Αρθογραφία

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της Κυριακής, 26 Απριλίου 2015

Από το ξεκίνημα της ΟΝΕ ένα ερώτημα που τίθεται είναι αν η δημιουργία της και η συμμετοχή μιας χώρας σε αυτή είναι δρόμος χωρίς επιστροφή. Έχουν μεσολαβήσει 16 χρόνια από την έναρξη λειτουργίας της και το ερώτημα παραμένει επίκαιρο. Σήμερα, για πολλούς κυρίως αγγλοσαξωνικής προέλευσης, η απάντηση φαίνεται να συναρτάται με την πορεία και τις αποφάσεις της Ελλάδας σε ότι αφορά τη συμμετοχή της.

Στη δεκαετία του 1990 κυριαρχούσε η άποψη ότι η ΟΝΕ θα λειτουργούσε ως προθάλαμος της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης. Έτσι, υποστηρίχτηκε ότι η ΟΝΕ είναι μη αναστρέψιμη και η συμμετοχή μιας χώρας αμετάκλητη στο βαθμό που η δημιουργία της ήταν μια πολιτική απόφαση.

Η άποψη αυτή δοκιμάζεται σήμερα, κυρίως στη χώρα μας, καθώς γίνεται κατανοητό ότι η πολιτική επιλογή υπεράσπισης της συμμετοχής στην ΟΝΕ εξαρτάται μεταξύ άλλων από τη βούληση και την δυνατότητα της κυβέρνησης να θέσει, σε σχέση με άλλους οικονομικούς στόχους, τη συμμετοχή στην ΟΝΕ ως προτεραιότητα.

Αυτό συμβαίνει γιατί η προσαρμογή που όφειλε να κάνει η χώρα για να συμμετάσχει στην ΟΝΕ υπήρξε ημιτελής. Η αδυναμία όμως αυτή, επειδή και μετά την ένταξη στην ΟΝΕ δεν έγιναν οι αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές, είχε ως συνέπεια η χώρα να βρεθεί αντιμέτωπη με τεράστιες ανισορροπίες. Έτσι,  μετά το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης οι ανισορροπίες αυτές την οδήγησαν εκτός αγορών και στον αναγκαστικό δανεισμό προκειμένου να βρει χρόνο και να προχωρήσει σε αναγκαίες αλλαγές.

Στο βαθμό λοιπόν που η αποκατάσταση των οικονομικών ανισορροπιών ενέχει μεγάλο οικονομικό και κοινωνικό κόστος είναι δυσκολότερο για μια κυβέρνηση να προτάξει τη συμμετοχή στην ΟΝΕ έναντι του στόχου για πλήρη απασχόληση.

Σήμερα στην Ελλάδα ενισχύονται δυνάμεις που υπερασπίζονται ως αναγκαιότητα την έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη. Μόνο έτσι, υποστηρίζουν οι δυνάμεις αυτές, θα μπορέσει η χώρα να επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας.

Η άποψη αυτή παραγνωρίζει ότι η όποια χρησιμότητα της απομειώθηκε από τη στιγμή που η Ελλάδα ολοκλήρωσε τη οικονομική προσαρμογή. Σήμερα, έχει πρωτογενή πλεονάσματα και αποκατέστησε σε μεγάλο βαθμό την ανταγωνιστικότητα κόστους που έχασε από τη ημέρα συμμετοχής της στην ΟΝΕ εξαιτίας του υψηλότερου πληθωρισμού που είχε έναντι των άλλων χωρών της ευρωζώνης. Το κόστος εργασίας έχει μειωθεί και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών έχει ισοσκελιστεί.

Οι διαρθρωτικές αλλαγές που είναι αναγκαίες για να αλλάξει το παραγωγικό πρότυπο της χώρας το οποίο είναι μη ανταγωνιστικό παραμένουν οι ίδιες ανεξάρτητα από το νόμισμα της χώρας.

Αν λοιπόν η άποψη αυτή είχε ποτέ κάποια αξία, τότε η Ελλάδα θα έπρεπε να αποχωρήσει από την ΟΝΕ με το ξέσπασμα της κρίσης για να αποφύγει την απότομη προσαρμογή και μέρος του κόστος της μέσω μιας υποτίμησης του νέου νομίσματος.

Η εισαγωγή εθνικού νομίσματος δεν απαλλάσσει ούτε κάνει απαραίτητα ηπιότερα τα προγράμματα προσαρμογής όπως γνωρίζουμε από σταθεροποιητικά προγράμματα της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Επίσης, γνωρίζουμε ότι το κόστος της υποτίμησης το πληρώνουν τελικά οι οικονομικά ασθενέστεροι που δεν μπορούν να προστατευθούν από τις συνέπειες της. Επιπρόσθετα η εξυπηρέτηση του δημοσίου και ιδιωτικού χρέους που θα είναι σε ευρώ θα γίνει ακόμη δυσκολότερη.

Από τη στιγμή που η απόφαση αυτή δεν ελήφθη το 2010 και δεν μπορούσε να ληφθεί γιατί το οικονομικό κόστος αλλά και οι ευρύτερες γεωπολιτικές συνέπειες θα ήταν εξίσου μεγάλες, σήμερα η μόνη επιλογή που έχει η Ελλάδα είναι να επωφεληθεί όπως οι υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης από τα οφέλη που προσκομίζει η συμμετοχή στην ΟΝΕ. Αυτά είναι το χαμηλό κόστος κεφαλαίου και η ελεύθερη είσοδος κεφαλαίων για επενδύσεις. Αναγκαίες προϋποθέσεις για επιστροφή σε βιώσιμη ανάπτυξη και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Με αυτό το κριτήριο, η απειλή για Grexit ή το κόστος του αν συμβεί εκτιμάται ότι είναι πολύ μεγάλο αφού παρατείνει την ύφεση και την ψηλή ανεργία. Επιπρόσθετα, επιβαρύνει ακόμη περισσότερο όσους θίχτηκαν από την κρίση. Αυτή την εκτίμηση ενσωματώνουν οι αποδόσεις των ομολόγων διετίας και τριετίας.

Μέχρι σήμερα οι αποφάσεις της Ευρώπης είτε αυτές αφορούν την ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας της είτε τη στήριξη χωρών που στερήθηκαν την πρόσβαση στις αγορές δικαιώνουν αυτούς που έλεγαν ότι η ΟΝΕ είναι πρώτιστα πολιτικό εγχείρημα και δευτερευόντως οικονομικό. Η Ευρώπη έκανε με καθυστέρηση βέβαια και θα συνεχίσει να κάνει τις αναγκαίες κινήσεις προκειμένου να μην αμφισβητηθεί η αξιοπιστία της ΟΝΕ.

Αυτό θα είναι τελικά το κέρδος για την χώρα μας η οποία επιχειρεί να ξεφύγει από μια πολύχρονη ύφεση και υψηλή ανεργία αλλά και για την Ευρώπη η οποία καλείται να κάνει βήματα που θα την κάνουν πιο ισχυρή και πιο ανθεκτική σε μελλοντικές κρίσεις.

Φ. Σαχινίδης για την πορεία των διαπραγματεύσεων (σημεία ομιλίας 26.02.2015) | Τομέας Οικονομίας 05.04.2015

Το πολιτικό σκηνικό πριν τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015

  • Το 2ο Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής που υπογράφηκε το 2012 θα ολοκληρωνόταν το Δεκέμβριο του 2014.
  • Η κυβέρνηση Σαμαρά όφειλε να προετοιμάσει την επόμενη ημέρα από το 2013 ώστε η χώρα να βγει στις αγορές το 2015 με ασφάλεια.
  • Με βάση τις τότε συνθήκες έπρεπε να κάνει έγκαιρα αίτηση για προληπτική γραμμή πίστωσης.
  • Αυτό προϋπέθετε μεταρρυθμίσεις στο κράτος και στην οικονομία που δεν έγιναν έγκαιρα.
  • Απέτυχε να κάνει αυτό που πέτυχαν οι κυβερνήσεις της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας, να δανείζονται από τις αγορές με ιστορικά χαμηλά επιτόκια και να αποπληρώνουν τα χρέη προς το ΔΝΤ.
  • Η Κυβέρνηση Σαμαρά αγνόησε τα μηνύματα που έστειλαν οι αγορές με τη δεύτερη έκδοση ομολόγων όταν λόγω της κατάρρευσης μιας Πορτογαλικής τράπεζας φάνηκε ότι οι αγορές αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη τα ελληνικά ομόλογα
  • Απειλούσε ότι θα διώξει την Τρόικα και τα Προγράμματα χωρίς να έχει πρόσβαση στις αγορές. Προτίμησε τον εύκολο αντιμνημονιακό λόγο, τόσο γιατί του ήταν οικείος από την αντιμνημονιακή του φάση όσο και για να παρακολουθήσει τον προεκλογικό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ.
  • Δεν ολοκλήρωσε την 5η επισκόπηση και έτσι δεν εκταμιεύτηκαν τα 7,2 δισ.
  • Τελικά προχώρησε σε μια δίμηνη παράταση της Συμφωνίας.
  • Πριν τις εκλογές ήταν γνωστό ότι η χώρα δεν έχει επαρκή ταμειακά διαθέσιμα και ότι το τραπεζικό σύστημα ήταν ευάλωτο από τις εκροές κεφαλαίων.

~ · ~

Γιατί φτάσαμε έως εδώ

  • Το ότι η χώρα βρέθηκε πριν τις εκλογές αντιμέτωπη ξανά με το ενδεχόμενο του Grexit είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας του πολιτικού δυναμικού της χώρας από το ξέσπασμα της κρίσης το 2009 να δημιουργήσει προϋποθέσεις για ευρύτερες συναινέσεις.
  • Αδυναμία να συμφωνήσουν στη διάγνωση του προβλήματος ότι η κρίση έφερε τα μνημόνια και όχι τα μνημόνια την κρίση.
  • Ανυπαρξία συναινέσεων για αλλαγές στο κράτος και στην οικονομία.
  • Αδυναμία συμφωνίας για ανάγκη εξάλειψης οικονομικών ανισορροπιών.
  • Η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ Γ. Παπανδρέου ήταν μόνη της με την ΚΟ ΠΑΣΟΚ όταν προσπαθούσε να πείσει την Ευρώπη να δημιουργήσει το Μηχανισμό Στήριξης και έκανε τη συμφωνία για το 1ο Πρόγραμμα με το οποίο εξασφάλισε τα 110 δισ. για να κάνει αλλαγές στο κράτος και την οικονομία.
  • Ήταν μόνη της στην προσπάθεια για το 2ο πρόγραμμα με το οποίο εξασφάλισε τα 130 δισ. και το PSI.
  • H ΝΔ ως αντιπολίτευση αποδείχθηκε ανέτοιμη να αναλάβει τις ιστορικές της ευθύνες πριν το 2012. Μετά το 2012 αποδείχθηκε κατώτερη των περιστάσεων.

~ · ~

Αποτελέσματα εκλογών Ιανουαρίου 2015

  • Η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν έκπληξη. Ήταν αναμενόμενη. Έκπληξη ήταν η διαφορά από τη ΝΔ.
  • Εκλέχθηκε με μια πρόταση για κατάργηση Μνημονίων και διεκδίκησης για διαγραφή του χρέους.
  • Το Κίνημα, παρά την προσπάθεια που καταβλήθηκε στο περιορισμένο χρονικό διάστημα δεν πέτυχε το στόχο του για κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.

~ · ~

Η επόμενη ημέρα των εκλογών

  • Μέχρι τις 25 Ιανουαρίου η δημόσια συζήτηση οδηγούσε στην εντύπωση ότι υπάρχουν δύο διαφορετικοί κόσμοι.
  • Η επιλογή για σύμπραξη με τους ΑΝΕΛ αλλά και η πρόταση για ΠτΔ ακυρώνει σε μεγάλο βαθμό την αριστερή ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ και επιβεβαιώνει το συντηρητισμό από τον οποίο διακατέχεται ο ΣΥΡΙΖΑ.
  • Την επομένη των εκλογών και ειδικά μετά τις 20 Φεβρουαρίου η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έκανε την πρώτη της επαφή με το ρεαλισμό ως αποτέλεσμα κυρίως του αρνητικού συσχετισμού δυνάμεων στην Ευρώπη αλλά και των πιεστικών ταμειακών αναγκών της χώρας.
  • Χάθηκε πολύτιμος χρόνος.

~ · ~

Έχουμε τελικά μια νέα Συμφωνία;

  • Η ανακοίνωση του Eurogroup της 2Οης Φεβρουαρίου δεν είναι συμφωνία για νέο πρόγραμμα.
  • Ούτε για ολοκλήρωση του 2ου προγράμματος.
  • Είναι μια προσωρινή 4μηνη συμφωνία για παράταση του 2ου προγράμματος για να προστατευτεί το τραπεζικό σύστημα.
  • Άρα οι πρωτοβουλίες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για τις τράπεζες αφορούν την προστασία καταθετών και όχι τραπεζιτών όπως υποστήριζαν μέχρι σήμερα τα στελέχη ΣΥΡΙΖΑ για τις πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ Γ. Παπανδρέου της περιόδου 2009-2011 αλλά και μετά.

~ · ~

Πώς αξιολογείται η διαπραγματευτική επιλογή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ;

Ένας τρόπος για να αξιολογηθεί η διαπραγματευτική επιλογή της κυβέρνησης είναι μέσω της σύγκρισης των διαπραγματευτικών στόχων που είχαν τεθεί στο ξεκίνημα των συζητήσεων με τους Θεσμούς και των αποτελεσμάτων που επιτεύχθηκαν.

Επιπρόσθετα, να υπενθυμίσουμε τις προεκλογικές δεσμεύσεις για κατάργηση του Μνημονίου με ένα άρθρο, το ονομαστικό «κούρεμα» του ελληνικού χρέους αλλά και τις μετεκλογικές δηλώσεις «Αποδεχόμαστε 0% του Μνημονίου» (Βαρουφάκης Βουλή – 10/2/2015).

~ · ~

Οι Διαπραγματευτικοί Στόχοι της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

Η Κυβέρνηση ξεκίνησε διεκδικώντας μείωση ονομαστικού χρέους, μείωση στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα και ένα πρόγραμμα γέφυρα.

1. Το «πρόγραμμα-γέφυρα» δεν θα περιελάμβανε όρους, αξιολογήσεις κλπ., αλλά μια επίσημη αποτύπωση της βούλησης όλων των πλευρών για διαπραγμάτευση χωρίς πιέσεις και εκβιασμούς και χωρίς οποιαδήποτε μονομερή ενέργεια.

2. Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα θα παραιτείτο από τις εναπομείνασες δόσεις του προηγούμενου προγράμματος – πέραν των 1,9 δισ. ευρώ που οφείλουν να επιστρέψουν η ΕΚΤ και οι Κεντρικές Τράπεζες των κρατών-μελών από τα κέρδη που είχαν από τη διακράτηση ελληνικών ομολόγων (προγράμματα SMP και ANFA) – και θα της δινόταν η δυνατότητα έκδοσης εντόκων γραμματίων πέρα από το όριο των 15 δισ., ώστε να καλύψει τυχόν έκτακτες ανάγκες.

3. Στο τέλος της μεταβατικής αυτής περιόδου,

(α) η Ελλάδα θα αναλάμβανε να καταθέσει τις τελικές της προτάσεις, που σύμφωνα με τις Προγραμματικές Δηλώσεις της κυβέρνησης θα περιλαμβάνουν ένα νέο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής για τα επόμενα 3-4 χρόνια και ένα νέο εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων και παράλληλα

(β) θα έπρεπε να τεθεί το ζήτημα της διαπραγμάτευσης για αναδιάρθρωση-ελάφρυνση του δημόσιου χρέους.

~ · ~

Αποτελέσματα Διαπραγμάτευσης

  • Η Κυβέρνηση με τους Θεσμικούς πιστωτές συμφώνησαν σε τετράμηνη παράταση της «Κύριας Σύμβασης  Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης (Master Financial Assistance Facility Agreement, MFFA), η οποία θεμελιώνεται σε ένα σύνολο δεσμεύσεων.
  • Προϋπόθεση για την παράταση η υποβολή από την Ελληνική Κυβέρνηση λίστα με μεταρρυθμίσεις η οποία υποβλήθηκε από τον Υπουργό Οικονομικών και αξιολογήθηκε ως θετικό σημείο εκκίνησης από την Τρόικα και το Eurogroup.

~ · ~

Κριτική για τη Διαπραγμάτευση στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ

Η υποχώρηση της Κυβέρνησης από την προεκλογική θέση της κατάργησης του Μνημονίου συμπυκνώνεται από την άποψη του ΥΠΟΙΚΟ ότι υιοθετεί το 70% των μεταρρυθμίσεων του προγράμματος. Άποψη που δέχτηκε αυστηρή κριτική στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ.

   Απόσπασμα από την Επιστολή Λαπατσιώρα, Μηλιού, Σωτηρόπουλου :

«Ας αναλογιστούμε το εξής απλό δεδομένο: Η κυβέρνηση αυτή δεν προήλθε επειδή υποστήριξε το 70% του Μνημονίου – αν μάλιστα το είχε υποστηρίξει ίσως να μην περιλαμβανόταν καν στον κοινοβουλευτικό χάρτη σήμερα. 

Η επιχείρηση επανεγγραφής της εντολής της, ώστε να περιλαμβάνει το 70% του Μνημονίου αποτελεί εγχείρημα αλλαγής των σχέσεων εκπροσώπησης και των κοινωνικών συμμαχιών στις οποίες στηρίζεται. 

Επειδή προφανώς το 70% αυτό καθαυτό είναι ένα νούμερο του αέρα (γιατί όχι 68% ή 72%; με βάση τις σελίδες, τα υποκεφάλαια, ή τα μέτρα;), η επιλογή του αποτελεί διακύβευμα ερμηνείας και συγκρότησης σχέσεων εκπροσώπησης»

~ · ~

Η Κυβέρνηση αποδέχθηκε όρους για την προσωρινή Συμφωνία

 Η Κυβέρνηση αποδέχθηκε την ανάγκη, γνωστή σε εμάς από το 2010, ότι κάθε συμφωνία περιλαμβάνει όρους τους οποίους διαπραγματεύεται στη βάση ενός συγκεκριμένου συσχετισμού δυνάμεων στο εσωτερικό και το εξωτερικό της χώρας αλλά και με βάση συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες.

~ · ~

Συνθήκες Συμφωνίας το 2010 και σήμερα

  • Η Συμφωνία για το 1ο Πρόγραμμα έγινε χωρίς να υπάρχει Ευρωπαϊκός Μηχανισμός, με έλλειμμα 36 δισ. και με έλλειμμα αξιοπιστίας της χώρας λόγω πλαστών στατιστικών στοιχείων όπως επιβεβαίωσε η Έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
  • Οι συζητήσεις τώρα γίνονται με πρωτογενές πλεόνασμα, πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών  και με την οικονομία για πρώτη φορά σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης.

~ · ~

Ποιες δεσμεύσεις ανέλαβε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

α) αξιολογήσεις από τους τρεις «θεσμούς»

β) συνέχιση της χρηματοδότησης με βάση το πλάνο των δόσεων του υφιστάμενου Προγράμματος, εφόσον υπάρξει θετική αξιολόγηση

γ) επιστροφή των κερδών της ΕΚΤ και των εθνικών ΚΤ από τη διακράτηση ελληνικών ομολόγων, και πάλι όμως εφόσον υπάρξει θετική αξιολόγηση από τους «θεσμούς»

Επίσης,

Θα πρέπει να αποφεύγονται οι μονομερείς ενέργειες. Βέβαια, δεν είναι ξεκάθαρο τι συνιστά μονομερή ενέργεια – αλλά την αξιολόγηση την κάνουν οι θεσμοί και όχι η κυβέρνηση.

~ · ~

Μειονεκτήματα Προσωρινής Συμφωνίας

  • Δεν υπάρχει καμία ρητή αναφορά στην κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών (π.χ. ότι θα επιτραπεί η έκδοση εντόκων για να πληρωθούν χρεολύσια, τόκοι και έκτακτες ανάγκες) μέχρι την ολοκλήρωση της αξιολόγησης.
  • Έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω των περιορισμένων ταμειακών διαθεσίμων.

~ · ~

Παραίτηση από την πάγια θέση ΣΥΡΙΖΑ για ονομαστική μείωση χρέους

Οι ελληνικές αρχές δεσμεύθηκαν επίσης να εγγυηθούν τα απαραίτητα πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα ή τα έσοδα που απαιτούνται για να εγγυηθούν τη βιωσιμότητα του χρέους, όπως όριζε το ανακοινωθέν του Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012.

Υπάρχει πρόβλεψη για χαλάρωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2015.

~ · ~

       Απόσπασμα από επιστολή Λαπατσιώρα, Μηλιού, Σωτηρόπουλου 

Ταυτόχρονα, στη Συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου περιλαμβάνεται η θέση: «Οι ελληνικές αρχές δεσμεύθηκαν επίσης να εγγυηθούν τα απαραίτητα πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα ή τα έσοδα που απαιτούνται για να εγγυηθούν τη βιωσιμότητα του χρέους, όπως όριζε το ανακοινωθέν του Γιούρογκρουπ του Νοεμβρίου του 2012». 

Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική κυβέρνηση παραιτείται από το στόχο διαπραγμάτευσης για την αναδιάρθρωση-απομείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους και υιοθετεί το «πρόγραμμα βιωσιμότητας» που στηρίζεται στην «πληρωμή του κεφαλαίου του χρέους» μέσω πρωτογενών πλεονασμάτων. Αυτό σημαίνει την απόρριψη-απόσυρση και του σκέλους (β) του σημείου (3) με το οποίο προσήλθε η ελληνική κυβέρνηση στη διαπραγμάτευση.

~ · ~

Κοινοβουλευτικές διαδικασίες για την παράταση του 2ου Προγράμματος

  • Η παράταση έχει και αλλαγή όρων διαχείρισης των 10,9 δισ. του ΤΧΣ. Αυτά επιστράφηκαν στον EFSF.  Η κυβέρνηση τώρα διεκδικεί  την επιστροφή 1,2 δισ. από τον EFSF.
  • Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ με βάση τις θέσεις που διατύπωναν τα κόμματα αυτά ως αντιπολίτευση οφείλει να φέρει τη Συμφωνία στη Βουλή.
  • Υπάρχει και νομική υποχρέωση να περάσει η παράταση από τη Βουλή.

~ · ~

 Γιατί υποχώρησε η Κυβέρνηση;

  • Οι προεκλογικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ ήταν σε αναντιστοιχία με τα πραγματικά προβλήματα της χώρας και το συσχετισμό των δυνάμεων στην Ευρώπη.
  • Δεν είχε προετοιμαστεί επαρκώς σε τεχνικό επίπεδο σε ό,τι αφορά τις προτάσεις που κατέθεσε.
  • Η Κυβέρνηση υποτίμησε τόσο τα περιορισμένα ταμειακά διαθέσιμα όσο και την εύθραυστη ισορροπία στο τραπεζικό σύστημα.
  • Για πρώτη φορά οι καταθέσεις έπεσαν κάτω από τα 150 δισ.
  • Η Κυβέρνηση άλλαξε στάση όταν αντιλήφθηκε ότι κινδυνεύει να δει την εμπειρία της Κύπρου να επαναλαμβάνεται στην Ελλάδα.

~ · ~

Αδυναμία στην επίτευξη στόχων για έσοδα

Screen Shot 2015-04-05 at 4.10.40 PM

~ · ~

Υποτίμηση του ρόλου των ταμειακών αναγκών 

  • Ο ΥΠΟΙΚ δήλωνε αρχικά ότι δεν χρειαζόμαστε τα 7,2 δισ. Ζητούσε μόνο τα 1,9 δισ. της ΕΚΤ.
  • Εκ των υστέρων δήλωσε ότι υπάρχουν δυσκολίες για την αποπληρωμή υποχρεώσεων σε ΕΚΤ και ΔΝΤ.
  • Η έλλειψη ταμειακών διαθεσίμων μειώνει τη διαπραγματευτική ισχύ της Ελλάδας.

~ · ~

Δυσκολίες στη διαπραγμάτευση

  • Λανθασμένη η επικοινωνιακή πολιτική της κυβέρνησης.
  • Η πολυφωνία και η πολυγλωσσία της Κυβέρνησης για λόγους εντυπωσιασμού συνέβαλε καθοριστικά στον τρόπο που μας συμπεριφέρονται οι εταίροι και αποδεικνύει την απουσία στρατηγικής.
  • Στον Economist και στους FT αναφέρεται ότι ο Ντράγκι πήρε την απόφαση να σταματήσει τη χορήγηση ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες απευθείας από την ΕΚΤ μετά τη δήλωση του ΥΠΟΙΚ ότι το χρέος της χώρας δεν είναι βιώσιμο.
  • Πέρα από τις διαπραγματευτικές δυσκολίες με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπη η Κυβέρνηση υπάρχει και το θέμα της στάσης των επιμέρους θεσμών.
  • Οι τρεις θεσμοί δεν έχουν ενιαία άποψη.
  • Η κυβέρνηση δεν έχει ξεκαθαρίσει πώς θα χειριστεί το ζήτημα του προγράμματος του ΔΝΤ το οποίο παραμένει σε ισχύ.

~ · ~

Επιφυλάξεις από ΔΝΤ και ΕΚΤ στις επιστολές προς Eurogroup

  • Για να αποφασίσει το Eurogroup ως προς το θέμα της παράτασης ζήτησε τη γνώμη της ΕΚΤ και του ΔΝΤ.
  • Η επιστολή της ΕΚΤ, αλλά και αυτή του ΔΝΤ, «ερμηνεύουν» τις μεταρρυθμίσεις ως «ισοδύναμα» μέτρα των δεσμεύσεων που περιγράφονταν στο παλιότερο «Πρόγραμμα».
  • Ειδικά το ΔΝΤ δεν παραιτείται από την ολοκλήρωση των μέτρων για το άνοιγμα των επαγγελμάτων, τις ιδιωτικοποιήσεις, την αγορά εργασίας και το ασφαλιστικό, που περιγραφόταν στο παλιότερο «Πρόγραμμα».

~ · ~

Επιστολή Ντράγκι

  • «Σημειώνουμε ότι οι δεσμεύσεις που περιγράφονται από τις [ελληνικές] αρχές διαφέρουν από τις υπάρχουσες δεσμεύσεις του προγράμματος σε ορισμένους τομείς.
  • Σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να αξιολογηθεί κατά τη διάρκεια της επανεξέτασης, εάν τα μέτρα που δεν γίνονται αποδεκτά από τις αρχές, αντικατασταθούν με μέτρα ίσης ή καλύτερης ποιότητας όσον αφορά την επίτευξη των στόχων του προγράμματος».

~ · ~

Πάμε για 3ο Πρόγραμμα;

Αυτή θα είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ελληνική Κυβέρνηση για αυτό παραμένει σιωπηλή ακόμη και σήμερα ως προς τον τρόπο κάλυψης των χρηματοδοτικών αναγκών μετά την τετράμηνη παράταση.

Η χώρα δεν μπορεί να βγει στις αγορές στους επόμενους τρεις μήνες.

~ · ~

Τώρα ξεκινούν οι συζητήσεις για την επόμενη ημέρα

Η συζήτηση για την επόμενη ημέρα ξεκινά αμέσως μετά την έγκριση της 4μηνης παράτασης από τα Κοινοβούλια και θα πρέπει να ολοκληρωθεί μέχρι 30 Ιουνίου γιατί μετά η χώρα θα είναι ξανά χωρίς πρόγραμμα και χωρίς πρόσβαση στις αγορές.

~ · ~

Είναι εφικτή η διεκδίκηση μιας πιο χαλαρής δημοσιονομικής πολιτικής;

  • Το Κίνημα έχει καταθέσει την άποψη ότι η χώρα έχει ανάγκη από ένα Ελληνικό Σχέδιο προοδευτικών μεταρρυθμίσεων στο κράτος και την οικονομία.
  • Το Σχέδιο αυτό θα αποτελούσε τη βάση της συζήτησης για ελάφρυνση του χρέους αλλά και για μικρότερα πρωτογενή πλεονάσματα.
  • Η χαλάρωση στη δημοσιονομική πολιτική σε συνδυασμό με την πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ θα βοηθούσε την οικονομία να επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.
  • Στις συζητήσεις που γίνονται η Κυβέρνηση υιοθετεί πρόβλεψη 1,5% για ρυθμό ανάπτυξης για το 2015. Η πρόβλεψη αυτή είναι αισιόδοξη. Όσο παρατείνεται η αβεβαιότητα και η έλλειψη ρευστότητας τόσο πιο πιθανή γίνεται μια επιστροφή σε ύφεση.
  • Προϋπόθεση για θετικό ρυθμό ανάπτυξης αποτελεί η πραγματοποίηση ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων.
  • Η χώρα με τις μεταρρυθμίσεις και με μια φιλική προς τις ιδιωτικές επενδύσεις πολιτική θα μπορούσε να προσελκύσει αναγκαία κεφάλαια της τάξης των 30 δις. στην επόμενη τριετία για να αποκατασταθεί η παραγωγική βάση που καταστράφηκε πριν ή και κατά τη διάρκεια της κρίσης.

~ · ~

Μπορούν να γίνουν οι αναγκαίες  ιδιωτικές επενδύσεις;

  • Οι δημόσιες επενδύσεις της τάξης των 6  δισ. ετησίως δεν επαρκούν για την επανεκκίνηση της οικονομίας. Άρα η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων είναι καθοριστική.
  • Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει ιδεολογικές αγκυλώσεις γύρω από το ρόλο των ιδιωτικών επενδύσεων σε μια μεικτή οικονομία.
  • Επιπρόσθετα, η ανάγκη για ιδιωτικά κεφάλαια καθιστά απαραίτητη την αποκατάσταση του αναπτυξιακού ρόλου του τραπεζικού συστήματος. Η παράταση της αβεβαιότητας σε συνδυασμό με την αδυναμία πρόσβασης στις διεθνείς αγορές και την εκροή καταθέσεων καθιστά δυσκολότερη την τραπεζική χρηματοδότηση επενδυτικών πρωτοβουλιών.

~ · ~

Συμπέρασμα

  • Η κυβέρνηση δεν ήταν επαρκώς προετοιμασμένη για την πραγματοποίηση των διαπραγματεύσεων παρά τις πολύ ευνοϊκότερες – σε σχέση με το 2010 –  συνθήκες με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπη.
  • Υποεκτίμησε τον αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρώπη. Έδειξε άγνοια για τον τρόπο λειτουργίας των Ευρωπαϊκών Θεσμών. Χρίζοντας «ηγεμόνα» της Ευρώπης τη Γερμανία προκάλεσε την οργή της υπόλοιπης Ευρώπης απομονώνοντας ακόμη περισσότερο τη χώρα.
  • Έχασε πολύτιμο χρόνο χωρίς να καταθέτει συγκεκριμένο σχέδιο που να απαντά στα ερωτήματα: πώς η οικονομία θα συμμετέχει ανταγωνιστικά στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας; πότε θα βγει στις αγορές και με ποιες προϋποθέσεις;
  • Αντιμετωπίζει το πρόβλημα της οικονομίας ως πρόβλημα περιορισμένης ζήτησης και παραγνωρίζει τις χρόνιες στρεβλώσεις στο παραγωγικό πρότυπο που οδήγησαν στην εμφάνιση της ύφεσης το 2008, δηλαδή 2 χρόνια πριν από την υπογραφή συμφωνιών με τους θεσμικούς εταίρους.
  • Έτσι, οι προτάσεις της για μεταρρυθμίσεις δεν αποτελούν μέρος ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για την αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του κράτους και της οικονομίας που να εμπεδώνει την κοινωνική δικαιοσύνη.
  • Αντίθετα, εμμένει στην παρουσίαση αποσπασματικών προτάσεων χωρίς ταυτότητα, υπερασπιζόμενη την επιστροφή στις παθογένειες του παρελθόντος που μας οδήγησαν στην εκτροπή και κατάρρευση του 2009.
  • Η αμφισημία, η αβεβαιότητα και η κυβερνητική πολυφωνία επιδεινώνουν τις προοπτικές της οικονομίας και διογκώνουν ακόμη περισσότερο τα βάρη όσων έχουν πληγεί από την κρίση.

~ · ~

IMG_6402

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «ΗΜΕΡΗΣΙΑ» του Σαββατοκύριακου 4 και 5 Απριλίου 2015

Πέντε χρόνια μετά τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό του 2009, στη δημόσια συζήτηση εξακολουθούν να παραμένουν ισχυρές διάφορες μυθοπλασίες για το ποια ήταν η πραγματική δημοσιονομική κατάσταση της χώρας ιδιαίτερα την περίοδο μεταξύ 2007-2009  που τελικά οδήγησε την χώρα εκτός αγορών και σε αναγκαστικό δανεισμό από τους θεσμικούς πιστωτές. Μυθοπλασίες που εξυπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες όπως διαφαίνεται από την πρόταση της κυβερνητικής πλειοψηφίας ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ για την συγκρότηση Εξεταστικής Επιτροπής.

Για μια ουσιαστική και εμπεριστατωμένη συζήτηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας το 2009 είναι αναγκαία μια επισκόπηση των δημοσιονομικών μεγεθών από την επομένη της ένταξης της χώρας στην ΟΝΕ. Έτσι, θα καταγραφεί η δυναμική αυτών των μεγεθών και θα καταστεί δυνατή η εξαγωγή συμπερασμάτων για το αν τελικά υπήρχε πρόβλημα με το δημόσιο χρέος το 2009 και αν ναι γιατί αυτό δεν διαγνώστηκε έγκαιρα ώστε να ληφθούν προληπτικά τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα;

Σε αντίθεση με την καθιερωμένη στις αναλύσεις, χρήση του δείκτη χρέος προς ΑΕΠ είναι προτιμότερο να αξιολογηθεί αρχικά η πορεία του χρέους της γενικής κυβέρνησης σε δισεκατομμύρια ευρώ. Η επιλογή αυτή γίνεται για δύο λόγους.

Πρώτον γιατί  στην περίπτωση της Ελλάδος το ΑΕΠ δεν αποτελεί ικανοποιητικό δείκτη για να δούμε ποια είναι η δυνατότητα που είχε η χώρα για να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της. Διότι το εκάστοτε επίπεδο του ΑΕΠ δεν ανταποκρίνονταν στη φοροδοτική ικανότητα που έχει το ίδιο επίπεδο ΑΕΠ σε άλλες χώρες. Αυτό οφείλεται στην  εκτεταμένη φοροδιαφυγή.

Ο δεύτερος λόγος σχετίζεται με το γεγονός ότι η ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ δεν ήταν βιώσιμη αφού στηριζόταν στην αύξηση της ιδιωτικής και δημόσιας κατανάλωσης που τροφοδοτούσε ο ιδιωτικός και δημόσιος δανεισμός. Η αύξηση του ΑΕΠ τροφοδοτούνταν από τον υψηλό πληθωρισμό που έτρεχε ταχύτερα στην Ελλάδα από ότι στην υπόλοιπη ευρωζώνη υποσκάπτοντας τα θεμέλια της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Ταυτόχρονα απέκρυπτε το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος του χρέους αφού οδηγούσε σε ταχύτερη αλλά μη βιώσιμη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ.

Το χρέος λοιπόν μετά την ένταξη στην ΟΝΕ είχε μια σταθερά ανοδική πορεία. Από τα 152 δις του 2001, έφτασε το 2004 στα 184 δις και το 2009 στα 300 δισ.

 saxgrafima

Η τρομακτική αυτή εξέλιξη δεν αποτυπώνεται όταν κάποιος πάρει το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ. Μεταξύ 2001 και  2007 υπήρξε μια περίοδος σταθερότητας, όπου ως ποσοστό του ΑΕΠ το δημόσιο χρέος παρέμεινε περίπου στο 100%. Έτσι, δημιουργήθηκε λανθασμένα η εντύπωση ότι δεν υπάρχει πρόβλημα.

saxgrafima2

Επομένως χάθηκε πολύτιμος χρόνος όλο αυτό το διάστημα διότι δε υπήρξε πρόνοια να ελεγχθεί η δυναμική του χρέους αλλά ούτε και να αντιμετωπιστούν τα διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας τα οποία την καθιστούσαν λιγότερο ανταγωνιστική και με μια ανάπτυξη μη βιώσιμη.

Έτσι, μόλις όμως ξέσπασε η διεθνής κρίση και η Ελλάδα πέρασε το 2008 σε ύφεση τότε το χρέος βγήκε εκτός πορείας. Πήγε από 103% ΑΕΠ το 2007 στο 127% το 2009.

Εάν συγκρίνουμε τη χώρα μας με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι ξεκάθαρο ότι το 2009 ως ποσοστό του ΑΕΠ η Ελλάδα είχε το μεγαλύτερο δημόσιο χρέος.

Έχοντας υπόψη αυτά τα δεδομένα, το πρώτο ερώτημα που ανακύπτει είναι: «τελικά με αυτή τη δυναμική του δημόσιου χρέους υπήρχε κίνδυνος που αγνοήθηκε τόσο από τις κυβερνήσεις όσο και από τα θεσμικά όργανα της Ευρώπης που αξιολογούν την πορεία των οικονομιών των χωρών μελών;» Η απάντηση είναι: Ναι, υπήρχε.

Διότι εάν ληφθεί υπόψη ότι η οικονομία από το 2008 είχε πέσει σε ύφεση το ενδεχόμενο να παγιδευτεί σε χαμηλούς ρυθμούς ονομαστικής ανάπτυξης –κάτι που υποδήλωναν τα χρόνια και μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών- και να διατηρήσει τα επίπεδα των ελλειμμάτων, τα οποία είχε μετά το 2007, δεν ήταν μικρό. Μια τέτοια εξέλιξη είναι βέβαιο ότι εκ των πραγμάτων θα έφερνε στην επιφάνεια το ενδεχόμενο οι αγορές να αμφισβητήσουν κάποια στιγμή τη διατηρησιμότητα του χρέους.

Η διαχρονική πηγή του χρέους ήταν τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Αυτό  που είναι χαρακτηριστικό της εμπειρίας της χώρας μας είναι ότι το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης ήταν από το 2001 μέχρι το 2009 μονίμως ελλειμματικό.

saxgrafima3

Αυτό, δε, που είναι ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι στη χώρα μας είχαμε δημοσιονομικά ελλείμματα και όταν είχαμε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και όταν είχαμε ύφεση.

Εξίσου ανησυχητική ήταν και η πορεία του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους. Αρκεί να επισημανθεί ότι από το 2007 μέχρι το 2009 το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέβηκε από 4,3% σε 5,2%.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό ήταν η συνεχής αύξηση των πρωτογενών ελλειμμάτων από το 2003 και μετά. Αυτό διαψεύδει την άποψη της ΝΔ ότι η μεγέθυνση του χρέους οφείλεται κυρίως στα βάρη τα οποία κληρονομήθηκαν από το παρελθόν και ιδιαίτερα από τις Κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ.

Αν κάτι προκύπτει, από τα δεδομένα είναι ότι έχουμε πρωτογενή ελλείμματα από το 2003 και μέχρι το 2009 οπότε το πρωτογενές έλλειμμα έφτασε τα 24 δις η 10% του ΑΕΠ και ότι από το 2004 και μετά οι πρωτογενείς δαπάνες ανέρχονται στο 90% περίπου του συνόλου των δαπανών

Το έλλειμμα στα μέσα του 2009 ήταν ήδη πάνω από 6% και το φθινόπωρο η δυναμική του έδειχνε ότι θα διαμορφωθεί σε επίπεδα άνω του 12%. Η κυβέρνηση της ΝΔ απέκρυπτε το πρόβλημα από την κοινότητα δηλώνοντας ότι θα διαμορφωθεί στο 6% ακυρώνοντας την αξιοπιστία της χώρας. Ταυτόχρονα, μετά τις ευρωεκλογές ανακοίνωνε μέτρα αμφίβολης αποτελεσματικότητας ύψους 0,8% του ΑΕΠ.

Τέλος, ενώ είχαν προϋπολογιστεί δανειακές ανάγκες 40,7 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2009, τελικά η χώρα δανείστηκε 66 δισεκατομμύρια ευρώ, σχεδόν 50% παραπάνω από όσα είχαν προϋπολογιστεί.

Τελικά στις αρχές του 2010, μετά την κερδοσκοπική επίθεση που εκδηλώθηκε σε βάρος των ελληνικών ομολόγων, το κόστος δανεισμού στις αγορές κατέστη απαγορευτικό.

Το αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να υποχρεωθεί να υπογράψει τη δανειακή σύμβαση προκειμένου να διασφαλίσει τη χρηματοδότηση των αναγκών της για όσο έμενε έξω από τις αγορές.

Αυτή η χρηματοδότηση θα της έδινε χρόνο να προχωρήσει σε δημοσιονομικές αλλαγές, διαρθρωτικές αλλαγές και στη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος έτσι ώστε να μπορέσει να επανακάμψει στις αγορές.

Πέντε χρόνια μετά δεν διαφαίνεται προοπτική για έξοδο στις αγορές και η χώρα παραμένει και θα συνεχίσει σε καθεστώς αναγκαστικού δανεισμού. Προφανώς αυτό θα είναι ένα από τα θέματα τα οποία θα εξεταστούν στην Εξεταστική Επιτροπή που θα συγκροτηθεί.

Αντίθετα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία όχι μόνο βγήκαν από το πρόγραμμα αλλά αντλούν από τις αγορές κεφάλαια με ιστορικά χαμηλά επιτόκια αποπληρώνοντας τα κεφάλαια του ΔΝΤ και αναχρηματοδοτώντας φθηνά παλαιό ακριβό χρέος.

 

 

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» την Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

Το τελευταίο διάστημα με αφορμή την ταχεία απομείωση των ταμειακών διαθεσίμων του κράτους με δεδομένη την αδυναμία πρόσβασης στις αγορές  επανήλθαν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης προτάσεις για την παράλληλη κυκλοφορία νομίσματος ως λύση ανάγκης. Οι προτάσεις αυτές διατυπώνονται στο πλαίσιο ενός ευρύτερου σχεδίου για αποφυγή συνέχισης της κρίσης με διαφορετική όμως τελική στόχευση.

Ορισμένοι υποστηρίζουν την εισαγωγή παράλληλου νομίσματος γιατί η εναλλακτική της εξόδου από το ευρώ εκλαμβάνεται ως καταστροφική. Όταν η Ελλάδα ξεπεράσει τα προβλήματά της θα επιστρέψει, στην ευρωζώνη ως πλήρες μέλος.

Κατά μία άλλη εκδοχή η εισαγωγή παράλληλου νομίσματος είναι η ασφαλέστερη ενδιάμεση επιλογή για τη σταδιακή έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη. Μια άμεση έξοδος, πρέπει να αποφευχθεί γιατί θα δημιουργούσε τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές δυσκολίες.

Στα θεωρητικά πλεονεκτήματα της πρότασης για παράλληλο νόμισμα συγκαταλέγεται η δυνατότητα του Δημοσίου να αποπληρώνει υποχρεώσεις του χωρίς η χώρα να υποχρεωθεί να εγκαταλείψει την ευρωζώνη. Επίσης εκτιμάται ότι μέσω της έκδοσης του θα ενισχυθεί η ζήτηση και θα ανακάμψει η οικονομία.

Έχουν διατυπωθεί δυο παραλλαγές της πρότασης. Σύμφωνα με την πρώτη η Ελλάδα θα τυπώσει εθνικό νόμισμα το οποίο θα κυκλοφορεί παράλληλα με το ευρώ με μια ισοτιμία που θα προσδιοριστεί από την κεντρική τράπεζα. Αυτό θα επιτρέψει να υποτιμηθεί μετά το νόμισμά και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων στις παγκόσμιες αγορές.

Στη δεύτερη παραλλαγή η χώρα θα εκδώσει τίτλους με τους οποίους θα δεσμεύεται να αποπληρώσει στους κατόχους τους το ονομαστικό ποσό σε ευρώ σε συγκεκριμένη προθεσμία. Εναλλακτικά, οι κάτοχοι τους θα μπορούν να πληρώσουν με αυτά μελλοντικές φορολογικές υποχρεώσεις. Σε κάποιες παραλλαγές η αποδοχή των τίτλων αυτών είναι υποχρεωτική σε άλλες όχι.

Η δεύτερη πρόταση ισοδυναμεί με παράλληλη θέσπιση νομίσματος αφού στις συναλλαγές οι τίτλοι αυτοί δεν θα γίνονται αποδεκτοί στην αξία που θα αναγράφεται. Μόλις οι κάτοχοι τους πληρωθούν από το Δημόσιο με αυτούς τους τίτλους θα διαπιστώσουν ότι η πραγματική τους αξία δεν είναι για παράδειγμα τα 50 ευρώ που θα γράφει ο τίτλος αλλά τα 20 η τα 15 ευρώ με τα οποία θα τα αποδέχεται η αγορά στις συναλλαγές.

Όλες οι παραπάνω προτάσεις προτείνονται για να ξεπεράσει η Ελλάδα τα προβλήματά της με το ελάχιστο δυνατό κόστος η με κόστος που είναι χαμηλότερο από οποιαδήποτε άλλη επιλογή.

Η πραγματικότητα όμως είναι ότι οι προτάσεις αυτές θα δημιουργήσουν περισσότερα προβλήματα από όσα υπόσχονται ότι θα λύσουν. Προϋποθέτουν και προεξοφλούν ότι δεν θα δημιουργηθούν προβλήματα στη λειτουργία  των τραπεζών -σε κάποιες παραλλαγές είναι αναγκαία η εισαγωγή περιορισμών στην ελευθερία κίνησης κεφαλαίων και στην ανάληψη μετρητών από καταθέσεις- και ότι θα συμφωνήσουν η ΕΚΤ και οι υπόλοιποι Ευρωπαϊκοί θεσμοί πράγμα πρακτικά δύσκολο.

Από τη διεθνή εμπειρία χωρών με παράλληλη κυκλοφορία νομίσματος γνωρίζουμε ότι στο τέλος το εθνικό νόμισμα θα υποτιμηθεί τρομακτικά, και οι τιμές θα αυξάνονται συνεχώς δημιουργώντας μεγάλα προβλήματα σε όσους θα πληρώνονται με το εθνικό νόμισμα. Οι παλιότεροι θυμούνται πόσο υποτιμημένη ήταν η δραχμή έναντι των χρυσών λιρών που ήταν περιζήτητες ειδικά την περίοδο κρίσεων.

Επιπρόσθετα, όσοι θα πληρώνονται στο νέο νόμισμα και έχουν δανειακές υποχρεώσεις σε ευρώ θα τους είναι ακόμη δυσκολότερο να αποπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Οι μόνοι ωφελημένοι θα είναι όσοι έχουν περιουσία στο εξωτερικό ή δραστηριοποιούνται στον τομέα των εξαγωγών αφού θα έχουν έσοδα σε ευρώ.

Το νόμισμα αυτό δεν θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αποπληρωμή εισαγόμενων προϊόντων. Επομένως, η χώρα θα πρέπει να διασφαλίζει επαρκή διαθέσιμα σε ευρώ για να πληρώνει τις ανάγκες της σε εισαγόμενα. Με το παράλληλο νόμισμα θα ενισχυθεί η παραοικονομία και θα μειωθούν ακόμη περισσότερο τα φορολογικά έσοδα.

Το βασικό μειονέκτημα όλων αυτών των προτάσεων είναι ότι παραγνωρίζουν το ουσιαστικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας που είναι η στρεβλή διάρθρωση της παραγωγικής βάσης που πρέπει να μετασχηματιστεί. Ο μετασχηματισμός αυτός θα ευνοηθεί σε ένα περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων και οικονομικής σταθερότητας όπως αυτό της Ευρωζώνης. Αντιθέτως στο ασταθές περιβάλλον που θα προκύψει από τη θέσπιση ενός παράλληλου  νομίσματος θα ενταθούν ακόμη περισσότερο η στασιμότητα και η φτώχεια.

Τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν στην οικονομία από το παράλληλο νόμισμα θα είναι τέτοιας έκτασης που στο τέλος η μόνη επιλογή θα είναι η έξοδος της χώρας από την ευρωζώνη, αλλά όχι μόνο.

Η χώρα θα έχει απομονωθεί οικονομικά και πολιτικά από την Ευρώπη και τα υποχρεωτικά μέτρα που θα κληθεί να λάβει για να υποστηρίξει το εγχείρημα του παράλληλου νομίσματος μπορεί να την οδηγήσουν τελικά και εκτός Ευρώπης.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη, Υποψηφίου Βουλευτή ΠΕ Λάρισας και Εκπροσώπου Τύπου του Κινήματος, στο tvxs.gr

Ένα Ελληνικό Σχέδιο Μεταρρυθμίσεων για ελάφρυνση του χρέους

Η συζήτηση που διεξάγεται για το δημόσιο χρέος, πρέπει να ξεκινά από διαπιστώσεις, για να μπορούμε να αξιολογήσουμε τις προτάσεις πολιτικής που κατατίθενται.

1) Σήμερα, το χρέος βρίσκεται στα 318 δισ. δηλαδή κοντά στο επίπεδο που ήταν το 2009, παρά το γεγονός ότι στα πέντε χρόνια που μεσολάβησαν τροφοδοτήθηκε από νέα ελλείμματα. Σε αυτό κομβικό ρόλο έπαιξαν το PSI και η επαναγορά μέσω των οποίων αφαιρέθηκαν από το χρέος 126 δισ.

2) Η βιβλιογραφία δεν προσφέρει καμία ασφαλή μεθοδολογία βάσει της οποίας μπορούμε να υπολογίσουμε πότε ένα χρέος θεωρείται βιώσιμο.

3) Το μεγαλύτερο όφελος από το PSI είναι ότι άλλαξε δυο σημαντικές παραμέτρους του χρέους, που λαμβάνουν υπόψη τους οι αγορές.

Η πρώτη αφορά το επιτόκιο και την περίοδο χάριτος. Έτσι σήμερα το κόστος εξυπηρέτησης ταμειακά είναι περίπου στα 6 δισ. αντί για 13,2 δισ. που ήταν το 2010.

Η δεύτερη, είναι η αποσύνδεση του ύψους του χρέους από το ρίσκο αναχρηματοδότησής του μέσω της επιμήκυνσης της ληκτότητας.

4) Εξίσου σημαντικό, είναι το γεγονός ότι το δημόσιο χρέος διακατέχεται στο μεγαλύτερο μέρος του από το ESM, το ΔΝΤ, την ΕΚΤ και χώρες της Ε.Ε.

5) Οποιαδήποτε μονομερής διαγραφή χρέους θα δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στη χώρα και θα της στερήσει την πρόσβαση σε διεθνή κεφάλαια. Για αυτό στη συζήτηση για το χρέος πρέπει να συμμετέχουν όλοι με αίσθημα ευθύνης, καθώς αποδέκτης των προτάσεων είναι εθνικά Κοινοβούλια άλλων χωρών.

Εδώ και δύο χρόνια, η χώρα όφειλε έγκαιρα να προετοιμαστεί για την ομαλή και ασφαλή έξοδο στις αγορές, για να καλύπτει τις χρηματοδοτικές της ανάγκες, με δεδομένο ότι το Πρόγραμμα τελείωνε τον Δεκέμβριο του 2014.

Η κυβέρνηση του Α. Σαμαρά απέτυχε να βγάλει με ασφάλεια τη χώρα από το πρόγραμμα. Σήμερα, η χώρα βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με τις ίδιες αβεβαιότητες που αντιμετώπιζε το 2012, εξαιτίας και τότε της εμμονής της ΝΔ να διεξαχθούν εκλογές.

Την αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα επιτείνει το γεγονός ότι η χώρα έμεινε πίσω στις μεταρρυθμίσεις που θα ανασυγκροτούσαν τον τρόπο λειτουργίας της κράτους και της οικονομίας.

Η χώρα την επόμενη ημέρα πρέπει να παρουσιάσει ένα Ελληνικό Σχέδιο Μεταρρυθμίσεων με προοδευτικό πρόσημο, που θα ενεργοποιεί τις διαδικασίες μετασχηματισμού της οικονομίας σε ανταγωνιστική και εξωστρεφή και θα προτάσσει την αντιμετώπιση της ανεργίας και των κοινωνικών ανισοτήτων.

Αυτή η πρόταση θα πρέπει να στηρίζεται από όσο το δυνατόν περισσότερα κόμματα, προκειμένου να φανεί ότι η πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων της χώρας συμφωνεί με την ανάγκη για την ανασυγκρότηση του κράτους και της οικονομίας.

Στις συζητήσεις, λοιπόν, με τους Ευρωπαίους, έναντι της δέσμευσης μας για την υλοποίηση του Ελληνικού Σχεδίου Μεταρρυθμίσεων θα διεκδικήσουμε θετικές αποφάσεις για την ελάφρυνση από τα βάρη του χρέους. Συμφωνία που μετά από συνεννόηση με τους εταίρους, θα επικυρωθεί από τον Ελληνικό λαό με δημοψήφισμα.

Γι αυτό το ΚΙΝΗΜΑ Δημοκρατών Σοσιαλιστών προτείνει την πραγματοποίηση μιας διάσκεψης στην Ελλάδα με εμπειρογνώμονες από διεθνείς οργανισμούς, προκειμένου να συζητηθούν όλες οι εναλλακτικές προτάσεις για το χρέος και να προκριθούν αυτές που ανταποκρίνονται καλύτερα στις ανάγκες τη χώρας.

Με βάση τα προαναφερθέντα η χώρα μπορεί να θέσει στο τραπέζι των συζητήσεων τις ακόλουθες προτάσεις:

  • Την επιμήκυνση για 70 χρόνια των Ελληνικών ομολόγων που βρίσκονται στα χέρια των εταίρων μας.
  • Τον μηδενισμό του περιθωρίου στο επιτόκιο των ομολόγων.
  • Τη σταθεροποίηση των ετήσιων τόκων που πληρώνουμε σε ένα χαμηλό επίπεδο για τις επόμενες δεκαετίες.
  • Μια παράταση της περιόδου χάριτος στις αποπληρωμές των επίσημων δανείων
  • Την ανταλλαγή μέρους των ομολόγων με άλλα που θα έχουν ρήτρα ανάπτυξης και θα αποπληρώνονται όσο πάει καλύτερα η οικονομία.

Πέρα από τις αποφάσεις για την ελάφρυνση του Ελληνικού Χρέους είναι αναγκαίο να γίνει μια συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο προκειμένου να αξιολογηθούν και να προκριθούν προτάσεις που οδηγούν στην αμοιβαιοποίηση του χρέους μέσω πχ της κοινής έκδοσης ομολόγων ή ακόμη και της απομείωσης του χρέους.

Είναι αναγκαίο να συζητάμε για την επίλυση του προβλήματος του χρέους που συσσωρεύτηκε. Εξίσου αναγκαίο όμως είναι να προτείνουμε με βάση την αρνητική εμπειρία από το παρελθόν πως αυτό δεν θα ξανασυμβεί, χτίζοντας μια υγιή οικονομία που δεν θα συσσωρεύει χρέη σε βάρος των επόμενων γενεών.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη Εκπροσώπου Τύπου του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ στο protagon.gr

Έχουν συμπληρωθεί επτά χρόνια από την εκδήλωση της μεγαλύτερης διεθνούς μεταπολεμικής κρίσης. Σήμερα, οι περισσότερες εκτός ευρωζώνης οικονομίες έχουν αποκαταστήσει τις απώλειες που προκάλεσε η κρίση στα εισοδήματα και την απασχόληση. Η ευρωζώνη, όμως, κινδυνεύει να βιώσει στασιμότητα και αποπληθωρισμό.

Η αδυναμία μιας συντηρητικής Ευρώπης να αντιμετωπίσει έγκαιρα και αποτελεσματικά την κρίση, εξαιτίας ιδεοληψιών για τα αίτια της κρίσης, και να διευκολύνει την υλοποίηση των αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών στις χώρες που βρέθηκαν στον επίκεντρό της, είχε ως αποτέλεσμα οι χώρες αυτές να έχουν διαφορετική πορεία.

Από τις τέσσερις, λοιπόν, χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία έχουν βγει από αυτό, αφού υλοποίησαν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και πέτυχαν την ομαλή επιστροφή στις αγορές.

Αντίθετα, η κυβέρνηση Σαμαρά δεν κατάφερε να προετοιμάσει την ομαλή επιστροφή της χώρας στις αγορές, παρά το γεγονός, ότι από τον Οκτώβριο του 2009 πάρθηκαν μέτρα για να εξαλειφθεί το πρόβλημα των δίδυμων ελλειμμάτων και της έλλειψης αξιοπιστίας, που στέρησε στη χώρα την πρόσβαση στις αγορές και την οδήγησε στην προσφυγή στους θεσμικούς δανειστές.

Η εξάλειψη των οικονομικών ανισορροπιών έγινε με μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, αφού το ΑΕΠ σε μια εξαετία μειώθηκε κατά 25% περίπου και η ανεργία έφτασε το 27%.

Η κρίση επηρέασε βαθύτερα την Ελλάδα γιατί μετά την ένταξή της στην ΟΝΕ, όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με το πρόβλημα των διογκούμενων δίδυμων ελλειμμάτων, δεν προχώρησε σε καμία διαρθρωτική αλλαγή για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα αυτά.

Όμως, και μετά την εκδήλωση της κρίσης, έλειψαν οι αναγκαίες πολιτικές συναινέσεις ως προς τα αίτια του προβλήματος της χώρας και ως προς τις διαθέσιμες επιλογές -υπενθυμίζω Ζάππεια ή επικλήσεις σε παραδείγματα χωρών της Λατινικής Αμερικής ως πρότυπα για τις επιλογές της Ελλάδας- ώστε να προχωρήσει η χώρα κατά προτεραιότητα σε αυτές που θα περιόριζαν το κόστος της προσαρμογής και θα επιτάχυναν την έξοδο από την κρίση.

Η χώρα οδηγήθηκε στην κρίση γιατί οι θεσμοί δεν λειτουργούσαν σωστά και το παραγωγικό πρότυπο ήταν αναποτελεσματικό. Το μεγαλύτερο μέρος των αναγκαίων θεσμικών αλλαγών είναι ακόμη μπροστά μας. Σε μεγάλο βαθμό οι θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν όπως πριν από την κρίση.

Σε πολλές περιπτώσεις, προοδευτικές μεταρρυθμίσεις αποδομήθηκαν από αντιμεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες, βαθύτατα συντηρητικής αν όχι συντεχνιακής αντίληψης, όπως με την κατάργηση των προβλέψεων του Νόμου για την Παιδεία. Άλλο τυπικό παράδειγμα, ο τρόπος επιλογής διοικήσεων σε φορείς του Δημοσίου.

Η κρίση ανέδειξε ακόμη περισσότερο την ανάγκη ενίσχυσης της Δημοκρατίας, η οποία απειλείται όσο υπονομεύεται η κοινωνική συνοχή και σταθερότητα. Ο ρόλος των ΜΜΕ στη διαμόρφωση απόψεων πρέπει να μας ωθήσει σε επιλογές που διασφαλίζουν την αντικειμενικότητα και τον πλουραλισμό στην ενημέρωση των πολιτών.

Σήμερα, η αποδυνάμωση του παραδοσιακού δικομματισμού καθιστά αναγκαίο ένα πλαίσιο λειτουργίας κυβέρνησης και Βουλής, που θα διευκολύνει τη συγκρότηση πολυκομματικών κυβερνήσεων στη βάση προγραμματικών συμφωνιών, ακόμη και κομμάτων με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες.

Σε αυτό το πλαίσιο, εντάσσονται και αλλαγές που αφορούν στη διάρκεια μιας Βουλής που προκύπτει ύστερα από πρόωρη διάλυση προηγούμενης, το εκλογικό σύστημα, τις εκλογικές περιφέρειες, τον τρόπο εκλογής βουλευτών, τα οικονομικά των κομμάτων κ.ά., προκειμένου η χώρα να διαμορφώσει ένα θεσμικό πλαίσιο που να διευκολύνει τη συνεργασία των πολιτικών δυνάμεων.

Η Δικαιοσύνη, παρά τις όποιες προσπάθειες έχουν γίνει, δεν μπορεί ακόμη να συνεισφέρει στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της οικονομίας και την εμπέδωση αίσθησης κράτους δικαίου.

Στην οικονομία, παρά τις εκτεταμένες αλλαγές στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, δεν έχει επιτευχθεί ο αναγκαίος μετασχηματισμός ώστε να γίνει πιο εξωστρεφής και πιο παραγωγική.

Η αναμόρφωση της δημόσιας διοίκησης προχωρεί με αργούς ρυθμούς. Η αξιολόγηση των υπαλλήλων παραμένει το μεγάλο ζητούμενο.

Υπάρχει ένα μεγάλο ερώτημα, αν στη χώρα έχουν διασφαλιστεί οι αναγκαίες συναινέσεις μεταξύ των πολιτικών κομμάτων που θα διασφαλίσουν ένα σταθερό, διαφανές, κοινωνικά δίκαιο και αξιόπιστο φορολογικό πλαίσιο, που θα διευκολύνει την προσέλκυση των επενδύσεων. Διότι, παρά τις πολλές βελτιώσεις, το φορολογικό πλαίσιο παραμένει προβληματικό και άδικο.

Πολλές από τις παραπάνω διαπιστώσεις τις συμμερίζονται κόμματα, ανεξάρτητα από την ιδεολογική τους αφετηρία. Ο πρόσφατος, όμως, τεχνητός διαχωρισμός των πολιτικών δυνάμεων μεταξύ «μνημονιακών» και «αντιμνημονιακών», πέρα από την ανιστόρητη κατάργηση της διάκρισης μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, οδήγησε σε έναν διχασμό που εμποδίζει μια ουσιαστική δημόσια συζήτηση για τις αναγκαίες δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις.

Η έννοια της μεταρρύθμισης σήμερα υποχωρεί μεταξύ των πολιτών και έχει πλέον μια αρνητική σημειολογία.  Οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι αυτοσκοπός αλλά εργαλείο για την εμπέδωση της κοινωνικής δικαιοσύνης και όχι για να διευρύνουν τις κοινωνικές ανισότητες.

Ο κίνδυνος που διατρέχουμε ως χώρα είναι, στη συνείδηση των πολιτών, οι μεταρρυθμίσεις να ταυτιστούν με επιλογές, οι οποίες δεν προάγουν τη θέση των περισσοτέρων πολιτών. Αντίθετα, διασφαλίζουν τις θέσεις και συμφέροντα μικρών ομάδων με ισχυρή εκπροσώπηση στο πολιτικό σύστημα στο όνομα άλλοτε «προοδευτικών» και άλλοτε «φιλολαϊκών», κατά βάθος όμως, μόνο συντεχνιακών πολιτικών.

Αυτό υπονομεύει τη θεμελίωση μιας πλειοψηφικής κοινωνικής συμμαχίας «δημιουργών» και «οικονομικά ασθενέστερων» που θέλει να κτίσει το ΚΙΝΗΜΑ Δημοκρατών Σοσιαλιστών. Ώστε με δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις να επιτύχουν την εκ νέου θέσμιση της πολιτείας και την ανασυγκρότηση της οικονομίας.

Αυτή είναι η πρόταση του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ μας για την επόμενη ημέρα. Συγκρότηση μιας κυβέρνησης συνεργασίας στη βάση μιας προοδευτικής προγραμματικής συμφωνίας για την παρουσίαση ενός Ελληνικού Σχεδίου Μεταρρυθμίσεων, που θα αποτελέσει τη βάση της συζήτησης με τους Ευρωπαίους, ώστε να ληφθούν θετικές αποφάσεις για το χρέος και να διασφαλιστεί η ομαλή και οριστική έξοδος από το Πρόγραμμα.

Καλούμε τους προοδευτικούς πολίτες να ψηφίσουν το ΚΙΝΗΜΑ, για να δώσουν κοινοβουλευτική έκφραση στις δυνάμεις που θα εργαστούν για το Ελληνικό Σχέδιο Μεταρρυθμίσεων, για να ανασυγκροτηθεί η οικονομία, να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας και νέα εισοδήματα και πόροι, για να στηριχτούν οι οικονομικά ασθενέστεροι.

Παρέμβαση Φίλιππου Σαχινίδη Εκπροσώπου του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ στην εφημερίδα «Έθνος»

Το ΚΙΝΗΜΑ δημιουργήθηκε από την ανάγκη ανασύνταξης των δυνάμεων του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού και αφύπνισης μπροστά στη συνεχή συρρίκνωση του χώρου και τη σταδιακή διολίσθηση και παρέκκλιση του από τις βασικές αρχές και αξίες μας.

Για να δώσουμε φωνή ξανά σε όλους τους ανθρώπους που είχαν αποστασιοποιηθεί.

Την επόμενη ημέρα η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια κυβέρνηση συνεργασίας με προοδευτικό πλαίσιο.

Για να υπηρετήσουμε σαφείς εθνικούς στόχους και να προωθήσουμε τις μεγάλες αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα. Με στόχο, τη διασφάλιση της συμμετοχής στο ευρώ και παράλληλα, για ένα δικό μας Εθνικό Σχέδιο προοδευτικών μεταρρυθμίσεων που θα μας βγάλει με ασφάλεια οριστικά από την κρίση. Θεραπεύοντας τα βαθύτερα και χρόνια προβλήματα της χώρας και προτάσσοντας την αντιμετώπιση της ανεργίας και της φτώχειας που οξύνθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη, Υποψηφίου Βουλευτή ΠΕ, Λάρισας, στην Εφημερίδα Των Συντακτών, το Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015.

Οι σημαντικότερες μεταπολεμικές κατακτήσεις των δυνάμεων του Ευρωπαϊκού Δημοκρατικού Σοσιαλισμού ήταν η επίτευξη της συνύπαρξης της Δημοκρατίας με τον καπιταλισμό και η διασφάλιση της κοινωνικής σταθερότητας μέσω πολιτικών καταπολέμησης των κοινωνικών ανισοτήτων.

Όλα αυτά έγιναν πραγματικότητα όταν οι δυνάμεις της Σοσιαλδημοκρατίας, με βάση την προπολεμική εμπειρία, κατανόησαν ότι, χωρίς έλεγχο των αγορών, παρέμβαση του κράτους για ενίσχυση της ζήτησης σε συνθήκες ύφεσης και για παροχή κοινωνικών υπηρεσιών, ο καπιταλισμός με τις περιοδικές κρίσεις του θέτει σε κίνδυνο τη Δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή.

Η παγκοσμιοποίηση σε συνδυασμό με την ΟΝΕ, η οποία μέχρι την κρίση λειτουργούσε με ένα ατελές θεσμικό πλαίσιο, βρήκαν απροετοίμαστη την Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία.

Η τελευταία από τη δεκαετία του 1990 είχε κάνει σημαντικές υποχωρήσεις έναντι της πάγιας θέσης της για τον ρόλο των αγορών. Επιπρόσθετα, η δημιουργία της ΟΝΕ περιόρισε την αποτελεσματικότητα των κρατικών παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση βραχυχρόνιων υφέσεων, ειδικά στα κράτη με μεγάλο χρέος.

Η διεθνής χρηματοοικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 ανέτρεψε την κυρίαρχη πεποίθηση ότι ο ρυθμιστικός ρόλος του κράτους είναι επιζήμιος για την οικονομία και πρέπει να περιοριστεί. Όπως και ότι ο καπιταλισμός μπορεί να συνεχίσει να παράγει πλούτο χωρίς σκαμπανεβάσματα που απειλούν την κοινωνική συνοχή. Ανέτρεψε και τη δοξασία ότι η Δημοκρατία κυριάρχησε σε όλο τον κόσμο και κανείς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει.

Οι πολίτες σήμερα αισθάνονται ότι πολλές επιλογές των εθνικών κυβερνήσεων υπαγορεύονται από τις αγορές και υποβάλλουν σε τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό κόστος τις χώρες. Ότι ο ρόλος των εθνικών κυβερνήσεων στην ευρωζώνη είναι περιορισμένος, καθώς τα εργαλεία πολιτικής για την αντιμετώπιση της κρίσης είναι περιορισμένα. Ότι η Ευρώπη άργησε πολύ να πάρει αποφάσεις για να προστατέψει το ευρωπαϊκό όραμα ή λειτούργησε τιμωρητικά σε χώρες όπως η Ελλάδα.

Έτσι, τροφοδοτούνται ακραίες, αντιευρωπαϊκές και αντισυστημικές απόψεις, αφού δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις δεν έχουν τα χρονικά περιθώρια ή τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν με κοινωνικά δίκαιο τρόπο προβλήματα που απασχολούν τους πολίτες.

Η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο της κρίσης αυτής και χτυπήθηκε όσο ποτέ άλλοτε. Πλήρωσε τίμημα ίσο με αυτό που πλήρωσαν οι ΗΠΑ στην κρίση του 1929.

Η αντιμετώπιση της κρίσης από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε ιδιαίτερες δυσκολίες. Ο ρόλος των ανώτατων εισοδηματικά στρωμάτων που συγκροτούν-μέσω του έλεγχου σε ΜΜΕ και τράπεζες – ισχυρές ομάδες πίεσης επηρέασε τον τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης αλλά και την κατανομή των βαρών. Στέρησε από το πολιτικό δυναμικό νομιμοποίηση στις επιλογές τους, στον βαθμό που η τελική κατανομή των βαρών είναι ασύμμετρη και οι συνέπειες της κρίσης για τα κατώτερα και μεσαία εισοδηματικά στρώματα είναι μακροπρόθεσμες.

Η χώρα πηγαίνει ξανά σε πρόωρες εκλογές. Η κυβερνητική συμμαχία που θα προκύψει από την επόμενη Βουλή θα έχει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της μελλοντικής πορείας της χώρας. Οι προτεραιότητες της επόμενης κυβέρνησης θα πρέπει να είναι η ασφαλής και βιώσιμη έξοδος στις αγορές, η ανασυγκρότηση του παραγωγικού προτύπου και η διασφάλιση ότι η ανάπτυξη θα διαχέει τα οφέλη σε όλα τα εισοδηματικά στρώματα, με προτεραιότητα σε όσους θίχτηκαν από την κρίση. Τομείς στους οποίους η κυβέρνηση καθυστέρησε σημαντικά.

Αυτό που φάνηκε από τον Ιούνιο του 2012 και μετά είναι ότι στη Βουλή χρειάζονται δυνάμεις που θα ασκούν αυστηρό έλεγχο σε κυβερνήσεις συνεργασίας. Διαφορετικά, οι δυνάμεις που επιθυμούν την επιστροφή στην «κανονικότητα» που μας οδήγησε στην κρίση του 2009, είναι έτοιμες να θέσουν σε κίνδυνο την ασφαλή και οριστική έξοδο της χώρας από την κρίση.

Επτά χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η οποία άφησε βαθειά σημάδια στην ελληνική κοινωνία, ήρθε η ώρα οι δυνάμεις που κινούνται στον χώρο του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού, του Προοδευτικού Κέντρου, της Μεταρρυθμιστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας να αποτολμήσουν ένα νέο ξεκίνημα.

Να συγκροτήσουν μια ισχυρή κοινοβουλευτική παρουσία που θα εργαστεί για τη διαμόρφωση μιας πλειοψηφίας στην ελληνική κοινωνία. Για την ολοκλήρωση ενός προγράμματος προοδευτικών μεταρρυθμίσεων που θα αλλάξει το παραγωγικό πρότυπο της χώρας.

Σε συνεργασία με αντίστοιχες δυνάμεις στην Ευρώπη, να εργαστούν για την αποκατάσταση του ρόλου της πολιτικής έναντι των αγορών. Με αναγνώριση της ανάγκης για δημοσιονομική σταθερότητα, ισχυρότερο ρυθμιστικό ρόλο για το κράτος, αλλά και ενίσχυση των πολιτικών στήριξης όσων θίγονται από τις κρίσεις του καπιταλισμού. Προκειμένου να εξανθρωπιστεί η παγκοσμιοποίηση και να θωρακιστεί η Δημοκρατία από τους κινδύνους που την απειλούν. Αυτό είναι το πρόταγμα για τις προοδευτικές δυνάμεις της χώρας σε αυτές τις εκλογές.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη, Υποψηφίου Βουλευτή ΠΕ, Λάρισας, στην εφημερίδα «ΗΜΕΡΗΣΙΑ».

Λανθασμένες εκτιμήσεις και σχεδιασμοί από την πλευρά της κυβέρνησης και η έλλειψη πολιτικής βούλησης από την αντιπολίτευση για την επίτευξη συναίνεσης προκειμένου να εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας οδηγούν τη χώρα ξανά σε πρόωρες εκλογές.

Το γεγονός αυτό ενίσχυσε την αβεβαιότητα για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και είχε ως αποτέλεσμα να επανέλθει η συζήτηση για το Grexit.

Όπως συνέβη και μεταξύ των εκλογών Μαΐου και Ιουνίου 2012. Τότε εξαιτίας της ΝΔ η οποία επέμενε να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές και στα πρόθυρα της κατάρρευσης.

Η επαναφορά τη συζήτησης αυτής δεν φαίνεται να προβληματίζει την κυβέρνηση.

Ο δε ΣΥΡΙΖΑ με μια απλοϊκή προσέγγιση την εντάσσει στους μηχανισμούς τρομοκράτησης των πολιτών προκειμένου να μην ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ.

Η κυβέρνηση θα έπρεπε να ανησυχεί για την επαναφορά του Grexit δεδομένου ότι στα επιτεύγματά της εντάσσει την σταθεροποίηση της οικονομίας και την πρόοδο που έχει καταγραφεί με τη εξάλειψη των δίδυμων ελλειμμάτων.

Οφείλει να εξηγήσει στους πολίτες το παραπάνω παράδοξο. Πως δηλαδή ενώ σταθεροποιήθηκε η οικονομία κινδυνεύει με κατάρρευση επειδή προκηρύχτηκαν εκλογές.

Δυστυχώς, τόσο η Κυβέρνηση όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ αποφεύγουν συστηματικά να μιλήσουν για τα πραγματικά διλλήματα της χώρας από το 2009.

H ΝΔ ειδικά δείχνει να μην διδάχτηκε το παραμικρό από τα Ζάππεια.

Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι το Μνημόνιο αλλά τα διαρθρωτικά προβλήματα του παραγωγικού προτύπου τα οποία, σε συνδυασμό με τον υπερδανεισμό της περιόδου 2004-2009, μας οδήγησαν στο Μνημόνιο. Τα προβλήματα αυτά δεν έχουν εξαλειφθεί.

Είναι γνωστό εδώ και δύο χρόνια ότι το δεύτερο πρόγραμμα σε ότι αφορά το ευρωπαϊκό σκέλος του τελειώνει το Δεκέμβριο του 2014.

Επομένως η χώρα όφειλε έγκαιρα να προετοιμαστεί για την ομαλή και ασφαλή έξοδο στις αγορές.

Αυτό προϋπέθετε προετοιμασία ώστε η έξοδος στις αγορές να είναι αποτέλεσμα ουσιαστικής αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των αγορών στην Ελλάδα.

Η προετοιμασία έπρεπε να περιλαμβάνει την αναγνώριση της ανάγκης ότι για ένα μικρό χρονικό διάστημα η χώρα θα έχει μια προληπτική γραμμή πίστωσης.

Για να διασφαλιστεί και να ενισχυθεί περαιτέρω η αξιοπιστία της χώρας χρειαζόταν η προετοιμασία να περιλαμβάνει και ένα Εθνικό Σχέδιο με μεταρρυθμίσεις με προοδευτικό πρόσημο που θα ενεργοποιούσαν τις διαδικασίες μετασχηματισμού του παραγωγικού προτύπου.

Επιπρόσθετα, το Εθνικό Σχέδιο θα περιελάμβανε ένα σκέλος με πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση των κοινωνικών συνεπειών της ανεργίας και της αύξησης της φτώχειας.

Τίποτε από όλα αυτά δεν συνέβη. Κανείς από την κυβέρνηση δεν προβληματίστηκε από τους κραδασμούς της δεύτερης εξόδου στις αγορές που συνέπεσε με την κατάρρευση μιας Πορτογαλικής τράπεζας και έστειλε ένα ηχηρό σήμα κινδύνου.

Αντίθετα υιοθέτησαν μια ρητορική αντίστοιχης αυτής του ΣΥΡΙΖΑ διακηρύσσοντας ότι φεύγει το Μνημόνιο, ότι δεν χρειάζεται προληπτική γραμμή πίστωσης και ότι τα υπόλοιπα κεφάλαια του ΔΝΤ μπορούμε να τα δανειστούμε από τις αγορές φθηνότερα.

Το ζητούμενο για τη χώρα μετά τις εκλογές δεν είναι πώς θα διώξει το Μνημόνιο το οποίο τελειώνει τον Φεβρουάριο του 2015.

Αλλά πως θα έχουμε μια οικονομία ανταγωνιστική.

Πως θα μπορεί το Δημόσιο και οι ιδιώτες μετά τον Φεβρουάριο να δανείζονται από τις διεθνείς αγορές με όρους ανταγωνιστικούς για να καλύπτουν τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να συντηρήσει το τεχνητό δίλλημα Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο που του επέτρεψε να πολλαπλασιάσει την εκλογική του βάση.

Αδυνατεί να παρουσιάσει πρόταση για την αλλαγή παραγωγικού προτύπου. Υπόσχεται μόνο κατάργηση των 400 νόμων που ψηφίστηκαν.

Αδυνατεί να μας πει πως η χώρα θα εξασφαλίσει ομαλή έξοδο στις αγορές. Υπόσχεται μόνο ότι θα συζητήσει διαγραφή χρέους.

Αδυνατεί να αναγνωρίσει ότι προϋπόθεση για να περάσει η χώρα σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης είναι η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων της τάξης των 30 δις στην επόμενη τριετία.

Αυτό το νούμερο αφορά επενδύσεις πέρα από τις δημόσιες επενδύσεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να αποκατασταθεί η παραγωγική βάση που καταστράφηκε πριν ή κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Αυτές οι επενδύσεις θα αποτελέσουν το εφαλτήριο για την συγκρότηση μιας οικονομίας ανταγωνιστικής που θα δημιουργεί υγιείς θέσεις εργασίας και νέα εισοδήματα για τους εργαζόμενους.

Έτσι, η οικονομία θα δημιουργεί και τους αναγκαίους πόρους για να χρηματοδοτεί την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών προς τους πολίτες.

Τα κόμματα στις εκλογές αυτές οφείλουν να παρουσιάσουν το Εθνικό Σχέδιο τους για το νέο παραγωγικό πρότυπο της χώρας και επ’ αυτών να γίνει η δημόσια συζήτηση για το πώς η Ελλάδα θα κινηθεί με ασφάλεια σε μια νέα πορεία.