Μηνιαίο ΑρχείοΜάιος 2015

Ομιλία σε εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη από την «Πρωτοβουλία Πολιτών για την Ελληνική Σοσιαλδημοκρατία» με θέμα: «Οι μεταρρυθμίσεις είναι η απάντηση στην κρίση-Οικονομία-Κράτος-Ασφαλιστικό Σύστημα» την Πέμπτη 28 Μαΐου 2015.

Έχουν περάσει επτά χρόνια μετά την εκδήλωση της μεγαλύτερης μεταπολεμικής κρίσης του καπιταλισμού και οι περισσότερες οικονομίες διεθνώς και ειδικότερα στην Ευρώπη έχουν αποκαταστήσει σε σημαντικό βαθμό τις απώλειες που προκάλεσε στα εισοδήματα και την απασχόληση.

Πέρα από τις υπαρκτές εθνικές δυσκαμψίες, η αδυναμία της Ευρώπης να αντιμετωπίσει έγκαιρα και αποτελεσματικά την κρίση και να διευκολύνει την υλοποίηση των αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών στις χώρες που βρέθηκαν στον επίκεντρό της, είχε – μεταξύ άλλων – ως αποτέλεσμα, οι χώρες αυτές να έχουν διαφορετική πορεία κατά τη διάρκεια του προγράμματος αλλά και μετά από αυτό.

Από τις τέσσερις χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα, σήμερα οι δύο Ιρλανδία και Πορτογαλία είναι εκτός προγράμματος και η Κύπρος δανείζεται από τις αγορές.

Η Ελλάδα κατάφερε σε δύσκολες συνθήκες να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των δίδυμων ελλειμμάτων και της έλλειψης αξιοπιστίας από τα πλαστά στατιστικά στοιχεία για το έλλειμμα όπως βεβαιώνει η Έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που της στέρησε την πρόσβαση στις αγορές και την προσφυγή στους θεσμικούς πιστωτές.

Με μεγάλες όμως οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, αφού το ΑΕΠ σε μια επταετία –η ύφεση ξεκίνησε το 2008 δυο χρόνια πριν την υπογραφή της δανειακής σύμβασης- μειώθηκε κατά 25% περίπου και η ανεργία έφτασε το 27%.

Η διαπίστωση αυτή μας φέρνει αντιμέτωπους με το ερώτημα, γιατί στην Ελλάδα αν και έγιναν προσπάθειες προσαρμογής εντούτοις η έξοδος από την κρίση καθυστερεί;

Η χώρα μέχρι την κρίση δεν είχε θεσμούς που να διευκολύνουν την ανάληψη πρωτοβουλιών για την έγκαιρη εισαγωγή αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών.

Έτσι, παρά το γεγονός της διεύρυνσης των δίδυμων ελλειμμάτων μετά την ένταξη στην ΟΝΕ δεν υπήρξαν διορθωτικές παρεμβάσεις ούτε μετά το 2007 όταν η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου.

Αλλά και μετά την εκδήλωση της κρίσης καταγράφηκε ανάλογη αδυναμία κατανόησης των αιτιών που μας οδήγησαν στην κρίση και ως προς τις διαθέσιμες επιλογές, -υπενθυμίζω Ζάππεια 1,2,3 ή επικλήσεις σε παραδείγματα χωρών της Λατινικής Αμερικής ως πρότυπα για τις επιλογές της Ελλάδας, κατάργηση των μνημονίων με ένα άρθρο, προγράμματα Θεσσαλονίκης- ώστε να προχωρήσει η χώρα κατά προτεραιότητα σε αυτές που θα περιόριζαν το κόστος της προσαρμογής και θα επιτάχυναν την έξοδο από την κρίση.

Η χώρα οδηγήθηκε στην κρίση, γιατί οι θεσμοί δεν λειτουργούσαν σωστά και το παραγωγικό πρότυπο ήταν αναποτελεσματικό.

Στο διάστημα που μεσολάβησε από το ξέσπασμα της κρίσης, αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά αυτά τα προβλήματα, ώστε να ξεφύγουμε από αυτήν χωρίς τον κίνδυνο να επαναληφθεί σύντομα μια νέα κρίση;

Η απάντηση είναι αρνητική.

Εκτιμώ, ότι το μεγαλύτερο μέρος των αναγκαίων αλλαγών, ιδιαίτερα στους θεσμούς, είναι ακόμη μπροστά μας.

Σε μεγάλο βαθμό οι θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν όπως πριν από την κρίση αν όχι χειρότερα.

Σε πολλές περιπτώσεις, προοδευτικές μεταρρυθμίσεις αποδομήθηκαν από αντιμεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες, βαθύτατα συντηρητικής αν όχι συντεχνιακής αντίληψης, όπως πχ Διαύγεια, παιδεία, τόσο από την Κυβέρνηση Σαμαρά όσο και από την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Η αδυναμία επίτευξης ευρύτερων πολιτικών συναινέσεων στέρησε τη χώρα από έγκαιρη υλοποίηση των αναγκαίων αλλαγών καθιστώντας το κοινωνικό κόστος πολλών μεταρρυθμίσεων μεγάλο και οδηγώντας σε πολλές περιπτώσεις στη διαμόρφωση της άποψης ότι οι μεταρρυθμίσεις λειτουργούν σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Με λίγα λόγια δεν αντιμετωπίζονται από τους πολίτες ως προοδευτικές.

Η σημερινή εκδήλωση μας παρέχει την ευκαιρία να μιλήσουμε για το ρόλο των μεταρρυθμίσεων στην προσπάθεια να βγούμε από την κρίση με ειδική αναφορά στο ασφαλιστικό. Ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο βρέθηκε τα τελευταία χρόνια και παραμένει στο επίκεντρο πολιτικών αντιπαραθέσεων.

Για να αποσυνδέσω τη συζήτηση από τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις με τους δανειστές θα επικεντρωθώ σε μια παρουσίαση των χαρακτηριστικών του ασφαλιστικού συστήματος για να γίνει κατανοητό ποια ήταν τα χαρακτηριστικά του μέχρι το 2009 και πως συγκρινόταν με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Που θα βρισκόμασταν σε 10 χρόνια χωρίς τις αλλαγές που έγιναν.

Τέλος, που βρισκόμαστε σήμερα και που θα βρισκόμαστε μετά από 10 περίπου χρόνια με βάση και τις τελευταίες μελέτες της Ε.Ε. πάντα σε σύγκριση και με τις επιδόσεις των άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Θεωρώ ότι η επισκόπηση αυτή είναι αναγκαία γιατί στη δημόσια συζήτηση έχει κυριαρχήσει η άποψη ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα δεν είχε κανένα πρόβλημα πριν ξεσπάσει η κρίση και επομένως οι όποιες προσαρμογές έγιναν είχαν λανθασμένη αφετηρία και στόχευαν αποκλειστικά σε δημοσιονομικά οφέλη με καθαρά ιδεοληπτικά κριτήρια.

Με βάση τα δεδομένα που βρήκαμε τον Οκτώβριο του 2009, το ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόταν πάνω από 15 δις το χρόνο ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καταβάλει τρέχουσες συντάξεις.

Όλες οι μελέτες που είχαν συνταθεί μέχρι τότε έδειχναν, ότι αν δεν γινόταν παρέμβαση, σε μια δεκαετία οι δαπάνες για το ασφαλιστικό θα έφταναν στο 24% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο.

Αντίθετα, λόγω της ραγδαίας γήρανσης του πληθυσμού, οι προβλεπόμενες εισφορές δεν θα ξεπερνούσαν το 10% του ΑΕΠ.

Αυτή η διαφορά εισροών – εκροών στο σύστημα θα οδηγούσε σε κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος. Τα ταμεία δεν θα μπορούσαν να πληρώσουν συντάξεις ή ο Προϋπολογισμός δεν θα μπορούσε να υπηρετήσει άλλες λειτουργίες του κράτους αν κατέληγε να δίνει το 15% του ΑΕΠ για τη στήριξη του ασφαλιστικού.

Με βάση τα προαναφερθέντα το ερώτημα που τίθεται είναι: τις κόκκινες γραμμές για το μέγεθος της μεταφοράς βαρών μεταξύ των γενεών ποιος τις θέσει και με ποια κριτήρια;

Γιατί όταν μια γενεά μεταφέρει υπέρμετρα βάρη στην επόμενη γενεά, και με αυτό εννοώ βάρη που δεν δικαιολογούνται από την αρχή της διαγενεαλογικής αλληλεγγύης, πόσο «προοδευτική», πόσο «αριστερή» μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η πολιτική;

Δεν θέτω το ερώτημα σε όρους ηθικής, αν δηλαδή είναι υπεύθυνη η στάση μιας γενεάς απέναντι στις επόμενες γενεές.

Ρωτώ, αν είναι “αριστερή” ή «προοδευτική» προσέγγιση να παίρνουν οι σημερινές γενιές συνταξιούχων χρήματα από τον κοινό ασφαλιστικό κουμπαρά που έχουν με τα παιδιά τους;

Γιατί το ασφαλιστικό μας σύστημα δεν είναι κεφαλαιοποιητικό, ώστε ο κάθε ασφαλισμένος να έχει το δικό του κουμπαρά και να προσδοκά στο τέλος του εργάσιμου βίου του να εισπράξει τις εισφορές που κατέβαλε.

Οι συντάξεις σήμερα στηρίζονται στις εισφορές αυτών που εργάζονται σήμερα.

Αν, λοιπόν, αυτές είναι δυσανάλογες σε σχέση με τις εισφορές ή ανατραπεί η ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς που εργάζονται και εισφέρουν και σε αυτούς που είναι συνταξιούχοι, τότε το σύστημα καταρρέει και καμία σύνταξη δεν είναι εγγυημένη.

Είναι ενδεικτικό, ότι όταν μπήκαμε στην ΟΝΕ, η στήριξη του προϋπολογισμού στο ασφαλιστικό σε ετήσια βάση ήταν της τάξης των 3,4 δις περίπου.

Το 2009 είχε φτάσει στα 14,5 δις.

Αν είχαμε σταθεροποιήσει τη συνεισφορά του προϋπολογισμού στο επίπεδο του 2001, η χώρα θα είχε τουλάχιστον 75 δις λιγότερο χρέος από αυτό που είχε το 2009.

Με λίγα λόγια, 1 στα 4 ευρώ περίπου που χρωστούσε η χώρα το 2009 οφείλονταν στο γεγονός, ότι τη δεκαετία του 2000 και νωρίτερα κανείς δεν προνόησε να ανακόψει αυτή την ανησυχητική πορεία αύξησης της χρηματοδότησης των ταμείων από τον προϋπολογισμό.

Γιατί οι προηγούμενες γενιές και τα κόμματα έκλειναν πονηρά το μάτι στους συνταξιούχους, λέγοντας τους ότι δεν θα κάνουμε καμία παρέμβαση.

Το αποτέλεσμα της αδράνειας μας, ήταν να φτάσουμε στο σημείο να γίνουν βίαιες παρεμβάσεις το 2010 και μετά, για να μπορεί το σύστημα να πληρώνει αυτές τις μειωμένες συντάξεις.

Αλλά και μέσα στην κρίση, το 2012, τα κόμματα δεν άλλαξαν στάση ως προς το ζήτημα αυτό.

Έτσι, η ΝΔ παραλίγο να οδηγήσει σε απώλεια του δεύτερου προγράμματος εξαιτίας της στάσης της και της εμμονής της να μην γίνουν περικοπές στις επικουρικές συντάξεις. Στάση, που άλλαξε αμέσως μετά τις εκλογές του 2012 και προχώρησε σε περικοπή των επικουρικών συντάξεων.

Ανάλογη στάση τηρούσε και τηρεί και ο ΣΥΡΙΖΑ που υπερασπίζεται την άποψη για επιστροφή στο ασφαλιστικό σύστημα όπως αυτό λειτουργούσε μέχρι το 2009.

Ένα συνταξιοδοτικό σύστημα που ήταν άδικο, αφού το δικαίωμα στη σύνταξη δεν το καθόριζαν διαφανείς και ενιαίοι κανόνες για όλους τους εργαζόμενους, αλλά αδιαφανείς κανόνες, αποτέλεσμα συναλλαγών μεταξύ κομμάτων και εργαζομένων στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων.

Άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων του ΙΚΑ και άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων της ΔΕΗ και του ΟΤΕ η του ΟΓΑ.

Άλλη η κατά συνταξιούχο ενίσχυση από τον προϋπολογισμό στο ΙΚΑ και άλλη στον συνταξιούχο των άλλων Ταμείων.

Δεν ήταν όμως μόνο άδικο το σύστημα, ήταν και σαθρό, αφού δεν υπήρχαν έλεγχοι για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά του.

Όσοι λοιπόν υποστηρίζουν επιστροφή στην κανονικότητα του 2009 υποστηρίζουν και την επιστροφή στην συνταξιοδοτική ανισότητα και την αδιαφάνεια του συστήματος;

Σύμφωνα με έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής για τη Γήρανση στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι μεταρρυθμίσεις στο ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα που έχουν εφαρμοστεί κατά την τελευταία πενταετία θα οδηγήσουν μακροπρόθεσμα σε μια μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες.

Oι συνταξιοδοτικές δαπάνες έφτασαν το 2013 στο 16,2% του ΑΕΠ, το μεγαλύτερο ποσοστό μεταξύ των 28 κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι παρεμβάσεις που έχουν γίνει στο ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα από τον Ιούλιο του 2010 έως σήμερα, οι οποίες αφορούν τόσο το ύψος των συντάξεων όσο και τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, αναμένεται να οδηγήσουν σε μια μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών στο 14,1% του ΑΕΠ το 2040.

Παρά τη σημαντική μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών ως % του ΑΕΠ που προβλέπεται, οι δαπάνες για τις συντάξεις στην Ελλάδα αναμένεται να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μ.ο..

Οι ελληνικές συνταξιοδοτικές δαπάνες εκτιμώνται στο 14,1% του ΑΕΠ για το 2040 έναντι 11,7% του ΑΕΠ για την ΕΕ-28 και στο 14,3% το 2060 έναντι 11,2% του ΑΕΠ για την ΕΕ-28.

Η έκθεση επισημαίνει ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών που αναμένεται να σημειώσει σημαντική πτώση του πληθυσμού της κατά περίπου 23% μέχρι το 2060.

Για το σύνολο της ΕΕ-28 προβλέπεται αύξηση κατά περίπου 3,0% και για την Ευρωζώνη αύξηση κατά 2,0% για τον ίδιο χρονικό ορίζοντα.

Ταυτόχρονα, προβλέπεται σημαντική αύξηση του προσδόκιμου ζωής στην Ελλάδα. Οι ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών εκτιμάται ότι θα αυξηθούν από το 20% περίπου του συνολικού πληθυσμού της χώρας το 2013 στο 30% το 2040 και στο 33% το 2060.

Τίθεται το ερώτημα, αν το σύστημα έχει βραχυχρόνια προβλήματα;

Η απάντηση είναι, ναι έχει.

Που οφείλονται, σε συγκυριακούς παράγοντες.

Η ανεργία είναι της τάξης του 1,3 εκ και οι μισθοί έχουν μειωθεί. Επομένως οι εισφορές είναι μειωμένες.

Η οικονομία είναι σε ύφεση από το 2008 και πολλές επιχειρήσεις κλείνουν ή αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας. Αυξάνονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τα ταμεία.

Όταν δεν υπάρχει βεβαιότητα σχετικά με το μέλλον και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων, πολλοί προσφεύγουν στη σύνταξη και αυξήθηκαν οι υποχρεώσεις του συστήματος.

Η απάντηση σε αυτά τα συγκυριακά προβλήματα είναι η επιστροφή στη βιώσιμη ανάπτυξη και στην πλήρη απασχόληση και η συνέχεια όσων διαρθρωτικών αλλαγών οδηγούν σε περαιτέρω βελτίωση στη λειτουργία του ασφαλιστικού συστήματος.

Για αυτό θεωρώ, ότι η χώρα πρέπει να θέσει ως προτεραιότητα, όχι μόνο την επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης ώστε να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας και να αυξηθούν τα εισοδήματα και επομένως οι πόροι του συστήματος, αλλά πρέπει να επικεντρωθεί στην αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου.

Στον τομέα αυτό η πρόοδος είναι περιορισμένη και αυτό υπονομεύει τις θυσίες των πολιτών και ιδιαίτερα των νέων που προσδοκούν ότι η χώρα στην οποία γεννήθηκαν θα τους προσφέρει τις ευκαιρίες που δικαιούνται.

Ο κίνδυνος που διατρέχουμε ως χώρα είναι, στη συνείδηση των πολιτών οι μεταρρυθμίσεις να ταυτιστούν με επιλογές, οι οποίες δεν προάγουν τη θέση των περισσοτέρων πολιτών.

Ειδικά αυτών που έχουν προοπτική δημιουργίας νέου πλούτου και αυτών που έχουν ανάγκη στήριξης.

Αντίθετα, διασφαλίζουν τις θέσεις και συμφέροντα μικρών ομάδων με ισχυρή εκπροσώπηση στο πολιτικό σύστημα στο όνομα άλλοτε «προοδευτικών» και άλλοτε «φιλολαϊκών» κατά βάθος όμως μόνο συντεχνιακών πολιτικών.

Αυτό υπονομεύει τη θεμελίωση της κοινωνικής συμμαχίας «παραγωγών» και «οικονομικά ασθενέστερων» που πρέπει να επιδιώξουν οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού.

Ώστε με δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις να επιτύχουν την εκ νέου θέσμιση της πολιτείας, την ανασυγκρότηση της οικονομίας για να γίνει βιώσιμη, να δημιουργεί θέσεις εργασίας, εισοδήματα και πόρους που θα χρηματοδοτούν την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών για τη στήριξη των οικονομικά ασθενέστερων.

Η επόμενη ημέρα –εννοώ μετά την υπογραφή μιας συμφωνίας- δεν θα είναι εύκολη ούτε για την κυβέρνηση ούτε για τη χώρα και τους πολίτες.

Όμως έχουμε ακόμα τη δυνατότητα να διορθώσουμε τα πράγματα.

Να εργαστούμε για να φτιάξουμε την Ελλάδα από την αρχή.

Για τις δυνάμεις του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού που βρέθηκαν μόνες τους στο επίκεντρο της προσπάθειας για να αντιμετωπιστεί η κρίση αποτελεί προτεραιότητα η ανασύνταξη του χώρου και η χάραξη ενός οδικού χάρτη για την προοδευτική ανασυγκρότηση της χώρας.

Το ΚΙΝΗΜΑ Δημοκρατών Σοσιαλιστών πρέπει και μπορεί να είναι ο καταλύτης για την ενότητα των δυνάμεων του δημοκρατικού σοσιαλισμού, καθώς διαμορφώνεται η νέα αρχιτεκτονική του πολιτικού συστήματος.

Σεχταριστές δεν είμαστε ποτέ και ούτε θα γίνουμε.

Το ΚΙΝΗΜΑ δεν δημιουργήθηκε για να μείνει μικρό.

Επομένως στο ερώτημα της ενότητας των δυνάμεων του χώρου απαντάμε θετικά αλλά πάντα με βάση αρχές, αξίες, ιδανικά, πολιτικές. Χωρίς συνεννοήσεις παραγόντων κρυφά και κάτω από το τραπέζι.

Στον διάλογο για να επιτευχθεί αυτή η ενότητα χωράνε όλοι όσοι ανταποκρίνονται σε αυτά τα δεδομένα.

Και χωράνε όλοι οι σύντροφοί μας, όχι μόνο από το ΠΑΣΟΚ, αλλά και τη ΔΗΜΑΡ, το ΠΟΤΑΜΙ αλλά και τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι ψηφοφόροι του από τον χώρο μας προέρχονται στη μεγάλη τους πλειοψηφία.

Αφορά όσους δεν βάζουν το κάρο της δήθεν ενότητας που στηρίζεται σε συμφωνίες παραγόντων και σε διαπραγμάτευση καρεκλών, μπροστά από το άλογο της πραγματικής ενότητας που μεριμνά και μόνον για την προάσπιση των συμφερόντων του Ελληνικού λαού και της χώρας.

Σε αυτή την κατεύθυνση συστρατευόμαστε για να εργαστούμε για μια γρήγορη έξοδο της χώρας από την κρίση που θα μας επιτρέψει να εξασφαλίσουμε τις προϋποθέσεις για μια βιώσιμη ανάπτυξη και στήριξη αυτών που θίχτηκαν περισσότερο κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Συνέντευξη Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα FREE SUNDAY και στη δημοσιογράφο Αγγελική Σπανού, στις 03 Μαΐου 2015

-Ποιο σενάριο θεωρείτε επικρατέστερο; Ρήξη, συμφωνία ή/και εκλογές;

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν έχει εντολή για ρήξη δηλαδή έξοδο από τη ευρωζώνη, ή χρεοκοπία εντός της ευρωζώνης που μαθηματικά θα μας οδηγήσει στο τέλος και εκτός Ευρώπης. Δεν έχει εντολή να μας γυρίσει δεκαετίες πίσω. Η εντολή της είναι για επίτευξη συμφωνίας η οποία θα βοηθήσει τη χώρα να βγει από την επταετή ύφεση, να στηρίζεται πλέον στις δικές της δυνάμεις ώστε να βγει στις αγορές.

-Διαπραγμάτευση για πρώτη φορά που λέει ο ΣΥΡΙΖΑ ή χάσιμο χρόνου σε βάρος της οικονομίας που λέει η αντιπολίτευση;

Διαπραγμάτευση σκληρή και μάλιστα σε πολύ πιο αντίξοες συνθήκες έκανε και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου προκειμένου να πεισθεί η Ευρώπη να δημιουργήσει το μηχανισμό στήριξης.

Να υπενθυμίσω ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009 ήταν 36 δις και η χώρα ήταν παντελώς αναξιόπιστη λόγω των πλαστών στατιστικών στοιχείων μέχρι το 2009, όπως επιβεβαίωσε η Έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Παρά τις αντίξοες συνθήκες, η τότε κυβέρνηση πέτυχε δάνεια ύψους 240 δις ευρώ και τη μεγαλύτερη διαγραφή χρέους που έγινε ποτέ. Όποιος πιστεύει ότι αυτά έγιναν χωρίς σκληρές διαπραγματεύσεις ζει σε άλλο κόσμο.

Σήμερα, οι συνθήκες διαπραγμάτευσης είναι ασύγκριτα πιο ευνοϊκές, οπότε είναι ακατανόητη η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να τις εμφανίσει ως τιτάνια προσπάθεια.

Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις αυτές είναι εξίσου κρίσιμες για τους πολίτες γιατί όσο διατηρείται και ενισχύεται η αβεβαιότητα και η έλλειψη ρευστότητας στην οικονομία τόσο απομακρύνεται η έξοδος από την κρίση. Η αβεβαιότητα και η περιορισμένη ρευστότητα από την αρχή αυτής της κρίσης ήταν τα πιο υφεσιακά μέτρα που έπληξαν την οικονομία.

-Πώς προδιαγράφεται το μέλλον μας; Κάπως σαν σύρσιμο μέσα στο ευρώ;

Η Ελλάδα ολοκλήρωσε την προσαρμογή μηδενίζοντας τα μεγάλα δίδυμα ελλείμματα που την οδήγησαν σε αδυναμία δανεισμού από τις αγορές. Τώρα ήρθε η ώρα και για την Ελλάδα να επωφεληθεί από τα χαμηλά επιτόκια και τα άφθονα κεφάλαια τα οποία υπάρχουν ως αποτέλεσμα της πολιτικής ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.

Αυτό προϋποθέτει μια συμφωνία με τους θεσμικούς δανειστές η οποία θα οδηγήσει την Ελλάδα σε τροχιά εξόδου στις αγορές. Δεν τελειώνεις με τα Μνημόνια σκίζοντάς τα ή καταργώντας τα με ένα άρθρο, αλλά όταν πετυχαίνεις να δανείζεσαι από τις αγορές.

-Δεν έχει δίκιο να πει κανείς ότι μετά από πέντε χρόνια αδιέξοδης λιτότητας δεν γινόταν παρά να συμβεί ένα άγριο ξέσπασμα;

Η δημοσιονομική προσαρμογή που ακολούθησε η Ελλάδα ήταν πολύ βίαιη εξαιτίας του πρωτοφανούς δημοσιονομικού εκτροχιασμού ειδικά της διετίας 2007-2009.

Ωστόσο, δεν ήταν γραπτό η κρίση να διαρκέσει τόσα πολλά χρόνια. Αναζητήστε τα αίτια στην έλλειψη συναίνεσης και την πολιτική αστάθεια στη χώρα. Πόσες κυβερνήσεις αλλάξαμε από την αρχή της κρίσης; Και συγκρίνετε με ό,τι συνέβη στις άλλες χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα μετά από εμάς και έχουν ήδη βγει από αυτό ή ετοιμάζονται να βγουν.

Έχουμε ποτέ αναλογιστεί πόση λιτότητα προκάλεσαν η έλλειψη συναίνεσης και η πολιτική αστάθεια;

-Προφανώς και είναι κουρασμένοι οι εταίροι μας από τον ελληνικό μπελά. Αλλά και ο ελληνικός λαός δεν έχει εξουθενωθεί; Πώς ξεπερνιέται αυτή η διπλή κόπωση;

Η κρίση προκαλεί πόνο και κόπωση. Όμως, την κόπωση την ενέτεινε η πολιτική αστάθεια, η οποία καλλιεργήθηκε από συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις που αποφάσισαν να μετατρέψουν την μεγαλύτερη κρίση της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες σε εργαλείο αποκόμισης κομματικών κερδών. Κτίστηκαν πολιτικές καριέρες πάνω στην κρίση, στην πραγματικότητα πάνω στις πλάτες τους Ελληνικού Λαού που το πλήρωσε με την παράταση της κρίσης και της ύφεσης. Αν  η Ελλάδα είχε καταφέρει να διασφαλίσει στοιχειώδεις συναινέσεις από το ξέσπασμα της κρίσης ως προς τα αίτια που μας οδήγησαν σε αυτό το σημείο και οι πολιτικές δυνάμεις συμφωνούσαν σε ένα ελάχιστο πλαίσιο αλλαγών στο κράτος και την οικονομία για να ανασυνταχθεί η χώρα τώρα θα ήμασταν στη θέση της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας.

Όμως ακόμη και τώρα η επίτευξη συναινέσεων είναι απαραίτητη ώστε να δοθεί ένα τέλος στην πολύχρονη κρίση και να ανακτήσουμε τη θέση μας μεταξύ των υπολοίπων χωρών της Ευρώπης.

-Συμφωνείτε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει μόνο από τον εαυτό του αφού δεν έχει ισχυρό αντίπαλο;

Ο ΣΥΡΙΖΑ σε πολλά θυμίζει το μάγμα του ηφαιστείου. Σε μικρό χρονικό διάστημα κατάφερε να συσπειρώσει κοινωνικές δυνάμεις με διαφορετικές αφετηρίες και διαφορετικές προσδοκίες ως προς το τι πρέπει να γίνει και που πρέπει να πάμε.

Πολλές από αυτές τις στοχεύσεις δεν είναι συμβατές μεταξύ τους. Δεν μπορεί να είσαι υπέρ της παραμονής στο ευρώ και κατά. Δεν μπορεί να είσαι υπέρ της εξεύρεσης μιας αμοιβαία επωφελούς λύσης αλλά και υπέρ της ρήξης.

Τώρα, η κυβέρνηση δυσκολεύεται να πάρει πρωτοβουλίες σε πολλά ζητήματα και αδρανεί εξαιτίας αυτής της αντίθεσης στο εσωτερικό του, αλλά και της πρόσκρουσης με τη σκληρή πραγματικότητα που διαψεύδει τους μύθους που τόσα χρόνια καλλιέργησαν.

-Πώς εξηγείται αυτό, να μειώνεται η στήριξη στον ΣΥΡΙΖΑ, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, αλλά να παραμένει τεράστιο το προβάδισμά του έναντι όλων των κομμάτων;

Η εντολή προς το ΣΥΡΙΖΑ είναι νωπή και θα ήταν παράλογο σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα να υπάρχει αποστασιοποίηση των ψηφοφόρων από την επιλογή τους.

Τώρα σε ότι αφορά το προβάδισμα του έναντι της αντιπολίτευσης αυτό είναι  λογική εξέλιξη αφού η Κυβέρνηση Σαμαρά μετά τις ευρωεκλογές προσχώρησε σε μια συριζοποίηση του πολιτικού της λόγου και των προτάσεων της. Θυμήθηκε δηλαδή τον αντιπολιτευτικό της λόγο των Ζαππείων της διετίας 2010-2011. Είναι φυσικό για τους πολίτες όταν υπάρχουν παρεμφερείς προσεγγίσεις να επιλέγουν το πρωτότυπο και όχι τις απομιμήσεις.

 -Βλέπετε κάποια διέξοδο; Μπορούμε να πάμε καλά ή καλύτερα;

Πεποίθησή και ευχή μου είναι η ότι κυβέρνηση θα προχωρήσει σε συμφωνία με τους θεσμικούς δανειστές. Από τις πρωτοβουλίες που θα πάρει για την πραγματοποίηση αλλαγών στον τρόπο λειτουργίας του κράτους και της οικονομίας θα εξαρτηθεί αν θα πάμε καλά ή καλύτερα ή αν θα βρεθούμε ξανά αντιμέτωποι με τα ίδια αδιέξοδα που παράγουν ιδεοληψίες που κυριάρχησαν ως εναλλακτική πρόταση τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, αντί θετικών μεταρρυθμίσεων που οδηγούν σε σύγκλιση με τις προηγμένες χώρες ,τα πρώτα δείγματα γραφής είναι μάλλον προς την αντίθετη κατεύθυνση.

-Για τα σενάρια δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού μετώπου, με τη συνεργασία ΝΔ-Ποταμιού-ΠΑΣΟΚ, τι λέτε; Παρόλο που δεν φαίνεται να αποδίδουν οι σχετικές διεργασίες…

Την τελευταία πενταετία ανατράπηκε η αρχιτεκτονική του πολιτικού συστήματος της μεταπολίτευσης χωρίς να έχει διαμορφωθεί η νέα αρχιτεκτονική. Σίγουρα για κάποιο διάστημα ακόμη η χώρα θα βρίσκεται με πολυκομματικές κυβερνήσεις. Αν λοιπόν τα τρία κόμματα θέλουν να έχουν μια κοινή πορεία αυτό είναι δικό τους θέμα.

Εξακολουθώ να πιστεύω στη διάκριση αριστεράς δεξιάς και δεν μπορώ να δεχθώ ότι αυτή μπορεί να αναστέλλεται προσωρινά έναντι του στόχου για μια Ευρωπαϊκή πορεία.

Γιατί πολλοί μπορεί να υποστηρίζουμε μια πορεία στην Ευρώπη αλλά έχουμε διαφορετικά οράματα για την Ευρώπη.

Η Ευρώπη που οραματίζονται οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού ειδικά μετά την τελευταία κρίση είναι η Ευρώπη της αλληλεγγύης, της καταπολέμησης των κοινωνικών ανισοτήτων, της αναδιανεμητικής πολιτικής, είναι η Ευρώπη που προτάσσει την πολιτική έναντι των αγορών.

Αυτή η Ευρώπη είναι μακριά από την Ευρώπη που οραματίζονται οι υπέρμαχοι του οικονομικού φιλελευθερισμού και της ασυδοσίας των αγορών.

Αν λοιπόν οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού\Σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη θέλουν να αποκαταστήσουν τη σχέση τους με κοινωνικά στρώματα που εκπροσωπούσαν χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουν τις θέσεις τους και το ιδεολογικό τους στίγμα.

Έτσι, θα ξεκινήσουν μια νέα πορεία που θα τις επιτρέψει να κτίσουν νέες πλειοψηφικές κοινωνικές συμμαχίες και να επανέλθουν στο προσκήνιο της πολιτικής ως πρωταγωνιστές μεγάλων και προοδευτικών αλλαγών.