Αρθογραφία

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη, Υποψηφίου Βουλευτή ΠΕ Λάρισας και Εκπροσώπου Τύπου του Κινήματος, στο tvxs.gr

Ένα Ελληνικό Σχέδιο Μεταρρυθμίσεων για ελάφρυνση του χρέους

Η συζήτηση που διεξάγεται για το δημόσιο χρέος, πρέπει να ξεκινά από διαπιστώσεις, για να μπορούμε να αξιολογήσουμε τις προτάσεις πολιτικής που κατατίθενται.

1) Σήμερα, το χρέος βρίσκεται στα 318 δισ. δηλαδή κοντά στο επίπεδο που ήταν το 2009, παρά το γεγονός ότι στα πέντε χρόνια που μεσολάβησαν τροφοδοτήθηκε από νέα ελλείμματα. Σε αυτό κομβικό ρόλο έπαιξαν το PSI και η επαναγορά μέσω των οποίων αφαιρέθηκαν από το χρέος 126 δισ.

2) Η βιβλιογραφία δεν προσφέρει καμία ασφαλή μεθοδολογία βάσει της οποίας μπορούμε να υπολογίσουμε πότε ένα χρέος θεωρείται βιώσιμο.

3) Το μεγαλύτερο όφελος από το PSI είναι ότι άλλαξε δυο σημαντικές παραμέτρους του χρέους, που λαμβάνουν υπόψη τους οι αγορές.

Η πρώτη αφορά το επιτόκιο και την περίοδο χάριτος. Έτσι σήμερα το κόστος εξυπηρέτησης ταμειακά είναι περίπου στα 6 δισ. αντί για 13,2 δισ. που ήταν το 2010.

Η δεύτερη, είναι η αποσύνδεση του ύψους του χρέους από το ρίσκο αναχρηματοδότησής του μέσω της επιμήκυνσης της ληκτότητας.

4) Εξίσου σημαντικό, είναι το γεγονός ότι το δημόσιο χρέος διακατέχεται στο μεγαλύτερο μέρος του από το ESM, το ΔΝΤ, την ΕΚΤ και χώρες της Ε.Ε.

5) Οποιαδήποτε μονομερής διαγραφή χρέους θα δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στη χώρα και θα της στερήσει την πρόσβαση σε διεθνή κεφάλαια. Για αυτό στη συζήτηση για το χρέος πρέπει να συμμετέχουν όλοι με αίσθημα ευθύνης, καθώς αποδέκτης των προτάσεων είναι εθνικά Κοινοβούλια άλλων χωρών.

Εδώ και δύο χρόνια, η χώρα όφειλε έγκαιρα να προετοιμαστεί για την ομαλή και ασφαλή έξοδο στις αγορές, για να καλύπτει τις χρηματοδοτικές της ανάγκες, με δεδομένο ότι το Πρόγραμμα τελείωνε τον Δεκέμβριο του 2014.

Η κυβέρνηση του Α. Σαμαρά απέτυχε να βγάλει με ασφάλεια τη χώρα από το πρόγραμμα. Σήμερα, η χώρα βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με τις ίδιες αβεβαιότητες που αντιμετώπιζε το 2012, εξαιτίας και τότε της εμμονής της ΝΔ να διεξαχθούν εκλογές.

Την αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα επιτείνει το γεγονός ότι η χώρα έμεινε πίσω στις μεταρρυθμίσεις που θα ανασυγκροτούσαν τον τρόπο λειτουργίας της κράτους και της οικονομίας.

Η χώρα την επόμενη ημέρα πρέπει να παρουσιάσει ένα Ελληνικό Σχέδιο Μεταρρυθμίσεων με προοδευτικό πρόσημο, που θα ενεργοποιεί τις διαδικασίες μετασχηματισμού της οικονομίας σε ανταγωνιστική και εξωστρεφή και θα προτάσσει την αντιμετώπιση της ανεργίας και των κοινωνικών ανισοτήτων.

Αυτή η πρόταση θα πρέπει να στηρίζεται από όσο το δυνατόν περισσότερα κόμματα, προκειμένου να φανεί ότι η πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων της χώρας συμφωνεί με την ανάγκη για την ανασυγκρότηση του κράτους και της οικονομίας.

Στις συζητήσεις, λοιπόν, με τους Ευρωπαίους, έναντι της δέσμευσης μας για την υλοποίηση του Ελληνικού Σχεδίου Μεταρρυθμίσεων θα διεκδικήσουμε θετικές αποφάσεις για την ελάφρυνση από τα βάρη του χρέους. Συμφωνία που μετά από συνεννόηση με τους εταίρους, θα επικυρωθεί από τον Ελληνικό λαό με δημοψήφισμα.

Γι αυτό το ΚΙΝΗΜΑ Δημοκρατών Σοσιαλιστών προτείνει την πραγματοποίηση μιας διάσκεψης στην Ελλάδα με εμπειρογνώμονες από διεθνείς οργανισμούς, προκειμένου να συζητηθούν όλες οι εναλλακτικές προτάσεις για το χρέος και να προκριθούν αυτές που ανταποκρίνονται καλύτερα στις ανάγκες τη χώρας.

Με βάση τα προαναφερθέντα η χώρα μπορεί να θέσει στο τραπέζι των συζητήσεων τις ακόλουθες προτάσεις:

  • Την επιμήκυνση για 70 χρόνια των Ελληνικών ομολόγων που βρίσκονται στα χέρια των εταίρων μας.
  • Τον μηδενισμό του περιθωρίου στο επιτόκιο των ομολόγων.
  • Τη σταθεροποίηση των ετήσιων τόκων που πληρώνουμε σε ένα χαμηλό επίπεδο για τις επόμενες δεκαετίες.
  • Μια παράταση της περιόδου χάριτος στις αποπληρωμές των επίσημων δανείων
  • Την ανταλλαγή μέρους των ομολόγων με άλλα που θα έχουν ρήτρα ανάπτυξης και θα αποπληρώνονται όσο πάει καλύτερα η οικονομία.

Πέρα από τις αποφάσεις για την ελάφρυνση του Ελληνικού Χρέους είναι αναγκαίο να γίνει μια συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο προκειμένου να αξιολογηθούν και να προκριθούν προτάσεις που οδηγούν στην αμοιβαιοποίηση του χρέους μέσω πχ της κοινής έκδοσης ομολόγων ή ακόμη και της απομείωσης του χρέους.

Είναι αναγκαίο να συζητάμε για την επίλυση του προβλήματος του χρέους που συσσωρεύτηκε. Εξίσου αναγκαίο όμως είναι να προτείνουμε με βάση την αρνητική εμπειρία από το παρελθόν πως αυτό δεν θα ξανασυμβεί, χτίζοντας μια υγιή οικονομία που δεν θα συσσωρεύει χρέη σε βάρος των επόμενων γενεών.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη Εκπροσώπου Τύπου του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ στο protagon.gr

Έχουν συμπληρωθεί επτά χρόνια από την εκδήλωση της μεγαλύτερης διεθνούς μεταπολεμικής κρίσης. Σήμερα, οι περισσότερες εκτός ευρωζώνης οικονομίες έχουν αποκαταστήσει τις απώλειες που προκάλεσε η κρίση στα εισοδήματα και την απασχόληση. Η ευρωζώνη, όμως, κινδυνεύει να βιώσει στασιμότητα και αποπληθωρισμό.

Η αδυναμία μιας συντηρητικής Ευρώπης να αντιμετωπίσει έγκαιρα και αποτελεσματικά την κρίση, εξαιτίας ιδεοληψιών για τα αίτια της κρίσης, και να διευκολύνει την υλοποίηση των αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών στις χώρες που βρέθηκαν στον επίκεντρό της, είχε ως αποτέλεσμα οι χώρες αυτές να έχουν διαφορετική πορεία.

Από τις τέσσερις, λοιπόν, χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία έχουν βγει από αυτό, αφού υλοποίησαν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και πέτυχαν την ομαλή επιστροφή στις αγορές.

Αντίθετα, η κυβέρνηση Σαμαρά δεν κατάφερε να προετοιμάσει την ομαλή επιστροφή της χώρας στις αγορές, παρά το γεγονός, ότι από τον Οκτώβριο του 2009 πάρθηκαν μέτρα για να εξαλειφθεί το πρόβλημα των δίδυμων ελλειμμάτων και της έλλειψης αξιοπιστίας, που στέρησε στη χώρα την πρόσβαση στις αγορές και την οδήγησε στην προσφυγή στους θεσμικούς δανειστές.

Η εξάλειψη των οικονομικών ανισορροπιών έγινε με μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, αφού το ΑΕΠ σε μια εξαετία μειώθηκε κατά 25% περίπου και η ανεργία έφτασε το 27%.

Η κρίση επηρέασε βαθύτερα την Ελλάδα γιατί μετά την ένταξή της στην ΟΝΕ, όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με το πρόβλημα των διογκούμενων δίδυμων ελλειμμάτων, δεν προχώρησε σε καμία διαρθρωτική αλλαγή για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα αυτά.

Όμως, και μετά την εκδήλωση της κρίσης, έλειψαν οι αναγκαίες πολιτικές συναινέσεις ως προς τα αίτια του προβλήματος της χώρας και ως προς τις διαθέσιμες επιλογές -υπενθυμίζω Ζάππεια ή επικλήσεις σε παραδείγματα χωρών της Λατινικής Αμερικής ως πρότυπα για τις επιλογές της Ελλάδας- ώστε να προχωρήσει η χώρα κατά προτεραιότητα σε αυτές που θα περιόριζαν το κόστος της προσαρμογής και θα επιτάχυναν την έξοδο από την κρίση.

Η χώρα οδηγήθηκε στην κρίση γιατί οι θεσμοί δεν λειτουργούσαν σωστά και το παραγωγικό πρότυπο ήταν αναποτελεσματικό. Το μεγαλύτερο μέρος των αναγκαίων θεσμικών αλλαγών είναι ακόμη μπροστά μας. Σε μεγάλο βαθμό οι θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν όπως πριν από την κρίση.

Σε πολλές περιπτώσεις, προοδευτικές μεταρρυθμίσεις αποδομήθηκαν από αντιμεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες, βαθύτατα συντηρητικής αν όχι συντεχνιακής αντίληψης, όπως με την κατάργηση των προβλέψεων του Νόμου για την Παιδεία. Άλλο τυπικό παράδειγμα, ο τρόπος επιλογής διοικήσεων σε φορείς του Δημοσίου.

Η κρίση ανέδειξε ακόμη περισσότερο την ανάγκη ενίσχυσης της Δημοκρατίας, η οποία απειλείται όσο υπονομεύεται η κοινωνική συνοχή και σταθερότητα. Ο ρόλος των ΜΜΕ στη διαμόρφωση απόψεων πρέπει να μας ωθήσει σε επιλογές που διασφαλίζουν την αντικειμενικότητα και τον πλουραλισμό στην ενημέρωση των πολιτών.

Σήμερα, η αποδυνάμωση του παραδοσιακού δικομματισμού καθιστά αναγκαίο ένα πλαίσιο λειτουργίας κυβέρνησης και Βουλής, που θα διευκολύνει τη συγκρότηση πολυκομματικών κυβερνήσεων στη βάση προγραμματικών συμφωνιών, ακόμη και κομμάτων με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες.

Σε αυτό το πλαίσιο, εντάσσονται και αλλαγές που αφορούν στη διάρκεια μιας Βουλής που προκύπτει ύστερα από πρόωρη διάλυση προηγούμενης, το εκλογικό σύστημα, τις εκλογικές περιφέρειες, τον τρόπο εκλογής βουλευτών, τα οικονομικά των κομμάτων κ.ά., προκειμένου η χώρα να διαμορφώσει ένα θεσμικό πλαίσιο που να διευκολύνει τη συνεργασία των πολιτικών δυνάμεων.

Η Δικαιοσύνη, παρά τις όποιες προσπάθειες έχουν γίνει, δεν μπορεί ακόμη να συνεισφέρει στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της οικονομίας και την εμπέδωση αίσθησης κράτους δικαίου.

Στην οικονομία, παρά τις εκτεταμένες αλλαγές στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, δεν έχει επιτευχθεί ο αναγκαίος μετασχηματισμός ώστε να γίνει πιο εξωστρεφής και πιο παραγωγική.

Η αναμόρφωση της δημόσιας διοίκησης προχωρεί με αργούς ρυθμούς. Η αξιολόγηση των υπαλλήλων παραμένει το μεγάλο ζητούμενο.

Υπάρχει ένα μεγάλο ερώτημα, αν στη χώρα έχουν διασφαλιστεί οι αναγκαίες συναινέσεις μεταξύ των πολιτικών κομμάτων που θα διασφαλίσουν ένα σταθερό, διαφανές, κοινωνικά δίκαιο και αξιόπιστο φορολογικό πλαίσιο, που θα διευκολύνει την προσέλκυση των επενδύσεων. Διότι, παρά τις πολλές βελτιώσεις, το φορολογικό πλαίσιο παραμένει προβληματικό και άδικο.

Πολλές από τις παραπάνω διαπιστώσεις τις συμμερίζονται κόμματα, ανεξάρτητα από την ιδεολογική τους αφετηρία. Ο πρόσφατος, όμως, τεχνητός διαχωρισμός των πολιτικών δυνάμεων μεταξύ «μνημονιακών» και «αντιμνημονιακών», πέρα από την ανιστόρητη κατάργηση της διάκρισης μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, οδήγησε σε έναν διχασμό που εμποδίζει μια ουσιαστική δημόσια συζήτηση για τις αναγκαίες δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις.

Η έννοια της μεταρρύθμισης σήμερα υποχωρεί μεταξύ των πολιτών και έχει πλέον μια αρνητική σημειολογία.  Οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι αυτοσκοπός αλλά εργαλείο για την εμπέδωση της κοινωνικής δικαιοσύνης και όχι για να διευρύνουν τις κοινωνικές ανισότητες.

Ο κίνδυνος που διατρέχουμε ως χώρα είναι, στη συνείδηση των πολιτών, οι μεταρρυθμίσεις να ταυτιστούν με επιλογές, οι οποίες δεν προάγουν τη θέση των περισσοτέρων πολιτών. Αντίθετα, διασφαλίζουν τις θέσεις και συμφέροντα μικρών ομάδων με ισχυρή εκπροσώπηση στο πολιτικό σύστημα στο όνομα άλλοτε «προοδευτικών» και άλλοτε «φιλολαϊκών», κατά βάθος όμως, μόνο συντεχνιακών πολιτικών.

Αυτό υπονομεύει τη θεμελίωση μιας πλειοψηφικής κοινωνικής συμμαχίας «δημιουργών» και «οικονομικά ασθενέστερων» που θέλει να κτίσει το ΚΙΝΗΜΑ Δημοκρατών Σοσιαλιστών. Ώστε με δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις να επιτύχουν την εκ νέου θέσμιση της πολιτείας και την ανασυγκρότηση της οικονομίας.

Αυτή είναι η πρόταση του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ μας για την επόμενη ημέρα. Συγκρότηση μιας κυβέρνησης συνεργασίας στη βάση μιας προοδευτικής προγραμματικής συμφωνίας για την παρουσίαση ενός Ελληνικού Σχεδίου Μεταρρυθμίσεων, που θα αποτελέσει τη βάση της συζήτησης με τους Ευρωπαίους, ώστε να ληφθούν θετικές αποφάσεις για το χρέος και να διασφαλιστεί η ομαλή και οριστική έξοδος από το Πρόγραμμα.

Καλούμε τους προοδευτικούς πολίτες να ψηφίσουν το ΚΙΝΗΜΑ, για να δώσουν κοινοβουλευτική έκφραση στις δυνάμεις που θα εργαστούν για το Ελληνικό Σχέδιο Μεταρρυθμίσεων, για να ανασυγκροτηθεί η οικονομία, να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας και νέα εισοδήματα και πόροι, για να στηριχτούν οι οικονομικά ασθενέστεροι.

Παρέμβαση Φίλιππου Σαχινίδη Εκπροσώπου του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ στην εφημερίδα «Έθνος»

Το ΚΙΝΗΜΑ δημιουργήθηκε από την ανάγκη ανασύνταξης των δυνάμεων του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού και αφύπνισης μπροστά στη συνεχή συρρίκνωση του χώρου και τη σταδιακή διολίσθηση και παρέκκλιση του από τις βασικές αρχές και αξίες μας.

Για να δώσουμε φωνή ξανά σε όλους τους ανθρώπους που είχαν αποστασιοποιηθεί.

Την επόμενη ημέρα η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια κυβέρνηση συνεργασίας με προοδευτικό πλαίσιο.

Για να υπηρετήσουμε σαφείς εθνικούς στόχους και να προωθήσουμε τις μεγάλες αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα. Με στόχο, τη διασφάλιση της συμμετοχής στο ευρώ και παράλληλα, για ένα δικό μας Εθνικό Σχέδιο προοδευτικών μεταρρυθμίσεων που θα μας βγάλει με ασφάλεια οριστικά από την κρίση. Θεραπεύοντας τα βαθύτερα και χρόνια προβλήματα της χώρας και προτάσσοντας την αντιμετώπιση της ανεργίας και της φτώχειας που οξύνθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη, Υποψηφίου Βουλευτή ΠΕ, Λάρισας, στην Εφημερίδα Των Συντακτών, το Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015.

Οι σημαντικότερες μεταπολεμικές κατακτήσεις των δυνάμεων του Ευρωπαϊκού Δημοκρατικού Σοσιαλισμού ήταν η επίτευξη της συνύπαρξης της Δημοκρατίας με τον καπιταλισμό και η διασφάλιση της κοινωνικής σταθερότητας μέσω πολιτικών καταπολέμησης των κοινωνικών ανισοτήτων.

Όλα αυτά έγιναν πραγματικότητα όταν οι δυνάμεις της Σοσιαλδημοκρατίας, με βάση την προπολεμική εμπειρία, κατανόησαν ότι, χωρίς έλεγχο των αγορών, παρέμβαση του κράτους για ενίσχυση της ζήτησης σε συνθήκες ύφεσης και για παροχή κοινωνικών υπηρεσιών, ο καπιταλισμός με τις περιοδικές κρίσεις του θέτει σε κίνδυνο τη Δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή.

Η παγκοσμιοποίηση σε συνδυασμό με την ΟΝΕ, η οποία μέχρι την κρίση λειτουργούσε με ένα ατελές θεσμικό πλαίσιο, βρήκαν απροετοίμαστη την Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία.

Η τελευταία από τη δεκαετία του 1990 είχε κάνει σημαντικές υποχωρήσεις έναντι της πάγιας θέσης της για τον ρόλο των αγορών. Επιπρόσθετα, η δημιουργία της ΟΝΕ περιόρισε την αποτελεσματικότητα των κρατικών παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση βραχυχρόνιων υφέσεων, ειδικά στα κράτη με μεγάλο χρέος.

Η διεθνής χρηματοοικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 ανέτρεψε την κυρίαρχη πεποίθηση ότι ο ρυθμιστικός ρόλος του κράτους είναι επιζήμιος για την οικονομία και πρέπει να περιοριστεί. Όπως και ότι ο καπιταλισμός μπορεί να συνεχίσει να παράγει πλούτο χωρίς σκαμπανεβάσματα που απειλούν την κοινωνική συνοχή. Ανέτρεψε και τη δοξασία ότι η Δημοκρατία κυριάρχησε σε όλο τον κόσμο και κανείς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει.

Οι πολίτες σήμερα αισθάνονται ότι πολλές επιλογές των εθνικών κυβερνήσεων υπαγορεύονται από τις αγορές και υποβάλλουν σε τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό κόστος τις χώρες. Ότι ο ρόλος των εθνικών κυβερνήσεων στην ευρωζώνη είναι περιορισμένος, καθώς τα εργαλεία πολιτικής για την αντιμετώπιση της κρίσης είναι περιορισμένα. Ότι η Ευρώπη άργησε πολύ να πάρει αποφάσεις για να προστατέψει το ευρωπαϊκό όραμα ή λειτούργησε τιμωρητικά σε χώρες όπως η Ελλάδα.

Έτσι, τροφοδοτούνται ακραίες, αντιευρωπαϊκές και αντισυστημικές απόψεις, αφού δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις δεν έχουν τα χρονικά περιθώρια ή τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν με κοινωνικά δίκαιο τρόπο προβλήματα που απασχολούν τους πολίτες.

Η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο της κρίσης αυτής και χτυπήθηκε όσο ποτέ άλλοτε. Πλήρωσε τίμημα ίσο με αυτό που πλήρωσαν οι ΗΠΑ στην κρίση του 1929.

Η αντιμετώπιση της κρίσης από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε ιδιαίτερες δυσκολίες. Ο ρόλος των ανώτατων εισοδηματικά στρωμάτων που συγκροτούν-μέσω του έλεγχου σε ΜΜΕ και τράπεζες – ισχυρές ομάδες πίεσης επηρέασε τον τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης αλλά και την κατανομή των βαρών. Στέρησε από το πολιτικό δυναμικό νομιμοποίηση στις επιλογές τους, στον βαθμό που η τελική κατανομή των βαρών είναι ασύμμετρη και οι συνέπειες της κρίσης για τα κατώτερα και μεσαία εισοδηματικά στρώματα είναι μακροπρόθεσμες.

Η χώρα πηγαίνει ξανά σε πρόωρες εκλογές. Η κυβερνητική συμμαχία που θα προκύψει από την επόμενη Βουλή θα έχει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της μελλοντικής πορείας της χώρας. Οι προτεραιότητες της επόμενης κυβέρνησης θα πρέπει να είναι η ασφαλής και βιώσιμη έξοδος στις αγορές, η ανασυγκρότηση του παραγωγικού προτύπου και η διασφάλιση ότι η ανάπτυξη θα διαχέει τα οφέλη σε όλα τα εισοδηματικά στρώματα, με προτεραιότητα σε όσους θίχτηκαν από την κρίση. Τομείς στους οποίους η κυβέρνηση καθυστέρησε σημαντικά.

Αυτό που φάνηκε από τον Ιούνιο του 2012 και μετά είναι ότι στη Βουλή χρειάζονται δυνάμεις που θα ασκούν αυστηρό έλεγχο σε κυβερνήσεις συνεργασίας. Διαφορετικά, οι δυνάμεις που επιθυμούν την επιστροφή στην «κανονικότητα» που μας οδήγησε στην κρίση του 2009, είναι έτοιμες να θέσουν σε κίνδυνο την ασφαλή και οριστική έξοδο της χώρας από την κρίση.

Επτά χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η οποία άφησε βαθειά σημάδια στην ελληνική κοινωνία, ήρθε η ώρα οι δυνάμεις που κινούνται στον χώρο του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού, του Προοδευτικού Κέντρου, της Μεταρρυθμιστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας να αποτολμήσουν ένα νέο ξεκίνημα.

Να συγκροτήσουν μια ισχυρή κοινοβουλευτική παρουσία που θα εργαστεί για τη διαμόρφωση μιας πλειοψηφίας στην ελληνική κοινωνία. Για την ολοκλήρωση ενός προγράμματος προοδευτικών μεταρρυθμίσεων που θα αλλάξει το παραγωγικό πρότυπο της χώρας.

Σε συνεργασία με αντίστοιχες δυνάμεις στην Ευρώπη, να εργαστούν για την αποκατάσταση του ρόλου της πολιτικής έναντι των αγορών. Με αναγνώριση της ανάγκης για δημοσιονομική σταθερότητα, ισχυρότερο ρυθμιστικό ρόλο για το κράτος, αλλά και ενίσχυση των πολιτικών στήριξης όσων θίγονται από τις κρίσεις του καπιταλισμού. Προκειμένου να εξανθρωπιστεί η παγκοσμιοποίηση και να θωρακιστεί η Δημοκρατία από τους κινδύνους που την απειλούν. Αυτό είναι το πρόταγμα για τις προοδευτικές δυνάμεις της χώρας σε αυτές τις εκλογές.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη, Υποψηφίου Βουλευτή ΠΕ, Λάρισας, στην εφημερίδα «ΗΜΕΡΗΣΙΑ».

Λανθασμένες εκτιμήσεις και σχεδιασμοί από την πλευρά της κυβέρνησης και η έλλειψη πολιτικής βούλησης από την αντιπολίτευση για την επίτευξη συναίνεσης προκειμένου να εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας οδηγούν τη χώρα ξανά σε πρόωρες εκλογές.

Το γεγονός αυτό ενίσχυσε την αβεβαιότητα για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και είχε ως αποτέλεσμα να επανέλθει η συζήτηση για το Grexit.

Όπως συνέβη και μεταξύ των εκλογών Μαΐου και Ιουνίου 2012. Τότε εξαιτίας της ΝΔ η οποία επέμενε να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές και στα πρόθυρα της κατάρρευσης.

Η επαναφορά τη συζήτησης αυτής δεν φαίνεται να προβληματίζει την κυβέρνηση.

Ο δε ΣΥΡΙΖΑ με μια απλοϊκή προσέγγιση την εντάσσει στους μηχανισμούς τρομοκράτησης των πολιτών προκειμένου να μην ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ.

Η κυβέρνηση θα έπρεπε να ανησυχεί για την επαναφορά του Grexit δεδομένου ότι στα επιτεύγματά της εντάσσει την σταθεροποίηση της οικονομίας και την πρόοδο που έχει καταγραφεί με τη εξάλειψη των δίδυμων ελλειμμάτων.

Οφείλει να εξηγήσει στους πολίτες το παραπάνω παράδοξο. Πως δηλαδή ενώ σταθεροποιήθηκε η οικονομία κινδυνεύει με κατάρρευση επειδή προκηρύχτηκαν εκλογές.

Δυστυχώς, τόσο η Κυβέρνηση όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ αποφεύγουν συστηματικά να μιλήσουν για τα πραγματικά διλλήματα της χώρας από το 2009.

H ΝΔ ειδικά δείχνει να μην διδάχτηκε το παραμικρό από τα Ζάππεια.

Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι το Μνημόνιο αλλά τα διαρθρωτικά προβλήματα του παραγωγικού προτύπου τα οποία, σε συνδυασμό με τον υπερδανεισμό της περιόδου 2004-2009, μας οδήγησαν στο Μνημόνιο. Τα προβλήματα αυτά δεν έχουν εξαλειφθεί.

Είναι γνωστό εδώ και δύο χρόνια ότι το δεύτερο πρόγραμμα σε ότι αφορά το ευρωπαϊκό σκέλος του τελειώνει το Δεκέμβριο του 2014.

Επομένως η χώρα όφειλε έγκαιρα να προετοιμαστεί για την ομαλή και ασφαλή έξοδο στις αγορές.

Αυτό προϋπέθετε προετοιμασία ώστε η έξοδος στις αγορές να είναι αποτέλεσμα ουσιαστικής αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των αγορών στην Ελλάδα.

Η προετοιμασία έπρεπε να περιλαμβάνει την αναγνώριση της ανάγκης ότι για ένα μικρό χρονικό διάστημα η χώρα θα έχει μια προληπτική γραμμή πίστωσης.

Για να διασφαλιστεί και να ενισχυθεί περαιτέρω η αξιοπιστία της χώρας χρειαζόταν η προετοιμασία να περιλαμβάνει και ένα Εθνικό Σχέδιο με μεταρρυθμίσεις με προοδευτικό πρόσημο που θα ενεργοποιούσαν τις διαδικασίες μετασχηματισμού του παραγωγικού προτύπου.

Επιπρόσθετα, το Εθνικό Σχέδιο θα περιελάμβανε ένα σκέλος με πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση των κοινωνικών συνεπειών της ανεργίας και της αύξησης της φτώχειας.

Τίποτε από όλα αυτά δεν συνέβη. Κανείς από την κυβέρνηση δεν προβληματίστηκε από τους κραδασμούς της δεύτερης εξόδου στις αγορές που συνέπεσε με την κατάρρευση μιας Πορτογαλικής τράπεζας και έστειλε ένα ηχηρό σήμα κινδύνου.

Αντίθετα υιοθέτησαν μια ρητορική αντίστοιχης αυτής του ΣΥΡΙΖΑ διακηρύσσοντας ότι φεύγει το Μνημόνιο, ότι δεν χρειάζεται προληπτική γραμμή πίστωσης και ότι τα υπόλοιπα κεφάλαια του ΔΝΤ μπορούμε να τα δανειστούμε από τις αγορές φθηνότερα.

Το ζητούμενο για τη χώρα μετά τις εκλογές δεν είναι πώς θα διώξει το Μνημόνιο το οποίο τελειώνει τον Φεβρουάριο του 2015.

Αλλά πως θα έχουμε μια οικονομία ανταγωνιστική.

Πως θα μπορεί το Δημόσιο και οι ιδιώτες μετά τον Φεβρουάριο να δανείζονται από τις διεθνείς αγορές με όρους ανταγωνιστικούς για να καλύπτουν τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να συντηρήσει το τεχνητό δίλλημα Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο που του επέτρεψε να πολλαπλασιάσει την εκλογική του βάση.

Αδυνατεί να παρουσιάσει πρόταση για την αλλαγή παραγωγικού προτύπου. Υπόσχεται μόνο κατάργηση των 400 νόμων που ψηφίστηκαν.

Αδυνατεί να μας πει πως η χώρα θα εξασφαλίσει ομαλή έξοδο στις αγορές. Υπόσχεται μόνο ότι θα συζητήσει διαγραφή χρέους.

Αδυνατεί να αναγνωρίσει ότι προϋπόθεση για να περάσει η χώρα σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης είναι η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων της τάξης των 30 δις στην επόμενη τριετία.

Αυτό το νούμερο αφορά επενδύσεις πέρα από τις δημόσιες επενδύσεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να αποκατασταθεί η παραγωγική βάση που καταστράφηκε πριν ή κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Αυτές οι επενδύσεις θα αποτελέσουν το εφαλτήριο για την συγκρότηση μιας οικονομίας ανταγωνιστικής που θα δημιουργεί υγιείς θέσεις εργασίας και νέα εισοδήματα για τους εργαζόμενους.

Έτσι, η οικονομία θα δημιουργεί και τους αναγκαίους πόρους για να χρηματοδοτεί την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών προς τους πολίτες.

Τα κόμματα στις εκλογές αυτές οφείλουν να παρουσιάσουν το Εθνικό Σχέδιο τους για το νέο παραγωγικό πρότυπο της χώρας και επ’ αυτών να γίνει η δημόσια συζήτηση για το πώς η Ελλάδα θα κινηθεί με ασφάλεια σε μια νέα πορεία.