Μηνιαίο ΑρχείοΝοέμβριος 2015

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη στην εκδήλωση με θέμα: «Σοσιαλδημοκρατία και Ανανεωτική Αριστερά» στο Ξενοδοχείο ΤΙΤΑΝΙΑ

Η διεθνής κρίση του 2008, ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός της διετίας 2007-2009 και το συσσωρευμένο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας, ειδικά από το 2004 και μετά, οδήγησαν στη μεγαλύτερη μεταπολεμική οικονομική κρίση της Ελλάδας και στην ανατροπή της αρχιτεκτονικής της μεταπολιτευτικής πολιτικής σκηνής.

Το βαρύτερο τίμημα της διαχείρισης της κρίσης αλλά και λανθασμένων πολιτικών και οικονομικών επιλογών της μεταπολίτευσης, το πλήρωσε το ΠΑΣΟΚ, το οποίο υποδεκαπλασίασε την εκλογική του δύναμη μετά από 30 χρόνια πολιτικής ηγεμονίας.

Σε αυτή την πτώση του συνέβαλε, καθοριστικά, το γεγονός ότι, όλες ανεξαιρέτως οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις, παρά την κρίσιμη εθνικά συγκυρία, επέλεξαν να υιοθετήσουν έναν πρωτοφανή λαϊκισμό και να ενοχοποιήσουν το κόμμα που ανέλαβε να αντιμετωπίσει την κρίση καθώς και το γεγονός, ότι η εθνικολαϊκιστική αυτή αφήγηση είχε τεράστια απήχηση και έγινε κυρίαρχη στην ελληνική κοινή γνώμη.

Αν το πρόβλημα ήταν αποκλειστικά συνδεδεμένο με το ΠΑΣΟΚ, θα περίμενε κανείς, ότι οι άλλες πολιτικές δυνάμεις που κινούνται στο χώρο της Σοσιαλδημοκρατίας ή της Ανανεωτικής Αριστεράς και αναδείχτηκαν στην περίοδο της κρίσης, θα κατάφερναν να ενισχύσουν ή να διατηρήσουν τις δυνάμεις τους (ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.). Κάτι τέτοιο όμως, δεν συνέβη.

Στην πραγματικότητα, το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε αντιμέτωπο με τα αδιέξοδα των πρότερων οικονομικών πολιτικών του, της ατολμίας του να αντιμετωπίσει το θεσμικό έλλειμμα της χώρας και τη διαφθορά, αλλά και της αδυναμίας του να παρακολουθήσει τις εξελίξεις στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό και να καταθέσει προτάσεις πολιτικής για τα νέα δεδομένα.

Άργησε να κατανοήσει, ότι ο εθνικός κεϋνσιανισμός σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης και ΟΝΕ μεσομακροπρόθεσμα δεν οδηγεί παρά μόνο σε απώλεια ανταγωνιστικότητας και διόγκωση του δημόσιου χρέους. Ότι, το θεσμικό έλλειμμα και οι δυσλειτουργίες της δημόσιας διοίκησης επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη.

Έτσι, η εκλογική πορεία των σοσιαλιστικών κομμάτων στην Ελλάδα, με καθυστέρηση, ακολουθεί αυτή των αντίστοιχων κομμάτων στην υπόλοιπη Ευρώπη που επέδειξαν την ίδια αδυναμία.

Οι μεταπολεμικές εκλογικές επιδόσεις αυτών των κομμάτων έχουν ως εξής: ο μέσος όρος της επίδοσης τους στην περίοδο 2009-2013 ήταν περίπου 23% έναντι 33,5% που ήταν η ιστορικά υψηλότερη επίδοση στη δεκαετία του 1960.

Επομένως, αυτό που κάνει τη διαφορά στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι το μέγεθος των απωλειών και όχι η κατεύθυνση.

Το 44% του ΠΑΣΟΚ το 2009 ήταν η εξαίρεση – και όχι ο κανόνας – μιας αναμενόμενης καθοδικής πορείας στο μέλλον. Οι μετέπειτα εξελίξεις απλά επιτάχυναν την πορεία. Αλλά και η κατάρρευση στο 4,6% τον Ιανουάριο του 2015 ήταν η εξαίρεση και όχι ο κανόνας σε μια καθοδική πορεία.

Υπό όρους και προϋποθέσεις, που έχουν να κάνουν με τις επιλογές του και τις εσωτερικές του συγκρούσεις πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της κρίσης, θα μπορούσε να είχε διατηρήσει ποσοστά της τάξης του 20%-25% όπως συμβαίνει και με άλλα Σοσιαλιστικά κόμματα στον Ευρωπαϊκό Νότο.

Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στην έναρξη μιας συζήτησης για το μέλλον και τις προοπτικές της Ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας. Ανάλογες αναζητήσεις που οδηγούν και στη διοργάνωση της σημερινής εκδήλωσης κυριαρχούν και στο χώρο της Ανανεωτικής Αριστεράς.

Το πρώτο ερώτημα, στο οποίο οφείλουμε να απαντήσουμε – όσοι εξακολουθούμε να πιστεύουμε στις θεμελιώδεις αξίες της σοσιαλδημοκρατίας – είναι:

«Έχει μέλλον και προοπτική η Ελληνική Σοσιαλδημοκρατία»;

Να επισημάνω στο σημείο αυτό, ότι το ερώτημα αυτό δεν είναι ανεξάρτητο από την πορεία και τις προοπτικές της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας. Πέρα από τις όποιες εθνικές ιδιαιτερότητες, τα βασικά προβλήματα είναι κοινά.

Πρόσφατα στο δημόσιο διάλογο, ο Ν. Μουζέλης διατύπωσε την άποψη ότι «η Σοσιαλδημοκρατία όπως και η οικονομία ακολουθεί μια κυκλική πορεία και η Σοσιαλδημοκρατία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι πολύ πιθανό να ανακάμψει».

Θεωρώ, ότι η κυκλικότητα που επικαλείται ο καθηγητής Ν. Μουζέλης, δεν διασφαλίζει από μόνη της την ανάκαμψη της Σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη.

Μετά την κρίση του 2008, που οδήγησε σε τεράστιες απώλειες σε ΑΕΠ και θέσεις εργασίας και διόγκωσε τις κοινωνικές ανισότητες, η Σοσιαλδημοκρατία θα πρέπει να αναζητήσει νέους δρόμους και νέες απαντήσεις στις μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ατελούς ΟΝΕ.

Απαντήσεις που κινούνται πέρα από τον εθνικό κεϋνσιανισμό της χρυσής εικοσιπενταετίας 1945-1970 αλλά και πέρα από τον Τρίτο Δρόμο του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος της δεκαετίας του 1990.

Έτσι μόνο μπορεί να ανακτήσει δυνάμεις και να αποκαταστήσει τη δυνατότητα της να εκφράζει πολιτικά προοδευτικές κοινωνικές συμμαχίες. Σε αυτό το σημείο θα επανέλθω αργότερα.

Μετά την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, ηγετικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ προεξοφλούν το τέλος της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας.

Παρενθετικά να υπενθυμίσω, ότι η εχθρική στάση της κομμουνιστικής Αριστεράς έναντι του ΠΑΣΟΚ έχει ιστορικό βάθος και πηγαίνει τουλάχιστον δύο δεκαετίες πίσω.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει, ότι η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ συνέβη επειδή εγκατάλειψε την «προοδευτική» του ατζέντα, υπηρετώντας νεοφιλελεύθερες μνημονιακές πολιτικές.

Το μέλλον – κατά αυτούς – ανήκει στο Σύριζα και στη νέα Ευρωπαϊκή Αριστερά και όχι στην Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία και στις πολιτικές δυνάμεις που την εκπροσωπούν στην Ελλάδα.

Η θέση αυτή όμως, ακυρώνεται από το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου, εφαρμόζει τις μνημονιακές πολιτικές τις οποίες κατήγγελλε μέχρι και το δημοψήφισμα.

Το αντιμνημόνιο ήταν για τον ΣΥΡΙΖΑ «last year». «This year different story» από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ας δει κανείς, τις εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα, με την πλήρη ιδιωτικοποίηση των δύο πρώτων τραπεζών ή τις ρυθμίσεις στο θέμα της πρώτης κατοικίας και θα καταλάβει την ανοχή\ευελιξία στην αλλαγή πορείας.

Το ιδεολογικό φορτίο του τρίτου μνημονίου είναι πολύ πιο εμφανές έναντι αυτού του πρώτου και του δεύτερου.

Να επισημάνουμε, ότι με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία εξουδετερώνονται ή εξομαλύνονται κοινωνικές αντιστάσεις σε μεταρρυθμίσεις, που στοχεύουν στην αλλαγή της διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας, ώστε να μετασχηματιστεί σε πιο ανταγωνιστική και εξωστρεφή.

Άρα, η μόνη διαθέσιμη επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ για να έχει πολιτική νομιμοποίηση από εδώ και πέρα, είναι η δυνατότητά του να κερδίσει τουλάχιστον τη μάχη στην καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων και να στηρίξει όσους επλήγησαν από την κρίση.

Αυτό όμως θα πρέπει να αφορά και τους εργαζόμενους και άνεργους του ιδιωτικού τομέα, καθώς μέχρι σήμερα οι όποιες ευαισθησίες του ΣΥΡΙΖΑ εξαντλούνται στους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα.

Αυτή όμως η ατζέντα – δηλαδή, η έμφαση στην καταπολέμηση των ανισοτήτων και η στήριξη των οικονομικά αποκλεισμένων – είναι ατζέντα και της σύγχρονης Σοσιαλδημοκρατίας και σημείο συνάντησης της Σοσιαλδημοκρατίας με την Ανανεωτική Αριστερά.

Όσο δε, για το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, οι ίδιοι αναγνωρίζουν ότι είναι εθνικο-κεϋνσιανό, στα πρότυπα της δεκαετίας του 1980.

Είναι ένα πρόγραμμα που οδηγεί σε οικονομικές αναποτελεσματικότητες.

Πολιτικές, που όταν εφαρμόστηκαν αλόγιστα μεταξύ 2007-2009, οδήγησαν τη χώρα στην κρίση του 2009.

Οι επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ, μετά το Δημοψήφισμα, περισσότερο προσαρμόζονται στο πλαίσιο που διαμορφώνουν οι διεθνείς συσχετισμοί και ειδικότερα οι ευρωπαϊκοί καθώς και οι οικονομικοί καταναγκασμοί.

Όσο, λοιπόν, η Ελλάδα βρίσκεται εκτός αγορών, οι βαθμοί ελευθερίας του στην άσκηση οικονομικής πολιτικής είναι ελάχιστοι.

Έτσι, ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση συνάντησε την ΤΙΝΑ (There is no Alternative) και την ερωτεύτηκε παράταιρα και παράφορα για να δικαιολογήσει την αλλαγή πορείας.

Η αποτελεσματικότητά του στο να οδηγήσει την χώρα σε μια πορεία σταθερής ανάπτυξης, θα καθορίσει τη δική του προοπτική στην υπό διαμόρφωση νέα αρχιτεκτονική της ελληνικής πολιτικής σκηνής.

Όμως, τόσο το προεκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ όσο και η δεκάμηνη πορεία του στην Κυβέρνηση, μαρτυρούν την τάση του προς μια στενά ελεγχόμενη από το κράτος και αλλεργική στις ιδιωτικές επενδύσεις οικονομική ανάπτυξη. Εξίσου, προβληματική στάση, έχει επιδείξει και στο ζήτημα του θεσμικού ελλείμματος που επίσης εξηγεί πως φτάσαμε στο 2009. Αντίθετα, πολλές επιλογές του, αναπαράγουν παθογένειες που προϋπήρχαν της κρίσης ή επανήλθαν με την κυβέρνηση Σαμαρά.

Αυτό, σε μεγάλο βαθμό, προδικάζει και την απάντηση στο ερώτημα, αν μπορεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση.

Αυτή η εξέλιξη, μας υποχρεώνει να απαντήσουμε στο ερώτημα, μήπως ο ΣΥΡΙΖΑ τελικά μετεξελιχθεί εξ ανάγκης σε ένα «ριζοσπαστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα». Γιατί, όπως λέει και ο λαός, «είναι το αγώγι που κάνει τον αγωγιάτη».

Εκτιμώ, ότι η παρούσα ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ δεν επιθυμεί ούτε και επιδιώκει τη μετεξέλιξή του σε Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.

Ούτε, να ταυτιστεί με τα οράματα και τις αξίες της Ανανεωτικής Αριστεράς και αναφέρομαι στο τμήμα εκείνο της ανανεωτικής που θέτει ως στόχο τον εξανθρωπισμό του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Γιατί αντιλαμβάνομαι, ότι ένα τμήμα της εξακολουθεί να οραματίζεται τη μετάβαση στο Σοσιαλισμό με δημοκρατικά μέσα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιδιώξει να ακολουθήσει μια πορεία που ως προς το τυπικό θα μοιάζει με αυτή του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος πριν την διάχυσή του στο Δημοκρατικό Κόμμα ή του ΑΚΕΛ.

Η σύγκριση, βέβαια, ΣΥΡΙΖΑ με το ΙΚΚ, ίσως να αδικεί το ΙΚΚ που ήταν πάντα ένα σοβαρό, μετριοπαθές, μη-λαϊκίστικο κόμμα, το οποίο είχε ξεκινήσει τη στροφή του δεκαετίες πριν γίνει Σοσιαλδημοκρατικό με την υιοθέτηση του «Ευρωκομμουνισμού».

Σε κάθε περίπτωση, ο ΣΥΡΙΖΑ θα μιλά και θα αυτοπροσδιορίζεται ως «Αριστερά» αλλά στην πράξη η οικονομική του πολιτική θα είναι εντός του πλαισίου που συνδιαμορφώνει η συμμετοχή στην ΟΝΕ και στην Ε.Ε.

Εκτιμώ, ότι θα επιδιώξει την περαιτέρω αποδυνάμωση ή εξαφάνιση των υπαρχουσών Σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων (Δημοκρατική Συμπαράταξη, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.). ή δυνάμεων της Ανανεωτικής Αριστεράς.

Αυτό δείχνει, η άτυπη αλλά υπαρκτή «συμμαχία» του με την «νέο-καραμανλική» πτέρυγα της Δεξιάς παράταξης.

Έτσι εξηγείται και το γεγονός, ότι κάποιοι Ευρωπαίοι Σοσιαλδημοκράτες συνομιλούν ήδη με το ΣΥΡΙΖΑ και ταυτόχρονα προτρέπουν τη Δημοκρατική Συμπαράταξη και το Ποτάμι να διερευνήσουν τη δυνατότητα κυβερνητικής συνεργασίας μαζί του.

Η προοπτική, λοιπόν, των υφιστάμενων δυνάμεων της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας να πρωταγωνιστήσουν στην ανασύνταξη του χώρου μόνες ή σε συνεργασία με δυνάμεις της ανανεωτικής και μεταρρυθμιστικής Αριστεράς του πολιτικού φιλελευθερισμού και της πολιτικής οικολογίας, σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί, από την δυνατότητά τους να κτίσουν από την αρχή σχέσεις εμπιστοσύνης με τις κοινωνικές δυνάμεις που θέλουν να εκπροσωπήσουν.

Αλήθεια, όντας ανάμεσα σε Σοσιαλδημοκράτες και Ανανεωτικούς Αριστερούς, θα είχε ενδιαφέρον να συζητήσουμε, ποιους θέλουμε να εκπροσωπήσουμε σε αυτή τη νέα πορεία;

Η Ελλάδα έχει πληθυσμό 11 εκατ περίπου. Ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός είναι 4.740.000 άτομα με 3.500.000 άτομα στην απασχόληση, 1.240.000 άτομα στην ανεργία. Οι συνταξιούχοι είναι 3 εκατ και περίπου 3,3 εκατ είναι ο οικονομικά μη ενεργός πληθυσμός.

Εξακολουθούμε να επιδιώκουμε την πολιτική εκπροσώπηση μόνο των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας;

Αν όχι, ποιες νέες κοινωνικές συμμαχίες θέλουμε να οικοδομήσουμε και κάτω από ποιό πολιτικό πρόγραμμα και με ποιά πολιτική στόχευση;

Η άποψή μου είναι, ότι πρέπει να εργαστούμε για να οικοδομήσουμε την κοινωνική συμμαχία των παραγωγικών δυνάμεων, που καινοτομούν, αναλαμβάνουν ρίσκο και δημιουργούν νέο πλούτο από τη μία, και των οικονομικά αποκλεισμένων και των νέων από την άλλη.

Αυτό προϋποθέτει, ότι είμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε σε ερωτήματα που στην καθημερινότητα τα προσπερνάμε εύκολα αλλά δυστυχώς ,αυτή η επιλογή μας εξηγεί, γιατί είμαστε η μόνη χώρα που παραμένει σε πρόγραμμα.

Ερωτήματα, όπως:

  • Μετά από μια χαμένη δεκαετία για την ανάπτυξη τι σημαίνει «φιλελεύθερη» οικονομία και συνακόλουθα «πολιτική» και τι «σοσιαλδημοκρατική»;

  • Η Σοσιαλδημοκρατία ή η Ανανεωτική Αριστερά, έχουν κάποια θέση που απαντά στο ερώτημα, αν σε συνθήκες κρίσης και ύφεσης βρεθείς αντιμέτωπος με ελλείμματα της τάξης του 15,5% του ΑΕΠ, πως τα αντιμετωπίζεις; Τα αφήνεις ως έχουν; Τα αφήνεις να αυξηθούν ή τα μειώνεις;

  • Η ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας είναι στόχοι ή, θα έπρεπε να είναι στόχοι της Σοσιαλδημοκρατίας και της Ανανεωτικής Αριστεράς ή όχι;

Το ζήτημα της παραγωγικότητας είναι κρίσιμο για την κοινωνική και οικονομική ανασύνταξη της χώρας μας.

Το ίδιο συμβαίνει και στην Ευρώπη, που τα τελευταία 30 χρόνια έχει χάσει την μεταπολεμική παραγωγική της ισχύ και βασίζεται ολοένα και περισσότερο στα εισοδήματα και τις προσόδους.

Το γερασμένο ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο αποθαρρύνει ουσιαστικά την ανάληψη κινδύνων και ρίσκου, δηλ. την επιχειρηματικότητα, ιδιαίτερα σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Άπω Ανατολή.

Είναι ολοφάνερη η ιδεολογική αδυναμία της Σοσιαλδημοκρατίας να υπερασπιστεί την αναγκαιότητα της «παραγωγικότητας».

Η δημιουργία νέου πλούτου και αξίας εξαρτάται από τον βαθμό ανάληψης επιχειρηματικών πρωτοβουλιών και καινοτομιών.

Η καινοτομία και η επιχειρηματικότητα είναι στην ουσία τους ανάληψη κινδύνων και ρίσκων. Αυτό είναι που τις καθιστά πηγή κοινωνικού πλούτου και αξίας.

Είναι εξόχως παραπλανητική η αντίληψη, ότι η Συντήρηση προωθεί ένα πνεύμα πρωτοβουλίας, ελευθερίας και ανάπτυξης της παραγωγικής επιχειρηματικότητας.

Αντιθέτως, υπερασπίζεται και ενθαρρύνει προνόμια, εισοδήματα και προσόδους, δηλαδή, κυβερνητικές πολιτικές που επιτρέπουν στους ισχυρούς να νέμονται εισοδήματα που δεν προέρχονται από την παραγωγή νέου πλούτου και αξίας αλλά από ανταμοιβές κεφαλαίων τοποθετημένων σε μη παραγωγικές χρήσεις ελάχιστου ρίσκου που δεν ευνοούν την ανάπτυξη και την ευημερία και εντείνουν τις ανισότητες.

Οι προγραμματικές αυτές αναζητήσεις και συνθέσεις, προϋποθέτουν ένα ελληνικό (προσωπικά, θεωρώ αναγκαίο ένα Ευρωπαϊκό) «Επινέ» ή «Μπαντ Γκόντεσμπεργκ», όπου θα αναδειχθεί η νέα προγραμματική πρόταση για την έξοδο από την κρίση και την επόμενη ημέρα αλλά και οι νέες προοδευτικές συμμαχίες.

Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για τις υπάρχουσες δυνάμεις της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας, της Ανανεωτικής Αριστεράς, αν θέλουν να έχουν προοπτική και να συμβάλλουν καταλυτικά στη διαμόρφωση της νέας πολιτικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα.

Διαφορετικά, κινδυνεύουν να «φινλανδοποιηθούν» ή να εξαφανιστούν.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στο site «the caller» το Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Μετά την διεθνή κρίση του 2008, που οδήγησε στη μεγαλύτερη μεταπολεμική οικονομική κρίση της Ελλάδας, ανατράπηκε η αρχιτεκτονική της μεταπολιτευτικής πολιτικής σκηνής.

Το βαρύτερο τίμημα της διαχείρισης της κρίσης το πλήρωσε το ΠΑΣΟΚ, το οποίο υποδεκαπλασίασε την εκλογική του δύναμη μετά από 30 χρόνια πολιτικής ηγεμονίας.

Όμως και οι άλλες πολιτικές δυνάμεις, που κινούνται στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας και αναδείχτηκαν στην περίοδο της κρίσης, δεν κατάφεραν να ενισχύσουν ή να διατηρήσουν τις δυνάμεις τους (ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.)

Η εκλογική πορεία των σοσιαλιστικών κομμάτων στην Ελλάδα δεν είναι διαφορετική από αυτή των αντίστοιχων κομμάτων στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Σύμφωνα με τον Γ. Μοσχονά (2014), που μελέτησε τις μεταπολεμικές εκλογικές επιδόσεις αυτών των κομμάτων, ο μέσος όρος της επίδοσης τους στην περίοδο 2009-2013 ήταν περίπου 23% έναντι 33,5% που ήταν η ιστορικά υψηλότερη επίδοση στη δεκαετία του 1960.

Επομένως, αυτό που κάνει τη διαφορά στην περίπτωση της Ελλάδας είναι το μέγεθος των απωλειών και όχι η κατεύθυνση. Το 44% του ΠΑΣΟΚ το 2009 ήταν η εξαίρεση -και όχι ο κανόνας – μιας προδιαγεγραμμένης καθοδικής πορείας στο μέλλον. Οι μετέπειτα εξελίξεις απλά επιτάχυναν την πορεία.

Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στην έναρξη μιας συζήτησης για το μέλλον και τις προοπτικές της Ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας.

Ο Νίκος Μουζέλης (2014) έχει διατυπώσει την άποψη ότι η σοσιαλδημοκρατία όπως και η οικονομία ακολουθεί μια κυκλική πορεία. Αυτή καθορίζεται από εξελίξεις και διεργασίες του καπιταλισμού, που επηρεάζουν το ρόλο του κράτους και τη δυνατότητα του να παρεμβαίνει ως ρυθμιστής στην οικονομία.

Οι κρίσεις στις οποίες είναι επιρρεπής ο καπιταλισμός, διαμορφώνουν ακόμη και σήμερα την ανάγκη για μια προοδευτική ρεφορμιστική στρατηγική εντός των ορίων του καπιταλισμού. Αυτή μπορεί να οδηγήσει σε μια ανανεωμένη σοσιαλδημοκρατία, που θα έχει ως στόχο τον εξανθρωπισμό της παγκοσμιοποίησης. Με βάση τα παραπάνω ο Μουζέλης υποστηρίζει ότι η σοσιαλδημοκρατία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι πολύ πιθανό να ανακάμψει.

Θεωρώ ότι η κυκλικότητα που επικαλείται ο Μουζέλης δεν διασφαλίζει από μόνη της την ανάκαμψη της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη. Μετά την κρίση του 2008, που οδήγησε σε τεράστιες απώλειες σε ΑΕΠ και θέσεις εργασίας και διόγκωσε τις κοινωνικές ανισότητες, η σοσιαλδημοκρατία θα πρέπει να αναζητήσει νέους δρόμους και νέες απαντήσεις στις μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ατελούς ΟΝΕ.

Απαντήσεις που κινούνται πέρα από τον εθνικό κεϋνσιανισμό της χρυσής εικοσιπενταετίας 1945-1970 αλλά και πέρα από τον Τρίτο Δρόμο του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος της δεκαετίας του 1990.

Έτσι μόνο μπορεί να ανακτήσει δυνάμεις και να αποκαταστήσει τη δυνατότητα της να εκφράζει πολιτικά προοδευτικές κοινωνικές συμμαχίες.

Ο Ε. Τσακαλώτος (2014), αμφισβητώντας την ορθότητα της προσέγγισης του Νίκου Μουζέλη για κυκλικές διακυμάνσεις της σοσιαλδημοκρατίας, προεξοφλεί το τέλος της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, γιατί εγκατάλειψε την «προοδευτική» της ατζέντα, υπηρετώντας νεοφιλελεύθερες μνημονιακές πολιτικές. Το μέλλον, κατά τον Ε. Τσακαλώτο, ανήκει στο Σύριζα και στη νέα ευρωπαϊκή αριστερά και όχι στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Η θέση αυτή όμως ακυρώνεται από το γεγονός ότι ο Σύριζα, μετά το δημοψήφισμα του Ιουνίου, υπηρετεί με συνέπεια μνημονιακές πολιτικές. Μετά την άνοδο του στην εξουσία, εξουδετερώνονται ή εξομαλύνονται κοινωνικές αντιστάσεις σε μεταρρυθμίσεις, που θα αλλάξουν την διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, ώστε να μετασχηματιστεί σε πιο ανταγωνιστική και εξωστρεφή.

Άρα, η μόνη διαθέσιμη επιλογή του Σύριζα για να έχει πολιτική νομιμοποίηση από εδώ και πέρα, είναι η έμφαση στην καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων και η στήριξη όσων επλήγησαν από την κρίση. Αυτή όμως είναι μια ατζέντα σοσιαλδημοκρατική όπως και το κεϋνσιανό, στα πρότυπα της δεκαετίας του 1980, πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης.

Οι επιλογές του μετά τις εκλογές, ολοένα και περισσότερο προσαρμόζονται στο πλαίσιο που διαμορφώνουν οι διεθνείς συσχετισμοί και οι οικονομικοί καταναγκασμοί. Η αποτελεσματικότητα του στο να οδηγήσει την χώρα σε μια πορεία σταθερής ανάπτυξης θα καθορίσει τη δική του προοπτική.

Αυτή η εξέλιξη μας υποχρεώνει να απαντήσουμε στο ερώτημα μήπως ο Σύριζα τελικά μετεξελιχθεί σταδιακά σε ένα «ριζοσπαστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα».

Εκτιμώ ότι ο Σύριζα ακολουθεί μια πορεία που μοιάζει πολύ με αυτή του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος πριν την διάχυση του στο Δημοκρατικό Κόμμα. Θα μιλά και θα αυτοπροσδιορίζεται ως «αριστερά» αλλά θα πράττει «σοσιαλδημοκρατικά». Νομοτελειακά λοιπόν θα επιδιώξει την περαιτέρω αποδυνάμωση ή εξαφάνιση των υπαρχουσών σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων (Δημοκρατική Συμπαράταξη, Ποτάμι, Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κ.ά.).

Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι κάποιοι Ευρωπαίοι Σοσιαλδημοκράτες συνομιλούν ήδη με το Σύριζα και ταυτόχρονα προτρέπουν τη Δημοκρατική Συμπαράταξη και το Ποτάμι να διερευνήσουν τη δυνατότητα κυβερνητικής συνεργασίας μαζί του.

Η προοπτική λοιπόν των υφιστάμενων δυνάμεων της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας να πρωταγωνιστήσουν στην ανασύνταξη του χώρου, σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί από την δυνατότητα τους να κτίσουν από την αρχή σχέσεις εμπιστοσύνης με τις κοινωνικές δυνάμεις που θέλουν να εκπροσωπήσουν.

Αυτό προϋποθέτει ένα ελληνικό «Επινέ» όπου θα αναδειχθεί η νέα προγραμματική πρόταση για την έξοδο της χώρας από την κρίση και την επόμενη ημέρα.

Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για τις υπάρχουσες δυνάμεις της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, αν θέλουν να έχουν προοπτική και να συνδιαμορφώσουν τη νέα πολιτική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα. Διαφορετικά, κινδυνεύουν να «φινλανδοποιηθούν» η να εξαφανιστούν.

Πηγές:

  1. Γεράσιμος Μοσχονάς, «The Electoral Retreat of European Social Democracy» Μάρτιος 2014
  2. Νίκος Μουζέλης, «Μπορεί να αναγεννηθεί η Ελληνική Σοσιαλδημοκρατία;» Το Βήμα, 23/11/2014.
  3. Φίλιππος Σαχινίδης, «Για μια Ευρωπαϊκή Ριζοσπαστική Σοσιαλδημοκρατία» Εφημερίδα Συντακτών, 10/6/2014
  4. Ευκλείδης Τσακαλώτος, «Ο Μουζέλης, ο Μπερνστάιν και η σοσιαλδημοκρατία», 2014, http://rnbnet.gr/details.php?id=12056

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «ΚΕΦΑΛΑΙΟ» το Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα από όσες επηρεάστηκαν από τη διεθνή κρίση που παραμένει από το 2008 σε ύφεση με εξαίρεση το 2014 που κατέγραψε οριακά θετικό ρυθμό ανάπτυξης. Η επιστροφή στην ανάπτυξη μετατίθεται για το 2017.

Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολλές συζητήσεις για τα αίτια της κρίσης, τη διάρκεια και ένταση της. Σήμερα, υπάρχει σύγκλιση στην άποψη ότι η ανάπτυξη της Ελλάδας μετά την ένταξη στην ΟΝΕ υπήρξε στρεβλή.

Τροφοδοτήθηκε από τη δημόσια και ιδιωτική κατανάλωση που χρηματοδοτήθηκαν μέσω δημόσιου και ιδιωτικού δανεισμού. Συνέπεια του στρεβλού αυτού παραγωγικού προτύπου ήταν η ενίσχυση του μη ανταγωνιστικού τομέα της οικονομίας σε βάρος του εξωστρεφούς και ανταγωνιστικού.

Με την εκδήλωση της διεθνούς κρίσης η ανάπτυξη ανακόπηκε και η οικονομία πέρασε στην ύφεση. Μετά την απώλεια πρόσβασης στις αγορές, η αναγκαία δημοσιονομική προσαρμογή σε συνδυασμό με την πιστωτική συρρίκνωση βάθυναν την ύφεση οδηγώντας σε σωρευτική απώλεια του εθνικού προϊόντος κατά 25%.

Η μετάβαση σε ένα περιβάλλον σταθερής ανάπτυξης μεταξύ άλλων προϋποθέτει:

  • Αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου μέσω προσέλκυσης επενδύσεων στον τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών.
  • Αποκατάσταση ομαλής λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος –που διαταράχτηκε περισσότερο με την επιβολή των κεφαλαιακών περιορισμών – με την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης.

Η χώρα για να περάσει σταθερά σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης χρειάζεται την επόμενη τριετία επενδύσεις ύψους 30-40 δις ευρώ πέραν αυτών του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Αυτή είναι η αναγκαία προϋπόθεση για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας ώστε να αναπληρωθεί ένα μεγάλο μέρος από το 1 εκατ. θέσεων εργασίας που καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Είναι εξίσου σημαντικά τα ποσοτικά αλλά και ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτών των επενδύσεων. Μια τέτοια πολιτική πρέπει να έχει την μορφή ενός ισχυρού επενδυτικού shock παράγοντας άμεσα αποτελέσματα σε όρους ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής. Προαπαιτούμενο για την πραγματοποίηση τους η πολιτική σταθερότητα άρα και ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις όπως αυτές που επιτεύχθηκαν πριν τις εκλογές.

Στην παρούσα συγκυρία είναι αναγκαία μια αλλαγή στάσης της κυβέρνησης ως προς το ρόλο που να μπορεί να διαδραματίσει στην οικονομική ανάκαμψη η ιδιωτική πρωτοβουλία αλλά και ένα σταθερό και ανταγωνιστικό φορολογικό περιβάλλον. Μόνο έτσι, θα ανακοπεί και η παρατηρούμενη–μετά την επιβολή των κεφαλαιακών περιορισμών -μαζική μεταφορά έδρας ακόμη και μικρομεσαίων ελληνικών επιχειρήσεων σε γειτονικές χώρες που υπονομεύει την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Ταυτόχρονα, πρέπει να αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία του τραπεζικού συστήματος προκειμένου να επιτελέσει τον αναπτυξιακό του ρόλο από κοινού με άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία.

Όσο η οικονομία είναι σε ύφεση και τα δάνεια δεν εξυπηρετούνται, αυξάνονται οι κίνδυνοι του ενεργητικού και μειώνεται η ικανότητα δημιουργίας εσωτερικού κεφαλαίου των τραπεζών. Επομένως δεν συντρέχουν ευνοϊκές προϋποθέσεις για χορήγηση νέων δανείων.

Αν στο φαύλο αυτό κύκλο προστεθούν και οι ανάγκες για αύξηση των εποπτικών κεφαλαίων μέχρι το τέλος του 2017, τίθεται το ερώτημα, πως οι τράπεζες θα χρηματοδοτήσουν την οικονομία;

Η πρόκληση, λοιπόν, για την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας είναι να προχωρήσουν οι τράπεζες μαζί με την προγραμματισμένη ανακεφαλαιοποίηση με προσεκτικά βήματα σε μια αναδιάρθρωση του δανειακού χαρτοφυλακίου τους με μερική προοδευτική διαγραφή χρεών εταιρειών όπου αξίζει να τους δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία.

Για να επιταχυνθεί λοιπόν η διαδικασία ανασυγκρότησης της οικονομίας, είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί σύντομα ο τρόπος αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, να αξιολογηθεί η βιωσιμότητα των προβληματικών επιχειρήσεων με διαφανή και δίκαια κριτήρια.

Η μεγάλη πρόκληση της επόμενης ημέρας είναι κατά πόσο οι τράπεζες είναι έτοιμες και διατεθειμένες να αξιολογήσουν και να διαχειριστούν τις βιώσιμες επιχειρήσεις και οικονομικούς κλάδους, έτσι ώστε να διοχετεύσουν τα περιορισμένα κεφάλαια τους στις αποδοτικότερες επενδύσεις.

Μετά από μια χαμένη δεκαετία η επιστροφή σε σταθερή ανάπτυξη είναι μονόδρομος για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και για να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές συνέπειες της κρίσης.