωση ότι κατά την περίοδο 2010-2015 τα δημοσιονομικά στοιχεία που παρήχθησαν από την ΕΛΣΤΑΤ χειραγωγήθηκαν» καταρρίπτει εκκωφαντικά άλλον έναν αντιμνημονιακό μύθο που καλλιεργήθηκε με πρωτοβουλίες κομμάτων της Δεξιάς και της Αριστεράς.

Σύμφωνα με αυτόν η «διόγκωση» στη στατιστική απεικόνιση των ελλείμματος του 2009 από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ οδήγησε τη χώρα σε συνθήκες αναγκαστικού δανεισμού από τους θεσμικούς εταίρους καθώς το κόστος δανεισμού από τις αγορές έγινε ασύμφορο. Την άποψη αυτή υπερασπίζονται σήμερα με την ίδια ζέση στελέχη της ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ αλλά και κομματικά έντυπα όπως η Αυγή.

Το βασικό επιχείρημα της μυθοπλασίας αυτής είναι ότι η δημοσιονομική θέση της χώρας κατά το έτος 2009 που το δημόσιο χρέος έφτασε τα 300 δισ., δεν είχε ιδιαίτερα προβλήματα έτσι ώστε οι αγορές να πρέπει να επανεξετάσουν την στάση τους αν θα συνεχίζουν να δανείζουν την Ελλάδα ή όχι.

Υποστηρίζουν ?παραπέμποντας για τεκμηρίωση σε έντυπο που ετοίμασε ο τότε Υπουργός Οικονομικών της ΝΔ – ότι το έλλειμμα θα μπορούσε να είχε συγκρατηθεί στο 10%. Παραγνωρίζουν όμως ότι στο τέλος Σεπτεμβρίου το ταμειακό έλλειμμα όπως το δημοσιοποίησε η Τράπεζα της Ελλάδας ήταν ήδη στα 26 δισ. ή 10,5% του ΑΕΠ και αυξάνονταν πάνω από 1% του ΑΕΠ μηνιαίως.

Αυτοί λοιπόν που συνέπραξαν στην αύξηση του χρέους από 180 δισ. στα 300 δισ. μεταξύ 2004-2009 αντί να απολογηθούν που άφησαν αναξιοποίητους εννέα μήνες του 2009 για να ανακόψουν τη δυναμική του ελλείμματος ώστε να μην φτάσει στο 15,4% του ΑΕΠ σήμερα εγκαλούν τις επιλογές της τότε κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου κατηγορείται μόνο και μόνο γιατί απεικόνισε στους εθνικούς λογαριασμούς γνωστές δαπάνες ήδη εγγεγραμμένες στο δημόσιο χρέος και ήδη γνωστές στις αγορές, οι οποίες είχαν δανείσει τα κεφάλαια για την κάλυψή τους και ασφαλώς γνώριζαν το συνολικό δημοσιονομικό πορτρέτο.

Λες κι αν κρύβαμε αυτές τις δαπάνες οι αγορές θα «ξεχνούσαν» ότι μας είχαν δανείσει για την κάλυψή τους. Το έλλειμμα το «φούσκωσε» η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή. Η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου σταμάτησε το κουκούλωμα της καταγραφής του, μια πρακτική που είχε ήδη οδηγήσει σε διασυρμό της χώρας στην Ευρώπη.

Τέλος, υπάρχει το επιχείρημα ότι αν εφαρμόζονταν τα μέτρα που είχε ανακοινώσει η τότε κυβέρνηση της ΝΔ η χώρα θα είχε καταφέρει να συγκρατήσει το έλλειμμα πιο χαμηλά κοντά στο 10-12% του ΑΕΠ και θα απέφευγε το μνημόνιο.

Για να έμενε το έλλειμμα έστω στο 12% του ΑΕΠ, θα χρειαζόντουσαν μέτρα ύψους τουλάχιστον 8 δισ. ευρώ, περίπου 3 μονάδες του ΑΕΠ. Άρα, σύμφωνα με την προαναφερθείσα άποψη για να αποφύγουμε το μνημόνιο, έπρεπε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να μην πληρώσει για παράδειγμα μισθούς και συντάξεις του δημοσίου Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου ούτε και το Δώρο Χριστουγέννων αφού το ετήσιο μισθολογικό και συνταξιοδοτικό κόστος ήταν περίπου 25 δισ. ευρώ. Περικοπές που η ΝΔ δεν τόλμησε για εννιά μήνες λόγω ευρωεκλογών και που όταν ανακοινώθηκαν αργότερα από την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ τις κατήγγειλε από κοινού με το ΣΥΡΙΖΑ.

Αλλά ας υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ πετύχαινε να συγκρατήσει το έλλειμμα στο 11-12% του ΑΕΠ. Θα απέφευγε το μνημόνιο; Από την εμπειρία της Πορτογαλίας γνωρίζουμε πως όχι αφού μπήκε στο μνημόνιο με έλλειμμα 11%.

Αυτό που πραγματικά υπονόμευσε τη χώρα και περιόριζε τις επιλογές της νεοεκλεγείσας κυβέρνησης ήταν η διάρθρωση και το μέγεθος του χρέους. Καθώς ξέσπασε η διεθνής κρίση και άρχιζαν να ανεβαίνουν τα περιθώρια επιτοκίου από τα τέλη του 2008 η διάρκεια του νέου χρέους άρχισε να μειώνεται. Η κυβέρνηση της ΝΔ προσπαθούσε να συγκρατήσει το κόστος δανεισμού και δανειζόταν σε μικρότερες διάρκειες. Αποτέλεσμα οι δανειακές ανάγκες της διετίας 2010-2011 μόνο για τα τοκοχρεολύσια έφταναν τα 80 δισ. ή 37% του ΑΕΠ.

Επομένως δεν είναι άδολη η επιμονή της ΝΔ η συζήτηση να περιστρέφεται μόνο γύρω από το έλλειμμα του 2009 και όχι για το χρέος που είχε φτάσει το 2009 στο 127% του ΑΕΠ. Η Πορτογαλία μπήκε στο μνημόνιο με χρέος 96% του ΑΕΠ.

Τα μνημόνια λοιπόν τα έφερε το τεράστιο χρέος, το έλλειμμα αξιοπιστίας της χώρας και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, που έφτασε στο 14,5% του ΑΕΠ. Όλα αυτά τα δημιουργούσε το πελατειακό κράτος που οδηγούσε χρόνο με τον χρόνο στην αύξηση του εξωτερικού δημόσιου και ιδιωτικού χρέους.

Όσο λοιπόν η κυβέρνηση δεν προχωρά στις αναγκαίες αλλαγές που θα διαλύσουν το πελατειακό κράτος και θα αναμορφώσουν την οικονομία, η χώρα θα παραμένει βυθισμένη σε κρίση στερώντας κάθε προοπτική στους Έλληνες πολίτες.

Άρθρο στην Καθημερινή της 13 Αυγούστου 2016

Το τελευταίο διάστημα, με αφορμή την απόφαση του Αρείου Πάγου να αναιρέσει την απαλλαγή του πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ Ανδρέα Γεωργίου, επιχειρείται από πολιτικές δυνάμεις ανασκευή της ιστορίας της χώρας σε ό,τι αφορά τα αίτια που οδήγησαν στα μνημόνια.

Από την αντίδραση των κομμάτων γίνεται αντιληπτό ότι η συζήτηση για το αν το έλλειμμα του 2009 οδήγησε στο μνημόνιο ή όχι, δεν είναι μια υπόθεση που αφορά το παρελθόν. Αντιθέτως, είναι μέσο αμφισβήτησης της νέας ηγεσίας στη Ν.Δ. και ταυτόχρονα προσπάθεια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να νομιμοποιήσει πολιτικά το μνημόνιο που υπέγραψε.

Στελέχη της Ν.Δ. υποστηρίζουν ότι η χώρα μπήκε στο μνημόνιο γιατί το έλλειμμα του 2009 «φούσκωσε» από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και εγκαλούν τον αρχηγό τους γιατί δεν παίρνει θέση. Ο κ. Μητσοτάκης σιωπά, γιατί αντιλαμβάνεται ότι η αντιπαράθεση αυτή είναι θέμα υπαρξιακό για τον ίδιο. Διεκδίκησε την ηγεσία της Ν.Δ. ως υπέρμαχος της μεταρρυθμιστικής ατζέντας. Αν λοιπόν προσχωρήσει στην άποψη της εσωκομματικής αντιπολίτευσης μετατρέπει τη Ν.Δ. σε δεξιό ΣΥΡΙΖΑ. Σιωπώντας, όμως, ακυρώνεται ως μεταρρυθμιστής.

Η εκ νέου αποτίμηση, μέσω δικαστικών αποφάσεων, του έργου της κυβέρνησης Καραμανλή όπως επιδιώκεται από στελέχη της Ν.Δ. δεν μπορεί να αποκτήσει προοπτική γιατί η αποτυχία της δεν προκύπτει αποκλειστικά από τα ελλείμματα του 2008 και 2009 αλλά από το σύνολο των επιλογών της περιόδου 2004-2009.

Οι δημοσιονομικά ανερμάτιστες πολιτικές της Ν.Δ. σε περίοδο υψηλών θετικών ρυθμών ανάπτυξης ήταν αυτές που οδήγησαν στην αύξηση του χρέους από τα 180 δισ. το 2003 στα 300 δισ. το 2009. Οι δαπάνες για μισθούς αυξήθηκαν από 12,3 δισ. το 2003 σε 19,1 δισ. το 2009 και οι δαπάνες για συντάξεις του Δημοσίου από 3,5 δισ. σε 6,4 δισ. αντίστοιχα. Αυτό υπήρξε το συνδυαστικό αποτέλεσμα των μαζικών προσλήψεων στο Δημόσιο και των υπέρογκων αυξήσεων στους μισθούς και στις συντάξεις.

Το δεύτερο σφάλμα της διακυβέρνησης Καραμανλή υπήρξε η παντελής αδιαφορία για το διογκούμενο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο από το 5,7% του ΑΕΠ το 2003 έφτασε στο 14,5% του ΑΕΠ το 2007. Αναρωτήθηκε ποτέ η κυβέρνηση Καραμανλή πώς διορθώνεται μια τόσο μεγάλη μακροοικονομική ανισορροπία όταν δεν έχεις διαθέσιμο το όπλο της υποτίμησης; Από τις επιλογές της προκύπτει πως όχι.

Αυτές οι μακροοικονομικές ανισορροπίες, αποτέλεσμα του πελατειακού κράτους, οδήγησαν τις αγορές να σταματήσουν να χρηματοδοτούν την Ελλάδα όπως και το έλλειμμα αξιοπιστίας λόγω των πλαστών στοιχείων που έστελνε η κυβέρνηση της Ν.Δ. στη Eurostat, όπως επισημαίνεται άλλωστε σε έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την τρόικα. Έτσι, η χώρα κατέφυγε στα μνημόνια.

Σε ό,τι αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, η απόφαση του Αρείου Πάγου επικροτήθηκε από υπουργό που έσπευσε να προκαταλάβει τις δικαστικές αποφάσεις και να καταδικάσει τον κ. Γεωργίου ως υπεύθυνο για το μνημόνιο, παραβλέποντας ότι ανέλαβε καθήκοντα τρεις μήνες μετά την υπογραφή του.

Η υπόθεση της ΕΛΣΤΑΤ αναζωπυρώνει τις διαιρέσεις που προκάλεσε στην πολιτική ζωή της χώρας το μνημόνιο. Η σκληρή αντιπολίτευση της Ν.Δ. της αντιμνημονιακής περιόδου ύφανε τον καμβά για την πολιτική νομιμοποίηση πολιτικών δυνάμεων από την άκρα δεξιά μέχρι την άκρα αριστερά, που υποστήριξαν ότι υπάρχουν λύσεις πέρα από το μνημόνιο. Αυτό όμως που διαπίστωσαν όλοι μόλις έλαβαν εντολή διακυβέρνησης είναι οι περιορισμένες επιλογές που υπήρχαν για τη χώρα, και γι’ αυτό υποχρεώθηκαν σε αναθεώρηση πολιτικής. Η επιλογή τους όμως ως αντιπολίτευσης να πολώσουν την κοινωνία εμπόδισε τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας να διασφαλίσουν συναινέσεις και να προχωρήσουν στις αναγκαίες αλλαγές για να χτυπηθεί το πελατειακό κράτος. Ετσι, είμαστε η μόνη χώρα σε μνημόνιο.

Η υπόθεση Γεωργίου για τον ΣΥΡΙΖΑ παρέχει την ευκαιρία να χαραχτεί μια νέα αφήγηση. Ότι τα λάθη του πρώτου μνημονίου οδήγησαν στο δεύτερο και αυτό στο τρίτο, που αναγκαστικά υπέγραψε. Στόχος του ΣΥΡΙΖΑ να παραμείνει το ισχυρότερο κόμμα στον χώρο που οριοθετείται αριστερά της Ν.Δ. Αυτό προϋποθέτει ότι οι δυνάμεις της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας δεν θα βρουν κοινό βηματισμό. Οι δυνάμεις αυτές για πρώτη φορά ύστερα από καιρό βρέθηκαν να έχουν ενιαία αφήγηση και να υπερασπίζονται την άποψη πως η χώρα μπήκε στα μνημόνια και παραμένει σε αυτά γιατί δεν προχώρησαν με την αναγκαία ταχύτητα οι αλλαγές που θα διέλυαν το πελατειακό κράτος που μας οδήγησε στην κρίση.

Σήμερα οι δυνάμεις αυτές εκπροσωπούν μιαν άλλη αντίληψη για την πορεία της χώρας. Παρά τις ιδεολογικές διαφορές από κοινού με φωνές από τη μεταρρυθμιστική αριστερά και τη φιλελεύθερη δεξιά, εκφράζουν την ανάγκη να υπερασπιστούμε την ανοικτή κοινωνία και τις κατακτήσεις της που κινδυνεύει από όσους στη Δεξιά και στην Αριστερά ονειρεύονται τη συντήρηση του πελατειακού κράτους και το πέρασμα σε μια κλειστή, ξενοφοβική και οπισθοδρομική κοινωνία.

Αρθρο μου στην Καθημερινή 24/7/2016

Πρόσφατα η κυβέρνηση ανακοίνωσε την πρόθεσή της να προχωρήσει σε αναθεώρηση του Συντάγματος. Από τις πρώτες τοποθετήσεις της προκύπτει ότι την πρωτοβουλία αυτή υπαγορεύουν πολιτικές σκοπιμότητες στον αντίποδα των πραγματικών αναγκών της χώρας για ουσιαστικές μεταβολές στη λειτουργία των θεσμών αλλά και του πολιτικού συστήματος.

Η παραπάνω διαπίστωση δεν αναιρεί τα οφέλη διαλόγου σχετικά με την ανάγκη ή όχι εμπλουτισμού του Συντάγματος με διατάξεις που θα οριοθετούν αυστηρότερα το πλαίσιο άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής ώστε να αποφύγουμε τα όσα μας οδήγησαν στην κατάρρευση του 2009.

Ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός της περιόδου 2007-2009, που οδήγησε στην απώλεια πρόσβασης στις αγορές και στον δανεισμό με μνημόνια, έφερε την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών αντιμέτωπη με πρωτοφανείς προκλήσεις στην προσπάθεια αποκατάστασης της δημοσιονομικής ισορροπίας.

Για να επιτευχθεί η δημοσιονομική προσαρμογή, η χώρα δεσμεύτηκε να μειώσει το έλλειμμα κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σε βάθος πενταετίας. Η στόχευση αυτή, για να επιτευχθεί, προϋπέθετε σημαντικές περικοπές στους μισθούς και τις συντάξεις, αν ληφθεί υπόψη ότι το 2009 αυτές οι δύο κατηγορίες δαπανών αποτελούσαν πάνω από το 80% των πρωτογενών δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού.

Ετσι, η δημοσιονομική προσαρμογή οδήγησε σε δύσκολες επιλογές που επηρέασαν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αλλά ήταν αναγκαίες προκειμένου να αποκατασταθεί η ισορροπία στα δημόσια οικονομικά και η χώρα να εισέλθει σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης.

Οι αποφάσεις για περικοπές μισθών και συντάξεων σε εφαρμογή του δευτέρου μνημονίου αμφισβητήθηκαν από τα δικαστήρια ως αντισυνταγματικές ανατρέποντας την ακολουθούμενη οικονομική πολιτική.

Ταυτόχρονα, η υποχρέωση αποκατάστασης μισθών και συντάξεων περιόρισε σημαντικά τον βαθμό ελευθερίας της εκτελεστικής εξουσίας στην επίτευξη του στόχου για δημοσιονομική ισορροπία.

Οι εγγυήσεις, όμως, που παρέχει το Σύνταγμα για τις συντάξεις ή τους μισθούς καμία ουσιαστική αξία δεν έχουν, αν το κράτος δεν διαθέτει τους αναγκαίους πόρους για να χρηματοδοτεί το ασφαλιστικό σύστημα ή να πληρώνει τους μισθούς. Η ένδεια πόρων του ασφαλιστικού συστήματος και του προϋπολογισμού οδήγησε στις περικοπές και όχι κάποια σκληρόκαρδη και ταξική διαχείριση ενός φανταστικού και γεμάτου δημοσίου ταμείου.

Με αφορμή λοιπόν την εμπειρία που αποκομίσαμε από την κρίση και την έναρξη της συζήτησης για αναθεώρηση του Συντάγματος, έχει διατυπωθεί η πρόταση να ενσωματωθεί στο Σύνταγμα το Δημοσιονομικό Σύμφωνο. Σχετική συζήτηση έγινε και στην υπόλοιπη Ευρώπη αναφορικά με τα οφέλη από μια τέτοια ενσωμάτωση στα εθνικά Συντάγματα.

Το Δημοσιονομικό Σύμφωνο είναι ήδη νόμος του κράτους από το 2012. Εχω τη γνώμη ότι η ενσωμάτωσή του στο Σύνταγμα δεν θα ήταν ικανή εγγύηση για να μπει η χώρα στο μονοπάτι της ενάρετης δημοσιονομικής πολιτικής.

Η αδυναμία της Ελλάδας και του πολιτικού της δυναμικού διαχρονικά να ελέγξει τα δημόσια οικονομικά είναι παθογένεια που τη χαρακτηρίζει από τη συγκρότηση της.

Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι η Ελλάδα είναι μια από τις λίγες ευρωπαϊκές χώρες που έχει τόσο πλούσιο ιστορικό χρεοκοπιών και υπερπληθωρισμού. Ολα αυτά, παρά την πρόβλεψη που υπάρχει ήδη από το Σύνταγμα του 1844 και διατηρείται σε όλα τα μεταγενέστερα Συντάγματα, ότι οι μισθοί του Δημοσίου και οι συντάξεις παρέχονται μόνο με νόμο που ψηφίζει η Βουλή (και όχι με δικαστικές αποφάσεις) και δεν χορηγούνται αν δεν έχει εγγραφεί στον προϋπολογισμό η σχετική δαπάνη.

Επομένως, ο κίνδυνος που εμφιλοχωρεί σε περίπτωση ενσωμάτωσης του Δημοσιονομικού Συμφώνου, ή ακόμη και του Μηχανισμού Αυτόματης Δημοσιονομικής Προσαρμογής που πρόσφατα έγινε νόμος του κράτους, είναι να ακυρωθούν στην πράξη οι νέες διατάξεις, μέσω συστηματικών παραβιάσεων, και να συνεχιστεί η απαξίωση του Συντάγματος.

Θεωρώ πως είναι πιο ασφαλές να περιληφθεί στο Σύνταγμα η Αρχή της Αλληλεγγύης των Γενεών και τα όριά της. Η ρητή συνταγματοποίηση της αρχής αυτής θα λειτουργεί συνεχώς ως υπόμνηση τόσο προς τη Βουλή και την κυβέρνηση όσο και προς τη δικαστική λειτουργία, ότι οι αποφάσεις τους θα πρέπει να σέβονται τα δικαιώματα των μελλοντικών γενεών και ότι ιδίως όταν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, όπως οι παρούσες, δεν επιτρέπεται να τις βαρύνουν με δημοσιονομικό φορτίο που υπερβαίνει τα βιώσιμα όρια ενός μέλλοντος, που διαρκώς γίνεται και πιο απρόβλεπτο.

Άρθρο στην huffingtonpost.gr

Οι αποφάσεις του Eurogroup της 24ης Μαΐου έχουν όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά αντίστοιχων αποφάσεων που αφορούσαν προηγούμενα ελληνικά προγράμματα. Με λίγα λόγια δεσμεύουν επί της αρχής τις χώρες της Ευρωζώνης και ειδικότερα τη Γερμανία αναφορικά με την ανάγκη να ληφθούν ουσιαστικές αποφάσεις για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Αλλά είναι αρκετά ασαφείς ως προς το ακριβές περιεχόμενο αυτών των παρεμβάσεων και την επίπτωση τους στη δυναμική του χρέους.

Τελικά, οι αποφάσεις αυτές είναι το αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού
, όχι ανάμεσα στις ανάγκες της Ελλάδας για επιστροφή στην ανάπτυξη και της εμμονής των χωρών που επιμένουν στη συνέχιση μιας περιττής επιπρόσθετης δημοσιονομικής προσαρμογής μετά από εννιά χρόνια ύφεσης.
Αλλά ενός συμβιβασμού μεταξύ της επιθυμίας της Γερμανίας να παραμείνει το ΔΝΤ στο Ελληνικό πρόγραμμα και της υποχώρησης του ΔΝΤ από τη θέση του ότι για να είναι αξιόπιστη η λύση για το χρέος θα πρέπει όλες οι αποφάσεις για αυτό να διευθετηθούν πριν το πέρας του προγράμματος το 2018 και να μειωθεί ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα άμεσα.

Με βάση τα προαναφερθέντα συνιστά πρόοδο το γεγονός ότι με καθυστέρηση οκτώ μηνών ολοκληρώνεται η πρώτη αξιολόγηση του τρίτου μνημονίου και εκταμιεύονται αλλά με όρους ποσά για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών. Οι αποφάσεις για το χρέος φαίνεται να πηγαίνουν πιο μακριά από όσο θα επιθυμούσε η Γερμανία αφού πλέον αναγνωρίζεται ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ 15-20% του ΑΕΠ και θα εξεταστεί η δυνατότητα ενεργοποίησης αυτόματων σταθεροποιητών που θα διευκολύνουν στη στόχευση αυτή.

Οι αποφάσεις για το χρέος φαίνεται να πηγαίνουν πιο μακριά από όσο θα επιθυμούσε η Γερμανία αφού πλέον αναγνωρίζεται ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ 15-20% του ΑΕΠ και θα εξεταστεί η δυνατότητα ενεργοποίησης αυτόματων σταθεροποιητών που θα διευκολύνουν στη στόχευση αυτή.

Όμως υπολείπονται της πρότασης του ΔΝΤ να συγκρατηθούν οι χρηματοδοτικές ανάγκες μέχρι το 2040 κάτω από το 10% του ΑΕΠ.

Παραμένει αναπάντητο το ερώτημα αν οι αποφάσεις αυτές καλύπτουν τις ανάγκες και τις προτεραιότητες της χώρας και των πολιτών για γρήγορη επιστροφή στην ανάπτυξη, δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και ασφαλή έξοδο στις αγορές. Η επιστροφή της Ελλάδας σε διατηρήσιμη ανάπτυξη προϋποθέτει μεταξύ άλλων και την εξάλειψη δύο κινδύνων:

  • Ο πρώτος κίνδυνος που επικρέμεται ως απειλή είναι ο συναλλαγματικός κίνδυνος. Οι αγορές εξακολουθούν να πιστεύουν ότι το grexit είναι ένα πιθανό ενδεχόμενο.
  • Ο δεύτερος κίνδυνος είναι ότι η Ελλάδα έχει παγιδευτεί σε ένα φαύλο κύκλο στασιμο-αποπληθωρισμού που καθηλώνει τις όποιες προοπτικές εξόδου από την κρίση.

Οι δύο αυτοί κίνδυνοι επηρεάζουν αρνητικά την απόφαση των επενδυτών να προχωρήσουν σε επενδύσεις στην Ελλάδα, προϋπόθεση αναγκαία για τον διαρθρωτικό μετασχηματισμό της οικονομίας, την ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας της και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και νέων εισοδημάτων.

Οι αποφάσεις λοιπόν για το χρέος θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εξάλειψη του ασφάλιστρου κινδύνου που σχετίζεται με το grexit μόνο αν ήταν δεσμευτική η λήψη τους πριν το πέρας του προγράμματος. Αντίθετα, οι αποφάσεις παραπέμπουν σε οριστικοποίηση των μεσοπρόθεσμων παρεμβάσεων, που θα επιλεγούν για το χρέος, μετά το πέρας του προγράμματος.

Σε ό,τι αφορά το κρίσιμο ζήτημα της μείωσης του στόχου για πρωτογενή πλεονάσματα για να διευκολυνθεί η επιστροφή στην ανάπτυξη, το κείμενο των αποφάσεων ρητά αναφέρει ότι ο στόχος για 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2018 είναι σε ισχύ. Αφήνει ανοικτό το τι θα συμβεί μετά. Η πρόσφατη όμως ψήφιση μέτρων ύψους 3% του ΑΕΠ εκ των πραγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα τόσο το 2016 όσο και το 2017 να είναι έτη υφεσιακά ή, έστω, στασιμότητας, υπονομεύοντας περισσότερο την κοινωνική συνοχή και περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την ελευθερία της κυβέρνησης στην υλοποίηση των δεσμεύσεων του προγράμματος.

Πέρα από τους κινδύνους αυτούς η προσέλκυση ενός προγράμματος ιδιωτικών επενδύσεων ύψους 60 περίπου δις μέσα στην επόμενη τριετία προϋποθέτει και την αλλαγή στάσης της κυβέρνησης ως προς τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι ιδιωτικές επενδύσεις σε ανταγωνιστικούς τομείς της οικονομίας. Διότι επί του παρόντος η κυβέρνηση όταν δεν είναι αρνητική στις ιδιωτικές επενδύσεις υιοθετεί μια πολιτική που ευνοεί μόνο επενδύσεις που προσιδιάζουν σε αυτό που είναι πλέον γνωστό ως «παρεοκρατικός» καπιταλισμός.

Συμπερασματικά, αν ο στόχος των χθεσινών αποφάσεων ήταν να επηρεαστούν θετικά οι προσδοκίες των αγορών σε ό,τι αφορά τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και την προετοιμασία εξόδου της στις αγορές τότε είμαστε αρκετά μακριά από την επίτευξη του. Είναι πολύ πιθανόν, αυτή η «έλλειψη αποφασιστικότητας» και «γενναιοδωρίας» των δανειστών να ενσωματώνει την εκτίμηση τους ότι η Ελλάδα θα είναι ανέτοιμη να βγει στις αγορές μέχρι το 2018. Επομένως, εκτιμούν ότι θα χρειαστεί ένα νέο πρόγραμμα και για αυτό το λόγο μεταθέτουν για τότε τις οριστικές αποφάσεις για το χρέος.

 

 

 

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη για τις αποφάσεις του Eurogroup Δημοσιεύθηκε στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» το Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Οι αποφάσεις  του Eurogroup πρέπει να αξιολογηθούν με γνώμονα τη συνεισφορά τους στην προσπάθεια για επανεκκίνηση της οικονομίας και ασφαλή επιστροφή στις αγορές.

Η επανεκκίνηση της οικονομίας προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, και την οριστική αντιμετώπιση του προβλήματος του χρέους. Οι όποιες όμως σημαντικές αποφάσεις για το χρέος ληφθούν, θα εφαρμοστούν κυρίως μετά το 2018. Δυστυχώς, δεν μειώνεται ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα χαμηλότερα από το 3,5% του ΑΕΠ, ώστε να διευκολυνθεί η επιστροφή στην ανάπτυξη.

Αντίθετα,  τα δημοσιονομικά μέτρα ύψους 5,6 δις και ιδιαίτερα η αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων σε συνθήκες περιορισμένης ρευστότητας, με capital controls και υψηλή αβεβαιότητα, θα οδηγήσουν σε παράταση της ύφεσης που ξεκίνησε από το 2008.

Τις υφεσιακές συνέπειες των μέτρων μπορούν να ανασχέσουν μόνο οι ιδιωτικές επενδύσεις, οι οποίες δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και νέα εισοδήματα. Η κυβέρνηση όμως εξακολουθεί να είναι  επιφυλακτική ή αρνητική με τις ιδιωτικές επενδύσεις, καθυστερεί ή ακυρώνει μεταρρυθμίσεις και αποποιείται την ιδιοκτησία του προγράμματος. Έτσι, μειώνει  την αξιοπιστία του και τα όποια οφέλη από την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του τρίτου μνημονίου και την πιθανή απόφαση της ΕΚΤ να καταστήσει επιλέξιμα τα ελληνικά ομόλογα. Απόφαση, που θα οδηγήσει σε μείωση της εξάρτησης των τραπεζών από τον ELA, ενίσχυση της ρευστότητας και θα αυξήσει τις πιθανότητες συμμετοχής της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Η παράταση της ύφεσης βλάπτει την οικονομία, δυσκολεύει την έγκαιρη και ασφαλή έξοδο της χώρας στις αγορές και αφήνει την Ελλάδα να είναι η μόνη χώρα της ευρωζώνης που παραμένει σε πρόγραμμα.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα “Καθημερινή” το Σάββατο 7 - Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Καθώς συμπληρώνονται έξι χρόνια από την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, τίθεται εύλογα το ερώτημα, γιατί η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της ευρωζώνης που παραμένει σε πρόγραμμα.

Αναζητώντας τους λόγους για τους οποίους τα δύο πρώτα Μνημόνια απέτυχαν να οδηγήσουν με ασφάλεια τη χώρα στις αγορές, καταλήγουμε στην διαπίστωση ότι είχαν πρόβλημα από την αρχή ή υπονομεύτηκε στην πορεία η αξιοπιστία τους. Οι αποφάσεις της Ντοβίλ υπονόμευσαν την αξιοπιστία του πρώτου Μνημονίου. Οι υπερβάλλουσες δημοσιονομικές στοχεύσεις υπονόμευσαν την αξιοπιστία του δεύτερου Μνημονίου.

Επομένως, η έξοδος στις αγορές μελλοντικά θα επιτευχθεί μόνο αν το τρίτο Μνημόνιο είναι αυξημένης αξιοπιστίας. Δυστυχώς όμως, και η αξιοπιστία του νέου Μνημονίου υπονομεύεται από μια ασύμβατη τριλογία που ενσωματώνει.

Συγκεκριμένα, με βάση τις επιδιώξεις\δεσμεύσεις θεσμικών δανειστών και των στοχεύσεων της ελληνικής κυβέρνησης διαμορφώνεται ένα τρίγωνο. Στην κάθε κορυφή του υπάρχει μία από τις ακόλουθες στοχεύσεις:

  • Συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα.
  • Ελαφριά ρύθμιση του χρέους.
  • Μέτρα 5,6 δις ευρώ αρκούν για επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ το 2018. Δεν χρειάζονται προληπτικά μέτρα.

Αυτές οι τρεις στοχεύσεις δεν μπορούν να συνυπάρξουν ταυτόχρονα. Για παράδειγμα, η ελαφριά ρύθμιση χρέους μπορεί να συνυπάρξει με μέτρα 5,6 δις ευρώ. Τότε όμως, δεν θα συμμετάσχει στο πρόγραμμα το ΔΝΤ, όπως έχει δεσμευτεί η κυβέρνηση με την επιστολή του Υπουργού οικονομικών κ. Τσακαλώτου.

Η παρουσία του ΔΝΤ στο πρόγραμμα μπορεί να διασφαλιστεί με μια ελαφριά ρύθμιση του χρέους αλλά όχι με μέτρα 5,6 δις ευρώ. Το ΔΝΤ θεωρεί αναγκαία  επιπλέον προληπτικά μέτρα ύψους 3,6 δις ευρώ.

Η κυβέρνηση όμως δεν δέχεται να νομοθετήσει τα προληπτικά μέτρα γιατί αυτά θα προκαλέσουν την ολική κατάρρευση της αφήγησής της για ηπιότερη προσαρμογή έναντι του δεύτερου προσράμματος και θα χάσει πολιτική στήριξη.

Μέτρα 5,6 δις μπορούν να συνυπάρξουν με το ΔΝΤ στο πρόγραμμα, αλλά όχι με μια ελαφριά ρύθμιση του χρέους. Το ΔΝΤ θεωρεί ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με μια γενναία ρύθμιση του χρέους, την οποία όμως δεν είναι διατεθειμένοι να προσφέρουν οι Ευρωπαίοι.

Το ΔΝΤ θεωρεί αδύνατη την επίτευξη από την Ελλάδα πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% του ΑΕΠ για μια δεκαετία. Έτσι, αντιπροτείνει γενναία ρύθμιση του χρέους και μείωση του στόχου για πρωτογενή πλεονάσματα στο 1,5% του ΑΕΠ.

Υπάρχουν τρεις έξοδοι από την ασύμβατη τριλογία. Η καθεμία με διαφορετικές συνέπειες για την αξιοπιστία του προγράμματος.

Η πρώτη έξοδος είναι η «απίθανη». Σε αυτή, το ΔΝΤ μένει εκτός προγράμματος. Αυτό δημιουργεί τεράστια προβλήματα στο εσωτερικό της Γερμανίας αλλά και της Ολλανδίας και Φινλανδίας, σε μια περίοδο έντονου ευρωσκεπτικισμού και στις τρεις αυτές χώρες.

Σε αυτό το ενδεχόμενο, η Ελλάδα θα καθυστερήσει να βγει στις αγορές. Ένα αμιγώς ευρωπαϊκό πρόγραμμα θα αντιμετωπιστεί με δυσπιστία. Είναι πιθανό να καταστεί αναγκαίο ένα τέταρτο πρόγραμμα.

Η δεύτερη έξοδος είναι η «αδύνατη». Η Ευρώπη δέχεται γενναία ρύθμιση του χρέους και μείωση των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα.

Σε αυτό το ενδεχόμενο, η Ελλάδα δίνοντας έμφαση στην ανάπτυξη και στις διαρθρωτικές αλλαγές θα μπορέσει να βγει στις αγορές πριν το 2018.

Αλλά οι Ευρωπαίοι δεν πρόκειται να δώσουν αυτήν την ευκαιρία στην Ελλάδα. Μόνος σύμμαχος της εδώ είναι το ΔΝΤ, το οποίο η κυβέρνηση έχει αναγάγει σε αντίπαλο.

Η τρίτη έξοδος είναι η «πιθανή». Η ελληνική κυβέρνηση υποχωρεί, δέχεται  προληπτικά μέτρα ύψους 3,6 δις και διασφαλίζει μια ελαφριά ρύθμιση του χρέους. Σε αυτή δεν περιλαμβάνονται ούτε ονομαστική περικοπή ούτε σταθεροποίηση των επιτοκίων.

Η αξιοπιστία του προγράμματος, σε αυτό το ενδεχόμενο, είναι χαμηλή. Κανείς δεν πιστεύει ότι η Ελλάδα μπορεί να δημιουργήσει πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ για μια δεκαετία.

Η βαρύτητα των μέτρων, κυρίως εισπρακτικού χαρακτήρα, σε συνδυασμό με τις αρνητικές τους επιπτώσεις στην ανάπτυξη θα δημιουργήσουν τεράστια πολιτικά προβλήματα στην κυβέρνηση.

Επιπρόσθετα, και με δεδομένο ότι η κυβέρνηση, όπως και οι προηγούμενες, δεν αποδέχεται την ιδιοκτησία του προγράμματος δύσκολα θα εφαρμοστούν οι όποιες μεταρρυθμίσεις προβλέπονται.

Διότι, η νομοθέτηση τους, ακόμη και αν γίνει χωρίς απώλειες για την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, δεν συνεπάγεται αυτόματα και την εφαρμογή τους, όπως έχουμε διαπιστώσει τα έξι αυτά χρόνια των προγραμμάτων.

Όπως προειδοποιούσε ο Tomasso Padoa-Schioppa στην αρχή του πρώτου προγράμματος, “legislation is not implementation”. Επισήμανση που αγνοήθηκε συστηματικά και εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί είμαστε ακόμη η μόνη χώρα σε πρόγραμμα.

Οι προκλήσεις της «πιθανής» εξόδου από την ασύμβατη τριλογία είναι γνωστές στην κυβέρνηση και αυτές αξιολογεί πριν την οριστική λήψη αποφάσεων.

Η λήψη τους μετατίθεται, από τον περασμένο Οκτώβριο, από το ένα θρησκευτικό ορόσημο στο άλλο, παρατείνοντας την αβεβαιότητα, τροφοδοτώντας ξανά σενάρια για grexit. Όλα αυτά οδηγούν σε παράταση της ύφεσης, σε βάρος των προοπτικών της οικονομίας.

Η κυβέρνηση πριν από οκτώ μήνες έλαβε εντολή να οδηγήσει τη χώρα έξω από την κρίση. Σήμερα είναι αμφίβολο αν τελικά μπορεί να το κάνει.