Αρθογραφία

Αρθρο μου στην Καθημερινή 24/7/2016

Πρόσφατα η κυβέρνηση ανακοίνωσε την πρόθεσή της να προχωρήσει σε αναθεώρηση του Συντάγματος. Από τις πρώτες τοποθετήσεις της προκύπτει ότι την πρωτοβουλία αυτή υπαγορεύουν πολιτικές σκοπιμότητες στον αντίποδα των πραγματικών αναγκών της χώρας για ουσιαστικές μεταβολές στη λειτουργία των θεσμών αλλά και του πολιτικού συστήματος.

Η παραπάνω διαπίστωση δεν αναιρεί τα οφέλη διαλόγου σχετικά με την ανάγκη ή όχι εμπλουτισμού του Συντάγματος με διατάξεις που θα οριοθετούν αυστηρότερα το πλαίσιο άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής ώστε να αποφύγουμε τα όσα μας οδήγησαν στην κατάρρευση του 2009.

Ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός της περιόδου 2007-2009, που οδήγησε στην απώλεια πρόσβασης στις αγορές και στον δανεισμό με μνημόνια, έφερε την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών αντιμέτωπη με πρωτοφανείς προκλήσεις στην προσπάθεια αποκατάστασης της δημοσιονομικής ισορροπίας.

Για να επιτευχθεί η δημοσιονομική προσαρμογή, η χώρα δεσμεύτηκε να μειώσει το έλλειμμα κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σε βάθος πενταετίας. Η στόχευση αυτή, για να επιτευχθεί, προϋπέθετε σημαντικές περικοπές στους μισθούς και τις συντάξεις, αν ληφθεί υπόψη ότι το 2009 αυτές οι δύο κατηγορίες δαπανών αποτελούσαν πάνω από το 80% των πρωτογενών δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού.

Ετσι, η δημοσιονομική προσαρμογή οδήγησε σε δύσκολες επιλογές που επηρέασαν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αλλά ήταν αναγκαίες προκειμένου να αποκατασταθεί η ισορροπία στα δημόσια οικονομικά και η χώρα να εισέλθει σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης.

Οι αποφάσεις για περικοπές μισθών και συντάξεων σε εφαρμογή του δευτέρου μνημονίου αμφισβητήθηκαν από τα δικαστήρια ως αντισυνταγματικές ανατρέποντας την ακολουθούμενη οικονομική πολιτική.

Ταυτόχρονα, η υποχρέωση αποκατάστασης μισθών και συντάξεων περιόρισε σημαντικά τον βαθμό ελευθερίας της εκτελεστικής εξουσίας στην επίτευξη του στόχου για δημοσιονομική ισορροπία.

Οι εγγυήσεις, όμως, που παρέχει το Σύνταγμα για τις συντάξεις ή τους μισθούς καμία ουσιαστική αξία δεν έχουν, αν το κράτος δεν διαθέτει τους αναγκαίους πόρους για να χρηματοδοτεί το ασφαλιστικό σύστημα ή να πληρώνει τους μισθούς. Η ένδεια πόρων του ασφαλιστικού συστήματος και του προϋπολογισμού οδήγησε στις περικοπές και όχι κάποια σκληρόκαρδη και ταξική διαχείριση ενός φανταστικού και γεμάτου δημοσίου ταμείου.

Με αφορμή λοιπόν την εμπειρία που αποκομίσαμε από την κρίση και την έναρξη της συζήτησης για αναθεώρηση του Συντάγματος, έχει διατυπωθεί η πρόταση να ενσωματωθεί στο Σύνταγμα το Δημοσιονομικό Σύμφωνο. Σχετική συζήτηση έγινε και στην υπόλοιπη Ευρώπη αναφορικά με τα οφέλη από μια τέτοια ενσωμάτωση στα εθνικά Συντάγματα.

Το Δημοσιονομικό Σύμφωνο είναι ήδη νόμος του κράτους από το 2012. Εχω τη γνώμη ότι η ενσωμάτωσή του στο Σύνταγμα δεν θα ήταν ικανή εγγύηση για να μπει η χώρα στο μονοπάτι της ενάρετης δημοσιονομικής πολιτικής.

Η αδυναμία της Ελλάδας και του πολιτικού της δυναμικού διαχρονικά να ελέγξει τα δημόσια οικονομικά είναι παθογένεια που τη χαρακτηρίζει από τη συγκρότηση της.

Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι η Ελλάδα είναι μια από τις λίγες ευρωπαϊκές χώρες που έχει τόσο πλούσιο ιστορικό χρεοκοπιών και υπερπληθωρισμού. Ολα αυτά, παρά την πρόβλεψη που υπάρχει ήδη από το Σύνταγμα του 1844 και διατηρείται σε όλα τα μεταγενέστερα Συντάγματα, ότι οι μισθοί του Δημοσίου και οι συντάξεις παρέχονται μόνο με νόμο που ψηφίζει η Βουλή (και όχι με δικαστικές αποφάσεις) και δεν χορηγούνται αν δεν έχει εγγραφεί στον προϋπολογισμό η σχετική δαπάνη.

Επομένως, ο κίνδυνος που εμφιλοχωρεί σε περίπτωση ενσωμάτωσης του Δημοσιονομικού Συμφώνου, ή ακόμη και του Μηχανισμού Αυτόματης Δημοσιονομικής Προσαρμογής που πρόσφατα έγινε νόμος του κράτους, είναι να ακυρωθούν στην πράξη οι νέες διατάξεις, μέσω συστηματικών παραβιάσεων, και να συνεχιστεί η απαξίωση του Συντάγματος.

Θεωρώ πως είναι πιο ασφαλές να περιληφθεί στο Σύνταγμα η Αρχή της Αλληλεγγύης των Γενεών και τα όριά της. Η ρητή συνταγματοποίηση της αρχής αυτής θα λειτουργεί συνεχώς ως υπόμνηση τόσο προς τη Βουλή και την κυβέρνηση όσο και προς τη δικαστική λειτουργία, ότι οι αποφάσεις τους θα πρέπει να σέβονται τα δικαιώματα των μελλοντικών γενεών και ότι ιδίως όταν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, όπως οι παρούσες, δεν επιτρέπεται να τις βαρύνουν με δημοσιονομικό φορτίο που υπερβαίνει τα βιώσιμα όρια ενός μέλλοντος, που διαρκώς γίνεται και πιο απρόβλεπτο.

Άρθρο στην huffingtonpost.gr

Οι αποφάσεις του Eurogroup της 24ης Μαΐου έχουν όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά αντίστοιχων αποφάσεων που αφορούσαν προηγούμενα ελληνικά προγράμματα. Με λίγα λόγια δεσμεύουν επί της αρχής τις χώρες της Ευρωζώνης και ειδικότερα τη Γερμανία αναφορικά με την ανάγκη να ληφθούν ουσιαστικές αποφάσεις για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Αλλά είναι αρκετά ασαφείς ως προς το ακριβές περιεχόμενο αυτών των παρεμβάσεων και την επίπτωση τους στη δυναμική του χρέους.

Τελικά, οι αποφάσεις αυτές είναι το αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού
, όχι ανάμεσα στις ανάγκες της Ελλάδας για επιστροφή στην ανάπτυξη και της εμμονής των χωρών που επιμένουν στη συνέχιση μιας περιττής επιπρόσθετης δημοσιονομικής προσαρμογής μετά από εννιά χρόνια ύφεσης.
Αλλά ενός συμβιβασμού μεταξύ της επιθυμίας της Γερμανίας να παραμείνει το ΔΝΤ στο Ελληνικό πρόγραμμα και της υποχώρησης του ΔΝΤ από τη θέση του ότι για να είναι αξιόπιστη η λύση για το χρέος θα πρέπει όλες οι αποφάσεις για αυτό να διευθετηθούν πριν το πέρας του προγράμματος το 2018 και να μειωθεί ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα άμεσα.

Με βάση τα προαναφερθέντα συνιστά πρόοδο το γεγονός ότι με καθυστέρηση οκτώ μηνών ολοκληρώνεται η πρώτη αξιολόγηση του τρίτου μνημονίου και εκταμιεύονται αλλά με όρους ποσά για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών. Οι αποφάσεις για το χρέος φαίνεται να πηγαίνουν πιο μακριά από όσο θα επιθυμούσε η Γερμανία αφού πλέον αναγνωρίζεται ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ 15-20% του ΑΕΠ και θα εξεταστεί η δυνατότητα ενεργοποίησης αυτόματων σταθεροποιητών που θα διευκολύνουν στη στόχευση αυτή.

Οι αποφάσεις για το χρέος φαίνεται να πηγαίνουν πιο μακριά από όσο θα επιθυμούσε η Γερμανία αφού πλέον αναγνωρίζεται ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ 15-20% του ΑΕΠ και θα εξεταστεί η δυνατότητα ενεργοποίησης αυτόματων σταθεροποιητών που θα διευκολύνουν στη στόχευση αυτή.

Όμως υπολείπονται της πρότασης του ΔΝΤ να συγκρατηθούν οι χρηματοδοτικές ανάγκες μέχρι το 2040 κάτω από το 10% του ΑΕΠ.

Παραμένει αναπάντητο το ερώτημα αν οι αποφάσεις αυτές καλύπτουν τις ανάγκες και τις προτεραιότητες της χώρας και των πολιτών για γρήγορη επιστροφή στην ανάπτυξη, δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και ασφαλή έξοδο στις αγορές. Η επιστροφή της Ελλάδας σε διατηρήσιμη ανάπτυξη προϋποθέτει μεταξύ άλλων και την εξάλειψη δύο κινδύνων:

  • Ο πρώτος κίνδυνος που επικρέμεται ως απειλή είναι ο συναλλαγματικός κίνδυνος. Οι αγορές εξακολουθούν να πιστεύουν ότι το grexit είναι ένα πιθανό ενδεχόμενο.
  • Ο δεύτερος κίνδυνος είναι ότι η Ελλάδα έχει παγιδευτεί σε ένα φαύλο κύκλο στασιμο-αποπληθωρισμού που καθηλώνει τις όποιες προοπτικές εξόδου από την κρίση.

Οι δύο αυτοί κίνδυνοι επηρεάζουν αρνητικά την απόφαση των επενδυτών να προχωρήσουν σε επενδύσεις στην Ελλάδα, προϋπόθεση αναγκαία για τον διαρθρωτικό μετασχηματισμό της οικονομίας, την ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας της και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και νέων εισοδημάτων.

Οι αποφάσεις λοιπόν για το χρέος θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εξάλειψη του ασφάλιστρου κινδύνου που σχετίζεται με το grexit μόνο αν ήταν δεσμευτική η λήψη τους πριν το πέρας του προγράμματος. Αντίθετα, οι αποφάσεις παραπέμπουν σε οριστικοποίηση των μεσοπρόθεσμων παρεμβάσεων, που θα επιλεγούν για το χρέος, μετά το πέρας του προγράμματος.

Σε ό,τι αφορά το κρίσιμο ζήτημα της μείωσης του στόχου για πρωτογενή πλεονάσματα για να διευκολυνθεί η επιστροφή στην ανάπτυξη, το κείμενο των αποφάσεων ρητά αναφέρει ότι ο στόχος για 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2018 είναι σε ισχύ. Αφήνει ανοικτό το τι θα συμβεί μετά. Η πρόσφατη όμως ψήφιση μέτρων ύψους 3% του ΑΕΠ εκ των πραγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα τόσο το 2016 όσο και το 2017 να είναι έτη υφεσιακά ή, έστω, στασιμότητας, υπονομεύοντας περισσότερο την κοινωνική συνοχή και περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την ελευθερία της κυβέρνησης στην υλοποίηση των δεσμεύσεων του προγράμματος.

Πέρα από τους κινδύνους αυτούς η προσέλκυση ενός προγράμματος ιδιωτικών επενδύσεων ύψους 60 περίπου δις μέσα στην επόμενη τριετία προϋποθέτει και την αλλαγή στάσης της κυβέρνησης ως προς τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι ιδιωτικές επενδύσεις σε ανταγωνιστικούς τομείς της οικονομίας. Διότι επί του παρόντος η κυβέρνηση όταν δεν είναι αρνητική στις ιδιωτικές επενδύσεις υιοθετεί μια πολιτική που ευνοεί μόνο επενδύσεις που προσιδιάζουν σε αυτό που είναι πλέον γνωστό ως «παρεοκρατικός» καπιταλισμός.

Συμπερασματικά, αν ο στόχος των χθεσινών αποφάσεων ήταν να επηρεαστούν θετικά οι προσδοκίες των αγορών σε ό,τι αφορά τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και την προετοιμασία εξόδου της στις αγορές τότε είμαστε αρκετά μακριά από την επίτευξη του. Είναι πολύ πιθανόν, αυτή η «έλλειψη αποφασιστικότητας» και «γενναιοδωρίας» των δανειστών να ενσωματώνει την εκτίμηση τους ότι η Ελλάδα θα είναι ανέτοιμη να βγει στις αγορές μέχρι το 2018. Επομένως, εκτιμούν ότι θα χρειαστεί ένα νέο πρόγραμμα και για αυτό το λόγο μεταθέτουν για τότε τις οριστικές αποφάσεις για το χρέος.

 

 

 

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη για τις αποφάσεις του Eurogroup Δημοσιεύθηκε στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» το Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Οι αποφάσεις  του Eurogroup πρέπει να αξιολογηθούν με γνώμονα τη συνεισφορά τους στην προσπάθεια για επανεκκίνηση της οικονομίας και ασφαλή επιστροφή στις αγορές.

Η επανεκκίνηση της οικονομίας προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, και την οριστική αντιμετώπιση του προβλήματος του χρέους. Οι όποιες όμως σημαντικές αποφάσεις για το χρέος ληφθούν, θα εφαρμοστούν κυρίως μετά το 2018. Δυστυχώς, δεν μειώνεται ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα χαμηλότερα από το 3,5% του ΑΕΠ, ώστε να διευκολυνθεί η επιστροφή στην ανάπτυξη.

Αντίθετα,  τα δημοσιονομικά μέτρα ύψους 5,6 δις και ιδιαίτερα η αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων σε συνθήκες περιορισμένης ρευστότητας, με capital controls και υψηλή αβεβαιότητα, θα οδηγήσουν σε παράταση της ύφεσης που ξεκίνησε από το 2008.

Τις υφεσιακές συνέπειες των μέτρων μπορούν να ανασχέσουν μόνο οι ιδιωτικές επενδύσεις, οι οποίες δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και νέα εισοδήματα. Η κυβέρνηση όμως εξακολουθεί να είναι  επιφυλακτική ή αρνητική με τις ιδιωτικές επενδύσεις, καθυστερεί ή ακυρώνει μεταρρυθμίσεις και αποποιείται την ιδιοκτησία του προγράμματος. Έτσι, μειώνει  την αξιοπιστία του και τα όποια οφέλη από την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του τρίτου μνημονίου και την πιθανή απόφαση της ΕΚΤ να καταστήσει επιλέξιμα τα ελληνικά ομόλογα. Απόφαση, που θα οδηγήσει σε μείωση της εξάρτησης των τραπεζών από τον ELA, ενίσχυση της ρευστότητας και θα αυξήσει τις πιθανότητες συμμετοχής της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Η παράταση της ύφεσης βλάπτει την οικονομία, δυσκολεύει την έγκαιρη και ασφαλή έξοδο της χώρας στις αγορές και αφήνει την Ελλάδα να είναι η μόνη χώρα της ευρωζώνης που παραμένει σε πρόγραμμα.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα “Καθημερινή” το Σάββατο 7 - Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Καθώς συμπληρώνονται έξι χρόνια από την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, τίθεται εύλογα το ερώτημα, γιατί η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της ευρωζώνης που παραμένει σε πρόγραμμα.

Αναζητώντας τους λόγους για τους οποίους τα δύο πρώτα Μνημόνια απέτυχαν να οδηγήσουν με ασφάλεια τη χώρα στις αγορές, καταλήγουμε στην διαπίστωση ότι είχαν πρόβλημα από την αρχή ή υπονομεύτηκε στην πορεία η αξιοπιστία τους. Οι αποφάσεις της Ντοβίλ υπονόμευσαν την αξιοπιστία του πρώτου Μνημονίου. Οι υπερβάλλουσες δημοσιονομικές στοχεύσεις υπονόμευσαν την αξιοπιστία του δεύτερου Μνημονίου.

Επομένως, η έξοδος στις αγορές μελλοντικά θα επιτευχθεί μόνο αν το τρίτο Μνημόνιο είναι αυξημένης αξιοπιστίας. Δυστυχώς όμως, και η αξιοπιστία του νέου Μνημονίου υπονομεύεται από μια ασύμβατη τριλογία που ενσωματώνει.

Συγκεκριμένα, με βάση τις επιδιώξεις\δεσμεύσεις θεσμικών δανειστών και των στοχεύσεων της ελληνικής κυβέρνησης διαμορφώνεται ένα τρίγωνο. Στην κάθε κορυφή του υπάρχει μία από τις ακόλουθες στοχεύσεις:

  • Συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα.
  • Ελαφριά ρύθμιση του χρέους.
  • Μέτρα 5,6 δις ευρώ αρκούν για επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ το 2018. Δεν χρειάζονται προληπτικά μέτρα.

Αυτές οι τρεις στοχεύσεις δεν μπορούν να συνυπάρξουν ταυτόχρονα. Για παράδειγμα, η ελαφριά ρύθμιση χρέους μπορεί να συνυπάρξει με μέτρα 5,6 δις ευρώ. Τότε όμως, δεν θα συμμετάσχει στο πρόγραμμα το ΔΝΤ, όπως έχει δεσμευτεί η κυβέρνηση με την επιστολή του Υπουργού οικονομικών κ. Τσακαλώτου.

Η παρουσία του ΔΝΤ στο πρόγραμμα μπορεί να διασφαλιστεί με μια ελαφριά ρύθμιση του χρέους αλλά όχι με μέτρα 5,6 δις ευρώ. Το ΔΝΤ θεωρεί αναγκαία  επιπλέον προληπτικά μέτρα ύψους 3,6 δις ευρώ.

Η κυβέρνηση όμως δεν δέχεται να νομοθετήσει τα προληπτικά μέτρα γιατί αυτά θα προκαλέσουν την ολική κατάρρευση της αφήγησής της για ηπιότερη προσαρμογή έναντι του δεύτερου προσράμματος και θα χάσει πολιτική στήριξη.

Μέτρα 5,6 δις μπορούν να συνυπάρξουν με το ΔΝΤ στο πρόγραμμα, αλλά όχι με μια ελαφριά ρύθμιση του χρέους. Το ΔΝΤ θεωρεί ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με μια γενναία ρύθμιση του χρέους, την οποία όμως δεν είναι διατεθειμένοι να προσφέρουν οι Ευρωπαίοι.

Το ΔΝΤ θεωρεί αδύνατη την επίτευξη από την Ελλάδα πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% του ΑΕΠ για μια δεκαετία. Έτσι, αντιπροτείνει γενναία ρύθμιση του χρέους και μείωση του στόχου για πρωτογενή πλεονάσματα στο 1,5% του ΑΕΠ.

Υπάρχουν τρεις έξοδοι από την ασύμβατη τριλογία. Η καθεμία με διαφορετικές συνέπειες για την αξιοπιστία του προγράμματος.

Η πρώτη έξοδος είναι η «απίθανη». Σε αυτή, το ΔΝΤ μένει εκτός προγράμματος. Αυτό δημιουργεί τεράστια προβλήματα στο εσωτερικό της Γερμανίας αλλά και της Ολλανδίας και Φινλανδίας, σε μια περίοδο έντονου ευρωσκεπτικισμού και στις τρεις αυτές χώρες.

Σε αυτό το ενδεχόμενο, η Ελλάδα θα καθυστερήσει να βγει στις αγορές. Ένα αμιγώς ευρωπαϊκό πρόγραμμα θα αντιμετωπιστεί με δυσπιστία. Είναι πιθανό να καταστεί αναγκαίο ένα τέταρτο πρόγραμμα.

Η δεύτερη έξοδος είναι η «αδύνατη». Η Ευρώπη δέχεται γενναία ρύθμιση του χρέους και μείωση των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα.

Σε αυτό το ενδεχόμενο, η Ελλάδα δίνοντας έμφαση στην ανάπτυξη και στις διαρθρωτικές αλλαγές θα μπορέσει να βγει στις αγορές πριν το 2018.

Αλλά οι Ευρωπαίοι δεν πρόκειται να δώσουν αυτήν την ευκαιρία στην Ελλάδα. Μόνος σύμμαχος της εδώ είναι το ΔΝΤ, το οποίο η κυβέρνηση έχει αναγάγει σε αντίπαλο.

Η τρίτη έξοδος είναι η «πιθανή». Η ελληνική κυβέρνηση υποχωρεί, δέχεται  προληπτικά μέτρα ύψους 3,6 δις και διασφαλίζει μια ελαφριά ρύθμιση του χρέους. Σε αυτή δεν περιλαμβάνονται ούτε ονομαστική περικοπή ούτε σταθεροποίηση των επιτοκίων.

Η αξιοπιστία του προγράμματος, σε αυτό το ενδεχόμενο, είναι χαμηλή. Κανείς δεν πιστεύει ότι η Ελλάδα μπορεί να δημιουργήσει πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ για μια δεκαετία.

Η βαρύτητα των μέτρων, κυρίως εισπρακτικού χαρακτήρα, σε συνδυασμό με τις αρνητικές τους επιπτώσεις στην ανάπτυξη θα δημιουργήσουν τεράστια πολιτικά προβλήματα στην κυβέρνηση.

Επιπρόσθετα, και με δεδομένο ότι η κυβέρνηση, όπως και οι προηγούμενες, δεν αποδέχεται την ιδιοκτησία του προγράμματος δύσκολα θα εφαρμοστούν οι όποιες μεταρρυθμίσεις προβλέπονται.

Διότι, η νομοθέτηση τους, ακόμη και αν γίνει χωρίς απώλειες για την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, δεν συνεπάγεται αυτόματα και την εφαρμογή τους, όπως έχουμε διαπιστώσει τα έξι αυτά χρόνια των προγραμμάτων.

Όπως προειδοποιούσε ο Tomasso Padoa-Schioppa στην αρχή του πρώτου προγράμματος, “legislation is not implementation”. Επισήμανση που αγνοήθηκε συστηματικά και εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί είμαστε ακόμη η μόνη χώρα σε πρόγραμμα.

Οι προκλήσεις της «πιθανής» εξόδου από την ασύμβατη τριλογία είναι γνωστές στην κυβέρνηση και αυτές αξιολογεί πριν την οριστική λήψη αποφάσεων.

Η λήψη τους μετατίθεται, από τον περασμένο Οκτώβριο, από το ένα θρησκευτικό ορόσημο στο άλλο, παρατείνοντας την αβεβαιότητα, τροφοδοτώντας ξανά σενάρια για grexit. Όλα αυτά οδηγούν σε παράταση της ύφεσης, σε βάρος των προοπτικών της οικονομίας.

Η κυβέρνηση πριν από οκτώ μήνες έλαβε εντολή να οδηγήσει τη χώρα έξω από την κρίση. Σήμερα είναι αμφίβολο αν τελικά μπορεί να το κάνει.

Άρθρο του Φίλιππου Σαχινίδη στην «Εφημερίδα των Συντακτών», την Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Η διαρκής αβεβαιότητα σε ότι αφορά τις προοπτικές της χώρας επιταχύνει τις πολιτικές εξελίξεις και ωθεί σε αναζήτηση νέων σταθερών. Σε αυτό το περιβάλλον πυκνώνουν οι συζητήσεις για την ανασύνταξη της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας.

Η συζήτηση αυτή πρέπει να ξεκινά από το ερώτημα, αν οι κοινωνικές δυνάμεις που θέλει να εκφράσει η σοσιαλδημοκρατία έχουν καταλήξει σε μια ενιαία αφήγηση για το πώς έφτασε η χώρα σε κατάρρευση. Έτσι μόνο, η νέα σοσιαλδημοκρατία θα μπορέσει να συντάξει μια αξιόπιστη και ρεαλιστική πρόταση εξόδου από την κρίση αλλά και ένα όραμα για την Ελλάδα μετά τα Μνημόνια.

Το θεσμικό έλλειμμα ήταν αυτό που επέτρεψε, σε μεγάλο βαθμό, τη δημιουργία των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και των ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που οδήγησαν στον αναγκαστικό δανεισμό. Επομένως, η πρόταση της νέας σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να περιλαμβάνει μέτρα που θα χτυπήσουν στη ρίζα το πελατειακό κράτος και θα βοηθήσουν στην οικοδόμηση της κοινωνικής εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.

Πρέπει, επίσης, να προσδιοριστεί με σαφήνεια το ποιους αφορά, γιατί δεν μπορεί να αφορά όλους. Δεν μπορεί να αφορά αυτούς που ασπάζονται το δόγμα «εμ-εμ» (εμ έτσι – εμ αλλιώς). Η συζήτηση αυτή πρέπει να αφορά όλους, όσοι:

  • πρεσβεύουν τις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας, της αλληλεγγύης και του σεβασμού στο περιβάλλον,
  • πιστεύουν ότι μόνο οι αγορές δεν οδηγούν πάντα στα καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα και άρα χρειάζονται κανόνες, θεσπιζόμενοι από ένα σύγχρονο επιτελικό κράτος που θα παρακολουθεί την εφαρμογή τους,
  • ιεραρχούν σαν προέχουσα επιλογή την παραγωγή, ώστε να διασφαλισθεί η αναδιανομή,
  • έχουν απαλλαγεί από το σύνδρομο του κρατισμού αλλά ταυτόχρονα θέτουν ως πρωταρχική προτεραιότητα τη μείωση των ανισοτήτων,
  • αντιλαμβάνονται ότι η κρίση υπήρξε το αποτέλεσμα του πελατειακού κράτους και της αδυναμίας της ελληνικής οικονομίας να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ΟΝΕ,
  • υπερασπίζονται την ανάγκη για έγκαιρες προοδευτικές μεταρρυθμίσεις ώστε η χώρα να διεκδικεί επάξια το δικό της μερίδιο στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας,
  • αντιστέκονται στις σειρήνες του λαϊκισμού αλλά αγαπούν και σέβονται ότι είναι λαϊκό.

Εξίσου σημαντική, είναι η απάντηση στο ερώτημα της ταυτότητας των δυνάμεων της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας στο πλαίσιο της ιστορικής διάκρισης Αριστερά-Δεξιά. Η διάκριση αυτή παραμένει σε ισχύ στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα, με διαφορετικό όμως περιεχόμενο σε σύγκριση με το παρελθόν. Τα Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της Αριστεράς σε όλη την Ευρώπη – προφανώς και στην Ελλάδα, όπου την έννοια της Αριστεράς επιχείρησαν να μονοπωλήσουν κομμουνιστικά-κομμουνιστογενή κόμματα.

Όμως, η διάκριση αυτή από μόνη της, δεν αρκεί για να κατανοήσουμε τις τρέχουσες πολιτικές διεργασίες. Σήμερα, η πολιτική στάση των πολιτών προσδιορίζεται και από την θέση που έχουν έναντι του ευρωπαϊκού εγχειρήματος και της παγκοσμιοποίησης. Έτσι, στο εσωτερικό της Αριστεράς μπορεί κανείς να βρει κοινωνικές δυνάμεις που εναντιώνονται στις ευρωπαϊκές διεργασίες και αντιλαμβάνονται την παγκοσμιοποίηση μόνο σαν απειλή.

Οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων σε όλη την Ευρώπη τα εγκαταλείπουν γιατί θεωρούν ότι οι κυβερνητικές πολιτικές τους δεν τους προστάτευσαν από τους κινδύνους της παγκοσμιοποίησης ή προχώρησαν σε ριζική αναθεώρηση των κοινωνικών πολιτικών τους, ή ότι υποχώρησαν στις πιέσεις της συντηρητικής Ευρώπης για μια προσαρμογή με έμφαση στη λιτότητα.

Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι η στροφή στο Κέντρο, μακριά από ιδεολογικές και αξιακές αναφορές και πολιτικές, αλλά η ανανέωση της Σοσιαλδημοκρατίας με προτάσεις που απαντούν στις προκλήσεις που συνδιαμορφώνουν η παγκοσμιοποίηση και η συμμετοχή στην ΟΝΕ. Υποχρέωση, λοιπόν, των δυνάμεων αυτών, είναι να εκπονήσουν ένα πρόγραμμα για την αποκατάσταση της παραγωγικής ικανότητας της χώρας, ώστε ο ελληνικός καπιταλισμός να μπορεί να σταθεί ανταγωνιστικά στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Έτσι, θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας, θα ανασυνταχθεί το κοινωνικό κράτος και θα στηριχτούν όσοι έχουν ανάγκη. Η ελληνική σοσιαλδημοκρατία για να κερδίσει τη νέα γενιά πρέπει να παλέψει και για μια Ευρώπη της αλληλεγγύης και των κανόνων που θα ισχύουν για όλους, μικρούς και μεγάλους.

Σε αυτή τη βάση μπορεί κανείς να αξιολογήσει, με ποιες πολιτικές δυνάμεις μπορεί να συνεργαστεί για την έξοδο της χώρας από την κρίση. Με βάση τα δεδομένα πριν από την κρίση, η ΝΔ ήταν ο παραδοσιακός αντίπαλος και ο ΣΥΝ ο δυνητικός σύμμαχος.

Σήμερα, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ συμφωνούν στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας και στην παραμονή στην ευρωζώνη. Βεβαίως, η Ευρώπη που οραματιζόμαστε δεν είναι η ίδια με αυτή που οραματίζεται η ΝΔ και η οικογένεια του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, όπως φάνηκε από τη στάση που τήρησε στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης ή σε ζητήματα, όπως το προσφυγικό ή η κλιματική αλλαγή. Εμείς θέλουμε μια Ευρώπη των κανόνων, που θα στοχεύει τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη μείωση των ανισοτήτων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα είναι σε αναζήτηση ταυτότητας, καθώς οι ιδεοληπτικές προσεγγίσεις της αντιπολιτευτικής περιόδου ισοπεδώνονται μπρος στην σκληρή κυβερνητική πραγματικότητα. Το αν αποτελεί δυνητικό σύμμαχο θα εξαρτηθεί από την απόφασή του με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει και με ποιο όραμα για τη χώρα. Διαφορετικά, κινδυνεύει να μετεξελιχθεί από «ντεμέκ» Αριστερά σε «εμ – εμ» Αριστερά και να έχει την τύχη όσων η κρίση απότομα ανέβασε και κατέβασε.

Άρθρο στην Καθημερινή της Κυριακής

Η ​​Ελλάδα, επτά χρόνια μετά τον εκτροχιασμό των δίδυμων ελλειμμάτων το 2009, που την οδήγησε στον αναγκαστικό δανεισμό από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, κατάφερε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του δημοσιονομικού ελλείμματος και αυτού των εξωτερικών συναλλαγών. Ενώ οι άλλες χώρες που προσέφυγαν στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό είναι πλέον εκτός προγράμματος –η Κύπρος βγαίνει τον Μάρτιο– και έχουν θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η Ελλάδα, τον Αύγουστο του 2015, υπέγραψε το τρίτο μνημόνιο και είναι σε ύφεση.

Η χώρα μετά την επιβολή των capital controls θα καταγράψει αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, τόσο το 2015 όσο και το 2016, συμπληρώνοντας 9 χρόνια ύφεσης –μόνη εξαίρεση η οριακή αύξηση του ΑΕΠ το 2014– με σωρευτική απώλεια 26% του ΑΕΠ. Ετσι, η χώρα για πρώτη φορά στη μεταπολεμική περίοδο θα έχει χάσει μία ολόκληρη δεκαετία. Ο κίνδυνος που διατρέχει η Ελλάδα είναι να χαθούν όσα με θυσίες κατακτήθηκαν αν δεν επιστρέψει σε τροχιά σταθερής ανάπτυξης και καθηλωθεί σε στασιμότητα και υψηλή ανεργία. Η μετάβαση όμως σε σταθερή ανάπτυξη δεν είναι μια μηχανική διαδικασία. Η ανάπτυξη δεν διατάσσεται ούτε επιστρατεύεται ούτε νομοθετείται με ένα άρθρο. Προϋποθέτει πολιτική και κοινωνική ηρεμία, σταθερότητα και ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις για την πορεία και τις στρατηγικές επιλογές της χώρας. Η Ελλάδα μέσω των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων επιδιώκει να ενισχύσει τη δυναμικότητα αλλά και την παραγωγικότητα\ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Ομως η στρατηγική των μεταρρυθμίσεων θέλει χρόνο για να φέρει αποτελέσματα.

Σήμερα, η κατανάλωση παρά τη δεκαετή κρίση εξακολουθεί να αποτελεί περίπου το 70% του ΑΕΠ. Η συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής στην περίοδο 2016-2018, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα, εκ των πραγμάτων αποδυναμώνει τον ρόλο της κατανάλωσης στα επόμενα χρόνια για να συνεισφέρει στην επιτάχυνση της ανάπτυξης. Ενας τομέας της οικονομίας που μείωσε τις αρνητικές επιπτώσεις των capital controls ήταν οι εξωτερικές συναλλαγές. Η καθίζηση των εισαγωγών κράτησε την ύφεση πολύ κάτω από το 1% για το 2015. Η ενίσχυση όμως της ανάπτυξης μέσω της τόνωσης των εξαγωγών προϋποθέτει χρόνο, αφού αυτές αποτελούσαν μικρό τμήμα της οικονομικής δραστηριότητας πριν από το ξέσπασμα της κρίσης.

Επομένως μεγάλη βαρύτητα στην αναπτυξιακή στρατηγική της χώρας αποκτούν οι επενδύσεις και ιδιαίτερα αυτές του ιδιωτικού τομέα. Η χώρα στα επόμενα τρία χρόνια χρειάζεται τουλάχιστον 60 δισ. επενδύσεις πέρα από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Η προσέλκυση όμως επενδύσεων σε τέτοια έκταση προϋποθέτει σημαντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις ικανές να αλλάξουν τους κανόνες του παιχνιδιού. Με τις μεταρρυθμίσεις αυτές θα μειωθούν τα ασφάλιστρα κινδύνου καθιστώντας τη χώρα πολύ πιο ελκυστικό προορισμό για επενδύσεις. Οι σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις είναι οι εξής:

1. Λειτουργική ανεξαρτησία και θεσμικές εξασφαλίσεις όσον αφορά τη λειτουργία των θεσμών και ειδικότερα την προστασία των επενδύσεων.

2. Σταθερό και προβλέψιμο φορολογικό πλαίσιο και ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης. Ενα φορολογικό νομοσχέδιο ανά 10ετία με αυξημένη πλειοψηφία.

3. Πλήρης διαφάνεια στο νομοθετικό έργο κάθε κυβέρνησης με λεπτομερή μελέτη δημοσιονομικών επιπτώσεων.

4. Διαφανές και εύρυθμο πλαίσιο αποκρατικοποιήσεων. Είναι καιρός να αμφισβητήσουμε το δόγμα σύμφωνα με το οποίο ό,τι είναι δημόσιο είναι και καλύτερο. Το κράτος καλείται να αναλάβει έναν επιτελικό ρόλο και να θεσπίζει κανόνες.

5. Ευέλικτος δημόσιος τομέας με χρήση νέων τεχνολογιών και διαρκή επιμόρφωση. Ηλεκτρονική διακυβέρνηση στον πυρήνα των λειτουργιών του Δημοσίου.

Επιπρόσθετα, η οικονομία έχει ανάγκη από νέα χρηματοδοτικά εργαλεία (ιδιωτικά και κρατικά κεφάλαια όπως private equity, ventures capitals κ.ά.) αλλά και από ένα υγιές τραπεζικό σύστημα που θα στηρίζει επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και θα «στρέψει» σημαντικό μέρος της πιστοδοτικής του ικανότητας προς τις νέες επιχειρήσεις που χρειάζεται η χώρα. Με αυτά τα νέα δάνεια θα βελτιωθεί η ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων, επιτρέποντας την περαιτέρω στροφή των τραπεζικών πιστώσεων προς επιχειρήσεις ανταγωνιστικές και εξωστρεφείς.

Οι τελικές ρυθμίσεις για τα «κόκκινα» δάνεια των επιχειρήσεων με τις οποίες θα ξεκινήσουν οι διαδικασίες εξυγίανσης των τραπεζικών χαρτοφυλακίων είναι κρίσιμες και καθοριστικές για την ανάκαμψη των τραπεζών και της οικονομίας. Με ένα υγιές και διάφανο πλαίσιο μπορεί να διασφαλιστεί ότι οι εταιρείες που θα εξαγοράσουν τα προβληματικά δάνεια των τραπεζών θα βοηθήσουν στην αναδιάρθρωση εταιρειών που βρέθηκαν εκτός λειτουργίας λόγω μεγάλων δανειακών βαρών αλλά παραμένουν ανταγωνιστικές. Κάποιες άλλες που δεν επιδέχονται αναδιάρθρωση και δεν είναι ανταγωνιστικές υποχρεωτικά θα κλείσουν. Ετσι, το τραπεζικό σύστημα από τη μεριά του θα δημιουργήσει προϋποθέσεις απορρόφησης των ζημιών από την έκθεσή του σε προβληματικά δάνεια και θα μπορεί να τροφοδοτήσει το νέο που γεννιέται.

Σταθεροποίηση της κατανάλωσης, μεγάλος όγκος νέων ιδιωτικών επενδύσεων και ταχεία αναδιάρθρωση χαρτοφυλακίου τραπεζών, άρση των capital controls, αποκατάσταση ρευστότητας των τραπεζών με ανάκτηση μεγάλου μέρους καταθέσεων και επιστροφή στη διατραπεζική αγορά αποτελούν προϋποθέσεις για σταθερή ανάπτυξη στο μέλλον, οριστική έξοδο από τα προγράμματα και επιστροφή στις αγορές. Ετσι, η ελληνική οικονομία θα μπορέσει να δημιουργήσει στα επόμενα χρόνια νέες θέσεις εργασίας και, βεβαίως, να αντιμετωπίσει τις ανισότητες που βάθυναν με την κρίση και να ενισχύσει τα εισοδήματα των εργαζομένων.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «Καθημερινή της Κυριακής» στις 27 Δεκεμβρίου 2015

Στο κλείσιμο του 2015 ξανασυζητάμε την ανάγκη παρέμβασης στο ασφαλιστικό μετά την πρωτοβουλία που πήρε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ στο πλαίσιο του τρίτου μνημονίου.

Σήμερα, το πρόβλημα του ασφαλιστικού, παρά τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, είναι μικρότερο ως προς το μέγεθος από εκείνο του 2009. Τότε, το ασφαλιστικό χρειαζόταν ετήσια ενίσχυση 18,5 δις ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό ενώ σήμερα χρειάζεται 10,5 δις ευρώ.

Τότε, έπρεπε να γίνουν παρεμβάσεις για να αποτραπεί μια αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης από τα 32 δις ευρώ το 2009 στα 48 δις ευρώ που θα έφθανε το 2015 με βάση τις μελέτες. Σήμερα είμαστε στα 28,5 δις ευρώ και αναζητείται σταθεροποίηση.

Η ανακοπή της εκρηκτικής πορείας των συνταξιοδοτικών δαπανών υπήρξε το αποτέλεσμα παρεμβάσεων της περιόδου 2010-2012 και του Ν.3863/2010. Η πολιτική άποψη όσων αντιτάχθηκαν στην αλλαγή που ήρθε με τον Ν.3863/2010 ήταν ότι το ελληνικό σύστημα ασφάλισης ήταν βιώσιμο σε αντίθεση με ό,τι υποστήριζαν μέχρι τότε όλοι οι διεθνείς οργανισμοί.

Όμως, όλες οι μελέτες έδειχναν ότι, εάν δεν γινόταν παρέμβαση στο ασφαλιστικό, σε βάθος χρόνου, οι δαπάνες για το ασφαλιστικό θα έφταναν στο 24% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο. Αντίθετα, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, οι προβλεπόμενες εισφορές δεν θα ξεπερνούσαν το 10% του ΑΕΠ. Αυτή η διαφορά ανάμεσα στις εισροές και τις εκροές θα οδηγούσε μαθηματικά σε κατάρρευση του ασφαλιστικού.

Μια δεύτερη κριτική επισήμανση προς όσους αντιδρούσαν στις αλλαγές του 2010 είναι ότι το ασφαλιστικό είναι άδικο και άνισο. Ο κρατικός προϋπολογισμός το 2009 έδινε 4,5 δισεκατομμύρια για περίπου 1,2 εκατομμύρια ασφαλισμένων του ΙΚΑ, αλλά έδινε 750 εκατομμύρια για 37.000 ασφαλισμένους στη ΔΕΗ. Πόσο δίκαιη είναι αυτή η ανισότητα στην κατανομή των ενισχύσεων κατά δικαιούχο;

Στο δημόσιο διάλογο για το ασφαλιστικό και τις λύσεις του, η συζήτηση επικεντρώνεται μονομερώς στην πλευρά των πόρων του συστήματος και όχι στις πληρωμές.

Είναι γεγονός ότι η εισφοροδιαφυγή είναι μεγάλη στην Ελλάδα αφού ως προς τα ασφαλιστικά έσοδα υστερεί σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες, περίπου 2,5-3,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, τόσο πριν από την κρίση όσο και μετά από την κρίση.

Σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη, οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης οδηγούν σταδιακά σε αύξηση της απασχόλησης και, επομένως, ενισχύονται τα έσοδα του συστήματος. Όμως, να υπενθυμίσω ότι το πρόβλημα με το ασφαλιστικό υπήρχε και σε εποχές που η ελληνική οικονομία έτρεχε με πραγματικούς ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 3%-4%.

Επομένως, η ανάπτυξη δημιουργεί πόρους για ένα βιώσιμο ασφαλιστικό, υπό την προϋπόθεση ότι η αρχιτεκτονική του ασφαλιστικού έχει στηριχτεί σε παραδοχές που ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα.

Αντίθετα, αν το ασφαλιστικό έχει περιορισμένα έσοδα και δαπάνες οι οποίες συνεχώς αυξάνονται, τότε δημιουργεί τεράστιες δημοσιονομικές πιέσεις, αφού η διατήρηση του επιπέδου των παροχών του προϋποθέτει συνεχώς στήριξη από τον κρατικό προϋπολογισμό. Με βάση τα παραπάνω τίθεται το ερώτημα αν η απουσία ουσιαστικής παρέμβασης στο ασφαλιστικό όλα αυτά τα χρόνια μπορεί να σχετίζεται με την κρίση δημόσιου χρέους ή όχι;

Με βάση τα δεδομένα του Οκτωβρίου του 2009, όταν ανέλαβα καθήκοντα στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, το ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόταν 1,5 δις ευρώ το μήνα ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καταβάλει τρέχουσες συντάξεις. Αυτό σημαίνει ότι χρειαζόταν 18 δις ευρώ το χρόνο.

Η στήριξη του προϋπολογισμού προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης ήταν της τάξης των 5,4 δις ευρώ ή 4% του ΑΕΠ. Το 2009, είχε φτάσει στα 18,9 δις ευρώ ή 8,2% του ΑΕΠ.

Αν είχε σταθεροποιηθεί η συνεισφορά του κρατικού προϋπολογισμού στα ονομαστικά επίπεδα του 2001, η χώρα θα είχε 75 δισεκατομμύρια λιγότερο χρέος σε σχέση με αυτό το οποίο είχε το 2009.

Με λίγα λόγια, ένα στα τέσσερα ευρώ που χρωστούσε η χώρα το 2009 οφείλονταν στο γεγονός ότι, τη δεκαετία του 2000, δεν προνόησαν οι κυβερνήσεις να ανακόψουν αυτήν την ανησυχητική πορεία αύξησης της χρηματοδότησης των ασφαλιστικών ταμείων από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Τελευταία, γίνεται αναφορά στις αρνητικές επιπτώσεις που είχε το PSI στα αποθεματικά του ασφαλιστικού και ότι η κατάρρευση του οφείλεται στο PSI. Μιλάνε για απώλεια της τάξης των 26 δις ευρώ πριν το PSI, όταν τα ομόλογα που είχαν όλα τα ασφαλιστικά ταμεία ήταν 25,4 δις ευρώ. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας από το PSI χάθηκαν 11,7 δις ευρώ. Τέλος, αποσιωπάται το γεγονός ότι ο κρατικός προϋπολογισμός από το 2010 μέχρι σήμερα έχει δώσει για το ασφαλιστικό 100 δις ευρώ, δηλαδή εννέα φορές περισσότερα από όσα χάθηκαν για το PSI.

Αφού έγιναν έξι παρεμβάσεις την τελευταία εικοσιπενταετία, γιατί σήμερα το ασφαλιστικό εξακολουθεί να έχει προβλήματα; Η απάντηση σε μεγάλο βαθμό σχετίζεται με συγκυριακούς παράγοντες:

  • Η ανεργία ανέρχεται στο 1,3 εκατ. άτομα και την τελευταία πενταετία μειώθηκαν σημαντικά οι μισθοί με αποτέλεσμα να μειωθούν σημαντικά τα ασφαλιστικά έσοδα.
  • Η οικονομία είναι σε ύφεση από το 2008 και πολλές επιχειρήσεις δεν αποδίδουν τις ασφαλιστικές εισφορές. Οι ανείσπρακτες απαιτήσεις φτάνουν τα 14,5 δις ευρώ
  • Η έλλειψη βεβαιότητας για το μέλλον και για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων είχε ως αποτέλεσμα πολλοί εργαζόμενοι να προσφύγουν στη σύνταξη και να αυξηθούν απότομα οι πληρωμές του συστήματος. Σύμφωνα με το σύστημα Ήλιος, σήμερα οι δικαιούχοι είναι 2.650.000, ενώ εκτιμήσεις που αναγράφονται στον τύπο, αναφέρουν ότι εκκρεμούν 173.000 αιτήσεις για κύριες συντάξεις με αχαρτογράφητο χρέος ύψους 2 δις ευρώ.

Αυτό, όμως, που είναι πιο ανησυχητικό είναι ότι περίπου το 50% από αυτούς που προσφεύγουν αυτή τη στιγμή στη σύνταξη είναι στην ηλιακή κατηγορία 51-61 ετών. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και σήμερα, οι παροχές του συστήματος εξακολουθούν να λειτουργούν ως κίνητρο για την έξοδο στη σύνταξη.

Άρα, είμαστε σε αναζήτηση μιας νέας παρέμβασης που θα θέσει σε σταθερή τροχιά το ασφαλιστικό, θα βοηθήσει στην επίτευξη βιώσιμων δημόσιων οικονομικών, προϋπόθεση για μετάβαση σε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Οι νέες προτάσεις πρέπει να συνοδεύονται από αριθμητικά παραδείγματα που θα καταδεικνύουν, μέσω μιας σύγκρισης με τις προβλέψεις του Ν.3863\2010, ποιες αλλαγές επέρχονται και πώς συγκρίνονται με αυτά τα οποία θα προέκυπταν από την εφαρμογή του Ν.3863\2010. Έτσι, θα ξέρει ο ασφαλισμένος τι ακριβώς αλλάζει και πως κατανέμονται τα βάρη.

Τότε και μόνον τότε, η νέα παρέμβαση θα βρει την ευρύτερη δυνατή κοινωνική συναίνεση, όταν θα γίνει σε συνθήκες απόλυτης διαφάνειας, χωρίς να συνεχίζει τις παθογένειες του παρελθόντος, όπου όσοι είχαν πρόσβαση σε πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων διασφάλιζαν τα προνόμιά τους.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στο site «the caller» το Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Μετά την διεθνή κρίση του 2008, που οδήγησε στη μεγαλύτερη μεταπολεμική οικονομική κρίση της Ελλάδας, ανατράπηκε η αρχιτεκτονική της μεταπολιτευτικής πολιτικής σκηνής.

Το βαρύτερο τίμημα της διαχείρισης της κρίσης το πλήρωσε το ΠΑΣΟΚ, το οποίο υποδεκαπλασίασε την εκλογική του δύναμη μετά από 30 χρόνια πολιτικής ηγεμονίας.

Όμως και οι άλλες πολιτικές δυνάμεις, που κινούνται στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας και αναδείχτηκαν στην περίοδο της κρίσης, δεν κατάφεραν να ενισχύσουν ή να διατηρήσουν τις δυνάμεις τους (ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.)

Η εκλογική πορεία των σοσιαλιστικών κομμάτων στην Ελλάδα δεν είναι διαφορετική από αυτή των αντίστοιχων κομμάτων στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Σύμφωνα με τον Γ. Μοσχονά (2014), που μελέτησε τις μεταπολεμικές εκλογικές επιδόσεις αυτών των κομμάτων, ο μέσος όρος της επίδοσης τους στην περίοδο 2009-2013 ήταν περίπου 23% έναντι 33,5% που ήταν η ιστορικά υψηλότερη επίδοση στη δεκαετία του 1960.

Επομένως, αυτό που κάνει τη διαφορά στην περίπτωση της Ελλάδας είναι το μέγεθος των απωλειών και όχι η κατεύθυνση. Το 44% του ΠΑΣΟΚ το 2009 ήταν η εξαίρεση -και όχι ο κανόνας – μιας προδιαγεγραμμένης καθοδικής πορείας στο μέλλον. Οι μετέπειτα εξελίξεις απλά επιτάχυναν την πορεία.

Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στην έναρξη μιας συζήτησης για το μέλλον και τις προοπτικές της Ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας.

Ο Νίκος Μουζέλης (2014) έχει διατυπώσει την άποψη ότι η σοσιαλδημοκρατία όπως και η οικονομία ακολουθεί μια κυκλική πορεία. Αυτή καθορίζεται από εξελίξεις και διεργασίες του καπιταλισμού, που επηρεάζουν το ρόλο του κράτους και τη δυνατότητα του να παρεμβαίνει ως ρυθμιστής στην οικονομία.

Οι κρίσεις στις οποίες είναι επιρρεπής ο καπιταλισμός, διαμορφώνουν ακόμη και σήμερα την ανάγκη για μια προοδευτική ρεφορμιστική στρατηγική εντός των ορίων του καπιταλισμού. Αυτή μπορεί να οδηγήσει σε μια ανανεωμένη σοσιαλδημοκρατία, που θα έχει ως στόχο τον εξανθρωπισμό της παγκοσμιοποίησης. Με βάση τα παραπάνω ο Μουζέλης υποστηρίζει ότι η σοσιαλδημοκρατία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι πολύ πιθανό να ανακάμψει.

Θεωρώ ότι η κυκλικότητα που επικαλείται ο Μουζέλης δεν διασφαλίζει από μόνη της την ανάκαμψη της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη. Μετά την κρίση του 2008, που οδήγησε σε τεράστιες απώλειες σε ΑΕΠ και θέσεις εργασίας και διόγκωσε τις κοινωνικές ανισότητες, η σοσιαλδημοκρατία θα πρέπει να αναζητήσει νέους δρόμους και νέες απαντήσεις στις μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ατελούς ΟΝΕ.

Απαντήσεις που κινούνται πέρα από τον εθνικό κεϋνσιανισμό της χρυσής εικοσιπενταετίας 1945-1970 αλλά και πέρα από τον Τρίτο Δρόμο του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος της δεκαετίας του 1990.

Έτσι μόνο μπορεί να ανακτήσει δυνάμεις και να αποκαταστήσει τη δυνατότητα της να εκφράζει πολιτικά προοδευτικές κοινωνικές συμμαχίες.

Ο Ε. Τσακαλώτος (2014), αμφισβητώντας την ορθότητα της προσέγγισης του Νίκου Μουζέλη για κυκλικές διακυμάνσεις της σοσιαλδημοκρατίας, προεξοφλεί το τέλος της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, γιατί εγκατάλειψε την «προοδευτική» της ατζέντα, υπηρετώντας νεοφιλελεύθερες μνημονιακές πολιτικές. Το μέλλον, κατά τον Ε. Τσακαλώτο, ανήκει στο Σύριζα και στη νέα ευρωπαϊκή αριστερά και όχι στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Η θέση αυτή όμως ακυρώνεται από το γεγονός ότι ο Σύριζα, μετά το δημοψήφισμα του Ιουνίου, υπηρετεί με συνέπεια μνημονιακές πολιτικές. Μετά την άνοδο του στην εξουσία, εξουδετερώνονται ή εξομαλύνονται κοινωνικές αντιστάσεις σε μεταρρυθμίσεις, που θα αλλάξουν την διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, ώστε να μετασχηματιστεί σε πιο ανταγωνιστική και εξωστρεφή.

Άρα, η μόνη διαθέσιμη επιλογή του Σύριζα για να έχει πολιτική νομιμοποίηση από εδώ και πέρα, είναι η έμφαση στην καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων και η στήριξη όσων επλήγησαν από την κρίση. Αυτή όμως είναι μια ατζέντα σοσιαλδημοκρατική όπως και το κεϋνσιανό, στα πρότυπα της δεκαετίας του 1980, πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης.

Οι επιλογές του μετά τις εκλογές, ολοένα και περισσότερο προσαρμόζονται στο πλαίσιο που διαμορφώνουν οι διεθνείς συσχετισμοί και οι οικονομικοί καταναγκασμοί. Η αποτελεσματικότητα του στο να οδηγήσει την χώρα σε μια πορεία σταθερής ανάπτυξης θα καθορίσει τη δική του προοπτική.

Αυτή η εξέλιξη μας υποχρεώνει να απαντήσουμε στο ερώτημα μήπως ο Σύριζα τελικά μετεξελιχθεί σταδιακά σε ένα «ριζοσπαστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα».

Εκτιμώ ότι ο Σύριζα ακολουθεί μια πορεία που μοιάζει πολύ με αυτή του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος πριν την διάχυση του στο Δημοκρατικό Κόμμα. Θα μιλά και θα αυτοπροσδιορίζεται ως «αριστερά» αλλά θα πράττει «σοσιαλδημοκρατικά». Νομοτελειακά λοιπόν θα επιδιώξει την περαιτέρω αποδυνάμωση ή εξαφάνιση των υπαρχουσών σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων (Δημοκρατική Συμπαράταξη, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.).

Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι κάποιοι Ευρωπαίοι Σοσιαλδημοκράτες συνομιλούν ήδη με το Σύριζα και ταυτόχρονα προτρέπουν τη Δημοκρατική Συμπαράταξη και το Ποτάμι να διερευνήσουν τη δυνατότητα κυβερνητικής συνεργασίας μαζί του.

Η προοπτική λοιπόν των υφιστάμενων δυνάμεων της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας να πρωταγωνιστήσουν στην ανασύνταξη του χώρου, σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί από την δυνατότητα τους να κτίσουν από την αρχή σχέσεις εμπιστοσύνης με τις κοινωνικές δυνάμεις που θέλουν να εκπροσωπήσουν.

Αυτό προϋποθέτει ένα ελληνικό «Επινέ» όπου θα αναδειχθεί η νέα προγραμματική πρόταση για την έξοδο της χώρας από την κρίση και την επόμενη ημέρα.

Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για τις υπάρχουσες δυνάμεις της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, αν θέλουν να έχουν προοπτική και να συνδιαμορφώσουν τη νέα πολιτική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα. Διαφορετικά, κινδυνεύουν να «φινλανδοποιηθούν» η να εξαφανιστούν.

Πηγές:

  1. Γεράσιμος Μοσχονάς, «The Electoral Retreat of European Social Democracy» Μάρτιος 2014
  2. Νίκος Μουζέλης, «Μπορεί να αναγεννηθεί η Ελληνική Σοσιαλδημοκρατία;» Το Βήμα, 23/11/2014.
  3. Φίλιππος Σαχινίδης, «Για μια Ευρωπαϊκή Ριζοσπαστική Σοσιαλδημοκρατία» Εφημερίδα Συντακτών, 10/6/2014
  4. Ευκλείδης Τσακαλώτος, «Ο Μουζέλης, ο Μπερνστάιν και η σοσιαλδημοκρατία», 2014, http://rnbnet.gr/details.php?id=12056

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «ΚΕΦΑΛΑΙΟ» το Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα από όσες επηρεάστηκαν από τη διεθνή κρίση που παραμένει από το 2008 σε ύφεση με εξαίρεση το 2014 που κατέγραψε οριακά θετικό ρυθμό ανάπτυξης. Η επιστροφή στην ανάπτυξη μετατίθεται για το 2017.

Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολλές συζητήσεις για τα αίτια της κρίσης, τη διάρκεια και ένταση της. Σήμερα, υπάρχει σύγκλιση στην άποψη ότι η ανάπτυξη της Ελλάδας μετά την ένταξη στην ΟΝΕ υπήρξε στρεβλή.

Τροφοδοτήθηκε από τη δημόσια και ιδιωτική κατανάλωση που χρηματοδοτήθηκαν μέσω δημόσιου και ιδιωτικού δανεισμού. Συνέπεια του στρεβλού αυτού παραγωγικού προτύπου ήταν η ενίσχυση του μη ανταγωνιστικού τομέα της οικονομίας σε βάρος του εξωστρεφούς και ανταγωνιστικού.

Με την εκδήλωση της διεθνούς κρίσης η ανάπτυξη ανακόπηκε και η οικονομία πέρασε στην ύφεση. Μετά την απώλεια πρόσβασης στις αγορές, η αναγκαία δημοσιονομική προσαρμογή σε συνδυασμό με την πιστωτική συρρίκνωση βάθυναν την ύφεση οδηγώντας σε σωρευτική απώλεια του εθνικού προϊόντος κατά 25%.

Η μετάβαση σε ένα περιβάλλον σταθερής ανάπτυξης μεταξύ άλλων προϋποθέτει:

  • Αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου μέσω προσέλκυσης επενδύσεων στον τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών.
  • Αποκατάσταση ομαλής λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος –που διαταράχτηκε περισσότερο με την επιβολή των κεφαλαιακών περιορισμών – με την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης.

Η χώρα για να περάσει σταθερά σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης χρειάζεται την επόμενη τριετία επενδύσεις ύψους 30-40 δις ευρώ πέραν αυτών του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Αυτή είναι η αναγκαία προϋπόθεση για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας ώστε να αναπληρωθεί ένα μεγάλο μέρος από το 1 εκατ. θέσεων εργασίας που καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Είναι εξίσου σημαντικά τα ποσοτικά αλλά και ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτών των επενδύσεων. Μια τέτοια πολιτική πρέπει να έχει την μορφή ενός ισχυρού επενδυτικού shock παράγοντας άμεσα αποτελέσματα σε όρους ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής. Προαπαιτούμενο για την πραγματοποίηση τους η πολιτική σταθερότητα άρα και ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις όπως αυτές που επιτεύχθηκαν πριν τις εκλογές.

Στην παρούσα συγκυρία είναι αναγκαία μια αλλαγή στάσης της κυβέρνησης ως προς το ρόλο που να μπορεί να διαδραματίσει στην οικονομική ανάκαμψη η ιδιωτική πρωτοβουλία αλλά και ένα σταθερό και ανταγωνιστικό φορολογικό περιβάλλον. Μόνο έτσι, θα ανακοπεί και η παρατηρούμενη–μετά την επιβολή των κεφαλαιακών περιορισμών -μαζική μεταφορά έδρας ακόμη και μικρομεσαίων ελληνικών επιχειρήσεων σε γειτονικές χώρες που υπονομεύει την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Ταυτόχρονα, πρέπει να αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία του τραπεζικού συστήματος προκειμένου να επιτελέσει τον αναπτυξιακό του ρόλο από κοινού με άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία.

Όσο η οικονομία είναι σε ύφεση και τα δάνεια δεν εξυπηρετούνται, αυξάνονται οι κίνδυνοι του ενεργητικού και μειώνεται η ικανότητα δημιουργίας εσωτερικού κεφαλαίου των τραπεζών. Επομένως δεν συντρέχουν ευνοϊκές προϋποθέσεις για χορήγηση νέων δανείων.

Αν στο φαύλο αυτό κύκλο προστεθούν και οι ανάγκες για αύξηση των εποπτικών κεφαλαίων μέχρι το τέλος του 2017, τίθεται το ερώτημα, πως οι τράπεζες θα χρηματοδοτήσουν την οικονομία;

Η πρόκληση, λοιπόν, για την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας είναι να προχωρήσουν οι τράπεζες μαζί με την προγραμματισμένη ανακεφαλαιοποίηση με προσεκτικά βήματα σε μια αναδιάρθρωση του δανειακού χαρτοφυλακίου τους με μερική προοδευτική διαγραφή χρεών εταιρειών όπου αξίζει να τους δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία.

Για να επιταχυνθεί λοιπόν η διαδικασία ανασυγκρότησης της οικονομίας, είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί σύντομα ο τρόπος αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, να αξιολογηθεί η βιωσιμότητα των προβληματικών επιχειρήσεων με διαφανή και δίκαια κριτήρια.

Η μεγάλη πρόκληση της επόμενης ημέρας είναι κατά πόσο οι τράπεζες είναι έτοιμες και διατεθειμένες να αξιολογήσουν και να διαχειριστούν τις βιώσιμες επιχειρήσεις και οικονομικούς κλάδους, έτσι ώστε να διοχετεύσουν τα περιορισμένα κεφάλαια τους στις αποδοτικότερες επενδύσεις.

Μετά από μια χαμένη δεκαετία η επιστροφή σε σταθερή ανάπτυξη είναι μονόδρομος για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και για να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές συνέπειες της κρίσης.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη Πρ. Υπουργού Οικονομικών στην Εφημερίδα Συντακτών 22 Αυγ. 2015

Τις προηγούμενες ημέρες εγκρίθηκε από το Eurogroup η νέα δανειακή σύμβαση μεταξύ ESM και Ελλάδος ύψους μέχρι 86 δις ευρώ.

Μετά από έξι μήνες αποτυχημένων πειραματισμών, η απόφαση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να προχωρήσει στην υπογραφή της σύμβασης κατέστη αναπόφευκτη μόλις αποδέχτηκε ότι δεν υπάρχει χωρίς οικονομική ζημία εναλλακτική λύση που να διασφαλίζει τη συμμετοχή της Ελλάδος στην Ευρωζώνη και να καλύπτει ταυτόχρονα τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας.

Η μεταστροφή της κυβέρνησης ακυρώνει τις προϋποθέσεις που κατέστησαν εφικτή την άνοδο της στην εξουσία. Η ανιστόρητη και διαχωριστική διάκριση μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών δυνάμεων, που καλλιέργησαν τα δυο κυβερνητικά κόμματα με τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό κόστος για τη χώρα, κατέρρευσε στις 14 Αυγούστου 2015.

Η κυβέρνηση για να ξεπεράσει το πρόβλημα αυτό επιχειρεί άμβλυνση των πολιτικών συνεπειών του μέσω σύγκρισης του νέου μνημονίου με τα προηγούμενα προωθώντας την άποψη ότι το τρίτο Μνημόνιο είναι ηπιότερο σε σχέση με τα προηγούμενα.

Η άποψη αυτή πάσχει σε δυο σημεία:

1) Οι σημερινές συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν κατά την υπογραφή των δύο προηγούμενων μνημονίων.

Το 2009, για παράδειγμα, η χώρα είχε δημοσιονομικό έλλειμμα 15,7% του ΑΕΠ και έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κοντά στο 11% του ΑΕΠ.

Τα ελλείμματα αυτά έπρεπε να εξουδετερωθούν σε ένα δύσκολο οικονομικά περιβάλλον καθώς η ύφεση το 2009 ήταν πάνω από 4%. Αντίθετα, το 2014 η χώρα είχε ένα μικρό πρωτογενές πλεόνασμα και οριακά θετική ανάπτυξη.

2) Η ηπιότερη πορεία στους δημοσιονομικούς στόχους του τρίτου Μνημονίου έναντι αυτών του δευτέρου κατέστη αναγκαία και δεν υπήρξε διαπραγματευτική επιτυχία. Αυτό συνέβη επειδή οι καταστροφικές οικονομικές επιλογές του πρώτου εξαμήνου του 2015 είχαν ως αποτέλεσμα την επιβολή των capital controls, την επιστροφή σε ύφεση το 2015 και το 2016 και τη μετάβαση σε πρωτογενές έλλειμμα το 2015.

Αυτό που προσπαθούν όσοι επιχειρούν την παραπάνω σύγκριση, καθαρά για λόγους πολιτικών σκοπιμοτήτων εν όψει της επερχόμενης εκλογικής αναμέτρησης, είναι να αποφύγουν να απαντήσουν άμεσα σε τρία κομβικά ερωτήματα που θα κυριαρχήσουν στις επόμενες εκλογές.

1) Το πρώτο αφορά τη δυνατότητα της Κυβέρνησης να προσδιορίσει έναν εθνικό οδικό χάρτη εξόδου της χώρας από την κρίση και το τρίτο Μνημόνιο.

Το Σεπτέμβριο του 2014 έθετα από τις στήλες της ΕφΣΥΝ το ίδιο ακριβώς ερώτημα προς την κυβέρνηση Σαμαρά για το δεύτερο Μνημόνιο που έληγε το Δεκέμβριο του 2014.

Τελικά, η κυβέρνηση Σαμαρά απέτυχε εκεί που πέτυχαν η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Ταυτόχρονα, άφησε ανοικτό το θέμα της κάλυψης των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας στο πλαίσιο της στρατηγικής της αριστερής παρένθεσης.

Σήμερα, η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων με capital controls και το πέρασμα σε διατηρήσιμη ανάπτυξη είναι δύσκολο να επιτευχθούν χωρίς σχέδιο. Είναι έτοιμη η Κυβέρνηση να καταθέσει έναν εθνικό οδικό χάρτη εξόδου από την κρίση;

2) Το δεύτερο αφορά τη βούληση της κυβέρνησης να εφαρμόσει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων που έχει συμφωνήσει.

Το ερώτημα αυτό συναρτάται με το πρώτο όμως είναι εξίσου καθοριστικό. Το ιδεολογικό φορτίο του τρίτου Μνημονίου είναι περισσότερο αισθητό σε σχέση με τα δύο προηγούμενα.

Το τρίτο Μνημόνιο ακυρώνει την θέση της κυβέρνησης ότι το πρόβλημα της χώρας οφείλεται στη λιτότητα όπως αναφέρονταν στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης.

Με το τρίτο Μνημόνιο επιχειρείται αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας. Στόχος να συρρικνωθεί ο μη ανταγωνιστικός και εσωστρεφής τομέας της οικονομίας προς όφελος του ανταγωνιστικού και εξωστρεφούς.

Υιοθετεί τη φιλοσοφία αυτή η κυβέρνηση; Έχει τη βούληση να εφαρμόσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις;

3) Το τρίτο αφορά τη θέση της κυβέρνησης έναντι του προβλήματος του χρέους. Η κυβέρνηση πριν και μετά τις εκλογές ζητούσε ονομαστική διαγραφή του λέγοντας ότι δεν είναι βιώσιμο.

Από τις επίσημες αποφάσεις προκύπτει ότι το καλύτερο που μπορεί να εξασφαλίσει η χώρα για το χρέος είναι: α) επιμήκυνση, β) όπου είναι εφικτό μείωση των επιτοκίων και γ) παράταση της περιόδου χάριτος για την αποπληρωμή τοκοχρεολυσίων.

Είναι έτοιμη η κυβέρνηση να αποδεχτεί αποφάσεις για το χρέος που μέχρι πρότινος απέρριπτε ως αναποτελεσματικές;

Αν οι κυβερνητικοί εταίροι είναι έτοιμοι να απαντήσουν στα παραπάνω ερωτήματα θετικά τότε το διακύβευμα των νέων εκλογών θα είναι αντίστροφο των εκλογών του Ιανουαρίου: «Ψηφίστε μας για να εφαρμόσουμε αποτελεσματικά και με την αναγκαία ευαισθησία το νέο πρόγραμμα ώστε να βγάλουμε τη χώρα από την κρίση».

Η επιτυχία στον τομέα αυτό θα καθορίσει τη δυνατότητα ή όχι του ΣΥΡΙΖΑ να διατηρήσει σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας. Όμως, η εμπειρία των τελευταίων έξι μηνών δείχνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επεδίωξε επιστροφή στις παθογένειες που μας οδήγησαν στην κρίση. Δεν επιδιώκει την υιοθέτηση προοδευτικών μεταρρυθμίσεων στην οικονομία και τους θεσμούς. Η απάντηση που θα δώσουν στα ίδια ερωτήματα τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα καθορίσει τις δικές τους προοπτικές.