Μηνιαίο ΑρχείοΑύγουστος 2015

Άρθρο στην ΗΜΕΡΗΣΙΑ 29-8-2015

Ενα χαρακτηριστικό στοιχείο των εκλογικών αναμετρήσεων από το 2012 και μετά ήταν ότι όσα κόμματα διεκδίκησαν εντολή διακυβέρνησης υπόσχονταν, ανεδαφικά όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, ότι η χώρα μπορεί να βγει από την κρίση χωρίς να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που οδήγησαν στη δημοσιονομική εκτροπή του 2009.

Η ΝΔ με την πρόταση για Ζάππεια και ο ΣΥΡΙΖΑ με το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης πήραν εντολή έχοντας αποφύγει πριν από τις εκλογές του 2012 και 2015, αντίστοιχα, να συμμετάσχουν σε μια αναγκαία και ουσιαστική συζήτηση για την επόμενη ημέρα της χώρας. Το εισιτήριο που εξασφάλισε την άνοδό τους στην εξουσία ήταν η αντίθεσή τους στα μνημόνια.

Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι οι δύο αυτές κυβερνήσεις εκ των υστέρων αποδέχτηκαν τα μνημόνια που απέρριπταν, αλλά απέτυχαν να διασφαλίσουν την έξοδο της χώρας στις αγορές.

Στις 20 Σεπτεμβρίου οι πολίτες καλούνται για τέταρτη φορά από τον Μάιο του 2012 να επιλέξουν ποια κόμματα κατά την εκτίμησή τους μπορούν να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά και με ευαισθησία τα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τη χώρα και τις προοπτικές της.

Τα ζητήματα αυτά είναι:

1) Να κατατεθεί οδικός χάρτης εξόδου της χώρας από την κρίση. Σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις, η οικονομία θα παραμείνει σε ύφεση το 2015 και το 2016, συμπληρώνοντας οκτώ χρόνια ύφεσης και υψηλής ανεργίας.

Στον χάρτη αυτό θα υπάρχει πρόνοια για ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών πριν από τον Δεκέμβριο του 2015, ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη προς τις τράπεζες, να επιστρέψουν καταθέσεις και να γίνει άρση των capital controls κάποια στιγμή στο πρώτο εξάμηνο του 2016.

2) Να κατατεθεί εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων που θα απολαμβάνει ευρύτερης πολιτικής στήριξης. Με αυτό θα δρομολογηθούν οι αναγκαίες αλλαγές στην οικονομία, ώστε να ενισχυθεί ο ανταγωνιστικός και εξωστρεφής τομέας της οικονομίας.

Το σχέδιο αυτό θα αποτελέσει το αναγκαίο εφαλτήριο για την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων, ώστε σε συνδυασμό με τα κεφάλαια του ΠΔΕ και αυτά του προγράμματος Γιούνκερ να διευκολυνθεί ο διαρθρωτικός μετασχηματισμός της οικονομίας.

Θα περιλαμβάνει επίσης αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης αλλά και των θεσμών.

3) Να οριστικοποιηθούν και να κατατεθούν την επόμενη της συγκρότησης της κυβέρνησης οι παρεμβάσεις που προβλέπονται στο τρίτο μνημόνιο και δεν έχουν ενσωματωθεί στις νομοθετικές πρωτοβουλίες του προηγούμενου διαστήματος. Αυτές θα περιληφθούν στο προσχέδιο του Προϋπολογισμού και στο νέο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα 2016-2019.

Κρίσιμα ζητήματα, μεταξύ άλλων, η μείωση στις εξοπλιστικές δαπάνες το 2015 και το 2016, η σταδιακή μείωση ΕΚΑΣ και η αντιμετώπιση του προβλήματος των ελλειμμάτων των επικουρικών συντάξεων.

Στόχος να επανέλθει η χώρα το συντομότερο δυνατό σε πρωτογενή πλεονάσματα και να δρομολογηθούν οι διαδικασίες που συμφωνήθηκαν για την ελάφρυνση του χρέους.

Η χώρα πρέπει να διεκδικήσει μείωση επιτοκίων, επιμήκυνση του χρέους και παράταση της περιόδου χάριτος στις πληρωμές τόκων και χρεολυσίων.

Η εμπειρία από το 2009 και μετά συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι ανεξάρτητα από το εκλογικό αποτέλεσμα μόνο κυβερνήσεις με ευρύτερες συμμαχίες μπορούν να προωθήσουν τις αναγκαίες αλλαγές.

Οι πολιτικές δυνάμεις δεν ανταποκρίθηκαν στην κρισιμότητα των καταστάσεων όλα αυτά τα χρόνια. Προέταξαν το στενό κομματικό συμφέρον και διεκδίκησαν εντολή, ενώ ήταν γνωστό ότι δεν είχαν ούτε τη βούληση ούτε τη δυνατότητα να δρομολογήσουν τις αναγκαίες αλλαγές.

Αντίθετα, σε κρίσιμα ζητήματα όπως για παράδειγμα στην παιδεία ή στη στελέχωση της Δημόσιας Διοίκησης, ή σε θέματα φορολογικής διοίκησης οι κυβερνήσεις των τελευταίων τριών ετών αναθεώρησαν μεταρρυθμίσεις ή προσέφυγαν στις πρακτικές του παρελθόντος που μας οδήγησαν στην κρίση.

Σε αυτές τις εκλογές τα κόμματα οφείλουν -δεν θα έχουμε άλλη ευκαιρία- να δώσουν συγκεκριμένες προτάσεις για τις αλλαγές που χρειάζεται η χώρα. Να εξηγήσουν αναλυτικά γιατί με αυτές θα μπορέσει η οικονομία να σταθεί στις δικές της δυνάμεις ώστε η χώρα σε εύλογο χρονικό διάστημα να εξασφαλίζει κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές, όπως πέτυχαν η Ιρλανδία και η Πορτογαλία.

Οπως και να συμφωνήσουν με ποιο η ποια άλλα κόμματα θα συγκυβερνήσουν για να προχωρήσουν αυτές τις αλλαγές. Έτσι, μόνο θα διασφαλιστεί η επίτευξη ενός σταθερού πολιτικού πλαισίου που θα συμβάλει στην ταχύτερη έξοδο της χώρας από την κρίση και να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά τα σύνθετα κοινωνικά προβλήματα που προκάλεσε η πολύχρονη κρίση.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη Πρ. Υπουργού Οικονομικών στην Εφημερίδα Συντακτών 22 Αυγ. 2015

Τις προηγούμενες ημέρες εγκρίθηκε από το Eurogroup η νέα δανειακή σύμβαση μεταξύ ESM και Ελλάδος ύψους μέχρι 86 δις ευρώ.

Μετά από έξι μήνες αποτυχημένων πειραματισμών, η απόφαση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να προχωρήσει στην υπογραφή της σύμβασης κατέστη αναπόφευκτη μόλις αποδέχτηκε ότι δεν υπάρχει χωρίς οικονομική ζημία εναλλακτική λύση που να διασφαλίζει τη συμμετοχή της Ελλάδος στην Ευρωζώνη και να καλύπτει ταυτόχρονα τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας.

Η μεταστροφή της κυβέρνησης ακυρώνει τις προϋποθέσεις που κατέστησαν εφικτή την άνοδο της στην εξουσία. Η ανιστόρητη και διαχωριστική διάκριση μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών δυνάμεων, που καλλιέργησαν τα δυο κυβερνητικά κόμματα με τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό κόστος για τη χώρα, κατέρρευσε στις 14 Αυγούστου 2015.

Η κυβέρνηση για να ξεπεράσει το πρόβλημα αυτό επιχειρεί άμβλυνση των πολιτικών συνεπειών του μέσω σύγκρισης του νέου μνημονίου με τα προηγούμενα προωθώντας την άποψη ότι το τρίτο Μνημόνιο είναι ηπιότερο σε σχέση με τα προηγούμενα.

Η άποψη αυτή πάσχει σε δυο σημεία:

1) Οι σημερινές συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν κατά την υπογραφή των δύο προηγούμενων μνημονίων.

Το 2009, για παράδειγμα, η χώρα είχε δημοσιονομικό έλλειμμα 15,7% του ΑΕΠ και έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κοντά στο 11% του ΑΕΠ.

Τα ελλείμματα αυτά έπρεπε να εξουδετερωθούν σε ένα δύσκολο οικονομικά περιβάλλον καθώς η ύφεση το 2009 ήταν πάνω από 4%. Αντίθετα, το 2014 η χώρα είχε ένα μικρό πρωτογενές πλεόνασμα και οριακά θετική ανάπτυξη.

2) Η ηπιότερη πορεία στους δημοσιονομικούς στόχους του τρίτου Μνημονίου έναντι αυτών του δευτέρου κατέστη αναγκαία και δεν υπήρξε διαπραγματευτική επιτυχία. Αυτό συνέβη επειδή οι καταστροφικές οικονομικές επιλογές του πρώτου εξαμήνου του 2015 είχαν ως αποτέλεσμα την επιβολή των capital controls, την επιστροφή σε ύφεση το 2015 και το 2016 και τη μετάβαση σε πρωτογενές έλλειμμα το 2015.

Αυτό που προσπαθούν όσοι επιχειρούν την παραπάνω σύγκριση, καθαρά για λόγους πολιτικών σκοπιμοτήτων εν όψει της επερχόμενης εκλογικής αναμέτρησης, είναι να αποφύγουν να απαντήσουν άμεσα σε τρία κομβικά ερωτήματα που θα κυριαρχήσουν στις επόμενες εκλογές.

1) Το πρώτο αφορά τη δυνατότητα της Κυβέρνησης να προσδιορίσει έναν εθνικό οδικό χάρτη εξόδου της χώρας από την κρίση και το τρίτο Μνημόνιο.

Το Σεπτέμβριο του 2014 έθετα από τις στήλες της ΕφΣΥΝ το ίδιο ακριβώς ερώτημα προς την κυβέρνηση Σαμαρά για το δεύτερο Μνημόνιο που έληγε το Δεκέμβριο του 2014.

Τελικά, η κυβέρνηση Σαμαρά απέτυχε εκεί που πέτυχαν η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Ταυτόχρονα, άφησε ανοικτό το θέμα της κάλυψης των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας στο πλαίσιο της στρατηγικής της αριστερής παρένθεσης.

Σήμερα, η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων με capital controls και το πέρασμα σε διατηρήσιμη ανάπτυξη είναι δύσκολο να επιτευχθούν χωρίς σχέδιο. Είναι έτοιμη η Κυβέρνηση να καταθέσει έναν εθνικό οδικό χάρτη εξόδου από την κρίση;

2) Το δεύτερο αφορά τη βούληση της κυβέρνησης να εφαρμόσει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων που έχει συμφωνήσει.

Το ερώτημα αυτό συναρτάται με το πρώτο όμως είναι εξίσου καθοριστικό. Το ιδεολογικό φορτίο του τρίτου Μνημονίου είναι περισσότερο αισθητό σε σχέση με τα δύο προηγούμενα.

Το τρίτο Μνημόνιο ακυρώνει την θέση της κυβέρνησης ότι το πρόβλημα της χώρας οφείλεται στη λιτότητα όπως αναφέρονταν στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης.

Με το τρίτο Μνημόνιο επιχειρείται αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας. Στόχος να συρρικνωθεί ο μη ανταγωνιστικός και εσωστρεφής τομέας της οικονομίας προς όφελος του ανταγωνιστικού και εξωστρεφούς.

Υιοθετεί τη φιλοσοφία αυτή η κυβέρνηση; Έχει τη βούληση να εφαρμόσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις;

3) Το τρίτο αφορά τη θέση της κυβέρνησης έναντι του προβλήματος του χρέους. Η κυβέρνηση πριν και μετά τις εκλογές ζητούσε ονομαστική διαγραφή του λέγοντας ότι δεν είναι βιώσιμο.

Από τις επίσημες αποφάσεις προκύπτει ότι το καλύτερο που μπορεί να εξασφαλίσει η χώρα για το χρέος είναι: α) επιμήκυνση, β) όπου είναι εφικτό μείωση των επιτοκίων και γ) παράταση της περιόδου χάριτος για την αποπληρωμή τοκοχρεολυσίων.

Είναι έτοιμη η κυβέρνηση να αποδεχτεί αποφάσεις για το χρέος που μέχρι πρότινος απέρριπτε ως αναποτελεσματικές;

Αν οι κυβερνητικοί εταίροι είναι έτοιμοι να απαντήσουν στα παραπάνω ερωτήματα θετικά τότε το διακύβευμα των νέων εκλογών θα είναι αντίστροφο των εκλογών του Ιανουαρίου: «Ψηφίστε μας για να εφαρμόσουμε αποτελεσματικά και με την αναγκαία ευαισθησία το νέο πρόγραμμα ώστε να βγάλουμε τη χώρα από την κρίση».

Η επιτυχία στον τομέα αυτό θα καθορίσει τη δυνατότητα ή όχι του ΣΥΡΙΖΑ να διατηρήσει σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας. Όμως, η εμπειρία των τελευταίων έξι μηνών δείχνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επεδίωξε επιστροφή στις παθογένειες που μας οδήγησαν στην κρίση. Δεν επιδιώκει την υιοθέτηση προοδευτικών μεταρρυθμίσεων στην οικονομία και τους θεσμούς. Η απάντηση που θα δώσουν στα ίδια ερωτήματα τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα καθορίσει τις δικές τους προοπτικές.