Ομιλίες

Στο 1ο Αναπτυξιακό Συνέδριο Αιτωλοακαρνανίας

Μετά από μια δεκαετή κρίση, η οποία οδήγησε στην υπογραφή τριών μνημονίων προκειμένου η χώρα να αντιμετωπίσει τα διαρθρωτικά προβλήματά της στην οικονομία, βρισκόμαστε τρεις μήνες πριν τη λήξη του τρίτου μνημονίου.

Στο διάστημα που μεσολαβεί πρέπει να:

  • Κλείσει η συμφωνία για τα μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους και να αποσαφηνιστεί αν και πως θα συνδεθούν με δεσμεύσεις της χώρας
  • Προσδιοριστεί το είδος της μεταμνημονιακής εποπτείας της ελληνικής οικονομίας
  • Να οριστικοποιηθεί αν και ποιος θα είναι ο ρόλος του ΔΝΤ.

Τα κρίσιμα ερωτήματα για τους Έλληνες πολίτες μετά τη δεκάχρονη κρίση είναι:

  •   Aν και πως η Ελλάδα μπορεί να καλύψει το χαμένο ΑΕΠ ώστε να μπει σε τροχιά πραγματικής σύγκλισης με την υπόλοιπη Ευρώπη και
  •   Πως θα αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις κοινωνικές συνέπειες της κρίσης.

Ένα από τα πολλά παράδοξα που σχετίζονται με την ελληνική κρίση είναι ότι ακόμη και σήμερα οι μυθοπλασίες γύρω από τα αίτιά της παραμένουν ισχυρές.

Αυτό εμποδίζει τη διεξαγωγή μιας συζήτησης για την επόμενη ημέρα σε ορθολογική βάση.

Για να απαντήσουμε στα ερωτήματα για την επόμενη ημέρα ήρθε η ώρα να συμφωνήσουμε στις απαντήσεις στα ακόλουθα ερωτήματα:

  1. Ποια ήταν τα αίτια της κρίσης και γιατί αυτή διήρκεσε τόσο πολύ και είχε τόσο μεγάλο οικονομικό και κοινωνικό κόστος και
  2. Να αποφανθούμε αν η κρίση οδήγησε στα μνημόνια ή το αντίθετο.

Η βασική, αλλά όχι καθολικά αποδεκτή, ερμηνεία για τα αίτια της κρίσης ξεκινά από τη θέση ότι η Ελλάδα μετά την ένταξη στην ΟΝΕ, και ιδιαίτερα μετά το 2004, αδράνησε στην αντιμετώπιση του δημοσιονομικού ελλείμματος και του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που διογκώνονταν χρόνο με το χρόνο.

Το μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας ήταν το σαθρό παραγωγικό πρότυπο που δεν της επέτρεπε να ενταχθεί αποτελεσματικά στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας.

Έτσι, συρρικνώθηκε το τμήμα της οικονομίας που παρήγαγε διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες και διογκώθηκε το εσωστρεφές της τμήμα.

Όταν, λοιπόν, εκδηλώθηκε η κρίση, η Ελλάδα βρέθηκε με:

  1. Τεράστιο δημόσιο χρέος και μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα,
  2. Πρωτοφανές για τα μεταπολεμικά δεδομένα έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και
  3. Τεράστιο έλλειμμα αξιοπιστίας εξαιτίας των «πλαστών στατιστικών στοιχείων» –διατύπωση της έκθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – που έστελνε στη Eurostat η κυβέρνηση της ΝΔ.

Όταν οι ροές των κεφαλαίων σταμάτησαν γιατί οι αγορές συμπέραναν ότι η Ελλάδα μπορεί να δυσκολευτεί μελλοντικά να εξυπηρετήσει το χρέος της, η χώρα προσέφυγε στους Ευρωπαίους εταίρους οι οποίοι προσέφεραν πρόγραμμα 110 δις ευρώ έναντι δεσμεύσεων της για αντιμετώπιση των μακροοικονομικών της ανισορροπιών.

Εκείνες λοιπόν τις κρίσιμες στιγμές δεν υπήρξε συναίνεση από την αξιωματική αντιπολίτευση της ΝΔ για την φύση του προβλήματος, ούτε για το μέγεθος της κρίσης, ούτε για το τι έπρεπε να γίνει.

Η έλλειψη πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης επί ενός εθνικού σχεδίου εξόδου από την κρίση, είχε ως αποτέλεσμα η χώρα να υπογράψει τρία μνημόνια, να παραμείνει σε ύφεση από το 2008 μέχρι το 2016 για περίπου μια δεκαετία, να χάσει το 25% του ΑΕΠ, και η ανεργία να φτάσει στο 27%.

Κρίνοντας εκ των υστέρων  την εμπειρία της Ελλάδας με αυτήν άλλων χωρών που μπήκαν στα μνημόνια είναι προφανές ότι οι άλλοι πέτυχαν εκεί που εμείς αποτύχαμε.

Αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι στην Ιρλανδία, Πορτογαλία και Κύπρο δεν υπήρχαν πολιτικές διχογνωμίες ως προς τα αίτια προσφυγής στα μνημόνια.

Στις χώρες αυτές, κυβέρνηση και αντιπολίτευση συναίνεσαν, εφάρμοσαν τις πολιτικές που τους επέτρεψαν να διορθώσουν τις οικονομικές ανισορροπίες τους, αποκατέστησαν την αξιοπιστία τους και απέκτησαν ξανά πρόσβαση στις αγορές με ένα μόνο μνημόνιο.

Στο ερώτημα αν υπήρχε τρόπος να αντιμετωπίσουμε τα οικονομικά προβλήματα με κάποια άλλη πολιτική με την οποία θα αποφεύγαμε στο σύνολο τους τις απώλειες σε ΑΕΠ η απάντηση μου είναι κατηγορηματικά όχι.

Θα μπορούσαμε όμως να περιορίσουμε τις απώλειες σε ΑΕΠ και σε θέσεις εργασίας αν υπήρχαν συναινέσεις και πολιτική σταθερότητα στο εσωτερικό της χώρας και ετοιμότητα των ευρωπαίων για άμεσες και ριζοσπαστικές λύσεις ως προς τη στήριξη της χώρας.

Η Ελλάδα, έπειτα από μια χαμένη δεκαετία, το 2017 είχε θετικό ρυθμό ανάπτυξης περίπου στο 1,4%. Πολύ χαμηλότερα από την αρχική πρόβλεψη για 2,7%.

Η χαμηλότερη επίδοση το 2017, όπως και η ύφεση το 2015 και το 2016 υπήρξαν το συνδυαστικό αποτέλεσμα των capital controls, αλλά και της υπέρμετρης λιτότητας μέσω των υπερπλεονασμάτων που συνειδητά επέλεξε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ παρά το γεγονός ότι τα καταδίκαζε ακόμη και ως κυβέρνηση.

Σε τι διαφέρει για παράδειγμα το πλεόνασμα 4,2% του ΑΕΠ για το 2017 από το αντίστοιχα του δεύτερου μνημονίου;

Την τριετία 2016-2018 η υπέρβαση του ετήσιου στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα ισοδυναμεί με αφαίμαξη από την οικονομία πόρων ύψους 7,5 δισ. ευρώ.

Με λίγα λόγια τα υπερπλεονάσματα υπήρξαν το αποτέλεσμα της υπερφορολόγησης και όχι της αύξησης του ΑΕΠ.

Αυτό έχει ως συνέπεια σημαντικές απώλειες σε όρους ΑΕΠ, θέσεων εργασίας και εισοδημάτων με αποκλειστική ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ και όχι των θεσμικών δανειστών.

Επιπρόσθετα, η κυβέρνηση με την υπογραφή της και χωρίς να υπάρχει κάποιο νέο μνημόνιο δεσμεύει τη χώρα με δημοσιονομικά μέτρα για τα έτη 2019 και 2020 και με υψηλούς στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα, τουλάχιστον μέχρι το 2022 δηλαδή για 4 χρόνια μετά τη τυπική λήξη του Τρίτου Μνημονίου.

Δεν αποτελεί λοιπόν σύμπτωση ότι πρόσφατα τόσο η Ε.Ε και ο ΟΟΣΑ αναθεώρησαν σημαντικά προς τα κάτω τις προβλέψεις τους για το ρυθμό ανάπτυξης του 2018 και το 2019.

Με αυτά τα δεδομένα, σήμερα η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει στα ακόλουθα ερωτήματα:

 

  • Έχουν γίνει οι αναγκαίες αλλαγές στην Ελλάδα, έχει προετοιμαστεί επαρκώς η οικονομία, έχει μετασχηματιστεί το παραγωγικό πρότυπο ώστε να μπούμε σε πορεία βιώσιμης ανάπτυξης;
  • Σε περίπτωση μιας νέας διεθνούς κρίσης θα είμαστε προστατευμένοι ώστε να μην πληρώσουμε εκ νέου υψηλό οικονομικό και κοινωνικό κόστος;

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αντί να απαντήσει στα ερωτήματα προσπαθεί να κτίσει μια νέα πολιτική αφήγηση με το παραπλανητικό δίλλημα «καθαρή έξοδος» ή «προληπτική πιστωτική γραμμή».

Είναι παραπλανητικό το δίλημμα γιατί στηρίζεται στη εσφαλμένη κυβερνητική θέση ότι η «καθαρή» έξοδος από τα μνημόνια συνεπάγεται την οριστική και ασφαλή υπέρβαση της κρίσης.

Η απάντηση που δίνει το Κίνημα Αλλαγής στα ερωτήματα αυτά είναι ότι παρά τις μεγάλες αλλαγές που δρομολογήθηκαν από το 2010, έχουμε δρόμο ακόμη μπροστά μας.

Ας δούμε λοιπόν τι σημαίνει η «καθαρή» έξοδος στις αγορές για την αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας.

Μετά τον Αύγουστο τα επιτόκια με τα οποία θα δανειζόμαστε από τις αγορές θα είναι πολύ υψηλότερα από αυτά των θεσμικών δανειστών άρα θα αυξηθεί το κόστος δανεισμού και θα μειωθεί ο δημοσιονομικός χώρος για να στηρίξει την ανάπτυξη.

Αρνητικές για την ανάπτυξη θα είναι και οι συνέπειες από την περικοπή των συντάξεων και τη μείωση του αφορολογήτου που έχει συμφωνήσει η κυβέρνηση για το 2019 και 2020 αντίστοιχα.

Όλα αυτά σε μια περίοδο που η διεθνής συγκυρία μπορεί να μην παραμείνει ευνοϊκή, καθώς η πολιτική των αρνητικών επιτοκίων αναμένεται ότι θα αναστραφεί.

Έτσι, η αναπτυξιακή πορεία της χώρας θα κριθεί κυρίως στο μέτωπο των ιδιωτικών επενδύσεων.

Αυτές θα πρέπει να αυξηθούν ώστε να υπερβαίνουν τις αποσβέσεις και να καλυφθούν οι απώλειες στον παραγωγικό ιστό που προκαλεί η αποεπένδυση από το 2009.

Στο ερώτημα σε ποιους τομείς πρέπει να γίνουν οι επενδύσεις, η απάντηση είναι: στο καινοτόμο και εξωστρεφές τμήμα της οικονομίας.

Έτσι, θα συνεισφέρουν στην αναδιάρθρωση της οικονομίας και θα στηρίξουν την αναπτυξιακή πορεία μέσω της ενίσχυσης των καθαρών εξαγωγών.

Οι νέες επενδύσεις θα επιτρέψουν τη δημιουργία νέων και ποιοτικών θέσεων εργασίας και τη ενίσχυση των μισθών.

Η κυβέρνηση το ζήτημα των ιδιωτικών επενδύσεων το έχει αντιμετωπίσει μέχρι σήμερα με ιδεοληπτικό τρόπο.

Γι’ αυτό πολλές από αυτές δεν έχουν ξεκινήσει ή δεν προχωρούν με τον αναγκαίο ρυθμό.

Αντίθετα, ανησυχητικές διαστάσεις παίρνει το φαινόμενο μεγάλων επιχειρήσεων που αποχωρούν από τη χώρα.

Κρίσιμος παράγοντας για την προσέλκυση επενδύσεων είναι μεταξύ άλλων η στάση που θα τηρήσει η κυβέρνηση έναντι του προγράμματος διαρθρωτικών αλλαγών που είναι αναγκαίες για τη χώρα.

Επιγραμματικά θα αναφερθώ σε ορισμένες από αυτές που θεωρώ ότι είναι κρίσιμες.

Ξεκινώ με αυτές που διασφαλίζουν τη διαφάνεια στην άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής.

Θα διατηρηθεί η νομοθετική πρόβλεψη  για την κατάρτιση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής, η διαύγεια, η ανεξαρτησία της ΑΑΔΕ;

Θα τοποθετούνται οι Γενικοί Γραμματείς με αξιοκρατικό και διαφανή τρόπο ή θα επιλέγονται με κριτήριο την πολιτική τους στράτευση;

Τι θα γίνει με άλλες αλλαγές που είναι εξίσου αναγκαίες;

Θα απλοποιηθεί η διαδικασία έναρξης επιχειρηματικής δραστηριότητας;

Θα αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης;

Θα προχωρήσουν οι διαδικασίες για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης και η αξιολόγηση των εργαζομένων στο δημόσιο;

Αν η κυβέρνηση επιλέξει να αναστείλει ή να ακυρώσει κάποιες από τις αναγκαίες αλλαγές, αυτό θα επηρεάσει αρνητικά την αξιοπιστία της χώρας.

Οι αγορές όπως βλέπουμε και από την Ιταλία και την Τουρκία θα επιβάλουν στη χώρα τη δική τους πειθαρχία σε κάθε δημοσιονομική παρασπονδία ή στην προσπάθεια ακύρωσης των διαρθρωτικών αλλαγών.

Η ακύρωση αλλαγών που έχουν γίνει ίσως δώσει στους Ευρωπαίους αφορμή να αναστείλουν τα μέτρα για την ελάφρυνση του χρέους.

Διότι είναι πλέον φανερό ότι σε αντίθεση με πολλούς, μεταξύ των οποίων και το ΔΝΤ και η ΕΚΤ, που προτείνουν να ανακοινωθούν προκαταβολικά τον Αύγουστο του 2018 τα μέτρα για το χρέος ώστε να κερδίσουμε αξιοπιστία έναντι αγορών και δυνητικών επενδυτών η Γερμανία θέλει να συνδέσει την ελάφρυνση του χρέους με όρους και προϋποθέσεις.

Αν τελικά συμβεί αυτό θα επηρεάσει αρνητικά τις αγορές και τους επενδυτές.

Τέλος, καθοριστικό παραμένει το ερώτημα με ποια λεφτά θα γίνουν αυτές οι επενδύσεις.

Οι επιλογές της κυβέρνησης την τελευταία τριετία συνέβαλαν στην περαιτέρω αύξηση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, στην καθήλωση παραγωγικών δυνάμεων της οικονομίας που εγκλωβίστηκαν εξαιτίας του δανεισμού τους για επενδύσεις πριν το ξέσπασμα της κρίσης.

Όσο, λοιπόν, η κυβέρνηση δεν αναλαμβάνει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες ώστε να μειωθούν τα κόκκινα δάνεια, η ελληνική οικονομία θα χάνει τις όποιες αναπτυξιακές ευκαιρίες υπάρχουν.

Επιχειρήσεις που θα έπρεπε να κλείσουν εδώ και καιρό παραμένουν σε λειτουργία σε βάρος επιχειρήσεων που είναι υγιείς και ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους.

Η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει:

  • Την ανακοίνωση και υλοποίηση των μέτρων ελάφρυνσης χρέους το καλοκαίρι του 2018 ώστε να μειωθεί ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα από 3,5% στο 2% περίπου του ΑΕΠ.

Όσο η αξιοπιστία της χώρας είναι υπό αμφισβήτηση η επίτευξη αυτού του στόχου είναι δύσκολη. Για αυτό απαιτούνται πολιτικές συναινέσεις ώστε να δεχτούν οι δανειστές να ξεκινήσει η συζήτηση αυτή.

  • Ένα Εθνικό Πρόγραμμα Διαρθρωτικών Αλλαγών που θα επιταχύνει την αλλαγή του παραγωγικού προτύπου και θα οδηγήσει στην εδραίωση ανοικτών οικονομικών και πολιτικών θεσμών προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς η κρίση είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της συγκέντρωσης σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας σε βάρος του ανταγωνισμού και τελικά των καταναλωτών.

  • Ένα Εθνικό Πρόγραμμα Επενδύσεων της τάξης των 100 δις, που θα προσελκύσει ιδιωτικά κυρίως κεφάλαια, για την επόμενη τετραετία για να αναπληρωθεί ο καταστραμμένος παραγωγικός ιστός.
  • Ένα σχέδιο με στοχευμένες κοινωνικές παρεμβάσεις για την ανακούφιση όσων πραγματικά έχουν πληγεί από την κρίση.
  • Την διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής για το ιδιωτικό χρέος. Με ένα νέο οδικό χάρτη για την άμεση αντιμετώπισης του προβλήματος των κόκκινων δανείων. Έτσι και οι επιχειρήσεις θα προχωρήσουν στην αναδιάρθρωση τους και σε πολλούς ελεύθερους επαγγελματίες θα δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία με το ξεκαθάρισμα των υποχρεώσεων τους.
  • Ένα σχέδιο για τη μείωση των φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών ώστε να ανακοπεί η αυξητική πορεία των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την εφορία που έχουν φτάσει τα 102 δις και προς τα ασφαλιστικά ταμεία που έχουν φτάσει τα 32 δις.
  • Ένα σχέδιο για την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.
  • Την άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων προκειμένου να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών προς την ελληνική οικονομία.

Για να ενεργοποιηθούν οι αδρανοποιημένες αλλά υγιείς παραγωγικές δυνάμεις της χώρας αυτές δηλαδή που δεν στηρίζονται στα κρατικά έργα και τις κρατικές προμήθειες της χώρας αλλά που έχουν επιδείξει διάθεση για καινοτομία και εξωστρέφεια απαιτείται μετά τις εκλογές να υπάρξει εθνική συνεννόηση.

Έτσι μόνο θα εξασφαλίσουμε μεσοπρόθεσμη τάση ανάπτυξης που να υπερβαίνει το 2%, προϋπόθεση για οριστική και ασφαλή έξοδο από την κρίση.

Αν οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας καταφέρουν να συμφωνήσουν σε αυτά τότε, παρά τα λάθη πριν και μετά την εκδήλωση της κρίσης, θα καταφέρουν να ανακτήσουν ένα μεγάλο μέρος από τη χαμένη αξιοπιστία τους στη συνείδηση των πολιτών. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι θα καταφέρουν να βγει η Χώρα από την κρίση οριστικά και με ασφάλεια και να επικεντρωθεί στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που εντάθηκαν την περίοδο της κρίσης.

Ομιλία στην εκδήλωση του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών, 27 Απριλίου 2018

Έχει συμπληρωθεί μία δεκαετία από την εκδήλωση της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης το 2008.

Ήταν η μεγαλύτερη μεταπολεμική κρίση με οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες που παρέμειναν αισθητές σε πολλές χώρες για αρκετά χρόνια μετά την εκδήλωσή της και εξακολουθούν να παραμένουν αισθητές στην Ελλάδα.

Σήμερα, είναι πλέον αποδεκτό ότι οι αγορές απέτυχαν τότε να διαγνώσουν έγκαιρα τους κινδύνους που εγκυμονούσε για τη διεθνή οικονομία το περιβάλλον υπερβάλλουσας ρευστότητας της δεκαετίας του 2000.

Το γεγονός αυτό συνδέθηκε ευθέως με την αποτυχία των τριών οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης (Moody’s, S&P’s και Fitch) που ως διαμεσολαβητές πληροφόρησης δεν αποτίμησαν σωστά το ρίσκο που ήταν συνδεδεμένο με τα εταιρικά και κρατικά ομόλογα.

Αν κάτι πρέπει να μας προβληματίζει ως προς το ερώτημα αν «πρέπει να εμπιστευόμαστε τους οίκους αξιολόγησης;» είναι το γεγονός ότι η αποτυχία τους αυτή δεν ήταν η πρώτη.

Είχε προηγηθεί η αποτυχία τους στις αρχές της δεκαετίας του 2000 να προβλέψουν την επικείμενη κατάρρευση πολλών εταιρειών στο χώρο του ίντερνετ αλλά και της ενεργειακής εταιρείας Enron.

Ανάλογες αποτυχίες υπήρχαν και στην περίπτωση χωρών που πτώχευσαν παρά το γεγονός ότι η πιστοληπτική τους βαθμίδα δεν το προέβλεψε αυτό.

Από το 1975 μέχρι το 2009 μόνο μια χώρα από αυτές που είχαν βαθμολογήσει οι οίκοι με τη χαμηλότερη αξιολόγηση τελικά πτώχευσε.

Οι αποτυχίες τους όμως αυτές δεν φαίνεται να οδηγούσαν σε κάποια διορθωτική κίνηση καθώς δεν υπήρχε εποπτεία στη λειτουργία τους.

Δεν αποτελεί λοιπόν σύμπτωση ότι απέτυχαν να αξιολογήσουν σωστά σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα στην αγορά στεγαστικών δανείων των ΗΠΑ. Όταν η αγορά ακινήτων στις ΗΠΑ κατέρρευσε τότε ξεκίνησε η κρίση.

Η κρίση σύντομα μεταδόθηκε μέσω Ην. Βασιλείου στην Ευρώπη και οδήγησε σε αυτό που στη δημόσια συζήτηση έχει χαρτογραφηθεί ως «κρίση χρέους» χωρών της Ε.Ε.

Σε πολλούς δεν είναι ακόμη κατανοητό ποιος υπήρξε ο ειδικός ρόλος των οίκων αξιολόγησης στην κρίση και πως μπορούσαν με τις αποφάσεις τους να επηρεάσουν την εξέλιξη της.

Ο ρόλος τους στην κρίση σχετίζεται με την βαθμολόγηση που δίνουν στα ομόλογα χωρών της ευρωζώνης και το θεσμικό πλαίσιο άσκησης νομισματικής πολιτικής στην ευρωζώνη από τη ΕΚΤ.

Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να κάνω μια αναφορά σε ζητήματα που σχετίζονται με την λειτουργία της ευρωζώνης.

Η μακρά εμπειρία δημοσιονομικής χαλαρότητας σε πολλές χώρες που ήταν υποψήφιες να συμμετάσχουν στην ευρωζώνη ώθησε χώρες όπως η Γερμανία να προτείνουν τη θέσπιση του Συμφώνου Ανάπτυξης και Σταθερότητας προκειμένου να τεθεί σε έλεγχο η δημοσιονομική πολιτική των χωρών της ευρωζώνης μετά την έναρξη της ΟΝΕ.

Αυτή υπήρξε μια συνειδητή επιλογή που προέκυψε από την εκτίμηση ότι οι αγορές μπορεί να αποτύχουν να πειθαρχήσουν χώρες με παράδοση στη δημοσιονομική χαλαρότητα.

Ο ρόλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης να επιβάλλει τη δημοσιονομική πειθαρχία υποβαθμίστηκε όταν παραβιάστηκαν οι κανόνες του από τη Γερμανία και τη Γαλλία το 2003 και αργότερα το 2005 τροποποιήθηκε.

Μετά την τροποποίηση του Συμφώνου η ΕΚΤ δέχτηκε πιέσεις να διευκολύνει το έργο των αγορών να επιβάλλουν αυτές τη δημοσιονομική πειθαρχία στην Ευρωζώνη.

Τελικά, το Νοέμβριο του 2005 η ΕΚΤ ανακοίνωσε ότι η αποδοχή των κρατικών ομολόγων, ως ενέχυρο στις πράξεις νομισματικής πολιτικής της, θα γίνεται υπό την προϋπόθεση ότι θα έχουν πιστοληπτική βαθμολόγηση από ένα επίπεδο και πάνω και ότι η βαθμολόγηση αυτή θα προέρχεται από τους τρεις γνωστούς οίκους αξιολόγησης. Σε αντίθεση λοιπόν με τα όσα ίσχυαν μέχρι και τον Νοέμβριο του 2005 η ΕΚΤ αναγνώριζε πλέον με θεσμοποιημένη πρόβλεψη ότι δεν θα κάνει δεκτά ως ενέχυρο τα ομολόγα χωρών με βαθμίδα κάτω από το Α.

Έτσι, μέσω της ΕΚΤ, εκχωρήθηκε ρόλος στις αγορές και τους οίκους αξιολόγησης να πειθαρχούν τη δημοσιονομική πολιτική των χωρών της ευρωζώνης γιατί απέτυχε στο ρόλο αυτό το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Αυτή η απόφαση της ΕΚΤ δημιούργησε μεταξύ άλλων και τις προϋποθέσεις για την κρίση χρέους στην Ευρώπη. Η ανησυχία για υποβάθμιση των ομολόγων μίας χώρας και πιθανή χρεοκοπία μπορούσε να εξελιχθεί σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Η απόφαση της ΕΚΤ διευκόλυνε τις αγορές να έχουν δυσμενή στάση σε βάρος ομολόγων χωρών με χαμηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση. Έτσι, σε συνθήκες πανικού στην αγορά –όπως συνέβη μετά το 2008- η πρόβλεψη για πιθανή απώλεια της βαθμολόγησης Α των ομολόγων μιας χώρας μπορεί να οδηγήσει σε πιστωτικό γεγονός στο βαθμό που η αγορά γνωρίζει ότι η ΕΚΤ δεν θα τα κάνει πλέον αποδεκτά.

Αυτή υπήρξε η εμπειρία χωρών της ευρωζώνης όπως η Ελλάδα που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης και κατέστη περισσότερο εμφανής μετά την απόφαση της Ντοβίλ τον Οκτώβριο του 2010.

Τότε δηλαδή που οι ηγέτες της Γαλλίας και της Γερμανίας αποφάσισαν ότι προϋπόθεση για να προσφύγει μια χώρα στο μηχανισμό στήριξης θα ήταν η αξιολόγηση βιωσιμότητας του χρέους και η αναδιάρθρωσή του σε περίπτωση που αυτό κρίνονταν μη βιώσιμο.

Μόλις ανακοινώθηκε αυτή η απόφαση οι επενδυτές άρχισαν να εγκαταλείπουν μαζικά ομόλογα χωρών του Νότου διότι πλέον το ενδεχόμενο κουρέματος των ιδιωτών επενδυτών ήταν ανοιχτό.

Επανέρχομαι τώρα στο ρόλο των οίκων. Μέχρι την κρίση του 2008 οι αξιολογήσεις των οίκων ήταν πολύ επιφανειακές και αδιαφανείς και δεν υπήρχαν συγκεκριμένα κριτήρια με τα οποία αξιολογούσαν τις χώρες.

Επιπλέον, δεν φάνηκαν να είναι ικανοί να μπορούν να εκτιμήσουν τους κινδύνους για ευρύτερες συστημικές κρίσεις.

Έτσι, οι οίκοι προχώρησαν πολύ αργά στις υποβαθμίσεις χωρών με μεγάλο χρέος (Βέλγιο, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία Πορτογαλία κλπ) παρά τη διαφαινόμενη ανοδική πορεία του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Για παράδειγμα στην περίπτωση της Ελλάδος ο πρώτος οίκος που άλλαξε την αξιολόγηση ήταν ο οίκος S&P’s μόλις τον Ιανουάριο του 2009, αφού για μια πενταετία δηλαδή από τον Νοέμβριο του 2004  και  μέχρι το 2009 δεν ασχολήθηκε καθόλου με την Ελλάδα παρ’ όλο που τα μακροοικονομικά της μεγέθη επιδεινώνονταν συνεχώς ειδικά μετά το 2007.

Πιθανότατα οι οίκοι άργησαν να αντιδράσουν επειδή  υπερεκτίμησαν την προστασία από χρεοκοπία που απολάμβαναν οι χώρες μέλη της ευρωζώνης.

Τελικά, όταν εκδηλώθηκε η κρίση, οι οίκοι αυτοί, με τις απότομες και μεγάλες υποβαθμίσεις στις αξιολογήσεις που πραγματοποίησαν  μετά την εκδήλωση της, θεωρήθηκαν υπεύθυνοι και για την επιδείνωση και διάχυση της στις χώρες της Ευρωζώνης.

Στους οίκους αυτούς ασκήθηκε κριτική ότι ήταν εκτεθειμένοι σε σύγκρουση συμφερόντων και στον ηθικό κίνδυνο. Οι αξιολογήσεις γίνονται μετά από αίτημα των πελατών τους (εκδότες ομολόγων) που πλήρωναν.

Η Ε.Ε. μετά την εκδήλωση της κρίσης υιοθέτησε τον Κανονισμό 1060/2009 για να ρυθμίσει τη λειτουργία των οίκων αξιολόγησης. Ο στόχος του αρχικού Κανονισμού ήταν να διασφαλίσει την αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων, την ενίσχυση της ποιότητας των βαθμολογήσεων και την ενίσχυση της διαφάνειας στις διαδικασίες αξιολόγησης.

Στη συνέχεια τον αναθεώρησε αρχικά με τον Κανονισμό 513/2011 και στην συνέχεια με τον Κανονισμό 462/2013. Η πρώτη τροποποίηση δεν άλλαξε τους στόχους του αρχικού Κανονισμού. Εξουσιοδότησε όμως την ESMA (European Securities and Markets Aythority) να εποπτεύει τους οίκους αξιολόγησης.

Με την δεύτερη τροποποίηση τέθηκε ως στόχος να εξαλειφθεί από την ευρωπαϊκή νομοθεσία μέχρι το 2020 οποιαδήποτε αναφορά σε αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας για ρυθμιστικούς σκοπούς και προτάθηκε στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να αναπτύξουν δικά τους εργαλεία αξιολόγησης.

Η στόχευση όμως για αποδέσμευση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας από τις αξιολογήσεις των οίκων υπονομεύεται από την κεντρική στόχευση που είναι η ενίσχυση της ποιότητας των βαθμολογήσεων και της διαφάνειας στη διαδικασία αξιολόγησης.

Με τη δεύτερη τροποποίηση προτάθηκε η θέσπιση ενός ευρωπαϊκού οίκου αξιολόγησης. Η πρόταση αυτή είναι αναποτελεσματική ως προς την επίλυση του προβλήματος στη λειτουργία των οίκων αξιολόγησης. Με εξαίρεση ενδεχομένως στο διαγνωσμένο πρόβλημα της «ευμενέστερης» αξιολόγησης των επιχειρήσεων ή κρατών που έχουν έδρα εκεί που εδρεύει ο οίκος αξιολόγησης. Η Ε.Ε. με την πρόταση αυτή επιδίωκε να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός και να περιοριστεί η  ισχυρή θέση που έχουν οι τρεις αυτοί οίκοι στις αγορές.

Η συγκεκριμένη πρόταση δεν έχει προχωρήσει ούτε έχει αυξηθεί ο ανταγωνισμός όπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών (ESMA).

Από την τελευταία έρευνα που δημοσιοποίησε προκύπτει ότι αν και η ESMA έχει στο μητρώο της καταχωρημένους 26 οίκους, οι 3 γνωστοί οίκοι εξακολουθούν να ελέγχουν μετά το 2012 πάνω από το 93% της αγοράς.

Οι οίκοι απάντησαν στην κριτική που τους ασκήθηκε,  καθιστώντας περισσότερο διαφανή τη διαδικασία των  αξιολογήσεων μετά το 2010. Επιπρόσθετα, τώρα στις αξιολογήσεις τους δίνουν πολύ μεγαλύτερη έμφαση στα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη.

Ένα ερώτημα που θέτουν πολλοί μετά την εμπειρία του 2008 είναι αν οι αξιολογήσεις εξακολουθούν να παίζουν κάποιο ρόλο στις αγορές;

Αν δηλαδή παρέχουν στις αγορές κάποια πρόσθετη πληροφόρηση πέρα από αυτήν που οι ίδιες έχουν;

Το ερώτημα αυτό δεν είναι αβάσιμο αν λάβει υπόψη κανείς το γεγονός ότι οι αγορές δεν αντέδρασαν όταν ανακοινώθηκε η υποβάθμιση της αξιολόγησης των βρετανικών ή η αναβάθμιση των Πορτογαλικών ομολόγων.

Έτσι, όταν το Ην. Βασίλειο έχασε την τελευταία αξιολόγηση του ΑΑΑ από την S&P’s μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για το Brexit αντί να πέσουν οι τιμές των ομολόγων αυτές αυξήθηκαν.

Αντίθετα, οι τιμές των ομολόγων ιδιαίτερα των χωρών του Νότου ενισχύθηκαν το 2012 μετά την περίφημη ομιλία του Προέδρου της ΕΚΤ κ. Ντράγκι ο οποίος δήλωσε τότε «είμαι έτοιμος να κάνω ότι χρειάζεται για να σωθεί το ευρώ» παρά το γεγονός ότι η βαθμολόγηση των οίκων δεν άλλαξε.

Ακόμη και μετά την αποτυχία τους στην πράξη οι αξιολογήσεις των οίκων  εξακολουθούν να επηρεάζουν την πορεία  χωρών που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης.

Αυτό συμβαίνει, όπως προαναφέρθηκε, εξαιτίας του θεσμικού πλαισίου άσκησης της νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ.

Μια πρόταση που έχει διατυπωθεί για να ξεπεραστεί αυτό το πρόβλημα είναι να αποσυνδέσει η ΕΚΤ την αποδοχή των ομολόγων χωρών  της ευρωζώνης από την αξιολόγηση που έχουν από τους οίκους αξιολόγησης. Η αποδοχή τους θα μπορούσε να γίνεται με βάση αξιολογήσεις της ίδιας της ΕΚΤ ή του ESM αν τελικά μετασχηματιστεί σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.

Με αυτά τα δεδομένα είναι προφανές ότι η στόχευση της Ελλάδας για την πορεία μετά τα μνημόνια και την επιστροφή σε βιώσιμη ανάπτυξη μέσω της προσέλκυσης επενδύσεων εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις αξιολογήσεις των οίκων. Τα εμπειρικά δεδομένα συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η προσέλκυση επενδύσεων βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα επηρεάζεται από τις αξιολογήσεις.

Μια επιπλοκή από την κριτική που δέχθηκαν οι οίκοι και θα επηρεάσει την Ελλάδα είναι ότι θα γίνουν υπερβολικά επιφυλακτικοί στο να αποτιμούν την βελτίωση. Έτσι οι αναβαθμίσεις θα γίνονται με τέτοια καθυστέρηση που τελικά να είναι «παλαιά νέα» στα οποία η αγορά θα έχει αντιδράσει νωρίτερα.

Μια άλλη επιπλοκή είναι ότι θα γίνουν πιο συντηρητικοί προς το άγνωστο και καινούργιο και έτσι σε φάση ανόδου των επιτοκίων οι αναλύσεις τους για επιχειρήσεις – ειδικά χωρών περιφέρειας, εσωστρεφών και ΜΜΕ- που στοχεύουν σε μεγέθυνση να είναι πολύ συντηρητικές και να υποσκάπτουν τους όρους χρηματοδότησης και τις προοπτικές τους.

Σήμερα, τα Ελληνικά ομόλογα εξακολουθούν να ανήκουν στην βαθμίδα των «σκουπιδιών» junk bonds. H ΕΚΤ δεν αναμένεται να κάνει καμία εξαίρεση στους κανόνες της και έτσι οι ελληνικές τράπεζες θα χάσουν το waiver, όπως έγινε και στην περίπτωση της Κύπρου στις αρχές του 2016, και έτσι τα ελληνικά ομόλογα, δεν θα γίνονται αποδεκτά από την ΕΚΤ για τις πράξεις χρηματοδότησης και δεν συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Η απώλεια αυτής της «εγγύησης» της ΕΚΤ αναμένεται να επηρεάσει τις διαθέσεις των επενδυτών.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οφείλει  να αξιολογήσει σε ποιες πολιτικές πρέπει να δώσει άμεση προτεραιότητα ώστε να εξασφαλίσει αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης. Η αναβάθμιση στα ομόλογα θα πρέπει να έρθει το συντομότερο δυνατόν καθώς η χώρα προετοιμάζεται για την κάλυψη των μελλοντικών της δανειακών αναγκών αποκλειστικά από τις αγορές.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα νέα κριτήρια αξιολόγησης που υιοθέτησαν οι οίκοι μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η συνέχιση του προγράμματος των μεταρρυθμίσεων με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την επιτάχυνση της αναδιάρθρωσης του παραγωγικού προτύπου υπέρ του τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών, πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα των κυβερνητικών επιλογών.

Η αξιοπιστία του οδικού χάρτη για παροχή νέων ελαφρύνσεων στο ελληνικό χρέος, ειδικά αν περιορίζει τους κινδύνους που απορρέουν από ασθενέστερο, από το αναμενόμενο, μελλοντικό ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης, θα διευκόλυναν επίσης τις αποφάσεις τους όπως και η πολιτική σταθερότητα και η διαχρονική συνέπεια των πολιτικών.

Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στη μεταμνημονιακή πορεία της χώρας αυτό συνδέεται με το σχεδιασμό της κυβέρνησης να διασφαλίσει αυτό που η ίδια αποκαλεί «καθαρή» έξοδο στις αγορές ώστε να εξασφαλίσει βαθμούς ελευθερίας για να ακυρώσει ή να αναστείλει το πρόγραμμα  μεταρρυθμίσεων.

Ουσιαστικά η κυβέρνηση επιδιώκει την επονομαζόμενη «καθαρή έξοδο» προκειμένου να κάνει μετά ακριβώς το αντίθετο από ότι χρειάζεται για να επιτυχής η «καθαρή έξοδος» και να διατηρήσει η χώρα την πρόσβαση στις αγορές. Μάλιστα προαναγγέλλει τις προθέσεις της! Αυτό θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην αξιολόγηση της χώρας. Θα διαμορφώσει υψηλά το κόστος δανεισμού της περιορίζοντας ακόμη περισσότερο το δημοσιονομικό χώρο και τις αναπτυξιακές προοπτικές.

Οκτώ χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης οι αξιολογήσεις των τριών οίκων  θα καθορίσουν σε σημαντικό βαθμό αυτήν την φορά την μεταμνημονιακή πορεία της Ελλάδας. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να παραγνωρίσει την πραγματικότητα αυτή για να χτίσει την πολιτική αφήγηση περί «καθαρής» εξόδου. Ούτε και οι επόμενες κυβερνήσεις αφού πολιτική σταθερότητα και διαχρονική συνέπεια των πολιτικών θα επηρεάζουν την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας.

Η σημερινή πρώτη συνεδρίαση της Κεντρικής Πολιτικης Επιτροπής του Κινήματος Αλλαγής πραγματοποιείται 18 περίπου μήνες πριν την Συνταγματική ημερομηνία για την διεξαγωγή των εκλογών.

Στην πραγματικότητα ο χρόνος που έχουμε στη διάθεση μας για να προετοιμαστούμε είναι πολύ λιγότερος αφού όπως όλα δείχνουν οι εκλογές θα διεξαχθούν στο διάστημα μεταξύ φθινοπώρου 2018 και Άνοιξης 2019.

Σε αυτό το περιορισμένο χρονικό διάστημα θα πρέπει να καταβάλλουμε προσπάθεια για να πετύχουμε τους δύο κομβικούς αλλά δύσκολους στην επίτευξη πολιτικούς στόχους:

  • Να αποκαταστήσουμε στη συνείδηση των πολιτών την αξιοπιστία της πολιτικής ως του προνομιακού χώρου επίλυσης των σύνθετων οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων που μας κληροδότησε η κρίση.
  • Να αναδειχθούμε ως ο ισχυρός αντίπαλος της δεξιάς κάτι που μεταξύ άλλων προϋποθέτει την στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο μεγάλος κίνδυνος που διατρέχει η πολιτική ζωή στην χώρα είναι η αυξανόμενη αποστασιοποίηση των πολιτών από την πολιτική.

Αυτό υπήρξε το αποτέλεσμα του απαξιωτικού και μηδενιστικού λόγου για την εκάστοτε κυβέρνηση και το έργο της που υιοθετούσαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης ιδιαίτερα τα λαϊκιστικά κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Ήταν όμως και το αποτέλεσμα της παρατεταμένης διάρκειας της κρίσης και της μεγάλης απώλειας σε όρους ΑΕΠ και θέσεων εργασίας.

Οι μεγάλες απώλειες της Ελλάδας σε σχέση με αυτές άλλων χωρών που μπήκαν στα μνημόνια οφείλεται αφενός στο μεγαλύτερο μέγεθος των προβλημάτων στην έναρξη της κρίσης και αφετέρου στο γεγονός ότι η αντιπολίτευση δεν συναίνεσε στην υλοποίηση των αναγκαίων αλλαγών από τη στιγμή που η χώρα έχασε την πρόσβαση στις αγορές. Ας μην ξεχνούμε τη στάση που τήρησε η ΝΔ από τον Οκτώβριο του 2009 μέχρι και τον Μάιο του 2012. Ούτε αυτή που τήρησε ο ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο μέχρι και τον Δεκέμβρη του 2014.

Στις άλλες χώρες υπήρξαν συναινέσεις και συνεννοήσεις και η πολιτική αντιπαράθεση έμεινε στα πεδία πολιτικής πέρα από αυτά που σχετίζονταν με την υλοποίηση των αναγκαίων αλλαγών για να ξεπεραστεί η κρίση.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο γεγονός η απαξίωση της πολιτικής στην Ελλάδα ούτε πρέπει να υποτιμούμε τους κινδύνους για την πολιτική σταθερότητα από τη πρωτοφανή μείωση του ποσοστού συμμετοχής στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 στο 56%.

Διαφορετικά κινδυνεύουμε να δούμε στο προσεχές μέλλον ένα μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας να γυρίζει την πλάτη στην πολιτική και να γοητεύεται από ακραίες και εξωθεσμικές επιλογές. Πολύ περισσότερο αν η χώρα κάποια στιγμή στο προσεχές μέλλον εκτεθεί στις συνέπειες μιας νέας εξωγενούς κρίσης.

Σήμερα δέκα χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης και οκτώ χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε ότι η έξοδος από τα μνημόνια δεν διασφαλίζει οριστική και ασφαλή έξοδο από την κρίση.

Ότι η ασφαλής και οριστική έξοδος από την κρίση προϋποθέτει ορισμένες ελάχιστες συνεννοήσεις μεταξύ των οποίων είναι το θέμα της ελάφρυνσης του χρέους και της αναθεώρησης των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα, το Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων, η αναθεώρηση του Συντάγματος τα θέματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας.

Από τα προαναφερθέντα ζητήματα ειδικά η αναθεώρηση του Συντάγματος προϋποθέτει εξ ορισμού την επίτευξη ευρύτερων συναινέσεων.

Με δεδομένο ότι η ΝΔ που είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων το 2013, οπότε μπορούσε να ξεκινήσει η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, δεν το έπραξε τότε, δεν έχουμε το περιθώριο σήμερα να καθυστερήσουμε άλλο. Πιστεύω ότι αυτό έγινε κατανοητό και από τον κ. Μητσοτάκη και για αυτό τροποποίησε την αρχική του στάση.

Ας μην μπερδεύουν λοιπόν κάποιοι την αξιακή πολιτική επιλογή για ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις που έχει ανάγκη η χώρα με τη συμπόρευση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί στην πρόταση μας για συναινέσεις περιλαμβάνεται και η ΝΔ.

Σε κάθε περίπτωση ας γίνει κατανοητό ότι η αντίθεση της εκλογικής μας βάσης να συμμετέχει ένα στέλεχος μας μετά τις εκλογές ως Υπουργός σε μια Κυβέρνηση υπό τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ισοδύναμη με την αντίθεση της να συμμετάσχουν τα στελέχη μας σε Κυβέρνηση υπό τη ΝΔ.

Ας παραμερίσουν λοιπόν κάποιοι το άγχος της μελλοντικής τους υπουργοποίησης σε κυβερνήσεις άλλων.

Διότι το ιστορικό μας καθήκον είναι να εργαστούμε ώστε να αποκτήσουμε αυτόνομο πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της χώρας.

Έτσι θα  επιβάλλουμε τους όρους και τις προϋποθέσεις συναινέσεων για τις απαραίτητες αλλαγές, αντί να αυτοεγκλωβιζόμαστε στο ρόλο του χρήσιμου κυβερνητικού συνεργάτη.

Σε ό,τι αφορά τον στόχο μας για στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ αυτός ξεκινά από την εκτίμηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει ούτε μπορεί να διασφαλίσει την οριστική και ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση.

Άλλωστε η κρίση και ο άκρατος λαϊκισμός του έφεραν τον ΣΥΡΙΖΑ στη θέση που είναι σήμερα.

Τώρα που κατέρρευσε η τεχνητή διαίρεση μνημονιακών – αντιμνημονιακών δυνάμεων ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να κρυφτεί πίσω από μια νέα τεχνητή διαίρεση:

«το νέο και ηθικό» έναντι του «παλιού και διεφθαρμένου».

Η πραγματική όμως σύγκρουση σήμερα στην Ελλάδα είναι μεταξύ των προοδευτικών δυνάμεων της αλήθειας και της ευθύνης όπως το Κίνημα Αλλαγής, που  προτάσσουν τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών, έναντι των συντηρητικών δυνάμεων, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ, που προτάσσουν το συμφέρον του κόμματος και των στελεχών του και θέτουν σε δεύτερη μοίρα το συμφέρον της χώρας και της κοινωνίας.

Η πραγματική σύγκρουση σήμερα είναι μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων όπως το Κίνημα Αλλαγής που θέλουν να κατεδαφίσουν το πελατειακό κράτος και να οικοδομήσουν ανοικτούς πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς και των δυνάμεων όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ που επιδιώκουν να κτίσουν το δικό τους πελατειακό κράτος και να συντηρούν κλειστούς πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς.

Για αυτό θεωρούμε αναγκαία την στρατηγική  ήττα του ΣΥΡΙΖΑ.

Ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζουμε ότι θα οδηγήσει τη χώρα σε νέα πολιτικά οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα η αντικατάσταση του πελατειακού κράτους του ΣΥΡΙΖΑ με αυτό της ΝΔ αν στις επόμενες εκλογές κερδίσει η ΝΔ.

Ας επικεντρωθούμε λοιπόν στη χάραξη μιας αυτόνομης πορείας.

Μόνο αυτός ο ρόλος ταιριάζει στη Δημοκρατική Παράταξη ώστε να εργαστεί για την οριστική και ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση.

Και σε αυτή την μάχη οφείλουμε όλοι να συστρατευτούμε.

Αυτό το τριήμερο είμαστε εδώ γιατί πήραμε μια μεγάλη απόφαση, να ενώσουμε τις δυνάμεις μας και να εργαστούμε για την οριστική και ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση.

Να διασφαλίσουμε ότι η χώρα δεν θα χάσει άλλη μια δεκαετία.

Να  παραδώσουμε στην επόμενη γενιά μια Ελλάδα καλύτερη από αυτή που παραλάβαμε από τους γονείς μας.

Να παλέψουμε με τα άλλα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά και προοδευτικά κόμματα για μια Ευρώπη προοδευτική που θα δίνει στον κοινωνικό πυλώνα την ίδια βαρύτητα με τον οικονομικό πυλώνα.

Να βάλουμε ως στόχο στην Ευρώπη την ολοκλήρωση όχι μόνο της τραπεζικής ένωσης αλλά και της δημοσιονομικής ένωσης.

Φίλες και φίλοι,

Το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης του 2008 οδήγησε σε ορισμένα πολιτικά παράδοξα.

Το πρώτο παράδοξο είναι ότι ενώ στην πράξη ηττήθηκαν οι νεοφιλελεύθερες απόψεις για την πλήρη και ανεξέλεγκτη απελευθέρωση των αγορών το πολιτικό τίμημα δεν το πλήρωσαν τα δεξιά κόμματα που υπερασπίστηκαν αυτές τις απόψεις.

Το πλήρωσαν τα κόμματα της κεντροαριστεράς, της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

Ένα δεύτερο πολιτικό παράδοξο είναι ότι – με εξαίρεση την Ελλάδα – την υποχώρηση της κεντροαριστεράς δεν την καρπώνεται η ριζοσπαστική αριστερά ή όποια άλλη εκδοχή της αριστεράς.

Κερδισμένα βγαίνουν λαϊκιστικά κόμματα κυρίως της άκρας η της εθνικιστικής Δεξιάς, τα οποία προσελκύουν πρώην ψηφοφόρους των σοσιαλιστών.

Προωθώντας ως λύση στα σύνθετα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα τον πολιτικό και οικονομικό εθνικισμό και την ξενοφοβία.

Εύλογα λοιπόν με βάση  την εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας τίθεται το ερώτημα;

Ποιο είναι το μέλλον της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη;

Μπορεί αυτή να αποκτήσει ξανά πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή;

Η απάντηση είναι ναι αλλά θέλει πολύ δουλειά.

Για να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη των πολιτών πρέπει να  επαναπροσδιορίσουμε την ταυτότητα μας.

Να ορίσουμε τις νέες κοινωνικές συμμαχίες.

Να απαντήσουμε στις σημερινές αγωνίες των πολιτών και ιδιαίτερα στον φόβο, την έλλειψη αυτοπεποίθησης και προοπτικής και την γενικευμένη ανασφάλεια σε όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής που προκύπτουν από την παγκοσμιοποίηση και την ασυδοσία της ελεύθερης αγοράς, την έκρηξη της τεχνολογίας, την γήρανση και τις προσφυγικές ροές.

Αυτή είναι η αναγκαία προϋπόθεση για να ανακτήσουμε κεντρικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της χώρας μας.

Για το σκοπό αυτό είναι χρήσιμο να κωδικοποιήσουμε τα συμπεράσματα σχετικά με τα αίτια που οδήγησαν στην πτωτική πορεία της κεντροαριστεράς στην Ευρώπη.

1)  Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι οι κυβερνητικές συνεργασίες των σοσιαλιστών με τον ιστορικό τους αντίπαλο, δηλαδή τα δεξιά κόμματα, κοστίζουν εκλογικά. Αυτό προκύπτει από την εμπειρία της Γερμανίας και της Ολλανδίας, όπου το SPD και το Εργατικό Κόμμα έχασαν σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων τους. Αντίστοιχη είναι και η εμπειρία του ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα.

2)  Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η μείωση των εγγεγραμμένων μελών και η απαξίωση της θεσμικής λειτουργίας των κομμάτων οδήγησαν στη μείωση της εκλογικής τους επιρροής, εξαιτίας της αποκοπής από την εκλογική τους βάση. Όταν οι πολίτες νιώθουν ότι δεν τους ρωτούν, ότι δεν τους λαμβάνουν υπόψη, τότε γυρίζουν την πλάτη στο κόμμα τους, στην πολιτική, αδιαφορούν.

3)  Η πτωτική πορεία των σοσιαλιστικών κομμάτων στην Ευρώπη δεν σχετίζεται μονοσήμαντα με τα μνημόνια και τις πολιτικές λιτότητας. Από τις χώρες στις οποίες έγιναν εκλογές το 2017 και έχασαν τα σοσιαλιστικά κόμματα καμία δεν είχε την εμπειρία των μνημονίων. Αντίθετα, στην Πορτογαλία οι σοσιαλιστές που διαπραγματεύτηκαν το πρώτο και μοναδικό μνημόνιο της χώρας στις εκλογές του 2016 συγκράτησαν τις δυνάμεις τους.

4)  Τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα χάνουν έδαφος γιατί δεν εμπλούτισαν τις προγραμματικές τους θέσεις με προτάσεις για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, που να δίνει πειστικές απαντήσεις στα πραγματικά προβλήματα που τους απασχολούν, όταν φάνηκε ότι το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο δεν ανταποκρίνονταν στα νέα δεδομένα που συνδιαμόρφωναν η παγκοσμιοποίηση και η  θεσμικά ατελής ευρωζώνη.

Έτσι, στα χρόνια μετά την κρίση σε χώρες της Ευρώπης μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα οι ανισότητες άρχισαν  να διογκώνονται και να αυξάνονται τα φαινόμενα ακραίας φτώχειας.

Κυρίως γιατί μεγάλα τμήματα του πληθυσμού βρέθηκαν χωρίς δουλειά ή γιατί οι μισθοί δεν ήταν ικανοποιητικοί.

Αντίθετα, ισχυρές επιχειρήσεις με τεράστια κέρδη αλλά και πολίτες με υψηλά εισοδήματα αξιοποιούν κάθε δυνατότητα, νόμιμη ή μη, για να αποφύγουν τη φορολόγηση. Στερώντας από το κράτος φορολογικά έσοδα για να στηρίξει τις κοινωνικές παροχές που ήταν ιδιαίτερα αναγκαίες στα χρόνια της κρίσης.

Σε αυτές τις μεγάλες προκλήσεις καλείται σήμερα το Κίνημα Αλλαγής να καταθέσει προς συζήτηση  τις δικές του προτάσεις για την Ελλάδα της επόμενης ημέρας.

Οι προγραμματικές μας αναζητήσεις δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι μια παραλλαγή του παλαιού εθνικού κεϋνσιανισμού που ευνοούσε σε συνθήκες κρίσης την αύξηση των κρατικών δαπανών για να στηριχτεί  η οικονομία ανεξάρτητα από τα αίτια της κρίσης.

Σήμερα αυτή η πολιτική δεν είναι χρήσιμη στις χώρες της Ευρωζώνης, ειδικά τις υπερχρεωμένες όπως η Ελλάδα.

Τώρα ήρθε η ώρα να ανοίξει η συζήτηση για τη δημοσιονομική ένωση της Ευρώπης με προϋπολογισμό που θα επιτρέπει να στηριχτούν χώρες ή περιοχές που πλήττονται από την κρίση.

Δεν είναι όμως λύση ούτε οι γενικόλογες αναφορές για προγραμματική στροφή προς τα αριστερά. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη το είδαμε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Αλλά ποια αριστερά; Αυτή που στην Ελλάδα συνεργάζεται με τους ακροδεξιούς των ΑΝΕΛ;

Που εργαλειοποιεί τους θεσμούς;

Που ξαναχτίζει το πελατειακό κράτος που μας οδήγησε στην κρίση και την κατάρρευση;

Που αντιμετωπίζει ιδεοληπτικά τις ξένες επενδύσεις και την ανάγκη για παραγωγή νέου πλούτου;

Φίλες και φίλοι,

Το Κίνημα Αλλαγής σήμερα καταθέτει τις προτάσεις του για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο και την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.

Οι προτάσεις μας βάζουν ως προτεραιότητα πως θα βγει η χώρα από την κρίση οριστικά και με ασφάλεια.

Προσδιορίζουμε τις διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που πρέπει να προκρίνουμε για να αλλάξει το παραγωγικό πρότυπο της χώρας μας.

Να δημιουργηθούν επιχειρήσεις ανταγωνιστικές και εξωστρεφείς που θα προσφέρουν νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας με καλούς μισθούς.

Αλλαγές που θα προετοιμάσουν τη χώρα ώστε να είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει χωρίς οικονομικό και κοινωνικό κόστος ή με πολύ μικρότερο από αυτό που βιώσαμε,  κρίσεις που μπορεί να εκδηλωθούν μελλοντικά.

Θέλουμε η Ελλάδα να γίνει η χώρα που θα προσελκύει ξένες και εγχώριες επενδύσεις  για τη δημιουργία νέων και ποιοτικών θέσεων εργασίας για την αντιμετώπιση της μακροχρόνιας ανεργίας και την καταπολέμηση των ανισοτήτων, που ενισχύθηκαν την τελευταία δεκαετία.

Αυτές οι προτεραιότητες γίνονται σημείο αιχμής των προγραμματικών μας προτάσεων.

Προτείνουμε τη συγκρότηση μιας νέας κοινωνικής συμμαχίας, που θα εκφράσει όχι μόνο τις υγιείς παραγωγικές δυνάμεις αλλά και τις αγωνίες αυτών που χτυπήθηκαν από την κρίση και την παγκοσμιοποίηση.

Αναγνωρίζουμε την ανάγκη για ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις σε κεντρικούς στόχους που αφορούν τη συζήτηση για το χρέος και τη μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα στα οποία δεσμεύτηκε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μέχρι το 2022 εξαιτίας του τεράστιου ελλείμματος αξιοπιστίας που δημιούργησαν οι επιλογές της το 2015.

Ένα έλλειμμα αξιοπιστίας που οδήγησε στην επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων και κόστισε την επιστροφή στην ύφεση το 2015 και 2016 και τον ορισμό αυτών των φιλόδοξων στόχων για τα πλεονάσματα που δυσκολεύουν τη μετάβαση σε διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Μόνο με ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις θα ξεφύγουμε από την παγίδα των σειρήνων του εθνολαικισμού.

Έτσι θα θωρακίσουμε τη δημοκρατία.

Έτσι μόνο δεν θα χάσουμε άλλη μια δεκαετία.

Σε ότι αφορά τη διασφάλιση της πολιτικής σταθερότητας, προϋπόθεση για τη μετάβαση σε διατηρήσιμη ανάπτυξη, δεν μπορεί το Κίνημα Αλλαγής να εξωθείται από διάφορα κέντρα σε ένα συμπληρωματικό ρόλο  συνεργασίας είτε με τη δεξιά είτε με την αριστερή συντήρηση (ΝΔ ή το ΣΥΡΙΖΑ).

Έχουμε τις προοδευτικές προγραμματικές μας θέσεις και τις θέτουμε στην κρίση των πολιτών.

Αν από το εκλογικό αποτέλεσμα τεθεί ζήτημα κυβερνητικών συνεργασιών ας μας πούνε ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ αν συμφωνούν με το πρόγραμμά μας και τις προτεραιότητες που θέτουμε για τη χώρα.

Ας μας πουν αυτοί ποιον επιλέγουν για συνεργασία και με βάση ποιο σχέδιο για τη χώρα.

Εμείς, όταν έπρεπε, επιδείξαμε εθνικά υπεύθυνη στάση όταν, αυτοί που σήμερα αγωνιούν να κτίσουν  ένα νέο δικομματισμό, ύψωναν τα λάβαρα του αντιμνημονίου με τα «Ζάππεια» ή τα «προγράμματα Θεσσαλονίκης».

Φίλες και φίλοι,

Έχουμε το πολύ 18 μήνες μπροστά μας  μέχρι τις εκλογές.

Η επόμενη μάχη θα είναι η πιο κρίσιμη για την πορεία της ελληνικής κεντροαριστεράς και τις δυνάμεις του δημοκρατικού σοσιαλισμού.

Η επίτευξη των εκλογικών στόχων του Κινήματος Αλλαγής προϋποθέτει την αξιοποίηση όλων των μελών και την ενεργό συμμετοχή τους.

Για να ανακτήσει η πολιτική την χαμένη αξιοπιστία της  στη συνείδηση των πολιτών οι πολίτες πρέπει να συμμετέχουν στη διαμόρφωση της πολιτικής.

Η πρόκληση για το Κίνημα Αλλαγής είναι μεγάλη, όπως και οι ευθύνες όλων μας.

Με  την προγραμματική μας ανανέωση αλλά και την ενεργοποίηση των 210 χιλιάδων πολιτών που προσήλθαν στις εκλογές θα το πετύχουμε.

Ας τολμήσουμε.

Όχι για εμάς αλλά για την Ελλάδα.

Την Ελλάδα της δημιουργίας, της προόδου, της ανεκτικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Για αυτήν αγωνιζόμαστε και σε αυτόν τον αγώνα σας καλώ να συστρατευτούμε.

Θέλω να εκφράσω την ικανοποίησή μου για τη σημερινή σας παρουσία στην εκδήλωση για τον προσυνεδριακό διάλογο του Κινήματος Αλλαγής.

Είμαστε στο ξεκίνημα μιας μεγάλης πορείας που θα καταστήσει το Κίνημα Αλλαγής την ισχυρή δύναμη που θα παλεύει για την προοδευτική πορεία της χώρας συγκρουόμενη με τη δεξιά και αριστερή συντήρηση.

Για να διασφαλιστεί ότι η πορεία της χώρας μελλοντικά θα είναι σταθερή και ασφαλής.

Ότι οι πολίτες θα ξαναγίνουν οι πρωταγωνιστές των εξελίξεων συμμετέχοντας στη διαμόρφωση των πολιτικών που αφορούν αυτούς και τα παιδιά τους.

Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για εμάς.

Και ξεκινάμε τώρα το διάλογο με τους πολίτες.

Να τους ακούσουμε.

Να τους αποδείξουμε ότι καταλαβαίνουμε το φόβο που νοιώθουν και την αγωνία τους για τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, στην Ευρώπη ή και πέρα από αυτή.

Ότι μέλημά μας στο σχεδιασμό των προτάσεων μας είναι να απαντήσουμε στην αγωνία τους και να διασφαλίσουμε ότι η Ελλάδα μπορεί να γίνει μια ευνομούμενη χώρα που θα προσελκύσει επενδύσεις και θα έχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Ώστε να δημιουργηθούν νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας με μισθούς που θα εξασφαλίζουν αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο για την οικογένεια τους.

Είμαστε εδώ για να κτίσουμε ξανά μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

Μια σχέση που θα αποκαταστήσει στα μάτια τους το ρόλο της πολιτικής ως το προνομιακό πεδίο στο οποίο θα αντιμετωπίζονται τα σύνθετα οικονομικά και  κοινωνικά προβλήματα.

Γιατί, όσο η πολιτική απαξιώνεται στη συνείδηση των πολιτών τόσο πιο πιθανό και ευκολότερο γίνεται το ενδεχόμενο εξωθεσμικών παρεμβάσεων που θα λειτουργήσουν σε βάρος της δημοκρατίας, των εθνικών θεμάτων αλλά και των πολιτών

  1. Εθνικά θέματα.

Είμαστε σε μια εποχή έντονων προβλημάτων στα Εθνικά θέματα.

Σε μια περίοδο που η ελληνική οικονομία πρέπει να προχωρήσει με τολμηρά βήματα για να βγει οριστικά και με ασφάλεια από την κρίση.

Όμως, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ αποδεικνύει με τις επιλογές της, για μια ακόμη φορά, ότι δεν ενοχλείται από το γεγονός ότι θέτει σε κίνδυνο την πορεία και τα συμφέροντα της χώρας.

Όλα αυτά τη στιγμή που η Τουρκία έχει εντείνει την προκλητικότητά της στο Αιγαίο και την Κύπρο καταπατώντας τις διεθνείς συνθήκες και το διεθνές δίκαιο.

Αμφισβητεί κατά τρόπο απαράδεκτο τα ελληνικά κυρίαρχα δικαιώματα στα Ίμια.

H αδράνεια και η χαλαρότητα με την οποία η Κυβέρνηση χειρίστηκε το θέμα δεν εξυπηρετεί τα εθνικά μας συμφέροντα.

Οι στιγμές απαιτούν σοβαρότητα και εθνική συνεννόηση.

Το ΚΙΝΗΜΑ ΑΛΛΑΓΗΣ επιζητεί ειρηνικές σχέσεις με τη γειτονική μας χώρα στο πλαίσιο και στη βάση των αρχών και των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συνθηκών.

Αλλά και στο ζήτημα των σχέσεων μας με τη FYROM, το Κίνημα Αλλαγής, έχει υποστηρίξει την ανάγκη επίλυσης του προβλήματος της ονομασίας της.

Θέλουμε λύση συνολική και  αποτελεσματική που θα  διασφαλίζει πλήρως τα εθνικά συμφέροντα.

Μια Ενιαία Συνθήκη με νομικά δεσμευτικές εγγυήσεις που θα αποτρέπουν ενέργειες αλυτρωτισμού, προπαγάνδας και καταστρατήγησης των όσων θα συμφωνηθούν.

Με σύνθετη ονομασία για όλες τις χρήσεις.

Η τυχόν «σαλαμοποίηση» της λύσης, θα δημιουργήσει μεγαλύτερα προβλήματα στο μέλλον από αυτά που υποτίθεται πως θα λύσει.

Με βάση αυτά θα κρίνουμε και την τελική πρόταση της κυβέρνησης.

  1. Υπόθεση Novartis

Σε αυτές τις συνθήκες το συμφέρον της χώρας επιβάλλει να μείνουμε μακριά από άγονες πολιτικές αντιπαραθέσεις που δυσκολεύουν τη διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας.

Όμως η κυβέρνηση υπηρετεί μόνο το  δόγμα «ή εμείς ή αυτοί» και αδιαφορεί για τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών.

Στόχος της η εξόντωση των πολιτικών της αντιπάλων με οποιονδήποτε τρόπο όπως φαίνεται και από τον τρόπο που τώρα χειρίζεται την υπόθεση Novartis.

Το Κίνημα Αλλαγής από την πρώτη στιγμή ζήτησε την πλήρη διαλεύκανση όλων των πτυχών του σκανδάλου Novartis.

Ενός σκανδάλου που έχει πληρωθεί ακριβά από τους Έλληνες.

Ιδιαίτερα την περίοδο διακυβέρνησης της ΝΔ 2004-2009 οπότε η φαρμακευτική δαπάνη υπερδιπλασιάστηκε.

Από 2,43 δις ευρώ ανέβηκε στα 5,1 δις ευρώ.

Αντιθέτως,  επί Κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ του 2009,  με αρχή το  2010 η φαρμακευτική δαπάνη μειώθηκε δραστικά με εξυγιαντικά μέτρα που βαρύνουν εξ ολοκλήρου τις φαρμακευτικές εταιρείες.

Τα μέτρα αυτά τα πολέμησε ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος από το 2015 δεν ανέλαβε καμία περαιτέρω προσπάθεια μείωσης, ενώ με πράξεις και παραλείψεις των Υπουργών του ευνόησε τους κερδοσκόπους.

Το Κίνημα Αλλαγής  ζητά να χυθεί παντού άπλετο φως και θα στηρίξει όλες τις ενέργειες της Δικαιοσύνης για την αναζήτηση της αλήθειας, προς πάσα κατεύθυνση ανεξαιρέτως.

Το Κίνημα Αλλαγής θα υπερψηφίσει στην Βουλή την πρόταση προανακριτικής επιτροπής.

  1. Για τη δήθεν «έξοδο από την κρίση».

Τις επόμενες ημέρες η Γραμματεία που ανέλαβε την ευθύνη για την εκπόνηση του προγράμματος του Κινήματος Αλλαγής θα παρουσιάσει τις προτάσεις της.

Αυτές θα τεθούν προς συζήτηση στον προσυνεδριακό διάλογο αλλά και κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου.

Οι πολίτες βλέπουν τις προοπτικές αλλά και τις επιδόσεις της χώρας να απέχουν πολύ από τις διακηρύξεις της κυβέρνησης.

Παρακολουθούν την απέλπιδα προσπάθεια της κυβέρνησης να χτίσει το νέο ιδεολόγημά της ότι η έξοδος από τα μνημόνια συνεπάγεται και έξοδο της χώρας από την κρίση.

Με τη νέα αφήγηση περί «καθαρής εξόδου» τα «επεισόδια» της τριλογίας του ΣΥΡΙΖΑ ολοκληρώνονται.

Το πρώτο επεισόδιο ήταν θα σκίσουμε τα μνημόνια, θα τα καταργήσουμε με ένα νόμο και με ένα άρθρο.

Το δεύτερο αφορούσε το περίφημο «παράλληλο πρόγραμμα».

Τώρα παρουσιάζουν τη δήθεν «καθαρή έξοδο».

Αλλά τους έχουν πια όλοι καταλάβει.

Βλέπουν ότι αυτό το πρόγραμμα του κ. Τσίπρα με την υπερφορολόγηση και τις περικοπές δαπανών τους κρατάει για λίγο ακόμα στην εξουσία με στόχο τελικά να κληροδοτήσουν όλα τα προβλήματα στην επόμενη κυβέρνηση και όχι να λύσουν τα προβλήματα της χώρας.

Ο κ. Τσίπρας έχει ήδη «φροντίσει» να δεσμεύσει τη χώρα για πολλά χρόνια αφού έχει ήδη συμφωνήσει  και προκαταβολικά νομοθετήσει:

  • Δεσμεύσεις για δυσβάσταχτα πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ ως το 2022,
  • Δεσμεύσεις για πλεονάσματα μετά το 2023 περίπου 2% ως το 2060,
  • Την παράδοση του εθνικού πλούτου για 99 χρόνια,
  • Την αποδοχή των νέων περικοπών στις συντάξεις και την μείωση του αφορολόγητου για μισθωτούς και συνταξιούχους.

Η πορεία της οικονομίας αποδεικνύει πως με την πολιτική των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ δεν είναι δυνατή η οριστική και ασφαλής έξοδος από την κρίση.

Ο ρυθμός ανάπτυξης παραμένει ιδιαίτερα αναιμικός.

Μετά από 9 χρόνια ύφεσης και στασιμότητας το 2018 ήταν η πρώτη χρονιά με ανάπτυξη.

Όμως η ανάπτυξη αυτή είναι κάτω από το στόχο που είχε θέσει η κυβέρνηση για 2,7% με ευθύνη της κυβέρνησης.

Γιατί με την υπέρ-απόδοση στα πρωτογενή πλεονάσματα αφαιρεί χώρο από την ανάπτυξη για να ασκήσει πολιτική ελεημοσύνης αντί να χτίσει τις υποδομές για ένα σύστημα κοινωνικής προστασίας που θα προστατεύει όσους έχουν χτυπηθεί από την κρίση.

Σήμερα, η κυβέρνηση αμφισβητεί αυτά που η ίδια υποστήριζε ως κυβέρνηση.

Τότε που πανηγύριζε ότι με τη διαπραγμάτευσή της τα πρωτογενή πλεονάσματα θα είναι μικρότερα και θα δημιουργηθεί χώρος για την ανάπτυξη.

Οι πολίτες επιβαρύνονται για το 2018 με πρόσθετα μέτρα 1,8 δις ευρώ.

Οι κυβερνητικές δεσμεύσεις για 130.000 πλειστηριασμούς (με ορίζοντα 4ετίας) – και με ταυτόχρονη εγκατάλειψη κάθε μέτρου προστασίας της Α’ κατοικίας των μικρών, μεσαίων δανειοληπτών – δημιουργούν σοβαρές ανησυχίες στα ελληνικά νοικοκυριά.

Την ίδια ώρα αυξάνονται οι δαπάνες για το πελατειακό κράτος, δημιουργούνται νέες Γραμματείες και γίνονται αθρόες προσλήψεις μετακλητών.

Τα χρέη των Ελλήνων πολιτών λόγω της εξοντωτικής φορολογίας  προς το Δημόσιο ξεπερνούν για πρώτη φορά τα 101 δις ευρώ,  αποδεικνύουν  τη λάθος κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής.

Την ίδια ώρα μάλιστα που οι εξοντωτικοί φόροι οδηγούν σε απόγνωση νοικοκυριά και επιχειρήσεις, δίνονται μεγάλα φορολογικά κίνητρα για τη δημιουργία  καζίνο, αποδεικνύοντας το πώς εννοούν τη «Δίκαιη Ανάπτυξη» οι ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ.

Η κρίση δεν θα μας εγκαταλείψει όσο δεν γίνονται οι αναγκαίες αλλαγές.

Ειδικά με μια κυβέρνηση που έχει  ιδεοληπτική “αλλεργία” με τις αναγκαίες προοδευτικές μεταρρυθμίσεις που μπορούν να αντιμετωπίσουν τις παθογένειες που οδήγησαν στην κρίση.

Χρέος μας είναι τώρα όσο ποτέ άλλοτε να αναδείξουμε εμείς τη δική μας Εθνική Γραμμή.

Ώστε η κρίση να αποτελέσει παρελθόν αλλά και να μην επιστρέψει ποτέ στο μέλλον.

Η Ελλάδα μπορεί, η Ελλάδα έχει προοπτική!

Αλλά αυτό προϋποθέτει μια ΑΛΛΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ, μια εναλλακτική πρόταση, προοδευτικής διακυβέρνησης που:

  • Προωθεί ένα νέο παραγωγικό πρότυπο για την ανάπτυξη και τη δημιουργία νέου πλούτου στην χώρα.
  • Μεριμνά σταθερά για τη δίκαιη διανομή του με τη στήριξη της μεσαίας τάξης και τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων.
  • Καταπολεμά οριστικά το πελατειακό κράτος, στηρίζει και αναβαθμίζει τους θεσμούς, το πολιτικό σύστημα, την ποιότητα της Δημοκρατίας μας.
  • Έχει την αξιοπιστία να προχωρήσει σε αλλαγές στους όρους της συμφωνίας με τους εταίρους μας, ώστε να απελευθερωθούν πόροι για την Ανάπτυξη και την Κοινωνική Συνοχή.

Σε αυτή την πολιτική εμείς ως Κίνημα Αλλαγής μένουμε σταθερά προσηλωμένοι, επιδιώκοντας την Εθνική Συνεννόηση, αλλά και την στρατηγική συμπόρευση με τις ζωντανές παραγωγικές και κοινωνικές δυνάμεις της χώρας.

Η συνεννόηση προϋποθέτει ότι θα αναγνωρίσουμε όλοι τα λάθη μας στο παρελθόν.

Εμείς το κάναμε, ας το κάνουν όλοι.

Η δημοσίευση -έστω και με μεγάλη καθυστέρηση- της εσωτερικής έκθεσης της Τράπεζας Ελλάδος του 2009, απαντά πολύ καθαρά σε αυτούς που επιμένουν να αποκρύπτουν τις τραγικές ευθύνες της Κυβέρνησης της Ν.Δ (του κ. Καραμανλή) για το πως φθάσαμε στην κρίση και στα Μνημόνια.

Αποκαλύπτεται ο ρόλος τόσο της Νέας Δημοκρατίας, όσο και των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ. Αρνήθηκαν να αναλάβουν τις ευθύνες τους για την αποτροπή της καταστροφής και αντίθετα, με το  λαϊκισμό τους, οδήγησαν στη συνέχιση της κρίσης μέχρι σήμερα.

Καταδίκασαν την Ελλάδα να είναι η τελευταία χώρα στην Ευρώπη που συνεχίζει τις θυσίες για να βγει από τα μνημόνια.

Αυτά ακριβώς ζητήσαμε να αναδειχθούν με την πρότασή μας για την Εξεταστική Επιτροπή, που θα συζητήσει όλη την πορεία της οικονομίας από το 2001 ως σήμερα.

Όχι για να πάρουμε καμία ρεβάνς, αλλά για να εγκαταλειφθούν οριστικά οι απαράδεκτες λογικές και νοοτροπίες που δημιούργησαν τα ανυπέρβλητα ελλείμματα και διόγκωσαν το χρέος, που μας έφθασε στα πρόθυρα της καταστροφής.

Η κατάσταση που διαμορφώνεται στην ελληνική οικονομία καθιστά σαφές πως το τέλος του «προγράμματος» δεν συνεπάγεται την οριστική και ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση.

Στο χθεσινό Eurogroup δεν ελήφθη απόφαση για την εκταμίευση των 5,7 δις γιατί η χώρα δεν ανταποκρίθηκε στις δεσμεύσεις της.

Σύντομα θα ξεκινήσουν οι συζητήσεις για την 4η επισκόπηση του προγράμματος που θα προετοιμάσουν και το έδαφος για την έξοδο από τα μνημόνια.

Μια έξοδος στις αγορές που όπως είδαμε και από την πρόσφατη πορεία του 7ετους ομολόγου μπορεί να μας οδηγήσει σε αχαρτογράφητα νερά.

 

Με την πολιτική των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ η χώρα επιστρέφει στο 2014, με επιβάρυνση 200 δις ευρώ  για την ελληνική οικονομία σύμφωνα με τον κ. Βίζερ απερχόμενο επικεφαλής του γιουρογουορκινγκ γκρουπ (EuroWorking Group).

Η Ελλάδα όμως έχει τις δυνάμεις, μπορεί να προχωρήσει μπροστά.

Η οριστική και ασφαλής έξοδος από την κρίση απαιτεί:

  • Την άμεση ελάφρυνση του χρέους που συνεπάγεται και μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα.
  • Ένα εθνικό σχέδιο επενδύσεων που θα οδηγήσει σε επενδύσεις ιδιωτικές και δημόσιες ύψους 100 δις για την επόμενη τετραετία. Αυτές θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και θα διασφαλίσουν ανάπτυξη και πόρους για να στηριχτεί η κοινωνική προστασία.
  • Την επίλυση του προβλήματος του ιδιωτικού χρέους με έμφαση τα κόκκινα δάνεια ώστε οι τράπεζες να μπορούν να χρηματοδοτήσουν την οικονομία.
  • Ένα σχέδιο αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας.

Η έξοδος από την κρίση απαιτεί προοδευτικές αλλαγές παντού,  που θα  διασφαλίζουν διακυβέρνηση διαφάνειας, αξιοκρατίας, αποτελεσματικότητας και λογοδοσίας.

Το Κίνημα Αλλαγής στην πορεία προς το Συνέδριο, διαμορφώνει την προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης, που θα ανοίξει νέους δρόμους για την χώρα και την Κοινωνία μας, που θα αφήσει οριστικά πίσω τα αδιέξοδα.

Το Κίνημα Αλλαγής θα επιμείνει με το διακριτό και αυτόνομο λόγο του, στην γραμμή της Εθνικής Συνεννόησης, που αποτελεί την κύρια προϋπόθεση για την επίτευξη των εθνικών στόχων.

Η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών και η ανάδειξή μας ως πρωταγωνιστή στις πολιτικές εξελίξεις, θα ανοίξει το δρόμο για μια προοδευτική διακυβέρνηση που έχει ανάγκη ο τόπος.

Στην παρουσίαση του βιβλίου του Θ. Στάθη «Αναζητώντας Πρότυπο Δημοκρατίας για το Σήμερα» Λάρισα, 7 Δεκεμβρίου 2017

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές της σημερινής εκδήλωσης για την πρόσκληση να παρουσιάσω το βιβλίο του συντοπίτη μας και φίλου πρώην Υπουργού και Βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Θ. Στάθη.

Το θέμα του βιβλίου «Αναζητώντας Πρότυπο Δημοκρατίας για το σήμερα» είναι από τα πλέον επίκαιρα καθώς για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία η Δημοκρατία αμφισβητείται τόσο έμπρακτα ακόμη και σε χώρες με μακρά κοινοβουλευτική παράδοση.

Η εξέλιξη αυτή έρχεται ως επακόλουθο της ανατροπής της μεταπολεμικής πολιτικής ισορροπίας, που στηρίχτηκε στην εναλλαγή στην εξουσία των σοσιαλδημοκρατών κομμάτων με τα συντηρητικά.

Μετά την πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση, τα σοσιαλιστικά κόμματα στην Ευρώπη χάνουν συνεχώς δυνάμεις. Κερδισμένα βγαίνουν λαϊκιστικά κόμματα κυρίως της άκρας Δεξιάς ή ακόμη και της ριζοσπαστικής αριστεράς, τα οποία προσελκύουν πρώην ψηφοφόρους των σοσιαλιστών που νιώθουν αποκλεισμένοι εξαιτίας της πρόσφατης κρίσης και της παγκοσμιοποίησης.

Τα σοσιαλιστικά κόμματα που στάθηκαν θετικά απέναντι στην παγκοσμιοποίηση υποτίμησαν τον ρόλο του εθνικού κράτους να θεσπίζει κανόνες για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών και την προστασία των καταναλωτών και να χαράζει πολιτικές που στηρίζουν αυτούς που πλήττονται από τις οικονομικές ανακατατάξεις.

Έτσι, οι λαϊκιστές βρήκαν ευήκοα ώτα προωθώντας ως λύση στα σύνθετα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα τον πολιτικό και οικονομικό εθνικισμό και την ξενοφοβία.

Δεν είναι λοιπόν συμπτωματικό ότι μεταξύ των νέων πολιτών αρχίζουν να κερδίζουν έδαφος αυταρχικές απόψεις και μια απαξίωση της πολιτικής και της δημοκρατίας.

Ο συγγραφέας σπεύδει  στο ξεκίνημα του βιβλίου να μας επισημάνει ότι η έμμεση αντιπροσωπευτική δημοκρατία πολύ λίγη σχέση έχει με την άμεση δημοκρατία της Αρχαίας Αθήνας η οποία όπως επισημαίνει ήταν πραγματική δημοκρατία.

Εκφράζει πολλές επιφυλάξεις για τον τρόπο λειτουργίας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας πριν και μετά την κρίση. Ιδιαίτερα για τον τρόπο συγκρότησης κυβερνήσεων που προκύπτουν από ένα εκλογικό σύστημα το οποίο δεν είναι αναλογικό και πριμοδοτεί το πρώτο κόμμα με το bonus των 40 εδρών.

Κάτι που όπως επισημαίνει οδηγεί σε στρέβλωση της βούλησης των πολιτών. Παρά τις επιφυλάξεις του αναγνωρίζει ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι πολύ καλύτερη σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο σύστημα διακυβέρνησης, αφού η τελευταία διασφαλίζει κάποιες ελευθερίες που άλλα συστήματα απορρίπτουν.

Όμως ο συγγραφέας δεν αρκείται σε διαπιστώσεις για τα κακώς κείμενα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Προχωρά στην διατύπωση προτάσεων με στόχο τη αναμόρφωση του τρόπου λειτουργίας της Δημοκρατίας, προσπαθώντας να οριοθετήσει ένα πρότυπο για το σήμερα.

Θα επικεντρωθώ λοιπόν σε ορισμένες από τις προτάσεις που διατυπώνει για να τις αξιολογήσω ως προς τη λειτουργικότητα αλλά και την αποτελεσματικότητά τους. Διότι κρίσιμο κριτήριο για την αποδοχή μιας πρότασης είναι να επιλύει τα υπάρχοντα προβλήματα χωρίς να δημιουργεί περισσότερα.

Ένα ερώτημα που θέτει ο συγγραφέας είναι αν η σημερινή δημοκρατία μπορεί να στραφεί στο αρχαιοελληνικό πρότυπο προκειμένου να υπηρετήσει το στόχο της ευημερίας των πολιτών;

Η πρόταση του για μια τέτοια άμεση συμμετοχή είναι ευκταία, συμπληρωματικά προς τους θεσμούς της  αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Αρκεί να μην τους υποκαθιστά αλλά και να μην δημιουργεί αυταπάτες.

Διότι ακόμη και αν με τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας είχαμε τη δυνατότητα να διασφαλίζουμε αποφάσεις για όλα τα ζητήματα με άμεση ψηφοφορία των πολιτών αυτό δεν θα βοηθούσε ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες της παγκοσμιοποίησης αλλά και της συμμετοχής στην Ε.Ε. και στην Ευρωζώνη.

Πολλά ζητήματα που μας αφορούν συζητούνται και αντιμετωπίζονται με επιλογές που γίνονται έξω από τα  εθνικά όρια σε φόρα όπου συμμετέχουν  εκπρόσωποι της χώρας. Κάποια άλλα όμως αποφασίζονται εκτός Ευρώπης. Ακόμη και σήμερα μετά την κρίση δεν έχουμε ένα σύστημα παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης όπου θα μπορούσαν να λυθούν πολλά προβλήματα με παγκόσμια διάσταση.

Οι πρόσφατες αποκαλύψεις που αφορούν τους φορολογικούς παραδείσους είναι ένα παράδειγμα. Σε συνθήκες πλήρους ελευθερίας των κεφαλαίων οι πλούσιοι αναζητούν νόμιμους ή μη τρόπους για να αποφύγουν την φορολόγηση. Αυτό διαρρηγνύει το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο της Ευρώπης όπου η προοδευτική φορολόγηση κερδών και υψηλών εισοδημάτων εξασφάλιζε τους αναγκαίους πόρους σε εθνικό επίπεδο για να στηρίξουν πολιτικές για την υγεία, παιδεία, πρόνοια.

Την αδυναμία αυτή την αναγνωρίζει ο συγγραφέας όταν αναφέρεται στο θέμα της επιβολής του φόρου Tobin αλλά η πρόταση του δεν θα βρει σύντομα ευήκοα ώτα ακόμη και αν απαγορεύσουμε εισαγωγές από τους φορολογικούς παραδείσους. Η αλήθεια είναι ότι ακόμη και με την απαγόρευση θα συνεχίσουν να υπάρχουν φορολογικοί παράδεισοι.

Εξίσου καθοριστική για την αναμόρφωση της δημοκρατίας είναι η επισήμανση του για την ανάγκη εφαρμογής των νόμων. Προφανώς ο ίδιος έχοντας διατελέσει νομοθέτης γνωρίζει ότι στην Ελλάδα άλλο πράγμα η νομοθεσία και άλλο η εφαρμογή.

Όταν στο ξεκίνημα της κρίσης συναντήθηκα με τον Ιταλό πρώην Υπουργό Τομάσσο Παντόα Σιόππα και του περιέγραψα τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ το 2010 για να αντιμετωπίσει τα πολλαπλά οικονομικά προβλήματα που οδήγησαν στην κρίση αλλά και άλλα, όπως η έλλειψη αξιοπιστίας από την αποστολή ψευδών στοιχείων στην Eurostat –για Statistical fraud μιλά η Έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου- γνωρίζοντας την Ελληνική αλλά και την Ιταλική πραγματικότητα μου απάντησε στωικά: “My young economist legislation is not implementation”.

Χρειάστηκε να μεσολαβήσει κάποιο διάστημα για να συνειδητοποιήσω ότι η δημόσια διοίκηση ήταν σε πολλές περιπτώσεις ανέτοιμη ή αντίθετη στην εφαρμογή των νόμων. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι «νομοθετούσαν» ερήμην της βουλής.

Η αντίσταση στην εφαρμογή των νόμων δεν οφείλεται στο ότι σε πολλές περιπτώσεις έχουν οικονομικό κόστος. Τι οικονομικό κόστος έχει η εφαρμογή της νομοθετικής πρόβλεψης για απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους;

Ότι και αν νομοθετήσει η βουλή, αν δεν υπάρχει Δικαιοσύνη που να λειτουργεί για να τιμωρεί παραβιάσεις του νόμου δεν πρόκειται να προχωρήσει ούτε η χώρα ούτε η αναμόρφωση της Δημοκρατίας. Αλλά και αν βελτιωθεί η λειτουργία της Δικαιοσύνης δεν μπορεί να έχεις έναν αστυνομικό σε κάθε δημόσιο χώρο για να ελέγχει την απαγόρευση καπνίσματος ή την έκδοση απόδειξης. Είναι καθήκον των πολιτών να αποδέχονται τους νόμους και να τους εφαρμόζουν.

Αν σε αυτές τις επισημάνσεις προσθέσει κάποιος την πολυνομία σε συνδυασμό με τις συνεχείς αλλαγές των νόμων μπορεί να κατανοήσει γιατί η Ελλάδα δύσκολα θα γίνει ελκυστική χώρα για επενδύσεις όταν όλοι αναγνωρίζουν ότι αυτή είναι η αναγκαία προϋπόθεση για την οριστική έξοδο από την κρίση.

Τα τελευταία χρόνια πολλοί οικονομολόγοι έχουν επισημάνει το θετικό ρόλο που διαδραματίζουν οι θεσμοί στην επίτευξη της οικονομικής ευημερίας. Η άποψη τους είναι ότι χώρες με ανοικτούς οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς είναι κατά τεκμήριο αυτές που εξασφαλίζουν ικανοποιητικό επίπεδο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

Η Ελλάδα από τη σύσταση της χαρακτηρίζεται από ένα θεσμικό έλλειμμα. Όχι γιατί δεν είχε φωτισμένες πολιτικές ηγεσίες που θα έφερναν χρήσιμους θεσμούς στην Ελλάδα. Το αντίθετο τέτοιες ηγεσίες υπήρξαν αρκετές στην ιστορική πορεία της χώρας. Οι περισσότεροι από τους μεταρρυθμιστές πολιτικούς ηγέτες προωθούσαν θεσμικές μεταρρυθμίσεις που δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας εξελικτικής διαδραστικής διεργασίας στην κοινωνία και την οικονομία με αποτέλεσμα στις περισσότερες περιπτώσεις να παραμείνουν κενές περιεχομένου ή να μην παράγουν τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Η ενίσχυση της Δημοκρατίας προϋποθέτει όπως τονίζει ο συγγραφέας την ενίσχυση της συμμετοχής. Αλλά η πραγματικότητα κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μεταξύ Μαΐου 2012 και Σεπτεμβρίου 2015 το ποσοστό συμμετοχής στις εθνικές εκλογές μειώθηκε από το 65% στο 56%. Η απαξίωση της πολιτικής στα μάτια των πολιτών ως του προνομιακού χώρου επίλυσης των προβλημάτων οδηγεί σε αυτή την εκλογική συμπεριφορά τους.

Το ερώτημα λοιπόν που ανακύπτει είναι: αν αλλάξουμε τον τρόπο λειτουργίας της Δημοκρατίας και των κομμάτων – γιατί η Δημοκρατία αφορά και τη λειτουργία των κομμάτων που είναι εξ ορισμού πυλώνες της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας –  θα αυξηθεί η συμμετοχή; Η άποψη μου είναι πως ναι.

Οι πολίτες πρέπει να αισθάνονται ότι η άποψη τους μετράει και μπορούν να συνδιαμορφώνουν τις προγραμματικές θέσεις του κόμματος τους. Αν μη τι άλλο αυτό φαίνεται να είναι ένα πρώτο μικρό αλλά χρήσιμο συμπέρασμα που μπορεί να βγάλει κανείς από τις διεργασίες στο Βρετανικό Εργατικό κόμμα.

Κρίσιμο θεωρεί ο συγγραφέας το ρόλο των ΜΜΕ. Με βρίσκει αντίθετο η πρόταση του για τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης αρχής η οποία θα παράγει ανεξάρτητες και ιδεολογικά ουδέτερες ειδήσεις. Διότι ακόμη και το τι θα καταγραφεί ή όχι είναι θέμα του δημοσιογράφου όπως και η οπτική γωνία που θα το προσεγγίσει. Επομένως η ανεξάρτητη αρχή δεν λύνει το πρόβλημα παράγοντας αλλά εποπτεύοντας απλώς τις ειδήσεις, ώστε να πληρούνται, έστω και στοιχειωδώς, οι συνταγματικές αρχές της ισότητας της αντικειμενικότητας και της ποιότητας.

Άλλωστε σήμερα τα ΜΜΕ δεν έχουν τη δύναμη που είχαν στο παρελθόν ούτε επηρεάζουν τη γενιά των μιλενιούμς που εξαντλεί την ενημέρωση της από τα ηλεκτρονικά μέσα. Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει πόσο ανεξέλεγκτα είναι αυτά αλλά και το ρόλο που έχουν διαδραματίσει τα fake news στη διαμόρφωση απόψεων και ειδικά στη διακίνηση αυταρχικών και αντιδημοκρατικών αντιλήψεων ή πως μπόρεσαν να επηρεάσουν εκλογές σε πολλές χώρες.

Κλείνω χωρίς να έχω εξαντλήσει όλα τα θέματα που αναπτύσσονται  στο βιβλίο με την πρόταση του συγγραφέα για το εκλογικό σύστημα αλλά και τον τρόπο εκλογής των βουλευτών. Ο συγγραφέας είναι υπέρ της απλής αναλογικής. Αυτή έχει θεσπιστεί. Το πρόβλημα είναι ότι σε μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου δεν υπάρχει κουλτούρα ευρύτερων συναινέσεων θα είναι δύσκολη η συγκρότηση κυβερνήσεων.  Αυτή η έλλειψη συναινετικής διάθεσης μεταξύ των κομμάτων εξηγεί γιατί είμαστε η μόνη χώρα σε κρίση και σε μνημόνια από το 2010 ακόμη όταν όλες οι άλλες που έχουν σχετική κουλτούρα βγήκαν από αυτά σε λιγότερο από τρία χρόνια. Δεν ξέρω λοιπόν πως θα λυθεί το πρόβλημα συγκρότησης κυβέρνησης αν δεν μπορούν να συγκροτηθούν συμμαχικές κυβερνήσεις.

Προτείνει ο συγγραφέας το μπόνους των εδρών να δίνεται στα κόμματα που θα δεχτούν μετά τις εκλογές να συγκροτήσουν κυβέρνηση. Το ορθότερο κατ’ εμένα είναι το μπόνους να το παίρνουν τα κόμματα τα οποία έχουν δηλώσει εκ των προτέρων με ποιον θα συνεργαστούν για να ξέρει και ο ψηφοφόρος τι ακριβώς ψηφίζει.

Τέλος, ο συγγραφέας είναι κατά του σταυρού προτίμησης γιατί σωστά επισημαίνει ότι αυτός ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την ανάπτυξη και διατήρηση του πελατειακού κράτους που μας οδήγησε στην κρίση. Η κατάργηση του σταυρού σήμερα έχει ευρύτερη αποδοχή. Αλλά δεν θεωρώ λειτουργική την πρόταση του για επιλογή των προσώπων που θα καταλάβουν τη βουλευτική έδρα από την ηγεσία του κόμματος ακόμη και αν γίνεται με κλήρωση από μια λίστα. Τα κόμματα πρέπει να εδραιώσουν τις δημοκρατικές διαδικασίες στο εσωτερικό τους και να προκρίνονται μέσω αυτών οι υποψήφιοι.

Ακόμη και αν κάποιος διαφωνεί με τις προτάσεις που διατυπώνει ο συγγραφέας για τα θέματα που θίγει δύσκολα θα διαφωνήσει με τις επισημάνσεις του για τα κακώς κείμενα και την αναγκαιότητα να αντιμετωπίσουμε πολλά από τα προβλήματα που μας οδήγησαν στην μεγαλύτερη οικονομική και κοινωνική κρίση που γνώρισε η χώρα μας μετά τον πόλεμο.  Εύχομαι να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο σου.

Speech at the ECPRD Seminar «Parliaments Dealing with Financial Markets’ Issues» Athens, Hellenic Parliament, 5-6 October 2017

As a decade has gone by since the beginning of the global financial crisis, governments and people are starting to take stock of the global economic experience since then.

The 2007 crisis has resulted in the largest contraction in economic activity in the post-war era.

It took several years for the largest economies to recover: US, Germany and France managed to recover only by 2011, while the UK and Japan by 2013.

However, in the Eurozone periphery, Italy, Portugal and Greece still have nοt made up the lost ground. Since 2008 – two years before signing the first economic adjustment program – Greece has lost almost 26% of its GDP and its unemployment rate remains at 22%, some 14 percentage points higher than in 2007.

European economies are today far poorer than the trend before the crash predicted.

The crisis has left the young without any hope that they will have the same opportunities to prosper as their parents.

The cost of financial institutions being bailed-out by governments in certain EU member states has been passed to future generations.

The IMF calculated the cost of extra debt taken on by governments and how much had been recouped by 2015.

It appears that Ireland and Greece are not likely to recover the full amounts and will be working through the costs, in terms of more debt, for years to come.

Along with the economic and social consequences in terms of stagnation and rising inequality, the crisis had a tremendous impact on politics by reshaping the political scene across the EU.

With the economic, social and political consequences of the crisis being so large, the question that arises is why financiers failed to foresee the crisis.

Many financiers in both sides of the Atlantic have argued that it had been impossible to see the crisis coming.

However, financiers should have paid more attention to the emerging global bubble from the way that many different markets, distinct from each other, had become synchronized.

So why were regulators, policymakers, investors, and banks so unprepared at the onset of the crisis?

I would like to argue that “market fundamentalism” -the idea that governmental policies cannot do much to improve on the outcomes markets produce without intervention- was the cause behind the crisis.

The financial system, particularly commercial and investment banks, had been deregulated since 1980.

Since then, greed won out over prudence and banks took too much risk with their depositors’ money.

A second question is why has economic recovery been so slow.

Why did the Eurozone not respond with monetary and/or fiscal policies, but instead overemphasized the role of structural reforms for recovery, thus failing to prevent the social and political tensions which gave rise to populism and political instability?

“Market fundamentalism” and institutional design deficiencies offer an explanation for the weak response by governments and European Institutions in addressing the crisis.

European policymakers, claimed initially that there is a “moral hazard” issue in bailing-out Greece and preferred to postpone their decisions.

As a result, the crisis spread across the EU. Action was taken only when it was realized that the crisis could cause an irreversible damage to the Eurozone.

What have EU governments done to avert the re-emergence of a crisis?

  1. a) They initiated the European Banking Union, aiming to decouple the banking sector from the state, thus preventing the use of taxpayers’ money to rescue failing banks.

This was achieved by establishing single EU mechanisms for the prudential supervision and resolution of banks. A common deposit guarantee scheme is also currently being developed.

Shifting from the era of bail-outs to that of bail-ins, banks’ creditors have to accept losses on their investment. In that way, tax payers are protected from risks taken by bank managers.

  1. b) They adopted the Six Pack, the Two Pack and the Fiscal Compact in order to enhance economic cooperation and surveillance -at least- in the Eurozone. All these mechanisms reduced the political autonomy enjoyed by national parliaments on budgetary issues.
  2. c) The ECB introduced unconventional or non-standard tools of monetary policy in order to avert a second Great Depression.

The introduction of Quantitative Easing along with the announcement of the OMT Program have led to an institutional conversion of ECB from its pre-crisis stance.

Today many question whether these non-standard measures could create new bubbles. The answer lies with regulators. With monetary policy, very expansionary regulators should be restrained from rekindling the incentives that led to the crisis.

  1. d) They established the European Stability Mechanism to support Eurozone countries in financial distress. Nowadays many are suggesting that ESM should be transformed into a European Monetary Fund.

The reforms in EU economic governance and crisis management bring us to the last question.

Do national parliaments have sufficient power and adequate mechanisms to prevent a new financial crisis?

In the case of Greece, the parliament’s institutional framework that existed before the crisis failed to bring out the unsustainable position of the Greek economy with the large twin – deficits and the rising public debt.

The major political parties and social partners failed to understand the complexities associated with the monetary union membership and the implications of globalization.

Year after year, governments, both conservative and socialist, were presenting before the Parliament budgets with very ambitious fiscal targets.

Few majority MPs -if any- were ready to raise doubts on the underlying assumptions and reject the budget on those grounds.

The opposition parties, as a rule, always rejected the budget, as did professional unions and professional associations arguing that it doesn’t support growth and social cohesion and that it is very restrictive, i.e. they were asking for even higher spending.

To understand why Greece failed to keep its public finances in order, we have to concentrate on the institutional framework for the budgetary process.

The European Commission in 2007 found that Greece had the weakest budgetary procedures among the 18 countries examined.

Before the 2009 crisis, almost a third of the general government revenues and expenditures were outside the budgetary process.

Government ministers acted and spent money as semi-autonomous state agents.

The political parties, in their effort to win popular support, were ready to introduce new social or investment programs boosting public spending and introducing tax cuts at the same time, irrespectively of the economic cycle.

This is why Greece experienced deficits even during years of high growth. Between 2001-2009, fiscal deficits were typically at least 70% higher than their targets.

Despite the fact that the Greek constitution envisages a powerful role for the Parliament in the approval of the State budget, in practice, prior to the crisis the Parliament had little information and, consequently, power to monitor the execution of the approved budget.

Greece’s failure to keep its public finances in order was matched by a failure of European institutions, the very institutions responsible to assess the fiscal situation of Eurozone countries within the context of the Stability and Growth Pact.

An attempt to reform public financial management in Greece has been the Law 3871/2010 on “Fiscal Management and Responsibility”, which was voted in August 2010.

This Law introduced a medium-term budgetary framework for the general government to be approved by the Parliament.

Furthermore, the General Accounting Office is required to submit to the Parliament and make available to the press consolidated reports at a general government level covering public revenue, expenditure, liabilities and financing on a monthly, quarterly and biannual basis.

In this way, the execution of the general government budget is closely and transparently monitored.

In order to improve the quality and accuracy of statistical data the government passed in 2010 the Law 3832 and established the Hellenic Statistical Authority (ELSTAT) as an independent Authority subject to the control of the Hellenic Parliament.

Moreover, in order to facilitate MP’s tasks, the government established in 2010 the Parliamentary Budget Office which operates as an independent unit of the Greek Parliament.

Finally, in 2014 the Greek government passed a Law that established the Fiscal Council as an independent Administrative authority that reports to the Hellenic Parliament when requested or before a parliamentary committee when required.

Before the crisis, similar institutional deficiencies in the budgetary process and/or the supervision of financial institutions were common in other Eurozone countries that also lost access to capital markets and were forced to request financial assistance.

Over the last ten years, the huge economic and social consequences of the crisis dictated the need for institutional reforms which affected national parliaments

During the same time, there is an ongoing debate in the EU about the role and the power of national parliaments in determining economic policy at the national level as a result of the progressive transfer of substantial competences from the national to the supra-national arena.

National legislatures have lost a great deal of policy-making autonomy and control over the Council of Ministers, the European Commission, the European Council and the ECB, who dominate decision making in EU.

Concerns are raised that the role of national parliaments during the crisis has been affected by the often non-transparent and fast-paced intergovernmental negotiations of bail-out programs and Eurozone governance arrangements.

There are many asymmetries as regards the position of the member states and their parliaments in the Eurozone crisis.

Parliaments of countries that received financial assistance are more bound by external constraints.

On the other hand, the reform of the EU economic governance has provided national parliaments with an input to exercise in a more systematic way powers they already had.

As a result of the crisis, the duty of information owed by the executive to the parliaments has been strengthened significantly.

At the same time, the scrutiny and oversight powers of parliaments have been enhanced to guarantee the control of the governments’ position before and after their engagement at European level.

At this time, it is not yet clear whether these reforms can compensate for the loss of legislative powers suffered by national parliaments.

Despite the reforms introduced by the EU and the transformation of the role of national parliaments, one lesson we can learn from financial history is that it is practically impossible to prevent a new financial crisis.

Policymakers should be aware that there will likely be another financial crisis pretty soon with their frequency continuing to be high until we create a more stable global financial framework.

Nevertheless, if policymakers keep in mind the huge and painful cost inflicted on citizens in most Eurozone countries, “act properly” by avoiding the fallacies of market fundamentalism and by blocking the ears of policymakers to prevent them from hearing the Sirens of deregulation who are calling for a relaxation of the regulations introduced after the crisis, then there is reason to hope that we may have fewer crises in the future arising from the financial system.

Ομιλία στην εκδήλωση του Πολιτικού Εργαστηρίου «Σοσιαλισμός και Φιλελευθερισμός» 20 Ιουνίου 2017 Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων

Το θέμα της σημερινής μας συζήτησης παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον όχι μόνο γιατί ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός επανήλθε στην τρέχουσα πολιτική συζήτηση ως μια από τις προτάσεις για την ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας αλλά και για το λόγο ότι η σχέση Σοσιαλισμού και Φιλελευθερισμού χαρακτηρίζεται από μια ιδιαιτερότητα.

Η απάντηση στο ερώτημα για τη σχέση Σοσιαλισμού και Φιλελευθερισμού εξαρτάται σημαντικά από τον χρόνο στον οποίο τίθεται το ερώτημα αλλά και τον τόπο στον οποίο διεξάγεται η συζήτηση. Έτσι θεωρώ, ότι δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι στην ερώτηση αυτή μπορούν να δοθούν και δόθηκαν διαχρονικά διαμετρικά αντίθετες απαντήσεις.

Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και μέχρι την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, η Σοσιαλδημοκρατία έχει υιοθετήσει την ατζέντα του Φιλελευθερισμού σε ότι αφορά την κοινοβουλευτική δημοκρατία και τα δικαιώματα των πολιτών. Ωστόσο, η υιοθέτηση του Πολιτικού Φιλελευθερισμού έχει εν μέρει εργαλειακό χαρακτήρα, διότι θεωρείται το καλύτερο πολιτικό σύστημα για την προώθηση των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Η πλήρης υιοθέτηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ως αξίας θα γίνει σταδιακά, στις δεκαετίες του 1920 και 1930.

Σε ότι αφορά τις οικονομικές θέσεις του Φιλελευθερισμού για όσο διάστημα οι Σοσιαλιστές δεν έχουν ακόμη μια πλήρη και επεξεργασμένη πρόταση για την άσκηση οικονομικής πολιτικής πέρα από τα κείμενα του Μαρξ και την εκτίμηση του για την αναπόδραστη κατάρρευση του καπιταλισμού υπάρχει μια αντιθετική σχέση.

Όπως λέει ο Ιταλός Σοσιαλιστής Κάρλο Ροσέλι («Φιλελεύθερος Σοσιαλισμός», Εκδόσεις Πόλις 2013) «ο σοσιαλισμός γεννήθηκε ως αντίδραση στον –κυρίως οικονομικό – Φιλελευθερισμό που χαρακτήριζε τη σκέψη της αστικής τάξης στις αρχές του 19ου αιώνα».

Οι Σοσιαλδημοκράτες καλούνται να πάρουν πιο συγκεκριμένη θέση σε θέματα οικονομικής πολιτικής μετά το ξέσπασμα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου καθώς αρχίζουν να συμμετέχουν σε κυβερνήσεις της περιόδου.

Το Laissez-faire του 19ου αιώνα δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες για τη διεξαγωγή του πολέμου. Έτσι, για πρώτη φορά το κράτος παρεμβαίνει στη λειτουργία των αγορών. Είναι η περίοδος που θεσπίζονται και εφαρμόζονται προοδευτικά φορολογικά συστήματα για τη χρηματοδότηση των πολεμικών δαπανών ενώ γίνονται οι πρώτες εθνικοποιήσεις επιχειρήσεων. Ο πόλεμος αυτός νομιμοποιεί στην πολιτική σοσιαλιστικές ιδέες όπως τα προοδευτικά φορολογικά συστήματα ή η εθνικοποίηση των επιχειρήσεων.

Η σχέση αντιπαλότητας μεταξύ Σοσιαλισμού και Φιλελευθερισμού γίνεται πιο έντονη στη δεκαετία του 1920 και κορυφώνεται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930 κυρίως ως αποτέλεσμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας του Φιλελευθερισμού να δώσει ουσιαστική απάντηση στις συνέπειες του οικονομικού κραχ του 1929.

Για τον Ροσέλι: «το σοσιαλιστικό κίνημα είναι ο αληθινός κληρονόμος του φιλελευθερισμού, ο φορέας αυτής της δυναμικής αντίληψης για την ελευθερία που πραγματοποιείται στη δραματική κίνηση της ιστορίας. Φιλελευθερισμός και σοσιαλισμός αντί να έρχονται σε σύγκρουση, μια ανούσια αντιπαράθεση, συνδέονται με στενούς δεσμούς. Ο φιλελευθερισμός είναι η ιδεατή δύναμη που εμπνέει, ο σοσιαλισμός η πρακτική δύναμη που υλοποιεί».

Είναι προφανές από τα γραφόμενα του ότι στα τέλη της δεκαετίας του 1920, την εποχή που ο Ροσέλι αντιμάχονταν τον Φασισμό και τον Μαρξισμό, η αυτονόητη σχέση ήταν αυτή της αντιπαλότητας. Ο Ροσέλι εκφράζει ένα ιδιαίτερο ρεύμα στις τάξεις των Σοσιαλιστών που αναδείχτηκε κυρίως στην Ιταλία και τη Γαλλία στη δεκαετία του 1920 χωρίς όμως να γίνει κυρίαρχο.

Είναι η περίοδος που σε όλη την Ευρώπη με εξαίρεση ίσως την Αγγλία η σχέση σοσιαλδημοκρατίας και φιλελευθερισμού προσλαμβάνονταν ως σχέση αντιπαλότητας. Η Σέρι Μπέρμαν στο βιβλίο της «Το Πρωτείο της Πολιτικής» περιγράφει τη σχέση αυτή ως εξής: « ..η σοσιαλδημοκρατία …δεν αποτελεί κάποιου είδους συμβιβασμό ανάμεσα στον μαρξισμό και τον φιλελευθερισμό… Η σοσιαλδημοκρατία αντιπροσώπευε μια πλήρως επεξεργασμένη πρόταση τόσο έναντι του μαρξισμού όσο και έναντι του φιλελευθερισμού, μια πρόταση που την χαρακτήριζε η βαθιά και ακλόνητη προσήλωση στην πρωτοκαθεδρία της πολιτικής έναντι της οικονομίας και στον κοινοτισμό».

Η σοσιαλδημοκρατία όμως στο πέρασμα του χρόνου αλλάζει. Από τη σοσιαλδημοκρατία του Μπερνσταιν μέχρι αυτή του Μπραντ, ή του Σρέντερ ή ακόμη και του Γκάμπριελ η απόσταση είναι τεράστια.

Αυτή η σχέση αντιπαλότητας συντηρείται για πολλά χρόνια μέχρι και την αναβίωση των ιδεών του νεοφιλελευθερισμού που κυριαρχούν στις δεκαετίες 1970-1990. Η πρόσφατη διεθνής χρηματοοικονομική κρίση έθεσε υπό αμφισβήτηση την κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων ιδεών. Λίγα μόλις χρόνια μετά την εκτίμηση του Φουκογιάμα στο έργο του «Το Τέλος της Ιστορίας» ότι αυτές πλέον δεν θα αμφισβητηθούν από κανένα, η κρίση αυτή δικαίωσε την επιφυλακτική στάση αρκετών σοσιαλδημοκρατών που δεν υιοθέτησαν τις προτροπές του Τρίτου Δρόμου.

Η άκριτη προσχώρηση τμημάτων της σοσιαλδημοκρατίας στην άποψη για πλήρη απελευθέρωση των αγορών και περιορισμό του ρόλου του κράτους, τα χρόνια στα οποία εκδηλώθηκε η νέα φάση της παγκοσμιοποίησης, οδήγησε σε ουσιαστική αλλαγή της ταυτότητας της γεγονός που εξηγεί την προσέγγιση της με τον νεοφιλελευθερισμό.

Έτσι, από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 γίνεται ξανά συζήτηση για τον «φιλελεύθερο σοσιαλισμό». Σε αυτή τη φάση η νοηματοδότηση του σοσιαλισμού απέχει πολύ από τις κλασικές του θέσεις. Για παράδειγμα σοσιαλιστικά κόμματα σε πολλές χώρες δεν θεωρούν προτεραιότητά τους την υπεράσπιση του κόσμου της εργασίας, την παρέμβαση του κράτους στην οικονομία και την κοινωνική πρόνοια, απαρνιούνται μια πολιτική αλληλεγγύης που θα αποβλέπει στην προστασία των ατόμων, μια ευρεία αναδιανομή του πλούτου, ή την ανάγκη εξανθρωπισμού του καπιταλισμού κ.λπ.

Από πολιτική άποψη η όσμωση της σοσιαλδημοκρατίας με τον νεοφιλελευθερισμό δεν την βοήθησε εκλογικά. Ο Γερ. Μοσχονάς σε συνέντευξη του της 6ης Ιουνίου στην Εποχή αναφέρει τα εξής για τις εκλογικές επιδόσεις της σοσιαλδημοκρατίας: “Στις 13 δυτικοευρωπαϊκές χώρες που μετράω (εκτός Ελλάδας, Ισπανίας, Πορτογαλίας), η σοσιαλδημοκρατία σήμερα κατά μέσον όρο καταγράφει απώλειες περίπου 33% με 34% σε σχέση με το ποσοστό που είχε στη δεκαετία του 1950. Στις δε τρεις χώρες του Νότου οι απώλειες σήμερα, σε σχέση με τις επιδόσεις της δεκαετίας του 1980, είναι της τάξης του 44,5% κατά μέσον όρο…”.

Η αποδυνάμωση της ενίσχυσε είτε τα λαϊκιστικά κόμματα της Αριστεράς που κράτησαν μια πιο επιθετική στάση απέναντι στην παγκοσμιοποίηση και στην κυριαρχία των αγορών είτε τα λαϊκιστικά κόμματα της ακροδεξιάς για τους ίδιους λόγους αλλά και επειδή επαναφέρουν στο προσκήνιο της πολιτικής έναν ξεπερασμένο εθνικισμό και προτείνουν την εκδίωξη των μεταναστών.

Σήμερα για πολλούς η σχέση Σοσιαλδημοκρατίας και Πολιτικού Φιλελευθερισμού είναι αυτονόητη. Όμως η σοσιαλδημοκρατία -αν και όχι σε όλες τις εκδοχές της- κρατά μια στάση αντιπαλότητας απέναντι στον οικονομικό φιλελευθερισμό και στο πρόταγμα του για ελεύθερες και ανεξέλεγκτες αγορές.

Οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία οδηγούν σε ανανέωση του ενδιαφέροντος για τη σχέση αυτή και ο όρος σοσιαλφιλελευθερισμός χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις ιδέες της πολιτικής πλατφόρμας του νικητή των Προεδρικών εκλογών της Γαλλίας. Είναι δύσκολο να προδικάσει κανείς τι ακριβώς περιεχόμενο θα επιχειρήσει να προσδώσει ο Μακρόν στο Φιλελεύθερο Σοσιαλισμό. Είναι όμως σίγουρο, ότι θα απέχει πολύ από αυτό του Ροσέλι καθώς η πολιτική του πρόταση είναι πιο κοντά σε αυτή του Τρίτου Δρόμου. Αυτή δηλαδή που έφερε τα Σοσιαλιστικά κόμματα πιο κοντά στο νεοφιλελευθερισμό.

Στην Βρετανία αντίθετα η ανάληψη της ηγεσίας του Εργατικού Κόμματος από τον Κόρμπιν οδήγησε σε οριστική ρήξη με τις ιδέες του Τρίτου Δρόμου. Η πολιτική του πρόταση παραπέμπει πιο πολύ στις προγραμματικές προτάσεις της Σοσιαλδημοκρατίας της χρυσής περιόδου του εθνικού Κεϋνσιανισμού που έχει εγκαταλειφθεί από όλα τα Σοσιαλιστικά κόμματα από την δεκαετία του 1990.

Για τις ανάγκες της σημερινής συζήτησης ενόψει του Συνεδρίου της Δημοκρατικής Συμπαράταξης αποκτά ιδιαίτερη σημασία να αναζητήσουμε πως προσλαμβάνουν σήμερα τα ελληνικά κόμματα του δημοκρατικού σοσιαλισμού τη σχέση σοσιαλισμού και φιλελευθερισμού.

Ανατρέχοντας στις προγραμματικές θέσεις της ΔΗΜΑΡ προκύπτει ότι, η ΔΗΜΑΡ εμπνέεται από τα ιδεώδη του πολιτικού φιλελευθερισμού και αντιτίθεται στον κρατισμό και στο πελατειακό κράτος. Αντιπαρατίθεται στο νεοφιλελευθερισμό.

Ανάλογες απόψεις θα βρει κανείς στην πρόσφατη πολιτική εισήγηση για τη ΔΗ.ΣΥ. όπου είναι εμφανής η αναγνώριση της σχέσης μεταξύ Δημοκρατικού Σοσιαλισμού και Πολιτικού Φιλελευθερισμού. Το ίδιο ισχύει και με τα πρόσφατα καταστατικά κείμενα του ΠΑΣΟΚ.

Στα κείμενα του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών υπάρχει ευθεία αναφορά στη σχέση αυτή. Στην Πολιτική Εισήγηση που εγκρίθηκε πρόσφατα στην 3η Συνδιάσκεψη αναφέρονται τα εξής:

“Το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών εκφράζει ταυτόχρονα μια δέσμη αξιών που βασίζονται στις ζωντανές παραδόσεις του ανθρωπισμού, του διαφωτισμού, του πολιτικού φιλελευθερισμού και του δημοκρατικού σοσιαλισμού».

Τέλος σε ότι αφορά τη θέση για το νεοφιλελευθερισμό αναφέρονται τα εξής:

“Συγκροτούμε μέτωπο απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό, και κυρίως, απέναντι στις παλιές και νέες ανισότητες που αυτός παράγει. Μέτωπο στη λογική ότι οι αγορές οδηγούν στα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα παραβλέποντας ότι την ώρα που παράγεται τόσος πλούτος οι ανισότητες φτάνουν σε πρωτόγνωρα επίπεδα για την σύγχρονη εποχή».

Συμπερασματικά, σε μια περίοδο ανασύνταξης του χώρου του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού στην Ελλάδα η σχέση του με τον Πολιτικό Φιλελευθερισμό είναι περισσότερο καθαρή από οποιαδήποτε άλλη φορά στην ιστορία του. Οι αναφορές στις αξίες της Ανοικτής Κοινωνίας στα κείμενα της ΔΗ.ΣΥ. και του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών δεν είναι τυχαίες και δύσκολα θα τις έβρισκε κανείς στα πολιτικά κείμενα κομμάτων του χώρου στο παρελθόν.

Σήμερα, ο Δημοκρατικός Σοσιαλισμός στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι σε αναζήτηση νέας ταυτότητας για να εκφράσει τη συμμαχία των υγιών παραγωγικών δυνάμεων που παράγουν νέο πλούτο και αυτών που πλήττονται από την παγκοσμιοποίηση.

Για να το πετύχει δεν αρκεί να περιοριστεί στο όραμα ενός «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο». Την ώρα που ο ευάλωτος στον νεοφιλελευθερισμό «Τρίτος Δρόμος» κατέρρευσε, η Σοσιαλδημοκρατία καλείται σήμερα να επιδιώξει, σε ευρωπαϊκό πλέον επίπεδο, τον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων του καπιταλισμού και την καταπολέμηση των μεγάλων ανισοτήτων.

Αυτό θα το πετύχει αν αποδεχτεί εκ νέου την ανάγκη να ηγεμονεύει ιδεολογικά «το πρωτείο της πολιτικής» και να εργαστεί για να συγκροτηθούν υπερεθνικά όργανα οικονομικής διακυβέρνησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο στη βάση κοινών αξιών. Πολλά από τα σύγχρονα προβλήματα όπως η κλιματική αλλαγή, το μεταναστευτικό, η φοροαποφυγή των μεγάλων επιχειρήσεων, έχουν παγκόσμια διάσταση. Αν η σοσιαλδημοκρατία κάνει το λάθος να αναζητήσει τη λύση στα σύγχρονα προβλήματα εντός των εθνικών ορίων θα ηττηθεί και θα χαθεί.

Η πρόκληση σήμερα είναι να συγκροτήσει το νέο συμβιβασμό αυτή τη φορά ανάμεσα στο κράτος, την αγορά, τις γιγάντιες εταιρείες που μπορούν να επηρεάσουν επ’ ωφελεία τους τις αποφάσεις του κράτους και την κοινωνία των πολιτών. Στο βαθμό που θα ανταποκριθεί σε αυτή την πρόκληση η Σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη θα ξαναγίνει δύναμη ηγεμονική στο χώρο της κεντροαριστεράς για να προωθήσει την βιώσιμη ανάπτυξη και την κοινωνική δικαιοσύνη σε συνθήκες πολιτικής ασφάλειας.

Εισήγηση στο τραπέζι για τις μεταρρυθμίσεις στην 3η Συνδιάσκεψη Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών

Έχουν συμπληρωθεί επτά χρόνια από την ημέρα που η χώρα έχασε την πρόσβαση στις αγορές και υποχρεώθηκε σε αναγκαστικό δανεισμό υπογράφοντας το πρώτο μνημόνιο.

Στόχος, η αντιμετώπιση των μακροοικονομικών ανισορροπιών, η διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η αναδιάρθρωση της οικονομίας μέσω μεταρρυθμίσεων.

Η Ελλάδα σήμερα έχει υπογράψει το τρίτο μνημόνιο και παραμένει εκτός αγορών ενώ η ύφεση και η στασιμότητα των τελευταίων εννέα χρόνων είχαν ως αποτέλεσμα να χαθεί το 26% του ΑΕΠ και να καταστραφούν κατά τη διάρκεια της κρίσης πάνω από 1 εκατομ. θέσεις εργασίας.

Οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν αναγκαία συνθήκη προκειμένου η χώρα να βγει οριστικά από την κρίση.

Μεταρρυθμίσεις σε όλα τα επίπεδα, θεσμούς, λειτουργία πολιτικού συστήματος, δικαιοσύνη, αγορά προϊόντων και υπηρεσιών, εργασιακές σχέσεις.

Στη δημόσια συζήτηση οι μεταρρυθμίσεις έχουν χρωματιστεί αρνητικά. Ταυτίζονται αποκλειστικά με περικοπές μισθών και συντάξεων ή κοινωνικών επιδομάτων, αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις σε βάρος των δικαιωμάτων των εργαζομένων, γενικά με αλλαγές που στην πράξη οδηγούν σε επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών, σε ανασφάλεια και αβεβαιότητα.

Αυτό υπήρξε το συνδυαστικό αποτέλεσμα αφενός της απουσίας ουσιαστικής συζήτησης για το πώς η χώρα οδηγήθηκε στην κρίση και αφετέρου συγκεκριμένων οργανωμένων προσπαθειών να απαξιωθεί η έννοια της μεταρρύθμισης και να χαθεί η κοινωνική στήριξη ακόμη και σε αλλαγές τις οποίες η κοινωνία είχε αποδεχτεί ότι είναι αναγκαίες.

Ακόμα και σήμερα δεν έχει συζητηθεί επαρκώς αν την κρίση την προκάλεσε η απουσία μεταρρυθμίσεων στο νέο περιβάλλον που συνδιαμόρφωναν η συμμετοχή στην ΟΝΕ και η παγκοσμιοποίηση.

Ούτε συζητήθηκε ουσιαστικά τι σήμαινε η άνοδος του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών στο 14% του ΑΕΠ το 20007. Δεν συζητήθηκε με ποια εργαλεία μια χώρα, μέλος της ευρωζώνης που δεν έχει στη διάθεσή της το εργαλείο της υποτίμησης, μπορούσε να διορθώσει την ανισορροπία αυτή.

Επιπλέον, δεν συζητήθηκε ποια είναι η στόχευση των επιμέρους μεταρρυθμίσεων. Ποιοι  ωφελούνται και ποιοι ζημιώνονται από αυτές και εάν τελικά  υπάρχει άλλος τρόπος επίλυσης των προβλημάτων χωρίς μεταρρυθμίσεις.

Πολλοί μεταξύ των οποίων και ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ Blanchard έχουν υποστηρίξει ότι η Ελλάδα δεν κατάφερε να βγει από την κρίση γιατί δεν προχώρησε στην εφαρμογή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων έγκαιρα και αποφασιστικά.

Η άποψη αυτή δεν υποστηρίζεται από τα στοιχεία του ΟΟΣΑ και άλλων οργανισμών σύμφωνα με τα οποία η Ελλάδα προχώρησε με ικανοποιητικούς ρυθμούς στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων την περίοδο 2010-2012 και στη συνέχεια μέχρι και το 2014. Σύμφωνα με τους σχετικούς δείκτες του ΟΟΣΑ την τελευταία διετία η πρόοδος στις μεταρρυθμίσεις έχει υποχωρήσει έναντι της προηγούμενης περιόδου.

Παρά την πρόοδο που έχει καταγράψει η χώρα, η ανάγκη σήμερα για να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις, που θα απελευθερώσουν τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας και θα αποδυναμώσουν μέχρι την οριστική του κατάρρευση το πελατειακό κράτος που ευθύνεται για την κρίση και κατάρρευση της οικονομίας, είναι αναγκαίες περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

Η ανάγκη για αλλαγές στη χώρα δεν αποτελεί σημερινό ζητούμενο. Ήδη από το 2009 το κεντρικό μας σύνθημα ήταν «ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε».

Οι αλλαγές που δρομολογήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια και επηρέασαν την καθημερινότητα του πολίτη δεν έγιναν ούτε εύκολα ούτε χωρίς αντιστάσεις.

Υπήρχαν οργανωμένες ομάδες αντίστασης που υπερασπιζόντουσαν τα προνόμια τους μέσω των οποίων διασφάλιζαν με αδιαφανή τρόπο προσόδους σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Η έξοδος από την κρίση και η θεμελίωση μιας Ελλάδας της ευημερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης που δίνει νέες ευκαιρίες σε όλους τους πολίτες της πρέπει να αποτελέσει την στρατηγική μας στόχευση.

Σε αυτή την προσπάθεια χρειαζόμαστε τη στήριξη της κοινωνίας.

Όταν ο ιστορικός του μέλλοντος θελήσει να μελετήσει αυτή τη σκοτεινή περίοδο της σύγχρονης ιστορίας μας, προκειμένου να αποτιμήσει την πορεία της χώρας, θα κληθεί να απαντήσει στα εξής τρία ερωτήματα:

  1. Γιατί η πολιτική, κατά την υπό εξέταση περίοδο, απαξιώθηκε σε τέτοια έκταση; Γιατί οι πολίτες, μετά από μια τόσο παρατεταμένη και πρωτόγνωρη οικονομική και κοινωνική κρίση, δεν επεδίωξαν την ενεργό συμμετοχή τους, ώστε να συμβάλουν στην ταχεία έξοδο από την κρίση, αλλά επέλεξαν, συνειδητά, την αδράνεια και την αποχή; Είναι ενδεικτικό ότι μεταξύ των εκλογών του Μαΐου 2012 και Σεπτεμβρίου 2015 περίπου ένα εκατ. ψηφοφόροι απείχαν από το εκλογικό τους δικαίωμα. Ας δούμε, όμως, πού οδήγησαν η απάθεια και η αποχή. Χθες, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κατέθεσε στη Βουλή προς ψήφιση σχέδιο Νόμου 930 σελίδων, που περιλαμβάνει μέτρα ύψους €5 δισ. περίπου. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα μιας παρατεταμένης διαπραγμάτευσης για να πετύχει υποτίθεται η κυβέρνηση χαμηλότερο στόχο για τα πρωτογενή πλεονάσματα και μια θετική απόφαση για το χρέος χωρίς όμως να χρειαστεί να πάρει νέα μέτρα στις συντάξεις ή τη φορολογία. Τελικά δέχτηκε όλα αυτά τα νέα μέτρα χωρίς μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Παρά το τεράστιο όμως δημοσιονομικό βάρος τους δεν σημειώθηκε κάποια ουσιαστική αντίδραση. Σε ανάλογες περιπτώσεις, κατά τα έτη 2010 και 2011, αλλά και αργότερα, πλήθη συγκεντρωμένων στην πλατεία Συντάγματος ζητούσαν την απόσυρση των μέτρων και την παραίτηση των  μελών της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Φαντάζεστε τι θα συνέβαινε στην ίδια πλατεία, αν στέλεχος της Δημοκρατικής Συμπαράταξης κατέθετε το αντίστοιχο νομοσχέδιο! Ή, αν στο όνομα της αξιοποίησης της Δημόσιας περιουσίας, είχε εκχωρήσει τα περιουσιακά της στοιχεία για 99 χρόνια στο Υπερταμείο, αναθέτοντας τη διοίκησή του σε ξένους;  Ή, αν με πρωτοβουλίες της Δημοκρατικής Συμπαράταξης είχε περάσει ο έλεγχος του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και της διοίκησης των τραπεζών σε ξένους; Σήμερα, αντί για αντιπαράθεση και δημιουργικό διάλογο πάνω σε όλα αυτά τα κρίσιμα για τη χώρα και τους πολίτες θέματα, κερδίζουν η απάθεια, η απαισιοδοξία, η μελαγχολία, η αποχή. Σαφώς, ένας κρίσιμος παράγοντας, που οδήγησε σε αυτή την εξέλιξη, υπήρξε το γεγονός ότι η χώρα παραμένει σε κρίση οικονομική και κοινωνική επί δεκαετία, παρά τις συχνές αλλαγές κυβερνήσεων με διαφορετικό πολιτικό προσανατολισμό. Όταν, λοιπόν, για πολλά χρόνια διαφορετικά κόμματα λαμβάνουν την εντολή για να διασφαλίσουν την έξοδο της χώρας από την κρίση, χωρίς όμως να το επιτυγχάνουν, αυτό οδηγεί σε σκέψεις για πιθανή αδυναμία του πολιτικού δυναμικού και της πολιτικής να δώσουν αξιόπιστες απαντήσεις στα σύνθετα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Όσο το πρόβλημα της κρίσης δεν αντιμετωπίζεται, είναι πιθανό οι πολίτες να οδηγηθούν τελικά στο συμπέρασμα ότι η πολιτική δεν είναι ο προνομιακός χώρος επίλυσης των προβλημάτων και, αδρανώντας, να αφήσουν, ως προς τη επίλυση των προβλημάτων, περιθώριο για εξωθεσμικές επιλογές.
  2. Το δεύτερο ερώτημα, στο οποίο θα κληθεί να απαντήσει ο ιστορικός, είναι γιατί, αν και τρεις άλλες χώρες είχαν υπογράψει Μνημόνια, μόνο η Ελλάδα, επτά χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου, παραμένει σε Μνημόνιο και σε ύφεση. Στο μεταξύ, έχει χαθεί το 25% του ΑΕΠ, έχουν χαθεί 1 εκατ. θέσεις εργασίας, η χώρα είναι ακόμη εκτός αγορών, έχει υπογράψει το τρίτο μνημόνιο και αναλαμβάνει δεσμεύσεις για δημοσιονομικούς στόχους πολύ πέρα και από τη λήξη όχι του τρίτου μνημονίου, αλλά και ενός τετάρτου, αν προκύψει ως ανάγκη. Αντίθετα, η Ιρλανδία, η Κύπρος και η Πορτογαλία, με ένα μνημόνιο, πέτυχαν την έξοδο στις αγορές και σημειώνουν ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Οι οικονομίες τους δημιουργούν θέσεις εργασίας και προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές από την κρίση με την εξάλειψη των ανισοτήτων και της φτώχειας. Είναι άραγε σύμπτωση ότι στις χώρες αυτές επιτεύχθηκαν πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις, ενώ στην Ελλάδα αρχικά τα κόμματα της αντιπολίτευσης υπόσχονταν στους πολίτες ότι υπάρχουν και άλλοι δρόμοι, με τα «Ζάππεια» ή τα προγράμματα της Θεσσαλονίκης; Ως κυβέρνηση ουδέποτε αποτόλμησαν να τα παρουσιάσουν στους θεσμικούς δανειστές προς χρηματοδότηση, ως εθνικά σχέδια εξόδου από την κρίση, ώστε να εξασφαλίσουν τα €130 δισ. του δεύτερου ή τα €86 δισ. του τρίτου μνημονίου.
  3. Το τρίτο ερώτημα είναι, γιατί όταν οι άλλες χώρες της Ευρώπης, αντιμέτωπες με την μεγαλύτερη κρίση από τη συγκρότηση της Ένωσης, διερευνούσαν δυνητικές επιλογές ως προς την μελλοντική τους πορεία ή για την στάση τους έναντι των μεγάλων προκλήσεων της παγκοσμιοποίησης, της κλιματικής αλλαγής, κλπ., η ελληνική κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ συνειδητά επέλεγε την αποστασιοποίηση και τον απομονωτισμό; Την ίδια ώρα, η Ελλάδα έχανε τα διεθνή ερείσματά της για την υπεράσπιση των εθνικών της θεμάτων, ενώ ο γείτονας εξ ανατολών όχι μόνο ξεφεύγει στις πρακτικές, αλλά προβάλλει και διεκδικήσεις που παραβιάζουν τις αρχές του διεθνούς δικαίου.

Φίλες και Φίλοι,

Είναι σίγουρο ότι οι απαντήσεις του ιστορικού του μέλλοντος στα ερωτήματα αυτά θα συνδεθούν άμεσα με το τι θα αποφασίσει και το τι θα πράξει ο καθένας από εμάς, η καθεμία από εσάς.

Εξαρτώνται από όλους, όσοι είμαστε στην αίθουσα αυτή, αλλά και από όλους τους μη παρόντες, οι οποίοι αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα των συνθηκών για την πορεία της χώρας και θα επιλέξουν τελικά να πορευτούν μαζί μας, προκειμένου:

  • να  διατυπώσουμε με ευθύνη και συνέπεια την πρότασή μας για την ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση
  • να χτίσουμε την Ελλάδα που οραματιζόμαστε και θέλουμε να κληροδοτήσουμε στις επόμενες γενεές.

 

Η Ελλάδα του μέλλοντος εξαρτάται από τις κοινές μας αναζητήσεις για όλα αυτά τα ζητήματα και τις αποφάσεις μας στο συνέδριο της ΔΗΣΥ. Αποφάσεις που θα επιτρέψουν να ενισχύσουμε τη θέση μας στην κοινωνία και να αναλάβουμε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της μελλοντικής πορείας της χώρας.

 

Στα κρίσιμα, λοιπόν, αυτά ζητήματα καλούμαστε σήμερα να πάρουμε θέση για τις επιλογές μας στο συνέδριο και:

– να εργαστούμε για την θεσμική ανασύνταξη της χώρας

– να διασφαλίσουμε την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της πολιτικής

– να καταστήσουμε δύναμη ηγεμονική την ελληνική σοσιαλδημοκρατία,

– να προχωρήσουμε στην αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου και να διασφαλίσουμε τις προϋποθέσεις για την δημιουργία νέου πλούτου μέσω της βιώσιμης ανάπτυξης, πλούτου που θα διαχέεται σε όλη την κοινωνία και όχι στους λίγους.

Γιατί νέο πλούτο μπορεί να δημιουργήσει και η ΝΔ με την οικονομικά φιλελεύθερη ατζέντα της. Αλλά είναι πλούτος που και πάλι θα αφορά τους λίγους.

Αν συνεχίζουμε να επιμένουμε στην ταυτότητα του Σοσιαλιστή είναι γιατί δεν δεχόμαστε ως φυσική συνέπεια ότι οι οκτώ πλουσιότεροι στον κόσμο έχουν όσα το 50% του πληθυσμού της γης. Η ανισότητα αυτή είναι προϊόν συγκεκριμένων επιλογών, που απορρέουν από μια οικονομικά φιλελεύθερη ατζέντα και πρέπει να την ανατρέψουμε.

Πλούτο συγκυριακά μπορεί να δημιουργήσουν και οι παρεοκρατιστές του ΣΥΡΙΖΑ με υπόγειες και αδιαφανείς συμφωνίες με συγκεκριμένους επιχειρηματίες, αλλά θα είναι πλούτος που αφορά όσους ανήκουν στη νέα διαπλοκή και τους εκλεκτούς πελατειακούς φίλους.

Είναι υποχρέωση δική μας να βοηθήσουμε τις υγιείς και καινοτόμες παραγωγικές δυνάμεις της χώρας, μέσα από τη συγκρότηση μιας νέας κοινωνικής συμμαχίας, να εργαστούν για την παραγωγή πλούτου και να συμφωνήσουν ότι μέρος του θα φορολογηθεί, προκειμένου να στηριχτούν όσοι χτυπήθηκαν από την κρίση.

Τέλος, είναι δική μας υποχρέωση να αποκαταστήσουμε το κύρος και την αξιοπιστία της χώρας και να εργαστούμε από κοινού με τις προοδευτικές δυνάμεις της Ευρώπης, για να διασφαλίσουμε ότι το όραμα για μια ισχυρή και κοινωνικά δίκαιη Ευρώπη θα παραμείνει στο επίκεντρο των πολιτικών μας προτεραιοτήτων και στοχεύσεων.

Είμαι πολύ αισιόδοξος που ανταμώσαμε και όλοι μαζί δηλώνουμε έτοιμοι για μια νέα προσπάθεια, ενωμένοι. Απευθύνω κάλεσμα και σε όσους δεν είναι εδώ. Η ΔΗ.ΣΥ. είναι η εκκλησία. Η καμπάνα κτυπά και όσοι αγωνιούν για την επόμενη ημέρα της χώρας και για την ανασυγκρότηση του χώρου τους καλούμε να έρθουν να δουλέψουμε από κοινού.  Η αποχή, η απάθεια, η αδιαφορία, η μοναχική πορεία δεν μπορούν να μας βγάλουν και δεν θα μας βγάλουν από την κρίση. Στην προσπάθεια αυτή μόνο ενωμένοι μπορούμε να πάμε μπροστά.