Αρθογραφία

Άρθρο του Φίλιππου Σαχινίδη στην «Εφημερίδα των Συντακτών», την Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Η διαρκής αβεβαιότητα σε ότι αφορά τις προοπτικές της χώρας επιταχύνει τις πολιτικές εξελίξεις και ωθεί σε αναζήτηση νέων σταθερών. Σε αυτό το περιβάλλον πυκνώνουν οι συζητήσεις για την ανασύνταξη της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας.

Η συζήτηση αυτή πρέπει να ξεκινά από το ερώτημα, αν οι κοινωνικές δυνάμεις που θέλει να εκφράσει η σοσιαλδημοκρατία έχουν καταλήξει σε μια ενιαία αφήγηση για το πώς έφτασε η χώρα σε κατάρρευση. Έτσι μόνο, η νέα σοσιαλδημοκρατία θα μπορέσει να συντάξει μια αξιόπιστη και ρεαλιστική πρόταση εξόδου από την κρίση αλλά και ένα όραμα για την Ελλάδα μετά τα Μνημόνια.

Το θεσμικό έλλειμμα ήταν αυτό που επέτρεψε, σε μεγάλο βαθμό, τη δημιουργία των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και των ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που οδήγησαν στον αναγκαστικό δανεισμό. Επομένως, η πρόταση της νέας σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να περιλαμβάνει μέτρα που θα χτυπήσουν στη ρίζα το πελατειακό κράτος και θα βοηθήσουν στην οικοδόμηση της κοινωνικής εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.

Πρέπει, επίσης, να προσδιοριστεί με σαφήνεια το ποιους αφορά, γιατί δεν μπορεί να αφορά όλους. Δεν μπορεί να αφορά αυτούς που ασπάζονται το δόγμα «εμ-εμ» (εμ έτσι – εμ αλλιώς). Η συζήτηση αυτή πρέπει να αφορά όλους, όσοι:

  • πρεσβεύουν τις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας, της αλληλεγγύης και του σεβασμού στο περιβάλλον,
  • πιστεύουν ότι μόνο οι αγορές δεν οδηγούν πάντα στα καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα και άρα χρειάζονται κανόνες, θεσπιζόμενοι από ένα σύγχρονο επιτελικό κράτος που θα παρακολουθεί την εφαρμογή τους,
  • ιεραρχούν σαν προέχουσα επιλογή την παραγωγή, ώστε να διασφαλισθεί η αναδιανομή,
  • έχουν απαλλαγεί από το σύνδρομο του κρατισμού αλλά ταυτόχρονα θέτουν ως πρωταρχική προτεραιότητα τη μείωση των ανισοτήτων,
  • αντιλαμβάνονται ότι η κρίση υπήρξε το αποτέλεσμα του πελατειακού κράτους και της αδυναμίας της ελληνικής οικονομίας να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ΟΝΕ,
  • υπερασπίζονται την ανάγκη για έγκαιρες προοδευτικές μεταρρυθμίσεις ώστε η χώρα να διεκδικεί επάξια το δικό της μερίδιο στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας,
  • αντιστέκονται στις σειρήνες του λαϊκισμού αλλά αγαπούν και σέβονται ότι είναι λαϊκό.

Εξίσου σημαντική, είναι η απάντηση στο ερώτημα της ταυτότητας των δυνάμεων της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας στο πλαίσιο της ιστορικής διάκρισης Αριστερά-Δεξιά. Η διάκριση αυτή παραμένει σε ισχύ στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα, με διαφορετικό όμως περιεχόμενο σε σύγκριση με το παρελθόν. Τα Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της Αριστεράς σε όλη την Ευρώπη – προφανώς και στην Ελλάδα, όπου την έννοια της Αριστεράς επιχείρησαν να μονοπωλήσουν κομμουνιστικά-κομμουνιστογενή κόμματα.

Όμως, η διάκριση αυτή από μόνη της, δεν αρκεί για να κατανοήσουμε τις τρέχουσες πολιτικές διεργασίες. Σήμερα, η πολιτική στάση των πολιτών προσδιορίζεται και από την θέση που έχουν έναντι του ευρωπαϊκού εγχειρήματος και της παγκοσμιοποίησης. Έτσι, στο εσωτερικό της Αριστεράς μπορεί κανείς να βρει κοινωνικές δυνάμεις που εναντιώνονται στις ευρωπαϊκές διεργασίες και αντιλαμβάνονται την παγκοσμιοποίηση μόνο σαν απειλή.

Οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων σε όλη την Ευρώπη τα εγκαταλείπουν γιατί θεωρούν ότι οι κυβερνητικές πολιτικές τους δεν τους προστάτευσαν από τους κινδύνους της παγκοσμιοποίησης ή προχώρησαν σε ριζική αναθεώρηση των κοινωνικών πολιτικών τους, ή ότι υποχώρησαν στις πιέσεις της συντηρητικής Ευρώπης για μια προσαρμογή με έμφαση στη λιτότητα.

Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι η στροφή στο Κέντρο, μακριά από ιδεολογικές και αξιακές αναφορές και πολιτικές, αλλά η ανανέωση της Σοσιαλδημοκρατίας με προτάσεις που απαντούν στις προκλήσεις που συνδιαμορφώνουν η παγκοσμιοποίηση και η συμμετοχή στην ΟΝΕ. Υποχρέωση, λοιπόν, των δυνάμεων αυτών, είναι να εκπονήσουν ένα πρόγραμμα για την αποκατάσταση της παραγωγικής ικανότητας της χώρας, ώστε ο ελληνικός καπιταλισμός να μπορεί να σταθεί ανταγωνιστικά στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Έτσι, θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας, θα ανασυνταχθεί το κοινωνικό κράτος και θα στηριχτούν όσοι έχουν ανάγκη. Η ελληνική σοσιαλδημοκρατία για να κερδίσει τη νέα γενιά πρέπει να παλέψει και για μια Ευρώπη της αλληλεγγύης και των κανόνων που θα ισχύουν για όλους, μικρούς και μεγάλους.

Σε αυτή τη βάση μπορεί κανείς να αξιολογήσει, με ποιες πολιτικές δυνάμεις μπορεί να συνεργαστεί για την έξοδο της χώρας από την κρίση. Με βάση τα δεδομένα πριν από την κρίση, η ΝΔ ήταν ο παραδοσιακός αντίπαλος και ο ΣΥΝ ο δυνητικός σύμμαχος.

Σήμερα, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ συμφωνούν στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας και στην παραμονή στην ευρωζώνη. Βεβαίως, η Ευρώπη που οραματιζόμαστε δεν είναι η ίδια με αυτή που οραματίζεται η ΝΔ και η οικογένεια του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, όπως φάνηκε από τη στάση που τήρησε στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης ή σε ζητήματα, όπως το προσφυγικό ή η κλιματική αλλαγή. Εμείς θέλουμε μια Ευρώπη των κανόνων, που θα στοχεύει τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη μείωση των ανισοτήτων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα είναι σε αναζήτηση ταυτότητας, καθώς οι ιδεοληπτικές προσεγγίσεις της αντιπολιτευτικής περιόδου ισοπεδώνονται μπρος στην σκληρή κυβερνητική πραγματικότητα. Το αν αποτελεί δυνητικό σύμμαχο θα εξαρτηθεί από την απόφασή του με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει και με ποιο όραμα για τη χώρα. Διαφορετικά, κινδυνεύει να μετεξελιχθεί από «ντεμέκ» Αριστερά σε «εμ – εμ» Αριστερά και να έχει την τύχη όσων η κρίση απότομα ανέβασε και κατέβασε.

Άρθρο στην Καθημερινή της Κυριακής

Η ​​Ελλάδα, επτά χρόνια μετά τον εκτροχιασμό των δίδυμων ελλειμμάτων το 2009, που την οδήγησε στον αναγκαστικό δανεισμό από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, κατάφερε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του δημοσιονομικού ελλείμματος και αυτού των εξωτερικών συναλλαγών. Ενώ οι άλλες χώρες που προσέφυγαν στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό είναι πλέον εκτός προγράμματος –η Κύπρος βγαίνει τον Μάρτιο– και έχουν θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η Ελλάδα, τον Αύγουστο του 2015, υπέγραψε το τρίτο μνημόνιο και είναι σε ύφεση.

Η χώρα μετά την επιβολή των capital controls θα καταγράψει αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, τόσο το 2015 όσο και το 2016, συμπληρώνοντας 9 χρόνια ύφεσης –μόνη εξαίρεση η οριακή αύξηση του ΑΕΠ το 2014– με σωρευτική απώλεια 26% του ΑΕΠ. Ετσι, η χώρα για πρώτη φορά στη μεταπολεμική περίοδο θα έχει χάσει μία ολόκληρη δεκαετία. Ο κίνδυνος που διατρέχει η Ελλάδα είναι να χαθούν όσα με θυσίες κατακτήθηκαν αν δεν επιστρέψει σε τροχιά σταθερής ανάπτυξης και καθηλωθεί σε στασιμότητα και υψηλή ανεργία. Η μετάβαση όμως σε σταθερή ανάπτυξη δεν είναι μια μηχανική διαδικασία. Η ανάπτυξη δεν διατάσσεται ούτε επιστρατεύεται ούτε νομοθετείται με ένα άρθρο. Προϋποθέτει πολιτική και κοινωνική ηρεμία, σταθερότητα και ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις για την πορεία και τις στρατηγικές επιλογές της χώρας. Η Ελλάδα μέσω των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων επιδιώκει να ενισχύσει τη δυναμικότητα αλλά και την παραγωγικότητα\ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Ομως η στρατηγική των μεταρρυθμίσεων θέλει χρόνο για να φέρει αποτελέσματα.

Σήμερα, η κατανάλωση παρά τη δεκαετή κρίση εξακολουθεί να αποτελεί περίπου το 70% του ΑΕΠ. Η συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής στην περίοδο 2016-2018, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα, εκ των πραγμάτων αποδυναμώνει τον ρόλο της κατανάλωσης στα επόμενα χρόνια για να συνεισφέρει στην επιτάχυνση της ανάπτυξης. Ενας τομέας της οικονομίας που μείωσε τις αρνητικές επιπτώσεις των capital controls ήταν οι εξωτερικές συναλλαγές. Η καθίζηση των εισαγωγών κράτησε την ύφεση πολύ κάτω από το 1% για το 2015. Η ενίσχυση όμως της ανάπτυξης μέσω της τόνωσης των εξαγωγών προϋποθέτει χρόνο, αφού αυτές αποτελούσαν μικρό τμήμα της οικονομικής δραστηριότητας πριν από το ξέσπασμα της κρίσης.

Επομένως μεγάλη βαρύτητα στην αναπτυξιακή στρατηγική της χώρας αποκτούν οι επενδύσεις και ιδιαίτερα αυτές του ιδιωτικού τομέα. Η χώρα στα επόμενα τρία χρόνια χρειάζεται τουλάχιστον 60 δισ. επενδύσεις πέρα από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Η προσέλκυση όμως επενδύσεων σε τέτοια έκταση προϋποθέτει σημαντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις ικανές να αλλάξουν τους κανόνες του παιχνιδιού. Με τις μεταρρυθμίσεις αυτές θα μειωθούν τα ασφάλιστρα κινδύνου καθιστώντας τη χώρα πολύ πιο ελκυστικό προορισμό για επενδύσεις. Οι σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις είναι οι εξής:

1. Λειτουργική ανεξαρτησία και θεσμικές εξασφαλίσεις όσον αφορά τη λειτουργία των θεσμών και ειδικότερα την προστασία των επενδύσεων.

2. Σταθερό και προβλέψιμο φορολογικό πλαίσιο και ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης. Ενα φορολογικό νομοσχέδιο ανά 10ετία με αυξημένη πλειοψηφία.

3. Πλήρης διαφάνεια στο νομοθετικό έργο κάθε κυβέρνησης με λεπτομερή μελέτη δημοσιονομικών επιπτώσεων.

4. Διαφανές και εύρυθμο πλαίσιο αποκρατικοποιήσεων. Είναι καιρός να αμφισβητήσουμε το δόγμα σύμφωνα με το οποίο ό,τι είναι δημόσιο είναι και καλύτερο. Το κράτος καλείται να αναλάβει έναν επιτελικό ρόλο και να θεσπίζει κανόνες.

5. Ευέλικτος δημόσιος τομέας με χρήση νέων τεχνολογιών και διαρκή επιμόρφωση. Ηλεκτρονική διακυβέρνηση στον πυρήνα των λειτουργιών του Δημοσίου.

Επιπρόσθετα, η οικονομία έχει ανάγκη από νέα χρηματοδοτικά εργαλεία (ιδιωτικά και κρατικά κεφάλαια όπως private equity, ventures capitals κ.ά.) αλλά και από ένα υγιές τραπεζικό σύστημα που θα στηρίζει επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και θα «στρέψει» σημαντικό μέρος της πιστοδοτικής του ικανότητας προς τις νέες επιχειρήσεις που χρειάζεται η χώρα. Με αυτά τα νέα δάνεια θα βελτιωθεί η ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων, επιτρέποντας την περαιτέρω στροφή των τραπεζικών πιστώσεων προς επιχειρήσεις ανταγωνιστικές και εξωστρεφείς.

Οι τελικές ρυθμίσεις για τα «κόκκινα» δάνεια των επιχειρήσεων με τις οποίες θα ξεκινήσουν οι διαδικασίες εξυγίανσης των τραπεζικών χαρτοφυλακίων είναι κρίσιμες και καθοριστικές για την ανάκαμψη των τραπεζών και της οικονομίας. Με ένα υγιές και διάφανο πλαίσιο μπορεί να διασφαλιστεί ότι οι εταιρείες που θα εξαγοράσουν τα προβληματικά δάνεια των τραπεζών θα βοηθήσουν στην αναδιάρθρωση εταιρειών που βρέθηκαν εκτός λειτουργίας λόγω μεγάλων δανειακών βαρών αλλά παραμένουν ανταγωνιστικές. Κάποιες άλλες που δεν επιδέχονται αναδιάρθρωση και δεν είναι ανταγωνιστικές υποχρεωτικά θα κλείσουν. Ετσι, το τραπεζικό σύστημα από τη μεριά του θα δημιουργήσει προϋποθέσεις απορρόφησης των ζημιών από την έκθεσή του σε προβληματικά δάνεια και θα μπορεί να τροφοδοτήσει το νέο που γεννιέται.

Σταθεροποίηση της κατανάλωσης, μεγάλος όγκος νέων ιδιωτικών επενδύσεων και ταχεία αναδιάρθρωση χαρτοφυλακίου τραπεζών, άρση των capital controls, αποκατάσταση ρευστότητας των τραπεζών με ανάκτηση μεγάλου μέρους καταθέσεων και επιστροφή στη διατραπεζική αγορά αποτελούν προϋποθέσεις για σταθερή ανάπτυξη στο μέλλον, οριστική έξοδο από τα προγράμματα και επιστροφή στις αγορές. Ετσι, η ελληνική οικονομία θα μπορέσει να δημιουργήσει στα επόμενα χρόνια νέες θέσεις εργασίας και, βεβαίως, να αντιμετωπίσει τις ανισότητες που βάθυναν με την κρίση και να ενισχύσει τα εισοδήματα των εργαζομένων.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «Καθημερινή της Κυριακής» στις 27 Δεκεμβρίου 2015

Στο κλείσιμο του 2015 ξανασυζητάμε την ανάγκη παρέμβασης στο ασφαλιστικό μετά την πρωτοβουλία που πήρε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ στο πλαίσιο του τρίτου μνημονίου.

Σήμερα, το πρόβλημα του ασφαλιστικού, παρά τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, είναι μικρότερο ως προς το μέγεθος από εκείνο του 2009. Τότε, το ασφαλιστικό χρειαζόταν ετήσια ενίσχυση 18,5 δις ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό ενώ σήμερα χρειάζεται 10,5 δις ευρώ.

Τότε, έπρεπε να γίνουν παρεμβάσεις για να αποτραπεί μια αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης από τα 32 δις ευρώ το 2009 στα 48 δις ευρώ που θα έφθανε το 2015 με βάση τις μελέτες. Σήμερα είμαστε στα 28,5 δις ευρώ και αναζητείται σταθεροποίηση.

Η ανακοπή της εκρηκτικής πορείας των συνταξιοδοτικών δαπανών υπήρξε το αποτέλεσμα παρεμβάσεων της περιόδου 2010-2012 και του Ν.3863/2010. Η πολιτική άποψη όσων αντιτάχθηκαν στην αλλαγή που ήρθε με τον Ν.3863/2010 ήταν ότι το ελληνικό σύστημα ασφάλισης ήταν βιώσιμο σε αντίθεση με ό,τι υποστήριζαν μέχρι τότε όλοι οι διεθνείς οργανισμοί.

Όμως, όλες οι μελέτες έδειχναν ότι, εάν δεν γινόταν παρέμβαση στο ασφαλιστικό, σε βάθος χρόνου, οι δαπάνες για το ασφαλιστικό θα έφταναν στο 24% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο. Αντίθετα, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, οι προβλεπόμενες εισφορές δεν θα ξεπερνούσαν το 10% του ΑΕΠ. Αυτή η διαφορά ανάμεσα στις εισροές και τις εκροές θα οδηγούσε μαθηματικά σε κατάρρευση του ασφαλιστικού.

Μια δεύτερη κριτική επισήμανση προς όσους αντιδρούσαν στις αλλαγές του 2010 είναι ότι το ασφαλιστικό είναι άδικο και άνισο. Ο κρατικός προϋπολογισμός το 2009 έδινε 4,5 δισεκατομμύρια για περίπου 1,2 εκατομμύρια ασφαλισμένων του ΙΚΑ, αλλά έδινε 750 εκατομμύρια για 37.000 ασφαλισμένους στη ΔΕΗ. Πόσο δίκαιη είναι αυτή η ανισότητα στην κατανομή των ενισχύσεων κατά δικαιούχο;

Στο δημόσιο διάλογο για το ασφαλιστικό και τις λύσεις του, η συζήτηση επικεντρώνεται μονομερώς στην πλευρά των πόρων του συστήματος και όχι στις πληρωμές.

Είναι γεγονός ότι η εισφοροδιαφυγή είναι μεγάλη στην Ελλάδα αφού ως προς τα ασφαλιστικά έσοδα υστερεί σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες, περίπου 2,5-3,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, τόσο πριν από την κρίση όσο και μετά από την κρίση.

Σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη, οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης οδηγούν σταδιακά σε αύξηση της απασχόλησης και, επομένως, ενισχύονται τα έσοδα του συστήματος. Όμως, να υπενθυμίσω ότι το πρόβλημα με το ασφαλιστικό υπήρχε και σε εποχές που η ελληνική οικονομία έτρεχε με πραγματικούς ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 3%-4%.

Επομένως, η ανάπτυξη δημιουργεί πόρους για ένα βιώσιμο ασφαλιστικό, υπό την προϋπόθεση ότι η αρχιτεκτονική του ασφαλιστικού έχει στηριχτεί σε παραδοχές που ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα.

Αντίθετα, αν το ασφαλιστικό έχει περιορισμένα έσοδα και δαπάνες οι οποίες συνεχώς αυξάνονται, τότε δημιουργεί τεράστιες δημοσιονομικές πιέσεις, αφού η διατήρηση του επιπέδου των παροχών του προϋποθέτει συνεχώς στήριξη από τον κρατικό προϋπολογισμό. Με βάση τα παραπάνω τίθεται το ερώτημα αν η απουσία ουσιαστικής παρέμβασης στο ασφαλιστικό όλα αυτά τα χρόνια μπορεί να σχετίζεται με την κρίση δημόσιου χρέους ή όχι;

Με βάση τα δεδομένα του Οκτωβρίου του 2009, όταν ανέλαβα καθήκοντα στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, το ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόταν 1,5 δις ευρώ το μήνα ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καταβάλει τρέχουσες συντάξεις. Αυτό σημαίνει ότι χρειαζόταν 18 δις ευρώ το χρόνο.

Η στήριξη του προϋπολογισμού προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης ήταν της τάξης των 5,4 δις ευρώ ή 4% του ΑΕΠ. Το 2009, είχε φτάσει στα 18,9 δις ευρώ ή 8,2% του ΑΕΠ.

Αν είχε σταθεροποιηθεί η συνεισφορά του κρατικού προϋπολογισμού στα ονομαστικά επίπεδα του 2001, η χώρα θα είχε 75 δισεκατομμύρια λιγότερο χρέος σε σχέση με αυτό το οποίο είχε το 2009.

Με λίγα λόγια, ένα στα τέσσερα ευρώ που χρωστούσε η χώρα το 2009 οφείλονταν στο γεγονός ότι, τη δεκαετία του 2000, δεν προνόησαν οι κυβερνήσεις να ανακόψουν αυτήν την ανησυχητική πορεία αύξησης της χρηματοδότησης των ασφαλιστικών ταμείων από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Τελευταία, γίνεται αναφορά στις αρνητικές επιπτώσεις που είχε το PSI στα αποθεματικά του ασφαλιστικού και ότι η κατάρρευση του οφείλεται στο PSI. Μιλάνε για απώλεια της τάξης των 26 δις ευρώ πριν το PSI, όταν τα ομόλογα που είχαν όλα τα ασφαλιστικά ταμεία ήταν 25,4 δις ευρώ. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας από το PSI χάθηκαν 11,7 δις ευρώ. Τέλος, αποσιωπάται το γεγονός ότι ο κρατικός προϋπολογισμός από το 2010 μέχρι σήμερα έχει δώσει για το ασφαλιστικό 100 δις ευρώ, δηλαδή εννέα φορές περισσότερα από όσα χάθηκαν για το PSI.

Αφού έγιναν έξι παρεμβάσεις την τελευταία εικοσιπενταετία, γιατί σήμερα το ασφαλιστικό εξακολουθεί να έχει προβλήματα; Η απάντηση σε μεγάλο βαθμό σχετίζεται με συγκυριακούς παράγοντες:

  • Η ανεργία ανέρχεται στο 1,3 εκατ. άτομα και την τελευταία πενταετία μειώθηκαν σημαντικά οι μισθοί με αποτέλεσμα να μειωθούν σημαντικά τα ασφαλιστικά έσοδα.
  • Η οικονομία είναι σε ύφεση από το 2008 και πολλές επιχειρήσεις δεν αποδίδουν τις ασφαλιστικές εισφορές. Οι ανείσπρακτες απαιτήσεις φτάνουν τα 14,5 δις ευρώ
  • Η έλλειψη βεβαιότητας για το μέλλον και για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων είχε ως αποτέλεσμα πολλοί εργαζόμενοι να προσφύγουν στη σύνταξη και να αυξηθούν απότομα οι πληρωμές του συστήματος. Σύμφωνα με το σύστημα Ήλιος, σήμερα οι δικαιούχοι είναι 2.650.000, ενώ εκτιμήσεις που αναγράφονται στον τύπο, αναφέρουν ότι εκκρεμούν 173.000 αιτήσεις για κύριες συντάξεις με αχαρτογράφητο χρέος ύψους 2 δις ευρώ.

Αυτό, όμως, που είναι πιο ανησυχητικό είναι ότι περίπου το 50% από αυτούς που προσφεύγουν αυτή τη στιγμή στη σύνταξη είναι στην ηλιακή κατηγορία 51-61 ετών. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και σήμερα, οι παροχές του συστήματος εξακολουθούν να λειτουργούν ως κίνητρο για την έξοδο στη σύνταξη.

Άρα, είμαστε σε αναζήτηση μιας νέας παρέμβασης που θα θέσει σε σταθερή τροχιά το ασφαλιστικό, θα βοηθήσει στην επίτευξη βιώσιμων δημόσιων οικονομικών, προϋπόθεση για μετάβαση σε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Οι νέες προτάσεις πρέπει να συνοδεύονται από αριθμητικά παραδείγματα που θα καταδεικνύουν, μέσω μιας σύγκρισης με τις προβλέψεις του Ν.3863\2010, ποιες αλλαγές επέρχονται και πώς συγκρίνονται με αυτά τα οποία θα προέκυπταν από την εφαρμογή του Ν.3863\2010. Έτσι, θα ξέρει ο ασφαλισμένος τι ακριβώς αλλάζει και πως κατανέμονται τα βάρη.

Τότε και μόνον τότε, η νέα παρέμβαση θα βρει την ευρύτερη δυνατή κοινωνική συναίνεση, όταν θα γίνει σε συνθήκες απόλυτης διαφάνειας, χωρίς να συνεχίζει τις παθογένειες του παρελθόντος, όπου όσοι είχαν πρόσβαση σε πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων διασφάλιζαν τα προνόμιά τους.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στο site «the caller» το Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Μετά την διεθνή κρίση του 2008, που οδήγησε στη μεγαλύτερη μεταπολεμική οικονομική κρίση της Ελλάδας, ανατράπηκε η αρχιτεκτονική της μεταπολιτευτικής πολιτικής σκηνής.

Το βαρύτερο τίμημα της διαχείρισης της κρίσης το πλήρωσε το ΠΑΣΟΚ, το οποίο υποδεκαπλασίασε την εκλογική του δύναμη μετά από 30 χρόνια πολιτικής ηγεμονίας.

Όμως και οι άλλες πολιτικές δυνάμεις, που κινούνται στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας και αναδείχτηκαν στην περίοδο της κρίσης, δεν κατάφεραν να ενισχύσουν ή να διατηρήσουν τις δυνάμεις τους (ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.)

Η εκλογική πορεία των σοσιαλιστικών κομμάτων στην Ελλάδα δεν είναι διαφορετική από αυτή των αντίστοιχων κομμάτων στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Σύμφωνα με τον Γ. Μοσχονά (2014), που μελέτησε τις μεταπολεμικές εκλογικές επιδόσεις αυτών των κομμάτων, ο μέσος όρος της επίδοσης τους στην περίοδο 2009-2013 ήταν περίπου 23% έναντι 33,5% που ήταν η ιστορικά υψηλότερη επίδοση στη δεκαετία του 1960.

Επομένως, αυτό που κάνει τη διαφορά στην περίπτωση της Ελλάδας είναι το μέγεθος των απωλειών και όχι η κατεύθυνση. Το 44% του ΠΑΣΟΚ το 2009 ήταν η εξαίρεση -και όχι ο κανόνας – μιας προδιαγεγραμμένης καθοδικής πορείας στο μέλλον. Οι μετέπειτα εξελίξεις απλά επιτάχυναν την πορεία.

Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στην έναρξη μιας συζήτησης για το μέλλον και τις προοπτικές της Ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας.

Ο Νίκος Μουζέλης (2014) έχει διατυπώσει την άποψη ότι η σοσιαλδημοκρατία όπως και η οικονομία ακολουθεί μια κυκλική πορεία. Αυτή καθορίζεται από εξελίξεις και διεργασίες του καπιταλισμού, που επηρεάζουν το ρόλο του κράτους και τη δυνατότητα του να παρεμβαίνει ως ρυθμιστής στην οικονομία.

Οι κρίσεις στις οποίες είναι επιρρεπής ο καπιταλισμός, διαμορφώνουν ακόμη και σήμερα την ανάγκη για μια προοδευτική ρεφορμιστική στρατηγική εντός των ορίων του καπιταλισμού. Αυτή μπορεί να οδηγήσει σε μια ανανεωμένη σοσιαλδημοκρατία, που θα έχει ως στόχο τον εξανθρωπισμό της παγκοσμιοποίησης. Με βάση τα παραπάνω ο Μουζέλης υποστηρίζει ότι η σοσιαλδημοκρατία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι πολύ πιθανό να ανακάμψει.

Θεωρώ ότι η κυκλικότητα που επικαλείται ο Μουζέλης δεν διασφαλίζει από μόνη της την ανάκαμψη της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη. Μετά την κρίση του 2008, που οδήγησε σε τεράστιες απώλειες σε ΑΕΠ και θέσεις εργασίας και διόγκωσε τις κοινωνικές ανισότητες, η σοσιαλδημοκρατία θα πρέπει να αναζητήσει νέους δρόμους και νέες απαντήσεις στις μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ατελούς ΟΝΕ.

Απαντήσεις που κινούνται πέρα από τον εθνικό κεϋνσιανισμό της χρυσής εικοσιπενταετίας 1945-1970 αλλά και πέρα από τον Τρίτο Δρόμο του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος της δεκαετίας του 1990.

Έτσι μόνο μπορεί να ανακτήσει δυνάμεις και να αποκαταστήσει τη δυνατότητα της να εκφράζει πολιτικά προοδευτικές κοινωνικές συμμαχίες.

Ο Ε. Τσακαλώτος (2014), αμφισβητώντας την ορθότητα της προσέγγισης του Νίκου Μουζέλη για κυκλικές διακυμάνσεις της σοσιαλδημοκρατίας, προεξοφλεί το τέλος της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, γιατί εγκατάλειψε την «προοδευτική» της ατζέντα, υπηρετώντας νεοφιλελεύθερες μνημονιακές πολιτικές. Το μέλλον, κατά τον Ε. Τσακαλώτο, ανήκει στο Σύριζα και στη νέα ευρωπαϊκή αριστερά και όχι στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Η θέση αυτή όμως ακυρώνεται από το γεγονός ότι ο Σύριζα, μετά το δημοψήφισμα του Ιουνίου, υπηρετεί με συνέπεια μνημονιακές πολιτικές. Μετά την άνοδο του στην εξουσία, εξουδετερώνονται ή εξομαλύνονται κοινωνικές αντιστάσεις σε μεταρρυθμίσεις, που θα αλλάξουν την διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, ώστε να μετασχηματιστεί σε πιο ανταγωνιστική και εξωστρεφή.

Άρα, η μόνη διαθέσιμη επιλογή του Σύριζα για να έχει πολιτική νομιμοποίηση από εδώ και πέρα, είναι η έμφαση στην καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων και η στήριξη όσων επλήγησαν από την κρίση. Αυτή όμως είναι μια ατζέντα σοσιαλδημοκρατική όπως και το κεϋνσιανό, στα πρότυπα της δεκαετίας του 1980, πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης.

Οι επιλογές του μετά τις εκλογές, ολοένα και περισσότερο προσαρμόζονται στο πλαίσιο που διαμορφώνουν οι διεθνείς συσχετισμοί και οι οικονομικοί καταναγκασμοί. Η αποτελεσματικότητα του στο να οδηγήσει την χώρα σε μια πορεία σταθερής ανάπτυξης θα καθορίσει τη δική του προοπτική.

Αυτή η εξέλιξη μας υποχρεώνει να απαντήσουμε στο ερώτημα μήπως ο Σύριζα τελικά μετεξελιχθεί σταδιακά σε ένα «ριζοσπαστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα».

Εκτιμώ ότι ο Σύριζα ακολουθεί μια πορεία που μοιάζει πολύ με αυτή του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος πριν την διάχυση του στο Δημοκρατικό Κόμμα. Θα μιλά και θα αυτοπροσδιορίζεται ως «αριστερά» αλλά θα πράττει «σοσιαλδημοκρατικά». Νομοτελειακά λοιπόν θα επιδιώξει την περαιτέρω αποδυνάμωση ή εξαφάνιση των υπαρχουσών σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων (Δημοκρατική Συμπαράταξη, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.).

Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι κάποιοι Ευρωπαίοι Σοσιαλδημοκράτες συνομιλούν ήδη με το Σύριζα και ταυτόχρονα προτρέπουν τη Δημοκρατική Συμπαράταξη και το Ποτάμι να διερευνήσουν τη δυνατότητα κυβερνητικής συνεργασίας μαζί του.

Η προοπτική λοιπόν των υφιστάμενων δυνάμεων της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας να πρωταγωνιστήσουν στην ανασύνταξη του χώρου, σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί από την δυνατότητα τους να κτίσουν από την αρχή σχέσεις εμπιστοσύνης με τις κοινωνικές δυνάμεις που θέλουν να εκπροσωπήσουν.

Αυτό προϋποθέτει ένα ελληνικό «Επινέ» όπου θα αναδειχθεί η νέα προγραμματική πρόταση για την έξοδο της χώρας από την κρίση και την επόμενη ημέρα.

Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για τις υπάρχουσες δυνάμεις της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, αν θέλουν να έχουν προοπτική και να συνδιαμορφώσουν τη νέα πολιτική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα. Διαφορετικά, κινδυνεύουν να «φινλανδοποιηθούν» η να εξαφανιστούν.

Πηγές:

  1. Γεράσιμος Μοσχονάς, «The Electoral Retreat of European Social Democracy» Μάρτιος 2014
  2. Νίκος Μουζέλης, «Μπορεί να αναγεννηθεί η Ελληνική Σοσιαλδημοκρατία;» Το Βήμα, 23/11/2014.
  3. Φίλιππος Σαχινίδης, «Για μια Ευρωπαϊκή Ριζοσπαστική Σοσιαλδημοκρατία» Εφημερίδα Συντακτών, 10/6/2014
  4. Ευκλείδης Τσακαλώτος, «Ο Μουζέλης, ο Μπερνστάιν και η σοσιαλδημοκρατία», 2014, http://rnbnet.gr/details.php?id=12056

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «ΚΕΦΑΛΑΙΟ» το Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα από όσες επηρεάστηκαν από τη διεθνή κρίση που παραμένει από το 2008 σε ύφεση με εξαίρεση το 2014 που κατέγραψε οριακά θετικό ρυθμό ανάπτυξης. Η επιστροφή στην ανάπτυξη μετατίθεται για το 2017.

Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολλές συζητήσεις για τα αίτια της κρίσης, τη διάρκεια και ένταση της. Σήμερα, υπάρχει σύγκλιση στην άποψη ότι η ανάπτυξη της Ελλάδας μετά την ένταξη στην ΟΝΕ υπήρξε στρεβλή.

Τροφοδοτήθηκε από τη δημόσια και ιδιωτική κατανάλωση που χρηματοδοτήθηκαν μέσω δημόσιου και ιδιωτικού δανεισμού. Συνέπεια του στρεβλού αυτού παραγωγικού προτύπου ήταν η ενίσχυση του μη ανταγωνιστικού τομέα της οικονομίας σε βάρος του εξωστρεφούς και ανταγωνιστικού.

Με την εκδήλωση της διεθνούς κρίσης η ανάπτυξη ανακόπηκε και η οικονομία πέρασε στην ύφεση. Μετά την απώλεια πρόσβασης στις αγορές, η αναγκαία δημοσιονομική προσαρμογή σε συνδυασμό με την πιστωτική συρρίκνωση βάθυναν την ύφεση οδηγώντας σε σωρευτική απώλεια του εθνικού προϊόντος κατά 25%.

Η μετάβαση σε ένα περιβάλλον σταθερής ανάπτυξης μεταξύ άλλων προϋποθέτει:

  • Αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου μέσω προσέλκυσης επενδύσεων στον τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών.
  • Αποκατάσταση ομαλής λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος –που διαταράχτηκε περισσότερο με την επιβολή των κεφαλαιακών περιορισμών – με την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης.

Η χώρα για να περάσει σταθερά σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης χρειάζεται την επόμενη τριετία επενδύσεις ύψους 30-40 δις ευρώ πέραν αυτών του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Αυτή είναι η αναγκαία προϋπόθεση για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας ώστε να αναπληρωθεί ένα μεγάλο μέρος από το 1 εκατ. θέσεων εργασίας που καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Είναι εξίσου σημαντικά τα ποσοτικά αλλά και ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτών των επενδύσεων. Μια τέτοια πολιτική πρέπει να έχει την μορφή ενός ισχυρού επενδυτικού shock παράγοντας άμεσα αποτελέσματα σε όρους ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής. Προαπαιτούμενο για την πραγματοποίηση τους η πολιτική σταθερότητα άρα και ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις όπως αυτές που επιτεύχθηκαν πριν τις εκλογές.

Στην παρούσα συγκυρία είναι αναγκαία μια αλλαγή στάσης της κυβέρνησης ως προς το ρόλο που να μπορεί να διαδραματίσει στην οικονομική ανάκαμψη η ιδιωτική πρωτοβουλία αλλά και ένα σταθερό και ανταγωνιστικό φορολογικό περιβάλλον. Μόνο έτσι, θα ανακοπεί και η παρατηρούμενη–μετά την επιβολή των κεφαλαιακών περιορισμών -μαζική μεταφορά έδρας ακόμη και μικρομεσαίων ελληνικών επιχειρήσεων σε γειτονικές χώρες που υπονομεύει την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Ταυτόχρονα, πρέπει να αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία του τραπεζικού συστήματος προκειμένου να επιτελέσει τον αναπτυξιακό του ρόλο από κοινού με άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία.

Όσο η οικονομία είναι σε ύφεση και τα δάνεια δεν εξυπηρετούνται, αυξάνονται οι κίνδυνοι του ενεργητικού και μειώνεται η ικανότητα δημιουργίας εσωτερικού κεφαλαίου των τραπεζών. Επομένως δεν συντρέχουν ευνοϊκές προϋποθέσεις για χορήγηση νέων δανείων.

Αν στο φαύλο αυτό κύκλο προστεθούν και οι ανάγκες για αύξηση των εποπτικών κεφαλαίων μέχρι το τέλος του 2017, τίθεται το ερώτημα, πως οι τράπεζες θα χρηματοδοτήσουν την οικονομία;

Η πρόκληση, λοιπόν, για την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας είναι να προχωρήσουν οι τράπεζες μαζί με την προγραμματισμένη ανακεφαλαιοποίηση με προσεκτικά βήματα σε μια αναδιάρθρωση του δανειακού χαρτοφυλακίου τους με μερική προοδευτική διαγραφή χρεών εταιρειών όπου αξίζει να τους δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία.

Για να επιταχυνθεί λοιπόν η διαδικασία ανασυγκρότησης της οικονομίας, είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί σύντομα ο τρόπος αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, να αξιολογηθεί η βιωσιμότητα των προβληματικών επιχειρήσεων με διαφανή και δίκαια κριτήρια.

Η μεγάλη πρόκληση της επόμενης ημέρας είναι κατά πόσο οι τράπεζες είναι έτοιμες και διατεθειμένες να αξιολογήσουν και να διαχειριστούν τις βιώσιμες επιχειρήσεις και οικονομικούς κλάδους, έτσι ώστε να διοχετεύσουν τα περιορισμένα κεφάλαια τους στις αποδοτικότερες επενδύσεις.

Μετά από μια χαμένη δεκαετία η επιστροφή σε σταθερή ανάπτυξη είναι μονόδρομος για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και για να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές συνέπειες της κρίσης.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη Πρ. Υπουργού Οικονομικών στην Εφημερίδα Συντακτών 22 Αυγ. 2015

Τις προηγούμενες ημέρες εγκρίθηκε από το Eurogroup η νέα δανειακή σύμβαση μεταξύ ESM και Ελλάδος ύψους μέχρι 86 δις ευρώ.

Μετά από έξι μήνες αποτυχημένων πειραματισμών, η απόφαση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να προχωρήσει στην υπογραφή της σύμβασης κατέστη αναπόφευκτη μόλις αποδέχτηκε ότι δεν υπάρχει χωρίς οικονομική ζημία εναλλακτική λύση που να διασφαλίζει τη συμμετοχή της Ελλάδος στην Ευρωζώνη και να καλύπτει ταυτόχρονα τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας.

Η μεταστροφή της κυβέρνησης ακυρώνει τις προϋποθέσεις που κατέστησαν εφικτή την άνοδο της στην εξουσία. Η ανιστόρητη και διαχωριστική διάκριση μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών δυνάμεων, που καλλιέργησαν τα δυο κυβερνητικά κόμματα με τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό κόστος για τη χώρα, κατέρρευσε στις 14 Αυγούστου 2015.

Η κυβέρνηση για να ξεπεράσει το πρόβλημα αυτό επιχειρεί άμβλυνση των πολιτικών συνεπειών του μέσω σύγκρισης του νέου μνημονίου με τα προηγούμενα προωθώντας την άποψη ότι το τρίτο Μνημόνιο είναι ηπιότερο σε σχέση με τα προηγούμενα.

Η άποψη αυτή πάσχει σε δυο σημεία:

1) Οι σημερινές συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν κατά την υπογραφή των δύο προηγούμενων μνημονίων.

Το 2009, για παράδειγμα, η χώρα είχε δημοσιονομικό έλλειμμα 15,7% του ΑΕΠ και έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κοντά στο 11% του ΑΕΠ.

Τα ελλείμματα αυτά έπρεπε να εξουδετερωθούν σε ένα δύσκολο οικονομικά περιβάλλον καθώς η ύφεση το 2009 ήταν πάνω από 4%. Αντίθετα, το 2014 η χώρα είχε ένα μικρό πρωτογενές πλεόνασμα και οριακά θετική ανάπτυξη.

2) Η ηπιότερη πορεία στους δημοσιονομικούς στόχους του τρίτου Μνημονίου έναντι αυτών του δευτέρου κατέστη αναγκαία και δεν υπήρξε διαπραγματευτική επιτυχία. Αυτό συνέβη επειδή οι καταστροφικές οικονομικές επιλογές του πρώτου εξαμήνου του 2015 είχαν ως αποτέλεσμα την επιβολή των capital controls, την επιστροφή σε ύφεση το 2015 και το 2016 και τη μετάβαση σε πρωτογενές έλλειμμα το 2015.

Αυτό που προσπαθούν όσοι επιχειρούν την παραπάνω σύγκριση, καθαρά για λόγους πολιτικών σκοπιμοτήτων εν όψει της επερχόμενης εκλογικής αναμέτρησης, είναι να αποφύγουν να απαντήσουν άμεσα σε τρία κομβικά ερωτήματα που θα κυριαρχήσουν στις επόμενες εκλογές.

1) Το πρώτο αφορά τη δυνατότητα της Κυβέρνησης να προσδιορίσει έναν εθνικό οδικό χάρτη εξόδου της χώρας από την κρίση και το τρίτο Μνημόνιο.

Το Σεπτέμβριο του 2014 έθετα από τις στήλες της ΕφΣΥΝ το ίδιο ακριβώς ερώτημα προς την κυβέρνηση Σαμαρά για το δεύτερο Μνημόνιο που έληγε το Δεκέμβριο του 2014.

Τελικά, η κυβέρνηση Σαμαρά απέτυχε εκεί που πέτυχαν η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Ταυτόχρονα, άφησε ανοικτό το θέμα της κάλυψης των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας στο πλαίσιο της στρατηγικής της αριστερής παρένθεσης.

Σήμερα, η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων με capital controls και το πέρασμα σε διατηρήσιμη ανάπτυξη είναι δύσκολο να επιτευχθούν χωρίς σχέδιο. Είναι έτοιμη η Κυβέρνηση να καταθέσει έναν εθνικό οδικό χάρτη εξόδου από την κρίση;

2) Το δεύτερο αφορά τη βούληση της κυβέρνησης να εφαρμόσει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων που έχει συμφωνήσει.

Το ερώτημα αυτό συναρτάται με το πρώτο όμως είναι εξίσου καθοριστικό. Το ιδεολογικό φορτίο του τρίτου Μνημονίου είναι περισσότερο αισθητό σε σχέση με τα δύο προηγούμενα.

Το τρίτο Μνημόνιο ακυρώνει την θέση της κυβέρνησης ότι το πρόβλημα της χώρας οφείλεται στη λιτότητα όπως αναφέρονταν στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης.

Με το τρίτο Μνημόνιο επιχειρείται αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας. Στόχος να συρρικνωθεί ο μη ανταγωνιστικός και εσωστρεφής τομέας της οικονομίας προς όφελος του ανταγωνιστικού και εξωστρεφούς.

Υιοθετεί τη φιλοσοφία αυτή η κυβέρνηση; Έχει τη βούληση να εφαρμόσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις;

3) Το τρίτο αφορά τη θέση της κυβέρνησης έναντι του προβλήματος του χρέους. Η κυβέρνηση πριν και μετά τις εκλογές ζητούσε ονομαστική διαγραφή του λέγοντας ότι δεν είναι βιώσιμο.

Από τις επίσημες αποφάσεις προκύπτει ότι το καλύτερο που μπορεί να εξασφαλίσει η χώρα για το χρέος είναι: α) επιμήκυνση, β) όπου είναι εφικτό μείωση των επιτοκίων και γ) παράταση της περιόδου χάριτος για την αποπληρωμή τοκοχρεολυσίων.

Είναι έτοιμη η κυβέρνηση να αποδεχτεί αποφάσεις για το χρέος που μέχρι πρότινος απέρριπτε ως αναποτελεσματικές;

Αν οι κυβερνητικοί εταίροι είναι έτοιμοι να απαντήσουν στα παραπάνω ερωτήματα θετικά τότε το διακύβευμα των νέων εκλογών θα είναι αντίστροφο των εκλογών του Ιανουαρίου: «Ψηφίστε μας για να εφαρμόσουμε αποτελεσματικά και με την αναγκαία ευαισθησία το νέο πρόγραμμα ώστε να βγάλουμε τη χώρα από την κρίση».

Η επιτυχία στον τομέα αυτό θα καθορίσει τη δυνατότητα ή όχι του ΣΥΡΙΖΑ να διατηρήσει σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας. Όμως, η εμπειρία των τελευταίων έξι μηνών δείχνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επεδίωξε επιστροφή στις παθογένειες που μας οδήγησαν στην κρίση. Δεν επιδιώκει την υιοθέτηση προοδευτικών μεταρρυθμίσεων στην οικονομία και τους θεσμούς. Η απάντηση που θα δώσουν στα ίδια ερωτήματα τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα καθορίσει τις δικές τους προοπτικές.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της Κυριακής, 26 Απριλίου 2015

Από το ξεκίνημα της ΟΝΕ ένα ερώτημα που τίθεται είναι αν η δημιουργία της και η συμμετοχή μιας χώρας σε αυτή είναι δρόμος χωρίς επιστροφή. Έχουν μεσολαβήσει 16 χρόνια από την έναρξη λειτουργίας της και το ερώτημα παραμένει επίκαιρο. Σήμερα, για πολλούς κυρίως αγγλοσαξωνικής προέλευσης, η απάντηση φαίνεται να συναρτάται με την πορεία και τις αποφάσεις της Ελλάδας σε ότι αφορά τη συμμετοχή της.

Στη δεκαετία του 1990 κυριαρχούσε η άποψη ότι η ΟΝΕ θα λειτουργούσε ως προθάλαμος της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης. Έτσι, υποστηρίχτηκε ότι η ΟΝΕ είναι μη αναστρέψιμη και η συμμετοχή μιας χώρας αμετάκλητη στο βαθμό που η δημιουργία της ήταν μια πολιτική απόφαση.

Η άποψη αυτή δοκιμάζεται σήμερα, κυρίως στη χώρα μας, καθώς γίνεται κατανοητό ότι η πολιτική επιλογή υπεράσπισης της συμμετοχής στην ΟΝΕ εξαρτάται μεταξύ άλλων από τη βούληση και την δυνατότητα της κυβέρνησης να θέσει, σε σχέση με άλλους οικονομικούς στόχους, τη συμμετοχή στην ΟΝΕ ως προτεραιότητα.

Αυτό συμβαίνει γιατί η προσαρμογή που όφειλε να κάνει η χώρα για να συμμετάσχει στην ΟΝΕ υπήρξε ημιτελής. Η αδυναμία όμως αυτή, επειδή και μετά την ένταξη στην ΟΝΕ δεν έγιναν οι αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές, είχε ως συνέπεια η χώρα να βρεθεί αντιμέτωπη με τεράστιες ανισορροπίες. Έτσι,  μετά το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης οι ανισορροπίες αυτές την οδήγησαν εκτός αγορών και στον αναγκαστικό δανεισμό προκειμένου να βρει χρόνο και να προχωρήσει σε αναγκαίες αλλαγές.

Στο βαθμό λοιπόν που η αποκατάσταση των οικονομικών ανισορροπιών ενέχει μεγάλο οικονομικό και κοινωνικό κόστος είναι δυσκολότερο για μια κυβέρνηση να προτάξει τη συμμετοχή στην ΟΝΕ έναντι του στόχου για πλήρη απασχόληση.

Σήμερα στην Ελλάδα ενισχύονται δυνάμεις που υπερασπίζονται ως αναγκαιότητα την έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη. Μόνο έτσι, υποστηρίζουν οι δυνάμεις αυτές, θα μπορέσει η χώρα να επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας.

Η άποψη αυτή παραγνωρίζει ότι η όποια χρησιμότητα της απομειώθηκε από τη στιγμή που η Ελλάδα ολοκλήρωσε τη οικονομική προσαρμογή. Σήμερα, έχει πρωτογενή πλεονάσματα και αποκατέστησε σε μεγάλο βαθμό την ανταγωνιστικότητα κόστους που έχασε από τη ημέρα συμμετοχής της στην ΟΝΕ εξαιτίας του υψηλότερου πληθωρισμού που είχε έναντι των άλλων χωρών της ευρωζώνης. Το κόστος εργασίας έχει μειωθεί και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών έχει ισοσκελιστεί.

Οι διαρθρωτικές αλλαγές που είναι αναγκαίες για να αλλάξει το παραγωγικό πρότυπο της χώρας το οποίο είναι μη ανταγωνιστικό παραμένουν οι ίδιες ανεξάρτητα από το νόμισμα της χώρας.

Αν λοιπόν η άποψη αυτή είχε ποτέ κάποια αξία, τότε η Ελλάδα θα έπρεπε να αποχωρήσει από την ΟΝΕ με το ξέσπασμα της κρίσης για να αποφύγει την απότομη προσαρμογή και μέρος του κόστος της μέσω μιας υποτίμησης του νέου νομίσματος.

Η εισαγωγή εθνικού νομίσματος δεν απαλλάσσει ούτε κάνει απαραίτητα ηπιότερα τα προγράμματα προσαρμογής όπως γνωρίζουμε από σταθεροποιητικά προγράμματα της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Επίσης, γνωρίζουμε ότι το κόστος της υποτίμησης το πληρώνουν τελικά οι οικονομικά ασθενέστεροι που δεν μπορούν να προστατευθούν από τις συνέπειες της. Επιπρόσθετα η εξυπηρέτηση του δημοσίου και ιδιωτικού χρέους που θα είναι σε ευρώ θα γίνει ακόμη δυσκολότερη.

Από τη στιγμή που η απόφαση αυτή δεν ελήφθη το 2010 και δεν μπορούσε να ληφθεί γιατί το οικονομικό κόστος αλλά και οι ευρύτερες γεωπολιτικές συνέπειες θα ήταν εξίσου μεγάλες, σήμερα η μόνη επιλογή που έχει η Ελλάδα είναι να επωφεληθεί όπως οι υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης από τα οφέλη που προσκομίζει η συμμετοχή στην ΟΝΕ. Αυτά είναι το χαμηλό κόστος κεφαλαίου και η ελεύθερη είσοδος κεφαλαίων για επενδύσεις. Αναγκαίες προϋποθέσεις για επιστροφή σε βιώσιμη ανάπτυξη και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Με αυτό το κριτήριο, η απειλή για Grexit ή το κόστος του αν συμβεί εκτιμάται ότι είναι πολύ μεγάλο αφού παρατείνει την ύφεση και την ψηλή ανεργία. Επιπρόσθετα, επιβαρύνει ακόμη περισσότερο όσους θίχτηκαν από την κρίση. Αυτή την εκτίμηση ενσωματώνουν οι αποδόσεις των ομολόγων διετίας και τριετίας.

Μέχρι σήμερα οι αποφάσεις της Ευρώπης είτε αυτές αφορούν την ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας της είτε τη στήριξη χωρών που στερήθηκαν την πρόσβαση στις αγορές δικαιώνουν αυτούς που έλεγαν ότι η ΟΝΕ είναι πρώτιστα πολιτικό εγχείρημα και δευτερευόντως οικονομικό. Η Ευρώπη έκανε με καθυστέρηση βέβαια και θα συνεχίσει να κάνει τις αναγκαίες κινήσεις προκειμένου να μην αμφισβητηθεί η αξιοπιστία της ΟΝΕ.

Αυτό θα είναι τελικά το κέρδος για την χώρα μας η οποία επιχειρεί να ξεφύγει από μια πολύχρονη ύφεση και υψηλή ανεργία αλλά και για την Ευρώπη η οποία καλείται να κάνει βήματα που θα την κάνουν πιο ισχυρή και πιο ανθεκτική σε μελλοντικές κρίσεις.

Φ. Σαχινίδης για την πορεία των διαπραγματεύσεων (σημεία ομιλίας 26.02.2015) | Τομέας Οικονομίας 05.04.2015

Το πολιτικό σκηνικό πριν τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015

  • Το 2ο Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής που υπογράφηκε το 2012 θα ολοκληρωνόταν το Δεκέμβριο του 2014.
  • Η κυβέρνηση Σαμαρά όφειλε να προετοιμάσει την επόμενη ημέρα από το 2013 ώστε η χώρα να βγει στις αγορές το 2015 με ασφάλεια.
  • Με βάση τις τότε συνθήκες έπρεπε να κάνει έγκαιρα αίτηση για προληπτική γραμμή πίστωσης.
  • Αυτό προϋπέθετε μεταρρυθμίσεις στο κράτος και στην οικονομία που δεν έγιναν έγκαιρα.
  • Απέτυχε να κάνει αυτό που πέτυχαν οι κυβερνήσεις της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας, να δανείζονται από τις αγορές με ιστορικά χαμηλά επιτόκια και να αποπληρώνουν τα χρέη προς το ΔΝΤ.
  • Η Κυβέρνηση Σαμαρά αγνόησε τα μηνύματα που έστειλαν οι αγορές με τη δεύτερη έκδοση ομολόγων όταν λόγω της κατάρρευσης μιας Πορτογαλικής τράπεζας φάνηκε ότι οι αγορές αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη τα ελληνικά ομόλογα
  • Απειλούσε ότι θα διώξει την Τρόικα και τα Προγράμματα χωρίς να έχει πρόσβαση στις αγορές. Προτίμησε τον εύκολο αντιμνημονιακό λόγο, τόσο γιατί του ήταν οικείος από την αντιμνημονιακή του φάση όσο και για να παρακολουθήσει τον προεκλογικό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ.
  • Δεν ολοκλήρωσε την 5η επισκόπηση και έτσι δεν εκταμιεύτηκαν τα 7,2 δισ.
  • Τελικά προχώρησε σε μια δίμηνη παράταση της Συμφωνίας.
  • Πριν τις εκλογές ήταν γνωστό ότι η χώρα δεν έχει επαρκή ταμειακά διαθέσιμα και ότι το τραπεζικό σύστημα ήταν ευάλωτο από τις εκροές κεφαλαίων.

~ · ~

Γιατί φτάσαμε έως εδώ

  • Το ότι η χώρα βρέθηκε πριν τις εκλογές αντιμέτωπη ξανά με το ενδεχόμενο του Grexit είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας του πολιτικού δυναμικού της χώρας από το ξέσπασμα της κρίσης το 2009 να δημιουργήσει προϋποθέσεις για ευρύτερες συναινέσεις.
  • Αδυναμία να συμφωνήσουν στη διάγνωση του προβλήματος ότι η κρίση έφερε τα μνημόνια και όχι τα μνημόνια την κρίση.
  • Ανυπαρξία συναινέσεων για αλλαγές στο κράτος και στην οικονομία.
  • Αδυναμία συμφωνίας για ανάγκη εξάλειψης οικονομικών ανισορροπιών.
  • Η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ Γ. Παπανδρέου ήταν μόνη της με την ΚΟ ΠΑΣΟΚ όταν προσπαθούσε να πείσει την Ευρώπη να δημιουργήσει το Μηχανισμό Στήριξης και έκανε τη συμφωνία για το 1ο Πρόγραμμα με το οποίο εξασφάλισε τα 110 δισ. για να κάνει αλλαγές στο κράτος και την οικονομία.
  • Ήταν μόνη της στην προσπάθεια για το 2ο πρόγραμμα με το οποίο εξασφάλισε τα 130 δισ. και το PSI.
  • H ΝΔ ως αντιπολίτευση αποδείχθηκε ανέτοιμη να αναλάβει τις ιστορικές της ευθύνες πριν το 2012. Μετά το 2012 αποδείχθηκε κατώτερη των περιστάσεων.

~ · ~

Αποτελέσματα εκλογών Ιανουαρίου 2015

  • Η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν έκπληξη. Ήταν αναμενόμενη. Έκπληξη ήταν η διαφορά από τη ΝΔ.
  • Εκλέχθηκε με μια πρόταση για κατάργηση Μνημονίων και διεκδίκησης για διαγραφή του χρέους.
  • Το Κίνημα, παρά την προσπάθεια που καταβλήθηκε στο περιορισμένο χρονικό διάστημα δεν πέτυχε το στόχο του για κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.

~ · ~

Η επόμενη ημέρα των εκλογών

  • Μέχρι τις 25 Ιανουαρίου η δημόσια συζήτηση οδηγούσε στην εντύπωση ότι υπάρχουν δύο διαφορετικοί κόσμοι.
  • Η επιλογή για σύμπραξη με τους ΑΝΕΛ αλλά και η πρόταση για ΠτΔ ακυρώνει σε μεγάλο βαθμό την αριστερή ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ και επιβεβαιώνει το συντηρητισμό από τον οποίο διακατέχεται ο ΣΥΡΙΖΑ.
  • Την επομένη των εκλογών και ειδικά μετά τις 20 Φεβρουαρίου η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έκανε την πρώτη της επαφή με το ρεαλισμό ως αποτέλεσμα κυρίως του αρνητικού συσχετισμού δυνάμεων στην Ευρώπη αλλά και των πιεστικών ταμειακών αναγκών της χώρας.
  • Χάθηκε πολύτιμος χρόνος.

~ · ~

Έχουμε τελικά μια νέα Συμφωνία;

  • Η ανακοίνωση του Eurogroup της 2Οης Φεβρουαρίου δεν είναι συμφωνία για νέο πρόγραμμα.
  • Ούτε για ολοκλήρωση του 2ου προγράμματος.
  • Είναι μια προσωρινή 4μηνη συμφωνία για παράταση του 2ου προγράμματος για να προστατευτεί το τραπεζικό σύστημα.
  • Άρα οι πρωτοβουλίες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για τις τράπεζες αφορούν την προστασία καταθετών και όχι τραπεζιτών όπως υποστήριζαν μέχρι σήμερα τα στελέχη ΣΥΡΙΖΑ για τις πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ Γ. Παπανδρέου της περιόδου 2009-2011 αλλά και μετά.

~ · ~

Πώς αξιολογείται η διαπραγματευτική επιλογή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ;

Ένας τρόπος για να αξιολογηθεί η διαπραγματευτική επιλογή της κυβέρνησης είναι μέσω της σύγκρισης των διαπραγματευτικών στόχων που είχαν τεθεί στο ξεκίνημα των συζητήσεων με τους Θεσμούς και των αποτελεσμάτων που επιτεύχθηκαν.

Επιπρόσθετα, να υπενθυμίσουμε τις προεκλογικές δεσμεύσεις για κατάργηση του Μνημονίου με ένα άρθρο, το ονομαστικό «κούρεμα» του ελληνικού χρέους αλλά και τις μετεκλογικές δηλώσεις «Αποδεχόμαστε 0% του Μνημονίου» (Βαρουφάκης Βουλή – 10/2/2015).

~ · ~

Οι Διαπραγματευτικοί Στόχοι της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

Η Κυβέρνηση ξεκίνησε διεκδικώντας μείωση ονομαστικού χρέους, μείωση στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα και ένα πρόγραμμα γέφυρα.

1. Το «πρόγραμμα-γέφυρα» δεν θα περιελάμβανε όρους, αξιολογήσεις κλπ., αλλά μια επίσημη αποτύπωση της βούλησης όλων των πλευρών για διαπραγμάτευση χωρίς πιέσεις και εκβιασμούς και χωρίς οποιαδήποτε μονομερή ενέργεια.

2. Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα θα παραιτείτο από τις εναπομείνασες δόσεις του προηγούμενου προγράμματος – πέραν των 1,9 δισ. ευρώ που οφείλουν να επιστρέψουν η ΕΚΤ και οι Κεντρικές Τράπεζες των κρατών-μελών από τα κέρδη που είχαν από τη διακράτηση ελληνικών ομολόγων (προγράμματα SMP και ANFA) – και θα της δινόταν η δυνατότητα έκδοσης εντόκων γραμματίων πέρα από το όριο των 15 δισ., ώστε να καλύψει τυχόν έκτακτες ανάγκες.

3. Στο τέλος της μεταβατικής αυτής περιόδου,

(α) η Ελλάδα θα αναλάμβανε να καταθέσει τις τελικές της προτάσεις, που σύμφωνα με τις Προγραμματικές Δηλώσεις της κυβέρνησης θα περιλαμβάνουν ένα νέο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής για τα επόμενα 3-4 χρόνια και ένα νέο εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων και παράλληλα

(β) θα έπρεπε να τεθεί το ζήτημα της διαπραγμάτευσης για αναδιάρθρωση-ελάφρυνση του δημόσιου χρέους.

~ · ~

Αποτελέσματα Διαπραγμάτευσης

  • Η Κυβέρνηση με τους Θεσμικούς πιστωτές συμφώνησαν σε τετράμηνη παράταση της «Κύριας Σύμβασης  Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης (Master Financial Assistance Facility Agreement, MFFA), η οποία θεμελιώνεται σε ένα σύνολο δεσμεύσεων.
  • Προϋπόθεση για την παράταση η υποβολή από την Ελληνική Κυβέρνηση λίστα με μεταρρυθμίσεις η οποία υποβλήθηκε από τον Υπουργό Οικονομικών και αξιολογήθηκε ως θετικό σημείο εκκίνησης από την Τρόικα και το Eurogroup.

~ · ~

Κριτική για τη Διαπραγμάτευση στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ

Η υποχώρηση της Κυβέρνησης από την προεκλογική θέση της κατάργησης του Μνημονίου συμπυκνώνεται από την άποψη του ΥΠΟΙΚΟ ότι υιοθετεί το 70% των μεταρρυθμίσεων του προγράμματος. Άποψη που δέχτηκε αυστηρή κριτική στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ.

   Απόσπασμα από την Επιστολή Λαπατσιώρα, Μηλιού, Σωτηρόπουλου :

«Ας αναλογιστούμε το εξής απλό δεδομένο: Η κυβέρνηση αυτή δεν προήλθε επειδή υποστήριξε το 70% του Μνημονίου – αν μάλιστα το είχε υποστηρίξει ίσως να μην περιλαμβανόταν καν στον κοινοβουλευτικό χάρτη σήμερα. 

Η επιχείρηση επανεγγραφής της εντολής της, ώστε να περιλαμβάνει το 70% του Μνημονίου αποτελεί εγχείρημα αλλαγής των σχέσεων εκπροσώπησης και των κοινωνικών συμμαχιών στις οποίες στηρίζεται. 

Επειδή προφανώς το 70% αυτό καθαυτό είναι ένα νούμερο του αέρα (γιατί όχι 68% ή 72%; με βάση τις σελίδες, τα υποκεφάλαια, ή τα μέτρα;), η επιλογή του αποτελεί διακύβευμα ερμηνείας και συγκρότησης σχέσεων εκπροσώπησης»

~ · ~

Η Κυβέρνηση αποδέχθηκε όρους για την προσωρινή Συμφωνία

 Η Κυβέρνηση αποδέχθηκε την ανάγκη, γνωστή σε εμάς από το 2010, ότι κάθε συμφωνία περιλαμβάνει όρους τους οποίους διαπραγματεύεται στη βάση ενός συγκεκριμένου συσχετισμού δυνάμεων στο εσωτερικό και το εξωτερικό της χώρας αλλά και με βάση συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες.

~ · ~

Συνθήκες Συμφωνίας το 2010 και σήμερα

  • Η Συμφωνία για το 1ο Πρόγραμμα έγινε χωρίς να υπάρχει Ευρωπαϊκός Μηχανισμός, με έλλειμμα 36 δισ. και με έλλειμμα αξιοπιστίας της χώρας λόγω πλαστών στατιστικών στοιχείων όπως επιβεβαίωσε η Έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
  • Οι συζητήσεις τώρα γίνονται με πρωτογενές πλεόνασμα, πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών  και με την οικονομία για πρώτη φορά σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης.

~ · ~

Ποιες δεσμεύσεις ανέλαβε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

α) αξιολογήσεις από τους τρεις «θεσμούς»

β) συνέχιση της χρηματοδότησης με βάση το πλάνο των δόσεων του υφιστάμενου Προγράμματος, εφόσον υπάρξει θετική αξιολόγηση

γ) επιστροφή των κερδών της ΕΚΤ και των εθνικών ΚΤ από τη διακράτηση ελληνικών ομολόγων, και πάλι όμως εφόσον υπάρξει θετική αξιολόγηση από τους «θεσμούς»

Επίσης,

Θα πρέπει να αποφεύγονται οι μονομερείς ενέργειες. Βέβαια, δεν είναι ξεκάθαρο τι συνιστά μονομερή ενέργεια – αλλά την αξιολόγηση την κάνουν οι θεσμοί και όχι η κυβέρνηση.

~ · ~

Μειονεκτήματα Προσωρινής Συμφωνίας

  • Δεν υπάρχει καμία ρητή αναφορά στην κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών (π.χ. ότι θα επιτραπεί η έκδοση εντόκων για να πληρωθούν χρεολύσια, τόκοι και έκτακτες ανάγκες) μέχρι την ολοκλήρωση της αξιολόγησης.
  • Έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω των περιορισμένων ταμειακών διαθεσίμων.

~ · ~

Παραίτηση από την πάγια θέση ΣΥΡΙΖΑ για ονομαστική μείωση χρέους

Οι ελληνικές αρχές δεσμεύθηκαν επίσης να εγγυηθούν τα απαραίτητα πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα ή τα έσοδα που απαιτούνται για να εγγυηθούν τη βιωσιμότητα του χρέους, όπως όριζε το ανακοινωθέν του Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012.

Υπάρχει πρόβλεψη για χαλάρωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2015.

~ · ~

       Απόσπασμα από επιστολή Λαπατσιώρα, Μηλιού, Σωτηρόπουλου 

Ταυτόχρονα, στη Συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου περιλαμβάνεται η θέση: «Οι ελληνικές αρχές δεσμεύθηκαν επίσης να εγγυηθούν τα απαραίτητα πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα ή τα έσοδα που απαιτούνται για να εγγυηθούν τη βιωσιμότητα του χρέους, όπως όριζε το ανακοινωθέν του Γιούρογκρουπ του Νοεμβρίου του 2012». 

Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική κυβέρνηση παραιτείται από το στόχο διαπραγμάτευσης για την αναδιάρθρωση-απομείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους και υιοθετεί το «πρόγραμμα βιωσιμότητας» που στηρίζεται στην «πληρωμή του κεφαλαίου του χρέους» μέσω πρωτογενών πλεονασμάτων. Αυτό σημαίνει την απόρριψη-απόσυρση και του σκέλους (β) του σημείου (3) με το οποίο προσήλθε η ελληνική κυβέρνηση στη διαπραγμάτευση.

~ · ~

Κοινοβουλευτικές διαδικασίες για την παράταση του 2ου Προγράμματος

  • Η παράταση έχει και αλλαγή όρων διαχείρισης των 10,9 δισ. του ΤΧΣ. Αυτά επιστράφηκαν στον EFSF.  Η κυβέρνηση τώρα διεκδικεί  την επιστροφή 1,2 δισ. από τον EFSF.
  • Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ με βάση τις θέσεις που διατύπωναν τα κόμματα αυτά ως αντιπολίτευση οφείλει να φέρει τη Συμφωνία στη Βουλή.
  • Υπάρχει και νομική υποχρέωση να περάσει η παράταση από τη Βουλή.

~ · ~

 Γιατί υποχώρησε η Κυβέρνηση;

  • Οι προεκλογικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ ήταν σε αναντιστοιχία με τα πραγματικά προβλήματα της χώρας και το συσχετισμό των δυνάμεων στην Ευρώπη.
  • Δεν είχε προετοιμαστεί επαρκώς σε τεχνικό επίπεδο σε ό,τι αφορά τις προτάσεις που κατέθεσε.
  • Η Κυβέρνηση υποτίμησε τόσο τα περιορισμένα ταμειακά διαθέσιμα όσο και την εύθραυστη ισορροπία στο τραπεζικό σύστημα.
  • Για πρώτη φορά οι καταθέσεις έπεσαν κάτω από τα 150 δισ.
  • Η Κυβέρνηση άλλαξε στάση όταν αντιλήφθηκε ότι κινδυνεύει να δει την εμπειρία της Κύπρου να επαναλαμβάνεται στην Ελλάδα.

~ · ~

Αδυναμία στην επίτευξη στόχων για έσοδα

Screen Shot 2015-04-05 at 4.10.40 PM

~ · ~

Υποτίμηση του ρόλου των ταμειακών αναγκών 

  • Ο ΥΠΟΙΚ δήλωνε αρχικά ότι δεν χρειαζόμαστε τα 7,2 δισ. Ζητούσε μόνο τα 1,9 δισ. της ΕΚΤ.
  • Εκ των υστέρων δήλωσε ότι υπάρχουν δυσκολίες για την αποπληρωμή υποχρεώσεων σε ΕΚΤ και ΔΝΤ.
  • Η έλλειψη ταμειακών διαθεσίμων μειώνει τη διαπραγματευτική ισχύ της Ελλάδας.

~ · ~

Δυσκολίες στη διαπραγμάτευση

  • Λανθασμένη η επικοινωνιακή πολιτική της κυβέρνησης.
  • Η πολυφωνία και η πολυγλωσσία της Κυβέρνησης για λόγους εντυπωσιασμού συνέβαλε καθοριστικά στον τρόπο που μας συμπεριφέρονται οι εταίροι και αποδεικνύει την απουσία στρατηγικής.
  • Στον Economist και στους FT αναφέρεται ότι ο Ντράγκι πήρε την απόφαση να σταματήσει τη χορήγηση ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες απευθείας από την ΕΚΤ μετά τη δήλωση του ΥΠΟΙΚ ότι το χρέος της χώρας δεν είναι βιώσιμο.
  • Πέρα από τις διαπραγματευτικές δυσκολίες με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπη η Κυβέρνηση υπάρχει και το θέμα της στάσης των επιμέρους θεσμών.
  • Οι τρεις θεσμοί δεν έχουν ενιαία άποψη.
  • Η κυβέρνηση δεν έχει ξεκαθαρίσει πώς θα χειριστεί το ζήτημα του προγράμματος του ΔΝΤ το οποίο παραμένει σε ισχύ.

~ · ~

Επιφυλάξεις από ΔΝΤ και ΕΚΤ στις επιστολές προς Eurogroup

  • Για να αποφασίσει το Eurogroup ως προς το θέμα της παράτασης ζήτησε τη γνώμη της ΕΚΤ και του ΔΝΤ.
  • Η επιστολή της ΕΚΤ, αλλά και αυτή του ΔΝΤ, «ερμηνεύουν» τις μεταρρυθμίσεις ως «ισοδύναμα» μέτρα των δεσμεύσεων που περιγράφονταν στο παλιότερο «Πρόγραμμα».
  • Ειδικά το ΔΝΤ δεν παραιτείται από την ολοκλήρωση των μέτρων για το άνοιγμα των επαγγελμάτων, τις ιδιωτικοποιήσεις, την αγορά εργασίας και το ασφαλιστικό, που περιγραφόταν στο παλιότερο «Πρόγραμμα».

~ · ~

Επιστολή Ντράγκι

  • «Σημειώνουμε ότι οι δεσμεύσεις που περιγράφονται από τις [ελληνικές] αρχές διαφέρουν από τις υπάρχουσες δεσμεύσεις του προγράμματος σε ορισμένους τομείς.
  • Σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να αξιολογηθεί κατά τη διάρκεια της επανεξέτασης, εάν τα μέτρα που δεν γίνονται αποδεκτά από τις αρχές, αντικατασταθούν με μέτρα ίσης ή καλύτερης ποιότητας όσον αφορά την επίτευξη των στόχων του προγράμματος».

~ · ~

Πάμε για 3ο Πρόγραμμα;

Αυτή θα είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ελληνική Κυβέρνηση για αυτό παραμένει σιωπηλή ακόμη και σήμερα ως προς τον τρόπο κάλυψης των χρηματοδοτικών αναγκών μετά την τετράμηνη παράταση.

Η χώρα δεν μπορεί να βγει στις αγορές στους επόμενους τρεις μήνες.

~ · ~

Τώρα ξεκινούν οι συζητήσεις για την επόμενη ημέρα

Η συζήτηση για την επόμενη ημέρα ξεκινά αμέσως μετά την έγκριση της 4μηνης παράτασης από τα Κοινοβούλια και θα πρέπει να ολοκληρωθεί μέχρι 30 Ιουνίου γιατί μετά η χώρα θα είναι ξανά χωρίς πρόγραμμα και χωρίς πρόσβαση στις αγορές.

~ · ~

Είναι εφικτή η διεκδίκηση μιας πιο χαλαρής δημοσιονομικής πολιτικής;

  • Το Κίνημα έχει καταθέσει την άποψη ότι η χώρα έχει ανάγκη από ένα Ελληνικό Σχέδιο προοδευτικών μεταρρυθμίσεων στο κράτος και την οικονομία.
  • Το Σχέδιο αυτό θα αποτελούσε τη βάση της συζήτησης για ελάφρυνση του χρέους αλλά και για μικρότερα πρωτογενή πλεονάσματα.
  • Η χαλάρωση στη δημοσιονομική πολιτική σε συνδυασμό με την πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ θα βοηθούσε την οικονομία να επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.
  • Στις συζητήσεις που γίνονται η Κυβέρνηση υιοθετεί πρόβλεψη 1,5% για ρυθμό ανάπτυξης για το 2015. Η πρόβλεψη αυτή είναι αισιόδοξη. Όσο παρατείνεται η αβεβαιότητα και η έλλειψη ρευστότητας τόσο πιο πιθανή γίνεται μια επιστροφή σε ύφεση.
  • Προϋπόθεση για θετικό ρυθμό ανάπτυξης αποτελεί η πραγματοποίηση ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων.
  • Η χώρα με τις μεταρρυθμίσεις και με μια φιλική προς τις ιδιωτικές επενδύσεις πολιτική θα μπορούσε να προσελκύσει αναγκαία κεφάλαια της τάξης των 30 δις. στην επόμενη τριετία για να αποκατασταθεί η παραγωγική βάση που καταστράφηκε πριν ή και κατά τη διάρκεια της κρίσης.

~ · ~

Μπορούν να γίνουν οι αναγκαίες  ιδιωτικές επενδύσεις;

  • Οι δημόσιες επενδύσεις της τάξης των 6  δισ. ετησίως δεν επαρκούν για την επανεκκίνηση της οικονομίας. Άρα η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων είναι καθοριστική.
  • Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει ιδεολογικές αγκυλώσεις γύρω από το ρόλο των ιδιωτικών επενδύσεων σε μια μεικτή οικονομία.
  • Επιπρόσθετα, η ανάγκη για ιδιωτικά κεφάλαια καθιστά απαραίτητη την αποκατάσταση του αναπτυξιακού ρόλου του τραπεζικού συστήματος. Η παράταση της αβεβαιότητας σε συνδυασμό με την αδυναμία πρόσβασης στις διεθνείς αγορές και την εκροή καταθέσεων καθιστά δυσκολότερη την τραπεζική χρηματοδότηση επενδυτικών πρωτοβουλιών.

~ · ~

Συμπέρασμα

  • Η κυβέρνηση δεν ήταν επαρκώς προετοιμασμένη για την πραγματοποίηση των διαπραγματεύσεων παρά τις πολύ ευνοϊκότερες – σε σχέση με το 2010 –  συνθήκες με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπη.
  • Υποεκτίμησε τον αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρώπη. Έδειξε άγνοια για τον τρόπο λειτουργίας των Ευρωπαϊκών Θεσμών. Χρίζοντας «ηγεμόνα» της Ευρώπης τη Γερμανία προκάλεσε την οργή της υπόλοιπης Ευρώπης απομονώνοντας ακόμη περισσότερο τη χώρα.
  • Έχασε πολύτιμο χρόνο χωρίς να καταθέτει συγκεκριμένο σχέδιο που να απαντά στα ερωτήματα: πώς η οικονομία θα συμμετέχει ανταγωνιστικά στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας; πότε θα βγει στις αγορές και με ποιες προϋποθέσεις;
  • Αντιμετωπίζει το πρόβλημα της οικονομίας ως πρόβλημα περιορισμένης ζήτησης και παραγνωρίζει τις χρόνιες στρεβλώσεις στο παραγωγικό πρότυπο που οδήγησαν στην εμφάνιση της ύφεσης το 2008, δηλαδή 2 χρόνια πριν από την υπογραφή συμφωνιών με τους θεσμικούς εταίρους.
  • Έτσι, οι προτάσεις της για μεταρρυθμίσεις δεν αποτελούν μέρος ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για την αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του κράτους και της οικονομίας που να εμπεδώνει την κοινωνική δικαιοσύνη.
  • Αντίθετα, εμμένει στην παρουσίαση αποσπασματικών προτάσεων χωρίς ταυτότητα, υπερασπιζόμενη την επιστροφή στις παθογένειες του παρελθόντος που μας οδήγησαν στην εκτροπή και κατάρρευση του 2009.
  • Η αμφισημία, η αβεβαιότητα και η κυβερνητική πολυφωνία επιδεινώνουν τις προοπτικές της οικονομίας και διογκώνουν ακόμη περισσότερο τα βάρη όσων έχουν πληγεί από την κρίση.

~ · ~

IMG_6402

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «ΗΜΕΡΗΣΙΑ» του Σαββατοκύριακου 4 και 5 Απριλίου 2015

Πέντε χρόνια μετά τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό του 2009, στη δημόσια συζήτηση εξακολουθούν να παραμένουν ισχυρές διάφορες μυθοπλασίες για το ποια ήταν η πραγματική δημοσιονομική κατάσταση της χώρας ιδιαίτερα την περίοδο μεταξύ 2007-2009  που τελικά οδήγησε την χώρα εκτός αγορών και σε αναγκαστικό δανεισμό από τους θεσμικούς πιστωτές. Μυθοπλασίες που εξυπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες όπως διαφαίνεται από την πρόταση της κυβερνητικής πλειοψηφίας ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ για την συγκρότηση Εξεταστικής Επιτροπής.

Για μια ουσιαστική και εμπεριστατωμένη συζήτηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας το 2009 είναι αναγκαία μια επισκόπηση των δημοσιονομικών μεγεθών από την επομένη της ένταξης της χώρας στην ΟΝΕ. Έτσι, θα καταγραφεί η δυναμική αυτών των μεγεθών και θα καταστεί δυνατή η εξαγωγή συμπερασμάτων για το αν τελικά υπήρχε πρόβλημα με το δημόσιο χρέος το 2009 και αν ναι γιατί αυτό δεν διαγνώστηκε έγκαιρα ώστε να ληφθούν προληπτικά τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα;

Σε αντίθεση με την καθιερωμένη στις αναλύσεις, χρήση του δείκτη χρέος προς ΑΕΠ είναι προτιμότερο να αξιολογηθεί αρχικά η πορεία του χρέους της γενικής κυβέρνησης σε δισεκατομμύρια ευρώ. Η επιλογή αυτή γίνεται για δύο λόγους.

Πρώτον γιατί  στην περίπτωση της Ελλάδος το ΑΕΠ δεν αποτελεί ικανοποιητικό δείκτη για να δούμε ποια είναι η δυνατότητα που είχε η χώρα για να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της. Διότι το εκάστοτε επίπεδο του ΑΕΠ δεν ανταποκρίνονταν στη φοροδοτική ικανότητα που έχει το ίδιο επίπεδο ΑΕΠ σε άλλες χώρες. Αυτό οφείλεται στην  εκτεταμένη φοροδιαφυγή.

Ο δεύτερος λόγος σχετίζεται με το γεγονός ότι η ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ δεν ήταν βιώσιμη αφού στηριζόταν στην αύξηση της ιδιωτικής και δημόσιας κατανάλωσης που τροφοδοτούσε ο ιδιωτικός και δημόσιος δανεισμός. Η αύξηση του ΑΕΠ τροφοδοτούνταν από τον υψηλό πληθωρισμό που έτρεχε ταχύτερα στην Ελλάδα από ότι στην υπόλοιπη ευρωζώνη υποσκάπτοντας τα θεμέλια της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Ταυτόχρονα απέκρυπτε το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος του χρέους αφού οδηγούσε σε ταχύτερη αλλά μη βιώσιμη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ.

Το χρέος λοιπόν μετά την ένταξη στην ΟΝΕ είχε μια σταθερά ανοδική πορεία. Από τα 152 δις του 2001, έφτασε το 2004 στα 184 δις και το 2009 στα 300 δισ.

 saxgrafima

Η τρομακτική αυτή εξέλιξη δεν αποτυπώνεται όταν κάποιος πάρει το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ. Μεταξύ 2001 και  2007 υπήρξε μια περίοδος σταθερότητας, όπου ως ποσοστό του ΑΕΠ το δημόσιο χρέος παρέμεινε περίπου στο 100%. Έτσι, δημιουργήθηκε λανθασμένα η εντύπωση ότι δεν υπάρχει πρόβλημα.

saxgrafima2

Επομένως χάθηκε πολύτιμος χρόνος όλο αυτό το διάστημα διότι δε υπήρξε πρόνοια να ελεγχθεί η δυναμική του χρέους αλλά ούτε και να αντιμετωπιστούν τα διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας τα οποία την καθιστούσαν λιγότερο ανταγωνιστική και με μια ανάπτυξη μη βιώσιμη.

Έτσι, μόλις όμως ξέσπασε η διεθνής κρίση και η Ελλάδα πέρασε το 2008 σε ύφεση τότε το χρέος βγήκε εκτός πορείας. Πήγε από 103% ΑΕΠ το 2007 στο 127% το 2009.

Εάν συγκρίνουμε τη χώρα μας με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι ξεκάθαρο ότι το 2009 ως ποσοστό του ΑΕΠ η Ελλάδα είχε το μεγαλύτερο δημόσιο χρέος.

Έχοντας υπόψη αυτά τα δεδομένα, το πρώτο ερώτημα που ανακύπτει είναι: «τελικά με αυτή τη δυναμική του δημόσιου χρέους υπήρχε κίνδυνος που αγνοήθηκε τόσο από τις κυβερνήσεις όσο και από τα θεσμικά όργανα της Ευρώπης που αξιολογούν την πορεία των οικονομιών των χωρών μελών;» Η απάντηση είναι: Ναι, υπήρχε.

Διότι εάν ληφθεί υπόψη ότι η οικονομία από το 2008 είχε πέσει σε ύφεση το ενδεχόμενο να παγιδευτεί σε χαμηλούς ρυθμούς ονομαστικής ανάπτυξης –κάτι που υποδήλωναν τα χρόνια και μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών- και να διατηρήσει τα επίπεδα των ελλειμμάτων, τα οποία είχε μετά το 2007, δεν ήταν μικρό. Μια τέτοια εξέλιξη είναι βέβαιο ότι εκ των πραγμάτων θα έφερνε στην επιφάνεια το ενδεχόμενο οι αγορές να αμφισβητήσουν κάποια στιγμή τη διατηρησιμότητα του χρέους.

Η διαχρονική πηγή του χρέους ήταν τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Αυτό  που είναι χαρακτηριστικό της εμπειρίας της χώρας μας είναι ότι το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης ήταν από το 2001 μέχρι το 2009 μονίμως ελλειμματικό.

saxgrafima3

Αυτό, δε, που είναι ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι στη χώρα μας είχαμε δημοσιονομικά ελλείμματα και όταν είχαμε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και όταν είχαμε ύφεση.

Εξίσου ανησυχητική ήταν και η πορεία του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους. Αρκεί να επισημανθεί ότι από το 2007 μέχρι το 2009 το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέβηκε από 4,3% σε 5,2%.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό ήταν η συνεχής αύξηση των πρωτογενών ελλειμμάτων από το 2003 και μετά. Αυτό διαψεύδει την άποψη της ΝΔ ότι η μεγέθυνση του χρέους οφείλεται κυρίως στα βάρη τα οποία κληρονομήθηκαν από το παρελθόν και ιδιαίτερα από τις Κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ.

Αν κάτι προκύπτει, από τα δεδομένα είναι ότι έχουμε πρωτογενή ελλείμματα από το 2003 και μέχρι το 2009 οπότε το πρωτογενές έλλειμμα έφτασε τα 24 δις η 10% του ΑΕΠ και ότι από το 2004 και μετά οι πρωτογενείς δαπάνες ανέρχονται στο 90% περίπου του συνόλου των δαπανών

Το έλλειμμα στα μέσα του 2009 ήταν ήδη πάνω από 6% και το φθινόπωρο η δυναμική του έδειχνε ότι θα διαμορφωθεί σε επίπεδα άνω του 12%. Η κυβέρνηση της ΝΔ απέκρυπτε το πρόβλημα από την κοινότητα δηλώνοντας ότι θα διαμορφωθεί στο 6% ακυρώνοντας την αξιοπιστία της χώρας. Ταυτόχρονα, μετά τις ευρωεκλογές ανακοίνωνε μέτρα αμφίβολης αποτελεσματικότητας ύψους 0,8% του ΑΕΠ.

Τέλος, ενώ είχαν προϋπολογιστεί δανειακές ανάγκες 40,7 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2009, τελικά η χώρα δανείστηκε 66 δισεκατομμύρια ευρώ, σχεδόν 50% παραπάνω από όσα είχαν προϋπολογιστεί.

Τελικά στις αρχές του 2010, μετά την κερδοσκοπική επίθεση που εκδηλώθηκε σε βάρος των ελληνικών ομολόγων, το κόστος δανεισμού στις αγορές κατέστη απαγορευτικό.

Το αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να υποχρεωθεί να υπογράψει τη δανειακή σύμβαση προκειμένου να διασφαλίσει τη χρηματοδότηση των αναγκών της για όσο έμενε έξω από τις αγορές.

Αυτή η χρηματοδότηση θα της έδινε χρόνο να προχωρήσει σε δημοσιονομικές αλλαγές, διαρθρωτικές αλλαγές και στη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος έτσι ώστε να μπορέσει να επανακάμψει στις αγορές.

Πέντε χρόνια μετά δεν διαφαίνεται προοπτική για έξοδο στις αγορές και η χώρα παραμένει και θα συνεχίσει σε καθεστώς αναγκαστικού δανεισμού. Προφανώς αυτό θα είναι ένα από τα θέματα τα οποία θα εξεταστούν στην Εξεταστική Επιτροπή που θα συγκροτηθεί.

Αντίθετα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία όχι μόνο βγήκαν από το πρόγραμμα αλλά αντλούν από τις αγορές κεφάλαια με ιστορικά χαμηλά επιτόκια αποπληρώνοντας τα κεφάλαια του ΔΝΤ και αναχρηματοδοτώντας φθηνά παλαιό ακριβό χρέος.

 

 

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» την Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

Το τελευταίο διάστημα με αφορμή την ταχεία απομείωση των ταμειακών διαθεσίμων του κράτους με δεδομένη την αδυναμία πρόσβασης στις αγορές  επανήλθαν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης προτάσεις για την παράλληλη κυκλοφορία νομίσματος ως λύση ανάγκης. Οι προτάσεις αυτές διατυπώνονται στο πλαίσιο ενός ευρύτερου σχεδίου για αποφυγή συνέχισης της κρίσης με διαφορετική όμως τελική στόχευση.

Ορισμένοι υποστηρίζουν την εισαγωγή παράλληλου νομίσματος γιατί η εναλλακτική της εξόδου από το ευρώ εκλαμβάνεται ως καταστροφική. Όταν η Ελλάδα ξεπεράσει τα προβλήματά της θα επιστρέψει, στην ευρωζώνη ως πλήρες μέλος.

Κατά μία άλλη εκδοχή η εισαγωγή παράλληλου νομίσματος είναι η ασφαλέστερη ενδιάμεση επιλογή για τη σταδιακή έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη. Μια άμεση έξοδος, πρέπει να αποφευχθεί γιατί θα δημιουργούσε τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές δυσκολίες.

Στα θεωρητικά πλεονεκτήματα της πρότασης για παράλληλο νόμισμα συγκαταλέγεται η δυνατότητα του Δημοσίου να αποπληρώνει υποχρεώσεις του χωρίς η χώρα να υποχρεωθεί να εγκαταλείψει την ευρωζώνη. Επίσης εκτιμάται ότι μέσω της έκδοσης του θα ενισχυθεί η ζήτηση και θα ανακάμψει η οικονομία.

Έχουν διατυπωθεί δυο παραλλαγές της πρότασης. Σύμφωνα με την πρώτη η Ελλάδα θα τυπώσει εθνικό νόμισμα το οποίο θα κυκλοφορεί παράλληλα με το ευρώ με μια ισοτιμία που θα προσδιοριστεί από την κεντρική τράπεζα. Αυτό θα επιτρέψει να υποτιμηθεί μετά το νόμισμά και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων στις παγκόσμιες αγορές.

Στη δεύτερη παραλλαγή η χώρα θα εκδώσει τίτλους με τους οποίους θα δεσμεύεται να αποπληρώσει στους κατόχους τους το ονομαστικό ποσό σε ευρώ σε συγκεκριμένη προθεσμία. Εναλλακτικά, οι κάτοχοι τους θα μπορούν να πληρώσουν με αυτά μελλοντικές φορολογικές υποχρεώσεις. Σε κάποιες παραλλαγές η αποδοχή των τίτλων αυτών είναι υποχρεωτική σε άλλες όχι.

Η δεύτερη πρόταση ισοδυναμεί με παράλληλη θέσπιση νομίσματος αφού στις συναλλαγές οι τίτλοι αυτοί δεν θα γίνονται αποδεκτοί στην αξία που θα αναγράφεται. Μόλις οι κάτοχοι τους πληρωθούν από το Δημόσιο με αυτούς τους τίτλους θα διαπιστώσουν ότι η πραγματική τους αξία δεν είναι για παράδειγμα τα 50 ευρώ που θα γράφει ο τίτλος αλλά τα 20 η τα 15 ευρώ με τα οποία θα τα αποδέχεται η αγορά στις συναλλαγές.

Όλες οι παραπάνω προτάσεις προτείνονται για να ξεπεράσει η Ελλάδα τα προβλήματά της με το ελάχιστο δυνατό κόστος η με κόστος που είναι χαμηλότερο από οποιαδήποτε άλλη επιλογή.

Η πραγματικότητα όμως είναι ότι οι προτάσεις αυτές θα δημιουργήσουν περισσότερα προβλήματα από όσα υπόσχονται ότι θα λύσουν. Προϋποθέτουν και προεξοφλούν ότι δεν θα δημιουργηθούν προβλήματα στη λειτουργία  των τραπεζών -σε κάποιες παραλλαγές είναι αναγκαία η εισαγωγή περιορισμών στην ελευθερία κίνησης κεφαλαίων και στην ανάληψη μετρητών από καταθέσεις- και ότι θα συμφωνήσουν η ΕΚΤ και οι υπόλοιποι Ευρωπαϊκοί θεσμοί πράγμα πρακτικά δύσκολο.

Από τη διεθνή εμπειρία χωρών με παράλληλη κυκλοφορία νομίσματος γνωρίζουμε ότι στο τέλος το εθνικό νόμισμα θα υποτιμηθεί τρομακτικά, και οι τιμές θα αυξάνονται συνεχώς δημιουργώντας μεγάλα προβλήματα σε όσους θα πληρώνονται με το εθνικό νόμισμα. Οι παλιότεροι θυμούνται πόσο υποτιμημένη ήταν η δραχμή έναντι των χρυσών λιρών που ήταν περιζήτητες ειδικά την περίοδο κρίσεων.

Επιπρόσθετα, όσοι θα πληρώνονται στο νέο νόμισμα και έχουν δανειακές υποχρεώσεις σε ευρώ θα τους είναι ακόμη δυσκολότερο να αποπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Οι μόνοι ωφελημένοι θα είναι όσοι έχουν περιουσία στο εξωτερικό ή δραστηριοποιούνται στον τομέα των εξαγωγών αφού θα έχουν έσοδα σε ευρώ.

Το νόμισμα αυτό δεν θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αποπληρωμή εισαγόμενων προϊόντων. Επομένως, η χώρα θα πρέπει να διασφαλίζει επαρκή διαθέσιμα σε ευρώ για να πληρώνει τις ανάγκες της σε εισαγόμενα. Με το παράλληλο νόμισμα θα ενισχυθεί η παραοικονομία και θα μειωθούν ακόμη περισσότερο τα φορολογικά έσοδα.

Το βασικό μειονέκτημα όλων αυτών των προτάσεων είναι ότι παραγνωρίζουν το ουσιαστικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας που είναι η στρεβλή διάρθρωση της παραγωγικής βάσης που πρέπει να μετασχηματιστεί. Ο μετασχηματισμός αυτός θα ευνοηθεί σε ένα περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων και οικονομικής σταθερότητας όπως αυτό της Ευρωζώνης. Αντιθέτως στο ασταθές περιβάλλον που θα προκύψει από τη θέσπιση ενός παράλληλου  νομίσματος θα ενταθούν ακόμη περισσότερο η στασιμότητα και η φτώχεια.

Τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν στην οικονομία από το παράλληλο νόμισμα θα είναι τέτοιας έκτασης που στο τέλος η μόνη επιλογή θα είναι η έξοδος της χώρας από την ευρωζώνη, αλλά όχι μόνο.

Η χώρα θα έχει απομονωθεί οικονομικά και πολιτικά από την Ευρώπη και τα υποχρεωτικά μέτρα που θα κληθεί να λάβει για να υποστηρίξει το εγχείρημα του παράλληλου νομίσματος μπορεί να την οδηγήσουν τελικά και εκτός Ευρώπης.