Ομιλίες

Ομιλία στην εκδήλωση του Πολιτικού Εργαστηρίου «Σοσιαλισμός και Φιλελευθερισμός» 20 Ιουνίου 2017 Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων

Το θέμα της σημερινής μας συζήτησης παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον όχι μόνο γιατί ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός επανήλθε στην τρέχουσα πολιτική συζήτηση ως μια από τις προτάσεις για την ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας αλλά και για το λόγο ότι η σχέση Σοσιαλισμού και Φιλελευθερισμού χαρακτηρίζεται από μια ιδιαιτερότητα.

Η απάντηση στο ερώτημα για τη σχέση Σοσιαλισμού και Φιλελευθερισμού εξαρτάται σημαντικά από τον χρόνο στον οποίο τίθεται το ερώτημα αλλά και τον τόπο στον οποίο διεξάγεται η συζήτηση. Έτσι θεωρώ, ότι δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι στην ερώτηση αυτή μπορούν να δοθούν και δόθηκαν διαχρονικά διαμετρικά αντίθετες απαντήσεις.

Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και μέχρι την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, η Σοσιαλδημοκρατία έχει υιοθετήσει την ατζέντα του Φιλελευθερισμού σε ότι αφορά την κοινοβουλευτική δημοκρατία και τα δικαιώματα των πολιτών. Ωστόσο, η υιοθέτηση του Πολιτικού Φιλελευθερισμού έχει εν μέρει εργαλειακό χαρακτήρα, διότι θεωρείται το καλύτερο πολιτικό σύστημα για την προώθηση των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Η πλήρης υιοθέτηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ως αξίας θα γίνει σταδιακά, στις δεκαετίες του 1920 και 1930.

Σε ότι αφορά τις οικονομικές θέσεις του Φιλελευθερισμού για όσο διάστημα οι Σοσιαλιστές δεν έχουν ακόμη μια πλήρη και επεξεργασμένη πρόταση για την άσκηση οικονομικής πολιτικής πέρα από τα κείμενα του Μαρξ και την εκτίμηση του για την αναπόδραστη κατάρρευση του καπιταλισμού υπάρχει μια αντιθετική σχέση.

Όπως λέει ο Ιταλός Σοσιαλιστής Κάρλο Ροσέλι («Φιλελεύθερος Σοσιαλισμός», Εκδόσεις Πόλις 2013) «ο σοσιαλισμός γεννήθηκε ως αντίδραση στον –κυρίως οικονομικό – Φιλελευθερισμό που χαρακτήριζε τη σκέψη της αστικής τάξης στις αρχές του 19ου αιώνα».

Οι Σοσιαλδημοκράτες καλούνται να πάρουν πιο συγκεκριμένη θέση σε θέματα οικονομικής πολιτικής μετά το ξέσπασμα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου καθώς αρχίζουν να συμμετέχουν σε κυβερνήσεις της περιόδου.

Το Laissez-faire του 19ου αιώνα δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες για τη διεξαγωγή του πολέμου. Έτσι, για πρώτη φορά το κράτος παρεμβαίνει στη λειτουργία των αγορών. Είναι η περίοδος που θεσπίζονται και εφαρμόζονται προοδευτικά φορολογικά συστήματα για τη χρηματοδότηση των πολεμικών δαπανών ενώ γίνονται οι πρώτες εθνικοποιήσεις επιχειρήσεων. Ο πόλεμος αυτός νομιμοποιεί στην πολιτική σοσιαλιστικές ιδέες όπως τα προοδευτικά φορολογικά συστήματα ή η εθνικοποίηση των επιχειρήσεων.

Η σχέση αντιπαλότητας μεταξύ Σοσιαλισμού και Φιλελευθερισμού γίνεται πιο έντονη στη δεκαετία του 1920 και κορυφώνεται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930 κυρίως ως αποτέλεσμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας του Φιλελευθερισμού να δώσει ουσιαστική απάντηση στις συνέπειες του οικονομικού κραχ του 1929.

Για τον Ροσέλι: «το σοσιαλιστικό κίνημα είναι ο αληθινός κληρονόμος του φιλελευθερισμού, ο φορέας αυτής της δυναμικής αντίληψης για την ελευθερία που πραγματοποιείται στη δραματική κίνηση της ιστορίας. Φιλελευθερισμός και σοσιαλισμός αντί να έρχονται σε σύγκρουση, μια ανούσια αντιπαράθεση, συνδέονται με στενούς δεσμούς. Ο φιλελευθερισμός είναι η ιδεατή δύναμη που εμπνέει, ο σοσιαλισμός η πρακτική δύναμη που υλοποιεί».

Είναι προφανές από τα γραφόμενα του ότι στα τέλη της δεκαετίας του 1920, την εποχή που ο Ροσέλι αντιμάχονταν τον Φασισμό και τον Μαρξισμό, η αυτονόητη σχέση ήταν αυτή της αντιπαλότητας. Ο Ροσέλι εκφράζει ένα ιδιαίτερο ρεύμα στις τάξεις των Σοσιαλιστών που αναδείχτηκε κυρίως στην Ιταλία και τη Γαλλία στη δεκαετία του 1920 χωρίς όμως να γίνει κυρίαρχο.

Είναι η περίοδος που σε όλη την Ευρώπη με εξαίρεση ίσως την Αγγλία η σχέση σοσιαλδημοκρατίας και φιλελευθερισμού προσλαμβάνονταν ως σχέση αντιπαλότητας. Η Σέρι Μπέρμαν στο βιβλίο της «Το Πρωτείο της Πολιτικής» περιγράφει τη σχέση αυτή ως εξής: « ..η σοσιαλδημοκρατία …δεν αποτελεί κάποιου είδους συμβιβασμό ανάμεσα στον μαρξισμό και τον φιλελευθερισμό… Η σοσιαλδημοκρατία αντιπροσώπευε μια πλήρως επεξεργασμένη πρόταση τόσο έναντι του μαρξισμού όσο και έναντι του φιλελευθερισμού, μια πρόταση που την χαρακτήριζε η βαθιά και ακλόνητη προσήλωση στην πρωτοκαθεδρία της πολιτικής έναντι της οικονομίας και στον κοινοτισμό».

Η σοσιαλδημοκρατία όμως στο πέρασμα του χρόνου αλλάζει. Από τη σοσιαλδημοκρατία του Μπερνσταιν μέχρι αυτή του Μπραντ, ή του Σρέντερ ή ακόμη και του Γκάμπριελ η απόσταση είναι τεράστια.

Αυτή η σχέση αντιπαλότητας συντηρείται για πολλά χρόνια μέχρι και την αναβίωση των ιδεών του νεοφιλελευθερισμού που κυριαρχούν στις δεκαετίες 1970-1990. Η πρόσφατη διεθνής χρηματοοικονομική κρίση έθεσε υπό αμφισβήτηση την κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων ιδεών. Λίγα μόλις χρόνια μετά την εκτίμηση του Φουκογιάμα στο έργο του «Το Τέλος της Ιστορίας» ότι αυτές πλέον δεν θα αμφισβητηθούν από κανένα, η κρίση αυτή δικαίωσε την επιφυλακτική στάση αρκετών σοσιαλδημοκρατών που δεν υιοθέτησαν τις προτροπές του Τρίτου Δρόμου.

Η άκριτη προσχώρηση τμημάτων της σοσιαλδημοκρατίας στην άποψη για πλήρη απελευθέρωση των αγορών και περιορισμό του ρόλου του κράτους, τα χρόνια στα οποία εκδηλώθηκε η νέα φάση της παγκοσμιοποίησης, οδήγησε σε ουσιαστική αλλαγή της ταυτότητας της γεγονός που εξηγεί την προσέγγιση της με τον νεοφιλελευθερισμό.

Έτσι, από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 γίνεται ξανά συζήτηση για τον «φιλελεύθερο σοσιαλισμό». Σε αυτή τη φάση η νοηματοδότηση του σοσιαλισμού απέχει πολύ από τις κλασικές του θέσεις. Για παράδειγμα σοσιαλιστικά κόμματα σε πολλές χώρες δεν θεωρούν προτεραιότητά τους την υπεράσπιση του κόσμου της εργασίας, την παρέμβαση του κράτους στην οικονομία και την κοινωνική πρόνοια, απαρνιούνται μια πολιτική αλληλεγγύης που θα αποβλέπει στην προστασία των ατόμων, μια ευρεία αναδιανομή του πλούτου, ή την ανάγκη εξανθρωπισμού του καπιταλισμού κ.λπ.

Από πολιτική άποψη η όσμωση της σοσιαλδημοκρατίας με τον νεοφιλελευθερισμό δεν την βοήθησε εκλογικά. Ο Γερ. Μοσχονάς σε συνέντευξη του της 6ης Ιουνίου στην Εποχή αναφέρει τα εξής για τις εκλογικές επιδόσεις της σοσιαλδημοκρατίας: “Στις 13 δυτικοευρωπαϊκές χώρες που μετράω (εκτός Ελλάδας, Ισπανίας, Πορτογαλίας), η σοσιαλδημοκρατία σήμερα κατά μέσον όρο καταγράφει απώλειες περίπου 33% με 34% σε σχέση με το ποσοστό που είχε στη δεκαετία του 1950. Στις δε τρεις χώρες του Νότου οι απώλειες σήμερα, σε σχέση με τις επιδόσεις της δεκαετίας του 1980, είναι της τάξης του 44,5% κατά μέσον όρο…”.

Η αποδυνάμωση της ενίσχυσε είτε τα λαϊκιστικά κόμματα της Αριστεράς που κράτησαν μια πιο επιθετική στάση απέναντι στην παγκοσμιοποίηση και στην κυριαρχία των αγορών είτε τα λαϊκιστικά κόμματα της ακροδεξιάς για τους ίδιους λόγους αλλά και επειδή επαναφέρουν στο προσκήνιο της πολιτικής έναν ξεπερασμένο εθνικισμό και προτείνουν την εκδίωξη των μεταναστών.

Σήμερα για πολλούς η σχέση Σοσιαλδημοκρατίας και Πολιτικού Φιλελευθερισμού είναι αυτονόητη. Όμως η σοσιαλδημοκρατία -αν και όχι σε όλες τις εκδοχές της- κρατά μια στάση αντιπαλότητας απέναντι στον οικονομικό φιλελευθερισμό και στο πρόταγμα του για ελεύθερες και ανεξέλεγκτες αγορές.

Οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία οδηγούν σε ανανέωση του ενδιαφέροντος για τη σχέση αυτή και ο όρος σοσιαλφιλελευθερισμός χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις ιδέες της πολιτικής πλατφόρμας του νικητή των Προεδρικών εκλογών της Γαλλίας. Είναι δύσκολο να προδικάσει κανείς τι ακριβώς περιεχόμενο θα επιχειρήσει να προσδώσει ο Μακρόν στο Φιλελεύθερο Σοσιαλισμό. Είναι όμως σίγουρο, ότι θα απέχει πολύ από αυτό του Ροσέλι καθώς η πολιτική του πρόταση είναι πιο κοντά σε αυτή του Τρίτου Δρόμου. Αυτή δηλαδή που έφερε τα Σοσιαλιστικά κόμματα πιο κοντά στο νεοφιλελευθερισμό.

Στην Βρετανία αντίθετα η ανάληψη της ηγεσίας του Εργατικού Κόμματος από τον Κόρμπιν οδήγησε σε οριστική ρήξη με τις ιδέες του Τρίτου Δρόμου. Η πολιτική του πρόταση παραπέμπει πιο πολύ στις προγραμματικές προτάσεις της Σοσιαλδημοκρατίας της χρυσής περιόδου του εθνικού Κεϋνσιανισμού που έχει εγκαταλειφθεί από όλα τα Σοσιαλιστικά κόμματα από την δεκαετία του 1990.

Για τις ανάγκες της σημερινής συζήτησης ενόψει του Συνεδρίου της Δημοκρατικής Συμπαράταξης αποκτά ιδιαίτερη σημασία να αναζητήσουμε πως προσλαμβάνουν σήμερα τα ελληνικά κόμματα του δημοκρατικού σοσιαλισμού τη σχέση σοσιαλισμού και φιλελευθερισμού.

Ανατρέχοντας στις προγραμματικές θέσεις της ΔΗΜΑΡ προκύπτει ότι, η ΔΗΜΑΡ εμπνέεται από τα ιδεώδη του πολιτικού φιλελευθερισμού και αντιτίθεται στον κρατισμό και στο πελατειακό κράτος. Αντιπαρατίθεται στο νεοφιλελευθερισμό.

Ανάλογες απόψεις θα βρει κανείς στην πρόσφατη πολιτική εισήγηση για τη ΔΗ.ΣΥ. όπου είναι εμφανής η αναγνώριση της σχέσης μεταξύ Δημοκρατικού Σοσιαλισμού και Πολιτικού Φιλελευθερισμού. Το ίδιο ισχύει και με τα πρόσφατα καταστατικά κείμενα του ΠΑΣΟΚ.

Στα κείμενα του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών υπάρχει ευθεία αναφορά στη σχέση αυτή. Στην Πολιτική Εισήγηση που εγκρίθηκε πρόσφατα στην 3η Συνδιάσκεψη αναφέρονται τα εξής:

“Το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών εκφράζει ταυτόχρονα μια δέσμη αξιών που βασίζονται στις ζωντανές παραδόσεις του ανθρωπισμού, του διαφωτισμού, του πολιτικού φιλελευθερισμού και του δημοκρατικού σοσιαλισμού».

Τέλος σε ότι αφορά τη θέση για το νεοφιλελευθερισμό αναφέρονται τα εξής:

“Συγκροτούμε μέτωπο απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό, και κυρίως, απέναντι στις παλιές και νέες ανισότητες που αυτός παράγει. Μέτωπο στη λογική ότι οι αγορές οδηγούν στα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα παραβλέποντας ότι την ώρα που παράγεται τόσος πλούτος οι ανισότητες φτάνουν σε πρωτόγνωρα επίπεδα για την σύγχρονη εποχή».

Συμπερασματικά, σε μια περίοδο ανασύνταξης του χώρου του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού στην Ελλάδα η σχέση του με τον Πολιτικό Φιλελευθερισμό είναι περισσότερο καθαρή από οποιαδήποτε άλλη φορά στην ιστορία του. Οι αναφορές στις αξίες της Ανοικτής Κοινωνίας στα κείμενα της ΔΗ.ΣΥ. και του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών δεν είναι τυχαίες και δύσκολα θα τις έβρισκε κανείς στα πολιτικά κείμενα κομμάτων του χώρου στο παρελθόν.

Σήμερα, ο Δημοκρατικός Σοσιαλισμός στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι σε αναζήτηση νέας ταυτότητας για να εκφράσει τη συμμαχία των υγιών παραγωγικών δυνάμεων που παράγουν νέο πλούτο και αυτών που πλήττονται από την παγκοσμιοποίηση.

Για να το πετύχει δεν αρκεί να περιοριστεί στο όραμα ενός «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο». Την ώρα που ο ευάλωτος στον νεοφιλελευθερισμό «Τρίτος Δρόμος» κατέρρευσε, η Σοσιαλδημοκρατία καλείται σήμερα να επιδιώξει, σε ευρωπαϊκό πλέον επίπεδο, τον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων του καπιταλισμού και την καταπολέμηση των μεγάλων ανισοτήτων.

Αυτό θα το πετύχει αν αποδεχτεί εκ νέου την ανάγκη να ηγεμονεύει ιδεολογικά «το πρωτείο της πολιτικής» και να εργαστεί για να συγκροτηθούν υπερεθνικά όργανα οικονομικής διακυβέρνησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο στη βάση κοινών αξιών. Πολλά από τα σύγχρονα προβλήματα όπως η κλιματική αλλαγή, το μεταναστευτικό, η φοροαποφυγή των μεγάλων επιχειρήσεων, έχουν παγκόσμια διάσταση. Αν η σοσιαλδημοκρατία κάνει το λάθος να αναζητήσει τη λύση στα σύγχρονα προβλήματα εντός των εθνικών ορίων θα ηττηθεί και θα χαθεί.

Η πρόκληση σήμερα είναι να συγκροτήσει το νέο συμβιβασμό αυτή τη φορά ανάμεσα στο κράτος, την αγορά, τις γιγάντιες εταιρείες που μπορούν να επηρεάσουν επ’ ωφελεία τους τις αποφάσεις του κράτους και την κοινωνία των πολιτών. Στο βαθμό που θα ανταποκριθεί σε αυτή την πρόκληση η Σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη θα ξαναγίνει δύναμη ηγεμονική στο χώρο της κεντροαριστεράς για να προωθήσει την βιώσιμη ανάπτυξη και την κοινωνική δικαιοσύνη σε συνθήκες πολιτικής ασφάλειας.

Εισήγηση στο τραπέζι για τις μεταρρυθμίσεις στην 3η Συνδιάσκεψη Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών

Έχουν συμπληρωθεί επτά χρόνια από την ημέρα που η χώρα έχασε την πρόσβαση στις αγορές και υποχρεώθηκε σε αναγκαστικό δανεισμό υπογράφοντας το πρώτο μνημόνιο.

Στόχος, η αντιμετώπιση των μακροοικονομικών ανισορροπιών, η διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η αναδιάρθρωση της οικονομίας μέσω μεταρρυθμίσεων.

Η Ελλάδα σήμερα έχει υπογράψει το τρίτο μνημόνιο και παραμένει εκτός αγορών ενώ η ύφεση και η στασιμότητα των τελευταίων εννέα χρόνων είχαν ως αποτέλεσμα να χαθεί το 26% του ΑΕΠ και να καταστραφούν κατά τη διάρκεια της κρίσης πάνω από 1 εκατομ. θέσεις εργασίας.

Οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν αναγκαία συνθήκη προκειμένου η χώρα να βγει οριστικά από την κρίση.

Μεταρρυθμίσεις σε όλα τα επίπεδα, θεσμούς, λειτουργία πολιτικού συστήματος, δικαιοσύνη, αγορά προϊόντων και υπηρεσιών, εργασιακές σχέσεις.

Στη δημόσια συζήτηση οι μεταρρυθμίσεις έχουν χρωματιστεί αρνητικά. Ταυτίζονται αποκλειστικά με περικοπές μισθών και συντάξεων ή κοινωνικών επιδομάτων, αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις σε βάρος των δικαιωμάτων των εργαζομένων, γενικά με αλλαγές που στην πράξη οδηγούν σε επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών, σε ανασφάλεια και αβεβαιότητα.

Αυτό υπήρξε το συνδυαστικό αποτέλεσμα αφενός της απουσίας ουσιαστικής συζήτησης για το πώς η χώρα οδηγήθηκε στην κρίση και αφετέρου συγκεκριμένων οργανωμένων προσπαθειών να απαξιωθεί η έννοια της μεταρρύθμισης και να χαθεί η κοινωνική στήριξη ακόμη και σε αλλαγές τις οποίες η κοινωνία είχε αποδεχτεί ότι είναι αναγκαίες.

Ακόμα και σήμερα δεν έχει συζητηθεί επαρκώς αν την κρίση την προκάλεσε η απουσία μεταρρυθμίσεων στο νέο περιβάλλον που συνδιαμόρφωναν η συμμετοχή στην ΟΝΕ και η παγκοσμιοποίηση.

Ούτε συζητήθηκε ουσιαστικά τι σήμαινε η άνοδος του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών στο 14% του ΑΕΠ το 20007. Δεν συζητήθηκε με ποια εργαλεία μια χώρα, μέλος της ευρωζώνης που δεν έχει στη διάθεσή της το εργαλείο της υποτίμησης, μπορούσε να διορθώσει την ανισορροπία αυτή.

Επιπλέον, δεν συζητήθηκε ποια είναι η στόχευση των επιμέρους μεταρρυθμίσεων. Ποιοι  ωφελούνται και ποιοι ζημιώνονται από αυτές και εάν τελικά  υπάρχει άλλος τρόπος επίλυσης των προβλημάτων χωρίς μεταρρυθμίσεις.

Πολλοί μεταξύ των οποίων και ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ Blanchard έχουν υποστηρίξει ότι η Ελλάδα δεν κατάφερε να βγει από την κρίση γιατί δεν προχώρησε στην εφαρμογή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων έγκαιρα και αποφασιστικά.

Η άποψη αυτή δεν υποστηρίζεται από τα στοιχεία του ΟΟΣΑ και άλλων οργανισμών σύμφωνα με τα οποία η Ελλάδα προχώρησε με ικανοποιητικούς ρυθμούς στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων την περίοδο 2010-2012 και στη συνέχεια μέχρι και το 2014. Σύμφωνα με τους σχετικούς δείκτες του ΟΟΣΑ την τελευταία διετία η πρόοδος στις μεταρρυθμίσεις έχει υποχωρήσει έναντι της προηγούμενης περιόδου.

Παρά την πρόοδο που έχει καταγράψει η χώρα, η ανάγκη σήμερα για να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις, που θα απελευθερώσουν τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας και θα αποδυναμώσουν μέχρι την οριστική του κατάρρευση το πελατειακό κράτος που ευθύνεται για την κρίση και κατάρρευση της οικονομίας, είναι αναγκαίες περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

Η ανάγκη για αλλαγές στη χώρα δεν αποτελεί σημερινό ζητούμενο. Ήδη από το 2009 το κεντρικό μας σύνθημα ήταν «ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε».

Οι αλλαγές που δρομολογήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια και επηρέασαν την καθημερινότητα του πολίτη δεν έγιναν ούτε εύκολα ούτε χωρίς αντιστάσεις.

Υπήρχαν οργανωμένες ομάδες αντίστασης που υπερασπιζόντουσαν τα προνόμια τους μέσω των οποίων διασφάλιζαν με αδιαφανή τρόπο προσόδους σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Η έξοδος από την κρίση και η θεμελίωση μιας Ελλάδας της ευημερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης που δίνει νέες ευκαιρίες σε όλους τους πολίτες της πρέπει να αποτελέσει την στρατηγική μας στόχευση.

Σε αυτή την προσπάθεια χρειαζόμαστε τη στήριξη της κοινωνίας.

Όταν ο ιστορικός του μέλλοντος θελήσει να μελετήσει αυτή τη σκοτεινή περίοδο της σύγχρονης ιστορίας μας, προκειμένου να αποτιμήσει την πορεία της χώρας, θα κληθεί να απαντήσει στα εξής τρία ερωτήματα:

  1. Γιατί η πολιτική, κατά την υπό εξέταση περίοδο, απαξιώθηκε σε τέτοια έκταση; Γιατί οι πολίτες, μετά από μια τόσο παρατεταμένη και πρωτόγνωρη οικονομική και κοινωνική κρίση, δεν επεδίωξαν την ενεργό συμμετοχή τους, ώστε να συμβάλουν στην ταχεία έξοδο από την κρίση, αλλά επέλεξαν, συνειδητά, την αδράνεια και την αποχή; Είναι ενδεικτικό ότι μεταξύ των εκλογών του Μαΐου 2012 και Σεπτεμβρίου 2015 περίπου ένα εκατ. ψηφοφόροι απείχαν από το εκλογικό τους δικαίωμα. Ας δούμε, όμως, πού οδήγησαν η απάθεια και η αποχή. Χθες, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κατέθεσε στη Βουλή προς ψήφιση σχέδιο Νόμου 930 σελίδων, που περιλαμβάνει μέτρα ύψους €5 δισ. περίπου. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα μιας παρατεταμένης διαπραγμάτευσης για να πετύχει υποτίθεται η κυβέρνηση χαμηλότερο στόχο για τα πρωτογενή πλεονάσματα και μια θετική απόφαση για το χρέος χωρίς όμως να χρειαστεί να πάρει νέα μέτρα στις συντάξεις ή τη φορολογία. Τελικά δέχτηκε όλα αυτά τα νέα μέτρα χωρίς μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Παρά το τεράστιο όμως δημοσιονομικό βάρος τους δεν σημειώθηκε κάποια ουσιαστική αντίδραση. Σε ανάλογες περιπτώσεις, κατά τα έτη 2010 και 2011, αλλά και αργότερα, πλήθη συγκεντρωμένων στην πλατεία Συντάγματος ζητούσαν την απόσυρση των μέτρων και την παραίτηση των  μελών της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Φαντάζεστε τι θα συνέβαινε στην ίδια πλατεία, αν στέλεχος της Δημοκρατικής Συμπαράταξης κατέθετε το αντίστοιχο νομοσχέδιο! Ή, αν στο όνομα της αξιοποίησης της Δημόσιας περιουσίας, είχε εκχωρήσει τα περιουσιακά της στοιχεία για 99 χρόνια στο Υπερταμείο, αναθέτοντας τη διοίκησή του σε ξένους;  Ή, αν με πρωτοβουλίες της Δημοκρατικής Συμπαράταξης είχε περάσει ο έλεγχος του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και της διοίκησης των τραπεζών σε ξένους; Σήμερα, αντί για αντιπαράθεση και δημιουργικό διάλογο πάνω σε όλα αυτά τα κρίσιμα για τη χώρα και τους πολίτες θέματα, κερδίζουν η απάθεια, η απαισιοδοξία, η μελαγχολία, η αποχή. Σαφώς, ένας κρίσιμος παράγοντας, που οδήγησε σε αυτή την εξέλιξη, υπήρξε το γεγονός ότι η χώρα παραμένει σε κρίση οικονομική και κοινωνική επί δεκαετία, παρά τις συχνές αλλαγές κυβερνήσεων με διαφορετικό πολιτικό προσανατολισμό. Όταν, λοιπόν, για πολλά χρόνια διαφορετικά κόμματα λαμβάνουν την εντολή για να διασφαλίσουν την έξοδο της χώρας από την κρίση, χωρίς όμως να το επιτυγχάνουν, αυτό οδηγεί σε σκέψεις για πιθανή αδυναμία του πολιτικού δυναμικού και της πολιτικής να δώσουν αξιόπιστες απαντήσεις στα σύνθετα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Όσο το πρόβλημα της κρίσης δεν αντιμετωπίζεται, είναι πιθανό οι πολίτες να οδηγηθούν τελικά στο συμπέρασμα ότι η πολιτική δεν είναι ο προνομιακός χώρος επίλυσης των προβλημάτων και, αδρανώντας, να αφήσουν, ως προς τη επίλυση των προβλημάτων, περιθώριο για εξωθεσμικές επιλογές.
  2. Το δεύτερο ερώτημα, στο οποίο θα κληθεί να απαντήσει ο ιστορικός, είναι γιατί, αν και τρεις άλλες χώρες είχαν υπογράψει Μνημόνια, μόνο η Ελλάδα, επτά χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου, παραμένει σε Μνημόνιο και σε ύφεση. Στο μεταξύ, έχει χαθεί το 25% του ΑΕΠ, έχουν χαθεί 1 εκατ. θέσεις εργασίας, η χώρα είναι ακόμη εκτός αγορών, έχει υπογράψει το τρίτο μνημόνιο και αναλαμβάνει δεσμεύσεις για δημοσιονομικούς στόχους πολύ πέρα και από τη λήξη όχι του τρίτου μνημονίου, αλλά και ενός τετάρτου, αν προκύψει ως ανάγκη. Αντίθετα, η Ιρλανδία, η Κύπρος και η Πορτογαλία, με ένα μνημόνιο, πέτυχαν την έξοδο στις αγορές και σημειώνουν ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Οι οικονομίες τους δημιουργούν θέσεις εργασίας και προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές από την κρίση με την εξάλειψη των ανισοτήτων και της φτώχειας. Είναι άραγε σύμπτωση ότι στις χώρες αυτές επιτεύχθηκαν πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις, ενώ στην Ελλάδα αρχικά τα κόμματα της αντιπολίτευσης υπόσχονταν στους πολίτες ότι υπάρχουν και άλλοι δρόμοι, με τα «Ζάππεια» ή τα προγράμματα της Θεσσαλονίκης; Ως κυβέρνηση ουδέποτε αποτόλμησαν να τα παρουσιάσουν στους θεσμικούς δανειστές προς χρηματοδότηση, ως εθνικά σχέδια εξόδου από την κρίση, ώστε να εξασφαλίσουν τα €130 δισ. του δεύτερου ή τα €86 δισ. του τρίτου μνημονίου.
  3. Το τρίτο ερώτημα είναι, γιατί όταν οι άλλες χώρες της Ευρώπης, αντιμέτωπες με την μεγαλύτερη κρίση από τη συγκρότηση της Ένωσης, διερευνούσαν δυνητικές επιλογές ως προς την μελλοντική τους πορεία ή για την στάση τους έναντι των μεγάλων προκλήσεων της παγκοσμιοποίησης, της κλιματικής αλλαγής, κλπ., η ελληνική κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ συνειδητά επέλεγε την αποστασιοποίηση και τον απομονωτισμό; Την ίδια ώρα, η Ελλάδα έχανε τα διεθνή ερείσματά της για την υπεράσπιση των εθνικών της θεμάτων, ενώ ο γείτονας εξ ανατολών όχι μόνο ξεφεύγει στις πρακτικές, αλλά προβάλλει και διεκδικήσεις που παραβιάζουν τις αρχές του διεθνούς δικαίου.

Φίλες και Φίλοι,

Είναι σίγουρο ότι οι απαντήσεις του ιστορικού του μέλλοντος στα ερωτήματα αυτά θα συνδεθούν άμεσα με το τι θα αποφασίσει και το τι θα πράξει ο καθένας από εμάς, η καθεμία από εσάς.

Εξαρτώνται από όλους, όσοι είμαστε στην αίθουσα αυτή, αλλά και από όλους τους μη παρόντες, οι οποίοι αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα των συνθηκών για την πορεία της χώρας και θα επιλέξουν τελικά να πορευτούν μαζί μας, προκειμένου:

  • να  διατυπώσουμε με ευθύνη και συνέπεια την πρότασή μας για την ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση
  • να χτίσουμε την Ελλάδα που οραματιζόμαστε και θέλουμε να κληροδοτήσουμε στις επόμενες γενεές.

 

Η Ελλάδα του μέλλοντος εξαρτάται από τις κοινές μας αναζητήσεις για όλα αυτά τα ζητήματα και τις αποφάσεις μας στο συνέδριο της ΔΗΣΥ. Αποφάσεις που θα επιτρέψουν να ενισχύσουμε τη θέση μας στην κοινωνία και να αναλάβουμε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της μελλοντικής πορείας της χώρας.

 

Στα κρίσιμα, λοιπόν, αυτά ζητήματα καλούμαστε σήμερα να πάρουμε θέση για τις επιλογές μας στο συνέδριο και:

– να εργαστούμε για την θεσμική ανασύνταξη της χώρας

– να διασφαλίσουμε την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της πολιτικής

– να καταστήσουμε δύναμη ηγεμονική την ελληνική σοσιαλδημοκρατία,

– να προχωρήσουμε στην αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου και να διασφαλίσουμε τις προϋποθέσεις για την δημιουργία νέου πλούτου μέσω της βιώσιμης ανάπτυξης, πλούτου που θα διαχέεται σε όλη την κοινωνία και όχι στους λίγους.

Γιατί νέο πλούτο μπορεί να δημιουργήσει και η ΝΔ με την οικονομικά φιλελεύθερη ατζέντα της. Αλλά είναι πλούτος που και πάλι θα αφορά τους λίγους.

Αν συνεχίζουμε να επιμένουμε στην ταυτότητα του Σοσιαλιστή είναι γιατί δεν δεχόμαστε ως φυσική συνέπεια ότι οι οκτώ πλουσιότεροι στον κόσμο έχουν όσα το 50% του πληθυσμού της γης. Η ανισότητα αυτή είναι προϊόν συγκεκριμένων επιλογών, που απορρέουν από μια οικονομικά φιλελεύθερη ατζέντα και πρέπει να την ανατρέψουμε.

Πλούτο συγκυριακά μπορεί να δημιουργήσουν και οι παρεοκρατιστές του ΣΥΡΙΖΑ με υπόγειες και αδιαφανείς συμφωνίες με συγκεκριμένους επιχειρηματίες, αλλά θα είναι πλούτος που αφορά όσους ανήκουν στη νέα διαπλοκή και τους εκλεκτούς πελατειακούς φίλους.

Είναι υποχρέωση δική μας να βοηθήσουμε τις υγιείς και καινοτόμες παραγωγικές δυνάμεις της χώρας, μέσα από τη συγκρότηση μιας νέας κοινωνικής συμμαχίας, να εργαστούν για την παραγωγή πλούτου και να συμφωνήσουν ότι μέρος του θα φορολογηθεί, προκειμένου να στηριχτούν όσοι χτυπήθηκαν από την κρίση.

Τέλος, είναι δική μας υποχρέωση να αποκαταστήσουμε το κύρος και την αξιοπιστία της χώρας και να εργαστούμε από κοινού με τις προοδευτικές δυνάμεις της Ευρώπης, για να διασφαλίσουμε ότι το όραμα για μια ισχυρή και κοινωνικά δίκαιη Ευρώπη θα παραμείνει στο επίκεντρο των πολιτικών μας προτεραιοτήτων και στοχεύσεων.

Είμαι πολύ αισιόδοξος που ανταμώσαμε και όλοι μαζί δηλώνουμε έτοιμοι για μια νέα προσπάθεια, ενωμένοι. Απευθύνω κάλεσμα και σε όσους δεν είναι εδώ. Η ΔΗ.ΣΥ. είναι η εκκλησία. Η καμπάνα κτυπά και όσοι αγωνιούν για την επόμενη ημέρα της χώρας και για την ανασυγκρότηση του χώρου τους καλούμε να έρθουν να δουλέψουμε από κοινού.  Η αποχή, η απάθεια, η αδιαφορία, η μοναχική πορεία δεν μπορούν να μας βγάλουν και δεν θα μας βγάλουν από την κρίση. Στην προσπάθεια αυτή μόνο ενωμένοι μπορούμε να πάμε μπροστά.

Συνέδριο του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής «Κρίση-Μεταρρυθμίσεις-Ανάπτυξη» Αθήνα 28 Μαρτίου 2017

Η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας από το 2008 και η αδυναμία εξόδου από την κρίση και τα μνημόνια στα οποία αυτή οδήγησε έχει τροφοδοτήσει έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις την τελευταία επταετία ως προς τις δυνητικές οικονομικές επιλογές της χώρας για έξοδο από την κρίση. Έντονες είναι και οι αντιπαραθέσεις στους οργανισμούς που συμμετείχαν στα μνημόνια και τώρα αξιολογούν την συμμετοχή τους σε αυτά.

Έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις για τους λόγους που η χώρα με τα τρία προγράμματα οικονομικής πολιτικής απέτυχε μέχρι σήμερα να διασφαλίσει την έξοδο στις αγορές και την μετάβαση σε βιώσιμη ανάπτυξη.

Αντίστοιχα προγράμματα που υπέγραψαν άλλες χώρες της ευρωζώνης –Ιρλανδία, Κύπρος και Πορτογαλία- διευκόλυναν την επιστροφή τους στις αγορές και σε ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Για τις ανάγκες, λοιπόν, της σημερινής συζήτησης, θα επικεντρωθώ στο ρόλο που είχαν στην πορεία των ελληνικών προγραμμάτων οι μεταρρυθμίσεις.

Σύμφωνα με μια άποψη που συμμερίζεται και ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ O. Blanchard τα ελληνικά προγράμματα δεν πέτυχαν τον στόχο τους γιατί η Ελλάδα δεν προχώρησε σε έγκαιρη και αποτελεσματική υλοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων.

Η άποψη αυτή όπως μπορούμε να δούμε από  τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δεν αποδίδει την πραγματική εικόνα για την προσπάθεια που κατέβαλε η χώρα (Διαφάνεια 2). Ειδικά για την περίοδο 2011-2012, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η Ελλάδα ήταν η χώρα με τη μεγαλύτερη μεταρρυθμιστική δράση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.

Παρά την καθυστέρηση στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που περιλαμβάνονται στα προγράμματα τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα συνεχίζει να κατατάσσεται μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ με ικανοποιητικό βαθμό ανάληψης μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών.

Με το πρώτο πρόγραμμα δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη δημοσιονομική προσαρμογή, στην βελτίωση θεσμικού πλαισίου για την άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής καθώς και σε μέτρα για την αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης η οποία ήταν πολύ αδύναμη σε σχέση με αυτές άλλων χωρών σε προγράμματα.

Ιδιαίτερα σημαντικές ήταν οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν στην αγορά εργασίας την περίοδο 2010-2012. Σύμφωνα με το σχετικό δείκτη του ΟΟΣΑ Employment Protection Legislation Index, έως το 2013 έγινε πλήρης σύγκλιση του θεσμικού πλαισίου της ελληνικής αγοράς εργασίας με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Την περίοδο 2010-2016 καταγράφηκε σημαντική πρόοδος των μεταρρυθμίσεων στις αγορές προϊόντων και στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος με καθυστέρηση όμως σε σχέση με τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας.

Στο δεύτερο πρόγραμμα που ξεκίνησε το 2012 δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στους τομείς αυτούς. Μεταξύ 2008-2013 τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ισχυρή βελτίωση για την Ελλάδα έχοντας καταγράψει την καλύτερη επίδοση στη βελτίωση μεταξύ  των  χωρών που παρακολουθεί ο οργανισμός.

Παρά την αρχική ικανοποιητική πορεία σύμφωνα με το σχετικό δείκτη του ΟΟΣΑ Product Market Regulation Index, η ελληνική οικονομία το 2017 έχει σημαντικό περιθώριο για μεγαλύτερη πρόοδο  στην άρση ρυθμίσεων που περιορίζουν τον ανταγωνισμό στις αγορές προϊόντων.

Τέλος, οι μεταρρυθμίσεις στους θεσμούς, στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, στη δικαιοσύνη, στην ενίσχυση της διαφάνειας  δεν προχώρησαν κατά την περίοδο αυτή πάντα με την ίδια ταχύτητα.

Αντίθετα, σε ορισμένες περιπτώσεις τα τελευταία χρόνια, ειδικά στη δημόσια διοίκηση, την δικαιοσύνη και την παιδεία με τις αναιρούμενες μεταρρυθμίσεις, παρατηρείται μια οπισθοδρόμηση και επιστροφή σε πρακτικές και λογικές που οδηγούν σε αναπαραγωγή πελατειακών σχέσεων που ευθύνονται για την κρίση και την κατάρρευση της οικονομίας.

Οι μεταρρυθμίσεις που έγιναν αποσκοπούσαν στην αύξηση του δυνητικού προϊόντος της ελληνικής οικονομίας μακροπρόθεσμα.

Ένα από τα ζητήματα που έχει τεθεί σχετικά με το ρόλο των μεταρρυθμίσεων είναι αν μπορούν και βραχυπρόθεσμα να παραγάγουν οφέλη σε όρους ΑΕΠ. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από παράγοντες όπως:

  1. Αν οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας προηγούνται αυτών στην αγορά προϊόντων.
  2. Αν πραγματοποιούνται με ταχύτητα πολλές μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων και εργασίας ταυτόχρονα ή σε βάθος χρόνου
  3. Αν υλοποιούνται σε συνθήκες ύφεσης ή ταυτόχρονα με προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής
  4. Αν πραγματοποιούνται με ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις και σε περιβάλλον πολιτικής σταθερότητας

Στην περίπτωση της Ελλάδας προηγήθηκαν οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και στη συνέχεια ακολούθησαν οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων και υπηρεσιών.

Η Ελλάδα για να αποκομίσει τα προβλεπόμενα από τη θεωρία οφέλη έπρεπε να κάνει ταυτόχρονα τις μεταρρυθμίσεις ή να προηγηθούν  αυτές στην αγορά προϊόντων και υπηρεσιών.

Ένα άλλο ζήτημα που καθιστά την Ελλάδα ξεχωριστή περίπτωση ήταν η απότομη μείωση των πιστώσεων στην ελληνική οικονομία ταυτόχρονα με μια εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή.

Κάτι που δεν συνέβη στον ίδιο βαθμό και στην ίδια έκταση στις άλλες χώρες κυρίως γιατί στην Ελλάδα οι μακροοικονομικές ανισορροπίες του 2009 ήταν μεγαλύτερες από αυτές των άλλων χωρών.

Η δραστική μείωση των πιστώσεων επηρέασε με την σειρά της την υφεσιακή πορεία της οικονομίας. Σύμφωνα με μελέτες η δημοσιονομική προσαρμογή στην Ελλάδα ευθύνεται περίπου για το 50% της ύφεσης. Το υπόλοιπο 50% οφείλεται σε άλλους παράγοντες όπως η έλλειψη ρευστότητας και η  αβεβαιότητα.

Κρίσιμος παράγοντας για την επιτυχία των μεταρρυθμίσεων είναι και η ύπαρξη ισχυρού πολιτικού κεφαλαίου και οι μεταρρυθμίσεις  να διασφαλίζουν τις μεγαλύτερες δυνατές κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις. Για αυτό προκρίνεται η ανάληψη μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών αμέσως μετά τις εκλογές. Έτσι, υπάρχει ο αναγκαίος χρόνος για να καταγραφούν τα οφέλη από τις μεταρρυθμίσεις σε βάθος τετραετίας.

Στην περίπτωση της Ελλάδας δεν υπήρξαν οι αναγκαίες κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις. Το αποτέλεσμα ήταν να χάνεται γρήγορα το πολιτικό κεφάλαιο των κυβερνήσεων και η κοινωνική στήριξη στις μεταρρυθμίσεις.

Στην Ελλάδα από τον Οκτώβριο του 2009  και μετά έχουν γίνει τέσσερις εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις, οι εκλογές για την αυτοδιοίκηση το 2010, ευρωεκλογές και αυτοδιοικητικές ταυτόχρονα το Μάϊο του 2014 και ένα δημοψήφισμα το 2015.

Από το 2009 και μέχρι σήμερα η μέση διάρκεια των κυβερνήσεων ήταν 2-2,5 περίπου χρόνια. Ορκίστηκαν έξι πρωθυπουργοί από τους οποίους οι δυο ήταν υπηρεσιακοί και εννέα υπουργοί οικονομικών από τους οποίους οι δυο ήταν υπηρεσιακοί.

Η εμπειρία της Ελλάδας δεν έχει καμία σχέση με αυτήν των τριών χωρών  που βγήκαν από τα προγράμματα  όπου τα μεγάλα κόμματα συμφώνησαν με το περιεχόμενο των προγραμμάτων.

Στην Ελλάδα η ΝΔ αρχικά (2010-2012) αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ (2010-2015) υπερασπίστηκαν την άποψη ότι υπάρχει και άλλος τρόπος εξόδου από την κρίση χωρίς την μείωση των δίδυμων ελλειμμάτων και χωρίς ουσιαστικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Έτσι κυριάρχησε και εδραιώθηκε η αντίληψη ότι η δημοσιονομική προσαρμογή και οι μεταρρυθμίσεις δεν αποτελούν ελληνική επιλογή και μέρος ενός εθνικού σχεδίου εξόδου από την κρίση αλλά μας επιβλήθηκαν από τους δανειστές.

Αυτή είναι η κομβική διαφορά με τις άλλες χώρες που κατάφεραν να βγουν από τα προγράμματα τους.

Στη χώρα μας τα προγράμματα δεν είχαν τη στήριξη του πολιτικού δυναμικού – συνήθως χρησιμοποιείται ο όρος ιδιοκτησία – αφού η στήριξη τους ταυτίστηκε με τεράστιο πολιτικό κόστος.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης πρότειναν τα δικά τους προγράμματα εξόδου από την κρίση (Ζάππεια, Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης) τα οποία όμως ουδέποτε τόλμησαν να θέσουν σε εφαρμογή.

Διότι αν τα παρουσίαζαν στους θεσμικούς δανειστές ως πρόταση προς χρηματοδότηση, δεν θα ελάμβαναν χρηματοδότηση για την εφαρμογή τους.

Όταν τα κόμματα της αντιπολίτευσης κέρδισαν τις εκλογές το 2012 και 2015 αποφάσισαν εν τέλει να υλοποιήσουν τις μεταρρυθμίσεις αλλά με καθυστερήσεις και όχι ολοκληρωμένα.

Ειδικά την διετία 2015-2016 η ταχύτητα προόδου στις μεταρρυθμίσεις υποχώρησε έναντι της διετίας 2013-2014 (Διαφάνεια 3).

Η Ελλάδα συγκρινόμενη με την Πορτογαλία σε βάθος πενταετίας, με δύο προγράμματα προχώρησε 166 μεταρρυθμίσεις ενώ η Πορτογαλία 189 με ένα πρόγραμμα σε τρία χρόνια (Διαφάνεια 4).

Για να κατανοήσουμε τους λόγους για τους οποίους οι παραπάνω μεταρρυθμίσεις απέτυχαν να παραγάγουν τα προβλεπόμενα από την θεωρία οφέλη για την ελληνική οικονομία, είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι, ο βασικός δίαυλος μέσω του οποίου επιδρούν στην οικονομική δραστηριότητα είναι μέσω της μείωσης των τιμών προϊόντων, με αποτέλεσμα την αύξηση της κατανάλωσης και των επενδύσεων. Επιπρόσθετα, η μείωση των τιμών ενισχύει την διεθνή ανταγωνιστικότητα των προϊόντων και υπηρεσιών και οδηγεί σε αύξηση των εξαγωγών.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τις θεωρητικές προβλέψεις, το κρίσιμο κανάλι για να επωφεληθεί μια οικονομία με μικρό τομέα εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών όπως η Ελλάδα είναι μέσω της προσέλκυσης επενδύσεων που θα διευκολύνουν τον μετασχηματισμό της οικονομίας ώστε να ενισχυθεί ο τομέας των εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών.

Αφού οι επενδύσεις είναι το βασικό κανάλι, τότε το ερώτημα που τίθεται είναι αν σε μια χώρα με έντονη πολιτική αστάθεια και αβεβαιότητα θα μπορούσαν να γίνουν αυτές οι επενδύσεις;

Να υπενθυμίσω την εικόνα της Ελλάδας που είχε εδραιωθεί διεθνώς από το 2010 με τις διαδηλώσεις, την πυρκαγιά και τους νεκρούς στη Marfin και τις συνεχείς κινητοποιήσεις μέχρι περίπου και το τέλος του 2014.

Η αβεβαιότητα αυτή τροφοδότησε σενάρια εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη το grexit που ταλαιπωρεί ακόμη τη χώρα λόγω της μη ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης (Διαφάνεια 5).

Επομένως, η χώρα υπέφερε από αποεπένδυση λόγω τόσο της μειωμένης ζήτησης ως απόρροια της δημοσιονομικής προσαρμογής, όσο και της πολιτικής αβεβαιότητας και του grexit (Διαφάνεια 6).

Αντίθετα, οι άλλες χώρες και ιδιαίτερα η Ιρλανδία, κατά την ίδια περίοδο πέτυχαν να προσελκύσουν πολύ περισσότερες Ξένες Άμεσες Επενδύσεις (Διαφάνεια 7)

Επιπρόσθετα, οι καθυστερήσεις στις μεταρρυθμίσεις συνεπάγονται κόστος για την οικονομία διότι τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις έχουν κίνητρο να αναβάλουν τις καταναλωτικές και επενδυτικές δαπάνες τους προκειμένου να επωφεληθούν από τις αναμενόμενες μελλοντικές μειώσεις των τιμών και την αύξηση της παραγωγικότητας μετά την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων.

Από το 2012 και μετέπειτα όλες οι αξιολογήσεις των προγραμμάτων ολοκληρώνονται με μεγάλη καθυστέρηση σε σχέση με τα αρχικά χρονοδιαγράμματα ενισχύοντας την αβεβαιότητα για την πορεία της χώρας.

Στην περίπτωση της Ελλάδας υπήρχε πρόβλημα και στη διάρκεια των αξιολογήσεων αλλά και ανατροπή των χρονοδιαγραμμάτων πραγματοποίησης τους, κάτι που συνέβη σε πολύ μικρότερο βαθμό στην περίπτωση της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας.

Οι κυβερνήσεις της περιόδου αυτής είχαν την εσφαλμένη αντίληψη ότι η υποχρέωσή τους σε ότι αφορά τις μεταρρυθμίσεις εξαντλείται στη νομοθέτησή τους. Αλλά όπως έγκαιρα μας είχε επισημάνει το 2010 ο Ιταλός πρ. Υπουργός Οικονομικών Tomasso Padoa-Schioppa «Legislation is not implementation».

Ο διοικητικός μηχανισμός της χώρας είχε αδυναμίες στην υλοποίηση όσων είχαν νομοθετηθεί καθώς περίμεναν συνεχώς οδηγίες από τους πολιτικούς προϊσταμένους, ενώ δεν έλλειπαν οι συντεχνιακές αντιστάσεις και η συνήθης αδράνεια στην εφαρμογή όσων είχαν ψηφιστεί.

Κάτι που δεν ίσχυε στην Κύπρο όπου όπως αναγνώρισε ο πρώην Πρόεδρος κ. Βασιλείου «το πρόβλημα στην Κύπρο είναι μόνο η νομοθέτηση». «Αν οι μεταρρυθμίσεις νομοθετηθούν είπε τότε η δημόσια διοίκηση είναι υποχρεωμένη να τις εφαρμόσει».

Τέλος την αβεβαιότητα ενίσχυε η συχνή αλλαγή αποφάσεων που είχαν ληφθεί στο πλαίσιο των προγραμμάτων ειδικά σε νόμους για την φορολογία επιχειρήσεων και μισθωτών  ή σχετικά με το άνοιγμα των αγορών ή τις μεταρρυθμίσεις στο ασφαλιστικό και στην υγεία.

Οι αλλαγές επέτειναν την σύγχυση και δημιούργησαν έντονες αμφιβολίες για το αν είχε γίνει σωστός σχεδιασμός και αποτίμηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων ή τυχαίοι παράγοντες ή πολιτικοί λόγοι οδήγησαν αρχικά σε ορισμένες επιλογές και αργότερα στις ακριβώς αντίθετες.

Συμπερασματικά, η Ελλάδα προχώρησε σε πολλές μεταρρυθμίσεις αλλά δεν κατάφερε να προσελκύσει τις αναγκαίες επενδύσεις που θα διευκόλυναν το μετασχηματισμό του παραγωγικού προτύπου κυρίως λόγω της πολιτικής αστάθειας και του κινδύνου εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη.

Έτσι αν και η θεωρία προβλέπει ότι σε βάθος πενταετίας μια οικονομία μπορεί να αξιοποιήσει τα οφέλη από τις μεταρρυθμίσεις στην περίπτωση της Ελλάδας δεν έχει συμβεί ακόμη αυτό.

Ο κίνδυνος που διατρέχουμε ως χώρα είναι, στη συνείδηση των πολιτών οι μεταρρυθμίσεις να ταυτιστούν με επιλογές, οι οποίες δεν προάγουν τη θέση των περισσοτέρων πολιτών.

Δεν είναι τυχαίο που οι μεταρρυθμίσεις έχουν αποκτήσει αρνητική σημειολογία και έχει προκληθεί μεταρρυθμιστική κόπωση.

Η παραμονή σε ύφεση για εννέα χρόνια που οδήγησε σε σωρευτική απώλεια ΑΕΠ της τάξης του 25%, η καταστροφή ενός εκατομμυρίου θέσεων εργασίας και η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων είχε ως αποτέλεσμα η πολιτική να απαξιώνεται στη συνείδηση των πολιτών ως χώρος επίλυσης των μεγάλων οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων. Έτσι, οι πολίτες οδηγούνται σήμερα την απάθεια και στην αποχή και δεν στηρίζουν καμία μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία.

Στις παρούσες συνθήκες κανένα από τα πολιτικά κόμματα με ευρωπαϊκό προσανατολισμό δεν έχει πλέον το αναγκαίο πολιτικό κεφάλαιο που απαιτείται για την ολοκλήρωση του προγράμματος των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων που θα βγάλει τη χώρα από την κρίση.

Ο μόνος τρόπος για να ανακτήσουν οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας πολιτικό κεφάλαιο για να ολοκληρώσουν τις μεταρρυθμίσεις είναι να περάσει το γρηγορότερο η χώρα σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, κυρίως μέσω της εξάλειψης της πολιτικής αβεβαιότητας που τροφοδοτεί η συζήτηση για την δεύτερη αξιολόγηση.

Έτσι, θα επανεργοποιηθούν κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις, θα δημιουργηθεί κλίμα αισιοδοξίας για τη συνέχιση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων.

Στόχος είναι η Ελλάδα, από μια μικρή κλειστή οικονομία με διακοπή χρηματοδότησης από τις αγορές,  να καταστεί μια ανοικτή οικονομία με ανάκτηση της πρόσβασης στις αγορές.

Είναι πλέον ανάγκη οι πολιτικές δυνάμεις να προχωρήσουν σε μια συνεννόηση για ένα εθνικό σχέδιο εξόδου από την κρίση. Η εθνική συνεννόηση είναι προϋπόθεση ώστε η χώρα να πετύχει την έξοδο από την κρίση και την μετάβαση σε μια βιώσιμη ανάπτυξη που θα διασφαλίσει τη δημιουργία θέσεων εργασίας, θα παραγάγει πλούτο και πόρους για να στηριχτούν αυτοί που χτυπήθηκαν από την κρίση.

Παρουσίαση Εκδήλωση Γραφείο Προυπολογισμού Βουλής

Ομιλία στην εκδήλωση του Δικτύου Αριστερών Δημοκρατών Θεσσαλονίκη 9 Μαρτίου 2017

Θέλω να ευχαριστήσω το Δίκτυο Αριστερών Δημοκρατών για την πρόσκληση να συμμετάσχω στη συζήτηση με το ερώτημα: «μπορεί να ξαναγεννηθεί η ελπίδα στην Ευρώπη;».

Για να αποφευχθούν παρεξηγήσεις θα τονίσω ότι μιλάμε για τις προοπτικές της Ε.Ε. γιατί στην Ευρώπη ανήκουν και χώρες εκτός Ε.Ε.

Η διοργάνωση της εκδήλωσης βρίσκεται σε τέλειο συγχρονισμό με τις διεργασίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεδομένου ότι πρόσφατα δημοσιοποιήθηκαν οι προτάσεις της Ε.Ε. για το μέλλον της Ευρώπης.

Έχουν περάσει 60 χρόνια από τότε που οι Συνθήκες της Ρώμης θεμελίωσαν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα πρόδρομο της  Ε.Ε. και 18 χρόνια από τη συγκρότηση της ευρωζώνης και οι προβλέψεις για το μέλλον και την προοπτική της Ε.Ε. αλλά και της ευρωζώνης δεν είναι αισιόδοξες.

Να υπενθυμίσω ότι στις 7 Φεβρουάριου συμπληρώθηκαν 25 χρόνια από την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ.

Με αυτή αποφασίστηκε να προχωρήσει η Ε.Ε. σε μεγαλύτερη εμβάθυνση.

Αν κάτι εκπλήσσει είναι ότι στην Ευρώπη, οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν έκαναν κάποια ιδιαίτερη αναφορά για την επέτειο υπογραφής της Συνθήκης που μεταξύ άλλων οδήγησε και στη συγκρότηση της ευρωζώνης.

Δεν ξέρω αν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος που αποσιωπήθηκε η επέτειος υπογραφής της Συνθήκης του Μάαστριχτ ή αν είναι το αποτέλεσμα μιας κυρίαρχης πλέον άποψης ότι το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της ευρωζώνης όπως το περιέγραφε η Συνθήκη ήταν ατελές και συνέβαλε στην εκδήλωση της κρίσης της ευρωζώνης.

Απλά να υπενθυμίσω, κυρίως στους νεότερους που δεν είναι εξοικειωμένοι με τις συζητήσεις της δεκαετίας του 1990, ότι η δημιουργία της ΟΝΕ δεν αντιμετωπίστηκε από όλους ως μια επιλογή πολιτική με αμιγώς οικονομικά κριτήρια. Αλλά ως μια πολιτική απόφαση, αφού θεωρούνταν από πολλούς ο προθάλαμος της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης το οποίο υπήρξε και το όραμα των θεμελιωτών της Ε.Ε.

Όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1990 οι περισσότερες χώρες δεν ήταν έτοιμες να συζητήσουν τη δημιουργία της Ενωμένης Ευρώπης.

Υπό προϋποθέσεις ήταν διατεθειμένες να παραιτηθούν από το εθνικό τους νόμισμα και να προχωρήσουν στην υιοθέτηση ενιαίου νομίσματος και στη δημιουργία μιας ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας.

Το ερώτημα που απασχόλησε πολλούς τότε ήταν γιατί η Γερμανία δέχτηκε να εγκαταλείψει το εθνικό της νόμισμα παρότι αυτό μετά τον πόλεμο της είχε εξασφαλίσει βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης και πρωτοφανή νομισματική σταθερότητα.

Η άποψη ότι το έκανε για να πετύχει την ενοποίηση με την Ανατολική Γερμανία δεν είναι ισχυρή. Το θέμα της γερμανικής ενοποίησης  ήταν  ζήτημα που θα αποφάσιζαν τότε οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση. Οι   χώρες της Ε.Ε. είχαν μικρό ρόλο στην λήψη αυτής της απόφασης.

Φαίνεται λοιπόν ότι οι ευρωπαίοι ηγέτες του σκληρού πυρήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1990 καταλάβαιναν ότι η υιοθέτηση κοινού νομίσματος μπορούσε να προχωρήσει γρήγορα ακόμη και με ένα ημιτελές θεσμικό πλαίσιο που θα ενισχύονταν αργότερα. Αντίθετα η πολιτική ενοποίηση δεν αποτελούσε ούτε τότε ούτε σήμερα μια προοπτική σε ορατό χρονικό διάστημα.

Σήμερα, η Ε.Ε  βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πολύπλευρη κρίση:

  • Η ευρωζώνη εξακολουθεί να ταράζεται από τα προβλήματα χωρών μελών. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σε μνημόνιο μετά την υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
  • Η Βρετανία προετοιμάζεται να ενεργοποιήσει τη διαδικασία αποχώρησης από την Ε.Ε.
  • Η προσφυγική και μεταναστευτική κρίση δοκιμάζουν τις αντοχές της Ε.Ε. και θέτουν υπό αίρεση όλο το θεσμικό πλαίσιο της Ε.Ε. για την ασφάλεια και την προστασία.

Έτσι, σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. αυτοί που στέκονται εχθρικά στην ιδέα της ανοικτής κοινωνίας αλλά και των αξιών που είναι ταυτισμένες με την Ευρώπη κερδίζουν πολιτικά έδαφος είτε ανήκουν στη ακροδεξιά είτε στην ευρωσκεπτικιστική αριστερά. Πολλά από αυτά τα κόμματα υπόσχονται στους ψηφοφόρους ότι θα οδηγήσουν τις χώρες τους έξω από την ευρωζώνη η ακόμη και την Ε.Ε.

Είναι γεγονός ότι συζητήσεις για τη συνοχή της ευρωζώνης είχαν γίνει και στο παρελθόν, ιδιαίτερα δε το 2012 όταν αυξήθηκε η πολιτική αβεβαιότητα στην Ελλάδα μετά τα αποτελέσματα των εκλογών. Αυτό, όμως, που τώρα κάνει διαφορετικά τα πράγματα σε ότι αφορά το μέλλον της Ευρώπης είναι το γεγονός ότι το 2017 είναι χρονιά εκλογών σε τρεις κρίσιμες για την Ε.Ε. χώρες. Τα αποτελέσματα των εκλογών στην Ολλανδία, Γαλλία και Γερμανία μπορεί να οδηγήσουν σε μια αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής πολύ πιο εχθρική απέναντι στην ίδια την ευρωπαϊκή προοπτική.

Οι διαπιστώσεις αυτές μας υποχρεώνουν να αξιολογήσουμε τις επιλογές που έκανε η Ευρώπη όλα αυτά τα χρόνια από το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, και ιδιαίτερα μετά την εκδήλωση της ελληνικής κρίσης, που οδήγησε στον αναγκαστικό δανεισμό της Ελλάδας το 2010.

Οι χώρες της Ευρώπης, και ιδιαίτερα η Γερμανία και η Γαλλία, αρνήθηκαν από την πρώτη στιγμή να αντιμετωπίσουν τα αίτια που τροφοδότησαν την κρίση. Αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν ότι το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα ήταν λειτουργικό μόνο τις ηλιόλουστες ημέρες αλλά εξόχως προβληματικό σε μια απρόσμενη καταιγίδα.

Όλο το θεσμικό πλαίσιο ήταν δημιούργημα φωτισμένων πολιτικών ηγεσιών που διακρίνονταν για την πολιτική τους βούληση. Όταν λοιπόν ξέσπασε η κρίση οι ισχυρές χώρες αποφάσισαν όλο το βάρος της προσαρμογής να το αναλάβουν εξ ολοκλήρου οι χώρες με τα εμπορικά ελλείμματα.

Η επιλογή αυτή έθιξε τον πατριωτικό συναίσθημα πολιτών χωρών σε πρόγραμμα που ένιωθαν ότι το μέλλον των χωρών τους εξαρτιόνταν από πολιτικές αποφάσεις πολιτικών ηγετών που λογοδοτούσαν μόνο στο εθνικό τους ακροατήριο.

Επιπρόσθετα, υποτίμησαν την πολιτική σημασία της μεταστροφής της στάσης των πολιτών έναντι της Ευρώπης ως συνέπεια της παγκοσμιοποίησης αλλά και της αδυναμίας της Ευρώπης να εξασφαλίσει ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης με δίκαιη κατανομή του παραγόμενου πλούτου.

Ο ευρωσκεπτικισμός ενισχύθηκε επειδή οι πολίτες έβλεπαν αντί για πραγματική σύγκλιση χωρών και περιοχών, στασιμότητα ή πραγματική απόκλιση, αύξηση της ανεργίας ή των επισφαλών θέσεων εργασίας και έξαρση των κοινωνικών ανισοτήτων. Η δογματική εμμονή στις πολιτικές λιτότητας και στις μεταρρυθμίσεις που αργούν να παράξουν τα επιθυμητά αποτελέσματα κατέστησε ακόμη πιο δύσκολη την λήψη αποφάσεων στην Ευρώπη για τις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές.

Ας δούμε λοιπόν τι αρνήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι συντάκτες της Συνθήκης του Μάαστριχτ για να αξιολογήσουμε τα βήματα που έγιναν μετά την κρίση αλλά και τις νέες προτάσεις.

Η Συνθήκη δεν περιείχε:

1) Ένα θεσμικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση της χρηματοοικονομικής αστάθειας

2) Ένα θεσμικό πλαίσιο για την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο και όχι απλά επιβολή ορίων για τα εθνικά ελλείμματα σε χώρες της ευρωζώνης

3) Ένα θεσμικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση των ανισορροπιών στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών χωρών μελών της ΟΝΕ

Γιατί απέφυγαν να αντιμετωπίσουν τα ζητήματα αυτά;

Σε ότι αφορά το πρώτο ζήτημα όταν υπογράφηκε η Συνθήκη οι χώρες εξακολουθούσαν να έχουν σε εθνικό επίπεδο σημαντικό έλεγχο στις ροές κεφαλαίων και στον έλεγχο των αγορών.

Πολλές χώρες τότε άρχισαν να διαχωρίζουν την εποπτεία του τραπεζικού συστήματος από την άσκηση της νομισματικής πολιτικής και θεωρούσαν ότι αυτά είναι αρμοδιότητες των εθνικών κρατών που δεν θα έπρεπε να εκχωρηθούν σε ευρωπαϊκά όργανα.

Το δεύτερο ζήτημα ήταν εξίσου καθοριστικό για τα κράτη που ήθελαν  διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας σε ζητήματα φορολογικής πολιτικής αλλά και πολιτικής δαπανών. Άρα δεν ήταν διατεθειμένα να δεχτούν μεταφορά αρμοδιοτήτων σε ευρωπαϊκά όργανα. Έτσι, τελικά προχώρησαν στην υιοθέτηση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης που θέσπιζε ανώτατα όρια για έλλειμμα.

Το τρίτο ζήτημα δεν τους απασχόλησε καθόλου παρά το γεγονός ότι αυτό οδήγησε στη διάλυση παλαιότερων νομισματικών ενώσεων όπως ο κανόνας χρυσού.

Επομένως, ένα εύλογο ερώτημα είναι αν οι όποιες παρεμβάσεις της Ε.Ε τα τελευταία χρόνια και νέοι μηχανισμοί αποτροπής κρίσεων ή προσφυγής για κάλυψη χρηματοδοτικών αναγκών επαρκούν για να αντιμετωπίσουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η απάντηση είναι πως ενώ έγιναν σημαντικά βήματα η Ευρώπη παραμένει ευάλωτη σε μια νέα κρίση.

Παρά την πρόοδο στην τραπεζική ένωση, στην κεφαλαιακή ένωση και την ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου για αυστηρότερη προληπτική παρακολούθηση των μακροοικονομικών πολιτικών για έγκαιρη διάγνωση μακροοικονομικών ανισορροπιών δεν έχουν γίνει ουσιαστικά βήματα στη δημοσιονομική ένωση πχ στα ζητήματα αμοιβαιοποίησης του χρέους ή της ενίσχυσης του κοινοτικού προϋπολογισμού. Αυτό εμποδίζει την ουσιαστική πρόοδο και στην τραπεζική ένωση. Δεν φαίνεται επίσης να υπάρχει προοπτική για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Μηχανισμού για την καταπολέμηση της ανεργίας. Τα δε ευρωπαϊκά αναπτυξιακά προγράμματα δεν παράγουν τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Πιο ουσιαστικός υπήρξε ο ρόλος της ΕΚΤ στην αντιμετώπιση της κρίσης αρχικά με την δήλωση του Ντράγκι “whatever it takes” και μετά με το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Η δήλωση Ντράγκι αν είχε γίνει το 2010 ίσως άλλαζε την τροπή των πραγμάτων για την Ελλάδα αλλά και για τις χώρες που μπήκαν μετά σε μνημόνια.

Πριν από λίγο καιρό κατατέθηκε η Λευκή Βίβλος της Ε.Ε. που εξετάζει πώς θα μετασχηματιστεί η Ευρώπη κατά την επόμενη δεκαετία —από την επίπτωση των νέων τεχνολογιών στην κοινωνία και την απασχόληση μέχρι τις αμφιβολίες σχετικά με την παγκοσμιοποίηση, τους προβληματισμούς όσον αφορά την ασφάλεια και την άνοδο του λαϊκισμού.

Στη Λευκή Βίβλο παρουσιάζονται πέντε σενάρια.

Σενάριο 1: Συνεχίζουμε κανονικά – Η ΕΕ των 27 επικεντρώνει την προσοχή της στην επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος θετικών μεταρρυθμίσεων

Σενάριο 2: Τίποτα περισσότερο από την ενιαία αγορά – Η ΕΕ των 27 δεν μπορεί να συμφωνήσει να κάνει περισσότερα σε πολλούς τομείς πολιτικής πέρα από τις βασικές πτυχές της ενιαίας αγοράς

Σενάριο 3: Αυτοί που θέλουν περισσότερα κάνουν περισσότερα – Η ΕΕ των 27 προχωρά όπως σήμερα, αλλά επιτρέπει στα κράτη μέλη που το επιθυμούν να αναπτύξουν μεγαλύτερη δράση σε συγκεκριμένους τομείς

Σενάριο 4: Κάνουμε λιγότερα με πιο αποδοτικό τρόπο – Η ΕΕ των 27 εστιάζει στην ουσιαστικότερη και ταχύτερη δράση σε επιλεγμένους τομείς πολιτικής, ενώ σε τομείς όπου θεωρείται ότι δεν υπάρχει προστιθέμενη αξία δεν αναλαμβάνει δράση

Σενάριο 5: Κάνουμε μαζί πολύ περισσότερα – Τα κράτη μέλη αποφασίζουν να κάνουν πολύ περισσότερα μαζί σε όλους τους τομείς πολιτικής

Αξίζει να επισημανθεί ότι η Συνθήκη της Λισσαβόνας προβλέπει τη δυνατότητα των χωρών να προχωρήσουν ταχύτερα μέσω ρύθμισης που είναι ανοιχτή για όλες τις χώρες που επιθυμούν να συμμετάσχουν ευθύς αμέσως ή σε μεταγενέστερο στάδιο.

Οι προτάσεις που κατατίθενται τώρα για «δύο ταχύτητες»  από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που είναι το σενάριο 3 – «Αυτοί που θέλουν περισσότερα κάνουν περισσότερα» είτε από χώρες μέλη (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία) δεν είναι σαφές εάν επιδιώκουν την Ευρώπη δύο ταχυτήτων με αποκλεισμούς ή όχι.

Γιατί με αποκλεισμούς μπορούν να δημιουργηθούν αυθαίρετες και επικίνδυνες καταστάσεις με ενδεχόμενο αποκλεισμό κρατών μελών προκειμένου να δημιουργηθεί η Ευρώπη του εσωτερικού πυρήνα με  Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο.

Επομένως τα σενάρια για μία Ευρωπαϊκή Ένωση δυο ταχυτήτων όπως ακούστηκαν στη συνάντηση ηγετών των τεσσάρων ισχυρότερων χωρών της Ε.Ε. στις Βερσαλλίες συνιστούν εξέλιξη που μπορεί να εγκυμονεί κινδύνους για την Ελλάδα.

Η Γαλλία και η Γερμανία, σε προεκλογικό χρόνο, μοιάζουν να μην έχουν πάρει τα μαθήματα της ευρωπαϊκής κρίσης, μίας οικονομικής κρίσης που πολύ γρήγορα απέκτησε πολιτικά χαρακτηριστικά με την άνοδο των ακροδεξιών και αντιδραστικών δυνάμεων στο προσκήνιο πολλών χωρών.

Η απάντηση στην κρίση της Ευρώπης μπορεί να έρθει μέσα από τον περαιτέρω εκδημοκρατισμό και την πολιτική ενοποίηση σε επίπεδο βούλησης και κατεύθυνσης. Μία Ευρώπη με αποκλεισμούς θα είναι βήμα προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Τα επιχειρήματα αυτών που θέλουν το τέλος της Ε.Ε. μιλούν για «Γερμανική Ένωση», ή για Ένωση με αποικιακά και ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά, ή για Ένωση που στόχο έχει την αποδυνάμωση των πολιτών μέσω της μεταβίβασης εξουσίας μακριά από τα εθνικά κοινοβούλια. Πώς θα απαντήσει σε αυτούς ένα μοντέλο Ευρώπης των δυο η περισσότερων ταχυτήτων με αποκλεισμούς; Πως θα αποδυναμώσει τη διασπαστική ρητορική των εχθρών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης;

Η Ε.Ε. μπορεί να είναι μια ισχυρή παγκόσμια δύναμη, με κοινές αντιλήψεις στα θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Άμυνας, με προώθηση της Τραπεζικής Ένωσης, με υιοθέτηση των ευρωομολόγων. Επίσης, ζητήματα όπως της κλιματικής αλλαγής, της ανισότητας και της φτώχειας, των ναρκωτικών ή της φοροδιαφυγής των offshore, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από μεμονωμένα κράτη.

Σε αυτή τη φάση, η Ευρώπη χρειάζεται κοινό όραμα για περαιτέρω συνεργασία όσων το επιθυμούν και όχι τοποθετήσεις που σχετίζονται με τις εσωτερικές εκλογικές ανησυχίες των ηγεσιών ορισμένων κρατών μελών.

Οι ευρωσκεπτικιστές αποκαλούν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μια υπόθεση των ελίτ. Υποχρέωση των Σοσιαλιστών, των προοδευτικών δυνάμεων της Ευρώπης είναι να τη μετατρέψουμε σε ένα εγχείρημα για τους πολίτες.

Η απάντηση στον ελιτισμό δεν είναι να αποτραβηχτούμε στις εθνικές μας γωνιές, μεγεθύνοντας τα προβλήματα των πολιτών και διευκολύνοντας τους με όρους ανισότητας ευνοημένους της παγκοσμιοποίησης αλλά αντιθέτως να ανοιχτεί στους πολίτες με τρόπο που θα ενθαρρύνει την συμμετοχή τους.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα και τι μπορούμε να κάνουμε; Αυτό που πρέπει να μας προβληματίσει ως χώρα είναι ότι πλέον ολοένα και περισσότερο κυριαρχεί η αντίληψη στην υπόλοιπη Ευρώπη ότι η Ελλάδα είναι μια ειδική περίπτωση.

Άποψη που έντεχνα προσπάθησαν να καλλιεργήσουν πολλοί στην Ευρώπη στο ξεκίνημα της κρίσης το 2010 αλλά υποχρεώθηκαν να αναθεωρήσουν όταν η χώρα έδειξε τη βούληση να αλλάξει, να αναγνωρίσει το πρόβλημα και να αντιμετωπίσει τις παθογένειες του παρελθόντος. Η θέση μας αυτή, ενδυναμώθηκε όταν και άλλες χώρες της ΕΕ οδηγήθηκαν σε αναγκαστικό δανεισμό, ενισχύοντας τη δική μας θέση.

Τώρα όμως που οι χώρες αυτές βγήκαν από τα μνημόνια ενώ η Ελλάδα παραμένει η συζήτηση αυτή επανέρχεται και οριοθετεί το εύρος των επιλογών της χώρας σε περίπτωση που τελικά μια μικρή ομάδα χωρών της ευρωζώνης επιλέξει να προχωρήσει σε περαιτέρω ολοκλήρωση θέτοντας εμπόδια στη συμμετοχή άλλων χωρών.

Ο κίνδυνος λοιπόν είναι να δρομολογηθούν διαδικασίες που όχι μόνο θα κρατήσουν την Ελλάδα τώρα εκτός των νέων διεργασιών αλλά και στο μέλλον.

Για αυτό έχει σημασία η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να ξεπεράσει τις ιδεοληψίες της σε ότι αφορά τις οικονομικές και πολιτικές προτεραιότητες της χώρας να επαναφέρει την αξιοπιστία που χτίστηκε με θυσίες, σεβόμενη τις αποφάσεις που έχει υπογράψει και να προχωρήσει όλες εκείνες τις αναγκαίες αλλαγές που θα επιταχύνουν την ασφαλή έξοδο στις αγορές και την έξοδο από τα μνημόνια.

Αυτό θα ενισχύσει την αξιοπιστία της χώρας και θα της επιτρέψει να συμμετάσχει στις πρωτοβουλίες για περισσότερη εμβάθυνση.

Συμπερασματικά, η Ευρώπη κινδυνεύει γιατί ακόμη και μετά την κρίση δεν είχε την πολιτική βούληση για πιο τολμηρά βήματα ώστε να προστατευτεί αποτελεσματικά από μια νέα κρίση. Απέφυγε να υποστηρίξει αναπτυξιακές πολιτικές και να κερδίσει την χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών.

Ίσως γιατί πίστεψε ότι με τις αλλαγές που έκανε άφησε τα χειρότερα πίσω της. Τώρα ήρθε η ώρα των αποφάσεων. Θα πρέπει να δούμε αν θα υπάρξει πρόοδος προς την περαιτέρω εμβάθυνση ή θα γίνουν βήματα προς τα πίσω.

Τα τελευταία 70 χρόνια η Ευρώπη απαλλάχτηκε από τους πολέμους που στοίχισαν εκατομμύρια νεκρούς, επέτρεψε τους πολίτες της να ταξιδεύουν από το ένα άκρο της στο άλλο χωρίς περιορισμούς, επέτρεψε στους νέους να γνωρίσουν το εκπαιδευτικό σύστημα άλλων χωρών ενεργοποίησε προγράμματα για να βοηθήσει χώρες σε υστέρηση να επιταχύνουν την ανάπτυξη τους. Δημιούργησε όραμα και προσδοκίες στους πολίτες της που ξεπερνούσαν το στόχο για τη δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς.

Μέσα στις παρούσες δυσκολίες είναι εύκολο να ξεχνάμε τα οφέλη από την συμμετοχή στην Ε.Ε. και να επικεντρωνόμαστε στις αστοχίες ή στα μειονεκτήματα.

Τώρα που το φάντασμα του οικονομικού εθνικισμού πλανιέται πάνω από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, ενός εθνικισμού που γέννησε τα τέρατα του ναζισμού και του φασισμού είναι καθήκον των προοδευτικών κομμάτων να υπενθυμίσουμε στους πολίτες τα πλεονεκτήματα της Ένωσης, να τους πείσουμε να συστρατευθούν μαζί μας στον αγώνα για μία πιο δημοκρατική και συμμετοχική ΕΕ και μέσα από τη δική τους συμμετοχή, να γίνει το όραμα για την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης πραγματικότητα.

Σας ευχαριστώ.

Στην εκδήλωση- συζήτηση του ΙΣΤΑΜΕ και του Friedrich Ebert Stiftung με θέμα : «Ελληνική Οικονομία: Ώρα Μηδέν» που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

Η Ελλάδα το 2017, επτά χρόνια μετά το δημοσιονομικό εκτροχιασμό του 2009 και εννέα χρόνια μετά την έναρξη της ύφεσης, έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του δημοσιονομικού ελλείμματος αλλά και του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που αποτέλεσαν την αφορμή για την αποκοπή της από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές το 2010.

Η διόρθωση των ανισορροπιών έγινε με κόστος όμως υπερβολικά μεγαλύτερο από ότι δικαιολογούσαν οι μακροοικονομικές ανισορροπίες.

Σωρευτικά η απώλεια στο ΑΕΠ από το 2008 έφτασε περίπου στο 25%. Μελέτες που έχουν γίνει αποδίδουν το 50% της απώλειας στη δημοσιονομική προσαρμογή και το υπόλοιπο 50% μεταξύ άλλων κυρίως στην πολιτική αστάθεια και αβεβαιότητα της περιόδου καθώς και στην έλλειψη ρευστότητας.

Σε πρωτοφανές, για την μεταπολεμική περίοδο, επίπεδο, κινείται και η ανεργία η οποία βρίσκεται γύρω στο 23% για περισσότερα από πέντε χρόνια.

Βλέποντας ποιο υπήρξε το τίμημα παραλείψεων και της αδράνειας μιας ολόκληρης δεκαετίας στο όνομα του πολιτικού κόστους, και ιδιαίτερα εξαιτίας του εκτροχιασμού της περιόδου 2004-2009 που οδήγησε σε αυτή την κρίση, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η διερεύνηση των προϋποθέσεων εξόδου από την κρίση καθώς και των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας.

Θα συνοψίσω, λοιπόν, τις εκτιμήσεις μου για την προοπτική εξόδου της Ελληνικής Οικονομίας από την κρίση, σε επτά σημεία.

1) Ο κύκλος της δημοσιονομικής προσαρμογής έχει ολοκληρωθεί. Η χώρα έχει καθυστερήσει υπερβολικά – με βάση το κριτήριο των αντοχών της κοινωνίας – να διασφαλίσει το πέρασμα σε βιώσιμη ανάπτυξη.

Τώρα, πρέπει να δοθεί έμφαση στην επιτάχυνση του μετασχηματισμού της οικονομίας σε ανταγωνιστική και εξωστρεφή.

Μια διαδικασία που ξεκίνησε αργά και της οποίας τα αποτελέσματα έχουν αρχίσει τώρα να φαίνονται. Οι παρενέργειες όμως της υστέρησης αυτής συνοψίζονται στην παρατεταμένη διάρκεια της κρίσης.

Σήμερα, έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στην ανάκτηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας σε όρους κόστους εργασίας.

Απώλεια που έγινε ιδιαίτερα έντονη την περίοδο 2007-2009 καθώς οι μισθολογικές αυξήσεις ήταν πλήρως αποσυνδεμένες από την πορεία της παραγωγικότητας.

Οι εξαγωγές όμως των αγαθών και υπηρεσιών δεν μπόρεσαν να συνεισφέρουν με την αύξηση τους στην αναχαίτιση της ύφεσης την περίοδο της δημοσιονομικής προσαρμογής.

Αυτό σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην έλλειψη επαρκούς χρηματοδότησης, στο υψηλότερο κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού, στην αυξημένη αβεβαιότητα και πιο πρόσφατα στην επιβολή των Capital Controls.

Εξίσου σημαντικό ήταν ότι οι μεταρρυθμίσεις στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών και η εξάλειψη αντικινήτρων στην επενδυτική δραστηριότητα καθυστέρησαν σε σχέση με τις μεταρρυθμίσεις που έχουν γίνει στην αγορά εργασίας.

2) Η απότομη δημοσιονομική προσαρμογή, αποκάλυψε τη συγκαλυμμένη ανεργία που προϋπήρχε της κρίσης και σχετίζονταν με τη διόγκωση του μη ανταγωνιστικού και εσωστρεφούς παραγωγικού τομέα της ελληνικής οικονομίας.

Η Ελλάδα σήμερα, έχει την υψηλότερη ανεργία στην Ε.Ε, την υψηλότερη ανεργία μεταξύ των νέων, αλλά και των 55 και άνω.

Οι συνθήκες στην αγορά εργασίας είναι τέτοιες, που είναι πλέον αναγκαίο να διασφαλιστούν προϋποθέσεις για μείωση της ανεργίας, με δημιουργία θέσεων εργασίας κυρίως στον ανταγωνιστικό και εμπορεύσιμο τομέα της οικονομίας.

Η Ελλάδα, στο παρελθόν, δημιουργούσε περίπου 40-50 χιλ θέσεις εργασίας το χρόνο. Αν το μέλλον δεν υπερβεί το παρελθόν, η αντιμετώπιση της ανεργίας θα πάρει πολλά χρόνια.

Το αποτέλεσμα θα είναι η ανεργία η οποία είναι πλέον μακροχρόνια να οξύνει ακόμη περισσότερο τις κοινωνικές συνθήκες.

Να αυξήσει τις κοινωνικές ανισότητες και την πολιτική αστάθεια τροφοδοτώντας αντισυστημικές επιλογές από τους πολίτες.

Είναι αναγκαίο να δημιουργηθούν – με κίνητρα και αντικίνητρα – προϋποθέσεις για τη δημιουργία πολλών νέων, ανταγωνιστικών επιχειρήσεων, προκειμένου να αρχίσει να αντιμετωπίζεται άμεσα το πρόβλημα της ανεργίας.

Η αντιμετώπιση αυτής της κρίσης στην απασχόληση, δεν μπορεί να αφήνεται σε συμβατικά εργαλεία πολιτικής.

Απαιτούνται καινοτόμα εργαλεία. Χορήγηση φορολογικών κινήτρων, μείωση ασφαλιστικών εισφορών για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας ή για όσους ξεκινούν νέες επιχειρήσεις, διοικητική υποστήριξη, μείωση της γραφειοκρατίας για τις νέες αυτές επιχειρήσεις.

Σήμερα η πολιτική της κυβέρνησης όταν δεν κινείται προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση υπολείπεται κατά πολύ των αναγκαίων πρωτοβουλιών.

3) Είναι ανάγκη να κλείσουμε άμεσα την εκκρεμότητα του χρέους ώστε να δοθεί οριστική απάντηση στο ερώτημα αν η Ελλάδα μπορεί να εξυπηρετήσει το χρέος της.

Η συζήτηση για τη βιωσιμότητα του χρέους επηρεάζει κατά τρόπο καθοριστικό την πορεία εξόδου από την κρίση.

Η συζήτηση για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους μετά το PSI δεν μπορεί να γίνεται μόνο στη βάση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Πιο σημαντικό κριτήριο στην περίπτωση της Ελλάδας είναι η αξιολόγηση της δυνατότητας να εξυπηρετεί το χρέος της.

Η Ελλάδα με μια σειρά αποφάσεων πέτυχε να ελαφρύνει την εξυπηρέτηση του χρέους. Όμως τα ασφάλιστρα κινδύνου και η παρατεταμένη αβεβαιότητα για τη χώρα παραμένουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα και αυτό δυσχεραίνει την προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων που δεν έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα.

Την ίδια ώρα οι παρατεταμένες καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης αφήνουν περιθώριο να επιστρέψει ξανά η συζήτηση για Grexit με ότι αυτό συνεπάγεται για το επενδυτικό κλίμα.

Είναι προφανές ότι η αποδοχή του 3,5% του ΑΕΠ ως στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα για μεγάλη περίοδο μετά το 2018 είναι δύσκολα επιτεύξιμη. Δεν θα επιτρέψει τη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου και θα δυσκολέψει τη μετάβαση σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης

Είναι λοιπόν αναγκαίο η διαδικασία της δεύτερης αξιολόγησης του Τρίτου Προγράμματος να προχωρήσει, με χαμηλότερο στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα να ξεκινήσει η συζήτηση για τη συμμετοχή στο πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.

Η συζήτηση αυτή, σε αντίθεση με τις κυβερνητικές δηλώσεις, δεν θα είναι ούτε εύκολη ούτε γραμμική τόσο για νομικούς λόγους όσο και για λόγους πολιτικούς που σχετίζονται με τις πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη.

Η ανάγκη όμως για θετική έκβαση στην αξιολόγηση και στη συμμετοχή στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ είναι καθοριστική αν η Ελλάδα θέλει να βγει στις αγορές το 2017 ώστε να καλύπτει το σύνολο των δανειακών αναγκών της από τις κεφαλαιαγορές μετά το 2018.

Διαφορετικά κινδυνεύει να μπει την περιπέτεια αναζήτησης ενός τέταρτου μνημονίου σε μια Ευρώπη που θα βλέπει εχθρικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

4) Όλοι στην Ελλάδα συμφωνούν για την ανάγκη να περάσει η χώρα σε σταθερή αναπτυξιακή πορεία. Όμως, η επίτευξή της, δεν είναι μια μηχανική διαδικασία. Η ανάπτυξη, δε διατάσσεται ούτε επιστρατεύεται, ούτε νομοθετείται με ένα άρθρο.

Προϋποθέτει, πολιτική και κοινωνική σταθερότητα, ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις για την πορεία και τις στρατηγικές επιλογές της χώρας, επενδύσεις από εγχώριους και ξένους επενδυτές και ρευστότητα.

Η χώρα στα επόμενα τρία χρόνια χρειάζεται πάνω 80 δις επενδύσεις για να αναπληρώσει μέρος από τον παραγωγικό ιστό που καταστράφηκε κατά την διάρκεια της κρίσης αλλά και εξαιτίας της αποεπένδυσης από το 2008 και μετά.

Όμως, ποιος θα διαθέσει αυτά τα κεφάλαια; Ο κρατικός Προϋπολογισμός μπορεί να καλύψει ένα περιορισμένο τμήμα αλλά όχι το συνολικό ποσό. Η χώρα χρειάζεται επειγόντως εγχώριες και άμεσες ξένες επενδύσεις αλλά η κυβερνητική στρατηγική για να προσελκύσει η χώρα επενδύσεις δεν υφίσταται αν δεν είναι εχθρική.

Το φορολογικό πλαίσιο, ο τρόπος λειτουργίας και η ταχύτητα απονομής της Δικαιοσύνης, η γραφειοκρατική αντιμετώπιση των επενδύσεων, οι υποδομές, οι αποκρατικοποιήσεις, οι δαπάνες για παιδεία, έρευνα και καινοτομία, πρέπει να αναπροσανατολιστούν προς αυτή την κατεύθυνση. Ταυτόχρονα πρέπει να προωθηθούν θεσμικές αλλαγές που θα ακυρώσουν το πελατειακό κράτος που προσπαθεί να ανασυγκροτήσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

5) Το τραπεζικό σύστημα, σταδιακά, θα πρέπει να «στρέψει» σημαντικό μέρος της πιστοδοτικής του ικανότητας προς τις νέες επιχειρήσεις που χρειάζεται η χώρα.

Για να περάσει η χώρα σε βιώσιμη ανάπτυξη πρέπει να αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία του τραπεζικού συστήματος προκειμένου να επιτελέσει τον αναπτυξιακό του ρόλο από κοινού με άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία.

Όσο η οικονομία είναι σε ύφεση και τα δάνεια δεν εξυπηρετούνται, αυξάνονται οι κίνδυνοι του ενεργητικού και μειώνεται η ικανότητα εσωτερικής συσσώρευσης κεφαλαίου των τραπεζών. Επομένως δεν συντρέχουν ευνοϊκές προϋποθέσεις για χορήγηση νέων δανείων.

Η πρόκληση, λοιπόν, για την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας είναι να προχωρήσουν οι τράπεζες σε μια αναδιάρθρωση του δανειακού χαρτοφυλακίου τους ακόμη και με μερική προοδευτική διαγραφή χρεών εταιρειών οι οποίες είναι βιώσιμες και στις οποίες αξίζει να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία.

Το πρόβλημα της ΟΝΕ σήμερα δεν είναι το δημόσιο αλλά το ιδιωτικό χρέος που έχει γιγαντωθεί και στο οποίο η ΕΚΤ με αμεσότερα εργαλεία εποπτείας προσπαθεί να ομαλοποιήσει.

Για να επιταχυνθεί λοιπόν η διαδικασία ανασυγκρότησης της οικονομίας, είναι αναγκαίο να οριστικοποιηθεί και να εφαρμοστεί το πλαίσιο αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων καθώς και να αξιολογηθεί η βιωσιμότητα των προβληματικών επιχειρήσεων με διαφανή και δίκαια κριτήρια.

Οι βασικές δράσεις για την υλοποίηση του εν λόγω πλαισίου θα πρέπει άμεσα να ξεκινήσουν ή να επιταχυνθούν.

Οι δράσεις αυτές, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν:

(α) την ολοκλήρωση και ψήφιση του θεσμικού πλαισίου για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό και τις μεταρρυθμίσεις του πτωχευτικού δικαίου έτσι ώστε να «ελαφρυνθεί» από υποθέσεις το δικαστικό σύστημα

(β) την ανάπτυξη μιας δυναμικής δευτερογενούς αγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων και την προσέλκυση ξένων επενδύσεων

(γ) την παροχή φορολογικών κινήτρων αλλά και τη θεσμοθέτηση της νομικής κάλυψης των στελεχών των τραπεζών για την διευκόλυνση των μερικών ή ολικών διαγραφών χρέους.

Η μεγάλη πρόκληση της επόμενης ημέρας είναι κατά πόσο οι τράπεζες είναι έτοιμες και διατεθειμένες να αξιολογήσουν και να διαχειριστούν τις βιώσιμες επιχειρήσεις και οικονομικούς κλάδους, έτσι ώστε να διοχετεύσουν τα περιορισμένα κεφάλαια τους στις αποδοτικότερες επενδύσεις.

Καθώς θα δημιουργούνται νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες και νέες θέσεις εργασίας με αντίστοιχα εισοδήματα, αυτό θα βελτιώνει τη ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων, επιτρέποντας τη στροφή των τραπεζικών πιστώσεων.

Έτσι, το τραπεζικό σύστημα θα δημιουργήσει προϋποθέσεις περιορισμού της έκθεσης του στις δραστηριότητες που θα συρρικνώνονται (μη ανταγωνιστικός τομέας) και θα μπορεί να τροφοδοτήσει το νέο που γεννιέται και αναπτύσσεται.

6) Η βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή είχε ως αποτέλεσμα, τη σημαντική υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου, ιδίως για ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού.

Δεν μπορούμε να μιλάμε για προοπτική ανάπτυξης, όταν επιταχύνονται οι κοινωνικές ανισότητες.

Επομένως, βασική προτεραιότητα για τις πολιτικές που πρέπει να σχεδιαστούν τα επόμενα χρόνια θα πρέπει να αποτελεί η μείωση των ανισοτήτων.

Αυτή θα γίνει μέσω σχεδιασμένων πολιτικών κοινωνικής προστασίας και ένταξης –που τώρα για δημοσιονομικούς κυρίως λόγους δεν υπάρχουν παρά τις ανάγκες- προκειμένου να διασφαλιστεί η κοινωνική συνοχή και μεσοπρόθεσμα η αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Πρέπει όμως να μας απασχολήσει και το ερώτημα, αν ωφελούνται ομοιόμορφα οι πολίτες από την οικονομική ανάπτυξη που θα έρθει;

H κριτική στην παγκοσμιοποίηση δεν είναι ότι δεν δημιούργησε πλούτο αλλά ότι σε πολλές περιπτώσεις το 90% του πλούτου το καρπώθηκε το 1% του πληθυσμού ενώ το υπόλοιπο 10% πήγε στο 99% του πληθυσμού.

Είναι, λοιπόν, καθοριστικό για τις δυνάμεις του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού στις προγραμματικές τους επεξεργασίες να προτάξουν την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των πολιτικών ανάπτυξης, ώστε να προκύπτουν από αυτή βιώσιμα οφέλη σε όρους απασχόλησης και εισοδήματος για το σύνολο των πολιτών και να διαχέονται αυτά σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και όχι μόνο στα εισοδηματικά ανώτερα.

7) Κλείνω, λέγοντας ότι, η χώρα δεν μπορούσε να αποφύγει την απώλεια μέρους του ΑΕΠ καθώς η ενίσχυσή του σε ονομαστικούς όρους μέχρι το 2007 ήταν το αποτέλεσμα αποκλειστικά του άμετρου δημόσιου και ιδιωτικού δανεισμού.

Έτσι, το ονομαστικό ΑΕΠ φούσκωνε και έκρυβε τους κινδύνους από την ονομαστική αύξηση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους.

Θα μπορούσαν όμως οι απώλειες σε ΑΕΠ και κατεστραμμένες θέσεις εργασίας να περιοριστούν σε σημαντικό βαθμό αν συνέτρεχαν οι αναγκαίες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις από το ξεκίνημα της κρίσης.

Συναινέσεις που διασφαλίστηκαν σε άλλες χώρες που μπήκαν σε προγράμματα και τώρα έχουν επανέλθει στις κεφαλαιαγορές.

Ενώ η Ελλάδα μετά τους πειραματισμούς με τα Ζάππεια και τη Θεσσαλονίκη παραμένει η μόνη χώρα σε πρόγραμμα. Στερώντας από τους πολίτες και ιδιαίτερα τη νέα γενιά το όραμα και την προοπτική για μια Ελλάδα της ευημερίας που δίνει ευκαιρίες σε όλους και όλες και προστατεύει όσους έχουν ανάγκη.

Αυτός πρέπει να είναι ο στόχος για τις προοδευτικές δυνάμεις και σε αυτό τον στόχο πρέπει να προσανατολιστούν οι δυνάμεις της Δημοκρατικής Συμπαράταξης αν θέλουν να ανακτήσουν την σύνδεση τους με τις δημιουργικές κοινωνικές δυνάμεις που τα χρόνια πριν ή κατά την διάρκεια της κρίσης ένοιωσαν ότι χάθηκε η επαφή με την Δημοκρατική Παράταξη.

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη στην παρουσίαση του βιβλίου του Γ. Παπακωνσταντίνου

Φίλες και φίλοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τον Γ. Παπακωνσταντίνου για την ευκαιρία που μου δίνει να συμμετάσχω στην παρουσίαση του βιβλίου του «Game Over: Η Αλήθεια για την κρίση” στην Ξάνθη.

Αυτή η δεύτερη ευκαιρία, μου επιτρέπει σήμερα να μιλήσω για το βιβλίο μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία, αφού κάθε νέα ανάγνωση του βιβλίου επιτρέπει να ανακαλύψεις νέα σημαντικά στοιχεία που περιλαμβάνονται σ’ αυτό.

Πριν ξεκινήσω να μιλώ για το βιβλίο αυτό, οφείλω ορισμένες προσωπικές επισημάνσεις.

Τα όσα γράφει στο βιβλίο, οι μαρτυρίες δηλαδή, δεν αφορούν γεγονότα ξένα προς εμένα.

Αλλά γεγονότα, που έζησα με τον ίδιο βαθμό έντασης ή σε ορισμένες περιπτώσεις και μεγαλύτερο, αφού οι συχνές μετακινήσεις του στο εξωτερικό καθιστούσαν αναγκαία την αναπλήρωσή του στις δύσκολες και γεμάτες από σκληρές συγκρούσεις κοινοβουλευτικές εργασίες.

Με αυτή την έννοια, η σημερινή μου τοποθέτηση για το βιβλίο και τον Παπακωνσταντίνου υπόκειται σε έλεγχο αντικειμενικότητας.

Πολλές φορές, αναρωτήθηκα, αν στις 400 τόσες σελίδες καταφέρνει να μεταφέρει στον αναγνώστη την αγωνία του και τις πρωτόγνωρες, για πολιτικό, δυσκολίες, με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπος.

Τα ξενύχτια και τις ατελείωτες συζητήσεις με όλους τους συνεργάτες του.

Τους προβληματισμούς του, για το αν υπήρχαν άλλες επιλογές που έπρεπε να διερευνηθούν.

Τις συναντήσεις και συζητήσεις με εκπροσώπους μεγάλων τραπεζών, με πολιτικούς χωρών που αντιμετώπισαν κρίση, με οικονομολόγους διεθνούς εμβέλειας.

Την προσπάθειά του να κερδίσει συμμαχίες στο εσωτερικό ενός κόμματος, που είχε κρίση συνειδήσεως, που φοβόταν μην χάσει την ψυχή του, αλλά αδυνατούσε να καταθέσει εναλλακτική πρόταση, καθώς καλούνταν να εφαρμόσει την πιο αυστηρή δημοσιονομική προσαρμογή που έγινε ποτέ μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.

Πολλές φορές όταν καθόμασταν στην αίθουσα συσκέψεων του Υπουργείου με τις φωτογραφίες όλων των προκατόχων του ίσως και ο ίδιος να αναρωτήθηκε, αν ήταν κάποιος από αυτούς στη θέση του, τι διαφορετικό θα έκανε;

Ήμουν παρών σε πολλά από όσα περιγράφει και σας διαβεβαιώνω, ότι κάθε φορά, σε κάθε δυσκολία, ανταποκρίνονταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Και το λέω αυτό, γιατί πολλές φορές άκουσα να λένε ότι ευθύνεται για την πορεία προς τα μνημόνια.

Για το περιεχόμενο τους.

Ότι, κάποιος άλλος στη θέση του, θα είχε ακολουθήσει άλλη πορεία ή θα είχε αποφύγει τα μνημόνια.

Όλα αυτά, είναι η αφήγηση που χτίσανε οι αντίπαλοί του και αντίπαλοί μας όλα αυτά τα χρόνια για να χτίσουν, όπως φάνηκε εκ των υστέρων, πολιτικές καριέρες στις πλάτες των Ελλήνων.

Όταν όμως αυτά ακούγονται από προκατόχους του, που ευθύνονται για την πορεία της χώρας προς την κρίση, ας αναρωτηθούν πόσα δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθεσαν στο χρέος και τι ελλείμματα παρέλαβαν και τι ελλείμματα παρέδωσαν και μάλιστα σε ημέρες ευημερίας.

Ποιες δύσκολες αποφάσεις απέφυγαν να πάρουν όταν έπρεπε, με αποτέλεσμα το πρόβλημα να μετακυλίεται στους επόμενους μέχρι που στο τέλος ξέσπασε η καταιγίδα και η χώρα βρέθηκε απροετοίμαστη και υπερχρεωμένη.

Δυστυχώς όταν ξέσπασε η κρίση δεν μιλήσαμε για τις παραλείψεις ή τα εγκληματικά λάθη του παρελθόντος, γιατί από την πρώτη στιγμή δώσαμε προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του προβλήματος και όχι στην αναζήτηση πολιτικών ή ποινικών ευθυνών.

Ίσως και να ‘ταν λάθος μας αυτό. Προτάξαμε την χώρα και τους πολίτες και όχι την πολιτική κυριαρχία.

Έτσι δόθηκε η ευκαιρία σε κάποιους να ανασκουμπωθούν σήμερα και να μας κουνάνε το δάχτυλο για το πόσο διαφορετικά θα τα χειριζόντουσαν οι ίδιοι.

Ότι θα αποφεύγαμε τα μνημόνια ή ότι με μερικές μικρές περικοπές θα περισώζαμε ότι κτίστηκε για πολλά χρόνια σε σαθρά θεμέλια.

Και αναρωτιέμαι, αν ήταν τόσο απλό, γιατί δεν το επεσήμαναν νωρίτερα ή όσοι κυβέρνησαν πιο πριν γιατί δεν προχώρησαν στην έγκαιρη αντιμετώπιση των προβλημάτων για να μην φτάσει η χώρα στην κατάρρευση;

H κοινωνία, που υποφέρει για περισσότερα από εννιά χρόνια από την ύφεση, πολλές φορές έθεσε και εξακολουθεί να θέτει το ερώτημα, μα καλά φτάσαμε σε αυτήν την κρίση εξαιτίας της υπερχρέωσης, 300 δις χρέος και των πλαστών στατιστικών στοιχείων που έστελνε η ΝΔ στην Ευρώπη και δεν θα λογοδοτήσει κανείς από αυτούς που ευθύνονται;

Το ότι τελικά η χώρα δεν χρεοκόπησε, οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στην αξιοπιστία του Γ. Παπακωνσταντίνου μεταξύ των ομολόγων του.

Μια αξιοπιστία, που την κέρδισε σιγά σιγά καθώς αποδείκνυε ότι πίστευε στην  ανάγκη να αλλάξουμε για να μην βουλιάξουμε.

Γιατί ήταν ένας από τους λίγους υπουργούς της περιόδου των μνημονίων που αποδέχτηκε την ιδιοκτησία του προγράμματος και προσπαθούσε σε κάθε αξιολόγηση να πετύχει βελτιώσεις.

Η Ελλάδα, με τις πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου και του Γ. Παπακωνσταντίνου, τελικά δεν έγινε «το ατύχημα που περιμένει να συμβεί» όπως έχει γραφτεί στους Financial Times από το 2008.

Βέβαια, η δημόσια αφήγηση που έχει κυριαρχήσει δεν συμμερίζεται την άποψή μου. Η δημόσια αφήγηση, τον θέλει να είναι ο κακός της ιστορίας. Ό ένοχος για όλα όσα υπέφεραν οι Έλληνες τα τελευταία χρόνια. Γιατί έτσι βόλευε τους εμπρηστές και όσους τους προστάτευαν. Να περάσουν την ευθύνη στους πυροσβέστες.

Το βιβλίο αυτό, όπως τονίζει ο ίδιος στον πρόλογο, δεν είναι μια σύνθεση διηγήσεων άλλων, αλλά η προσωπική του μαρτυρία για όλα όσα συνέβησαν στην πιο κρίσιμη περίοδο της μεταπολίτευσης που επηρέασαν όλους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες.

Είναι η δική του αλήθεια για την κρίση. Επομένως, είναι η αποτύπωση των γεγονότων όπως τα προσέλαβε και τα αξιολόγησε. Είναι μια ματιά υποκειμενική. Υπόκειται όμως σε αξιολόγηση, με την έννοια ότι, τα όσα λέει μπορούν να ελεγχθούν και να αντικρουστούν.

Με αυτήν την έννοια, είναι μια μοναδική μαρτυρία τουλάχιστον από την πλευρά της Ελλάδας, αφού δεν υπάρχει ακόμη άλλη γραπτή μαρτυρία από όσους συμμετείχαν με θεσμικό ρόλο στα γεγονότα εκείνης της εποχής.

Το βιβλίο αυτό είναι μια απόπειρα, όπως λέει, να κτιστεί μια ενιαία αφήγηση για την κρίση. Σε μια χώρα που έξι χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου και οκτώ μετά την έναρξη της ύφεσης, δεν έχουμε ακόμη καταλήξει σε μια κοινά παραδεκτή αφήγηση για το πώς φτάσαμε στην κρίση.

Γιατί όλα αυτά τα χρόνια, από την πρώτη στιγμή, κυριάρχησαν οι μύθοι και οι συνομωσίες. Θα προσπαθήσω να αναφέρω κάποιους από αυτούς, όχι όμως εξαντλητικά. Ότι σκόπιμα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έβαλε τη χώρα στο Μνημόνιο για να πάρει τα σκληρά μέτρα και να ενισχύσει την κερδοφορία των ιδιωτικών κεφαλαίων.

Ότι όλα έγιναν για να μπει το ΔΝΤ στη χώρα και να βάλει η Αμερική πόδι στην Ευρώπη μέσω Ελλάδας.

Ότι έγιναν για να κερδοσκοπήσουν κάποιοι – που είχαν πρόσβαση στην κυβέρνηση – στις αγορές ομολόγων.

Και για να γίνει αυτό ή όλα αυτά μαζί, σύμφωνα με τη θεωρία της συνομωσίας η Κυβέρνηση  του ΠΑΣΟΚ «φούσκωσε» τεχνητά το έλλειμμα του 2009 για να χάσει η χώρα την πρόσβαση στις αγορές και να καταφύγει στα μνημόνια.

Απορρίπτοντας τις προσφορές των κεφαλαίων των Ρώσων, Κινέζων, Αράβων ή ακόμη και τα 600 δις του Σώρρα.

Η απλή εξήγηση ότι η Ελλάδα για άλλη μια φορά, όπως το 1983, το 1985, το 1990 και το 1993, βρισκόταν αντιμέτωπη με μακροοικονομικές ανισορροπίες, οι οποίες είχαν ξεφύγει πέρα από κάθε όριο και δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν εύκολα από μια χώρα η οποία ως μέλος της ευρωζώνης δεν είχε εργαλεία πολιτικής όπως η υποτίμηση, δεν πέρασε ποτέ ως επιχείρημα τα κρίσιμα αυτά χρόνια.

Δεν πέρασε ακόμη και όταν ο ίδιος έφυγε από τη θέση του Υπουργού Οικονομικών και η χώρα με την Κυβέρνηση Λ. Παπαδήμου προχώρησε στη συμφωνία για το δεύτερο μνημόνιο.

Δεν πέρασε ούτε και αργότερα, όταν ο κ. Α. Σαμαράς ως Πρωθυπουργός υποχώρησε από την αντιμνημονιακή στάση του «δεν θα συναινέσω στο λάθος» και προχώρησε στην υιοθέτηση μιας ιδιαίτερα εμπροσθοβαρούς δημοσιονομικής πολιτικής για το 2012 και 2013.

Δεν πέρασε, ούτε με την άνοδο του κ. Α. Τσίπρα στην εξουσία.

Το αντίθετο, η κυριαρχία των μύθων και των συνομωσιών, η υποχώρηση της κοινής λογικής, η άγνοια ή η συστηματική απόρριψη επιχειρημάτων που στηρίζονταν σε πραγματικά και μη αμφισβητήσιμα αριθμητικά ή στατιστικά δεδομένα είναι που οδήγησε στην άνοδο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην εξουσία.

Από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2015 ήρθαν τα πάνω κάτω. Οι τράπεζες έκλεισαν, τα capital controls επιβλήθηκαν, περιουσιακά στοιχεία με τη μορφή μετοχών αξίας 25 δις από τη συμμετοχή του ΤΧΣ στο κεφάλαιο των τραπεζών εξαφανίστηκαν σε μια νύχτα αυξάνοντας το χρέος ισόποσα, η δυναμική του χρέους επιδεινώθηκε, η διαρροή των καταθέσεων ξεπέρασε κάθε όριο, η ΕΚΤ κατέστησε μη επιλέξιμα τα ελληνικά ομόλογα.

Κανείς, όμως, δεν θέλει να παραδεχτεί, ότι τελικά το 2010 με 36 δις έλλειμμα και χωρίς πρόσβαση στις αγορές λόγω των απαγορευτικών επιτοκίων δεν υπήρχε άλλος δρόμος από αυτόν της προσφυγής στους θεσμικούς δανειστές.

Ότι τέσσερα χρόνια αργότερα και αφού η χώρα είχε σχεδόν μηδενίσει το πρωτογενές έλλειμμα, η Ευρώπη δεν θα άλλαζε την πολιτική της επειδή στην Ελλάδα κέρδισαν τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ.

Ότι για να μείνει στην εξουσία η νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ –ΑΝΕΛ θα έπρεπε, όχι μόνο να μην σκίσει τα μνημόνια όπως υπόσχονταν ή να τα καταργήσει με άρθρο μονό, αλλά να ψηφίσει το τρίτο μνημόνιο και μάλιστα με άρθρα πολλά για να πάρει τα 86 δις ευρώ που καλύπτουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας μέχρι το 2018.

Τελικά, όπως μάθαμε εκ των υστέρων, όσοι μας κατηγορούσαν για «προδοσία», «εθνική μειοδοσία», ως «μερκελιστές» ή «τσολάκογλου» είχαν αυταπάτες.

Διαβάζοντας, λοιπόν, το βιβλίο, αναρωτιέται κανείς μαζί με τον συγγραφέα, γιατί όλες αυτές οι ακραίες πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις που οδήγησαν μεταξύ άλλων και στο θάνατο τριών εργαζομένων που πυρπολήθηκαν από εμπρηστική βόμβα;

Γιατί η οικονομία έχασε το 25% του ΑΕΠ και παραμένει για όγδοο χρόνο στην ύφεση;

Γιατί τελικά, είμαστε η μόνη χώρα σε μνημόνιο, έξι χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, όταν Ιρλανδία, Κύπρος και Πορτογαλία μπήκαν μετά από την Ελλάδα, και είναι ήδη εκτός;

Μήπως αργήσαμε να πάρουμε μέτρα ή πήραμε πολύ λίγα;

Μέτρα πήρε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και μάλιστα πολλά.

Αλλά και η Πορτογαλία και η Ιρλανδία που είχαν πάρει μέτρα και μάλιστα πολλά, πάλι κατέληξαν στα μνημόνια.

Τρεις παράγοντες, που επισημαίνονται σε διαφορετικά σημεία του βιβλίου, καθόρισαν το μέγεθος και την ένταση της ελληνικής κρίσης.

Ο πρώτος, κωδικοποιείται από τον συγγραφέα με την έκφραση «πολιτικοί υπολογισμοί».

Πολιτικοί υπολογισμοί στο εσωτερικό της χώρας και πολιτικοί υπολογισμοί στο εξωτερικό.

Πολιτικοί υπολογισμοί οδήγησαν, το φερόμενο ως αστικό κόμμα της χώρας, τη ΝΔ, να υψώσει πρώτο την αντιμνημονιακή σημαία αντί να επιλέξει τη συναίνεση.

Οι σχεδιαστές της αντιμνημονιακής στρατηγικής της ΝΔ κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι μόνο έτσι θα μπορούσε να απορροφήσει τις διαρροές από τους απογοητευμένους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ.

Προφανώς, ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό των σχεδιαστών της στρατηγικής της ΝΔ, ότι η στάση τους νομιμοποιούσε στη συνείδηση των πολιτών την ακραία στάση του ΣΥΡΙΖΑ ή της ακραίας λαϊκής δεξιάς και ακροδεξιάς.

Ούτε καν πέρασε από το μυαλό τους, ότι όταν θα έκαναν την αναγκαία στροφή, τότε θα έχαναν ψηφοφόρους τόσο προς τη ΧΑ και τους ΑΝΕΛ όσο και προς το ΣΥΡΙΖΑ.

Έτσι, η ΝΔ απέρριψε όλες τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για συναίνεση ακόμη και όταν ο Γ. Παπανδρέου είπε ότι αν η παρουσία του συνιστά πρόβλημα είναι διατεθειμένος να το συζητήσει.

Ποτέ δεν κατάλαβαν ότι η συνεργασία θα ωφελούσε τη χώρα και τους πολίτες αλλά και την πολιτική σταθερότητα.

Ο στόχος τους, να πέσει η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, σε δύο μόλις χρόνια από την νίκη του 2009. Στόχος, που τελικά επιτεύχθηκε, αλλά το πολιτικό κέρδος ακόμη και για τη ΝΔ ήταν πολύ μικρό. Έτσι, στις εκλογές του Μαΐου 2012 η ΝΔ πήρε μόλις 18,5% και σε αυτές του Ιουνίου 29,5%.  Κυβέρνησε σε συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ τελικά, μόλις για 30 μήνες.

Πολιτικοί υπολογισμοί και από την πλευρά πολλών στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ. Είτε για την αναγκαιότητα ή όχι των μέτρων, είτε για την ανοικτή στήριξη ή την αποστασιοποίηση από την πολιτική που υιοθέτησε η κυβέρνηση, προκειμένου να διασφαλιστούν οι προϋποθέσεις επανεκλογής τους. Λίγοι καταλάβαιναν τι έρχεται για τη χώρα, τους πολίτες, το πολιτικό σύστημα.

Πολιτικοί υπολογισμοί και στο εξωτερικό. Σύγκρουση μεταξύ Μέρκελ και Σόιμπλε για την αναγκαιότητα ενός προγράμματος ή για την παρουσία του ΔΝΤ ή για την προτιμητέα αντιμετώπιση του ελληνικού χρέους.

Η Γερμανία μετά την χρηματοοικονομική κρίση αναδείχτηκε σε ηγεμονική δύναμη της Ευρώπης αλλά οι πολιτικοί υπολογισμοί για τον αντίκτυπο των αποφάσεων που αφορούσαν την Ελλάδα ή άλλες χώρες στους γερμανούς ψηφοφόρους καθόριζαν τη στάση της Μέρκελ.

Πολιτικοί υπολογισμοί για τις εκλογές σε κάποιο κρατίδιο της Γερμανίας οδηγούσαν σε καθυστέρηση της ανακοίνωσης της απόφασης για τη δημιουργία του Ελληνικού Μηχανισμού.

Πολιτικοί υπολογισμοί από τη πλευρά των άλλων χωρών του νότου να μην μπουν στο κάδρο της κρίσης, εμπόδισαν τη συγκρότηση συμμαχίας για έγκαιρη και ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος, που όπως αποδείχτηκε τελικά, δεν ήταν ελληνικό.

Πολιτικοί υπολογισμοί από την πλευρά των αμερικάνων, που ενόψει των Προεδρικών εκλογών του 2012 ήθελαν να λυθεί το ελληνικό πρόβλημα για να μην μεταδοθεί η κρίση στις ΗΠΑ και επηρεάσει αρνητικά την επανεκλογή Ομπάμα.

Αλλά η δυνατότητα παρέμβασης στην Ευρώπη μικρότερη από ότι στο παρελθόν, αφού ο γερμανός υπουργός οικονομικών φέρεται να υπέδειξε στον αμερικανό συνάδελφό του να ασχοληθεί με το πρόβλημα του χρέους των ΗΠΑ και η Ευρώπη θα βρει λύση στα προβλήματά της.

Ο δεύτερος κρίσιμος παράγοντας που καθόρισε τις εξελίξεις είναι ο χρόνος.

Όταν έγινε ορατό, ότι η Ελλάδα κάποια στιγμή θα χάσει την πρόσβαση στις αγορές σε αποδεκτά επιτόκια, τις επιλογές πλέον τις καθόριζε ο περιορισμένος χρόνος μέχρι τη λήξη ενός ομολόγου ύψους 9 περίπου δις ευρώ στις 19 Μαΐου.

Ο χρόνος της δημοσιονομικής προσαρμογής για πολλούς που στάθηκαν κριτικά στο πρώτο μνημόνιο ήταν πολύ μικρός.

Πέντε χρόνια για να μειωθεί το έλλειμμα κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες. Αυτό οδήγησε σε βαθύτερη ύφεση δυσκολεύοντας την δημοσιονομική προσαρμογή. Αλλά μια πιο αργή δημοσιονομική προσαρμογή προϋπέθετε πιο πολλά χρήματα, που όμως δεν ήθελαν να δώσουν οι Ευρωπαίοι.

Οι διαρθρωτικές αλλαγές είναι αναγκαίες, αλλά θέλουν χρόνο για να αποδώσουν. Στο μεταξύ, το ΑΕΠ μειώνεται και η ανεργία αυξάνεται και μαζί της η κοινωνική αντίδραση.

Κάθε καθυστέρηση στην αξιολόγηση ανέβαζε το κόστος σε όρους χαμένου ΑΕΠ και περισσότερων μέτρων για τη χώρα.

Όσο απομακρύνεται το ενδεχόμενο έγκαιρης εξόδου στις αγορές, τόσο μειώνεται η αντοχή στα νέα μέτρα.

Η έλλειψη αίσθησης του ρόλου του χρόνου και του συγχρονισμού της πορείας της οικονομίας και των πολιτικών εξελίξεων οδήγησαν τελικά στο τρίτο μνημόνιο και τα νέα μέτρα του 2015.

Ο τρίτος παράγοντας είναι η αξιοπιστία των επιλογών.

Το πρώτο πρόγραμμα στηρίζονταν στην εκτίμηση ότι το πρόβλημα χρέους είναι πρόβλημα ρευστότητας.

Αμέσως μετά τις αποφάσεις στη Ντοβίλ κλονίστηκε η αξιοπιστία του, αφού πλέον οι αγορές συνυπολόγιζαν τον κίνδυνο του κουρέματος και άρχισαν να πουλάνε τα ελληνικά ομόλογα αλλά και των άλλων χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Παρά, λοιπόν, τις επιτυχίες στο δημοσιονομικό μέτωπο, το ενδεχόμενο εξόδου στις αγορές είχε πλέον απομακρυνθεί.

Ποια αξιοπιστία έχει ένα πρόγραμμα, όταν οι υπουργοί που το ψήφισαν και καλούνται να το εφαρμόσουν λένε ότι είναι καταστροφικό για τη χώρα αλλά δεν καταθέτουν εναλλακτική πρόταση έναντι της οποίας θα εξασφάλιζε η χώρα χρηματοδότηση;

Πόσο αξιόπιστο είναι ένα πρόγραμμα, όταν θέτει ως στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα 4,5% ή 3,5% του ΑΕΠ.

Η πόσο αξιόπιστο είναι ένα πρόγραμμα που προβλέπει αποκρατικοποιήσεις της τάξης των 50 δις.

Κλήθηκα σε μια τηλεοπτική συζήτηση να υπερασπιστώ την άποψη ότι το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων που θα απέδιδε 50 δις ευρώ είναι εφικτό.

Βρέθηκα αντιμέτωπος με το αφοπλιστικό ερώτημα του κ. Στ. Μάνου:

“κ. Σαχινίδη τι έσοδα είχε η χώρα από τις αποκρατικοποιήσεις πέρυσι;”

Η απάντηση μου ήταν «ελάχιστα».

«Πως λοιπόν σχεδιάζετε να εισπράξετε 50 δις» με ξαναρώτησε.

Για να απαντήσω ότι είναι ένας στόχος φιλόδοξος.

Εκ των υστέρων προβληματίστηκα για την αλληλεπίδραση του στόχου αυτού με τα αναγκαία πρωτογενή πλεονάσματα αλλά και την άσκηση βιωσιμότητας του χρέους.

Βέβαια, η αλήθεια είναι, ότι ο Παπακωνσταντίνου ποτέ δεν διανοήθηκε ως Υπουργός να δημιουργήσει ένα υπερταμείο στο οποίο θα περνούσαν σχεδόν όλα τα περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου με διάρκεια ζωής 99 χρόνων και με ξένη διοίκηση. Ούτε διανοήθηκε να επιτρέψει ή να διευκολύνει το πέρασμα της διοίκησης των τραπεζών σε ξένα κερδοσκοπικά ταμεία. Το ηθικό πλεονέκτημα για αυτές τις  επιλογές, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, το είχε μόνο η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Περνάνε όλες τις αποφάσεις από τη Βουλή –αποφάσεις που οι ίδιοι ως αντιπολίτευση καθ’ όλη την περίοδο των μνημονίων χαρακτήριζαν ως εξευτελιστικές ή προδοτικές- χωρίς την παραμικρή κοινωνική αντίδραση. Αυτό είναι ενδεικτικό του μεγέθους της ήττας του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ στη συνείδηση της κοινωνίας.

Τελευταία πολλοί στο εξωτερικό αλλά και στην Ελλάδα υποστηρίζουν ότι το μέγεθος της κρίσης και η διάρκειά της επηρεάστηκε καθοριστικά από τη συμμετοχή της χώρας στην ευρωζώνη. Στο στρατόπεδο των υποστηρικτών αυτής της άποψης ανήκουν αυτοί που πάντα ήταν κατά της συμμετοχής της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ.

Τελευταία όμως προσχωρούν και κάποιοι «νεοδραχμιστές» που λένε ότι αν είχαμε βγει από την ευρωζώνη η Ελλάδα θα είχε ξεπεράσει την κρίση. Παραβλέπουν όμως, ότι τα οφέλη για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση από μια υποτίμηση του εθνικού νομίσματος θα ήταν οριακά, αφού σε μεγάλο βαθμό ο μη εμπορεύσιμος τομέας της παραμένει κυρίαρχος.

Αντίθετα, το κόστος από τον πληθωρισμό που θα προκαλούσαν οι συνεχείς υποτιμήσεις του νομίσματος θα το πλήρωναν πρώτιστα οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι και οι άνεργοι.

Από την άλλη πλευρά, πρέπει κανείς να αναγνωρίσει ότι αν η Ελλάδα δεν είχε μπει στην ευρωζώνη ποτέ δεν θα έφτανε το χρέος της στο 129% του ΑΕΠ ή στα 300 δις. Γιατί οι διεθνείς αγορές ποτέ δεν δάνειζαν τόσο πολύ την Ελλάδα όσο είχε το εθνικό της νόμισμα.

Ούτε θα μπορούσε ποτέ η Ελλάδα να διατηρεί για μια σχεδόν δεκαετία τόσο υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Γιατί η δραχμή θα είχε δεχτεί σκληρές επιθέσεις. Όπως συνέβη τη δεκαετία του 1980 και του 1990 όταν το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ξεπερνούσε το 5-6% του ΑΕΠ και όχι το 14,5% του ΑΕΠ που έφτασε το 2008.

Τον συγγραφέα τον κατατρέχει όλα αυτά τα χρόνια το βάρος προβλέψεων που έκανε ως υπουργός ή αργότερα.

Τρεις θα ξεχωρίσω:

  1. «Δεν θα πάρω άλλα μέτρα».
  2. «Θα βγούμε στις αγορές μέχρι το 2012».
  3. «Όταν η Ελλάδα πάψει να είναι στις πρώτες σελίδες θα έχει λύσει τα προβλήματά της».

Οι εξελίξεις δεν τον δικαίωσαν.

Χρειάστηκε να πάρει και άλλα μέτρα. Όχι μόνος αυτός αλλά και όλοι οι υπουργοί Οικονομικών που τον διαδέχτηκαν.

Όταν το πρωτογενές έλλειμμα είναι 10% του ΑΕΠ και θέλεις να διαμορφώσεις συνθήκες σταθεροποίησης του χρέους άρα πρέπει να δημιουργήσεις  πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 4%-5% χρειάζονται πολλά και δύσκολα μέτρα.

Τόσο πολλά που καμία κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να τα υλοποιήσει μόνη της.

Επομένως, δεν είναι τυχαίο που χρειάστηκαν τέσσερις κυβερνήσεις και εννιά υπουργοί οικονομικών για να φτάσουμε σε πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 1% του ΑΕΠ.

Η χώρα δεν βγήκε τελικά στις αγορές, γιατί η συμφωνία των Μέρκελ και Σαρκοζί στη Ντοβίλ έδιωξε τους επενδυτές από τα ελληνικά ομόλογα.

Τέλος, η χώρα έφυγε από τα διεθνή πρωτοσέλιδα αλλά η κρίση παραμένει εδώ, γιατί όλοι υποεκτίμησαν το μέγεθος της και τις συνέπειες της και έτρεχαν να προλάβουν το τραίνο της εξουσίας υποσχόμενοι στους πολίτες τα ανέφικτα.

Παραγνωρίζοντας, όμως, ότι αν δεν γίνουν οι αναγκαίες αλλαγές για να κτυπηθεί το πελατειακό κράτος που μας οδήγησε ως εδώ, η κρίση θα παραμένει και θα κατατρώγει την χώρα και τους πολίτες.

Το βιβλίο διαβάζεται με μεγάλη ευκολία. Είναι εξαντλητικό σε ότι αφορά την παράθεση των δεδομένων που οδήγησαν στη λήψη των συγκεκριμένων αποφάσεων. Η περιγραφή κινείται γρήγορα και κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Έχει χαρακτηριστικά που ταιριάζουν σε λογοτεχνικό έργο.

Γιώργο, καλή συνέχεια και καλοτάξιδο το βιβλίο σου.

CONFERENCE IN HONOUR OF MIKE ARTIS Florence 17 June 2016

First of all, I would like to thank the organizers for their invitation to participate in this conference in honour of Mike Artis who supervised my PhD thesis at the University of Manchester in the early 1990s. Mike was a very kind and knowledgeable man. He was also an excellent teacher. I was very lucky to have had him as a PhD supervisor at Manchester.

Today, I would like to share with you my views on the puzzle “why is Greece still under a programme”. After a deep and prolonged depression that started in 2008, real GDP in Greece fell by 26%, unemployment rate is at 25%, pushing many people into poverty and increasing income inequality.

These are clear signs of a failure and although it is hard to consider Greece as a failed state, as it still stands within the group of the 30 most developed nations, there is always the risk of being trapped into a prolonged stagnation and deflation.

This will definitely cause Greece to lose its place among the 30 wealthiest nations and it will trap large segments of its population in chronic unemployment and poverty.

Today, I would like to argue that the economic problems of Greece are the immediate result mainly of an institutional failure.

In order to understand how Greece has been trapped in stagnation as a result of the failure of its institutions, I will try to answer two questions:

1)       How did Greece manage in 2009 to be in such an economic mess nine years after joining the European Monetary Union; and

2)       Why is Greece the only Eurozone country that is still under a programme and trapped in a recession for more than eight years?

Let me start with the first question.

Almost 20 years ago, a significant majority of Greek economists and the major political parties came to the conclusion that it would be to the benefit of Greece to join Economic and Monetary Union.

While at the time they understood the urgent need to introduce politically difficult structural changes, their expectation was that peer pressure from the Euroarea would lead Greece to adopt these changes. Joining EMU was viewed as a safe way to break the vicious cycle of high wage increases – high inflation that was cursing Greece for two decades.

However, nine years after joining the Eurozone, Greece was trapped in an unsustainable economic path with high twin deficits (specifically fiscal and current account deficits), high debt-to-GDP ratio; and after growing fast for a number of years the economy entered a recession.

The debt problem was the result of the fiscal irresponsibility of the years before the emergence of the global financial crisis.

In almost every year between 2001 and 2009, the government was running a deficit. In fact, a deficit that was increasing year after year post-2006.

As a result, while Greece joined the Eurozone with a debt-to-GDP ratio below 100% and despite an average annual growth rate of around 3.5% and extremely low interest rates in the nine year period 2001-9, the debt-to-GDP ratio stood at 127% in 2009.

In that year, the government deficit reached 15.3% of GDP and the current account deficit was at 12.5% of GDP. A year earlier, in 2008, the current account deficit was at 14.9%.

In the spring of 2010, Greece lost access to capital markets and requested financial support from its European partners.

Europe along with the IMF established a special support mechanism. This was a first – it had never happened before.

And it involved the biggest loan ever given to a country: 110 billion euro.

In return for this financial support, Greece accepted to implement an Economic Adjustment Programme involving tough austerity and structural reforms.

With hindsight, an obvious question would be:

Was there no «alert mechanism» either at the country or at the European Union level to prevent the emergence of these economic imbalances that were not sustainable within a monetary union?

Here is where both institutions and markets failed to prevent these imbalances from emerging.

The major political parties, the economic elite and social partners failed to understand the complexities associated with monetary union membership and the implications of globalization.

To understand why Greece failed to keep its public finances in order, we have to concentrate on the institutional framework for the budgetary process.

The European Commission in 2007 found that Greece had the weakest budgetary procedures among the 18 countries examined.

Before the 2009 crisis, almost a third of the general government revenues and expenditures were outside the budgetary process.

Government ministers acted and spent money as semi-autonomous state agents.

The political parties in their effort to win popular support were ready to introduce new social or investment programmes boosting public spending and introducing tax cuts at the same time, irrespectively of the economic cycle.

This is why Greece experienced deficits even during years of high growth.

Between 2001 and 2009, fiscal deficits were typically at least 70-80% higher than their targets.

Greece’s failure to keep its public finances in order was matched by a failure of European institutions, the very institutions responsible to assess the fiscal stance of Eurozone countries within the context of the Stability and Growth Pact. The fact that Germany and France were the first to break the SGP in the early 2000s without any reprimand gave the wrong signals.

Markets also failed to realize that the economic problems of Greece were severe and structural.

This is clear from the fact that, until 2008, markets were lending Greece at rates close to those of Germany.

It was only after the global financial crisis of 2008 that markets started to question the fiscal position of Greece.

In conclusion, Greek political and economic elites in the 90’s decided that Greece should join EMU in order to address Greece’s institutional failures with the hope that the new challenges Greece would face would bring about the reform of institutions.

However, as the Euro Area institutional framework was itself weak and incomplete, the Eurozone failed to trigger or enforce the transformation of the Greek economic institutions.

At the same time, the two major parties of Greece and the small parties of the left opposed the transformation of the economic institutions that would facilitate the Greek economy to become an outward oriented economy.

Now moving to my second question:

2) Why is Greece the only Eurozone country that is still under a programme and trapped in a recession for more than eight years?

Out of the four Eurozone countries that signed adjustment programmes, Greece is the only country still under a programme, six years after signing the first adjustment programme in 2010.

This is despite the fact that fiscal consolidation was pretty much achieved already by the end of 2014.

Greece has also balanced its chronic current account deficit.

Then how comes Greece didn’t manage to get access to capital markets?

There are economic and political reasons that can explain this failure.

In the case of Greece, the initial macroeconomic imbalances were the worst in the Euro Area.

Greece within 5 years had to cut the fiscal deficit by 12 percentage points of GDP by introducing measures up to 18 percentage points of GDP.

Fiscal policy was extremely restrictive, a lot more than any other program country, in an environment of tight credit.

As a result, recession deepened further and unemployment soared to 27%.

Markets therefore questioned the economy’s ability to grow again in such an environment, and more importantly they questioned the country’s ability to service its debt without growth.

In fact, the debt sustainability issue and the continuing fear of a Grexit were the two most important factors that prevented Greece from regaining market access.

A second reason relates to the structure of the Greek economy, which is a more closed economy, with consumption representing almost 70% of GDP.

Exports were only 20% of GDP and could not carry enough counter-weight to the reduction of domestic aggregate demand.

However, if we want to understand why Greece is still under programme, we have to focus on the constraints the political system imposes on the implementation of the adjustment programme. This is directly related to the important question of why Greece managed to re-access international capital markets only two years after the largest debt restructuring in history – but did not manage to sustain the momentum.

From the very beginning, there was lack of political consensus on the need to correct economic imbalances and address the institutional failures.

Leaders of the opposition parties were “infected” by the “I can do it better” syndrome and\or “There is an Alternative way without memorandums” syndrome.

Hence it is no surprise that within a very short period of time after the signing of the first programme the PASOK government was challenged on a daily basis by demonstrations and members of the government or MPs were humiliated at public appearances. Eventually, MPs from PASOK left the party in the hope that they will survive politically.

This led to a “lack of ownership” of the Programme over the whole 2010-2016 period, even when the center-right New Democracy party came to power after the 2012 elections and currently with the new coalition government between leftist Syriza and populist far right-wing Independent Greeks.

Hence we suffered from a lack of full and timely implementation of the reforms which were voted.

Finally, Greece turned out to be a special case because although its economy was stabilized and began growing in 2014, uncertainty on continued EMU participation was raised again by the political developments in 2015.

The January 2015 elections brought a new coalition government of Syriza and Independent Greeks – which gambled in a protracted stand-off with the EU and wasted precious time in interminable discussions heightening uncertainty.

By August 2015 the SYRIZA government met T.I.N.A. (There is No alternative) as had happened before in late 2012 with A. Samaras, the then Prime Minister and leader of New Democracy.

As a result, in 2015 the economy moved back to stagnation and the government was forced to introduce capital controls in order to prevent the collapse of the Greek banking system.

In conclusion, Greece’s failure was mainly the result of the failure of the major political parties to reach a consensus on an adjustment programme that had to be implemented in order to regain access to capital markets.

Since 2010, Greek political parties are being asked to implement a series of reforms that they themselves hadn’t shown the willingness to introduce in the past.

After the signing of the first programme, opposition parties failed – or were unwilling – to understand the severity of the crisis.

So instead, they accused the PASOK government for agreeing with institutional creditors to sign the “wrong prescription” for the economy, giving too much emphasis on austerity and not on growth.

With regard to the question whether robust growth can resume by 2016 or 2017, I would say that I am rather skeptical, mainly because of the recessionary effects of the new fiscal measures that were introduced a month ago in order to meet by 2018 the target of 3.5% of GDP set for primary surplus.

I would like to argue that now that we have balanced the primary budget, it is about time to reconsider the speed of fiscal consolidation by reducing the target of primary surplus to 1.5-2.5% of GDP in order to give space to the economy to breathe and to fight unemployment.

Given that negotiations for the first review of the third programme have been completed, Greece needs:

  1. to design and implement a National Reform Programme with a stronger growth orientation and
  2. a decision for debt relief roadmap that will be fully clarified if not implemented before and not after 2018. So that potential investors can have a clear picture.

Greece needs to present its own National Reform Programme to transform its economy to become more efficient and outward oriented.

It is important to be ready to introduce deep reforms in the judiciary system, in the functioning of the political system and public administration and the product market.

In order for Greece to restore growth and address the issue of unemployment and social inequality, there is an urgent need to attract resources — i.e. private investment mainly in the tradable sector of the economy.

This will allow the Greek economy to revive its productive potential and capacity, which was ruined during the period of the crisis, and restore its competitiveness.

For this to happen, the government has to decisively embrace the idea of opening up the Greek economy and attracting private investment. This is not still the case.

Young Greeks deserve a better future and it’s our generation’s duty to set the conditions for that.

Thank you for your attention.

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη στην παρουσίαση του βιβλίου του Γ. Παπακωνσταντίνου «Game Over: Η Αλήθεια για την Κρίση»

Θέλω να ευχαριστήσω τον Γ. Παπακωνσταντίνου για την τιμητική πρόσκληση να συμμετάσχω στην παρουσίαση του βιβλίου του «Game Over: Η Αλήθεια για την κρίση” στην ιδιαίτερή του πατρίδα την Κοζάνη.

Πριν ξεκινήσω να μιλώ για το βιβλίο αυτό, οφείλω ορισμένες προσωπικές επισημάνσεις.

Όταν μετά τις εκλογές του 2009 δέχτηκα το τηλεφώνημα με το οποίο ενημερώθηκα ότι θα ορκιζόμουν υφυπουργός των Οικονομικών η έκπληξή μου ήταν τόσο μεγάλη που παρέλειψα να ρωτήσω ποιος είναι ο Υπουργός.

Το έμαθα λίγο αργότερα από τον ίδιο.

Επομένως, τα όσα γράφει στο βιβλίο, οι μαρτυρίες δηλαδή, δεν αφορούν γεγονότα ξένα προς εμένα.

Αλλά, γεγονότα, που έζησα με τον ίδιο βαθμό έντασης ή σε ορισμένες περιπτώσεις και μεγαλύτερο, αφού οι συχνές μετακινήσεις του στο εξωτερικό καθιστούσαν αναγκαία την αναπλήρωσή του στις δύσκολες και γεμάτες από σκληρές συγκρούσεις κοινοβουλευτικές εργασίες.

Με αυτή την έννοια, η σημερινή μου τοποθέτηση για το βιβλίο και τον Παπακωνσταντίνου υπόκειται σε έλεγχο αντικειμενικότητας.

Όταν το διάβαζα, πολλές φορές αναρωτήθηκα, αν στις 400 τόσες σελίδες καταφέρνει να μεταφέρει στον αναγνώστη την αγωνία του και τις πρωτόγνωρες, για πολιτικό, δυσκολίες, με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπος.

Τα ξενύχτια και τις ατελείωτες συζητήσεις με όλους τους συνεργάτες του.

Τους προβληματισμούς του για το αν υπήρχαν άλλες επιλογές που έπρεπε να διερευνηθούν.

Τις συναντήσεις και συζητήσεις με εκπροσώπους μεγάλων τραπεζών, με πολιτικούς χωρών που αντιμετώπισαν κρίση, με οικονομολόγους διεθνούς εμβέλειας.

Όλα αυτά χωρίς να διαρρεύσουν για να μην δημιουργηθούν συνθήκες πανικού που θα οδηγούσαν σε αύξηση του κόστους δανεισμού και αποκοπή από τις αγορές πριν στηθεί ο μηχανισμός στήριξης από τους Ευρωπαίους.

Την προσπάθεια του να κερδίσει συμμαχίες στο εσωτερικό ενός κόμματος που είχε κρίση συνειδήσεως, που φοβόταν μην χάσει την ψυχή του αλλά αδυνατούσε να καταθέσει εναλλακτική πρόταση, επειδή καλούνταν να εφαρμόσει την πιο αυστηρή δημοσιονομική προσαρμογή που έγινε ποτέ μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.

Πολλές φορές όταν καθόμασταν στην αίθουσα συσκέψεων του Υπουργείου με τις φωτογραφίες όλων των προκατόχων του ίσως και ο ίδιος να αναρωτήθηκε, αν ήταν κάποιος από αυτούς στη θέση του, τι διαφορετικό θα έκανε;

Ήμουν παρών σε πολλά από όσα περιγράφει και σας διαβεβαιώνω, ότι κάθε φορά, σε κάθε δυσκολία, ανταποκρίνονταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Και το λέω αυτό, γιατί πολλές φορές άκουσα να λένε ότι ευθύνεται για την πορεία προς τα μνημόνια.

Για το περιεχόμενο τους.

Ότι, κάποιος άλλος στη θέση του, θα είχε ακολουθήσει άλλη πορεία ή θα είχε αποφύγει τα μνημόνια.

Όλα αυτά είναι η αφήγηση που χτίσανε οι αντίπαλοι του και αντίπαλοί μας όλα αυτά τα χρόνια για να χτίσουν όπως φάνηκε εκ των υστέρων πολιτικές καριέρες στις πλάτες των Ελλήνων.

Όταν όμως αυτά ακούγονται από προκατόχους του, που ευθύνονται για την πορεία της χώρας προς την κρίση, ας αναρωτηθούν πόσα δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθεσαν στο χρέος και τι ελλείμματα παρέλαβαν και τι ελλείμματα παρέδωσαν και μάλιστα σε ημέρες ευημερίας.

Ας θυμούνται όλοι αυτοί, ότι οι πολλοί δεν ξέρουν.

Οι λίγοι που ξέρουμε δεν μιλήσαμε ακόμη, γιατί από την πρώτη στιγμή δώσαμε προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του προβλήματος και όχι στην αναζήτηση ευθυνών ή υπευθύνων.

Το ότι η χώρα δεν χρεοκόπησε οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στη αξιοπιστία του Γ. Παπακωνσταντίνου μεταξύ των ομολόγων του.

Μια αξιοπιστία, που την κέρδισε σιγά σιγά καθώς αποδείκνυε ότι πίστευε στην ανάγκη να αλλάξουμε για να μην βουλιάξουμε.

Γιατί ήταν ένας από τους λίγους υπουργούς της περιόδου των μνημονίων που αποδέχτηκε την ιδιοκτησία του προγράμματος και προσπαθούσε σε κάθε αξιολόγηση να πετύχει βελτιώσεις.

Η Ελλάδα, με τις πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου και του Γ. Παπακωνσταντίνου, τελικά δεν έγινε «το ατύχημα που περιμένει να συμβεί» όπως έχει γραφτεί στους Financial Times από το 2008.

Γιατί στο εξωτερικό, έβλεπαν πιο καθαρά την πορεία της χώρας προς το αδιέξοδο, από πολύ νωρίς.

Βέβαια, η δημόσια αφήγηση που έχει κυριαρχήσει δεν συμμερίζεται την άποψή μου.

Η δημόσια αφήγηση, τον θέλει να είναι ο κακός της ιστορίας.

Ο ένοχος για όλα όσα υπέφεραν οι Έλληνες τα τελευταία χρόνια.

Γιατί έτσι βόλευε στους εμπρηστές και όσους τους προστάτευαν.

Να περάσουν την ευθύνη στους πυροσβέστες.

Γιατί ήταν το ιδανικό εξιλαστήριο θύμα.

Ξένος στο ίδιο του το κόμμα, που έσπευσε, όπως λέει και ο ίδιος, να τον ρίξει στα σκυλιά.

Το βιβλίο αυτό, όπως τονίζει ο ίδιος στον πρόλογο, δεν είναι μια σύνθεση διηγήσεων άλλων, αλλά η προσωπική του μαρτυρία για όλα όσα συνέβησαν στην πιο κρίσιμη περίοδο της μεταπολίτευσης που επηρέασαν όλους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες.

Είναι η δική του αλήθεια για την κρίση.

Επομένως, είναι η αποτύπωση των γεγονότων όπως τα προσέλαβε και τα αξιολόγησε.

Είναι μια ματιά υποκειμενική.

Υπόκειται όμως σε αξιολόγηση, με την έννοια ότι, τα όσα λέει μπορούν να ελεγχθούν και να αντικρουστούν.

Με αυτήν την έννοια, είναι μια μοναδική μαρτυρία τουλάχιστον από την πλευρά της Ελλάδας, αφού δεν υπάρχει ακόμη άλλη γραπτή μαρτυρία από όσους συμμετείχαν με θεσμικό ρόλο στα γεγονότα εκείνης της εποχής.

Οι θέσεις του διακρίνονται για τον ορθολογισμό τους, ανεξάρτητα αν οι εκτιμήσεις που καταθέτει, είναι σωστές ή λάθος.

Το μέτρο, ας πούμε, για τις αποδείξεις, ήταν σωστό γιατί έδινε στον πολίτη κίνητρα να συνεισφέρει στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Είχε όμως σχεδιαστικά λάθη, που επέτρεψαν σε πολλούς να το καταχραστούν και να περιορίσουν τα οφέλη από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Οι αλλαγές που έγιναν στο φορολογικό θεσμικό πλαίσιο από τον Γ. Παπακωνσταντίνου δεν έχουν ιστορικό προηγούμενο.

Δεν αναφέρομαι στις αλλαγές φορολογικών συντελεστών αλλά στις διαρθρωτικές αλλαγές που αποσκοπούσαν στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και στο να διευκολύνουν την φορολογική διοίκηση στο έργο της.

Τι να πρωτοαναφέρω; Θέσπιση οικονομικού εισαγγελέα, άνοιγμα καταθέσεων, φορολόγηση προσαυξήσεων περιουσίας, το γεγονός ότι για πρώτη φορά κατατέθηκε Επιχειρησιακό Σχέδιο κατά της Φοροδιαφυγής, ότι το αδίκημα της φοροδιαφυγής έγινε αυτόφωρο και συνδυάστηκε με τη νομοθεσία για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος.

Επομένως, απολογιστικά οι μεταρρυθμίσεις που προώθησε δεν μπορούν να αναιρεθούν από τα όποια λάθη, από αποφάσεις που λαμβάνονταν σε τόσο ακραίες συνθήκες.

Το βιβλίο αυτό είναι μια απόπειρα, όπως λέει, να κτιστεί μια ενιαία αφήγηση για την κρίση.

Σε μια χώρα που έξι χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου και οκτώ μετά την έναρξη της ύφεσης δεν έχουμε ακόμη καταλήξει σε μια κοινά παραδεκτή αφήγηση για το πώς φτάσαμε στην κρίση.

Γιατί όλα αυτά τα χρόνια, από την πρώτη στιγμή, κυριάρχησαν οι μύθοι και οι συνομωσίες.

Θα προσπαθήσω να αναφέρω κάποιους από αυτούς, όχι όμως εξαντλητικά.

Ότι σκόπιμα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έβαλε τη χώρα στο Μνημόνιο για να πάρει τα σκληρά μέτρα και να ενισχύσει την κερδοφορία των ιδιωτικών κεφαλαίων.

Πιο ακραία εκδοχή ότι όλα αυτά έγιναν για να πάρουν οι ξένοι τον ορυκτό πλούτο και τα περιουσιακά στοιχεία της χώρας.

Ότι όλα έγιναν για να μπει το ΔΝΤ στη χώρα και να βάλει η Αμερική πόδι στην Ευρώπη μέσω Ελλάδας.

Ότι έγιναν για να κερδοσκοπήσουν – κάποιοι που είχαν πρόσβαση στην κυβέρνηση – στις αγορές ομολόγων.

Και για να γίνει αυτό ή όλα αυτά μαζί, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ φούσκωσε τεχνητά το έλλειμμα του 2009 για να χάσει την πρόσβαση στις αγορές και να καταφύγει στα μνημόνια.

Απορρίπτοντας τις προσφορές των κεφαλαίων των Ρώσων, Κινέζων, Αράβων ή ακόμη και τα 600 δις του Σώρρα.

Η απλή εξήγηση ότι η Ελλάδα για άλλη μια φορά, όπως το 1983, το 1985, το 1990 και το 1993, βρισκόταν αντιμέτωπη με μακροοικονομικές ανισορροπίες, οι οποίες είχαν ξεφύγει πέρα από κάθε όριο και δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν εύκολα από μια χώρα η οποία ως μέλος της ευρωζώνης δεν είχε εργαλεία πολιτικής όπως η υποτίμηση, δεν πέρασε ποτέ ως επιχείρημα τα κρίσιμα αυτά χρόνια.

Δεν πέρασε ακόμη και όταν ο ίδιος έφυγε από τη θέση του Υπουργού Οικονομικών και η χώρα με την κυβέρνηση Λ. Παπαδήμου προχώρησε στη συμφωνία για το δεύτερο μνημόνιο.

Δεν πέρασε ούτε και αργότερα, όταν ο κ. Α. Σαμαράς ως Πρωθυπουργός υποχώρησε από την αντιμνημονιακή στάση του «δεν θα συναινέσω στο λάθος» και προχώρησε στην υιοθέτηση μιας ιδιαίτερα εμπροσθοβαρούς δημοσιονομικής πολιτικής για το 2012 και 2013.

Δεν πέρασε, ούτε με την άνοδο του κ. Α. Τσίπρα στην εξουσία.

Το αντίθετο, η κυριαρχία των μύθων και των συνομωσιών, η υποχώρηση της κοινής λογικής, η άγνοια ή η συστηματική απόρριψη επιχειρημάτων που στηρίζονταν σε πραγματικά και μη αμφισβητήσιμα αριθμητικά ή στατιστικά δεδομένα είναι που οδήγησε στην άνοδο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην εξουσία.

Από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2015 ήρθαν τα πάνω κάτω.

Ότι πέτυχε η χώρα να αποφύγει μεταξύ 2010-2014 γινότανε σε βάρος της χώρας και των προοπτικών της αλλά όλοι έδειχναν ικανοποιημένοι.

Οι τράπεζες έκλεισαν, τα capital controls επιβλήθηκαν, περιουσιακά στοιχεία με τη μορφή μετοχών αξίας 25 δις από τη συμμετοχή του ΤΧΣ στο κεφάλαιο των τραπεζών εξαφανίστηκε σε μια νύχτα αυξάνοντας το χρέος ισόποσα, η δυναμική του χρέους επιδεινώθηκε, η διαρροή των καταθέσεων ξεπέρασε κάθε όριο, η ΕΚΤ κατέστησε μη επιλέξιμα τα ελληνικά ομόλογα.

Κανείς, όμως, δεν ήθελε να παραδεχτεί, ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος.

Ότι στο τέλος, δεν θα άλλαζε όλη η Ευρώπη επειδή στην Ελλάδα κέρδισε τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ.

Ότι για να μείνει στην εξουσία η νέα κυβέρνηση θα έπρεπε, όχι μόνο να μην σκίσει τα μνημόνια ή να τα καταργήσει με άρθρο μονό, αλλά να ψηφίσει το Τρίτο μνημόνιο και μάλιστα με άρθρα πολλά για να πάρει τα 86 δις ευρώ που καλύπτουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας μέχρι το 2018.

Τελικά, όπως μάθαμε εκ των υστέρων, όσοι μας κατηγορούσαν για «προδοσία», «εθνική μειοδοσία», ως «μερκελιστές» ή «τσολάκογλου» είχαν αυταπάτες.

Τις οποίες ξεπέρασαν, όταν τον Αύγουστο του 2015 συνάντησαν την ΤΙΝΑ, την οποία ερωτεύτηκαν παράφορα, σε βαθμό παρεξηγήσιμο.

Διαβάζοντας, λοιπόν, το βιβλίο, αναρωτιέται κανείς μαζί με τον συγγραφέα, γιατί όλες αυτές οι ακραίες πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις που οδήγησαν μεταξύ άλλων και στο θάνατο τριών εργαζομένων που πυρπολήθηκαν από εμπρηστική βόμβα;

Γιατί τα γεγονότα πήραν την τροπή τη συγκεκριμένη και όχι κάποια άλλη;

Γιατί είμαστε η μόνη χώρα που έχασε το 25% του ΑΕΠ και παραμένει για όγδοο χρόνο στην ύφεση;

Γιατί τελικά, είμαστε η μόνη χώρα σε μνημόνιο, έξι χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, όταν Ιρλανδία, Κύπρος και Πορτογαλία μπήκαν μετά από την Ελλάδα, και είναι ήδη εκτός;

Μήπως αργήσαμε να πάρουμε μέτρα ή πήραμε πολύ λίγα;

Μέτρα πήραμε και μάλιστα, πολλά.

Αλλά και η Πορτογαλία και η Ιρλανδία που είχαν πάρει μέτρα και μάλιστα πολλά, πάλι κατέληξαν στα μνημόνια.

Τρεις παράγοντες, που επισημαίνονται σε διαφορετικά σημεία του βιβλίου, καθόρισαν το μέγεθος και την ένταση της ελληνικής κρίσης.

Ο πρώτος, κωδικοποιείται από τον συγγραφέα με την έκφραση «πολιτικοί υπολογισμοί».

Πολιτικοί υπολογισμοί στο εσωτερικό της χώρας και πολιτικοί υπολογισμοί στο εξωτερικό.

Πολιτικοί υπολογισμοί οδήγησαν, το φερόμενο ως αστικό κόμμα της χώρας, τη ΝΔ, να υψώσει πρώτο την αντιμνημονιακή σημαία αντί να επιλέξει τη συναίνεση.

Το οικονομικό όμως και κοινωνικό κόστος για τη χώρα από την έλλειψη συναίνεσης τεράστιο.

Και βέβαια εξηγεί, γιατί είμαστε ακόμη η μόνη χώρα στο μνημόνιο.

Γιατί όπως έγραψε ένας από αυτούς που συνεισέφεραν στη διαμόρφωση αυτής της στρατηγικής και είχε επικριτική στάση απέναντι σε οποιαδήποτε επιλογή της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου, η επιλογή αυτή ήταν μονόδρομος για τη ΝΔ.

Μόνο έτσι θα μπορούσε να απορροφήσει τις διαρροές από τους απογοητευμένους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ.

Προφανώς, ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό του αλλά και των υπολοίπων που συμμετείχαν σε εκείνο το τραπέζι της ΝΔ, ότι η στάση τους νομιμοποιούσε στη συνείδηση των πολιτών την ακραία στάση του ΣΥΡΙΖΑ ή της ακραίας λαϊκής δεξιάς και ακροδεξιάς.

Ούτε καν πέρασε από το μυαλό τους, ότι όταν θα έκαναν τη αναγκαία στροφή, τότε θα έχαναν ψηφοφόρους τόσο προς τη ΧΑ και τους ΑΝΕΛ όσο και προς το ΣΥΡΙΖΑ.

Αν, λοιπόν, στόχος τους ήταν να προστατέψουν τα αστικά στρώματα της χώρας, τότε κέρδισαν νόμπελ πολιτικού σχεδιασμού, γιατί όχι μόνο πέτυχαν να ριζοσπαστικοποιήσουν ακόμη περισσότερο τους πολίτες, αλλά πέτυχαν το ακατόρθωτο, να φέρουν στην εξουσία ένα κόμμα του 4% το οποίο ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί το 2010 ότι σε πέντε χρόνια θα ήταν κυβέρνηση.

Έτσι, η ΝΔ απέρριψε όλες τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για συναίνεση ακόμη και όταν ο Παπανδρέου είπε ότι αν η παρουσία του συνιστά πρόβλημα είναι διατεθειμένος να το συζητήσει.

Ποτέ δεν κατάλαβαν ότι η συνεργασία θα ωφελούσε τη χώρα και τους πολίτες αλλά και την πολιτική σταθερότητα. Αν θέλετε, ακόμη και τα δύο κόμματα που εναλλάσσονταν στην εξουσία.

Ο στόχος τους να πέσει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, σε δύο μόλις χρόνια από την νίκη του 2009, επιτεύχθηκε, αλλά το πολιτικό κέρδος ακόμη και για τη ΝΔ ήταν μικρό.

Πολιτικοί υπολογισμοί, αλλά κακοί, πολιτικοί υπολογισμοί.

Έτσι, στις εκλογές του Μαΐου 2012 η ΝΔ πήρε μόλις 18,5% και σε αυτές του Ιουνίου 29,5%. Κυβέρνησε σε συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ τελικά, μόλις για 30 μήνες.

Πολιτικοί υπολογισμοί και από την πλευρά πολλών στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ.

Είτε για την αναγκαιότητα ή όχι των μέτρων, είτε για την ανοικτή στήριξη ή την αποστασιοποίηση, προκειμένου να διασφαλιστούν προϋποθέσεις επανεκλογής.

Λίγοι καταλάβαιναν τι έρχεται για τη χώρα, τους πολίτες, το πολιτικό σύστημα.

Πολιτικοί υπολογισμοί και στο εξωτερικό.

Σύγκρουση μεταξύ Μέρκελ και Σόιμπλε για την αναγκαιότητα ενός προγράμματος ή για την παρουσία του ΔΝΤ ή για την προτιμητέα αντιμετώπιση του ελληνικού χρέους.

Η Γερμανία μετά την χρηματοοικονομική κρίση αναδείχτηκε σε ηγεμονική δύναμη της Ευρώπης αλλά οι πολιτικοί υπολογισμοί για τον αντίκτυπο των αποφάσεων που αφορούσαν την Ελλάδα ή άλλες χώρες στους γερμανούς ψηφοφόρους καθόριζαν τη στάση της Μέρκελ.

Πολιτικοί υπολογισμοί για τις εκλογές σε κάποιο κρατίδιο της Γερμανίας οδηγούσαν σε καθυστέρηση της ανακοίνωσης της απόφασης για τη δημιουργία του Ελληνικού Μηχανισμού.

Ο Μιτεράν μάλλον στάθμισε λάθος τις πολιτικές ισορροπίες που θα διαμορφώνονταν από τη δημιουργία της ΟΝΕ.

Υπολόγιζε, ότι η ομοσπονδιακή δομή της ΕΚΤ θα έδινε πίσω στις χώρες μέλη της ευρωζώνης βαθμούς ελευθερίας, που είχαν χάσει από την ηγεμονία της Bundesbank την περίοδο του ERM.

Τελικά, η Γερμανία αποφασίζει και η Γαλλία ακολουθεί, όπως διαπίστωσε και ο Παπακωνσταντίνου από συναντήσεις κορυφής στις οποίες συμμετείχε αλλά και από τις επαφές με τους ομολόγους του.

Πολιτικοί υπολογισμοί από τη πλευρά των άλλων χωρών του νότου να μην μπουν στο κάδρο της κρίσης, εμπόδισαν τη συγκρότηση συμμαχίας για έγκαιρη και ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος, που όπως αποδείχτηκε τελικά, δεν ήταν ελληνικό.

Πολιτικοί υπολογισμοί από την πλευρά του Σαρκοζί, να αξιοποιήσει πολιτικά ενόψει των γαλλικών προεδρικών εκλογών τη σύνοδο στις Κάννες, καθόρισαν τη στάση του απέναντι στην πρωτοβουλία του Έλληνα Πρωθυπουργού για δημοψήφισμα.

Πολιτικοί υπολογισμοί από την πλευρά των αμερικάνων, που ενόψει των Προεδρικών εκλογών του 2012 ήθελαν να λυθεί το ελληνικό πρόβλημα για να μην μεταδοθεί η κρίση στις ΗΠΑ και επηρεάσει αρνητικά την επανεκλογή Ομπάμα.

Αλλά η δυνατότητα παρέμβασης στην Ευρώπη μικρότερη από ότι στο παρελθόν, αφού ο γερμανός υπουργός οικονομικών φέρεται να υπέδειξε στον αμερικανό συνάδελφό του να ασχοληθεί με το πρόβλημα του χρέους των ΗΠΑ και η Ευρώπη θα βρει λύση στα προβλήματά της.

Ο δεύτερος κρίσιμος παράγοντας που καθόρισε τις εξελίξεις είναι ο χρόνος.

Όταν έγινε ορατό, ότι η Ελλάδα κάποια στιγμή θα χάσει την πρόσβαση στις αγορές σε αποδεκτά επιτόκια, τις επιλογές πλέον τις καθόριζε ο περιορισμένος χρόνος μέχρι τη λήξη ενός ομολόγου ύψους 9 περίπου δις ευρώ στις 19 Μαΐου.

Ο χρόνος της δημοσιονομικής προσαρμογής για πολλούς που στάθηκαν κριτικά στο πρώτο μνημόνιο ήταν πολύ μικρός. Πέντε χρόνια για να μειωθεί το έλλειμμα κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες. Αυτό οδήγησε σε βαθύτερη ύφεση δυσκολεύοντας την δημοσιονομική προσαρμογή

Αλλά μια πιο αργή δημοσιονομική προσαρμογή προϋπέθετε πιο πολλά χρήματα, που όμως δεν ήθελαν να δώσουν οι Ευρωπαίοι.

Οι διαρθρωτικές αλλαγές είναι αναγκαίες, αλλά θέλουν χρόνο για να αποδώσουν. Στο μεταξύ, το ΑΕΠ μειώνεται και η ανεργία αυξάνεται και μαζί της η κοινωνική αντίδραση.

Κάθε καθυστέρηση στην αξιολόγηση ανέβαζε το κόστος σε όρους χαμένου ΑΕΠ και περισσότερων μέτρων για τη χώρα.

Όσο απομακρύνεται το ενδεχόμενο έγκαιρης εξόδου στις αγορές, τόσο μειώνεται η αντοχή στα νέα μέτρα.

Η έλλειψη αίσθησης του ρόλου του χρόνου και του συγχρονισμού της πορείας της οικονομίας και των πολιτικών εξελίξεων οδήγησαν τελικά στο Τρίτο μνημόνιο και τα νέα μέτρα.

Ο τρίτος παράγοντας είναι η αξιοπιστία των επιλογών.

Το πρώτο πρόγραμμα στηρίζονταν στην εκτίμηση ότι το πρόβλημα χρέους είναι πρόβλημα ρευστότητας.

Αμέσως μετά τις αποφάσεις στη Ντοβίλ κλονίζεται η αξιοπιστία, αφού πλέον οι αγορές συνυπολογίζουν τον κίνδυνο του κουρέματος και αρχίζουν να πουλάνε τα ελληνικά ομόλογα.

Παρά, λοιπόν, τις επιτυχίες στο δημοσιονομικό μέτωπο, το ενδεχόμενο εξόδου στις αγορές είχε πλέον απομακρυνθεί.

Πολλά από τα μέτρα που ψηφίστηκαν, δεν εφαρμόζονταν συστηματικά από συναδέλφους του υπουργούς ή αργότερα από άλλους, με αποτέλεσμα, η φράση «need for implementation” να έρχεται και να επανέρχεται στα κείμενα αξιολογήσεων μειώνοντας την αξιοπιστία των προγραμμάτων.

Ποια αξιοπιστία έχει ένα πρόγραμμα, όταν οι υπουργοί που το ψήφισαν και καλούνται να το εφαρμόσουν λένε ότι είναι καταστροφικό για τη χώρα αλλά δεν καταθέτουν εναλλακτική πρόταση έναντι της οποίας θα εξασφάλιζε η χώρα χρηματοδότηση;

Πόσο αξιόπιστο είναι ένα πρόγραμμα, όταν θέτει ως στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα 4,5% ή 3,5% του ΑΕΠ.

Αναπάντητα ερωτήματα.

Το βιβλίο διαβάζεται με μεγάλη ευκολία.

Είναι εξαντλητικό σε ότι αφορά την παράθεση των δεδομένων που οδήγησαν στη λήψη των συγκεκριμένων αποφάσεων.

Η περιγραφή κινείται γρήγορα και κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Έχει χαρακτηριστικά που ταιριάζουν σε λογοτεχνικό έργο.

Γιώργο, καλή συνέχεια και καλοτάξιδο το βιβλίο σου.

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη στην παρουσίαση του βιβλίου του Γ. Παπαδογιάννη «Από το μεγάλο πάρτι στη χρεοκοπία»

Θέλω πριν ξεκινήσω να μιλώ για το βιβλίο του εξαίρετου δημοσιογράφου και συμπατριώτη μας Γιάννη Παπαδογιάννη να πω, ότι δέχτηκα την πρόσκληση να παρουσιάσω το βιβλίο του «Από το  μεγάλο πάρτι στη χρεοκοπία» με μεγάλη χαρά, όχι μόνο γιατί είναι τιμητικό να σου ζητά κάποιος να μιλήσεις για το έργο του.

Αλλά, γιατί, διαβάζοντας το βιβλίο το εξέλαβα ως μια σημαντική άσκηση αυτογνωσίας. Αναγκαία για κάθε έλληνα πολίτη χωριστά αλλά και για την κοινωνία ως σύνολο, ιδιαίτερα μετά την πρωτοφανή κρίση με την οποία βρέθηκε αντιμέτωπη η χώρα μας το 2009.

Διότι, αν και έχουν περάσει οκτώ χρόνια από την ημέρα που ξεκίνησε η ύφεση, εξαιτίας της οποίας χάθηκε σωρευτικά το 25% του ΑΕΠ της χώρας και έξι από την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, η χώρα μας είναι η μόνη που παραμένει σε μνημόνιο.

Αντίθετα, η Ιρλανδία η Πορτογαλία και η Κύπρος είναι εκτός μνημονίου.

Εύλογα, λοιπόν, θα περίμενε κανείς ότι ως κοινωνία μετά από αυτή την εμπειρία θα είχαμε καταλήξει σε μια κοινά παραδεκτή αφήγηση για το πώς φτάσαμε στην κρίση.

Με βάση την εμπειρία των άλλων χωρών θα είχαμε καταλήξει σε ορισμένα συμπεράσματα για το τι έφταιξε και είμαστε ακόμη η μόνη χώρα σε μνημόνιο και τι πρέπει να κάνουμε για να βγούμε από αυτό.

Παρακολουθώντας όμως την αφήγηση τόσο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ όσο και την αφήγηση της ΝΔ καταλήγω στο συμπέρασμα ότι τίποτα από όλα αυτά δεν έχει συμβεί.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους πρέπει κάποιος να διαβάσει το βιβλίο του Γ. Παπαδογιάννη.

Εγώ το συνιστώ, γιατί στις τρεις ενότητες που περιλαμβάνει επιχειρεί να απαντήσει στα ερωτήματα που αναφέρθηκα και παίρνει θέση για ορισμένα κρίσιμα ζητήματα που απασχόλησαν τη δημόσια συζήτηση αυτή την κρίσιμη περίοδο, που καλλιεργήθηκαν μύθοι και περίσσεψαν τα σενάρια συνομωσίας για το τι έφταιξε.

Το βιβλίο ξεκινά με την πρώτη ενότητα όπου ο συγγραφέας διατρέχει την περίοδο 1980-2009.

Είναι μεθοδολογικά σωστό όταν κάποιος αναζητεί πως φτάσαμε στην κρίση του 2009 να ανατρέξει στα όσα έχουν προηγηθεί.

Τονίζω το σημείο αυτό, γιατί το τελευταίο διάστημα διαπιστώνω από την πλευρά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να επιχειρείται η οικοδόμηση μιας αφήγησης, σύμφωνα με την οποία, για όλα ευθύνεται η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που υπέγραψε το 2010 το πρώτο μνημόνιο.

Αυτό με τη σειρά του – σύμφωνα με την αφήγηση αυτή- έφερε το δεύτερο και αυτό κατέστησε υποχρεωτικό το τρίτο που υπέγραψε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Με αυτή την αφήγηση η κυβέρνηση συνειδητά λειτουργεί ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για την κυβέρνηση Κ. Καραμανλή η οποία οδήγησε τη χώρα στο απόλυτο αδιέξοδο αυξάνοντας σε μια πενταετία το χρέος από τα 180 δις στα 290 δις.

Με την ιδιοτελή αυτή προσέγγιση η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δημιουργεί μια πρώτη γραμμή άμυνας, ότι δηλαδή, υποχρεώθηκε να υπογράψει το τρίτο μνημόνιο εξαιτίας του πρώτου και του δεύτερου.

Υπάρχει όμως ένα εύλογο ερώτημα, πότε κατέκτησε αυτή την αλήθεια.

Γιατί μέχρι πρόσφατα, ήταν της άποψης ότι τα μνημόνια σκίζονται ή καταργούνται με άρθρο μονό.

Ότι το χρέος διαγράφεται εν ανάγκη και μονομερώς. Ότι ήταν προτιμότερο το 2010 να αφεθεί η χώρα να χρεοκοπήσει παρά να υπογράψει το πρώτο μνημόνιο.

Προφανώς, μετά την υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου τον Αύγουστο του 2015, επιχειρεί να μεταθέσει τις ευθύνες στο 2010 ξεπλένοντας ταυτόχρονα την Καραμανλική δεξιά που συγκυβερνά με ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Ο συγγραφέας στην πρώτη ενότητα επισημαίνει ότι το πελατειακό κράτος ευθύνεται για την πορεία προς την κρίση και θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί του.

Εκεί που θα διαφωνήσω, είναι στον επιμερισμό των ευθυνών που επιχειρεί, λέγοντας ότι οι πελατειακές σχέσεις γιγαντώθηκαν με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία.

Επικαλείται ως επιχείρημα, την αύξηση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων μεταξύ 1981-1985 κατά 32%.

Αλλά μεταξύ 2004-2009 αντί για επανίδρυση του κράτους που ήταν το κεντρικό σύνθημα της ΝΔ στις εκλογές του 2004, έγιναν τόσοι διορισμοί που δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο.

Ενδεικτικά αναφέρω, ότι ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων από 456.462 στο τέλος του 2003 αυξήθηκε σε 768.009 στο τέλος του 2009.

Οι δαπάνες για μισθοδοσία στο δημόσιο την περίοδο αυτή αυξήθηκαν από 12,3 δις ευρώ το 2003 σε 19,1 δις ευρώ το 2009. Αυξήθηκαν κατά 55%. Αυτό ήταν το μεγάλο πάρτι λίγο πριν την χρεοκοπία.

Ο συγγραφέας στην ερμηνεία για το πώς φτάσαμε στη κρίση δίνει πολύ μεγάλο βάρος στην οικονομική διαχείριση της πρώτης πενταετίας του 1980.

Πολλά όμως από τα προβλήματα της οικονομικής διαχείρισης της περιόδου αυτής τελικά αντιμετωπίστηκαν είτε με το σταθεροποιητικό πρόγραμμα του 1985-1987 είτε στη συνέχεια στη δεκαετία του 1990 και ιδιαίτερα όταν ξεκίνησε η πορεία προς την ΟΝΕ.

Εκτιμώ, ότι η πορεία προς την κρίση έχει την αφετηρία της την επομένη της ένταξης στην ΟΝΕ και ιδιαίτερα μετά το 2007.

Αυτό συνέβη, γιατί πολιτικά κόμματα και κοινωνικοί εταίροι δεν κατανόησαν τους όρους του παιχνιδιού ούτε τις βαθύτερες συνέπειες από τη συνύπαρξη της παγκοσμιοποίησης με τη συμμετοχή της χώρας σε μια νομισματική ένωση με ατελές θεσμικό πλαίσιο.

Πολλοί σήμερα πιστεύουν, ότι αν δεν είχαμε μπει στην ΟΝΕ θα είχαμε αποφύγει τα μνημόνια.

Η αλήθεια είναι, ότι η χώρα μπήκε στα μνημόνια γιατί, είτε μέσα στην ΟΝΕ είτε έξω από την ΟΝΕ, ποτέ δεν ήταν πρόθυμη να κάνει έγκαιρα τις αναγκαίες αλλαγές προκειμένου να αποφύγει την οικονομική κρίση και την επιδείνωση των κοινωνικών συνθηκών που τη συνοδεύει.

Αυτό συνέβη στη δεκαετία του 1980 αλλά και του 1990 όταν η χώρα δεν ήταν στην ΟΝΕ.

Στη δεύτερη ενότητα ο συγγραφέας επιχειρεί να εξηγήσει γιατί η κρίση του 2009 ήταν αναπόφευκτη.

Πολύ σωστά επισημαίνει, πόσο σημαντικό πρόβλημα ήταν για την οικονομία η ύπαρξη του δίδυμου ελλείμματος, δηλαδή του δημοσιονομικού και αυτού του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Το 2007, το τελευταίο ήταν 14,5% του ΑΕΠ και κανείς δεν προβληματιζόταν πως θα διορθωθεί μια τόσο μεγάλη ανισορροπία όταν δεν έχεις το όπλο της υποτίμησης.

Ο συγγραφέας επισημαίνει τις τρεις αιτίες του ελληνικού αδιεξόδου:

  • τη μεταρρυθμιστική ανεπάρκεια,
  • το μεγάλο χρέος και
  • την αναξιοπιστία της χώρας.

Θα σταθώ ιδιαίτερα στο πρώτο σημείο, για να κατανοήσουμε πως ασκήθηκε η πολιτική την περίοδο αυτή και ποια εμπόδια υπήρχαν κάθε φορά που οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ εφήρμοζαν ή προσπαθούσαν να υλοποιήσουν σταθεροποιητικά προγράμματα.

Υπενθυμίζει ο συγγραφέας την εσωκομματική σύγκρουση στο ΠΑΣΟΚ που οδήγησε σε διαγραφές του Γ. Αρσένη κ.ά.,  με την εφαρμογή του σταθεροποιητικού προγράμματος 1985-1987.

Αλλά και την κριτική που άσκησε ο Αθ. Κανελλόπουλος στην οικονομική πολιτική του κ. Μητσοτάκη για ακραίο οικονομικό φιλελευθερισμό, αμφισβήτηση που αποτέλεσε την αρχή της πτώσής του.

Ανάλογα προβλήματα, αντιμετώπισε η κυβέρνηση Σημίτη αμέσως μετά την εκλογή της το 2000 από την εκκλησία με τις λαοσυνάξεις για τις ταυτότητες αλλά και εσωκομματικά.

Ο συγγραφέας υπενθυμίζει πώς ο κ. Ε. Βενιζέλος στην αντιπαράθεση αυτή τάχθηκε στο πλευρό του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου.

Η απόπειρα μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού στο πλαίσιο της πρότασης Γιαννίτση απέτυχε καθώς όλος ο κομματικός μηχανισμός του ΠΑΣΟΚ και σύσσωμη η αντιπολίτευση αντιτάχθηκαν σε οποιαδήποτε αλλαγή του.

Με άλλα λόγια, τα κόμματα και οι πρωθυπουργοί όσο ισχυροί και αν ήταν αντιμετώπιζαν τεράστια προβλήματα στο κόμμα τους και βέβαια από την αντιπολίτευση.

Τέλος, στα προβλήματα που οδήγησαν στην κρίση ο συγγραφέας αποδίδει ιδιαίτερο ρόλο στο στρεβλό παραγωγικό πρότυπο της περιόδου 2001-2009 το οποίο στηρίχτηκε στην αύξηση της δημόσιας και ιδιωτικής κατανάλωσης η όποια χρηματοδοτήθηκε από το δανεισμό.

Για να κατανοήσουμε το μέγεθος του οικονομικού «εγκλήματος» της υπερχρέωσης της χώρας ας αναλογιστούμε το εξής απλό.

Από το 1830 έως το 2004 δηλαδή σε 175 χρόνια η χώρα δανείστηκε 180 δις. Και από το 2004 έως το 2009 δηλαδή σε πέντε χρόνια δανείστηκε 110 δις.

Η πηγή του χρέους ήταν τα συνεχή ελλείμματα.

Αυτό  που είναι χαρακτηριστικό της εμπειρίας της χώρας μας είναι ότι, το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης ήταν από το 2001 μέχρι το 2009 μονίμως ελλειμματικό.

Αυτό, δε, που είναι ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι στη χώρα μας είχαμε δημοσιονομικά ελλείμματα και όταν είχαμε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και όταν είχαμε ύφεση.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό ήταν η συνεχής αύξηση των πρωτογενών ελλειμμάτων από το 2003 και μετά.

Αυτό διαψεύδει την άποψη της ΝΔ ότι η μεγέθυνση του χρέους οφείλεται κυρίως στα βάρη τα οποία κληρονομήθηκαν από το παρελθόν και ιδιαίτερα από τις Κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ.

Αν κάτι προκύπτει, είναι ότι έχουμε αυξανόμενα πρωτογενή ελλείμματα από το 2003 και μέχρι το 2009 οπότε το πρωτογενές έλλειμμα έφτασε τα 24 δις η 10% του ΑΕΠ και ότι από το 2004 και μετά οι πρωτογενείς δαπάνες ανέρχονται στο 90% περίπου του συνόλου των δαπανών.

Έτσι, όταν ξέσπασε η διεθνής κρίση το 2008, η χώρα στηρίζονταν σε σαθρά θεμέλια αλλά, όπως υπενθυμίζει ο συγγραφέας, ο υπουργός οικονομικών κ. Αλογοσκούφης μιλούσε για «θωρακισμένη οικονομία».

Ανάλογη έλλειψη κατανόησης των κινδύνων ο συγγραφέας καταλογίζει και στα τραπεζικά στελέχη, που με αφορμή την έκθεση των ξένων τραπεζών σε τοξικά προϊόντα έβλεπαν από την κρίση να ξεπετιούνται ευκαιρίες για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Με λίγα λόγια «Τρια πλια και ένα τσόν» όπως λέμε εδώ στα μέρη μας.

Τελικά, το 2009 η κρίση κορυφώθηκε και το 2010 η χώρα οδηγήθηκε στον αναγκαστικό δανεισμό.

Τέλος, κρίσιμος παράγοντας κατά τον συγγραφέα για την κατάρρευση της χώρας υπήρξε το μεγάλο έλλειμμα αξιοπιστίας που προκάλεσαν τα αναξιόπιστα στατιστικά στοιχεία.

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Την πρωτοβουλία της ΝΔ το 2004 να προχωρήσει σε αναθεώρηση των στατιστικών δεδομένων πριν το 2004, η οποία κατέληξε σε αμφισβήτηση της ορθότητας της απόφασης της ΕΕ για ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ ή την εισήγηση της ΕΣΥΕ το 2006 να αναθεωρηθεί το ΑΕΠ προς τα επάνω κατά 25%;

Οι τίτλοι εφημερίδων εξωτερικού που παρατίθενται στο βιβλίο είναι ενδεικτικοί: Guardian “αύξηση της ελληνικής οικονομίας κατά 27,5% με λίγη βοήθεια από πόρνες».

Η αξιοπιστία της χώρας καταρρακώθηκε ολοκληρωτικά όταν μετά τις εκλογές αποκαταστάθηκε η εικόνα για το πραγματικό έλλειμμα του 2009.

Εδώ επισημαίνω δυο σημεία.

Λέει ο συγγραφέας ότι η τότε κυβέρνηση προχώρησε στην ειλικρινή καταγραφή της τότε οικονομικής πραγματικότητας «από αντεκδίκηση και σκοπιμότητα».

Τον Οκτώβριο του 2009 κλήθηκα ως υφυπουργός στο ΓΛΚ να ετοιμάσω το προσχέδιο του  προϋπολογισμού του 2010.

Από την ενημέρωση που είχαμε από τον Διοικητή της ΤτΕ το ταμειακό έλλειμμα τον Σεπτέμβριο ήταν ήδη στο 10% του ΑΕΠ. Επομένως, κατά την εκτίμησή του το έλλειμμα του 2009 είχε δυναμική τουλάχιστον προς το 12%.

Σε έκθεση που είχε στα χέρια του μόνο ο Διοικητής της ΤτΕ που συντάχτηκε από τις υπηρεσίες της ΤτΕ  με ημερομηνία 6 Οκτωβρίου 2009, υπήρχε η εκτίμηση ότι τελικά το ταμειακό έλλειμμα θα έκλεινε στο 15%!!! Εκεί έκλεισε τελικά.

Στα συμπεράσματα έκλεινε ως εξής:

«6. Από τις έως σήμερα εξελίξεις προκύπτει ότι η δημοσιονομική εκτροπή η οποία άρχισε το 2007, είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με την μικρή κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας στην Ελλάδα και είναι σαφώς διαρθρωτικού χαρακτήρα. Επίσης, είναι σαφές ότι η παρούσα δημοσιονομική θέση της χώρας είναι μη διατηρήσιμη.

  1. Τέλος με βάση τις ως άνω εξελίξεις και προοπτικές, τα στοιχεία που γνωστοποιήθηκαν στις 30 Σεπτεμβρίου 2009 στη Eurostat για το έλλειμμα και το χρέος της γενικής κυβέρνησης (5,9% του ΑΕΠ και 105,5% του ΑΕΠ αντίστοιχα) είναι εκτός πραγματικότητας

Η Έκθεση αυτή βλέπει σήμερα, για πρώτη φορά, τα φώτα της δημοσιότητας.

Εμείς στον προϋπολογισμό εκτιμήσαμε ότι θα έκλεινε στο 12,7%.

Αλλά ένα χρόνο αργότερα και με τις αναθεωρήσεις των στατιστικών στοιχείων αποδείχτηκε ότι τελικά έκλεισε στο 15,3%.

Τι έπρεπε, λοιπόν, να κάνουμε τότε, να το κρύψουμε όπως η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή;

Και όταν θα έβγαινε το πρόβλημα στην επιφάνεια τι θα λέγαμε, ότι συνεργήσαμε και εμείς στο έγκλημα;

Σε ότι αφορά την αναφορά του συγγραφέα στην προσωρινή προσθήκη 2,5 δις δαπανών των νοσοκομείων στο έλλειμμα του 2008, για την οποία κάνει ειδική αναφορά, είχαμε ενημερώσει την ΕΣΥΕ  και αυτή με τη σειρά της την Eurostat ότι οι μη καταγεγραμμένες οφειλές των νοσοκομείων ήταν της τάξης των 6 δις.

Να θυμίσω ότι ο τότε Γενικός Γραμματέας της ΕΣΥΕ κ. Κοντοπυράκης είχε προωθήσει στην Eurostat επιστολή του Υπουργείου Υγείας στην οποία αναφέρονταν ότι το χρέος των νοσοκομείων ήταν μόλις 2,5 δις.

Όμως η κυβέρνηση της ΝΔ, απαντώντας σε ερώτηση του βουλευτή ΠΑΣΟΚ κ. Σκουλάκη, αναγνώριζε μέσω απάντησης του αρμόδιου υφυπουργού με διαφορά μόλις μια ημέρας,  ότι το χρέος ήταν 6 δις ευρώ.

Η ταξινόμηση μέρους αυτών των χρεών στο έλλειμμα του 2008 ήταν όπως εξηγήσαμε τότε προσωρινή μέχρι η επιτροπή που συγκροτήθηκε με μέλη από ΕΛΣΤΑΤ, ΓΛΚ, Υπ. Υγείας και ΤτΕ να οριστικοποιήσει σε ποια χρονιά δημιουργήθηκαν αυτά τα χρέη και να τα ταξινομήσει στο έλλειμμα εκείνης της χρονιάς.

Πράγμα που έγινε και αποτυπώθηκε σε μετέπειτα κείμενο της Eurostat που εξηγούσε γιατί αυξήθηκαν τα ελλείμματα της χώρας αναδρομικά από το 2005.

Λέει ο συγγραφέας ότι δεχτήκαμε να ενσωματώσουμε χρέος 17,7 δις των οργανισμών της γενικής κυβέρνησης στο χρέος της χώρας κάτι που αποδυνάμωσε τη διαπραγματευτική θέση της και ότι για πρώτη φορά έγινε αυτό.

Η πηγή που επικαλείται δεν είναι αξιόπιστη. Πρόκειται για ένα βιβλίο (Επιμ. Π. Σκλια και Σ. Ρούκουνα) με στρατευμένες μελέτες καθηγητών φίλα προσκείμενων ή μελών της ΝΔ οι οποίοι στο σύνολό τους ήταν σύμβουλοι της τότε κυβέρνησης της ΝΔ του Κώστα Καραμανλή. Το βιβλίο αυτό είναι η επίσημη «αγιογραφία» της κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή.

Η ταξινόμηση στην οποία αναφέρεται ο συγγραφέας  έγινε με βάση τους κανόνες της EUROSTAT.

Δεν την αμφισβήτησε καμία από τις επόμενες κυβερνήσεις ούτε της ΝΔ ούτε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ ζήτησε να επανεξεταστούν.

Όπως καμία δεν τόλμησε να αμφισβητήσει τα στατιστικά στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται σε όλους τους προϋπολογισμούς τους οποίους έχουν ψηφίσει τα κόμματα της πλειοψηφίας από το 2012 μέχρι το 2016.

Και πως θα μπορούσε να γίνει αυτό, αφού όλα αυτά τα δάνεια έγιναν με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου.

Οι περισσότερες από αυτές τις δημόσιες επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να τα εξυπηρετούσαν και έστελναν το λογαριασμό στο ΓΛΚ για να πληρωθούν από χρήματα του κρατικού προϋπολογισμού.

Επηρέασαν τα νέα στοιχεία για το έλλειμμα τη στάση των αγορών.

Η απάντηση είναι πως ναι.

Δεν ήταν όμως αυτό το καθοριστικό στοιχείο που οδήγησε στην απώλεια πρόσβασης στις αγορές.

Άλλωστε τρεις άλλες χώρες, Ιρλανδία, Κύπρος και Πορτογαλία, έχασαν πρόσβαση στις αγορές  και μπήκαν σε μνημόνια χωρίς να έχει μεσολαβήσει τέτοια απόκλιση στα δημοσιονομικά στοιχεία.

Η Τρίτη ενότητα επικεντρώνεται σε μια κρίσιμη παράμετρο της κρίσης που καθόρισε την ένταση με την οποία αυτή εκδηλώθηκε και εξελίχτηκε.

Αναφέρομαι στην κυριαρχία, όλα αυτά τα χρόνια πριν αλλά και μετά την εκδήλωση της κρίσης, του λαϊκισμού στο δημόσιο λόγο. Ο συγγραφέας προτιμά τον όρο «δημαγωγία».

Θα συμφωνήσω με τον συγγραφέα στο πόσο αρνητικά λειτούργησε στη χώρα ο λαϊκισμός και η έλλειψη ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών συναινέσεων. Τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η ΝΔ υπέκυψαν κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης στη γοητεία του λαϊκισμού και τον τροφοδότησαν.

Θα διαφωνήσω με την άποψη του συγγραφέα ότι το πρώτο μνημόνιο το έφερε η φράση «λεφτά υπάρχουν».

Το πρώτο μνημόνιο το έφερε το χρέος των 290 δις από τα οποία τα 110 περίπου προέκυψαν από την κυβέρνηση Καραμανλή μεταξύ 2004-2009 και το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας που διογκώθηκε μεταξύ 2004-2009.

Η φράση είναι παρεξηγημένη γιατί αποκομμένη από το υπόλοιπο κείμενο που τη συνόδευε μπορούσε εύκολα να παρερμηνευτεί.

Κρίνοντας εκ των υστέρων η φράση αυτή όπως απομονώθηκε δημιούργησε μεγάλο έλλειμμα αξιοπιστίας στις δύσκολες πολιτικές αποφάσεις που κληθήκαμε να πάρουμε μετά το ξέσπασμα της κρίσης.

Κλείνω με κάποιους προβληματισμούς.

Συμφωνώ με τον συγγραφέα ότι η κρίση δύσκολα θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.

Πολύ περισσότερο που μετά το 2007 αντί η κυβέρνηση Καραμανλή να εργαστεί για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την συγκράτηση των ελλειμμάτων κινήθηκε προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.

Λένε πολλοί, ειδικά από τη ΝΔ αλλά όχι μόνο, ότι αν από την πρώτη ημέρα που ανέβηκε το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση τον Οκτώβριο του 2009 είχε πάρει πολλά μέτρα, θα είχε αποφύγει η χώρα το πρώτο μνημόνιο.

Το λένε αυτοί που ήταν αντίθετοι στα μέτρα από την πρώτη ημέρα.

Άλλα ακόμη και έτσι, η άποψη αυτή δεν εξηγεί γιατί η Ιρλανδία και η Πορτογαλία που ακολούθησαν αυστηρή δημοσιονομική πολιτική για δύο χρόνια τελικά δεν απέφυγαν τα μνημόνια.

Άλλοι καταλόγισαν στο οικονομικό επιτελείο της περιόδου εκείνης – ειδική αναφορά κάνει και ο συγγραφέας- ότι σε μια δημοπρασία που έγινε τον Απρίλιο του 2010 έπρεπε να πάρει και τα 25 δις που θεωρητικά προσφέρθηκαν.

Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν υπήρξαν 25 δις.

Απλά στις δημοπρασίες οι μετέχοντες αυξάνουν την προσφορά για να πάρουν ένα μικρότερο μέρος από τα ομόλογα που ζητούν μέσω των προσφορών.

Ας υποθέσουμε ότι υπήρχαν τα 25 δις και τα απορροφούσε η χώρα όλα, τότε οι αγορές θα έβλεπαν ότι ενώ η Ελλάδα βγήκε για 5 δις πήρε 25 δις και θα καταλάβαιναν ότι το πρόβλημα της Ελλάδας είναι τεράστιο.

Στην επόμενη δημοπρασία θα ανέβαζαν κατακόρυφα τα επιτόκια και τότε η Ελλάδα θα έχανε την πρόσβαση από τις αγορές τη στιγμή που η ΕΕ δεν είχε ετοιμάσει ακόμη τον μηχανισμό.

Αυτό θα οδηγούσε την Ελλάδα σε άμεση χρεοκοπία.

Τώρα για τα χρήματα που θα μας έδιναν οι Ρώσοι, οι Κινέζοι και οι Άραβες, ας απαντήσουν τα δυο κόμματα που συγκροτούν την σημερινή κυβέρνηση γιατί δεν πήγαν σε αυτούς να δανειστούν και κατέφυγαν στο τρίτο μνημόνιο.

Τα ερωτήματα που θα έπρεπε να μας απασχολούν σήμερα είναι δύο.

Θα μπορούσε να αποφευχθεί το μέγεθος της κρίσης και να βγει και η Ελλάδα στις αγορές όπως συνέβη με την Πορτογαλία, Ιρλανδία και Κύπρο.

Εκτιμώ πως ναι.

Αν δεν υπήρχε η δημαγωγία και ο λαϊκισμός της αντιμνημονιακής ΝΔ με τα «Ζάππεια» και ο ακραία πολωτικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ και η διαίρεση της κοινωνίας σε «γερμανοτσολιάδες» – «μερκελιστές» από τη μία μεριά και «πατριώτες» – «αντιμνημονιακούς» από την άλλη.

Αν δεν υπήρχε η συνεχής αβεβαιότητα για το grexit που τροφοδοτούσαν οι αρνητικές δηλώσεις από το εξωτερικό και οι ακραίες πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις στο εσωτερικό της χώρας.

Αν υπήρχε σχέδιο και αποφασιστικότητα από την πλευρά της Ευρώπης από το 2010. Όπως έγινε αργότερα το 2012 με τον διοικητή της ΕΚΤ τον κ. Ντράγκι.

Ο λογαριασμός για την Ελλάδα μετά το 2014 ανέβηκε στα ύψη γιατί αρχικά η κυβέρνηση Σαμαρά στο πλαίσιο της στρατηγικής της «αριστερής παρένθεσης» απέφυγε να κλείσει την πέμπτη αξιολόγηση, ώστε να διευκολύνει την έξοδο της χώρας στις αγορές.

Μετά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με την αδιέξοδη διαπραγματευτική στάση του κ. Βαρουφάκη υποχρεώθηκε να επιβάλει τα Capital Controls, να κλείσει τις τράπεζες και να υπογράψει νέο μνημόνιο ύψους 86 δις.

Υπάρχει, έστω και τώρα, προοπτική εξόδου από την κρίση;

Θα συμμεριστώ την αγωνία του συγγραφέα.

Ναι, υπάρχει.

Αλλά πρέπει να γίνουν αλλαγές πολλές και κυρίως στους θεσμούς και στο πελατειακό κράτος το οποίο μας οδήγησε στην κρίση.

Δεν είναι εύκολο λέει, κλείνοντας το βιβλίο, αλλά δεν είναι και ακατόρθωτο.

Το βιβλίο του Γ. Παπαδογιάννη δεν χαϊδεύει, ξύνει πληγές και είναι, όπως είπα στην εισαγωγή, μια δημιουργική άσκηση αυτογνωσίας και ειδικά για αυτόν τον λόγο το συστήνω ανεπιφύλακτα.

Είναι μια δουλειά ενός από τους αξιότερους νέους δημοσιογράφους που αναδείχτηκε τα τελευταία χρόνια, χάριν στη συστηματική του δουλειά και το υπεύθυνο ρεπορτάζ του στα οικονομικά ζητήματα και ειδικότερα στο θέματα που αφορούν το τραπεζικό σύστημα.

Γιάννη, εύχομαι πάντα επιτυχίες και καλοτάξιδο το νέο σου βιβλίο.