Αρχείο Χρόνου2015

Ομιλία σε εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη από την «Πρωτοβουλία Πολιτών για την Ελληνική Σοσιαλδημοκρατία» με θέμα: «Οι μεταρρυθμίσεις είναι η απάντηση στην κρίση-Οικονομία-Κράτος-Ασφαλιστικό Σύστημα» την Πέμπτη 28 Μαΐου 2015.

Έχουν περάσει επτά χρόνια μετά την εκδήλωση της μεγαλύτερης μεταπολεμικής κρίσης του καπιταλισμού και οι περισσότερες οικονομίες διεθνώς και ειδικότερα στην Ευρώπη έχουν αποκαταστήσει σε σημαντικό βαθμό τις απώλειες που προκάλεσε στα εισοδήματα και την απασχόληση.

Πέρα από τις υπαρκτές εθνικές δυσκαμψίες, η αδυναμία της Ευρώπης να αντιμετωπίσει έγκαιρα και αποτελεσματικά την κρίση και να διευκολύνει την υλοποίηση των αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών στις χώρες που βρέθηκαν στον επίκεντρό της, είχε – μεταξύ άλλων – ως αποτέλεσμα, οι χώρες αυτές να έχουν διαφορετική πορεία κατά τη διάρκεια του προγράμματος αλλά και μετά από αυτό.

Από τις τέσσερις χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα, σήμερα οι δύο Ιρλανδία και Πορτογαλία είναι εκτός προγράμματος και η Κύπρος δανείζεται από τις αγορές.

Η Ελλάδα κατάφερε σε δύσκολες συνθήκες να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των δίδυμων ελλειμμάτων και της έλλειψης αξιοπιστίας από τα πλαστά στατιστικά στοιχεία για το έλλειμμα όπως βεβαιώνει η Έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που της στέρησε την πρόσβαση στις αγορές και την προσφυγή στους θεσμικούς πιστωτές.

Με μεγάλες όμως οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, αφού το ΑΕΠ σε μια επταετία –η ύφεση ξεκίνησε το 2008 δυο χρόνια πριν την υπογραφή της δανειακής σύμβασης- μειώθηκε κατά 25% περίπου και η ανεργία έφτασε το 27%.

Η διαπίστωση αυτή μας φέρνει αντιμέτωπους με το ερώτημα, γιατί στην Ελλάδα αν και έγιναν προσπάθειες προσαρμογής εντούτοις η έξοδος από την κρίση καθυστερεί;

Η χώρα μέχρι την κρίση δεν είχε θεσμούς που να διευκολύνουν την ανάληψη πρωτοβουλιών για την έγκαιρη εισαγωγή αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών.

Έτσι, παρά το γεγονός της διεύρυνσης των δίδυμων ελλειμμάτων μετά την ένταξη στην ΟΝΕ δεν υπήρξαν διορθωτικές παρεμβάσεις ούτε μετά το 2007 όταν η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου.

Αλλά και μετά την εκδήλωση της κρίσης καταγράφηκε ανάλογη αδυναμία κατανόησης των αιτιών που μας οδήγησαν στην κρίση και ως προς τις διαθέσιμες επιλογές, -υπενθυμίζω Ζάππεια 1,2,3 ή επικλήσεις σε παραδείγματα χωρών της Λατινικής Αμερικής ως πρότυπα για τις επιλογές της Ελλάδας, κατάργηση των μνημονίων με ένα άρθρο, προγράμματα Θεσσαλονίκης- ώστε να προχωρήσει η χώρα κατά προτεραιότητα σε αυτές που θα περιόριζαν το κόστος της προσαρμογής και θα επιτάχυναν την έξοδο από την κρίση.

Η χώρα οδηγήθηκε στην κρίση, γιατί οι θεσμοί δεν λειτουργούσαν σωστά και το παραγωγικό πρότυπο ήταν αναποτελεσματικό.

Στο διάστημα που μεσολάβησε από το ξέσπασμα της κρίσης, αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά αυτά τα προβλήματα, ώστε να ξεφύγουμε από αυτήν χωρίς τον κίνδυνο να επαναληφθεί σύντομα μια νέα κρίση;

Η απάντηση είναι αρνητική.

Εκτιμώ, ότι το μεγαλύτερο μέρος των αναγκαίων αλλαγών, ιδιαίτερα στους θεσμούς, είναι ακόμη μπροστά μας.

Σε μεγάλο βαθμό οι θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν όπως πριν από την κρίση αν όχι χειρότερα.

Σε πολλές περιπτώσεις, προοδευτικές μεταρρυθμίσεις αποδομήθηκαν από αντιμεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες, βαθύτατα συντηρητικής αν όχι συντεχνιακής αντίληψης, όπως πχ Διαύγεια, παιδεία, τόσο από την Κυβέρνηση Σαμαρά όσο και από την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Η αδυναμία επίτευξης ευρύτερων πολιτικών συναινέσεων στέρησε τη χώρα από έγκαιρη υλοποίηση των αναγκαίων αλλαγών καθιστώντας το κοινωνικό κόστος πολλών μεταρρυθμίσεων μεγάλο και οδηγώντας σε πολλές περιπτώσεις στη διαμόρφωση της άποψης ότι οι μεταρρυθμίσεις λειτουργούν σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Με λίγα λόγια δεν αντιμετωπίζονται από τους πολίτες ως προοδευτικές.

Η σημερινή εκδήλωση μας παρέχει την ευκαιρία να μιλήσουμε για το ρόλο των μεταρρυθμίσεων στην προσπάθεια να βγούμε από την κρίση με ειδική αναφορά στο ασφαλιστικό. Ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο βρέθηκε τα τελευταία χρόνια και παραμένει στο επίκεντρο πολιτικών αντιπαραθέσεων.

Για να αποσυνδέσω τη συζήτηση από τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις με τους δανειστές θα επικεντρωθώ σε μια παρουσίαση των χαρακτηριστικών του ασφαλιστικού συστήματος για να γίνει κατανοητό ποια ήταν τα χαρακτηριστικά του μέχρι το 2009 και πως συγκρινόταν με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Που θα βρισκόμασταν σε 10 χρόνια χωρίς τις αλλαγές που έγιναν.

Τέλος, που βρισκόμαστε σήμερα και που θα βρισκόμαστε μετά από 10 περίπου χρόνια με βάση και τις τελευταίες μελέτες της Ε.Ε. πάντα σε σύγκριση και με τις επιδόσεις των άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Θεωρώ ότι η επισκόπηση αυτή είναι αναγκαία γιατί στη δημόσια συζήτηση έχει κυριαρχήσει η άποψη ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα δεν είχε κανένα πρόβλημα πριν ξεσπάσει η κρίση και επομένως οι όποιες προσαρμογές έγιναν είχαν λανθασμένη αφετηρία και στόχευαν αποκλειστικά σε δημοσιονομικά οφέλη με καθαρά ιδεοληπτικά κριτήρια.

Με βάση τα δεδομένα που βρήκαμε τον Οκτώβριο του 2009, το ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόταν πάνω από 15 δις το χρόνο ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καταβάλει τρέχουσες συντάξεις.

Όλες οι μελέτες που είχαν συνταθεί μέχρι τότε έδειχναν, ότι αν δεν γινόταν παρέμβαση, σε μια δεκαετία οι δαπάνες για το ασφαλιστικό θα έφταναν στο 24% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο.

Αντίθετα, λόγω της ραγδαίας γήρανσης του πληθυσμού, οι προβλεπόμενες εισφορές δεν θα ξεπερνούσαν το 10% του ΑΕΠ.

Αυτή η διαφορά εισροών – εκροών στο σύστημα θα οδηγούσε σε κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος. Τα ταμεία δεν θα μπορούσαν να πληρώσουν συντάξεις ή ο Προϋπολογισμός δεν θα μπορούσε να υπηρετήσει άλλες λειτουργίες του κράτους αν κατέληγε να δίνει το 15% του ΑΕΠ για τη στήριξη του ασφαλιστικού.

Με βάση τα προαναφερθέντα το ερώτημα που τίθεται είναι: τις κόκκινες γραμμές για το μέγεθος της μεταφοράς βαρών μεταξύ των γενεών ποιος τις θέσει και με ποια κριτήρια;

Γιατί όταν μια γενεά μεταφέρει υπέρμετρα βάρη στην επόμενη γενεά, και με αυτό εννοώ βάρη που δεν δικαιολογούνται από την αρχή της διαγενεαλογικής αλληλεγγύης, πόσο «προοδευτική», πόσο «αριστερή» μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η πολιτική;

Δεν θέτω το ερώτημα σε όρους ηθικής, αν δηλαδή είναι υπεύθυνη η στάση μιας γενεάς απέναντι στις επόμενες γενεές.

Ρωτώ, αν είναι “αριστερή” ή «προοδευτική» προσέγγιση να παίρνουν οι σημερινές γενιές συνταξιούχων χρήματα από τον κοινό ασφαλιστικό κουμπαρά που έχουν με τα παιδιά τους;

Γιατί το ασφαλιστικό μας σύστημα δεν είναι κεφαλαιοποιητικό, ώστε ο κάθε ασφαλισμένος να έχει το δικό του κουμπαρά και να προσδοκά στο τέλος του εργάσιμου βίου του να εισπράξει τις εισφορές που κατέβαλε.

Οι συντάξεις σήμερα στηρίζονται στις εισφορές αυτών που εργάζονται σήμερα.

Αν, λοιπόν, αυτές είναι δυσανάλογες σε σχέση με τις εισφορές ή ανατραπεί η ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς που εργάζονται και εισφέρουν και σε αυτούς που είναι συνταξιούχοι, τότε το σύστημα καταρρέει και καμία σύνταξη δεν είναι εγγυημένη.

Είναι ενδεικτικό, ότι όταν μπήκαμε στην ΟΝΕ, η στήριξη του προϋπολογισμού στο ασφαλιστικό σε ετήσια βάση ήταν της τάξης των 3,4 δις περίπου.

Το 2009 είχε φτάσει στα 14,5 δις.

Αν είχαμε σταθεροποιήσει τη συνεισφορά του προϋπολογισμού στο επίπεδο του 2001, η χώρα θα είχε τουλάχιστον 75 δις λιγότερο χρέος από αυτό που είχε το 2009.

Με λίγα λόγια, 1 στα 4 ευρώ περίπου που χρωστούσε η χώρα το 2009 οφείλονταν στο γεγονός, ότι τη δεκαετία του 2000 και νωρίτερα κανείς δεν προνόησε να ανακόψει αυτή την ανησυχητική πορεία αύξησης της χρηματοδότησης των ταμείων από τον προϋπολογισμό.

Γιατί οι προηγούμενες γενιές και τα κόμματα έκλειναν πονηρά το μάτι στους συνταξιούχους, λέγοντας τους ότι δεν θα κάνουμε καμία παρέμβαση.

Το αποτέλεσμα της αδράνειας μας, ήταν να φτάσουμε στο σημείο να γίνουν βίαιες παρεμβάσεις το 2010 και μετά, για να μπορεί το σύστημα να πληρώνει αυτές τις μειωμένες συντάξεις.

Αλλά και μέσα στην κρίση, το 2012, τα κόμματα δεν άλλαξαν στάση ως προς το ζήτημα αυτό.

Έτσι, η ΝΔ παραλίγο να οδηγήσει σε απώλεια του δεύτερου προγράμματος εξαιτίας της στάσης της και της εμμονής της να μην γίνουν περικοπές στις επικουρικές συντάξεις. Στάση, που άλλαξε αμέσως μετά τις εκλογές του 2012 και προχώρησε σε περικοπή των επικουρικών συντάξεων.

Ανάλογη στάση τηρούσε και τηρεί και ο ΣΥΡΙΖΑ που υπερασπίζεται την άποψη για επιστροφή στο ασφαλιστικό σύστημα όπως αυτό λειτουργούσε μέχρι το 2009.

Ένα συνταξιοδοτικό σύστημα που ήταν άδικο, αφού το δικαίωμα στη σύνταξη δεν το καθόριζαν διαφανείς και ενιαίοι κανόνες για όλους τους εργαζόμενους, αλλά αδιαφανείς κανόνες, αποτέλεσμα συναλλαγών μεταξύ κομμάτων και εργαζομένων στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων.

Άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων του ΙΚΑ και άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων της ΔΕΗ και του ΟΤΕ η του ΟΓΑ.

Άλλη η κατά συνταξιούχο ενίσχυση από τον προϋπολογισμό στο ΙΚΑ και άλλη στον συνταξιούχο των άλλων Ταμείων.

Δεν ήταν όμως μόνο άδικο το σύστημα, ήταν και σαθρό, αφού δεν υπήρχαν έλεγχοι για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά του.

Όσοι λοιπόν υποστηρίζουν επιστροφή στην κανονικότητα του 2009 υποστηρίζουν και την επιστροφή στην συνταξιοδοτική ανισότητα και την αδιαφάνεια του συστήματος;

Σύμφωνα με έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής για τη Γήρανση στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι μεταρρυθμίσεις στο ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα που έχουν εφαρμοστεί κατά την τελευταία πενταετία θα οδηγήσουν μακροπρόθεσμα σε μια μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες.

Oι συνταξιοδοτικές δαπάνες έφτασαν το 2013 στο 16,2% του ΑΕΠ, το μεγαλύτερο ποσοστό μεταξύ των 28 κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι παρεμβάσεις που έχουν γίνει στο ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα από τον Ιούλιο του 2010 έως σήμερα, οι οποίες αφορούν τόσο το ύψος των συντάξεων όσο και τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, αναμένεται να οδηγήσουν σε μια μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών στο 14,1% του ΑΕΠ το 2040.

Παρά τη σημαντική μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών ως % του ΑΕΠ που προβλέπεται, οι δαπάνες για τις συντάξεις στην Ελλάδα αναμένεται να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μ.ο..

Οι ελληνικές συνταξιοδοτικές δαπάνες εκτιμώνται στο 14,1% του ΑΕΠ για το 2040 έναντι 11,7% του ΑΕΠ για την ΕΕ-28 και στο 14,3% το 2060 έναντι 11,2% του ΑΕΠ για την ΕΕ-28.

Η έκθεση επισημαίνει ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών που αναμένεται να σημειώσει σημαντική πτώση του πληθυσμού της κατά περίπου 23% μέχρι το 2060.

Για το σύνολο της ΕΕ-28 προβλέπεται αύξηση κατά περίπου 3,0% και για την Ευρωζώνη αύξηση κατά 2,0% για τον ίδιο χρονικό ορίζοντα.

Ταυτόχρονα, προβλέπεται σημαντική αύξηση του προσδόκιμου ζωής στην Ελλάδα. Οι ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών εκτιμάται ότι θα αυξηθούν από το 20% περίπου του συνολικού πληθυσμού της χώρας το 2013 στο 30% το 2040 και στο 33% το 2060.

Τίθεται το ερώτημα, αν το σύστημα έχει βραχυχρόνια προβλήματα;

Η απάντηση είναι, ναι έχει.

Που οφείλονται, σε συγκυριακούς παράγοντες.

Η ανεργία είναι της τάξης του 1,3 εκ και οι μισθοί έχουν μειωθεί. Επομένως οι εισφορές είναι μειωμένες.

Η οικονομία είναι σε ύφεση από το 2008 και πολλές επιχειρήσεις κλείνουν ή αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας. Αυξάνονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τα ταμεία.

Όταν δεν υπάρχει βεβαιότητα σχετικά με το μέλλον και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων, πολλοί προσφεύγουν στη σύνταξη και αυξήθηκαν οι υποχρεώσεις του συστήματος.

Η απάντηση σε αυτά τα συγκυριακά προβλήματα είναι η επιστροφή στη βιώσιμη ανάπτυξη και στην πλήρη απασχόληση και η συνέχεια όσων διαρθρωτικών αλλαγών οδηγούν σε περαιτέρω βελτίωση στη λειτουργία του ασφαλιστικού συστήματος.

Για αυτό θεωρώ, ότι η χώρα πρέπει να θέσει ως προτεραιότητα, όχι μόνο την επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης ώστε να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας και να αυξηθούν τα εισοδήματα και επομένως οι πόροι του συστήματος, αλλά πρέπει να επικεντρωθεί στην αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου.

Στον τομέα αυτό η πρόοδος είναι περιορισμένη και αυτό υπονομεύει τις θυσίες των πολιτών και ιδιαίτερα των νέων που προσδοκούν ότι η χώρα στην οποία γεννήθηκαν θα τους προσφέρει τις ευκαιρίες που δικαιούνται.

Ο κίνδυνος που διατρέχουμε ως χώρα είναι, στη συνείδηση των πολιτών οι μεταρρυθμίσεις να ταυτιστούν με επιλογές, οι οποίες δεν προάγουν τη θέση των περισσοτέρων πολιτών.

Ειδικά αυτών που έχουν προοπτική δημιουργίας νέου πλούτου και αυτών που έχουν ανάγκη στήριξης.

Αντίθετα, διασφαλίζουν τις θέσεις και συμφέροντα μικρών ομάδων με ισχυρή εκπροσώπηση στο πολιτικό σύστημα στο όνομα άλλοτε «προοδευτικών» και άλλοτε «φιλολαϊκών» κατά βάθος όμως μόνο συντεχνιακών πολιτικών.

Αυτό υπονομεύει τη θεμελίωση της κοινωνικής συμμαχίας «παραγωγών» και «οικονομικά ασθενέστερων» που πρέπει να επιδιώξουν οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού.

Ώστε με δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις να επιτύχουν την εκ νέου θέσμιση της πολιτείας, την ανασυγκρότηση της οικονομίας για να γίνει βιώσιμη, να δημιουργεί θέσεις εργασίας, εισοδήματα και πόρους που θα χρηματοδοτούν την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών για τη στήριξη των οικονομικά ασθενέστερων.

Η επόμενη ημέρα –εννοώ μετά την υπογραφή μιας συμφωνίας- δεν θα είναι εύκολη ούτε για την κυβέρνηση ούτε για τη χώρα και τους πολίτες.

Όμως έχουμε ακόμα τη δυνατότητα να διορθώσουμε τα πράγματα.

Να εργαστούμε για να φτιάξουμε την Ελλάδα από την αρχή.

Για τις δυνάμεις του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού που βρέθηκαν μόνες τους στο επίκεντρο της προσπάθειας για να αντιμετωπιστεί η κρίση αποτελεί προτεραιότητα η ανασύνταξη του χώρου και η χάραξη ενός οδικού χάρτη για την προοδευτική ανασυγκρότηση της χώρας.

Το ΚΙΝΗΜΑ Δημοκρατών Σοσιαλιστών πρέπει και μπορεί να είναι ο καταλύτης για την ενότητα των δυνάμεων του δημοκρατικού σοσιαλισμού, καθώς διαμορφώνεται η νέα αρχιτεκτονική του πολιτικού συστήματος.

Σεχταριστές δεν είμαστε ποτέ και ούτε θα γίνουμε.

Το ΚΙΝΗΜΑ δεν δημιουργήθηκε για να μείνει μικρό.

Επομένως στο ερώτημα της ενότητας των δυνάμεων του χώρου απαντάμε θετικά αλλά πάντα με βάση αρχές, αξίες, ιδανικά, πολιτικές. Χωρίς συνεννοήσεις παραγόντων κρυφά και κάτω από το τραπέζι.

Στον διάλογο για να επιτευχθεί αυτή η ενότητα χωράνε όλοι όσοι ανταποκρίνονται σε αυτά τα δεδομένα.

Και χωράνε όλοι οι σύντροφοί μας, όχι μόνο από το ΠΑΣΟΚ, αλλά και τη ΔΗΜΑΡ, το ΠΟΤΑΜΙ αλλά και τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι ψηφοφόροι του από τον χώρο μας προέρχονται στη μεγάλη τους πλειοψηφία.

Αφορά όσους δεν βάζουν το κάρο της δήθεν ενότητας που στηρίζεται σε συμφωνίες παραγόντων και σε διαπραγμάτευση καρεκλών, μπροστά από το άλογο της πραγματικής ενότητας που μεριμνά και μόνον για την προάσπιση των συμφερόντων του Ελληνικού λαού και της χώρας.

Σε αυτή την κατεύθυνση συστρατευόμαστε για να εργαστούμε για μια γρήγορη έξοδο της χώρας από την κρίση που θα μας επιτρέψει να εξασφαλίσουμε τις προϋποθέσεις για μια βιώσιμη ανάπτυξη και στήριξη αυτών που θίχτηκαν περισσότερο κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Συνέντευξη Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα FREE SUNDAY και στη δημοσιογράφο Αγγελική Σπανού, στις 03 Μαΐου 2015

-Ποιο σενάριο θεωρείτε επικρατέστερο; Ρήξη, συμφωνία ή/και εκλογές;

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν έχει εντολή για ρήξη δηλαδή έξοδο από τη ευρωζώνη, ή χρεοκοπία εντός της ευρωζώνης που μαθηματικά θα μας οδηγήσει στο τέλος και εκτός Ευρώπης. Δεν έχει εντολή να μας γυρίσει δεκαετίες πίσω. Η εντολή της είναι για επίτευξη συμφωνίας η οποία θα βοηθήσει τη χώρα να βγει από την επταετή ύφεση, να στηρίζεται πλέον στις δικές της δυνάμεις ώστε να βγει στις αγορές.

-Διαπραγμάτευση για πρώτη φορά που λέει ο ΣΥΡΙΖΑ ή χάσιμο χρόνου σε βάρος της οικονομίας που λέει η αντιπολίτευση;

Διαπραγμάτευση σκληρή και μάλιστα σε πολύ πιο αντίξοες συνθήκες έκανε και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου προκειμένου να πεισθεί η Ευρώπη να δημιουργήσει το μηχανισμό στήριξης.

Να υπενθυμίσω ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009 ήταν 36 δις και η χώρα ήταν παντελώς αναξιόπιστη λόγω των πλαστών στατιστικών στοιχείων μέχρι το 2009, όπως επιβεβαίωσε η Έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Παρά τις αντίξοες συνθήκες, η τότε κυβέρνηση πέτυχε δάνεια ύψους 240 δις ευρώ και τη μεγαλύτερη διαγραφή χρέους που έγινε ποτέ. Όποιος πιστεύει ότι αυτά έγιναν χωρίς σκληρές διαπραγματεύσεις ζει σε άλλο κόσμο.

Σήμερα, οι συνθήκες διαπραγμάτευσης είναι ασύγκριτα πιο ευνοϊκές, οπότε είναι ακατανόητη η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να τις εμφανίσει ως τιτάνια προσπάθεια.

Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις αυτές είναι εξίσου κρίσιμες για τους πολίτες γιατί όσο διατηρείται και ενισχύεται η αβεβαιότητα και η έλλειψη ρευστότητας στην οικονομία τόσο απομακρύνεται η έξοδος από την κρίση. Η αβεβαιότητα και η περιορισμένη ρευστότητα από την αρχή αυτής της κρίσης ήταν τα πιο υφεσιακά μέτρα που έπληξαν την οικονομία.

-Πώς προδιαγράφεται το μέλλον μας; Κάπως σαν σύρσιμο μέσα στο ευρώ;

Η Ελλάδα ολοκλήρωσε την προσαρμογή μηδενίζοντας τα μεγάλα δίδυμα ελλείμματα που την οδήγησαν σε αδυναμία δανεισμού από τις αγορές. Τώρα ήρθε η ώρα και για την Ελλάδα να επωφεληθεί από τα χαμηλά επιτόκια και τα άφθονα κεφάλαια τα οποία υπάρχουν ως αποτέλεσμα της πολιτικής ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.

Αυτό προϋποθέτει μια συμφωνία με τους θεσμικούς δανειστές η οποία θα οδηγήσει την Ελλάδα σε τροχιά εξόδου στις αγορές. Δεν τελειώνεις με τα Μνημόνια σκίζοντάς τα ή καταργώντας τα με ένα άρθρο, αλλά όταν πετυχαίνεις να δανείζεσαι από τις αγορές.

-Δεν έχει δίκιο να πει κανείς ότι μετά από πέντε χρόνια αδιέξοδης λιτότητας δεν γινόταν παρά να συμβεί ένα άγριο ξέσπασμα;

Η δημοσιονομική προσαρμογή που ακολούθησε η Ελλάδα ήταν πολύ βίαιη εξαιτίας του πρωτοφανούς δημοσιονομικού εκτροχιασμού ειδικά της διετίας 2007-2009.

Ωστόσο, δεν ήταν γραπτό η κρίση να διαρκέσει τόσα πολλά χρόνια. Αναζητήστε τα αίτια στην έλλειψη συναίνεσης και την πολιτική αστάθεια στη χώρα. Πόσες κυβερνήσεις αλλάξαμε από την αρχή της κρίσης; Και συγκρίνετε με ό,τι συνέβη στις άλλες χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα μετά από εμάς και έχουν ήδη βγει από αυτό ή ετοιμάζονται να βγουν.

Έχουμε ποτέ αναλογιστεί πόση λιτότητα προκάλεσαν η έλλειψη συναίνεσης και η πολιτική αστάθεια;

-Προφανώς και είναι κουρασμένοι οι εταίροι μας από τον ελληνικό μπελά. Αλλά και ο ελληνικός λαός δεν έχει εξουθενωθεί; Πώς ξεπερνιέται αυτή η διπλή κόπωση;

Η κρίση προκαλεί πόνο και κόπωση. Όμως, την κόπωση την ενέτεινε η πολιτική αστάθεια, η οποία καλλιεργήθηκε από συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις που αποφάσισαν να μετατρέψουν την μεγαλύτερη κρίση της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες σε εργαλείο αποκόμισης κομματικών κερδών. Κτίστηκαν πολιτικές καριέρες πάνω στην κρίση, στην πραγματικότητα πάνω στις πλάτες τους Ελληνικού Λαού που το πλήρωσε με την παράταση της κρίσης και της ύφεσης. Αν  η Ελλάδα είχε καταφέρει να διασφαλίσει στοιχειώδεις συναινέσεις από το ξέσπασμα της κρίσης ως προς τα αίτια που μας οδήγησαν σε αυτό το σημείο και οι πολιτικές δυνάμεις συμφωνούσαν σε ένα ελάχιστο πλαίσιο αλλαγών στο κράτος και την οικονομία για να ανασυνταχθεί η χώρα τώρα θα ήμασταν στη θέση της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας.

Όμως ακόμη και τώρα η επίτευξη συναινέσεων είναι απαραίτητη ώστε να δοθεί ένα τέλος στην πολύχρονη κρίση και να ανακτήσουμε τη θέση μας μεταξύ των υπολοίπων χωρών της Ευρώπης.

-Συμφωνείτε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει μόνο από τον εαυτό του αφού δεν έχει ισχυρό αντίπαλο;

Ο ΣΥΡΙΖΑ σε πολλά θυμίζει το μάγμα του ηφαιστείου. Σε μικρό χρονικό διάστημα κατάφερε να συσπειρώσει κοινωνικές δυνάμεις με διαφορετικές αφετηρίες και διαφορετικές προσδοκίες ως προς το τι πρέπει να γίνει και που πρέπει να πάμε.

Πολλές από αυτές τις στοχεύσεις δεν είναι συμβατές μεταξύ τους. Δεν μπορεί να είσαι υπέρ της παραμονής στο ευρώ και κατά. Δεν μπορεί να είσαι υπέρ της εξεύρεσης μιας αμοιβαία επωφελούς λύσης αλλά και υπέρ της ρήξης.

Τώρα, η κυβέρνηση δυσκολεύεται να πάρει πρωτοβουλίες σε πολλά ζητήματα και αδρανεί εξαιτίας αυτής της αντίθεσης στο εσωτερικό του, αλλά και της πρόσκρουσης με τη σκληρή πραγματικότητα που διαψεύδει τους μύθους που τόσα χρόνια καλλιέργησαν.

-Πώς εξηγείται αυτό, να μειώνεται η στήριξη στον ΣΥΡΙΖΑ, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, αλλά να παραμένει τεράστιο το προβάδισμά του έναντι όλων των κομμάτων;

Η εντολή προς το ΣΥΡΙΖΑ είναι νωπή και θα ήταν παράλογο σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα να υπάρχει αποστασιοποίηση των ψηφοφόρων από την επιλογή τους.

Τώρα σε ότι αφορά το προβάδισμα του έναντι της αντιπολίτευσης αυτό είναι  λογική εξέλιξη αφού η Κυβέρνηση Σαμαρά μετά τις ευρωεκλογές προσχώρησε σε μια συριζοποίηση του πολιτικού της λόγου και των προτάσεων της. Θυμήθηκε δηλαδή τον αντιπολιτευτικό της λόγο των Ζαππείων της διετίας 2010-2011. Είναι φυσικό για τους πολίτες όταν υπάρχουν παρεμφερείς προσεγγίσεις να επιλέγουν το πρωτότυπο και όχι τις απομιμήσεις.

 -Βλέπετε κάποια διέξοδο; Μπορούμε να πάμε καλά ή καλύτερα;

Πεποίθησή και ευχή μου είναι η ότι κυβέρνηση θα προχωρήσει σε συμφωνία με τους θεσμικούς δανειστές. Από τις πρωτοβουλίες που θα πάρει για την πραγματοποίηση αλλαγών στον τρόπο λειτουργίας του κράτους και της οικονομίας θα εξαρτηθεί αν θα πάμε καλά ή καλύτερα ή αν θα βρεθούμε ξανά αντιμέτωποι με τα ίδια αδιέξοδα που παράγουν ιδεοληψίες που κυριάρχησαν ως εναλλακτική πρόταση τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, αντί θετικών μεταρρυθμίσεων που οδηγούν σε σύγκλιση με τις προηγμένες χώρες ,τα πρώτα δείγματα γραφής είναι μάλλον προς την αντίθετη κατεύθυνση.

-Για τα σενάρια δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού μετώπου, με τη συνεργασία ΝΔ-Ποταμιού-ΠΑΣΟΚ, τι λέτε; Παρόλο που δεν φαίνεται να αποδίδουν οι σχετικές διεργασίες…

Την τελευταία πενταετία ανατράπηκε η αρχιτεκτονική του πολιτικού συστήματος της μεταπολίτευσης χωρίς να έχει διαμορφωθεί η νέα αρχιτεκτονική. Σίγουρα για κάποιο διάστημα ακόμη η χώρα θα βρίσκεται με πολυκομματικές κυβερνήσεις. Αν λοιπόν τα τρία κόμματα θέλουν να έχουν μια κοινή πορεία αυτό είναι δικό τους θέμα.

Εξακολουθώ να πιστεύω στη διάκριση αριστεράς δεξιάς και δεν μπορώ να δεχθώ ότι αυτή μπορεί να αναστέλλεται προσωρινά έναντι του στόχου για μια Ευρωπαϊκή πορεία.

Γιατί πολλοί μπορεί να υποστηρίζουμε μια πορεία στην Ευρώπη αλλά έχουμε διαφορετικά οράματα για την Ευρώπη.

Η Ευρώπη που οραματίζονται οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού ειδικά μετά την τελευταία κρίση είναι η Ευρώπη της αλληλεγγύης, της καταπολέμησης των κοινωνικών ανισοτήτων, της αναδιανεμητικής πολιτικής, είναι η Ευρώπη που προτάσσει την πολιτική έναντι των αγορών.

Αυτή η Ευρώπη είναι μακριά από την Ευρώπη που οραματίζονται οι υπέρμαχοι του οικονομικού φιλελευθερισμού και της ασυδοσίας των αγορών.

Αν λοιπόν οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού\Σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη θέλουν να αποκαταστήσουν τη σχέση τους με κοινωνικά στρώματα που εκπροσωπούσαν χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουν τις θέσεις τους και το ιδεολογικό τους στίγμα.

Έτσι, θα ξεκινήσουν μια νέα πορεία που θα τις επιτρέψει να κτίσουν νέες πλειοψηφικές κοινωνικές συμμαχίες και να επανέλθουν στο προσκήνιο της πολιτικής ως πρωταγωνιστές μεγάλων και προοδευτικών αλλαγών.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της Κυριακής, 26 Απριλίου 2015

Από το ξεκίνημα της ΟΝΕ ένα ερώτημα που τίθεται είναι αν η δημιουργία της και η συμμετοχή μιας χώρας σε αυτή είναι δρόμος χωρίς επιστροφή. Έχουν μεσολαβήσει 16 χρόνια από την έναρξη λειτουργίας της και το ερώτημα παραμένει επίκαιρο. Σήμερα, για πολλούς κυρίως αγγλοσαξωνικής προέλευσης, η απάντηση φαίνεται να συναρτάται με την πορεία και τις αποφάσεις της Ελλάδας σε ότι αφορά τη συμμετοχή της.

Στη δεκαετία του 1990 κυριαρχούσε η άποψη ότι η ΟΝΕ θα λειτουργούσε ως προθάλαμος της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης. Έτσι, υποστηρίχτηκε ότι η ΟΝΕ είναι μη αναστρέψιμη και η συμμετοχή μιας χώρας αμετάκλητη στο βαθμό που η δημιουργία της ήταν μια πολιτική απόφαση.

Η άποψη αυτή δοκιμάζεται σήμερα, κυρίως στη χώρα μας, καθώς γίνεται κατανοητό ότι η πολιτική επιλογή υπεράσπισης της συμμετοχής στην ΟΝΕ εξαρτάται μεταξύ άλλων από τη βούληση και την δυνατότητα της κυβέρνησης να θέσει, σε σχέση με άλλους οικονομικούς στόχους, τη συμμετοχή στην ΟΝΕ ως προτεραιότητα.

Αυτό συμβαίνει γιατί η προσαρμογή που όφειλε να κάνει η χώρα για να συμμετάσχει στην ΟΝΕ υπήρξε ημιτελής. Η αδυναμία όμως αυτή, επειδή και μετά την ένταξη στην ΟΝΕ δεν έγιναν οι αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές, είχε ως συνέπεια η χώρα να βρεθεί αντιμέτωπη με τεράστιες ανισορροπίες. Έτσι,  μετά το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης οι ανισορροπίες αυτές την οδήγησαν εκτός αγορών και στον αναγκαστικό δανεισμό προκειμένου να βρει χρόνο και να προχωρήσει σε αναγκαίες αλλαγές.

Στο βαθμό λοιπόν που η αποκατάσταση των οικονομικών ανισορροπιών ενέχει μεγάλο οικονομικό και κοινωνικό κόστος είναι δυσκολότερο για μια κυβέρνηση να προτάξει τη συμμετοχή στην ΟΝΕ έναντι του στόχου για πλήρη απασχόληση.

Σήμερα στην Ελλάδα ενισχύονται δυνάμεις που υπερασπίζονται ως αναγκαιότητα την έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη. Μόνο έτσι, υποστηρίζουν οι δυνάμεις αυτές, θα μπορέσει η χώρα να επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας.

Η άποψη αυτή παραγνωρίζει ότι η όποια χρησιμότητα της απομειώθηκε από τη στιγμή που η Ελλάδα ολοκλήρωσε τη οικονομική προσαρμογή. Σήμερα, έχει πρωτογενή πλεονάσματα και αποκατέστησε σε μεγάλο βαθμό την ανταγωνιστικότητα κόστους που έχασε από τη ημέρα συμμετοχής της στην ΟΝΕ εξαιτίας του υψηλότερου πληθωρισμού που είχε έναντι των άλλων χωρών της ευρωζώνης. Το κόστος εργασίας έχει μειωθεί και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών έχει ισοσκελιστεί.

Οι διαρθρωτικές αλλαγές που είναι αναγκαίες για να αλλάξει το παραγωγικό πρότυπο της χώρας το οποίο είναι μη ανταγωνιστικό παραμένουν οι ίδιες ανεξάρτητα από το νόμισμα της χώρας.

Αν λοιπόν η άποψη αυτή είχε ποτέ κάποια αξία, τότε η Ελλάδα θα έπρεπε να αποχωρήσει από την ΟΝΕ με το ξέσπασμα της κρίσης για να αποφύγει την απότομη προσαρμογή και μέρος του κόστος της μέσω μιας υποτίμησης του νέου νομίσματος.

Η εισαγωγή εθνικού νομίσματος δεν απαλλάσσει ούτε κάνει απαραίτητα ηπιότερα τα προγράμματα προσαρμογής όπως γνωρίζουμε από σταθεροποιητικά προγράμματα της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Επίσης, γνωρίζουμε ότι το κόστος της υποτίμησης το πληρώνουν τελικά οι οικονομικά ασθενέστεροι που δεν μπορούν να προστατευθούν από τις συνέπειες της. Επιπρόσθετα η εξυπηρέτηση του δημοσίου και ιδιωτικού χρέους που θα είναι σε ευρώ θα γίνει ακόμη δυσκολότερη.

Από τη στιγμή που η απόφαση αυτή δεν ελήφθη το 2010 και δεν μπορούσε να ληφθεί γιατί το οικονομικό κόστος αλλά και οι ευρύτερες γεωπολιτικές συνέπειες θα ήταν εξίσου μεγάλες, σήμερα η μόνη επιλογή που έχει η Ελλάδα είναι να επωφεληθεί όπως οι υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης από τα οφέλη που προσκομίζει η συμμετοχή στην ΟΝΕ. Αυτά είναι το χαμηλό κόστος κεφαλαίου και η ελεύθερη είσοδος κεφαλαίων για επενδύσεις. Αναγκαίες προϋποθέσεις για επιστροφή σε βιώσιμη ανάπτυξη και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Με αυτό το κριτήριο, η απειλή για Grexit ή το κόστος του αν συμβεί εκτιμάται ότι είναι πολύ μεγάλο αφού παρατείνει την ύφεση και την ψηλή ανεργία. Επιπρόσθετα, επιβαρύνει ακόμη περισσότερο όσους θίχτηκαν από την κρίση. Αυτή την εκτίμηση ενσωματώνουν οι αποδόσεις των ομολόγων διετίας και τριετίας.

Μέχρι σήμερα οι αποφάσεις της Ευρώπης είτε αυτές αφορούν την ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας της είτε τη στήριξη χωρών που στερήθηκαν την πρόσβαση στις αγορές δικαιώνουν αυτούς που έλεγαν ότι η ΟΝΕ είναι πρώτιστα πολιτικό εγχείρημα και δευτερευόντως οικονομικό. Η Ευρώπη έκανε με καθυστέρηση βέβαια και θα συνεχίσει να κάνει τις αναγκαίες κινήσεις προκειμένου να μην αμφισβητηθεί η αξιοπιστία της ΟΝΕ.

Αυτό θα είναι τελικά το κέρδος για την χώρα μας η οποία επιχειρεί να ξεφύγει από μια πολύχρονη ύφεση και υψηλή ανεργία αλλά και για την Ευρώπη η οποία καλείται να κάνει βήματα που θα την κάνουν πιο ισχυρή και πιο ανθεκτική σε μελλοντικές κρίσεις.

Φ. Σαχινίδης για την πορεία των διαπραγματεύσεων (σημεία ομιλίας 26.02.2015) | Τομέας Οικονομίας 05.04.2015

Το πολιτικό σκηνικό πριν τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015

  • Το 2ο Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής που υπογράφηκε το 2012 θα ολοκληρωνόταν το Δεκέμβριο του 2014.
  • Η κυβέρνηση Σαμαρά όφειλε να προετοιμάσει την επόμενη ημέρα από το 2013 ώστε η χώρα να βγει στις αγορές το 2015 με ασφάλεια.
  • Με βάση τις τότε συνθήκες έπρεπε να κάνει έγκαιρα αίτηση για προληπτική γραμμή πίστωσης.
  • Αυτό προϋπέθετε μεταρρυθμίσεις στο κράτος και στην οικονομία που δεν έγιναν έγκαιρα.
  • Απέτυχε να κάνει αυτό που πέτυχαν οι κυβερνήσεις της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας, να δανείζονται από τις αγορές με ιστορικά χαμηλά επιτόκια και να αποπληρώνουν τα χρέη προς το ΔΝΤ.
  • Η Κυβέρνηση Σαμαρά αγνόησε τα μηνύματα που έστειλαν οι αγορές με τη δεύτερη έκδοση ομολόγων όταν λόγω της κατάρρευσης μιας Πορτογαλικής τράπεζας φάνηκε ότι οι αγορές αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη τα ελληνικά ομόλογα
  • Απειλούσε ότι θα διώξει την Τρόικα και τα Προγράμματα χωρίς να έχει πρόσβαση στις αγορές. Προτίμησε τον εύκολο αντιμνημονιακό λόγο, τόσο γιατί του ήταν οικείος από την αντιμνημονιακή του φάση όσο και για να παρακολουθήσει τον προεκλογικό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ.
  • Δεν ολοκλήρωσε την 5η επισκόπηση και έτσι δεν εκταμιεύτηκαν τα 7,2 δισ.
  • Τελικά προχώρησε σε μια δίμηνη παράταση της Συμφωνίας.
  • Πριν τις εκλογές ήταν γνωστό ότι η χώρα δεν έχει επαρκή ταμειακά διαθέσιμα και ότι το τραπεζικό σύστημα ήταν ευάλωτο από τις εκροές κεφαλαίων.

~ · ~

Γιατί φτάσαμε έως εδώ

  • Το ότι η χώρα βρέθηκε πριν τις εκλογές αντιμέτωπη ξανά με το ενδεχόμενο του Grexit είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας του πολιτικού δυναμικού της χώρας από το ξέσπασμα της κρίσης το 2009 να δημιουργήσει προϋποθέσεις για ευρύτερες συναινέσεις.
  • Αδυναμία να συμφωνήσουν στη διάγνωση του προβλήματος ότι η κρίση έφερε τα μνημόνια και όχι τα μνημόνια την κρίση.
  • Ανυπαρξία συναινέσεων για αλλαγές στο κράτος και στην οικονομία.
  • Αδυναμία συμφωνίας για ανάγκη εξάλειψης οικονομικών ανισορροπιών.
  • Η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ Γ. Παπανδρέου ήταν μόνη της με την ΚΟ ΠΑΣΟΚ όταν προσπαθούσε να πείσει την Ευρώπη να δημιουργήσει το Μηχανισμό Στήριξης και έκανε τη συμφωνία για το 1ο Πρόγραμμα με το οποίο εξασφάλισε τα 110 δισ. για να κάνει αλλαγές στο κράτος και την οικονομία.
  • Ήταν μόνη της στην προσπάθεια για το 2ο πρόγραμμα με το οποίο εξασφάλισε τα 130 δισ. και το PSI.
  • H ΝΔ ως αντιπολίτευση αποδείχθηκε ανέτοιμη να αναλάβει τις ιστορικές της ευθύνες πριν το 2012. Μετά το 2012 αποδείχθηκε κατώτερη των περιστάσεων.

~ · ~

Αποτελέσματα εκλογών Ιανουαρίου 2015

  • Η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν έκπληξη. Ήταν αναμενόμενη. Έκπληξη ήταν η διαφορά από τη ΝΔ.
  • Εκλέχθηκε με μια πρόταση για κατάργηση Μνημονίων και διεκδίκησης για διαγραφή του χρέους.
  • Το Κίνημα, παρά την προσπάθεια που καταβλήθηκε στο περιορισμένο χρονικό διάστημα δεν πέτυχε το στόχο του για κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.

~ · ~

Η επόμενη ημέρα των εκλογών

  • Μέχρι τις 25 Ιανουαρίου η δημόσια συζήτηση οδηγούσε στην εντύπωση ότι υπάρχουν δύο διαφορετικοί κόσμοι.
  • Η επιλογή για σύμπραξη με τους ΑΝΕΛ αλλά και η πρόταση για ΠτΔ ακυρώνει σε μεγάλο βαθμό την αριστερή ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ και επιβεβαιώνει το συντηρητισμό από τον οποίο διακατέχεται ο ΣΥΡΙΖΑ.
  • Την επομένη των εκλογών και ειδικά μετά τις 20 Φεβρουαρίου η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έκανε την πρώτη της επαφή με το ρεαλισμό ως αποτέλεσμα κυρίως του αρνητικού συσχετισμού δυνάμεων στην Ευρώπη αλλά και των πιεστικών ταμειακών αναγκών της χώρας.
  • Χάθηκε πολύτιμος χρόνος.

~ · ~

Έχουμε τελικά μια νέα Συμφωνία;

  • Η ανακοίνωση του Eurogroup της 2Οης Φεβρουαρίου δεν είναι συμφωνία για νέο πρόγραμμα.
  • Ούτε για ολοκλήρωση του 2ου προγράμματος.
  • Είναι μια προσωρινή 4μηνη συμφωνία για παράταση του 2ου προγράμματος για να προστατευτεί το τραπεζικό σύστημα.
  • Άρα οι πρωτοβουλίες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για τις τράπεζες αφορούν την προστασία καταθετών και όχι τραπεζιτών όπως υποστήριζαν μέχρι σήμερα τα στελέχη ΣΥΡΙΖΑ για τις πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ Γ. Παπανδρέου της περιόδου 2009-2011 αλλά και μετά.

~ · ~

Πώς αξιολογείται η διαπραγματευτική επιλογή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ;

Ένας τρόπος για να αξιολογηθεί η διαπραγματευτική επιλογή της κυβέρνησης είναι μέσω της σύγκρισης των διαπραγματευτικών στόχων που είχαν τεθεί στο ξεκίνημα των συζητήσεων με τους Θεσμούς και των αποτελεσμάτων που επιτεύχθηκαν.

Επιπρόσθετα, να υπενθυμίσουμε τις προεκλογικές δεσμεύσεις για κατάργηση του Μνημονίου με ένα άρθρο, το ονομαστικό «κούρεμα» του ελληνικού χρέους αλλά και τις μετεκλογικές δηλώσεις «Αποδεχόμαστε 0% του Μνημονίου» (Βαρουφάκης Βουλή – 10/2/2015).

~ · ~

Οι Διαπραγματευτικοί Στόχοι της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

Η Κυβέρνηση ξεκίνησε διεκδικώντας μείωση ονομαστικού χρέους, μείωση στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα και ένα πρόγραμμα γέφυρα.

1. Το «πρόγραμμα-γέφυρα» δεν θα περιελάμβανε όρους, αξιολογήσεις κλπ., αλλά μια επίσημη αποτύπωση της βούλησης όλων των πλευρών για διαπραγμάτευση χωρίς πιέσεις και εκβιασμούς και χωρίς οποιαδήποτε μονομερή ενέργεια.

2. Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα θα παραιτείτο από τις εναπομείνασες δόσεις του προηγούμενου προγράμματος – πέραν των 1,9 δισ. ευρώ που οφείλουν να επιστρέψουν η ΕΚΤ και οι Κεντρικές Τράπεζες των κρατών-μελών από τα κέρδη που είχαν από τη διακράτηση ελληνικών ομολόγων (προγράμματα SMP και ANFA) – και θα της δινόταν η δυνατότητα έκδοσης εντόκων γραμματίων πέρα από το όριο των 15 δισ., ώστε να καλύψει τυχόν έκτακτες ανάγκες.

3. Στο τέλος της μεταβατικής αυτής περιόδου,

(α) η Ελλάδα θα αναλάμβανε να καταθέσει τις τελικές της προτάσεις, που σύμφωνα με τις Προγραμματικές Δηλώσεις της κυβέρνησης θα περιλαμβάνουν ένα νέο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής για τα επόμενα 3-4 χρόνια και ένα νέο εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων και παράλληλα

(β) θα έπρεπε να τεθεί το ζήτημα της διαπραγμάτευσης για αναδιάρθρωση-ελάφρυνση του δημόσιου χρέους.

~ · ~

Αποτελέσματα Διαπραγμάτευσης

  • Η Κυβέρνηση με τους Θεσμικούς πιστωτές συμφώνησαν σε τετράμηνη παράταση της «Κύριας Σύμβασης  Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης (Master Financial Assistance Facility Agreement, MFFA), η οποία θεμελιώνεται σε ένα σύνολο δεσμεύσεων.
  • Προϋπόθεση για την παράταση η υποβολή από την Ελληνική Κυβέρνηση λίστα με μεταρρυθμίσεις η οποία υποβλήθηκε από τον Υπουργό Οικονομικών και αξιολογήθηκε ως θετικό σημείο εκκίνησης από την Τρόικα και το Eurogroup.

~ · ~

Κριτική για τη Διαπραγμάτευση στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ

Η υποχώρηση της Κυβέρνησης από την προεκλογική θέση της κατάργησης του Μνημονίου συμπυκνώνεται από την άποψη του ΥΠΟΙΚΟ ότι υιοθετεί το 70% των μεταρρυθμίσεων του προγράμματος. Άποψη που δέχτηκε αυστηρή κριτική στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ.

   Απόσπασμα από την Επιστολή Λαπατσιώρα, Μηλιού, Σωτηρόπουλου :

«Ας αναλογιστούμε το εξής απλό δεδομένο: Η κυβέρνηση αυτή δεν προήλθε επειδή υποστήριξε το 70% του Μνημονίου – αν μάλιστα το είχε υποστηρίξει ίσως να μην περιλαμβανόταν καν στον κοινοβουλευτικό χάρτη σήμερα. 

Η επιχείρηση επανεγγραφής της εντολής της, ώστε να περιλαμβάνει το 70% του Μνημονίου αποτελεί εγχείρημα αλλαγής των σχέσεων εκπροσώπησης και των κοινωνικών συμμαχιών στις οποίες στηρίζεται. 

Επειδή προφανώς το 70% αυτό καθαυτό είναι ένα νούμερο του αέρα (γιατί όχι 68% ή 72%; με βάση τις σελίδες, τα υποκεφάλαια, ή τα μέτρα;), η επιλογή του αποτελεί διακύβευμα ερμηνείας και συγκρότησης σχέσεων εκπροσώπησης»

~ · ~

Η Κυβέρνηση αποδέχθηκε όρους για την προσωρινή Συμφωνία

 Η Κυβέρνηση αποδέχθηκε την ανάγκη, γνωστή σε εμάς από το 2010, ότι κάθε συμφωνία περιλαμβάνει όρους τους οποίους διαπραγματεύεται στη βάση ενός συγκεκριμένου συσχετισμού δυνάμεων στο εσωτερικό και το εξωτερικό της χώρας αλλά και με βάση συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες.

~ · ~

Συνθήκες Συμφωνίας το 2010 και σήμερα

  • Η Συμφωνία για το 1ο Πρόγραμμα έγινε χωρίς να υπάρχει Ευρωπαϊκός Μηχανισμός, με έλλειμμα 36 δισ. και με έλλειμμα αξιοπιστίας της χώρας λόγω πλαστών στατιστικών στοιχείων όπως επιβεβαίωσε η Έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
  • Οι συζητήσεις τώρα γίνονται με πρωτογενές πλεόνασμα, πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών  και με την οικονομία για πρώτη φορά σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης.

~ · ~

Ποιες δεσμεύσεις ανέλαβε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

α) αξιολογήσεις από τους τρεις «θεσμούς»

β) συνέχιση της χρηματοδότησης με βάση το πλάνο των δόσεων του υφιστάμενου Προγράμματος, εφόσον υπάρξει θετική αξιολόγηση

γ) επιστροφή των κερδών της ΕΚΤ και των εθνικών ΚΤ από τη διακράτηση ελληνικών ομολόγων, και πάλι όμως εφόσον υπάρξει θετική αξιολόγηση από τους «θεσμούς»

Επίσης,

Θα πρέπει να αποφεύγονται οι μονομερείς ενέργειες. Βέβαια, δεν είναι ξεκάθαρο τι συνιστά μονομερή ενέργεια – αλλά την αξιολόγηση την κάνουν οι θεσμοί και όχι η κυβέρνηση.

~ · ~

Μειονεκτήματα Προσωρινής Συμφωνίας

  • Δεν υπάρχει καμία ρητή αναφορά στην κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών (π.χ. ότι θα επιτραπεί η έκδοση εντόκων για να πληρωθούν χρεολύσια, τόκοι και έκτακτες ανάγκες) μέχρι την ολοκλήρωση της αξιολόγησης.
  • Έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω των περιορισμένων ταμειακών διαθεσίμων.

~ · ~

Παραίτηση από την πάγια θέση ΣΥΡΙΖΑ για ονομαστική μείωση χρέους

Οι ελληνικές αρχές δεσμεύθηκαν επίσης να εγγυηθούν τα απαραίτητα πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα ή τα έσοδα που απαιτούνται για να εγγυηθούν τη βιωσιμότητα του χρέους, όπως όριζε το ανακοινωθέν του Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012.

Υπάρχει πρόβλεψη για χαλάρωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2015.

~ · ~

       Απόσπασμα από επιστολή Λαπατσιώρα, Μηλιού, Σωτηρόπουλου 

Ταυτόχρονα, στη Συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου περιλαμβάνεται η θέση: «Οι ελληνικές αρχές δεσμεύθηκαν επίσης να εγγυηθούν τα απαραίτητα πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα ή τα έσοδα που απαιτούνται για να εγγυηθούν τη βιωσιμότητα του χρέους, όπως όριζε το ανακοινωθέν του Γιούρογκρουπ του Νοεμβρίου του 2012». 

Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική κυβέρνηση παραιτείται από το στόχο διαπραγμάτευσης για την αναδιάρθρωση-απομείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους και υιοθετεί το «πρόγραμμα βιωσιμότητας» που στηρίζεται στην «πληρωμή του κεφαλαίου του χρέους» μέσω πρωτογενών πλεονασμάτων. Αυτό σημαίνει την απόρριψη-απόσυρση και του σκέλους (β) του σημείου (3) με το οποίο προσήλθε η ελληνική κυβέρνηση στη διαπραγμάτευση.

~ · ~

Κοινοβουλευτικές διαδικασίες για την παράταση του 2ου Προγράμματος

  • Η παράταση έχει και αλλαγή όρων διαχείρισης των 10,9 δισ. του ΤΧΣ. Αυτά επιστράφηκαν στον EFSF.  Η κυβέρνηση τώρα διεκδικεί  την επιστροφή 1,2 δισ. από τον EFSF.
  • Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ με βάση τις θέσεις που διατύπωναν τα κόμματα αυτά ως αντιπολίτευση οφείλει να φέρει τη Συμφωνία στη Βουλή.
  • Υπάρχει και νομική υποχρέωση να περάσει η παράταση από τη Βουλή.

~ · ~

 Γιατί υποχώρησε η Κυβέρνηση;

  • Οι προεκλογικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ ήταν σε αναντιστοιχία με τα πραγματικά προβλήματα της χώρας και το συσχετισμό των δυνάμεων στην Ευρώπη.
  • Δεν είχε προετοιμαστεί επαρκώς σε τεχνικό επίπεδο σε ό,τι αφορά τις προτάσεις που κατέθεσε.
  • Η Κυβέρνηση υποτίμησε τόσο τα περιορισμένα ταμειακά διαθέσιμα όσο και την εύθραυστη ισορροπία στο τραπεζικό σύστημα.
  • Για πρώτη φορά οι καταθέσεις έπεσαν κάτω από τα 150 δισ.
  • Η Κυβέρνηση άλλαξε στάση όταν αντιλήφθηκε ότι κινδυνεύει να δει την εμπειρία της Κύπρου να επαναλαμβάνεται στην Ελλάδα.

~ · ~

Αδυναμία στην επίτευξη στόχων για έσοδα

Screen Shot 2015-04-05 at 4.10.40 PM

~ · ~

Υποτίμηση του ρόλου των ταμειακών αναγκών 

  • Ο ΥΠΟΙΚ δήλωνε αρχικά ότι δεν χρειαζόμαστε τα 7,2 δισ. Ζητούσε μόνο τα 1,9 δισ. της ΕΚΤ.
  • Εκ των υστέρων δήλωσε ότι υπάρχουν δυσκολίες για την αποπληρωμή υποχρεώσεων σε ΕΚΤ και ΔΝΤ.
  • Η έλλειψη ταμειακών διαθεσίμων μειώνει τη διαπραγματευτική ισχύ της Ελλάδας.

~ · ~

Δυσκολίες στη διαπραγμάτευση

  • Λανθασμένη η επικοινωνιακή πολιτική της κυβέρνησης.
  • Η πολυφωνία και η πολυγλωσσία της Κυβέρνησης για λόγους εντυπωσιασμού συνέβαλε καθοριστικά στον τρόπο που μας συμπεριφέρονται οι εταίροι και αποδεικνύει την απουσία στρατηγικής.
  • Στον Economist και στους FT αναφέρεται ότι ο Ντράγκι πήρε την απόφαση να σταματήσει τη χορήγηση ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες απευθείας από την ΕΚΤ μετά τη δήλωση του ΥΠΟΙΚ ότι το χρέος της χώρας δεν είναι βιώσιμο.
  • Πέρα από τις διαπραγματευτικές δυσκολίες με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπη η Κυβέρνηση υπάρχει και το θέμα της στάσης των επιμέρους θεσμών.
  • Οι τρεις θεσμοί δεν έχουν ενιαία άποψη.
  • Η κυβέρνηση δεν έχει ξεκαθαρίσει πώς θα χειριστεί το ζήτημα του προγράμματος του ΔΝΤ το οποίο παραμένει σε ισχύ.

~ · ~

Επιφυλάξεις από ΔΝΤ και ΕΚΤ στις επιστολές προς Eurogroup

  • Για να αποφασίσει το Eurogroup ως προς το θέμα της παράτασης ζήτησε τη γνώμη της ΕΚΤ και του ΔΝΤ.
  • Η επιστολή της ΕΚΤ, αλλά και αυτή του ΔΝΤ, «ερμηνεύουν» τις μεταρρυθμίσεις ως «ισοδύναμα» μέτρα των δεσμεύσεων που περιγράφονταν στο παλιότερο «Πρόγραμμα».
  • Ειδικά το ΔΝΤ δεν παραιτείται από την ολοκλήρωση των μέτρων για το άνοιγμα των επαγγελμάτων, τις ιδιωτικοποιήσεις, την αγορά εργασίας και το ασφαλιστικό, που περιγραφόταν στο παλιότερο «Πρόγραμμα».

~ · ~

Επιστολή Ντράγκι

  • «Σημειώνουμε ότι οι δεσμεύσεις που περιγράφονται από τις [ελληνικές] αρχές διαφέρουν από τις υπάρχουσες δεσμεύσεις του προγράμματος σε ορισμένους τομείς.
  • Σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να αξιολογηθεί κατά τη διάρκεια της επανεξέτασης, εάν τα μέτρα που δεν γίνονται αποδεκτά από τις αρχές, αντικατασταθούν με μέτρα ίσης ή καλύτερης ποιότητας όσον αφορά την επίτευξη των στόχων του προγράμματος».

~ · ~

Πάμε για 3ο Πρόγραμμα;

Αυτή θα είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ελληνική Κυβέρνηση για αυτό παραμένει σιωπηλή ακόμη και σήμερα ως προς τον τρόπο κάλυψης των χρηματοδοτικών αναγκών μετά την τετράμηνη παράταση.

Η χώρα δεν μπορεί να βγει στις αγορές στους επόμενους τρεις μήνες.

~ · ~

Τώρα ξεκινούν οι συζητήσεις για την επόμενη ημέρα

Η συζήτηση για την επόμενη ημέρα ξεκινά αμέσως μετά την έγκριση της 4μηνης παράτασης από τα Κοινοβούλια και θα πρέπει να ολοκληρωθεί μέχρι 30 Ιουνίου γιατί μετά η χώρα θα είναι ξανά χωρίς πρόγραμμα και χωρίς πρόσβαση στις αγορές.

~ · ~

Είναι εφικτή η διεκδίκηση μιας πιο χαλαρής δημοσιονομικής πολιτικής;

  • Το Κίνημα έχει καταθέσει την άποψη ότι η χώρα έχει ανάγκη από ένα Ελληνικό Σχέδιο προοδευτικών μεταρρυθμίσεων στο κράτος και την οικονομία.
  • Το Σχέδιο αυτό θα αποτελούσε τη βάση της συζήτησης για ελάφρυνση του χρέους αλλά και για μικρότερα πρωτογενή πλεονάσματα.
  • Η χαλάρωση στη δημοσιονομική πολιτική σε συνδυασμό με την πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ θα βοηθούσε την οικονομία να επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.
  • Στις συζητήσεις που γίνονται η Κυβέρνηση υιοθετεί πρόβλεψη 1,5% για ρυθμό ανάπτυξης για το 2015. Η πρόβλεψη αυτή είναι αισιόδοξη. Όσο παρατείνεται η αβεβαιότητα και η έλλειψη ρευστότητας τόσο πιο πιθανή γίνεται μια επιστροφή σε ύφεση.
  • Προϋπόθεση για θετικό ρυθμό ανάπτυξης αποτελεί η πραγματοποίηση ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων.
  • Η χώρα με τις μεταρρυθμίσεις και με μια φιλική προς τις ιδιωτικές επενδύσεις πολιτική θα μπορούσε να προσελκύσει αναγκαία κεφάλαια της τάξης των 30 δις. στην επόμενη τριετία για να αποκατασταθεί η παραγωγική βάση που καταστράφηκε πριν ή και κατά τη διάρκεια της κρίσης.

~ · ~

Μπορούν να γίνουν οι αναγκαίες  ιδιωτικές επενδύσεις;

  • Οι δημόσιες επενδύσεις της τάξης των 6  δισ. ετησίως δεν επαρκούν για την επανεκκίνηση της οικονομίας. Άρα η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων είναι καθοριστική.
  • Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει ιδεολογικές αγκυλώσεις γύρω από το ρόλο των ιδιωτικών επενδύσεων σε μια μεικτή οικονομία.
  • Επιπρόσθετα, η ανάγκη για ιδιωτικά κεφάλαια καθιστά απαραίτητη την αποκατάσταση του αναπτυξιακού ρόλου του τραπεζικού συστήματος. Η παράταση της αβεβαιότητας σε συνδυασμό με την αδυναμία πρόσβασης στις διεθνείς αγορές και την εκροή καταθέσεων καθιστά δυσκολότερη την τραπεζική χρηματοδότηση επενδυτικών πρωτοβουλιών.

~ · ~

Συμπέρασμα

  • Η κυβέρνηση δεν ήταν επαρκώς προετοιμασμένη για την πραγματοποίηση των διαπραγματεύσεων παρά τις πολύ ευνοϊκότερες – σε σχέση με το 2010 –  συνθήκες με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπη.
  • Υποεκτίμησε τον αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρώπη. Έδειξε άγνοια για τον τρόπο λειτουργίας των Ευρωπαϊκών Θεσμών. Χρίζοντας «ηγεμόνα» της Ευρώπης τη Γερμανία προκάλεσε την οργή της υπόλοιπης Ευρώπης απομονώνοντας ακόμη περισσότερο τη χώρα.
  • Έχασε πολύτιμο χρόνο χωρίς να καταθέτει συγκεκριμένο σχέδιο που να απαντά στα ερωτήματα: πώς η οικονομία θα συμμετέχει ανταγωνιστικά στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας; πότε θα βγει στις αγορές και με ποιες προϋποθέσεις;
  • Αντιμετωπίζει το πρόβλημα της οικονομίας ως πρόβλημα περιορισμένης ζήτησης και παραγνωρίζει τις χρόνιες στρεβλώσεις στο παραγωγικό πρότυπο που οδήγησαν στην εμφάνιση της ύφεσης το 2008, δηλαδή 2 χρόνια πριν από την υπογραφή συμφωνιών με τους θεσμικούς εταίρους.
  • Έτσι, οι προτάσεις της για μεταρρυθμίσεις δεν αποτελούν μέρος ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για την αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του κράτους και της οικονομίας που να εμπεδώνει την κοινωνική δικαιοσύνη.
  • Αντίθετα, εμμένει στην παρουσίαση αποσπασματικών προτάσεων χωρίς ταυτότητα, υπερασπιζόμενη την επιστροφή στις παθογένειες του παρελθόντος που μας οδήγησαν στην εκτροπή και κατάρρευση του 2009.
  • Η αμφισημία, η αβεβαιότητα και η κυβερνητική πολυφωνία επιδεινώνουν τις προοπτικές της οικονομίας και διογκώνουν ακόμη περισσότερο τα βάρη όσων έχουν πληγεί από την κρίση.

~ · ~

IMG_6402

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «ΗΜΕΡΗΣΙΑ» του Σαββατοκύριακου 4 και 5 Απριλίου 2015

Πέντε χρόνια μετά τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό του 2009, στη δημόσια συζήτηση εξακολουθούν να παραμένουν ισχυρές διάφορες μυθοπλασίες για το ποια ήταν η πραγματική δημοσιονομική κατάσταση της χώρας ιδιαίτερα την περίοδο μεταξύ 2007-2009  που τελικά οδήγησε την χώρα εκτός αγορών και σε αναγκαστικό δανεισμό από τους θεσμικούς πιστωτές. Μυθοπλασίες που εξυπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες όπως διαφαίνεται από την πρόταση της κυβερνητικής πλειοψηφίας ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ για την συγκρότηση Εξεταστικής Επιτροπής.

Για μια ουσιαστική και εμπεριστατωμένη συζήτηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας το 2009 είναι αναγκαία μια επισκόπηση των δημοσιονομικών μεγεθών από την επομένη της ένταξης της χώρας στην ΟΝΕ. Έτσι, θα καταγραφεί η δυναμική αυτών των μεγεθών και θα καταστεί δυνατή η εξαγωγή συμπερασμάτων για το αν τελικά υπήρχε πρόβλημα με το δημόσιο χρέος το 2009 και αν ναι γιατί αυτό δεν διαγνώστηκε έγκαιρα ώστε να ληφθούν προληπτικά τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα;

Σε αντίθεση με την καθιερωμένη στις αναλύσεις, χρήση του δείκτη χρέος προς ΑΕΠ είναι προτιμότερο να αξιολογηθεί αρχικά η πορεία του χρέους της γενικής κυβέρνησης σε δισεκατομμύρια ευρώ. Η επιλογή αυτή γίνεται για δύο λόγους.

Πρώτον γιατί  στην περίπτωση της Ελλάδος το ΑΕΠ δεν αποτελεί ικανοποιητικό δείκτη για να δούμε ποια είναι η δυνατότητα που είχε η χώρα για να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της. Διότι το εκάστοτε επίπεδο του ΑΕΠ δεν ανταποκρίνονταν στη φοροδοτική ικανότητα που έχει το ίδιο επίπεδο ΑΕΠ σε άλλες χώρες. Αυτό οφείλεται στην  εκτεταμένη φοροδιαφυγή.

Ο δεύτερος λόγος σχετίζεται με το γεγονός ότι η ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ δεν ήταν βιώσιμη αφού στηριζόταν στην αύξηση της ιδιωτικής και δημόσιας κατανάλωσης που τροφοδοτούσε ο ιδιωτικός και δημόσιος δανεισμός. Η αύξηση του ΑΕΠ τροφοδοτούνταν από τον υψηλό πληθωρισμό που έτρεχε ταχύτερα στην Ελλάδα από ότι στην υπόλοιπη ευρωζώνη υποσκάπτοντας τα θεμέλια της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Ταυτόχρονα απέκρυπτε το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος του χρέους αφού οδηγούσε σε ταχύτερη αλλά μη βιώσιμη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ.

Το χρέος λοιπόν μετά την ένταξη στην ΟΝΕ είχε μια σταθερά ανοδική πορεία. Από τα 152 δις του 2001, έφτασε το 2004 στα 184 δις και το 2009 στα 300 δισ.

 saxgrafima

Η τρομακτική αυτή εξέλιξη δεν αποτυπώνεται όταν κάποιος πάρει το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ. Μεταξύ 2001 και  2007 υπήρξε μια περίοδος σταθερότητας, όπου ως ποσοστό του ΑΕΠ το δημόσιο χρέος παρέμεινε περίπου στο 100%. Έτσι, δημιουργήθηκε λανθασμένα η εντύπωση ότι δεν υπάρχει πρόβλημα.

saxgrafima2

Επομένως χάθηκε πολύτιμος χρόνος όλο αυτό το διάστημα διότι δε υπήρξε πρόνοια να ελεγχθεί η δυναμική του χρέους αλλά ούτε και να αντιμετωπιστούν τα διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας τα οποία την καθιστούσαν λιγότερο ανταγωνιστική και με μια ανάπτυξη μη βιώσιμη.

Έτσι, μόλις όμως ξέσπασε η διεθνής κρίση και η Ελλάδα πέρασε το 2008 σε ύφεση τότε το χρέος βγήκε εκτός πορείας. Πήγε από 103% ΑΕΠ το 2007 στο 127% το 2009.

Εάν συγκρίνουμε τη χώρα μας με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι ξεκάθαρο ότι το 2009 ως ποσοστό του ΑΕΠ η Ελλάδα είχε το μεγαλύτερο δημόσιο χρέος.

Έχοντας υπόψη αυτά τα δεδομένα, το πρώτο ερώτημα που ανακύπτει είναι: «τελικά με αυτή τη δυναμική του δημόσιου χρέους υπήρχε κίνδυνος που αγνοήθηκε τόσο από τις κυβερνήσεις όσο και από τα θεσμικά όργανα της Ευρώπης που αξιολογούν την πορεία των οικονομιών των χωρών μελών;» Η απάντηση είναι: Ναι, υπήρχε.

Διότι εάν ληφθεί υπόψη ότι η οικονομία από το 2008 είχε πέσει σε ύφεση το ενδεχόμενο να παγιδευτεί σε χαμηλούς ρυθμούς ονομαστικής ανάπτυξης –κάτι που υποδήλωναν τα χρόνια και μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών- και να διατηρήσει τα επίπεδα των ελλειμμάτων, τα οποία είχε μετά το 2007, δεν ήταν μικρό. Μια τέτοια εξέλιξη είναι βέβαιο ότι εκ των πραγμάτων θα έφερνε στην επιφάνεια το ενδεχόμενο οι αγορές να αμφισβητήσουν κάποια στιγμή τη διατηρησιμότητα του χρέους.

Η διαχρονική πηγή του χρέους ήταν τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Αυτό  που είναι χαρακτηριστικό της εμπειρίας της χώρας μας είναι ότι το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης ήταν από το 2001 μέχρι το 2009 μονίμως ελλειμματικό.

saxgrafima3

Αυτό, δε, που είναι ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι στη χώρα μας είχαμε δημοσιονομικά ελλείμματα και όταν είχαμε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και όταν είχαμε ύφεση.

Εξίσου ανησυχητική ήταν και η πορεία του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους. Αρκεί να επισημανθεί ότι από το 2007 μέχρι το 2009 το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέβηκε από 4,3% σε 5,2%.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό ήταν η συνεχής αύξηση των πρωτογενών ελλειμμάτων από το 2003 και μετά. Αυτό διαψεύδει την άποψη της ΝΔ ότι η μεγέθυνση του χρέους οφείλεται κυρίως στα βάρη τα οποία κληρονομήθηκαν από το παρελθόν και ιδιαίτερα από τις Κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ.

Αν κάτι προκύπτει, από τα δεδομένα είναι ότι έχουμε πρωτογενή ελλείμματα από το 2003 και μέχρι το 2009 οπότε το πρωτογενές έλλειμμα έφτασε τα 24 δις η 10% του ΑΕΠ και ότι από το 2004 και μετά οι πρωτογενείς δαπάνες ανέρχονται στο 90% περίπου του συνόλου των δαπανών

Το έλλειμμα στα μέσα του 2009 ήταν ήδη πάνω από 6% και το φθινόπωρο η δυναμική του έδειχνε ότι θα διαμορφωθεί σε επίπεδα άνω του 12%. Η κυβέρνηση της ΝΔ απέκρυπτε το πρόβλημα από την κοινότητα δηλώνοντας ότι θα διαμορφωθεί στο 6% ακυρώνοντας την αξιοπιστία της χώρας. Ταυτόχρονα, μετά τις ευρωεκλογές ανακοίνωνε μέτρα αμφίβολης αποτελεσματικότητας ύψους 0,8% του ΑΕΠ.

Τέλος, ενώ είχαν προϋπολογιστεί δανειακές ανάγκες 40,7 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2009, τελικά η χώρα δανείστηκε 66 δισεκατομμύρια ευρώ, σχεδόν 50% παραπάνω από όσα είχαν προϋπολογιστεί.

Τελικά στις αρχές του 2010, μετά την κερδοσκοπική επίθεση που εκδηλώθηκε σε βάρος των ελληνικών ομολόγων, το κόστος δανεισμού στις αγορές κατέστη απαγορευτικό.

Το αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να υποχρεωθεί να υπογράψει τη δανειακή σύμβαση προκειμένου να διασφαλίσει τη χρηματοδότηση των αναγκών της για όσο έμενε έξω από τις αγορές.

Αυτή η χρηματοδότηση θα της έδινε χρόνο να προχωρήσει σε δημοσιονομικές αλλαγές, διαρθρωτικές αλλαγές και στη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος έτσι ώστε να μπορέσει να επανακάμψει στις αγορές.

Πέντε χρόνια μετά δεν διαφαίνεται προοπτική για έξοδο στις αγορές και η χώρα παραμένει και θα συνεχίσει σε καθεστώς αναγκαστικού δανεισμού. Προφανώς αυτό θα είναι ένα από τα θέματα τα οποία θα εξεταστούν στην Εξεταστική Επιτροπή που θα συγκροτηθεί.

Αντίθετα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία όχι μόνο βγήκαν από το πρόγραμμα αλλά αντλούν από τις αγορές κεφάλαια με ιστορικά χαμηλά επιτόκια αποπληρώνοντας τα κεφάλαια του ΔΝΤ και αναχρηματοδοτώντας φθηνά παλαιό ακριβό χρέος.

 

 

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» την Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

Το τελευταίο διάστημα με αφορμή την ταχεία απομείωση των ταμειακών διαθεσίμων του κράτους με δεδομένη την αδυναμία πρόσβασης στις αγορές  επανήλθαν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης προτάσεις για την παράλληλη κυκλοφορία νομίσματος ως λύση ανάγκης. Οι προτάσεις αυτές διατυπώνονται στο πλαίσιο ενός ευρύτερου σχεδίου για αποφυγή συνέχισης της κρίσης με διαφορετική όμως τελική στόχευση.

Ορισμένοι υποστηρίζουν την εισαγωγή παράλληλου νομίσματος γιατί η εναλλακτική της εξόδου από το ευρώ εκλαμβάνεται ως καταστροφική. Όταν η Ελλάδα ξεπεράσει τα προβλήματά της θα επιστρέψει, στην ευρωζώνη ως πλήρες μέλος.

Κατά μία άλλη εκδοχή η εισαγωγή παράλληλου νομίσματος είναι η ασφαλέστερη ενδιάμεση επιλογή για τη σταδιακή έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη. Μια άμεση έξοδος, πρέπει να αποφευχθεί γιατί θα δημιουργούσε τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές δυσκολίες.

Στα θεωρητικά πλεονεκτήματα της πρότασης για παράλληλο νόμισμα συγκαταλέγεται η δυνατότητα του Δημοσίου να αποπληρώνει υποχρεώσεις του χωρίς η χώρα να υποχρεωθεί να εγκαταλείψει την ευρωζώνη. Επίσης εκτιμάται ότι μέσω της έκδοσης του θα ενισχυθεί η ζήτηση και θα ανακάμψει η οικονομία.

Έχουν διατυπωθεί δυο παραλλαγές της πρότασης. Σύμφωνα με την πρώτη η Ελλάδα θα τυπώσει εθνικό νόμισμα το οποίο θα κυκλοφορεί παράλληλα με το ευρώ με μια ισοτιμία που θα προσδιοριστεί από την κεντρική τράπεζα. Αυτό θα επιτρέψει να υποτιμηθεί μετά το νόμισμά και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων στις παγκόσμιες αγορές.

Στη δεύτερη παραλλαγή η χώρα θα εκδώσει τίτλους με τους οποίους θα δεσμεύεται να αποπληρώσει στους κατόχους τους το ονομαστικό ποσό σε ευρώ σε συγκεκριμένη προθεσμία. Εναλλακτικά, οι κάτοχοι τους θα μπορούν να πληρώσουν με αυτά μελλοντικές φορολογικές υποχρεώσεις. Σε κάποιες παραλλαγές η αποδοχή των τίτλων αυτών είναι υποχρεωτική σε άλλες όχι.

Η δεύτερη πρόταση ισοδυναμεί με παράλληλη θέσπιση νομίσματος αφού στις συναλλαγές οι τίτλοι αυτοί δεν θα γίνονται αποδεκτοί στην αξία που θα αναγράφεται. Μόλις οι κάτοχοι τους πληρωθούν από το Δημόσιο με αυτούς τους τίτλους θα διαπιστώσουν ότι η πραγματική τους αξία δεν είναι για παράδειγμα τα 50 ευρώ που θα γράφει ο τίτλος αλλά τα 20 η τα 15 ευρώ με τα οποία θα τα αποδέχεται η αγορά στις συναλλαγές.

Όλες οι παραπάνω προτάσεις προτείνονται για να ξεπεράσει η Ελλάδα τα προβλήματά της με το ελάχιστο δυνατό κόστος η με κόστος που είναι χαμηλότερο από οποιαδήποτε άλλη επιλογή.

Η πραγματικότητα όμως είναι ότι οι προτάσεις αυτές θα δημιουργήσουν περισσότερα προβλήματα από όσα υπόσχονται ότι θα λύσουν. Προϋποθέτουν και προεξοφλούν ότι δεν θα δημιουργηθούν προβλήματα στη λειτουργία  των τραπεζών -σε κάποιες παραλλαγές είναι αναγκαία η εισαγωγή περιορισμών στην ελευθερία κίνησης κεφαλαίων και στην ανάληψη μετρητών από καταθέσεις- και ότι θα συμφωνήσουν η ΕΚΤ και οι υπόλοιποι Ευρωπαϊκοί θεσμοί πράγμα πρακτικά δύσκολο.

Από τη διεθνή εμπειρία χωρών με παράλληλη κυκλοφορία νομίσματος γνωρίζουμε ότι στο τέλος το εθνικό νόμισμα θα υποτιμηθεί τρομακτικά, και οι τιμές θα αυξάνονται συνεχώς δημιουργώντας μεγάλα προβλήματα σε όσους θα πληρώνονται με το εθνικό νόμισμα. Οι παλιότεροι θυμούνται πόσο υποτιμημένη ήταν η δραχμή έναντι των χρυσών λιρών που ήταν περιζήτητες ειδικά την περίοδο κρίσεων.

Επιπρόσθετα, όσοι θα πληρώνονται στο νέο νόμισμα και έχουν δανειακές υποχρεώσεις σε ευρώ θα τους είναι ακόμη δυσκολότερο να αποπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Οι μόνοι ωφελημένοι θα είναι όσοι έχουν περιουσία στο εξωτερικό ή δραστηριοποιούνται στον τομέα των εξαγωγών αφού θα έχουν έσοδα σε ευρώ.

Το νόμισμα αυτό δεν θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αποπληρωμή εισαγόμενων προϊόντων. Επομένως, η χώρα θα πρέπει να διασφαλίζει επαρκή διαθέσιμα σε ευρώ για να πληρώνει τις ανάγκες της σε εισαγόμενα. Με το παράλληλο νόμισμα θα ενισχυθεί η παραοικονομία και θα μειωθούν ακόμη περισσότερο τα φορολογικά έσοδα.

Το βασικό μειονέκτημα όλων αυτών των προτάσεων είναι ότι παραγνωρίζουν το ουσιαστικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας που είναι η στρεβλή διάρθρωση της παραγωγικής βάσης που πρέπει να μετασχηματιστεί. Ο μετασχηματισμός αυτός θα ευνοηθεί σε ένα περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων και οικονομικής σταθερότητας όπως αυτό της Ευρωζώνης. Αντιθέτως στο ασταθές περιβάλλον που θα προκύψει από τη θέσπιση ενός παράλληλου  νομίσματος θα ενταθούν ακόμη περισσότερο η στασιμότητα και η φτώχεια.

Τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν στην οικονομία από το παράλληλο νόμισμα θα είναι τέτοιας έκτασης που στο τέλος η μόνη επιλογή θα είναι η έξοδος της χώρας από την ευρωζώνη, αλλά όχι μόνο.

Η χώρα θα έχει απομονωθεί οικονομικά και πολιτικά από την Ευρώπη και τα υποχρεωτικά μέτρα που θα κληθεί να λάβει για να υποστηρίξει το εγχείρημα του παράλληλου νομίσματος μπορεί να την οδηγήσουν τελικά και εκτός Ευρώπης.

Συνέντευξη Φίλιππου Σαχινίδη στον ραδιοσταθμό "Στο Κόκκινο"

Μεταξύ άλλων δήλωσε ότι «πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τους στόχους της χώρας», υπογραμμίζοντας ότι «από το 2013 έπρεπε να θέσουμε ως στόχο την οριστική έξοδο στις αγορές».

Ωστόσο, όπως σημείωσε «χάσαμε χρόνο το 2014 και αναλωθήκαμε σε άγονες και ανούσιες συζητήσεις», με αποτέλεσμα σήμερα να υπάρχει αδυναμία απεμπλοκής από την επιτήρηση. Ως θετικά παραδείγματα έφερε την Ιρλανδία και την Πορτογαλία, ενώ σημείωσε ότι στην πόρτα της εξόδου από το μνημόνιο βρίσκεται και η Κύπρος.

Τόνισε ότι«θα είναι ευχής έργον στους επόμενους τέσσερις μήνες να αλλάξει τόσο πολύ η χώρα τη δημόσια εικόνα της», εκτίμησε όμως ότι οι συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές και προέβλεψε ότι η Ελλάδα δε θα καταφέρει να πετύχει τόσο δραστικές αλλαγές σε ένα τόσο μικρό διάστημα, ενώ δεν παρέλειψε να επισημάνει ότι ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος έλλειψης ρευστότητας.

«Για να μπορέσουμε να σταθούμε στα πόδια μας πρέπει να «τρέξει» η οικονομία και να δημιουργήσουμε ένα νέο παραγωγικό πρότυπο που δε θα εξαρτάται από το δανεισμό των θεσμικών εταίρων», πρόσθεσε και κατέληξε λέγοντας ότι για να ανασυνταχθεί η οικονομία χρειάζεται πολιτική και οικονομική σταθερότητα και φιλικό περιβάλλον προς επενδύσεις.

0

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ Λάρισας, με μια καθεστωτικού τύπου ανακοίνωση, επιχειρεί μετά από σιωπή μιας εβδομάδας να τοποθετηθεί για το θέμα του λιγνίτη.

Ακόμη και τώρα όμως, αποφεύγει να τοποθετηθεί με μια καθαρή θέση. Συνάγεται απλώς, από τα όσα γενικόλογα αναφέρονται ότι, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, δεν προτίθεται να προχωρήσει σε εξόρυξη του λιγνίτη Ελασσόνας.

Σε ό,τι αφορά την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και του Γιώργου Παπανδρέου, να τους υπενθυμίσω ότι, έλαβε την εντολή του Ελληνικού λαού.

Ο ΣΥΡΙΖΑ Λάρισας, είναι η μοναδική παράταξη στην Ελλάδα, που μαζί με τη ΧΑ, την αποκαλεί εγκληματική.

Είναι τόσο προσηλωμένος στις δημοκρατικές αρχές της Βόρειας Κορέας ο ΣΥΡΙΖΑ Λάρισας, που δυσκολεύεται να αποκαλέσει το ΚΙΝΗΜΑ Δημοκρατών Σοσιαλιστών, με το όνομά του.

Να τους υπενθυμίσω, όσο και αν τους γοητεύουν οι πρακτικές καθεστώτων Βόρειας Κορέας, ότι το πολίτευμα της χώρας παραμένει η κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Συνέντευξη Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα Λάρισας «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» και τον δημοσιογράφο Κώστα Γκιάστα την Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Σχολιάστε μας την 1η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών. 2.500 στελέχη βρέθηκαν εκεί. Ήταν αυτό που περιμένατε;

Η ανταπόκριση ήταν πάνω από τις προσδοκίες μας. Αυτό όμως που μας εντυπωσίασε ήταν ότι όλοι όσοι ήρθαν, συμμετείχαν στις συζητήσεις καταθέτοντας τις απόψεις τους για τις θεματικές ενότητες που ήταν οι νέες μορφές οργάνωσης κομμάτων, το ιδεολογικό στίγμα του Κινήματος αλλά και οι προτάσεις για έξοδο από την κρίση. Στο κλείσιμο των εργασιών μετά από οκτώ ώρες η αίθουσα ήταν γεμάτη. Δεν θυμάμαι να έχω ξαναζήσει ανάλογη εμπειρία στο παρελθόν.

Πώς «μεταφράζεται» το αποτέλεσμα των εκλογών για το ΚΙΝΗΜΑ τόσο πανελλαδικά όσο και συγκεκριμένα στο Νομό Λάρισας; Πιστεύετε πως γι’ αυτό το μικρό χρονικό διάστημα προεκλογικά το αποτέλεσμα του 2.5% ήταν ικανοποιητικό;

Αν και δεν διασφαλίσαμε να συμμετάσχουμε στη νέα Βουλή που συγκροτήθηκε, θεωρώ ότι το αποτέλεσμα που πετύχαμε στις 16 ημέρες που είχαν στη διάθεσή τους οι υποψήφιοι τόσο στον Νομό Λάρισας αλλά και στις υπόλοιπες εκλογικές περιφέρειες είναι μια μεγάλη κατάκτηση. Επιβεβαιώνει την άποψή μας για την ανάγκη δημιουργίας ενός νέου πολιτικού φορέα που έδωσε φωνή και έκφραση σε όσους από τον χώρο της Δημοκρατικής Παράταξης ένιωθαν ότι δεν τους εξέφραζε κάποιο από τα υπάρχοντα κόμματα. Αποτελεί μια πολύ καλή αφετηρία για να συνεχίσουμε με μεγαλύτερη θέρμη την προσπάθειά μας για την ανασυγκρότηση των δυνάμεων του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού.

Ο κ. Παπανδρέου δήλωσε ότι στηρίζει την κυβέρνηση ζητώντας από το Σώμα να στηρίξει και εκείνο την κυβέρνηση, κάτι που επιδοκιμάστηκε. Πώς αξιολογείται αυτό στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή όταν μάλιστα ο ίδιος ο κ. Παπανδρέου ανέφερε ότι ο κ. Τσίπρας ήταν εκείνος που είχε πολεμήσει τις προσπάθειες της δικής του κυβέρνησης για μείωση του τεράστιου ελλείμματος;

Ο πρόεδρος του Κινήματος είπε το αυτονόητο ότι στηρίζει κάθε πρωτοβουλία της Κυβέρνησης που οδηγεί σε περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους και σε μικρότερα πρωτογενή πλεονάσματα ώστε να δοθεί χρόνος στη χώρα να γίνουν οι αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές στο κράτος και την οικονομία. Ταυτόχρονα ζητήσαμε από την Κυβέρνηση να εργαστεί για την εξεύρεση μιας λύσης που θα διασφαλίζει την ασφαλή και οριστική έξοδο της χώρας από την κρίση χωρίς να θέτει σε διακινδύνευση τα όσα με τόσες θυσίες κατακτήθηκαν τα τελευταία χρόνια.

Από τον πρόεδρο του Κινήματος εκφράστηκε η ελπίδα ότι η κυβέρνηση θα διαπραγματευτεί με σκληρό, αλλά εποικοδομητικό τρόπο και να καταλήξει στην οποιαδήποτε συμφωνία, υπογραμμίζοντας ότι σήμερα οι συνθήκες είναι κατά πολύ καλύτερες από εκείνες του 2010. Ποια είναι η δική σας εκτίμηση για την πορεία των διαπραγματεύσεων. Πιστεύετε πως μπορεί να «τεντώσει» κι άλλο το σχοινί η ελληνική κυβέρνηση;

Η Ευρώπη στη μακρόχρονη πορεία της πέτυχε να κάνει βήματα προόδου μέσα από διαδικασίες που ενσωμάτωναν τις εθνικές επιδιώξεις αλλά κάθε φορά αναζητούνταν οι αναγκαίοι συμβιβασμοί που ήταν επωφελείς για τις χώρες. Η τυφλή σύγκρουση δεν μπορεί να οδηγήσει σε λύση. Αντίθετα εκ- θέτει τη χώρα σε τεράστιους κινδύνους. Αυτή η προσέγγιση είναι μακριά από τη λογική των ευρωπαϊκών διαδικασιών και αν αποτελεί την πυξίδα της κυβέρνησης θα οδηγήσει σε αποτυχία των συζητήσεων με αρνητικές συνέπειες για τη χώρα.

Ποια είναι η προσέγγισή σας επί των προγραμματικών δηλώσεων του κ. Τσίπρα;

Οι προγραμματικές δηλώσεις υπηρέτησαν περισσότερο εσωτερικές προτεραιότητες και λιγότερο τις πραγματικές ανάγκες της χώρας στις συζητήσεις με τους εταίρους. Όμως οι εκλογές έγιναν. Τώρα είναι η ώρα των αποφάσεων.

Ελπίζουμε στις συναντήσεις που θα γίνουν αύριο και μεθαύριο η Κυβέρνηση να καταθέσει προτάσεις που θα αποτελέσουν αφετηρία για την εξεύρεση μιας οριστικής και ασφαλούς λύσης για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Αυτές τις προτάσεις θα έχουμε την υποχρέωση να τις στηρίξουμε και θα τις στηρίξουμε για το καλό της χώρας.

Αν η κυβέρνηση δεν ανταποκριθεί στην υποχρέωση να βρει σύντομα μια αμοιβαία επωφελή λύση, καθώς ο χρόνος τρέχει και τα περιθώρια στενεύουν, υπάρχει ο κίνδυνος να χαθούν όλα όσα με τόσο κόπο και θυσίες πετύχαμε. Και αυτό θα οδηγήσει σε μεγάλες περιπέτειες τη χώρα και σε μεγαλύτερες απώλειες για τους πολίτες που σήμερα ήδη δυσκολεύονται.

0

Θέλω να ευχαριστήσω όλους τους συμπολίτες μας που μας τίμησαν με την εμπιστοσύνη τους στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου.

Μαζί με τους συνυποψήφιους μου του ψηφοδελτίου του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών δώσαμε σε μικρό χρονικό διάστημα μια μάχη αρχών και αξιών για την ανασύνταξη των δυνάμεων του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού. Μια μάχη που θα συνεχιστεί.

Η χώρα έχει μια νέα κυβέρνηση συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Η κυβέρνηση έχει πολλές προκλήσεις μπροστά της στις οποίες θα πρέπει να ανταποκριθεί για να μπορέσει η χώρα να βγει οριστικά από την κρίση.