Ομιλίες

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη στην παρουσίαση του βιβλίου του Γ. Παπαδογιάννη «Από το μεγάλο πάρτι στη χρεοκοπία»

Θέλω πριν ξεκινήσω να μιλώ για το βιβλίο του εξαίρετου δημοσιογράφου και συμπατριώτη μας Γιάννη Παπαδογιάννη να πω, ότι δέχτηκα την πρόσκληση να παρουσιάσω το βιβλίο του «Από το  μεγάλο πάρτι στη χρεοκοπία» με μεγάλη χαρά, όχι μόνο γιατί είναι τιμητικό να σου ζητά κάποιος να μιλήσεις για το έργο του.

Αλλά, γιατί, διαβάζοντας το βιβλίο το εξέλαβα ως μια σημαντική άσκηση αυτογνωσίας. Αναγκαία για κάθε έλληνα πολίτη χωριστά αλλά και για την κοινωνία ως σύνολο, ιδιαίτερα μετά την πρωτοφανή κρίση με την οποία βρέθηκε αντιμέτωπη η χώρα μας το 2009.

Διότι, αν και έχουν περάσει οκτώ χρόνια από την ημέρα που ξεκίνησε η ύφεση, εξαιτίας της οποίας χάθηκε σωρευτικά το 25% του ΑΕΠ της χώρας και έξι από την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, η χώρα μας είναι η μόνη που παραμένει σε μνημόνιο.

Αντίθετα, η Ιρλανδία η Πορτογαλία και η Κύπρος είναι εκτός μνημονίου.

Εύλογα, λοιπόν, θα περίμενε κανείς ότι ως κοινωνία μετά από αυτή την εμπειρία θα είχαμε καταλήξει σε μια κοινά παραδεκτή αφήγηση για το πώς φτάσαμε στην κρίση.

Με βάση την εμπειρία των άλλων χωρών θα είχαμε καταλήξει σε ορισμένα συμπεράσματα για το τι έφταιξε και είμαστε ακόμη η μόνη χώρα σε μνημόνιο και τι πρέπει να κάνουμε για να βγούμε από αυτό.

Παρακολουθώντας όμως την αφήγηση τόσο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ όσο και την αφήγηση της ΝΔ καταλήγω στο συμπέρασμα ότι τίποτα από όλα αυτά δεν έχει συμβεί.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους πρέπει κάποιος να διαβάσει το βιβλίο του Γ. Παπαδογιάννη.

Εγώ το συνιστώ, γιατί στις τρεις ενότητες που περιλαμβάνει επιχειρεί να απαντήσει στα ερωτήματα που αναφέρθηκα και παίρνει θέση για ορισμένα κρίσιμα ζητήματα που απασχόλησαν τη δημόσια συζήτηση αυτή την κρίσιμη περίοδο, που καλλιεργήθηκαν μύθοι και περίσσεψαν τα σενάρια συνομωσίας για το τι έφταιξε.

Το βιβλίο ξεκινά με την πρώτη ενότητα όπου ο συγγραφέας διατρέχει την περίοδο 1980-2009.

Είναι μεθοδολογικά σωστό όταν κάποιος αναζητεί πως φτάσαμε στην κρίση του 2009 να ανατρέξει στα όσα έχουν προηγηθεί.

Τονίζω το σημείο αυτό, γιατί το τελευταίο διάστημα διαπιστώνω από την πλευρά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να επιχειρείται η οικοδόμηση μιας αφήγησης, σύμφωνα με την οποία, για όλα ευθύνεται η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που υπέγραψε το 2010 το πρώτο μνημόνιο.

Αυτό με τη σειρά του – σύμφωνα με την αφήγηση αυτή- έφερε το δεύτερο και αυτό κατέστησε υποχρεωτικό το τρίτο που υπέγραψε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Με αυτή την αφήγηση η κυβέρνηση συνειδητά λειτουργεί ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για την κυβέρνηση Κ. Καραμανλή η οποία οδήγησε τη χώρα στο απόλυτο αδιέξοδο αυξάνοντας σε μια πενταετία το χρέος από τα 180 δις στα 290 δις.

Με την ιδιοτελή αυτή προσέγγιση η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δημιουργεί μια πρώτη γραμμή άμυνας, ότι δηλαδή, υποχρεώθηκε να υπογράψει το τρίτο μνημόνιο εξαιτίας του πρώτου και του δεύτερου.

Υπάρχει όμως ένα εύλογο ερώτημα, πότε κατέκτησε αυτή την αλήθεια.

Γιατί μέχρι πρόσφατα, ήταν της άποψης ότι τα μνημόνια σκίζονται ή καταργούνται με άρθρο μονό.

Ότι το χρέος διαγράφεται εν ανάγκη και μονομερώς. Ότι ήταν προτιμότερο το 2010 να αφεθεί η χώρα να χρεοκοπήσει παρά να υπογράψει το πρώτο μνημόνιο.

Προφανώς, μετά την υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου τον Αύγουστο του 2015, επιχειρεί να μεταθέσει τις ευθύνες στο 2010 ξεπλένοντας ταυτόχρονα την Καραμανλική δεξιά που συγκυβερνά με ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Ο συγγραφέας στην πρώτη ενότητα επισημαίνει ότι το πελατειακό κράτος ευθύνεται για την πορεία προς την κρίση και θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί του.

Εκεί που θα διαφωνήσω, είναι στον επιμερισμό των ευθυνών που επιχειρεί, λέγοντας ότι οι πελατειακές σχέσεις γιγαντώθηκαν με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία.

Επικαλείται ως επιχείρημα, την αύξηση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων μεταξύ 1981-1985 κατά 32%.

Αλλά μεταξύ 2004-2009 αντί για επανίδρυση του κράτους που ήταν το κεντρικό σύνθημα της ΝΔ στις εκλογές του 2004, έγιναν τόσοι διορισμοί που δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο.

Ενδεικτικά αναφέρω, ότι ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων από 456.462 στο τέλος του 2003 αυξήθηκε σε 768.009 στο τέλος του 2009.

Οι δαπάνες για μισθοδοσία στο δημόσιο την περίοδο αυτή αυξήθηκαν από 12,3 δις ευρώ το 2003 σε 19,1 δις ευρώ το 2009. Αυξήθηκαν κατά 55%. Αυτό ήταν το μεγάλο πάρτι λίγο πριν την χρεοκοπία.

Ο συγγραφέας στην ερμηνεία για το πώς φτάσαμε στη κρίση δίνει πολύ μεγάλο βάρος στην οικονομική διαχείριση της πρώτης πενταετίας του 1980.

Πολλά όμως από τα προβλήματα της οικονομικής διαχείρισης της περιόδου αυτής τελικά αντιμετωπίστηκαν είτε με το σταθεροποιητικό πρόγραμμα του 1985-1987 είτε στη συνέχεια στη δεκαετία του 1990 και ιδιαίτερα όταν ξεκίνησε η πορεία προς την ΟΝΕ.

Εκτιμώ, ότι η πορεία προς την κρίση έχει την αφετηρία της την επομένη της ένταξης στην ΟΝΕ και ιδιαίτερα μετά το 2007.

Αυτό συνέβη, γιατί πολιτικά κόμματα και κοινωνικοί εταίροι δεν κατανόησαν τους όρους του παιχνιδιού ούτε τις βαθύτερες συνέπειες από τη συνύπαρξη της παγκοσμιοποίησης με τη συμμετοχή της χώρας σε μια νομισματική ένωση με ατελές θεσμικό πλαίσιο.

Πολλοί σήμερα πιστεύουν, ότι αν δεν είχαμε μπει στην ΟΝΕ θα είχαμε αποφύγει τα μνημόνια.

Η αλήθεια είναι, ότι η χώρα μπήκε στα μνημόνια γιατί, είτε μέσα στην ΟΝΕ είτε έξω από την ΟΝΕ, ποτέ δεν ήταν πρόθυμη να κάνει έγκαιρα τις αναγκαίες αλλαγές προκειμένου να αποφύγει την οικονομική κρίση και την επιδείνωση των κοινωνικών συνθηκών που τη συνοδεύει.

Αυτό συνέβη στη δεκαετία του 1980 αλλά και του 1990 όταν η χώρα δεν ήταν στην ΟΝΕ.

Στη δεύτερη ενότητα ο συγγραφέας επιχειρεί να εξηγήσει γιατί η κρίση του 2009 ήταν αναπόφευκτη.

Πολύ σωστά επισημαίνει, πόσο σημαντικό πρόβλημα ήταν για την οικονομία η ύπαρξη του δίδυμου ελλείμματος, δηλαδή του δημοσιονομικού και αυτού του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Το 2007, το τελευταίο ήταν 14,5% του ΑΕΠ και κανείς δεν προβληματιζόταν πως θα διορθωθεί μια τόσο μεγάλη ανισορροπία όταν δεν έχεις το όπλο της υποτίμησης.

Ο συγγραφέας επισημαίνει τις τρεις αιτίες του ελληνικού αδιεξόδου:

  • τη μεταρρυθμιστική ανεπάρκεια,
  • το μεγάλο χρέος και
  • την αναξιοπιστία της χώρας.

Θα σταθώ ιδιαίτερα στο πρώτο σημείο, για να κατανοήσουμε πως ασκήθηκε η πολιτική την περίοδο αυτή και ποια εμπόδια υπήρχαν κάθε φορά που οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ εφήρμοζαν ή προσπαθούσαν να υλοποιήσουν σταθεροποιητικά προγράμματα.

Υπενθυμίζει ο συγγραφέας την εσωκομματική σύγκρουση στο ΠΑΣΟΚ που οδήγησε σε διαγραφές του Γ. Αρσένη κ.ά.,  με την εφαρμογή του σταθεροποιητικού προγράμματος 1985-1987.

Αλλά και την κριτική που άσκησε ο Αθ. Κανελλόπουλος στην οικονομική πολιτική του κ. Μητσοτάκη για ακραίο οικονομικό φιλελευθερισμό, αμφισβήτηση που αποτέλεσε την αρχή της πτώσής του.

Ανάλογα προβλήματα, αντιμετώπισε η κυβέρνηση Σημίτη αμέσως μετά την εκλογή της το 2000 από την εκκλησία με τις λαοσυνάξεις για τις ταυτότητες αλλά και εσωκομματικά.

Ο συγγραφέας υπενθυμίζει πώς ο κ. Ε. Βενιζέλος στην αντιπαράθεση αυτή τάχθηκε στο πλευρό του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου.

Η απόπειρα μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού στο πλαίσιο της πρότασης Γιαννίτση απέτυχε καθώς όλος ο κομματικός μηχανισμός του ΠΑΣΟΚ και σύσσωμη η αντιπολίτευση αντιτάχθηκαν σε οποιαδήποτε αλλαγή του.

Με άλλα λόγια, τα κόμματα και οι πρωθυπουργοί όσο ισχυροί και αν ήταν αντιμετώπιζαν τεράστια προβλήματα στο κόμμα τους και βέβαια από την αντιπολίτευση.

Τέλος, στα προβλήματα που οδήγησαν στην κρίση ο συγγραφέας αποδίδει ιδιαίτερο ρόλο στο στρεβλό παραγωγικό πρότυπο της περιόδου 2001-2009 το οποίο στηρίχτηκε στην αύξηση της δημόσιας και ιδιωτικής κατανάλωσης η όποια χρηματοδοτήθηκε από το δανεισμό.

Για να κατανοήσουμε το μέγεθος του οικονομικού «εγκλήματος» της υπερχρέωσης της χώρας ας αναλογιστούμε το εξής απλό.

Από το 1830 έως το 2004 δηλαδή σε 175 χρόνια η χώρα δανείστηκε 180 δις. Και από το 2004 έως το 2009 δηλαδή σε πέντε χρόνια δανείστηκε 110 δις.

Η πηγή του χρέους ήταν τα συνεχή ελλείμματα.

Αυτό  που είναι χαρακτηριστικό της εμπειρίας της χώρας μας είναι ότι, το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης ήταν από το 2001 μέχρι το 2009 μονίμως ελλειμματικό.

Αυτό, δε, που είναι ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι στη χώρα μας είχαμε δημοσιονομικά ελλείμματα και όταν είχαμε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και όταν είχαμε ύφεση.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό ήταν η συνεχής αύξηση των πρωτογενών ελλειμμάτων από το 2003 και μετά.

Αυτό διαψεύδει την άποψη της ΝΔ ότι η μεγέθυνση του χρέους οφείλεται κυρίως στα βάρη τα οποία κληρονομήθηκαν από το παρελθόν και ιδιαίτερα από τις Κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ.

Αν κάτι προκύπτει, είναι ότι έχουμε αυξανόμενα πρωτογενή ελλείμματα από το 2003 και μέχρι το 2009 οπότε το πρωτογενές έλλειμμα έφτασε τα 24 δις η 10% του ΑΕΠ και ότι από το 2004 και μετά οι πρωτογενείς δαπάνες ανέρχονται στο 90% περίπου του συνόλου των δαπανών.

Έτσι, όταν ξέσπασε η διεθνής κρίση το 2008, η χώρα στηρίζονταν σε σαθρά θεμέλια αλλά, όπως υπενθυμίζει ο συγγραφέας, ο υπουργός οικονομικών κ. Αλογοσκούφης μιλούσε για «θωρακισμένη οικονομία».

Ανάλογη έλλειψη κατανόησης των κινδύνων ο συγγραφέας καταλογίζει και στα τραπεζικά στελέχη, που με αφορμή την έκθεση των ξένων τραπεζών σε τοξικά προϊόντα έβλεπαν από την κρίση να ξεπετιούνται ευκαιρίες για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Με λίγα λόγια «Τρια πλια και ένα τσόν» όπως λέμε εδώ στα μέρη μας.

Τελικά, το 2009 η κρίση κορυφώθηκε και το 2010 η χώρα οδηγήθηκε στον αναγκαστικό δανεισμό.

Τέλος, κρίσιμος παράγοντας κατά τον συγγραφέα για την κατάρρευση της χώρας υπήρξε το μεγάλο έλλειμμα αξιοπιστίας που προκάλεσαν τα αναξιόπιστα στατιστικά στοιχεία.

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Την πρωτοβουλία της ΝΔ το 2004 να προχωρήσει σε αναθεώρηση των στατιστικών δεδομένων πριν το 2004, η οποία κατέληξε σε αμφισβήτηση της ορθότητας της απόφασης της ΕΕ για ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ ή την εισήγηση της ΕΣΥΕ το 2006 να αναθεωρηθεί το ΑΕΠ προς τα επάνω κατά 25%;

Οι τίτλοι εφημερίδων εξωτερικού που παρατίθενται στο βιβλίο είναι ενδεικτικοί: Guardian “αύξηση της ελληνικής οικονομίας κατά 27,5% με λίγη βοήθεια από πόρνες».

Η αξιοπιστία της χώρας καταρρακώθηκε ολοκληρωτικά όταν μετά τις εκλογές αποκαταστάθηκε η εικόνα για το πραγματικό έλλειμμα του 2009.

Εδώ επισημαίνω δυο σημεία.

Λέει ο συγγραφέας ότι η τότε κυβέρνηση προχώρησε στην ειλικρινή καταγραφή της τότε οικονομικής πραγματικότητας «από αντεκδίκηση και σκοπιμότητα».

Τον Οκτώβριο του 2009 κλήθηκα ως υφυπουργός στο ΓΛΚ να ετοιμάσω το προσχέδιο του  προϋπολογισμού του 2010.

Από την ενημέρωση που είχαμε από τον Διοικητή της ΤτΕ το ταμειακό έλλειμμα τον Σεπτέμβριο ήταν ήδη στο 10% του ΑΕΠ. Επομένως, κατά την εκτίμησή του το έλλειμμα του 2009 είχε δυναμική τουλάχιστον προς το 12%.

Σε έκθεση που είχε στα χέρια του μόνο ο Διοικητής της ΤτΕ που συντάχτηκε από τις υπηρεσίες της ΤτΕ  με ημερομηνία 6 Οκτωβρίου 2009, υπήρχε η εκτίμηση ότι τελικά το ταμειακό έλλειμμα θα έκλεινε στο 15%!!! Εκεί έκλεισε τελικά.

Στα συμπεράσματα έκλεινε ως εξής:

«6. Από τις έως σήμερα εξελίξεις προκύπτει ότι η δημοσιονομική εκτροπή η οποία άρχισε το 2007, είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με την μικρή κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας στην Ελλάδα και είναι σαφώς διαρθρωτικού χαρακτήρα. Επίσης, είναι σαφές ότι η παρούσα δημοσιονομική θέση της χώρας είναι μη διατηρήσιμη.

  1. Τέλος με βάση τις ως άνω εξελίξεις και προοπτικές, τα στοιχεία που γνωστοποιήθηκαν στις 30 Σεπτεμβρίου 2009 στη Eurostat για το έλλειμμα και το χρέος της γενικής κυβέρνησης (5,9% του ΑΕΠ και 105,5% του ΑΕΠ αντίστοιχα) είναι εκτός πραγματικότητας

Η Έκθεση αυτή βλέπει σήμερα, για πρώτη φορά, τα φώτα της δημοσιότητας.

Εμείς στον προϋπολογισμό εκτιμήσαμε ότι θα έκλεινε στο 12,7%.

Αλλά ένα χρόνο αργότερα και με τις αναθεωρήσεις των στατιστικών στοιχείων αποδείχτηκε ότι τελικά έκλεισε στο 15,3%.

Τι έπρεπε, λοιπόν, να κάνουμε τότε, να το κρύψουμε όπως η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή;

Και όταν θα έβγαινε το πρόβλημα στην επιφάνεια τι θα λέγαμε, ότι συνεργήσαμε και εμείς στο έγκλημα;

Σε ότι αφορά την αναφορά του συγγραφέα στην προσωρινή προσθήκη 2,5 δις δαπανών των νοσοκομείων στο έλλειμμα του 2008, για την οποία κάνει ειδική αναφορά, είχαμε ενημερώσει την ΕΣΥΕ  και αυτή με τη σειρά της την Eurostat ότι οι μη καταγεγραμμένες οφειλές των νοσοκομείων ήταν της τάξης των 6 δις.

Να θυμίσω ότι ο τότε Γενικός Γραμματέας της ΕΣΥΕ κ. Κοντοπυράκης είχε προωθήσει στην Eurostat επιστολή του Υπουργείου Υγείας στην οποία αναφέρονταν ότι το χρέος των νοσοκομείων ήταν μόλις 2,5 δις.

Όμως η κυβέρνηση της ΝΔ, απαντώντας σε ερώτηση του βουλευτή ΠΑΣΟΚ κ. Σκουλάκη, αναγνώριζε μέσω απάντησης του αρμόδιου υφυπουργού με διαφορά μόλις μια ημέρας,  ότι το χρέος ήταν 6 δις ευρώ.

Η ταξινόμηση μέρους αυτών των χρεών στο έλλειμμα του 2008 ήταν όπως εξηγήσαμε τότε προσωρινή μέχρι η επιτροπή που συγκροτήθηκε με μέλη από ΕΛΣΤΑΤ, ΓΛΚ, Υπ. Υγείας και ΤτΕ να οριστικοποιήσει σε ποια χρονιά δημιουργήθηκαν αυτά τα χρέη και να τα ταξινομήσει στο έλλειμμα εκείνης της χρονιάς.

Πράγμα που έγινε και αποτυπώθηκε σε μετέπειτα κείμενο της Eurostat που εξηγούσε γιατί αυξήθηκαν τα ελλείμματα της χώρας αναδρομικά από το 2005.

Λέει ο συγγραφέας ότι δεχτήκαμε να ενσωματώσουμε χρέος 17,7 δις των οργανισμών της γενικής κυβέρνησης στο χρέος της χώρας κάτι που αποδυνάμωσε τη διαπραγματευτική θέση της και ότι για πρώτη φορά έγινε αυτό.

Η πηγή που επικαλείται δεν είναι αξιόπιστη. Πρόκειται για ένα βιβλίο (Επιμ. Π. Σκλια και Σ. Ρούκουνα) με στρατευμένες μελέτες καθηγητών φίλα προσκείμενων ή μελών της ΝΔ οι οποίοι στο σύνολό τους ήταν σύμβουλοι της τότε κυβέρνησης της ΝΔ του Κώστα Καραμανλή. Το βιβλίο αυτό είναι η επίσημη «αγιογραφία» της κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή.

Η ταξινόμηση στην οποία αναφέρεται ο συγγραφέας  έγινε με βάση τους κανόνες της EUROSTAT.

Δεν την αμφισβήτησε καμία από τις επόμενες κυβερνήσεις ούτε της ΝΔ ούτε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ ζήτησε να επανεξεταστούν.

Όπως καμία δεν τόλμησε να αμφισβητήσει τα στατιστικά στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται σε όλους τους προϋπολογισμούς τους οποίους έχουν ψηφίσει τα κόμματα της πλειοψηφίας από το 2012 μέχρι το 2016.

Και πως θα μπορούσε να γίνει αυτό, αφού όλα αυτά τα δάνεια έγιναν με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου.

Οι περισσότερες από αυτές τις δημόσιες επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να τα εξυπηρετούσαν και έστελναν το λογαριασμό στο ΓΛΚ για να πληρωθούν από χρήματα του κρατικού προϋπολογισμού.

Επηρέασαν τα νέα στοιχεία για το έλλειμμα τη στάση των αγορών.

Η απάντηση είναι πως ναι.

Δεν ήταν όμως αυτό το καθοριστικό στοιχείο που οδήγησε στην απώλεια πρόσβασης στις αγορές.

Άλλωστε τρεις άλλες χώρες, Ιρλανδία, Κύπρος και Πορτογαλία, έχασαν πρόσβαση στις αγορές  και μπήκαν σε μνημόνια χωρίς να έχει μεσολαβήσει τέτοια απόκλιση στα δημοσιονομικά στοιχεία.

Η Τρίτη ενότητα επικεντρώνεται σε μια κρίσιμη παράμετρο της κρίσης που καθόρισε την ένταση με την οποία αυτή εκδηλώθηκε και εξελίχτηκε.

Αναφέρομαι στην κυριαρχία, όλα αυτά τα χρόνια πριν αλλά και μετά την εκδήλωση της κρίσης, του λαϊκισμού στο δημόσιο λόγο. Ο συγγραφέας προτιμά τον όρο «δημαγωγία».

Θα συμφωνήσω με τον συγγραφέα στο πόσο αρνητικά λειτούργησε στη χώρα ο λαϊκισμός και η έλλειψη ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών συναινέσεων. Τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η ΝΔ υπέκυψαν κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης στη γοητεία του λαϊκισμού και τον τροφοδότησαν.

Θα διαφωνήσω με την άποψη του συγγραφέα ότι το πρώτο μνημόνιο το έφερε η φράση «λεφτά υπάρχουν».

Το πρώτο μνημόνιο το έφερε το χρέος των 290 δις από τα οποία τα 110 περίπου προέκυψαν από την κυβέρνηση Καραμανλή μεταξύ 2004-2009 και το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας που διογκώθηκε μεταξύ 2004-2009.

Η φράση είναι παρεξηγημένη γιατί αποκομμένη από το υπόλοιπο κείμενο που τη συνόδευε μπορούσε εύκολα να παρερμηνευτεί.

Κρίνοντας εκ των υστέρων η φράση αυτή όπως απομονώθηκε δημιούργησε μεγάλο έλλειμμα αξιοπιστίας στις δύσκολες πολιτικές αποφάσεις που κληθήκαμε να πάρουμε μετά το ξέσπασμα της κρίσης.

Κλείνω με κάποιους προβληματισμούς.

Συμφωνώ με τον συγγραφέα ότι η κρίση δύσκολα θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.

Πολύ περισσότερο που μετά το 2007 αντί η κυβέρνηση Καραμανλή να εργαστεί για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την συγκράτηση των ελλειμμάτων κινήθηκε προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.

Λένε πολλοί, ειδικά από τη ΝΔ αλλά όχι μόνο, ότι αν από την πρώτη ημέρα που ανέβηκε το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση τον Οκτώβριο του 2009 είχε πάρει πολλά μέτρα, θα είχε αποφύγει η χώρα το πρώτο μνημόνιο.

Το λένε αυτοί που ήταν αντίθετοι στα μέτρα από την πρώτη ημέρα.

Άλλα ακόμη και έτσι, η άποψη αυτή δεν εξηγεί γιατί η Ιρλανδία και η Πορτογαλία που ακολούθησαν αυστηρή δημοσιονομική πολιτική για δύο χρόνια τελικά δεν απέφυγαν τα μνημόνια.

Άλλοι καταλόγισαν στο οικονομικό επιτελείο της περιόδου εκείνης – ειδική αναφορά κάνει και ο συγγραφέας- ότι σε μια δημοπρασία που έγινε τον Απρίλιο του 2010 έπρεπε να πάρει και τα 25 δις που θεωρητικά προσφέρθηκαν.

Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν υπήρξαν 25 δις.

Απλά στις δημοπρασίες οι μετέχοντες αυξάνουν την προσφορά για να πάρουν ένα μικρότερο μέρος από τα ομόλογα που ζητούν μέσω των προσφορών.

Ας υποθέσουμε ότι υπήρχαν τα 25 δις και τα απορροφούσε η χώρα όλα, τότε οι αγορές θα έβλεπαν ότι ενώ η Ελλάδα βγήκε για 5 δις πήρε 25 δις και θα καταλάβαιναν ότι το πρόβλημα της Ελλάδας είναι τεράστιο.

Στην επόμενη δημοπρασία θα ανέβαζαν κατακόρυφα τα επιτόκια και τότε η Ελλάδα θα έχανε την πρόσβαση από τις αγορές τη στιγμή που η ΕΕ δεν είχε ετοιμάσει ακόμη τον μηχανισμό.

Αυτό θα οδηγούσε την Ελλάδα σε άμεση χρεοκοπία.

Τώρα για τα χρήματα που θα μας έδιναν οι Ρώσοι, οι Κινέζοι και οι Άραβες, ας απαντήσουν τα δυο κόμματα που συγκροτούν την σημερινή κυβέρνηση γιατί δεν πήγαν σε αυτούς να δανειστούν και κατέφυγαν στο τρίτο μνημόνιο.

Τα ερωτήματα που θα έπρεπε να μας απασχολούν σήμερα είναι δύο.

Θα μπορούσε να αποφευχθεί το μέγεθος της κρίσης και να βγει και η Ελλάδα στις αγορές όπως συνέβη με την Πορτογαλία, Ιρλανδία και Κύπρο.

Εκτιμώ πως ναι.

Αν δεν υπήρχε η δημαγωγία και ο λαϊκισμός της αντιμνημονιακής ΝΔ με τα «Ζάππεια» και ο ακραία πολωτικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ και η διαίρεση της κοινωνίας σε «γερμανοτσολιάδες» – «μερκελιστές» από τη μία μεριά και «πατριώτες» – «αντιμνημονιακούς» από την άλλη.

Αν δεν υπήρχε η συνεχής αβεβαιότητα για το grexit που τροφοδοτούσαν οι αρνητικές δηλώσεις από το εξωτερικό και οι ακραίες πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις στο εσωτερικό της χώρας.

Αν υπήρχε σχέδιο και αποφασιστικότητα από την πλευρά της Ευρώπης από το 2010. Όπως έγινε αργότερα το 2012 με τον διοικητή της ΕΚΤ τον κ. Ντράγκι.

Ο λογαριασμός για την Ελλάδα μετά το 2014 ανέβηκε στα ύψη γιατί αρχικά η κυβέρνηση Σαμαρά στο πλαίσιο της στρατηγικής της «αριστερής παρένθεσης» απέφυγε να κλείσει την πέμπτη αξιολόγηση, ώστε να διευκολύνει την έξοδο της χώρας στις αγορές.

Μετά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με την αδιέξοδη διαπραγματευτική στάση του κ. Βαρουφάκη υποχρεώθηκε να επιβάλει τα Capital Controls, να κλείσει τις τράπεζες και να υπογράψει νέο μνημόνιο ύψους 86 δις.

Υπάρχει, έστω και τώρα, προοπτική εξόδου από την κρίση;

Θα συμμεριστώ την αγωνία του συγγραφέα.

Ναι, υπάρχει.

Αλλά πρέπει να γίνουν αλλαγές πολλές και κυρίως στους θεσμούς και στο πελατειακό κράτος το οποίο μας οδήγησε στην κρίση.

Δεν είναι εύκολο λέει, κλείνοντας το βιβλίο, αλλά δεν είναι και ακατόρθωτο.

Το βιβλίο του Γ. Παπαδογιάννη δεν χαϊδεύει, ξύνει πληγές και είναι, όπως είπα στην εισαγωγή, μια δημιουργική άσκηση αυτογνωσίας και ειδικά για αυτόν τον λόγο το συστήνω ανεπιφύλακτα.

Είναι μια δουλειά ενός από τους αξιότερους νέους δημοσιογράφους που αναδείχτηκε τα τελευταία χρόνια, χάριν στη συστηματική του δουλειά και το υπεύθυνο ρεπορτάζ του στα οικονομικά ζητήματα και ειδικότερα στο θέματα που αφορούν το τραπεζικό σύστημα.

Γιάννη, εύχομαι πάντα επιτυχίες και καλοτάξιδο το νέο σου βιβλίο.

Speech by Philippos Sachinidis PhD, Former Finance Minister of Greece 29th Liberty Forum, Porto Alegre 12 April 2016

Foto: Fernando Conrado/IEE

First of all, I would like to thank the organizers for their invitation to participate in such a distinguished panel to discuss the very challenging topic “why nations fail,” a topic that has puzzled both economists and politicians for many decades.

I am an economist, who served as a Deputy Minister, Alternate Minister and finally as a Minister for two and a half years at the Greek Ministry of Finance at a very critical juncture.

It was at a time when the global financial crisis had been transferred to Europe, Greek government bonds came under speculative attack, Greece lost access to capital markets and signed its first economic adjustment programme with the EU, the IMF and the ECB.

Today, I would like to share with you my views on the puzzle “why nations fail” based on our experience in Greece where, after a deep and prolonged depression that started in 2008, real GDP fell by 26%, unemployment rate is at 25%, pushing many people into poverty and increasing income inequality.

These are clear signs of a failure and although it is hard to consider Greece as a failed state, as it still stands within the group of the 30 most developed nations, there is always the risk of being trapped into a prolonged stagnation and deflation.

This will definitely cause Greece to lose its place among the 30 wealthiest nations and it will trap large segments of its population in chronic unemployment and poverty.

Today, I would like to argue that the economic problems of Greece are the immediate result mainly of an institutional failure along the lines proposed four years ago by Daron Acemoglu and James A. Robinson in their well-known book “Why Nations Fail”.

The authors argue that the key differentiator between countries is not capital, or culture, or geographical location or the existence of a team of technocrats that would advise benevolent politicians, but “institutions.”

Nations thrive when they develop “inclusive” political and economic institutions, and they fail when those institutions become “extractive” and concentrate power and opportunity in the hands of only a few.

“Inclusive economic institutions that enforce property rights, create a level playing field, and encourage investments in new technologies and skills are more conducive to economic growth than extractive economic institutions that are structured to extract resources from the many by the few,” they write.

In the case of Greece, economic institutions and other institutions such as social security and social partners were definitely not inclusive but extractive and this despite the fact that political institutions were inclusive.

The Greek political system up to 2009 was dominated by two parties and also exhibited one of the most polarized and divisive political cultures in Europe.

This may explain why political parties failed to introduce the much needed structural changes and protected extractive economic institutions that led at some point to the collapse of the Greek economy.

In order to understand how Greece has been trapped in stagnation as a result of its institutions’ failure I will try to answer two questions:

1)       How did Greece manage in 2009 to be in such an economic mess nine years after joining the European Monetary Union; and

2)       Why is Greece the only Eurozone country that is still under a programme and trapped in a recession for more than eight years?

Let me start with the first question.

Almost 20 years ago, a significant majority of Greek economists and the major political parties came to the conclusion that it would be to the benefit of Greece to join Economic and Monetary Union.

They did understand at the time that there was an urgent need to introduce politically-difficult structural changes. Their expectation was that by joining the EMU Greece would be keen to introduce the necessary changes through peer pressure.

However, nine years after joining the Euro Area, Greece was trapped in an unsustainable economic path with high twin deficits (specifically fiscal and current account deficits), high debt-to-GDP ratio and a deep recession.

The debt problem was initiated by the fiscal irresponsibility of the years before the emergence of the global crisis.

In almost every year until 2009, the government was running a deficit. In fact, a deficit that was increasing year after year post-2006.

As a result, while Greece joined the Eurozone with a debt-to-GDP ratio below 100% and despite an average annual growth rate of around 3.5% and extremely low interest rates in the nine year period 2000-9, the debt-to-GDP ratio rose to 127% in 2009.

In that year, the government deficit reached 15.3% of GDP and the current account deficit was at 12.5% of GDP.

In the spring of 2010, Greece lost access to capital markets and requested financial support from its European partners.

Europe established a special support mechanism along with the IMF.

In return for this financial support, Greece accepted to implement an Economic Adjustment Programme involving tough austerity and structural reforms.

With hindsight, an obvious question would be:

Was there no «alert mechanism» either at a country or at the European Union level to prevent the emergence of these economic imbalances which were not sustainable within a monetary union?

Here is where both institutions and markets failed to prevent these imbalances from emerging.

The major political parties and the economic elite failed to understand the complexities associated with monetary union membership and the implications of globalization.

Year after year, governments, both conservative and socialist, were presenting Parliament budgets with very ambitious fiscal targets.

Few majority MPs if any, were ready to raise doubts on the underlying assumptions and reject the budget on those grounds.

The opposition parties, as a rule, always rejected the budget, as did professional unions and professional associations arguing that it doesn’t support growth and social cohesion and that it is very restrictive i.e they were asking for even higher spending.

To understand why Greece failed to keep its public finances in order, we have to concentrate on the institutional framework for the budgetary process.

The European Commission in 2007 found that Greece had the weakest budgetary procedures among the 18 countries examined.

Before the 2009 crisis, almost a third of the general government revenues and expenditures were outside the budgetary process.

Government ministers acted and spent money as semi-autonomous state agents.

The political parties in their effort to win popular support were ready to introduce new social or investment programmes boosting public spending and introducing tax cuts at the same time, irrespectively of the economic cycle.

This is why Greece experienced deficits even during years of high growth.

Between 2001-2009, fiscal deficits were typically at least 70-80% higher than their targets.

Greece’s failure to keep its public finances in order was matched by a failure of European institutions, the very institutions responsible to assess the fiscal stance of Eurozone countries within the context of the Stability and Growth Pact.

Markets also failed to realize that the economic problems of Greece were severe and structural.

This is clear from the fact that until 2008, markets were lending Greece at rates close to those of triple-A Germany.

It was only after the global financial crisis of 2008 that markets started to question the fiscal position of Greece.

Greece’s government bonds spreads vis-a-vis Germany started to widen markedly.

By spring 2009 they stood around the level that prevailed before Greece joined EMU.

By April 2010, the spread was at 600 bps and Greece lost access to capital markets and had to sign an Economic Adjustment Programme.

In conclusion, Greek political and economic elites in the 90’s decided that Greece should join EMU in order to address Greece’s institutional failures with the hope that the new challenges Greece would face would bring about the reform of institutions.

However, as the Euro Area institutional framework was itself weak and incomplete, the Eurozone failed to trigger or enforce the transformation of the extractive Greek economic institutions.

At the same time, the two major parties of Greece and the small parties of the left opposed the transformation of the economic institutions that would facilitate the Greek economy to become an outward oriented economy.

In the view of many, clientelism is the main cause of the Greek crisis. Politicians were elected on the basis of promises for public-sector jobs and they were favoring an increase of the size of the public sector and disregarded efficiency issues.

At the same time, we had an electoral system favoring the alternance of the two largest parties that were both reluctant to introduce necessary reforms to facilitate creation of new wealth.

The regular alternation in power of the two rival parties made possible the distribution of political rents to society in an orderly and democratic way but also in a very expensive way, from a fiscal point of view.

Now moving to my second question:

2) Why is Greece the only Eurozone country that is still under a programme and trapped in a recession for more than eight years?

Out of the four Eurozone countries that signed adjustment programmes, Greece is the only country still under a programme, six years after signing the first adjustment programme in 2010.

This is despite the fact that fiscal consolidation was pretty much achieved already by the end of 2014. Greece has also balanced its chronic current account deficit.

Then how come Greece didn’t manage to get access to capital markets?

There are economic and political reasons that can explain Greece’s failure.

In the case of Greece, the initial macroeconomic imbalances were the worst in the Euro Area.

Greece within 5 years had to cut the fiscal deficit by 12 bps of GDP by introducing measures up to 18 bps of GDP.

Fiscal policy was extremely restrictive, a lot more than any other program country, in an environment of tight credit. As a result, recession deepened further and unemployment soared to 27%.

Markets therefore questioned the economy’s ability to grow again in such an environment, and more importantly they questioned the country’s ability to service its debt without growth.

In fact, the debt sustainability issue and the continuing fear of a Grexit were the two most important factors that prevented Greece from regaining market access.

A second reason relates to the structure of the Greek economy, which is a more closed economy, with consumption representing almost 70% of GDP.

Exports were only 20% of GDP and could not carry enough counter-weight to the reduction of domestic aggregate demand.

There is a big underground economy, many closed professions (lawyers, notaries, pharmacists etc) and many oligopolistic markets (dairy industry, oil industry etc) and economic oligarchs play a large role as they try to fortify extractive economic institutions. All these are obstacles to an immediate export-oriented growth strategy.

However, if we want to understand why Greece is still under programme, one has to focus on the constraints the political system imposes on the implementation of the adjustment programme.

From the very beginning, there was lack of political consensus on the need to correct economic imbalances and address the institutional failures.

This led to “lack of ownership” of the Programme over the whole 2010-2016 period even when conservatives came to power after the 2012 elections and currently with the new coalition government between leftists Syriza and populist right-wing Independent Greeks.

Hence we suffered from a lack of full and timely implementation of voted reforms as members of parliament were more concerned on raising their chances to get re-elected as MPs.

Between 2010-2011, the then governing party, PASOK, in which I participated, introduced a number of structural changes on product, services and labour markets.

As these measures have a huge cost, especially in a period of deep recession, the public support for the adjustment programme was not secured.

The political cost became evident in the 2012 national elections.

In the May and June 2012 elections PASOK paid a high cost as it lost almost ¾ of its share of vote of 2009.

Finally, Greece turned out to be a special case because although its economy was stabilized and began growing in 2014, uncertainty on continued EMU participation was raised by political developments in 2015.

The January 2015 elections brought a new coalition government of Syriza and Independent Greeks – which gambled in a protracted stand-off with the EU and wasted precious time in interminable discussions heightening uncertainty.

As a result the economy moved back to stagnation and they were forced to introduce capital controls in order to prevent the collapse of the Greek banking system.

In conclusion, Greece’s failure was mainly the result of the failure of the major political parties to reach a consensus on an adjustment programme that had to be implemented in order to regain access to capital markets.

From 2010, Greek political parties were being asked to implement a series of reforms that they themselves hadn’t shown the willingness to introduce in the past.

The Greek political system remains very confrontational and there is a lack of a consensus culture.

After the signing of the first programme, opposition parties failed – or were unwilling – to understand the severity of the crisis.

So instead, accused the government for agreeing with institutional creditors to sign the “wrong prescription” for the economy, giving too much emphasis on austerity and not on growth.

Within few years, austerity policies provoked a drastic change in the country’s political landscape.

PASOK, one of the two parties dominating Greek politics experienced a sharp electoral decline.

ND, the other large party suffered also a major decline.

The winners were: Syriza and Independent Greeks a nationalist–populist party that had split from ND.

These two parties that form the ruling coalition government today were elected with the promise to preserve extractive economic institutions.

It’s not a surprise that since 2010, we have had four elections (May and June 2012, January and September 2016) and one referendum, six PMs, two of them heading interim governments and nine Ministers of Finance.

So with regard to the question if growth can resume, I would say that I am rather skeptical.

Probably, this will not happen as long as the current government remains hostile to the idea of opening up the Greek economy and attracting private investment.

What is the lesson we can learn from the Greek experience as we try to answer the question “why nations fail”?

Greece’s failure is the outcome of a long process during which populism alternated with modernizing reformism.

The failure to make needed structural reforms in key areas such as pensions, justice, education, health, and public administration became a common characteristic of all governments in Greece.

Structural reforms were opposed by special interests in society and never fully implemented. Politicians and political parties who sought to introduce them were punished at the polls.

In countries where a polarized two-party system prevails, to achieve a sustainable growth path with social cohesion, it is necessary to transform their political institutions that will foster a pro-reformist political environment.

This is not an easy task and it will only take place when citizens realize that introducing promptly structural changes with an eye in social cohesion is the answer to their problems and not the cause of their problems.

Thank you for your attention.

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη στο Πολιτιστικό Κέντρο «Μελίνα Μερκούρη», Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Μια από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της μεταπολιτευτικής Ελλάδας υπήρξε η ομαλή λειτουργία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, με δύο ισχυρά κόμματα, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, να εναλλάσσονται στην εξουσία.

Για τους οικονομολόγους, που αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στο ρόλο των θεσμών και διερευνούν όρους και προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάπτυξη σε μία χώρα, η πολιτική σταθερότητα και η δυνατότητα επίτευξης ευρύτερων συναινέσεων μεταξύ των πολιτικών κομμάτων αποτελούν παράγοντες που συμβάλλουν θετικά στην αναπτυξιακή πορεία.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, σε όλη την περίοδο μέχρι και το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, διασφαλίστηκε η πολιτική σταθερότητα. Αυτό εξηγεί, ως ένα βαθμό, και τη σημαντική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου που επιτεύχθηκε στη χώρα κατά την 35ετία 1974-2009.

Δεν διαμορφώθηκαν όμως συνθήκες για συναίνεση ούτε σε ζητήματα που θα διευκόλυνε τα δύο κόμματα, όπως για παράδειγμα στο ασφαλιστικό. Αντί για συναινέσεις, είχαμε σκληρή πολιτική αντιπαράθεση, η οποία σε πολλές περιπτώσεις άγγιζε τα όρια της πόλωσης.

Αυτό εξηγεί γιατί δεν κατάφερε η χώρα να αντιμετωπίσει έγκαιρα πολλά σύνθετα προβλήματα και να πραγματοποιήσει έγκαιρα αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές σε έναν κόσμο που άλλαζε με τρομακτική ταχύτητα. Έτσι, σε συνδυασμό με τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό της περιόδου 2007-2009 οδηγηθήκαμε στην κρίση.

Παρ’ όλα αυτά, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ σε ορισμένες περιπτώσεις όπως για παράδειγμα σε μείζονα εθνικά ζητήματα ή στο ζήτημα ένταξης στην ΟΝΕ πέτυχαν τις αναγκαίες συναινέσεις.

Με το ξέσπασμα όμως της κρίσης, πέρα από τις μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές απώλειες, χάθηκε και η πολιτική σταθερότητα της μεταπολίτευσης. Μια από τις επιπτώσεις της κρίσης στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος υπήρξε η ανατροπή του δικομματισμού.

Η εκλογική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ μεταξύ 2012-2015 και η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε κυρίαρχη πολιτική δύναμη πέραν της Δεξιάς, οδήγησε στην εκτίμηση ή και την επιδίωξη ότι ο παλαιός δικομματισμός μπορεί να αντικατασταθεί από ένα νέο δικομματισμό με τον ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ.

Η εκτίμηση αυτή, στηρίζεται στις υποθέσεις ότι:

α) η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ σταδιακά θα γίνουν μεγάλα πολυσυλλεκτικά κόμματα ώστε να σχηματίζουν αυτοδύναμα κυβερνήσεις ή ότι θα χρειάζονται έναν μικρό εταίρο για το σχηματισμό κυβέρνησης.

β) ο χώρος της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας δεν θα μπορέσει να ανασυνταχτεί.

Σήμερα, είναι δύσκολο να γίνει πρόβλεψη για το ποια από τα οκτώ κόμματα της Βουλής θα συνεχίσουν να υπάρχουν στις επόμενες ή στις μεθεπόμενες εκλογές.

Μπορεί, όμως, να ισχυριστεί κάποιος, ότι ο κατακερματισμός των μεγάλων κομμάτων και η ανάδειξη νέων κατά την διάρκεια της κρίσης ήρθε για να μείνει.

Η εκτίμηση αυτή, στηρίζεται στην εμπειρία που υπάρχει από τις πολιτικές εξελίξεις και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης. Αυτό που φαίνεται είναι ότι τα «καθιερωμένα» κόμματα που ανήκουν στην ομάδα των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών από τη μία και του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος από την άλλη χάνουν σταθερά έδαφος. Η πτώση είναι πιο μεγάλη για τα Σοσιαλιστικά, Σοσιαλδημοκρατικά και Εργατικά κόμματα.

Ο μεγάλος κερδισμένος είναι κυρίως νέα εθνικιστικά, ξενοφοβικά και λαϊκιστικά κόμματα της Δεξιάς και σε ορισμένες περιπτώσεις λαϊκιστικά κόμματα της Αριστεράς.

Επομένως, η επιδιωκόμενη ανασύνταξη της πολιτικής σκηνής προς ένα νέο δικομματισμό είναι υπό αίρεση. Θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από την δυνατότητα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να βγάλει τη χώρα από την ύφεση και τη στασιμότητα και να προετοιμάσει το έδαφος για την επόμενη ημέρα.

Για να βγει όμως η χώρα από την κρίση, και να αντιμετωπίσει μεγάλα προβλήματα όπως το προσφυγικό, την αναθεώρηση του ασφαλιστικού συστήματος, τη θέσπιση ενός σταθερού φορολογικού πλαισίου κλπ, είναι αναγκαίες ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις.

Αυτές ήταν παρούσες σε όλες τις χώρες που βγήκαν από τα Μνημόνια, δηλαδή την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Κύπρο.

Για την Ελλάδα ειδικά θα ήταν χρήσιμο να επικεντρωθούμε στα συμπεράσματα από την εμπειρία της Κύπρου.

Εκτιμώ, ότι τα πολιτικά κόμματα, σε μεγάλο βαθμό, δεν έχουν κατανοήσει την απαξίωση που υφίστανται στη συνείδηση των πολιτών όσο αδυνατούν να απαντήσουν στα ερωτήματα:

  • Γιατί η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα από όσες μπήκαν σε πρόγραμμα, που παραμένει σε αυτό;
  • Γιατί η Ελλάδα, εννέα χρόνια μετά την έναρξη της ύφεσης, παραμένει σε ύφεση έχοντας χάσει πάνω από 25% του ΑΕΠ και με την ανεργία να παραμένει στο 25%;

Η απαξίωση αυτή, μπορεί να εξηγεί, γιατί το ποσοστό συμμετοχής στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 έπεσε περίπου στο 60%.

Ο κίνδυνος που διατρέχουμε αν τελικά επικρατήσει ο νέος δικομματισμός, είναι να οδηγηθεί η χώρα σε ακόμη μεγαλύτερες οικονομικές και πολιτικές περιπέτειες επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ δεν μπορούν να πετύχουν αυτές τις συναινέσεις. Για το λόγο αυτό, είναι αναγκαία η ανασύνταξη της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου απέδειξε ότι η αφήγησή του για την ύπαρξη ενός άλλου δρόμου ήταν κενή περιεχομένου.

Δεν μπόρεσε να καταργήσει το Πρώτο και Δεύτερο Μνημόνιο με άρθρο μονό.

Έφερε το Τρίτο Μνημόνιο με άρθρα πολλά και ιδεολογικό φορτίο πολύ πιο βαρύ από αυτό των δύο πρώτων.

Με το Τρίτο Μνημόνιο επισφραγίζεται ως αναγκαιότητα για τη οικονομική σταθερότητα της χώρας η δημιουργία επαρκών πλεονασμάτων.

Για να τα πετύχει αυτά η κυβέρνηση θα πάρει δημοσιονομικά μέτρα ύψους 5,5 δις, με έμφαση κυρίως στη φορολογία, σε μια περίοδο όπου οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των πολιτών προς την εφορία έχουν ξεπεράσει τα 85 δις.

Μάλιστα, μόλις προχτές, μάθαμε ότι η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε προσαρμογή των διεκδικήσεων της για το χρέος.

Η νέα θέση της κυβέρνησης είναι:

«Μείωση ονομαστικού χρέους της χώρας, γιόκ.

Τώρα, λοιπόν, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιχειρεί το χτίσιμο μιας νέας αφήγησης και αναζητεί εχθρούς.

Στη νέα αφήγηση, η διαπραγματευτική στάση της κυβέρνησης καθίσταται πλέον αυτοσκοπός, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, προκειμένου να παρατείνουν οι κυβερνητικοί εταίροι την παραμονή τους στην εξουσία και όχι μέσο για την βελτίωση των όρων της συμφωνίας και την επιτάχυνση της εξόδου από την κρίση.

Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση μιλά για συναινέσεις αλλά υπονομεύει την διαμόρφωση ευρύτερων συναινέσεων, καταγγέλλοντας όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις.

Η ΝΔ από την πλευρά της, όπως φάνηκε και από τη στάση της στο ασφαλιστικό ή το προσφυγικό, είναι δέσμια του λαϊκισμού.

Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να ζητάς συζήτηση για το ασφαλιστικό από μηδενική βάση, όταν είναι γνωστό ότι τη μεγαλύτερη πίεση ο κρατικός προϋπολογισμός τη δέχεται από τη στήριξη που παρέχει στα συνταξιοδοτικά ταμεία για να συνεχίσουν αυτά να παρέχουν συντάξεις.

Η μεγάλη ανατροπή στα σχέδια για το νέο δικομματισμό μπορεί να έρθει μόνο μέσα από την ανασύνταξη του χώρου της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας, η οποία είναι κατακερματισμένη.

Το τελευταίο διάστημα, κόμματα και κινήσεις του χώρου αυτού έχουν κατανοήσει ότι αν παραμείνει κατακερματισμένος, τότε δεν θα έχουν την παραμικρή δυνατότητα να εργαστούν για να διαμορφώσουν τους όρους και τις προϋποθέσεις για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Ούτε θα έχουν ρόλο στη χάραξη της πορείας που πρέπει να ακολουθήσει η Ελλάδα στην Μεταμνημονιακή περίοδο.

Είναι ευθύνη πλέον των Σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων να αναλάβουν πρωτοβουλίες για να ανασυντάξουν τον χώρο και να εργαστούν για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Η συζήτηση για την ανασύνταξη του χώρου θα βρει ανταπόκριση στην κοινωνία, αν οι κοινωνικές δυνάμεις που θέλει να εκφράσει η Σοσιαλδημοκρατία έχουν καταλήξει σε μια ενιαία αφήγηση για το πώς έφτασε η χώρα σε κατάρρευση. Έτσι μόνο, η νέα Σοσιαλδημοκρατία θα μπορέσει να συντάξει μια αξιόπιστη και ρεαλιστική πρόταση εξόδου από την κρίση αλλά και να δώσει ένα όραμα για την Ελλάδα μετά τα Μνημόνια.

Το θεσμικό έλλειμμα ήταν αυτό που επέτρεψε, σε μεγάλο βαθμό, τη δημιουργία των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και των ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που οδήγησαν στον αναγκαστικό δανεισμό.

Επομένως, η πρόταση της νέας Σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να στοχεύει στο γκρέμισμα του πελατειακού κράτους και στην οικοδόμηση της κοινωνικής εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.

Αποτελεί θετική εξέλιξη η ανάληψη πρωτοβουλιών για την ανασύνταξη του χώρου. Το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών αντιμετωπίζει θετικά κάθε ειλικρινή πρωτοβουλία για την ανασυγκρότηση του προοδευτικού χώρου.

Με όρους ισοτιμίας, χωρίς αποκλεισμούς, καλούνται σε συνεργασία οι δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται ότι ανήκουν στο χώρο του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού, του πολιτικού φιλελευθερισμού, της πολιτικής οικολογίας και της ευρωπαϊκής και μεταρρυθμιστικής Αριστεράς.

Οι προκλήσεις για την χώρα, οκτώ χρόνια μετά την έναρξη της ύφεσης και έξι χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου, παραμένουν μεγάλες. Οι πολίτες απογοητευμένοι από την μέχρι τώρα λειτουργία των πολιτικών δυνάμεων αναζητούν προοπτική. Τώρα που κατέρρευσαν οι μύθοι για εύκολες αντιμνημονιακές λύσεις, η χώρα έχει ανάγκη από δύσκολες αλήθειες και πολιτικές δυνάμεις που θα προχωρήσουν σε όλες τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές.

Να διευκολύνουμε τις παραγωγικές και καινοτόμες κοινωνικές δυνάμεις να επενδύσουν για να παράξουν πλούτο και να επιστρέψουμε σε βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Αυτή είναι η προϋπόθεση για δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και αντιμετώπισης των προβλημάτων κοινωνικής συνοχής που προκάλεσε η αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων κατά την περίοδο της κρίσης.

Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για τις δυνάμεις της Σοσιαλδημοκρατίας και ως προς την συνεισφορά μας σε αυτή την κατεύθυνση θα αξιολογηθούμε από τους πολίτες, ως μια αξιόπιστη πολιτική δύναμη που μπορεί να διεκδικήσει εντολή από τους πολίτες για να εργαστεί για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

First of all, I would like to thank you for your invitation.

Over the period 2009 – 2012, I have served under different capacities at the Ministry of Finance in Greece. I would like to share with you the lessons, which we have learned out of this crisis.

Lesson No 1: A wrong diagnosis of the nature of the problem will always result in a wrong prescription.

Lesson No 2: The Euro crisis is the combined result of deficiencies in the institutional framework of the Euro zone — deficiencies that were known from the time of its inception — and the failure of the financial markets.

Lesson No 3: Grexit is not the answer to the Greek crisis.

Lesson No 4: Structural changes are necessary to improve growth prospects; but they need time to deliver results.

Lesson No 5: Now that we have almost balanced the primary deficit, it is about time to reconsider the speed of fiscal consolidation in order to give space to the economy to breath and to fight unemployment and rising inequalities.

Let me elaborate on these lessons.

Lesson No 1: A wrong diagnosis of the nature of the problem will always result in a wrong prescription. The dominant view is that the euro crisis is a debt crisis. The truth is that the euro crisis is not a debt sustainability crisis.

The average debt-to-GDP ratio in the Euro-zone is smaller compared to the Japanese or even the USA or the UK debt-to-GDP ratio. Even in major Euro-zone countries, the debt-to-GDP ratios were lower compared to those in the aforementioned countries.

If it had been, one would have expected Belgium or Italy, which entered the crisis with extraordinarily high debts, to request assistance. As it turned out, they made it through without economic adjustment programmes, while Ireland and Spain, which entered the crisis with low levels of sovereign debt, needed bail-outs.

The problem in Europe was one of massive capital flows across borders, which encouraged high levels of private borrowing in the economies that eventually got into trouble. When the global financial crisis — that started in USA in 2007-2008 and hit Europe via the UK and Ireland — generated a reversal in those flows, private borrowers and banks got into big trouble. That trouble translated into serious economic downturns and bank failures, both of which led to explosive growth in sovereign debt burdens.

It has been argued that Greek fiscal deficiencies caused the crisis in the Euro zone. However, Greece is a rather small economy and its debt is a very small proportion of the European debt.

It may be correct to argue that Greece has not been a fiscally-responsible country over the years before the crisis. But this was no excuse to punish a country and its citizens with punitive interest rates as happened with lending under the first programme.

Lesson No 2: The Euro crisis is the combined result of deficiencies in the institutional framework of the Euro zone — deficiencies that were known from the time of its inception — and the failure of the financial markets.

The absence of a fiscal union, the lack of the a federal agency to supervise European banks, the institutional prohibition of ECB to act as a lender of last resort in order to stabilize bond markets and banking systems, the failure of the European institutions to monitor closely the economies of the euro zone member countries, have among other factors contributed to the emergence of the euro zone crisis. The crisis will be resolved only when European countries will be ready to fully address these deficiencies.

Lesson No 3: Grexit is not the answer to the Greek crisis.

Almost 20 years ago, a significant majority of Greek economists came to the conclusion that it would be to the benefit of Greece to join EMU. Greece would lose the instrument of monetary and exchange rate policy but it was expected to gain in terms of monetary stability and growth prospects.

One can successfully argue that Greece did not, and probably still is not, meeting the theoretical criteria to belong to an optimum currency area (OCA). The theory of OCA was first published by Robert Mundell in 1961. It shows that countries could join a monetary union if the costs of doing so are lower than the benefits. The European Monetary Union (EMU), founded in 1999, is the most prominent example of the OCA theory.

Greek economists and political parties were aware that in a globalized economy Greece had to adapt and make its economy more competitive and outward oriented. They did understand at the time that there was an urgent need to introduce politically-difficult reforms. Their expectation was that by joining the EMU Greece would be keen to introduce the necessary reforms through peer pressure.

Nine years after joining the Euro Area, Greece was trapped in an unsustainable economic path with high fiscal and current account deficits, high debt-to-GDP ratio and a deep recession. The debt problem was initiated by the fiscal irresponsibility of the years before the emergence of the global crisis. In almost every year until 2009, the government was running a deficit. In fact, this was increasing year after year post-2006.

At that period, despite the fact that Greece was enjoying significant positive growth rates, the government debt increased from 180 bn euros in 2004 to 290 bn in 2009. As a result while Greece joined the Eurozone with a debt-to-GDP ratio below 100% and despite the high growth rates in the nine year period 2000-9, the debt-to-GDP ratio rose to 127% in 2009. In that year, the government deficit reached 15.7% of GDP, and not 6% as had been reported by the governing conservative party of New Democracy. The current account deficit in that year was almost 11% of GDP.

In 2009, Greece was in a recession for the second year in a row despite a doubling of the government deficit between 2007 and 2009 from almost 7% to 15.7% of GDP. Against Keynesian theory predictions, fiscal expansion not only failed to prevent recession but the recession deepened as the deficit was increasing. There is a number of studies, showing that fiscal spending under certain conditions might have a negative effect on growth. In Greece, public spending financed through borrowing mainly fed external imbalances.

In spring 2010, Greece experienced a sudden stop: it lost access to capital markets and requested financial support from its European partners. Europe established a special supporting mechanism along with the IMF. Greece accepted to implement an Economic Adjustment Programme in exchange for the financial support.

According to the first programme, Greece had to reduce its deficit below 3% of GDP by 2014, address the lack of competitiveness through major structural reforms and safeguard financial stability.

Over the first three years, the Greek government managed to reduce the fiscal deficit by 7 percentage points of GDP and introduced many substantial reforms, which in the discussions that are taking place these days are neglected or ignored. No surprise that later governments prone to clientelism tried to replace or dilute them.

In 2016, six years after the first programme was signed, Greece is back in recession and has a small primary deficit. This is so despite registering a small but positive growth rate in 2014 and a fiscal primary surplus in 2013 and 2014.

Even the current account deficit swung to a surplus; however mainly as a result of a decline in imports rather than an increase in exports. The elimination of the twin deficits (fiscal and current account) came at the expense of growth and employment. Over the eight years — the recession started two years before the first programme — Greece lost almost a quarter of its GDP and unemployment reached 27%.

One could argue that this happened because part of employment was in effect disguised unemployment — in either the quasi-public sector and/or the non-tradable sector — financed by borrowing. At the same period, all social indicators worsened.

Over the crisis, some economists, mainly Anglo-Saxons, have argued that a Greek exit from the Eurozone would benefit the growth prospects of the Greek economy. However, there are good reasons to argue that a Grexit will have disastrous consequences for the Greek economy and the living standards of Greeks.

I believe that after eight years of recession, there is an urgent need to be more sensitive on the issue of rising inequalities. And I am arguing that a Grexit, whether coordinated or not, will result in an increase of inequalities.

A Grexit would imply that Greece would default on a large part of its foreign debt. Without defaulting on a substantial part of debt service obligations, the combination of devaluation and recession would push the total external debt to even higher levels. As a result, Greece would have to produce greater and unattainable current account surpluses in order to meet foreign debt repayments. That is why Greece will have no other option but to default on part of its foreign loan obligations.

The argument that Greece’s exit from the Eurozone would enable the country to enhance the competitiveness of its economy through the devaluation of the currency has no real substance. Most of the key export sectors of the Greek economy, as well as a significant part of production intended for domestic consumption, rely on imported raw materials and imports of intermediate and capital goods, which would be difficult to acquire due to the limited access to foreign exchange.

With the country’s transition to the new currency, the living standards of Greeks will fall dramatically as their real income will fall. In distributional terms, the only groups that stand to gain from a Grexit will be wealthy Greeks, whose assets are already denominated in other currencies and reside abroad. The most vulnerable part of the population will be the first victim of a Grexit. That is why we should oppose recommendations for a Grexit or a break from participation in the Eurozone, as suggested by the German Minister of Finance.

Lesson No 4: Structural changes are necessary to improve growth prospects; but they need time to deliver results.

According to the OECD, Greece was among the countries that introduced a lot of structural changes. But in the same period, the recession was becoming deeper. As a result, citizens lost their faith on the effectiveness of the programme to move the Greek economy out of the recession. Therefore, there is a need to reconsider the growth strategy not by just arguing on the need of more structural changes. Returning to positive growth rates will make our fiscal consolidation easier and will change the view of the markets on the debt sustainability.

Lesson No 5: Now that we have almost balanced the primary deficit, it is about time to reconsider the speed of fiscal consolidation in order to give space to the economy to breath and to fight unemployment.

What is imperative for Greece is to put the economy on a path of sustainable growth. That is a pre-condition to help the most vulnerable part of the society by enabling them to get access to the job market.

As negotiations for the first review of the third programme — that was signed last August — are at their beginning, Greece needs:

  1. a) to design and implement a National Reform Programme with a stronger growth orientation and
  2. b) a decision for debt relief through lengthening bond maturities to 50-70 years and lowering interest rates.

It is correct that the debt-to-GDP ratio increased over the years of fiscal consolidation despite a substantial nominal haircut that took place by 2012. This was due to the recession but also to the fact that Greece continued to have deficits after the 2009 crisis and up to today.

Greece needs to present its own National Reform Programme to transform its economy to become more efficient and more outward oriented. It is important to be ready to introduce reforms in the pension system, judiciary system, in the functioning of the political system and public administration.

These are the major challenges that the current coalition government and the one before failed to address over the last few years. In reality, what we observed since June 2012 was an effort to re-establish a clientelist state. Even worse, since last year the new coalition government is nurturing the idea of an economy that will mainly be controlled by the state, leaving little room if any to private entrepreneurship.

In the meantime, unemployment rate is well above 25% with youth unemployment at 60%. We cannot accept youth unemployment at such levels as a natural phenomenon. The emergence of an extreme pro-nazi party in Greece is a very clear signal on the problems that might arise if we do not take concrete action to address youth unemployment.

In order for Greece to restore growth and address the issue of unemployment and social inequality, there is an urgent need to attract resources — i.e. private investment mainly in the tradable sector of the economy. That would allow the Greek economy to revive its productive potential and capacity — that was ruined during the period of the crisis — and to restore its competitiveness. Young Greeks deserve a better future and it’s our generation’s duty to set the conditions for that.

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη σε εκδήλωση Πανεπιστημίου Αθηνών-Ένωσης για την Προάσπιση των Κοινωνικών Δικαιωμάτων

Έχουν συμπληρωθεί 25 χρόνια από τότε το ασφαλιστικό πρόβλημα βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης ως ζήτημα προς άμεση επίλυση. Έκτοτε αποτελεί προνομιακό πεδίο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης, άγονης όμως όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος.

Στην εικοσιπενταετία που μεσολάβησε έγιναν τουλάχιστον έξι παρεμβάσεις. Από αυτές οι παρεμβάσεις 1902/90 και 2084/92 συνδυαστικά έδωσαν ουσιαστική ανάσα στο ασφαλιστικό σύστημα. Η δεύτερη ουσιαστική παρέμβαση υπήρξε ο Νόμος 3863/2010 ο οποίος έδωσε προοπτική βιωσιμότητας στο ασφαλιστικό. Καθιέρωνε μια σχεδόν καθολική βασική σύνταξη και μια ανταποδοτική αναλογική σύνταξη.

Όριζε μια βασική σύνταξη ύψους 360 ευρώ το μήνα. Όσο για το ύψος της αναλογικής σύνταξης, αυτό εξαρτάται από τα έτη ασφάλισης και τις εισφορές (των ασφαλισμένων και των εργοδοτών τους).

Σε αντίθεση με την επικρατούσα άποψη η μεταρρύθμιση του 2010 δεν επιβλήθηκε από την Τρόικα αλλά ήταν πολιτική απόφαση της κυβέρνησης όπως και οι πρωτοβουλίες για μείωση των δαπανών των κλάδων υγείας των ταμείων κατά 4 δις ευρώ και ο έλεγχος των συντάξεων μέσα από την ΗΔΙΚΑ και των αναπηρικών από τα ΚΕΠΑ.

Αν μπορεί να γίνει κάποια κριτική στο Ν.3863 αυτή αφορά κυρίως τις υποθέσεις πάνω στις οποίες στηρίχτηκε –ως προς το ζήτημα της ανεργίας και της οικονομικής ανάπτυξης- οι οποίες όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξες.

Αυτό οδήγησε στη πολιτική απόφαση για μεγάλη μεταβατική περίοδο με εφαρμογή του νέου τρόπου υπολογισμού συντάξεων την 1η Ιανουαρίου 2015 και ο νέος τρόπος να έχει πλήρη εφαρμογή περίπου το 2030.

Οι παρεμβάσεις συνεχίστηκαν και μετά το 2010 με κυριότερη παρέμβαση τον 4052\2012 ο οποίος αφορούσε τα επικουρικά ταμεία.

Οι παρεμβάσεις με τους Ν. 2676\1999, Ν. 3029\2002 και Ν. 3655\2008 ήταν μικρότερης εμβέλειας και αφορούσαν κυρίως ζητήματα συγκεντροποίησης ασφαλιστικών ταμείων και εξομοίωσης στην αντιμετώπιση των ασφαλισμένων.

Σήμερα, στο κλείσιμο του 2015 ξανασυζητάμε για την ανάγκη παρέμβασης στο ασφαλιστικό μετά την πρωτοβουλία που πήρε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στο πλαίσιο του 3ου μνημονίου.

Να τονίσω ότι το πρόβλημα του ασφαλιστικού σήμερα παρά τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες είναι πολύ μικρότερο ως μέγεθος από εκείνο του 2009.

Τότε χρειαζόμασταν 18,5 δις από τον κρατικό προϋπολογισμό και σήμερα υπολογίζουμε σε 10,5 δισ. Τότε, έπρεπε να προχωρήσουμε σε παρεμβάσεις για να αποτρέψουμε μια αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης από τα 32 δις ευρώ το 2009 στα 48 δισ που θα έφθανε το 2015 με βάση τις μελέτες. Σήμερα είμαστε στα 28,5 δισ και αναζητούμε σταθεροποίηση.

Εύλογα, μπορεί να τεθεί το ερώτημα γιατί ήταν τόσο δύσκολο να γίνουν οι αναγκαίες αλλαγές στο ασφαλιστικό με αποτέλεσμα να μετατίθεται συνεχώς η επίλυση του;

Ο πρώτος λόγος είναι γιατί σε όρους πολιτικής οικονομίας η αδράνεια ωφελούσε τμήματα της κοινωνίας που είχαν δυναμική παρουσία και πελατειακούς μηχανισμούς παρέμβασης στα κόμματα εξουσίας και αντιπολίτευσης.

Κάθε φορά που ανοίγει η σχετική συζήτηση, τα κόμματα της αντιπολίτευσης πολλές φορές και της συμπολίτευσης αλλά και λαϊκιστές διαμορφωτές της κοινής γνώμης έκλειναν πονηρά το μάτι στους συνταξιούχους, λέγοντας τους ότι δεν χρειάζεται να γίνει καμία παρέμβαση. Τυπικό παράδειγμα η απόρριψη των προτάσεων Γιαννίτση το 2001.

Το αποτέλεσμα της αδράνειας, ήταν να φτάσουμε στο σημείο να γίνουν αναγκαστικά και βίαια οι παρεμβάσεις το 2010 και μετά, για να μπορεί το σύστημα να πληρώνει έστω και τις μειωμένες συντάξεις.

Η πολιτική άποψη όσων αντιτάχθηκαν στην αλλαγή αυτή ήταν ότι το ελληνικό σύστημα ασφάλισης ήταν βιώσιμο – σε αντίθεση με όλους τους διεθνείς οργανισμούς που το θεωρούσαν μη βιώσιμο– και ότι οι παρεμβάσεις αυτές ήταν το αποτέλεσμα κυρίως ιδεοληπτικών προσεγγίσεων.

Όμως όλες οι μελέτες που είχαν συνταθεί μέχρι τότε έδειχναν, ότι αν δεν γινόταν παρέμβαση τότε, σε μια δεκαετία οι δαπάνες για το ασφαλιστικό θα έφταναν στο 24% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο.

Αντίθετα, λόγω της ραγδαίας γήρανσης του πληθυσμού, οι προβλεπόμενες εισφορές δεν θα ξεπερνούσαν το 10% του ΑΕΠ. Αυτή η διαφορά εισροών – εκροών στο σύστημα θα οδηγούσε σε τρομακτικές συνθήκες.

Επομένως, η άποψη περί βιωσιμότητας όχι μόνο δεν τεκμηριώνονταν από κάποια μελέτη αλλά όσες υπήρχαν επιβεβαίωναν πόσο ανησυχητική ήταν η κατάσταση.

Η τελευταία μελέτη που έχει γίνει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (The 2015 Ageing Report, Economic and budgetary projections for the 28 EU Member States (2013-2060) δείχνει ότι οι συνταξιοδοτικές δαπάνες το 2013 ήταν στο 16,1% και ήταν οι υψηλότερες σε όλη την Ευρώπη παρά τις περικοπές. Ο μ.ο. στην ευρωζώνη ήταν 12,3%.

Η μεγάλη διαφορά οφείλεται και στην ύφεση που ξεκίνησε από το 2008 και έχει οδηγήσει σε απώλεια της τάξης του 26% στο ΑΕΠ όπως επίσης και στην αύξηση του αριθμού των συνταξιούχων.

Σύμφωνα με την έκθεση, από τις παρεμβάσεις της τελευταίας πενταετίας, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες θα μειωθούν σε λίγο πάνω από το 14% από το 2030 και μετά. Το ποσοστό αυτό θα είναι πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που θα είναι περίπου 13%.

Για να γίνει κατανοητό γιατί κερδίζει η αδράνεια είναι εξίσου αναγκαίο να δούμε και ποιοι ζημιώνουν από τη μη επίλυση.

Το λογαριασμό της μη αντιμετώπισης του ασφαλιστικού καλούνται να τον πληρώσουν:

Α)   Άμεσα οι φορολογούμενοι μέσω της αύξησης της φορολογίας προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η αύξηση συνεισφορών του προϋπολογισμού προς τα ασφαλιστικά ταμεία.

Β)   Έμμεσα, οι νεότερες και οι επερχόμενες γενεές αφού οι φορολογούμενοι κάθε περιόδου επιδιώκουν να μην καλυφθεί το σύνολο των βαρών από νέα αύξηση φορολογίας αλλά να γίνει μετάθεση τους στο μέλλον μέσω της συσσώρευσης χρέους.

Όσο λοιπόν η πρόσβαση μιας χώρας σε φθηνό χρήμα είναι διαθέσιμη τόσο πιο εύκολα μετατίθεται η λύση του προβλήματος. Η ένταξη λοιπόν στην ΟΝΕ είναι ο δεύτερος λόγος που κατέστη λιγότερη πιεστική η ανάγκη επίλυσης του προβλήματος. Διότι παρείχε τη δυνατότητα στη χώρα να αποκτήσει πρόσβαση σε δανεισμό από τις διεθνείς αγορές με χαμηλά επιτόκια.

Αντίθετα, η περιορισμένη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και το υψηλό κόστος δανεισμού της περιόδου πριν την ένταξη στην ΟΝΕ λειτουργούσαν περισσότερο πιεστικά στη λήψη αποφάσεων για να αντιμετωπιστεί το ασφαλιστικό που επιβάρυνε σταθερά το προϋπολογισμό.

Επομένως αυτοί που πληρώνουν το τίμημα της αδράνειας μέσω της συσσώρευσης χρέους και της αβεβαιότητας για τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα είναι οι κυρίως οι νέοι οι οποίοι δεν έχουν ουσιαστική δυνατότητα παρέμβασης στους πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων.

Θέλω, λοιπόν, να θέσω ένα ερώτημα.

Όταν μια γενεά μεταφέρει υπέρμετρα βάρη στην επόμενη γενεά, και με αυτό εννοώ βάρη που δεν δικαιολογούνται από την αρχή της διαγενεαλογικής αλληλεγγύης, πόσο «αριστερή» ή «κοινωνικά δίκαιη» μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η πολιτική;

Οι συντάξεις σήμερα στηρίζονται στις εισφορές αυτών που εργάζονται σήμερα. Αν, λοιπόν, αυτές είναι δυσανάλογες σε σχέση με τις εισφορές ή ανατραπεί η ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς που εργάζονται και εισφέρουν και σε αυτούς που είναι συνταξιούχοι, τότε το σύστημα καταρρέει και καμία σύνταξη δεν είναι εγγυημένη.

Και μια παρένθεση οι εγγυήσεις που παρέχει το Σύνταγμα για τις συντάξεις καμία ουσιαστική αξία δεν έχουν αν το κράτος δεν διαθέτει τους αναγκαίους πόρους για να χρηματοδοτήσει το ασφαλιστικό σύστημα.

Η ένδεια πόρων του ασφαλιστικού και του προϋπολογισμού οδήγησε σε περικοπές. Άρα, οι όποιες αποφάσεις του δικαστικού ελέγχου για ακύρωση τους δεν μπορεί να παραγνωρίζει τα αίτια που οδήγησαν σε αυτές τις περικοπές.

Τονίζω το σημείο αυτό γιατί δεν υπάρχει σταθερός κανόνας από την πλευρά του δικαστικού ελέγχου ως προς το ποιες περικοπές είναι συνταγματικές και ποιες όχι. Πράγμα που σε συνθήκες κρίσης οδηγεί σε απουσία ασφαλούς δημοσιονομικού προγραμματισμού εκ μέρους του νομοθέτη όταν οι περιστάσεις επιβάλλουν αλλαγή στις παροχές.

Μια δεύτερη κριτική επισήμανση προς όσους αντιδρούσαν στις αλλαγές του 2010 και τις επόμενες αφορά το ερώτημα αν το ασφαλιστικό σύστημα ως είχε διακρίνονταν για την διαφάνεια του και την ίση μεταχείριση των ασφαλισμένων.

Η πραγματικότητα όμως ήταν και σε μεγάλο βαθμό παραμένει ακόμη και σήμερα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το συνταξιοδοτικό σύστημα είναι άδικο, αφού το δικαίωμα στη σύνταξη δεν το καθόριζαν διαφανείς και ενιαίοι κανόνες για όλους τους εργαζόμενους, αλλά αδιαφανείς κανόνες, αποτέλεσμα συναλλαγών μεταξύ κομμάτων και εργαζομένων στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων.

Άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων του ΙΚΑ και άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων της ΔΕΗ και του ΟΤΕ. Άλλη η κατά συνταξιούχο ενίσχυση από τον προϋπολογισμό στο ΙΚΑ και άλλη στον συνταξιούχο των ταμείων, της ΔΕΗ και του ΟΤΕ.

Ο κρατικός προϋπολογισμός το 2009 έδινε περίπου 4,5 δις για 1,2 εκατομμύρια ασφαλισμένων του ΙΚΑ και 750 εκατομμύρια για 36.000 ασφαλισμένους της ΔΕΗ.

Αυτά τα χαρακτηριστικά του ασφαλιστικού συστήματος επηρέαζαν και τις επιλογές των εργαζομένων και συνέβαλαν στην διόγκωση του στρεβλού παραγωγικού προτύπου που έφερε τη χώρα στην κρίση του 2009.

Διότι οι πολίτες επέλεγαν να κινούνται προς θέσεις εργασίας στον μη ανταγωνιστικό και εσωστρεφή τομέα της οικονομίας ο οποίος διογκώθηκε σε τέτοια έκταση που το παραγωγικό πρότυπο της χώρας κατέστη μη βιώσιμο.

Δεν ήταν όμως μόνο άδικο το σύστημα, ήταν και σαθρό, αφού δεν υπήρχαν έλεγχοι για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά του ως προς τις κοινωνικές στοχεύσεις.

Παρά τις υψηλές παροχές του ασφαλιστικού συστήματος υψηλότερες από άλλες ευρωπαϊκές ήταν, μέχρι την εκδήλωση της κρίσης, αναποτελεσματικό ως προς το να προστατέψει τους δικαιούχους με ηλικία άνω των 65 από τη φτώχεια.

Η μη επίλυση του ασφαλιστικού δεν είναι χωρίς κόστος για την οικονομία και στις παρούσες συνθήκες υπονομεύει την προοπτική της σταθερής ανάπτυξης στο βαθμό που αφαιρεί δυσανάλογα μεγάλους πόρους από την οικονομία μέσω της επιβολής νέων φόρων.

Επιτρέψτε μου να εξηγήσω τη θέση αυτή.

Στη δημόσια συζήτηση για το ασφαλιστικό και τις λύσεις του επικεντρώνεται μονομερώς στην πλευρά των πόρων του συστήματος και όχι στις πληρωμές παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό πληρωμών στην Ευρώπη και επίσης το κράτος συνεισφέρει ως ποσοστό του ΑΕΠ περισσότερα για τη στήριξη του ασφαλιστικού από όσα άλλες χώρες στην Ευρώπη.

Ερχόμαστε λοιπόν στο κρίσιμο ερώτημα αυτό που αφορά τους πόρους του συστήματος.

Η κυρίαρχη σήμερα άποψη είναι ότι το ασφαλιστικό πρόβλημα μπορεί να λυθεί αν η χώρα επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και ταυτόχρονα επικεντρωθεί στη συλλογή των ασφαλιστικών εσόδων που διαφεύγουν ή επιβάλλει νέες εισφορές σε εισοδήματα για τα οποία δεν καταβάλλονται εισφορές.

Είναι γεγονός ότι η εισφοροδιαφυγή είναι μεγάλη στην Ελλάδα. Η Ελλάδα ως προς τα ασφαλιστικά έσοδα υστερεί έναντι των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών κατά 2,5-3,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σταθερά προ της κρίσης αλλά και μετά την εκδήλωση της κρίσης. Στο πεδίο αυτό έχουν γίνει ουσιαστικές παρεμβάσεις χωρίς όμως ουσιαστικά αποτελέσματα επί του παρόντος.

Σε ότι αφορά την ανάπτυξη είναι επίσης γεγονός ότι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης οδηγούν σταδιακά σε αύξηση της απασχόλησης και επομένως ενισχύονται τα έσοδα του συστήματος. Όμως το πρόβλημα στο ασφαλιστικό υπήρχε και όταν η Ελλάδα έτρεχε σε πραγματικούς όρους με 3-4% κατά μέσο όρο όπως συνέβαινε πριν την κρίση.

Επομένως η ανάπτυξη δημιουργεί πόρους για ένα βιώσιμο ασφαλιστικό υπό την προϋπόθεση ότι η αρχιτεκτονική του έχει στηριχτεί σε παραδοχές που ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα.

Αντίθετα, αν το ασφαλιστικό έχει περιορισμένα έσοδα έναντι αυξανόμενων δαπανών, τότε δημιουργεί τεράστιες δημοσιονομικές πιέσεις αφού η διατήρηση του επιπέδου των παροχών προϋποθέτει πρόσθετη ενίσχυση από τον προϋπολογισμό. Οι ανάγκες αυτές μπορεί να οδηγήσουν σε δημοσιονομική εκτροπή και τότε να χαθεί η προοπτική μιας βιώσιμης ανάπτυξης.

Τίθεται λοιπόν εύλογα το ερώτημα αν η απουσία ουσιαστικής παρέμβασης στο ασφαλιστικό τα προηγούμενα χρόνια σχετίζεται με την κρίση δημόσιου χρέους ή όχι;

Με βάση τα δεδομένα του Οκτωβρίου του 2009, όταν ανέλαβα καθήκοντα στο ΓΛΚ, το ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόταν 1,5 δις μηνιαίως ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καταβάλει τρέχουσες συντάξεις. Αυτό σημαίνει, ότι χρειαζόταν 18 δις το χρόνο.

Είναι ενδεικτικό, ότι όταν μπήκαμε στην ΟΝΕ, η στήριξη του προϋπολογισμού προς τους ΦΚΑ ήταν της τάξης των 5,4 δις περίπου ή 4% του ΑΕΠ. Το 2009 είχε φτάσει στα 18,9 δις ή 8,2% του ΑΕΠ.

Αν είχε σταθεροποιηθεί η συνεισφορά του προϋπολογισμού στο επίπεδο του 2001, η χώρα θα είχε περίπου 75 δις λιγότερο χρέος από αυτό που είχε το 2009.

Με λίγα λόγια, 1 στα 4 ευρώ περίπου που χρωστούσε η χώρα το 2009 οφείλονταν στο γεγονός, ότι τη δεκαετία του 2000 δεν προνόησαν οι κυβερνήσεις να ανακόψουν αυτή την ανησυχητική πορεία αύξησης της χρηματοδότησης των ταμείων από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Τελευταία γίνεται αναφορά, στις απώλειες που προκάλεσε το PSI στα αποθεματικά των ταμείων ως παράγοντα που ευθύνεται για την πορεία του ασφαλιστικού. Πρόκειται για φτηνό πολιτικάντικο λαϊκισμό και προκλητική άγνοια των πραγματικών δεδομένων που επιχειρεί να συσκοτίσει τα πραγματικά αίτια του ασφαλιστικού προβλήματος.

Μιλάνε για απώλεια ύψους 26 δις όταν πριν το PSI το σύνολο των ομολόγων των ταμείων ήταν 25,6 δις. Η αλήθεια είναι ότι η απώλεια ήταν της τάξης των 11,7 δις σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας και της Τράπεζας της Ελλάδος.

Θα μπορούσε να είχε ελαχιστοποιηθεί αν ορισμένες διοικήσεις ταμείων εισάκουγαν σχετικές συμβουλές για πλήρη αναπλήρωση των απωλειών. Για παράδειγμα η ΑΕΔΑΚ του ΙΚΑ δεν είχε καμία απώλεια αφού η αρχική απώλεια των 220 εκ ευρώ αναπληρώθηκε από ισόποσα κέρδη μετά τη ρευστοποίηση των ομολόγων EFSF που έλαβε με το PSI και την τοποθέτηση του σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου.

Αποσιωπάται το γεγονός ότι ο κρατικός προϋπολογισμός από το 2010 και μετά και παρά τις παρεμβάσεις συνεισέφερε περίπου 100 δις για τη στήριξη του ασφαλιστικού. Εννέα δηλαδή φορές περισσότερα από όσα χάθηκαν με το PSI.

Αποσιωπάται το γεγονός ότι στην περίοδο 2000-2015 ο κρατικός προϋπολογισμός στήριξε τα ασφαλιστικά ταμεία με 200 δισ δηλαδή με ποσό που ισούται με τα 2\3 του χρέους.

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα αφού έγιναν παρεμβάσεις στο σύστημα γιατί σήμερα εξακολουθεί να έχει προβλήματα; Γιατί δεν έχει αντιμετωπιστεί κατά τρόπο ουσιαστικό ώστε να δημιουργεί αίσθηση ασφάλειας σε βάθος χρόνου στους εργαζόμενους αλλά και στους εργοδότες και να συνεισφέρει μέσω της βελτίωσης του οικονομικού κλίματος στην έξοδο της χώρας από την ύφεση στην οποία είναι βυθισμένη από το 2008;

Η απάντηση σχετίζεται σε σημαντικό βαθμό με συγκυριακούς παράγοντες.

Με ανεργία της τάξης του 1,3 εκ και με τη μείωση των μισθών τα ασφαλιστικά έσοδα έχουν μειωθεί σημαντικά.

Η οικονομία είναι σε ύφεση από το 2008 και οι επιχειρήσεις κλείνουν ή αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τα ταμεία.

Η έλλειψη βεβαιότητας για το μέλλον και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων, είχε ως αποτέλεσμα να προσφύγουν πολλοί στη σύνταξη και να αυξηθούν απότομα οι πληρωμές του συστήματος. Σήμερα, οι δικαιούχοι σύμφωνα με το σύστημα Ήλιος είναι 2.650.00. Εκκρεμούν αιτήσεις για συνταξιοδότηση που, σύμφωνα με πληροφορίες που αναφέρονται στον τύπο, ανέρχονται σε περίπου 250.000. Το ανησυχητικό είναι ότι σε ποσοστό που φτάνει το 50% οι νέοι συνταξιούχοι είναι στην ηλιακή κατηγορία 51-61.

Πράγμα που σημαίνει ότι οι παροχές του συστήματος εξακολουθούν να λειτουργούν ως κίνητρο για την έξοδο στη σύνταξη εισάγοντας στρεβλώσεις στις επιλογές των εργαζομένων ως προς τις επιλογές τους. Με λίγα λόγια η κρίση επιτάχυνε την πρόωρη έξοδο από την αγορά εργασίας και αυτό θα επηρεάσει αρνητικά τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.

Είναι σωστή η άποψη ότι η επιστροφή στην ανάπτυξη και στην πλήρη απασχόληση μπορεί να προσφέρει κάποια ανακούφιση στο ασφαλιστικό. Δεν μπορεί όμως να αναστρέψει μια πραγματικότητα ότι η κατανομή των βαρών εντός της ίδιας γενεάς αλλά και μεταξύ διαφορετικών γενεών ακόμη και σήμερα είναι και άνιση και κοινωνικά άδικη.

Άρα είμαστε σε αναζήτηση μιας νέας παρέμβασης που θα θέσει σε σταθερή τροχιά το ασφαλιστικό, θα βοηθήσει στην επίτευξη βιώσιμων δημόσιων οικονομικών προϋπόθεση για μετάβαση σε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Στο δημόσιο διάλογο που διεξάγεται για τη νέα παρέμβαση στο ασφαλιστικό θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ποια είναι η στόχευση της. Διότι σύμφωνα με την μελέτες της Ε.Ε. ο Ν. 3863 εγγυάται τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού. Επομένως θα πρέπει οι προτάσεις που θα κατατεθούν να αποσαφηνίζουν ποια είναι η πραγματική στόχευση και πως αυτή θα επιτευχθεί.

Σε κάθε περίπτωση οι νέες προτάσεις θα πρέπει να συνοδεύονται από σχετικές επεξεργασίες με πληροφόρηση για τον ασφαλισμένο που θα καταδεικνύουν μέσω της σύγκρισης με τις προβλέψεις του Ν. 3863 ποιες αλλαγές επέρχονται και πως γίνεται η κατανομή των βαρών εντός της ίδιας γενεάς αλλά και μεταξύ των διαφορετικών γενεών με το νέο σύστημα και με το Ν. 3863.

Τότε και μόνον τότε η νέα παρέμβαση θα εξασφαλίσει την ευρύτερη δυνατή κοινωνική συναίνεση όταν γίνει σε συνθήκες απόλυτης διαφάνειας και χωρίς να συνεχίζει τις παθογένειες του παρελθόντος όπου όσοι είχαν πρόσβαση στους πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων διασφάλιζαν τα προνόμια τους.

Η επίλυση όμως του ασφαλιστικού δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της επικέντρωσης στους πόρους του συστήματος. Ειδικότερα, προτάσεις που αφορούν περαιτέρω αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών θα πρέπει να αξιολογηθούν και με γνώμονα την επίπτωση στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την ανάπτυξη.

Η νέα παρέμβαση για το ασφαλιστικό θα πρέπει να στοχεύει και στη διευκόλυνση του διαρθρωτικού μετασχηματισμού της οικονομίας. Να μην εισάγει στρεβλώσεις που ευνοούν τη δραστηριοποίηση των εργαζομένων στο μη ανταγωνιστικό και εσωστρεφές τμήμα της οικονομίας το οποίο υπήρξε και η αιτία που φτάσαμε στην κατάρρευση του 2009. Η χώρα πρέπει να θέσει ως προτεραιότητα την αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου ώστε να δημιουργηθούν νέες και βιώσιμες θέσεις εργασίας στον ανταγωνιστικό και εξωστρεφή τομέα και να αυξηθούν τα εισοδήματα και επομένως οι πόροι του συστήματος.

Η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα ειδικά σε συνθήκες κρίσης και έξαρσης των κοινωνικών ανισοτήτων είναι πως θα διασφαλιστεί η επάρκεια συντάξεων ώστε να προστατεύονται οι ηλικιωμένοι από τη φτώχεια αλλά και πως οι συνταξιοδοτικές δαπάνες θα είναι συμβατές με βιώσιμα δημόσια οικονομικά.

Με αφορμή τη νέα παρέμβαση έχουμε υποχρέωση να επανεξετάσουμε τις οικονομικές και κοινωνικές προτεραιότητες και να κλείσουμε τα αυτιά στις σειρήνες ένθεν κακείθεν που υπόσχονται εύκολες λύσεις ή ακόμη και επιστροφή στη «belle époque» του 2009.

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη στην εκδήλωση με θέμα: «Σοσιαλδημοκρατία και Ανανεωτική Αριστερά» στο Ξενοδοχείο ΤΙΤΑΝΙΑ

Η διεθνής κρίση του 2008, ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός της διετίας 2007-2009 και το συσσωρευμένο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας, ειδικά από το 2004 και μετά, οδήγησαν στη μεγαλύτερη μεταπολεμική οικονομική κρίση της Ελλάδας και στην ανατροπή της αρχιτεκτονικής της μεταπολιτευτικής πολιτικής σκηνής.

Το βαρύτερο τίμημα της διαχείρισης της κρίσης αλλά και λανθασμένων πολιτικών και οικονομικών επιλογών της μεταπολίτευσης, το πλήρωσε το ΠΑΣΟΚ, το οποίο υποδεκαπλασίασε την εκλογική του δύναμη μετά από 30 χρόνια πολιτικής ηγεμονίας.

Σε αυτή την πτώση του συνέβαλε, καθοριστικά, το γεγονός ότι, όλες ανεξαιρέτως οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις, παρά την κρίσιμη εθνικά συγκυρία, επέλεξαν να υιοθετήσουν έναν πρωτοφανή λαϊκισμό και να ενοχοποιήσουν το κόμμα που ανέλαβε να αντιμετωπίσει την κρίση καθώς και το γεγονός, ότι η εθνικολαϊκιστική αυτή αφήγηση είχε τεράστια απήχηση και έγινε κυρίαρχη στην ελληνική κοινή γνώμη.

Αν το πρόβλημα ήταν αποκλειστικά συνδεδεμένο με το ΠΑΣΟΚ, θα περίμενε κανείς, ότι οι άλλες πολιτικές δυνάμεις που κινούνται στο χώρο της Σοσιαλδημοκρατίας ή της Ανανεωτικής Αριστεράς και αναδείχτηκαν στην περίοδο της κρίσης, θα κατάφερναν να ενισχύσουν ή να διατηρήσουν τις δυνάμεις τους (ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.). Κάτι τέτοιο όμως, δεν συνέβη.

Στην πραγματικότητα, το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε αντιμέτωπο με τα αδιέξοδα των πρότερων οικονομικών πολιτικών του, της ατολμίας του να αντιμετωπίσει το θεσμικό έλλειμμα της χώρας και τη διαφθορά, αλλά και της αδυναμίας του να παρακολουθήσει τις εξελίξεις στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό και να καταθέσει προτάσεις πολιτικής για τα νέα δεδομένα.

Άργησε να κατανοήσει, ότι ο εθνικός κεϋνσιανισμός σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης και ΟΝΕ μεσομακροπρόθεσμα δεν οδηγεί παρά μόνο σε απώλεια ανταγωνιστικότητας και διόγκωση του δημόσιου χρέους. Ότι, το θεσμικό έλλειμμα και οι δυσλειτουργίες της δημόσιας διοίκησης επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη.

Έτσι, η εκλογική πορεία των σοσιαλιστικών κομμάτων στην Ελλάδα, με καθυστέρηση, ακολουθεί αυτή των αντίστοιχων κομμάτων στην υπόλοιπη Ευρώπη που επέδειξαν την ίδια αδυναμία.

Οι μεταπολεμικές εκλογικές επιδόσεις αυτών των κομμάτων έχουν ως εξής: ο μέσος όρος της επίδοσης τους στην περίοδο 2009-2013 ήταν περίπου 23% έναντι 33,5% που ήταν η ιστορικά υψηλότερη επίδοση στη δεκαετία του 1960.

Επομένως, αυτό που κάνει τη διαφορά στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι το μέγεθος των απωλειών και όχι η κατεύθυνση.

Το 44% του ΠΑΣΟΚ το 2009 ήταν η εξαίρεση – και όχι ο κανόνας – μιας αναμενόμενης καθοδικής πορείας στο μέλλον. Οι μετέπειτα εξελίξεις απλά επιτάχυναν την πορεία. Αλλά και η κατάρρευση στο 4,6% τον Ιανουάριο του 2015 ήταν η εξαίρεση και όχι ο κανόνας σε μια καθοδική πορεία.

Υπό όρους και προϋποθέσεις, που έχουν να κάνουν με τις επιλογές του και τις εσωτερικές του συγκρούσεις πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της κρίσης, θα μπορούσε να είχε διατηρήσει ποσοστά της τάξης του 20%-25% όπως συμβαίνει και με άλλα Σοσιαλιστικά κόμματα στον Ευρωπαϊκό Νότο.

Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στην έναρξη μιας συζήτησης για το μέλλον και τις προοπτικές της Ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας. Ανάλογες αναζητήσεις που οδηγούν και στη διοργάνωση της σημερινής εκδήλωσης κυριαρχούν και στο χώρο της Ανανεωτικής Αριστεράς.

Το πρώτο ερώτημα, στο οποίο οφείλουμε να απαντήσουμε – όσοι εξακολουθούμε να πιστεύουμε στις θεμελιώδεις αξίες της σοσιαλδημοκρατίας – είναι:

«Έχει μέλλον και προοπτική η Ελληνική Σοσιαλδημοκρατία»;

Να επισημάνω στο σημείο αυτό, ότι το ερώτημα αυτό δεν είναι ανεξάρτητο από την πορεία και τις προοπτικές της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας. Πέρα από τις όποιες εθνικές ιδιαιτερότητες, τα βασικά προβλήματα είναι κοινά.

Πρόσφατα στο δημόσιο διάλογο, ο Ν. Μουζέλης διατύπωσε την άποψη ότι «η Σοσιαλδημοκρατία όπως και η οικονομία ακολουθεί μια κυκλική πορεία και η Σοσιαλδημοκρατία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι πολύ πιθανό να ανακάμψει».

Θεωρώ, ότι η κυκλικότητα που επικαλείται ο καθηγητής Ν. Μουζέλης, δεν διασφαλίζει από μόνη της την ανάκαμψη της Σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη.

Μετά την κρίση του 2008, που οδήγησε σε τεράστιες απώλειες σε ΑΕΠ και θέσεις εργασίας και διόγκωσε τις κοινωνικές ανισότητες, η Σοσιαλδημοκρατία θα πρέπει να αναζητήσει νέους δρόμους και νέες απαντήσεις στις μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ατελούς ΟΝΕ.

Απαντήσεις που κινούνται πέρα από τον εθνικό κεϋνσιανισμό της χρυσής εικοσιπενταετίας 1945-1970 αλλά και πέρα από τον Τρίτο Δρόμο του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος της δεκαετίας του 1990.

Έτσι μόνο μπορεί να ανακτήσει δυνάμεις και να αποκαταστήσει τη δυνατότητα της να εκφράζει πολιτικά προοδευτικές κοινωνικές συμμαχίες. Σε αυτό το σημείο θα επανέλθω αργότερα.

Μετά την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, ηγετικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ προεξοφλούν το τέλος της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας.

Παρενθετικά να υπενθυμίσω, ότι η εχθρική στάση της κομμουνιστικής Αριστεράς έναντι του ΠΑΣΟΚ έχει ιστορικό βάθος και πηγαίνει τουλάχιστον δύο δεκαετίες πίσω.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει, ότι η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ συνέβη επειδή εγκατάλειψε την «προοδευτική» του ατζέντα, υπηρετώντας νεοφιλελεύθερες μνημονιακές πολιτικές.

Το μέλλον – κατά αυτούς – ανήκει στο Σύριζα και στη νέα Ευρωπαϊκή Αριστερά και όχι στην Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία και στις πολιτικές δυνάμεις που την εκπροσωπούν στην Ελλάδα.

Η θέση αυτή όμως, ακυρώνεται από το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου, εφαρμόζει τις μνημονιακές πολιτικές τις οποίες κατήγγελλε μέχρι και το δημοψήφισμα.

Το αντιμνημόνιο ήταν για τον ΣΥΡΙΖΑ «last year». «This year different story» από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ας δει κανείς, τις εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα, με την πλήρη ιδιωτικοποίηση των δύο πρώτων τραπεζών ή τις ρυθμίσεις στο θέμα της πρώτης κατοικίας και θα καταλάβει την ανοχή\ευελιξία στην αλλαγή πορείας.

Το ιδεολογικό φορτίο του τρίτου μνημονίου είναι πολύ πιο εμφανές έναντι αυτού του πρώτου και του δεύτερου.

Να επισημάνουμε, ότι με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία εξουδετερώνονται ή εξομαλύνονται κοινωνικές αντιστάσεις σε μεταρρυθμίσεις, που στοχεύουν στην αλλαγή της διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας, ώστε να μετασχηματιστεί σε πιο ανταγωνιστική και εξωστρεφή.

Άρα, η μόνη διαθέσιμη επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ για να έχει πολιτική νομιμοποίηση από εδώ και πέρα, είναι η δυνατότητά του να κερδίσει τουλάχιστον τη μάχη στην καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων και να στηρίξει όσους επλήγησαν από την κρίση.

Αυτό όμως θα πρέπει να αφορά και τους εργαζόμενους και άνεργους του ιδιωτικού τομέα, καθώς μέχρι σήμερα οι όποιες ευαισθησίες του ΣΥΡΙΖΑ εξαντλούνται στους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα.

Αυτή όμως η ατζέντα – δηλαδή, η έμφαση στην καταπολέμηση των ανισοτήτων και η στήριξη των οικονομικά αποκλεισμένων – είναι ατζέντα και της σύγχρονης Σοσιαλδημοκρατίας και σημείο συνάντησης της Σοσιαλδημοκρατίας με την Ανανεωτική Αριστερά.

Όσο δε, για το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, οι ίδιοι αναγνωρίζουν ότι είναι εθνικο-κεϋνσιανό, στα πρότυπα της δεκαετίας του 1980.

Είναι ένα πρόγραμμα που οδηγεί σε οικονομικές αναποτελεσματικότητες.

Πολιτικές, που όταν εφαρμόστηκαν αλόγιστα μεταξύ 2007-2009, οδήγησαν τη χώρα στην κρίση του 2009.

Οι επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ, μετά το Δημοψήφισμα, περισσότερο προσαρμόζονται στο πλαίσιο που διαμορφώνουν οι διεθνείς συσχετισμοί και ειδικότερα οι ευρωπαϊκοί καθώς και οι οικονομικοί καταναγκασμοί.

Όσο, λοιπόν, η Ελλάδα βρίσκεται εκτός αγορών, οι βαθμοί ελευθερίας του στην άσκηση οικονομικής πολιτικής είναι ελάχιστοι.

Έτσι, ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση συνάντησε την ΤΙΝΑ (There is no Alternative) και την ερωτεύτηκε παράταιρα και παράφορα για να δικαιολογήσει την αλλαγή πορείας.

Η αποτελεσματικότητά του στο να οδηγήσει την χώρα σε μια πορεία σταθερής ανάπτυξης, θα καθορίσει τη δική του προοπτική στην υπό διαμόρφωση νέα αρχιτεκτονική της ελληνικής πολιτικής σκηνής.

Όμως, τόσο το προεκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ όσο και η δεκάμηνη πορεία του στην Κυβέρνηση, μαρτυρούν την τάση του προς μια στενά ελεγχόμενη από το κράτος και αλλεργική στις ιδιωτικές επενδύσεις οικονομική ανάπτυξη. Εξίσου, προβληματική στάση, έχει επιδείξει και στο ζήτημα του θεσμικού ελλείμματος που επίσης εξηγεί πως φτάσαμε στο 2009. Αντίθετα, πολλές επιλογές του, αναπαράγουν παθογένειες που προϋπήρχαν της κρίσης ή επανήλθαν με την κυβέρνηση Σαμαρά.

Αυτό, σε μεγάλο βαθμό, προδικάζει και την απάντηση στο ερώτημα, αν μπορεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση.

Αυτή η εξέλιξη, μας υποχρεώνει να απαντήσουμε στο ερώτημα, μήπως ο ΣΥΡΙΖΑ τελικά μετεξελιχθεί εξ ανάγκης σε ένα «ριζοσπαστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα». Γιατί, όπως λέει και ο λαός, «είναι το αγώγι που κάνει τον αγωγιάτη».

Εκτιμώ, ότι η παρούσα ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ δεν επιθυμεί ούτε και επιδιώκει τη μετεξέλιξή του σε Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.

Ούτε, να ταυτιστεί με τα οράματα και τις αξίες της Ανανεωτικής Αριστεράς και αναφέρομαι στο τμήμα εκείνο της ανανεωτικής που θέτει ως στόχο τον εξανθρωπισμό του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Γιατί αντιλαμβάνομαι, ότι ένα τμήμα της εξακολουθεί να οραματίζεται τη μετάβαση στο Σοσιαλισμό με δημοκρατικά μέσα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιδιώξει να ακολουθήσει μια πορεία που ως προς το τυπικό θα μοιάζει με αυτή του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος πριν την διάχυσή του στο Δημοκρατικό Κόμμα ή του ΑΚΕΛ.

Η σύγκριση, βέβαια, ΣΥΡΙΖΑ με το ΙΚΚ, ίσως να αδικεί το ΙΚΚ που ήταν πάντα ένα σοβαρό, μετριοπαθές, μη-λαϊκίστικο κόμμα, το οποίο είχε ξεκινήσει τη στροφή του δεκαετίες πριν γίνει Σοσιαλδημοκρατικό με την υιοθέτηση του «Ευρωκομμουνισμού».

Σε κάθε περίπτωση, ο ΣΥΡΙΖΑ θα μιλά και θα αυτοπροσδιορίζεται ως «Αριστερά» αλλά στην πράξη η οικονομική του πολιτική θα είναι εντός του πλαισίου που συνδιαμορφώνει η συμμετοχή στην ΟΝΕ και στην Ε.Ε.

Εκτιμώ, ότι θα επιδιώξει την περαιτέρω αποδυνάμωση ή εξαφάνιση των υπαρχουσών Σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων (Δημοκρατική Συμπαράταξη, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.). ή δυνάμεων της Ανανεωτικής Αριστεράς.

Αυτό δείχνει, η άτυπη αλλά υπαρκτή «συμμαχία» του με την «νέο-καραμανλική» πτέρυγα της Δεξιάς παράταξης.

Έτσι εξηγείται και το γεγονός, ότι κάποιοι Ευρωπαίοι Σοσιαλδημοκράτες συνομιλούν ήδη με το ΣΥΡΙΖΑ και ταυτόχρονα προτρέπουν τη Δημοκρατική Συμπαράταξη και το Ποτάμι να διερευνήσουν τη δυνατότητα κυβερνητικής συνεργασίας μαζί του.

Η προοπτική, λοιπόν, των υφιστάμενων δυνάμεων της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας να πρωταγωνιστήσουν στην ανασύνταξη του χώρου μόνες ή σε συνεργασία με δυνάμεις της ανανεωτικής και μεταρρυθμιστικής Αριστεράς του πολιτικού φιλελευθερισμού και της πολιτικής οικολογίας, σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί, από την δυνατότητά τους να κτίσουν από την αρχή σχέσεις εμπιστοσύνης με τις κοινωνικές δυνάμεις που θέλουν να εκπροσωπήσουν.

Αλήθεια, όντας ανάμεσα σε Σοσιαλδημοκράτες και Ανανεωτικούς Αριστερούς, θα είχε ενδιαφέρον να συζητήσουμε, ποιους θέλουμε να εκπροσωπήσουμε σε αυτή τη νέα πορεία;

Η Ελλάδα έχει πληθυσμό 11 εκατ περίπου. Ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός είναι 4.740.000 άτομα με 3.500.000 άτομα στην απασχόληση, 1.240.000 άτομα στην ανεργία. Οι συνταξιούχοι είναι 3 εκατ και περίπου 3,3 εκατ είναι ο οικονομικά μη ενεργός πληθυσμός.

Εξακολουθούμε να επιδιώκουμε την πολιτική εκπροσώπηση μόνο των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας;

Αν όχι, ποιες νέες κοινωνικές συμμαχίες θέλουμε να οικοδομήσουμε και κάτω από ποιό πολιτικό πρόγραμμα και με ποιά πολιτική στόχευση;

Η άποψή μου είναι, ότι πρέπει να εργαστούμε για να οικοδομήσουμε την κοινωνική συμμαχία των παραγωγικών δυνάμεων, που καινοτομούν, αναλαμβάνουν ρίσκο και δημιουργούν νέο πλούτο από τη μία, και των οικονομικά αποκλεισμένων και των νέων από την άλλη.

Αυτό προϋποθέτει, ότι είμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε σε ερωτήματα που στην καθημερινότητα τα προσπερνάμε εύκολα αλλά δυστυχώς ,αυτή η επιλογή μας εξηγεί, γιατί είμαστε η μόνη χώρα που παραμένει σε πρόγραμμα.

Ερωτήματα, όπως:

  • Μετά από μια χαμένη δεκαετία για την ανάπτυξη τι σημαίνει «φιλελεύθερη» οικονομία και συνακόλουθα «πολιτική» και τι «σοσιαλδημοκρατική»;

  • Η Σοσιαλδημοκρατία ή η Ανανεωτική Αριστερά, έχουν κάποια θέση που απαντά στο ερώτημα, αν σε συνθήκες κρίσης και ύφεσης βρεθείς αντιμέτωπος με ελλείμματα της τάξης του 15,5% του ΑΕΠ, πως τα αντιμετωπίζεις; Τα αφήνεις ως έχουν; Τα αφήνεις να αυξηθούν ή τα μειώνεις;

  • Η ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας είναι στόχοι ή, θα έπρεπε να είναι στόχοι της Σοσιαλδημοκρατίας και της Ανανεωτικής Αριστεράς ή όχι;

Το ζήτημα της παραγωγικότητας είναι κρίσιμο για την κοινωνική και οικονομική ανασύνταξη της χώρας μας.

Το ίδιο συμβαίνει και στην Ευρώπη, που τα τελευταία 30 χρόνια έχει χάσει την μεταπολεμική παραγωγική της ισχύ και βασίζεται ολοένα και περισσότερο στα εισοδήματα και τις προσόδους.

Το γερασμένο ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο αποθαρρύνει ουσιαστικά την ανάληψη κινδύνων και ρίσκου, δηλ. την επιχειρηματικότητα, ιδιαίτερα σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Άπω Ανατολή.

Είναι ολοφάνερη η ιδεολογική αδυναμία της Σοσιαλδημοκρατίας να υπερασπιστεί την αναγκαιότητα της «παραγωγικότητας».

Η δημιουργία νέου πλούτου και αξίας εξαρτάται από τον βαθμό ανάληψης επιχειρηματικών πρωτοβουλιών και καινοτομιών.

Η καινοτομία και η επιχειρηματικότητα είναι στην ουσία τους ανάληψη κινδύνων και ρίσκων. Αυτό είναι που τις καθιστά πηγή κοινωνικού πλούτου και αξίας.

Είναι εξόχως παραπλανητική η αντίληψη, ότι η Συντήρηση προωθεί ένα πνεύμα πρωτοβουλίας, ελευθερίας και ανάπτυξης της παραγωγικής επιχειρηματικότητας.

Αντιθέτως, υπερασπίζεται και ενθαρρύνει προνόμια, εισοδήματα και προσόδους, δηλαδή, κυβερνητικές πολιτικές που επιτρέπουν στους ισχυρούς να νέμονται εισοδήματα που δεν προέρχονται από την παραγωγή νέου πλούτου και αξίας αλλά από ανταμοιβές κεφαλαίων τοποθετημένων σε μη παραγωγικές χρήσεις ελάχιστου ρίσκου που δεν ευνοούν την ανάπτυξη και την ευημερία και εντείνουν τις ανισότητες.

Οι προγραμματικές αυτές αναζητήσεις και συνθέσεις, προϋποθέτουν ένα ελληνικό (προσωπικά, θεωρώ αναγκαίο ένα Ευρωπαϊκό) «Επινέ» ή «Μπαντ Γκόντεσμπεργκ», όπου θα αναδειχθεί η νέα προγραμματική πρόταση για την έξοδο από την κρίση και την επόμενη ημέρα αλλά και οι νέες προοδευτικές συμμαχίες.

Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για τις υπάρχουσες δυνάμεις της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας, της Ανανεωτικής Αριστεράς, αν θέλουν να έχουν προοπτική και να συμβάλλουν καταλυτικά στη διαμόρφωση της νέας πολιτικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα.

Διαφορετικά, κινδυνεύουν να «φινλανδοποιηθούν» ή να εξαφανιστούν.

Κέρκυρα 22 Ιουλίου 2015

Grexit is a socially unjust policy proposal

Almost 20 years ago a significant majority of Greek economists came to the conclusion that it would be to the benefit of Greece to join EMU. Greece would lose the instrument of monetary and exchange rate policy but it was expected to gain in terms of monetary stability and growth prospects.

The major political parties also shared the same view not only for economic reasons but for political reasons too.

According to this view, EMU was seen as a step towards further political and economic integration in Europe. While in the mid-1990s it was obvious that it would be very difficult for Greece to join EMU in 1999, the official date of inception, it was agreed that Greece had to get prepared to join EMU at a later stage.

One can successfully argue that Greece did not, and probably still is not, meeting the theoretical criteria to belong to an optimum currency area. However, Greek economists and political parties were aware that in a globalized economy Greece had to adapt and make its economy more competitive and outward oriented.

They did understand at the time that there was an urgent need to introduce politically difficult reforms. Their expectation was that by joining EMU Greece would be more keen to introduce the necessary reforms through peer pressure.

Nine years after joining the Euro Area Greece was trapped in an unsustainable economic path. In almost every year until 2009 there was a government deficit, on an increasing trend post-2006. As a result while Greece joined the EA with a debt to GDP ratio below 100% and despite the high growth rates of the nine year period 2000-9, the debt to GDP ratio stood at 127% in 2009. In that year, the government deficit reached 15.7% of GDP, and not 6% as had been reported by the governing conservative party of New Democracy. The current account deficit in that year was almost 11% of GDP.

Greece was in a recession for the second year in a row despite a doubling of the government deficit between 2007 and 2009 from almost 7% to 15.7% of GDP. Against Keynesian theory predictions, fiscal expansion not only failed to prevent recession but the recession deepened as the deficit was increasing.

In spring 2010 Greece experienced a sudden stop: it lost access to capital markets and requested financial support from its European partners. Europe established a special mechanism and along with the IMF. Greece accepted to implement an Economic Adjustment Program in exchange for the financial support.

Over the first three years the Greek government managed to reduce the fiscal deficit by 7 percentage points and introduced many substantial reforms which in the discussions that are taking place today are neglected or ignored. Later governments prone to clientalism tried to replace or dilute them.

And this critique applies to both the conservative government of Mr. Samaras and to the Syriza -ANEL coalition government. Just to give an example: Syriza both as an opposition party and once in government opposed the assessment of academic staff in Greek universities. I would imagine that not assessing academic staff would be unacceptable both to UK and the USA.

In 2015, five years after the first program was signed Greece is still in recession and is expected to be so until 2016 inclusive. This is so despite registering a small but positive growth rate in 2014 and a primary surplus in 2013 and 2014. Even the current account deficit swing to a surplus however mainly as a result of a decrease in imports rather than an increase in exports.

The elimination of the twin deficits (fiscal and current account) came at the expense of growth and employment. Over the last seven years – the recession had started two years before the first program – Greece lost almost a quarter of its GDP and unemployment reached to 27%. At the same period all social indicators worsened.

Over the crisis some economists, mainly Anglo-Saxons, have argued that a Greek exit from the Eurozone will benefit the growth prospects of the Greek economy.

However there are good reasons to argue that a Grexit will have disastrous consequences for the Greek economy and the living standards of Greeks.

I believe that progressives should be more sensitive on the issue of rising inequalities. And I am arguing that a Grexit whether coordinated or not will result in an increaser of inequalities.

Although we have no experience of a country leaving EMU, over the last decades many countries mainly in Eastern Europe members of political unions left the union and introduced their own currency. However a Grexit would bear no similarity to the experience either of the break-up of Czechoslovakia or of Argentina. Because Greece at the moment has no access to capital markets at reasonable interest rates and is not in a program to get financial support for its funding needs.

Due to these limitations in the event of a Grexit, the economy will face two important financial constraints:

  1. i) The current account deficit would have to be in surplus to ensure the necessary net inflow of funds to finance imports and cover external debt repayments.
  2. ii) The budget deficit would need to be balanced. This implies a further reduction in spending. Otherwise the deficit would have to be financed by the country’s central bank through the issue of a new currency.

The inflationary pressures will soon lead to a hyperinflation as we have seen twice in the past history of Greece. In the mid 1920’s and in late 1940’s when deficits were financed through printing new money.

A Grexit would imply that Greece would default on a large part of its foreign debt. Without defaulting on a substantial part of debt service obligations, the combination of devaluation and recession would push the total external debt to even higher levels.

As a result Greece would have to produce greater and unattainable current account surpluses in order to meet foreign debt repayments.

That is why Greece will have no other option but to default on part of its foreign loan obligations.

Inflation will rise pushed up by

  1. a) the monetization of the deficit and debt repayments
  2. b) the impact of the devaluation on the CPI through the higher price of imported goods and services
  3. c) the pressure for adjustment of nominal wages.

With the country’s transition to the new currency, the living standards of Greeks will fall dramatically as their real income will fall. The wealth of Greeks, including the value of property and deposits, will undergo a similar sharp decline.

The argument that Greece’s exit from euro would enable the country to enhance the competitiveness of its economy through the devaluation of the currency has no real substance.

Most of the key export sectors of the Greek economy, as well as a significant part of production intended for domestic consumption, rely on imported raw materials and imports of intermediate and capital goods which it would be difficult to obtain due to the limited access to foreign exchange.

Therefore Greek firms would be forced to reduce their output and put their survival into doubt. Because their decision will in turn hamper access to finance and force them at the end of the day to default on their obligations with overseas creditors.

But even sectors such as tourism would not be able to fully benefit from Grexit as transportation costs and energy prices, would absorb a significant part of the benefit gained from depreciation. In the very short term, the tourism sector would also be severely hit by the uncertainty caused by the country’s default.

The increased pressure to recover salary losses resulting from domestic inflation –a known experience from 1980’s and 1990’s- would lead to even higher inflation gradually undermining any gains in competitiveness deriving from the initial devaluation.

In such conditions it will be very difficult to attract investment and consumption will collapse. The consequence will be rising unemployment and inequalities.

In distributional terms, the only ones to gain from a Grexit will be wealthier Greeks whose assets are already denominated in other currencies and reside abroad. The most vulnerable part of the population will be the first victims of a Grexit. That is why progressives should oppose recommendations for a Grexit or a pause of participation as it has been suggested by the German Minister of Finance.

Having said the above we should not remain silent on policy proposals that Greece should continue on the path of austere fiscal consolidation. Greece did manage to reduce its primary deficit from 10% of GDP in 2009 and produced a primary surplus of 0.3% of GDP in 2014. What is imperative for Greece is to put the economy on a path of sustainable growth. That is a pre-condition to help the most vulnerable part of the society.

As negotiations for a third program are at their beginning Greece needs a programme with a stronger growth orientation and a decision for debt relief.

It is correct that the debt to GDP ratio increased over the years of fiscal consolidation. This was due to the recession but also to the fact that Greece continued to have deficits after the 2009 crisis and up to today.

The debt problem was initiated by the fiscal irresponsibility of the years before the global crisis emerged. At that period Greece was enjoying significant positive growth rates but the debt increased from 180 bn euros in 2004 to 290 bn in 2009.

So we have to establish an institutional framework that in the future would prevent an explosion of the debt and would enable Greece to have available the fiscal instrument -as long as we are lacking a fiscal union- to be used in an event of a temporary negative demand shock similar to the one we were confronted after the global crisis in 2008-2009.

Greece should present its own reform plan to transform its economy to become more efficient and more outward oriented. It is important to be ready to introduce reforms in justice, in the functioning of the political system and public administration.

These are the major challenges that the Syriza – ANEL coalition government failed to address over the last six months. In reality what we observed was an effort to re-establish a clientalistic state and an economy that will mainly be controlled by the state leaving no room to private entrepreneurship.

Young Greeks deserve a better future and it’s our generation’s duty to set the conditions for that.

Ομιλία σε εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη από την «Πρωτοβουλία Πολιτών για την Ελληνική Σοσιαλδημοκρατία» με θέμα: «Οι μεταρρυθμίσεις είναι η απάντηση στην κρίση-Οικονομία-Κράτος-Ασφαλιστικό Σύστημα» την Πέμπτη 28 Μαΐου 2015.

Έχουν περάσει επτά χρόνια μετά την εκδήλωση της μεγαλύτερης μεταπολεμικής κρίσης του καπιταλισμού και οι περισσότερες οικονομίες διεθνώς και ειδικότερα στην Ευρώπη έχουν αποκαταστήσει σε σημαντικό βαθμό τις απώλειες που προκάλεσε στα εισοδήματα και την απασχόληση.

Πέρα από τις υπαρκτές εθνικές δυσκαμψίες, η αδυναμία της Ευρώπης να αντιμετωπίσει έγκαιρα και αποτελεσματικά την κρίση και να διευκολύνει την υλοποίηση των αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών στις χώρες που βρέθηκαν στον επίκεντρό της, είχε – μεταξύ άλλων – ως αποτέλεσμα, οι χώρες αυτές να έχουν διαφορετική πορεία κατά τη διάρκεια του προγράμματος αλλά και μετά από αυτό.

Από τις τέσσερις χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα, σήμερα οι δύο Ιρλανδία και Πορτογαλία είναι εκτός προγράμματος και η Κύπρος δανείζεται από τις αγορές.

Η Ελλάδα κατάφερε σε δύσκολες συνθήκες να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των δίδυμων ελλειμμάτων και της έλλειψης αξιοπιστίας από τα πλαστά στατιστικά στοιχεία για το έλλειμμα όπως βεβαιώνει η Έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που της στέρησε την πρόσβαση στις αγορές και την προσφυγή στους θεσμικούς πιστωτές.

Με μεγάλες όμως οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, αφού το ΑΕΠ σε μια επταετία –η ύφεση ξεκίνησε το 2008 δυο χρόνια πριν την υπογραφή της δανειακής σύμβασης- μειώθηκε κατά 25% περίπου και η ανεργία έφτασε το 27%.

Η διαπίστωση αυτή μας φέρνει αντιμέτωπους με το ερώτημα, γιατί στην Ελλάδα αν και έγιναν προσπάθειες προσαρμογής εντούτοις η έξοδος από την κρίση καθυστερεί;

Η χώρα μέχρι την κρίση δεν είχε θεσμούς που να διευκολύνουν την ανάληψη πρωτοβουλιών για την έγκαιρη εισαγωγή αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών.

Έτσι, παρά το γεγονός της διεύρυνσης των δίδυμων ελλειμμάτων μετά την ένταξη στην ΟΝΕ δεν υπήρξαν διορθωτικές παρεμβάσεις ούτε μετά το 2007 όταν η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου.

Αλλά και μετά την εκδήλωση της κρίσης καταγράφηκε ανάλογη αδυναμία κατανόησης των αιτιών που μας οδήγησαν στην κρίση και ως προς τις διαθέσιμες επιλογές, -υπενθυμίζω Ζάππεια 1,2,3 ή επικλήσεις σε παραδείγματα χωρών της Λατινικής Αμερικής ως πρότυπα για τις επιλογές της Ελλάδας, κατάργηση των μνημονίων με ένα άρθρο, προγράμματα Θεσσαλονίκης- ώστε να προχωρήσει η χώρα κατά προτεραιότητα σε αυτές που θα περιόριζαν το κόστος της προσαρμογής και θα επιτάχυναν την έξοδο από την κρίση.

Η χώρα οδηγήθηκε στην κρίση, γιατί οι θεσμοί δεν λειτουργούσαν σωστά και το παραγωγικό πρότυπο ήταν αναποτελεσματικό.

Στο διάστημα που μεσολάβησε από το ξέσπασμα της κρίσης, αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά αυτά τα προβλήματα, ώστε να ξεφύγουμε από αυτήν χωρίς τον κίνδυνο να επαναληφθεί σύντομα μια νέα κρίση;

Η απάντηση είναι αρνητική.

Εκτιμώ, ότι το μεγαλύτερο μέρος των αναγκαίων αλλαγών, ιδιαίτερα στους θεσμούς, είναι ακόμη μπροστά μας.

Σε μεγάλο βαθμό οι θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν όπως πριν από την κρίση αν όχι χειρότερα.

Σε πολλές περιπτώσεις, προοδευτικές μεταρρυθμίσεις αποδομήθηκαν από αντιμεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες, βαθύτατα συντηρητικής αν όχι συντεχνιακής αντίληψης, όπως πχ Διαύγεια, παιδεία, τόσο από την Κυβέρνηση Σαμαρά όσο και από την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Η αδυναμία επίτευξης ευρύτερων πολιτικών συναινέσεων στέρησε τη χώρα από έγκαιρη υλοποίηση των αναγκαίων αλλαγών καθιστώντας το κοινωνικό κόστος πολλών μεταρρυθμίσεων μεγάλο και οδηγώντας σε πολλές περιπτώσεις στη διαμόρφωση της άποψης ότι οι μεταρρυθμίσεις λειτουργούν σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Με λίγα λόγια δεν αντιμετωπίζονται από τους πολίτες ως προοδευτικές.

Η σημερινή εκδήλωση μας παρέχει την ευκαιρία να μιλήσουμε για το ρόλο των μεταρρυθμίσεων στην προσπάθεια να βγούμε από την κρίση με ειδική αναφορά στο ασφαλιστικό. Ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο βρέθηκε τα τελευταία χρόνια και παραμένει στο επίκεντρο πολιτικών αντιπαραθέσεων.

Για να αποσυνδέσω τη συζήτηση από τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις με τους δανειστές θα επικεντρωθώ σε μια παρουσίαση των χαρακτηριστικών του ασφαλιστικού συστήματος για να γίνει κατανοητό ποια ήταν τα χαρακτηριστικά του μέχρι το 2009 και πως συγκρινόταν με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Που θα βρισκόμασταν σε 10 χρόνια χωρίς τις αλλαγές που έγιναν.

Τέλος, που βρισκόμαστε σήμερα και που θα βρισκόμαστε μετά από 10 περίπου χρόνια με βάση και τις τελευταίες μελέτες της Ε.Ε. πάντα σε σύγκριση και με τις επιδόσεις των άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Θεωρώ ότι η επισκόπηση αυτή είναι αναγκαία γιατί στη δημόσια συζήτηση έχει κυριαρχήσει η άποψη ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα δεν είχε κανένα πρόβλημα πριν ξεσπάσει η κρίση και επομένως οι όποιες προσαρμογές έγιναν είχαν λανθασμένη αφετηρία και στόχευαν αποκλειστικά σε δημοσιονομικά οφέλη με καθαρά ιδεοληπτικά κριτήρια.

Με βάση τα δεδομένα που βρήκαμε τον Οκτώβριο του 2009, το ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόταν πάνω από 15 δις το χρόνο ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καταβάλει τρέχουσες συντάξεις.

Όλες οι μελέτες που είχαν συνταθεί μέχρι τότε έδειχναν, ότι αν δεν γινόταν παρέμβαση, σε μια δεκαετία οι δαπάνες για το ασφαλιστικό θα έφταναν στο 24% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο.

Αντίθετα, λόγω της ραγδαίας γήρανσης του πληθυσμού, οι προβλεπόμενες εισφορές δεν θα ξεπερνούσαν το 10% του ΑΕΠ.

Αυτή η διαφορά εισροών – εκροών στο σύστημα θα οδηγούσε σε κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος. Τα ταμεία δεν θα μπορούσαν να πληρώσουν συντάξεις ή ο Προϋπολογισμός δεν θα μπορούσε να υπηρετήσει άλλες λειτουργίες του κράτους αν κατέληγε να δίνει το 15% του ΑΕΠ για τη στήριξη του ασφαλιστικού.

Με βάση τα προαναφερθέντα το ερώτημα που τίθεται είναι: τις κόκκινες γραμμές για το μέγεθος της μεταφοράς βαρών μεταξύ των γενεών ποιος τις θέσει και με ποια κριτήρια;

Γιατί όταν μια γενεά μεταφέρει υπέρμετρα βάρη στην επόμενη γενεά, και με αυτό εννοώ βάρη που δεν δικαιολογούνται από την αρχή της διαγενεαλογικής αλληλεγγύης, πόσο «προοδευτική», πόσο «αριστερή» μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η πολιτική;

Δεν θέτω το ερώτημα σε όρους ηθικής, αν δηλαδή είναι υπεύθυνη η στάση μιας γενεάς απέναντι στις επόμενες γενεές.

Ρωτώ, αν είναι “αριστερή” ή «προοδευτική» προσέγγιση να παίρνουν οι σημερινές γενιές συνταξιούχων χρήματα από τον κοινό ασφαλιστικό κουμπαρά που έχουν με τα παιδιά τους;

Γιατί το ασφαλιστικό μας σύστημα δεν είναι κεφαλαιοποιητικό, ώστε ο κάθε ασφαλισμένος να έχει το δικό του κουμπαρά και να προσδοκά στο τέλος του εργάσιμου βίου του να εισπράξει τις εισφορές που κατέβαλε.

Οι συντάξεις σήμερα στηρίζονται στις εισφορές αυτών που εργάζονται σήμερα.

Αν, λοιπόν, αυτές είναι δυσανάλογες σε σχέση με τις εισφορές ή ανατραπεί η ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς που εργάζονται και εισφέρουν και σε αυτούς που είναι συνταξιούχοι, τότε το σύστημα καταρρέει και καμία σύνταξη δεν είναι εγγυημένη.

Είναι ενδεικτικό, ότι όταν μπήκαμε στην ΟΝΕ, η στήριξη του προϋπολογισμού στο ασφαλιστικό σε ετήσια βάση ήταν της τάξης των 3,4 δις περίπου.

Το 2009 είχε φτάσει στα 14,5 δις.

Αν είχαμε σταθεροποιήσει τη συνεισφορά του προϋπολογισμού στο επίπεδο του 2001, η χώρα θα είχε τουλάχιστον 75 δις λιγότερο χρέος από αυτό που είχε το 2009.

Με λίγα λόγια, 1 στα 4 ευρώ περίπου που χρωστούσε η χώρα το 2009 οφείλονταν στο γεγονός, ότι τη δεκαετία του 2000 και νωρίτερα κανείς δεν προνόησε να ανακόψει αυτή την ανησυχητική πορεία αύξησης της χρηματοδότησης των ταμείων από τον προϋπολογισμό.

Γιατί οι προηγούμενες γενιές και τα κόμματα έκλειναν πονηρά το μάτι στους συνταξιούχους, λέγοντας τους ότι δεν θα κάνουμε καμία παρέμβαση.

Το αποτέλεσμα της αδράνειας μας, ήταν να φτάσουμε στο σημείο να γίνουν βίαιες παρεμβάσεις το 2010 και μετά, για να μπορεί το σύστημα να πληρώνει αυτές τις μειωμένες συντάξεις.

Αλλά και μέσα στην κρίση, το 2012, τα κόμματα δεν άλλαξαν στάση ως προς το ζήτημα αυτό.

Έτσι, η ΝΔ παραλίγο να οδηγήσει σε απώλεια του δεύτερου προγράμματος εξαιτίας της στάσης της και της εμμονής της να μην γίνουν περικοπές στις επικουρικές συντάξεις. Στάση, που άλλαξε αμέσως μετά τις εκλογές του 2012 και προχώρησε σε περικοπή των επικουρικών συντάξεων.

Ανάλογη στάση τηρούσε και τηρεί και ο ΣΥΡΙΖΑ που υπερασπίζεται την άποψη για επιστροφή στο ασφαλιστικό σύστημα όπως αυτό λειτουργούσε μέχρι το 2009.

Ένα συνταξιοδοτικό σύστημα που ήταν άδικο, αφού το δικαίωμα στη σύνταξη δεν το καθόριζαν διαφανείς και ενιαίοι κανόνες για όλους τους εργαζόμενους, αλλά αδιαφανείς κανόνες, αποτέλεσμα συναλλαγών μεταξύ κομμάτων και εργαζομένων στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων.

Άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων του ΙΚΑ και άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων της ΔΕΗ και του ΟΤΕ η του ΟΓΑ.

Άλλη η κατά συνταξιούχο ενίσχυση από τον προϋπολογισμό στο ΙΚΑ και άλλη στον συνταξιούχο των άλλων Ταμείων.

Δεν ήταν όμως μόνο άδικο το σύστημα, ήταν και σαθρό, αφού δεν υπήρχαν έλεγχοι για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά του.

Όσοι λοιπόν υποστηρίζουν επιστροφή στην κανονικότητα του 2009 υποστηρίζουν και την επιστροφή στην συνταξιοδοτική ανισότητα και την αδιαφάνεια του συστήματος;

Σύμφωνα με έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής για τη Γήρανση στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι μεταρρυθμίσεις στο ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα που έχουν εφαρμοστεί κατά την τελευταία πενταετία θα οδηγήσουν μακροπρόθεσμα σε μια μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες.

Oι συνταξιοδοτικές δαπάνες έφτασαν το 2013 στο 16,2% του ΑΕΠ, το μεγαλύτερο ποσοστό μεταξύ των 28 κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι παρεμβάσεις που έχουν γίνει στο ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα από τον Ιούλιο του 2010 έως σήμερα, οι οποίες αφορούν τόσο το ύψος των συντάξεων όσο και τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, αναμένεται να οδηγήσουν σε μια μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών στο 14,1% του ΑΕΠ το 2040.

Παρά τη σημαντική μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών ως % του ΑΕΠ που προβλέπεται, οι δαπάνες για τις συντάξεις στην Ελλάδα αναμένεται να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μ.ο..

Οι ελληνικές συνταξιοδοτικές δαπάνες εκτιμώνται στο 14,1% του ΑΕΠ για το 2040 έναντι 11,7% του ΑΕΠ για την ΕΕ-28 και στο 14,3% το 2060 έναντι 11,2% του ΑΕΠ για την ΕΕ-28.

Η έκθεση επισημαίνει ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών που αναμένεται να σημειώσει σημαντική πτώση του πληθυσμού της κατά περίπου 23% μέχρι το 2060.

Για το σύνολο της ΕΕ-28 προβλέπεται αύξηση κατά περίπου 3,0% και για την Ευρωζώνη αύξηση κατά 2,0% για τον ίδιο χρονικό ορίζοντα.

Ταυτόχρονα, προβλέπεται σημαντική αύξηση του προσδόκιμου ζωής στην Ελλάδα. Οι ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών εκτιμάται ότι θα αυξηθούν από το 20% περίπου του συνολικού πληθυσμού της χώρας το 2013 στο 30% το 2040 και στο 33% το 2060.

Τίθεται το ερώτημα, αν το σύστημα έχει βραχυχρόνια προβλήματα;

Η απάντηση είναι, ναι έχει.

Που οφείλονται, σε συγκυριακούς παράγοντες.

Η ανεργία είναι της τάξης του 1,3 εκ και οι μισθοί έχουν μειωθεί. Επομένως οι εισφορές είναι μειωμένες.

Η οικονομία είναι σε ύφεση από το 2008 και πολλές επιχειρήσεις κλείνουν ή αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας. Αυξάνονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τα ταμεία.

Όταν δεν υπάρχει βεβαιότητα σχετικά με το μέλλον και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων, πολλοί προσφεύγουν στη σύνταξη και αυξήθηκαν οι υποχρεώσεις του συστήματος.

Η απάντηση σε αυτά τα συγκυριακά προβλήματα είναι η επιστροφή στη βιώσιμη ανάπτυξη και στην πλήρη απασχόληση και η συνέχεια όσων διαρθρωτικών αλλαγών οδηγούν σε περαιτέρω βελτίωση στη λειτουργία του ασφαλιστικού συστήματος.

Για αυτό θεωρώ, ότι η χώρα πρέπει να θέσει ως προτεραιότητα, όχι μόνο την επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης ώστε να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας και να αυξηθούν τα εισοδήματα και επομένως οι πόροι του συστήματος, αλλά πρέπει να επικεντρωθεί στην αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου.

Στον τομέα αυτό η πρόοδος είναι περιορισμένη και αυτό υπονομεύει τις θυσίες των πολιτών και ιδιαίτερα των νέων που προσδοκούν ότι η χώρα στην οποία γεννήθηκαν θα τους προσφέρει τις ευκαιρίες που δικαιούνται.

Ο κίνδυνος που διατρέχουμε ως χώρα είναι, στη συνείδηση των πολιτών οι μεταρρυθμίσεις να ταυτιστούν με επιλογές, οι οποίες δεν προάγουν τη θέση των περισσοτέρων πολιτών.

Ειδικά αυτών που έχουν προοπτική δημιουργίας νέου πλούτου και αυτών που έχουν ανάγκη στήριξης.

Αντίθετα, διασφαλίζουν τις θέσεις και συμφέροντα μικρών ομάδων με ισχυρή εκπροσώπηση στο πολιτικό σύστημα στο όνομα άλλοτε «προοδευτικών» και άλλοτε «φιλολαϊκών» κατά βάθος όμως μόνο συντεχνιακών πολιτικών.

Αυτό υπονομεύει τη θεμελίωση της κοινωνικής συμμαχίας «παραγωγών» και «οικονομικά ασθενέστερων» που πρέπει να επιδιώξουν οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού.

Ώστε με δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις να επιτύχουν την εκ νέου θέσμιση της πολιτείας, την ανασυγκρότηση της οικονομίας για να γίνει βιώσιμη, να δημιουργεί θέσεις εργασίας, εισοδήματα και πόρους που θα χρηματοδοτούν την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών για τη στήριξη των οικονομικά ασθενέστερων.

Η επόμενη ημέρα –εννοώ μετά την υπογραφή μιας συμφωνίας- δεν θα είναι εύκολη ούτε για την κυβέρνηση ούτε για τη χώρα και τους πολίτες.

Όμως έχουμε ακόμα τη δυνατότητα να διορθώσουμε τα πράγματα.

Να εργαστούμε για να φτιάξουμε την Ελλάδα από την αρχή.

Για τις δυνάμεις του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού που βρέθηκαν μόνες τους στο επίκεντρο της προσπάθειας για να αντιμετωπιστεί η κρίση αποτελεί προτεραιότητα η ανασύνταξη του χώρου και η χάραξη ενός οδικού χάρτη για την προοδευτική ανασυγκρότηση της χώρας.

Το ΚΙΝΗΜΑ Δημοκρατών Σοσιαλιστών πρέπει και μπορεί να είναι ο καταλύτης για την ενότητα των δυνάμεων του δημοκρατικού σοσιαλισμού, καθώς διαμορφώνεται η νέα αρχιτεκτονική του πολιτικού συστήματος.

Σεχταριστές δεν είμαστε ποτέ και ούτε θα γίνουμε.

Το ΚΙΝΗΜΑ δεν δημιουργήθηκε για να μείνει μικρό.

Επομένως στο ερώτημα της ενότητας των δυνάμεων του χώρου απαντάμε θετικά αλλά πάντα με βάση αρχές, αξίες, ιδανικά, πολιτικές. Χωρίς συνεννοήσεις παραγόντων κρυφά και κάτω από το τραπέζι.

Στον διάλογο για να επιτευχθεί αυτή η ενότητα χωράνε όλοι όσοι ανταποκρίνονται σε αυτά τα δεδομένα.

Και χωράνε όλοι οι σύντροφοί μας, όχι μόνο από το ΠΑΣΟΚ, αλλά και τη ΔΗΜΑΡ, το ΠΟΤΑΜΙ αλλά και τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι ψηφοφόροι του από τον χώρο μας προέρχονται στη μεγάλη τους πλειοψηφία.

Αφορά όσους δεν βάζουν το κάρο της δήθεν ενότητας που στηρίζεται σε συμφωνίες παραγόντων και σε διαπραγμάτευση καρεκλών, μπροστά από το άλογο της πραγματικής ενότητας που μεριμνά και μόνον για την προάσπιση των συμφερόντων του Ελληνικού λαού και της χώρας.

Σε αυτή την κατεύθυνση συστρατευόμαστε για να εργαστούμε για μια γρήγορη έξοδο της χώρας από την κρίση που θα μας επιτρέψει να εξασφαλίσουμε τις προϋποθέσεις για μια βιώσιμη ανάπτυξη και στήριξη αυτών που θίχτηκαν περισσότερο κατά τη διάρκεια της κρίσης.