Μηνιαίο ΑρχείοΦεβρουάριος 2016

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΣΑΧΙΝΙΔΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΠΑΤΡΩΝ «ΠΡΩΪΝΗ ΓΝΩΜΗ» την Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Κύριε Σαχινίδη η ελληνική κοινωνία «βράζει». Που βλέπετε να καταλήγει όλος αυτός ο θυμός και η αγανάκτηση του κόσμου για τις αδιάκοπες πολιτικές λιτότητας;

Η Ελλάδα το 2014 έχασε την ευκαιρία να κλείσει το δεύτερο πρόγραμμα και να αφήσει πίσω της τα μνημόνια, βγαίνοντας στις αγορές όπως το πέτυχαν και οι άλλες χώρες που ήταν σε πρόγραμμα.

Τα σφάλματα της κυβέρνησης Σαμαρά και η λαϊκιστική και δημαγωγική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ είχαν ως αποτέλεσμα, να μην κλείσει ποτέ η πέμπτη επισκόπηση του δεύτερου προγράμματος και η χώρα να βρεθεί μετέωρη όταν η βουλή απέτυχε να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας και πήγαμε σε εκλογές.

Υπενθυμίζω ότι, η χώρα δεν είχε πετύχει πρόσβαση στις αγορές αλλά ήταν και χωρίς πρόγραμμα καθώς αυτό τελείωνε το 2014. Στη συνέχεια, η αδιέξοδη διαπραγματευτική στρατηγική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που προέκυψε από το εκλογικό αποτέλεσμα του Ιανουαρίου 2015, οδήγησε το καλοκαίρι του 2015 στην επιβολή των capital controls, στην παράταση της ύφεσης για όγδοο χρόνο και στην υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου.

Ας αναρωτηθούμε λοιπόν όλοι – για να αποφασίσουμε πως πρέπει να κινηθούμε από εδώ και πέρα – που θα ήταν σήμερα η Ελλάδα αν από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε η κρίση το 2009 είχε κτιστεί ένα ευρύ μέτωπο πολιτικής συναίνεσης και συνεννόησης ώστε η χώρα να προχωρήσει στις αναγκαίες αλλαγές.

Η χώρα για να ξεφύγει από την κρίση πρέπει να αποκτήσει μια δυναμική και εξωστρεφή οικονομία έτσι ώστε ο ελληνικός καπιταλισμός να σταθεί ανταγωνιστικά στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Έτσι μόνο, θα αρχίσει η οικονομία να αναπτύσσεται, να δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας και να στηριχτούν όσοι έχουν ανάγκη.

 

Ολοένα και περισσότερα στελέχη και του Κινήματος μιλούν για την ανάγκη συγκρότησης ενός νέου ενιαίου μετώπου στο χώρο της Κεντροαριστεράς. Πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτό;

Ο χώρος των δυνάμεων του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού είναι κατακερματισμένος και η πορεία του φθίνει συνεχώς από το 2012 και μετά. Στις τελευταίες εκλογές, αθροιστικά όλες οι δυνάμεις του χώρου πέτυχαν το χαμηλότερο ποσοστό.

Πολιτικά ο μεγάλος κερδισμένος είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, στον οποίο μετακινήθηκε ένα σημαντικό ποσοστό των ψηφοφόρων του χώρου γιατί υποσχέθηκε ότι θα διαγράψει το χρέος, θα βάλει τέρμα στη λιτότητα και τα μνημόνια, θα διέγραφε χρέη νοικοκυριών και επιχειρήσεων στο όνομα της εντολής που θα έπαιρνε από τους πολίτες. Αν και η αφήγηση ήταν προβληματική και σαθρή, αφού, εντολή πολιτών είχαν και οι κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών οι οποίες με κανένα τρόπο δεν θα δεχόντουσαν να διαγραφεί το χρέος της Ελλάδας προς αυτές, εντούτοις οι ψηφοφόροι του χώρου απογοητευμένοι από την πολύχρονη κρίση μετακινήθηκαν προς το ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι, του έδωσαν τη δυνατότητα – δυο φορές – από κοινού με τους ΑΝΕΛ, να συγκροτήσει μια ετερόκλητη κυβερνητική συμμαχία για να υλοποιήσει όσα υποσχέθηκε.

Σήμερα η αντιμνημονιακή αφήγηση του ΣΥΡΙΖΑ αποδομείται, καθώς οι θέσεις του ισοπεδώνονται μπρος στην κυβερνητική πραγματικότητα αλλά την ίδια στιγμή αδυνατεί να καταθέσει μια ρεαλιστική πρόταση εξόδου από την κρίση. Έτσι, οι ψηφοφόροι του βλέπουν ότι, αντί να σκίσει τα μνημόνια υπέγραψε το τρίτο -αφού στο μεταξύ οδήγησε τη χώρα σε αδιέξοδες επιλογές.

Τώρα, λοιπόν, που κατέρρευσαν οι μύθοι της κρίσης, ήρθε η ώρα να συζητήσουμε από την αρχή για την ανασύνταξη της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας, η οποία καλείται σε αυτές τις συνθήκες να καταθέσει μια ρεαλιστική πρόταση εξόδου από την κρίση και ένα όραμα για την Ελλάδα μετά τα Μνημόνια.

 

Υπάρχει ενδεχόμενο συνεργασίας με τη «Δημοκρατική Συμπαράταξη»;

Ο Πρόεδρος του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών, πολύ πριν τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, είχε αναλάβει πρωτοβουλίες για συνεργασία του Κινήματος με τις πολιτικές δυνάμεις του χώρου επομένως και με τη Δημοκρατική Συμπαράταξη. Τελικά, όπως θυμάστε, στις εκλογές του Σεπτεμβρίου το ΠΑΣΟΚ αρνήθηκε τη συνεργασία με το Κίνημα, λέγοντας ότι το Κίνημα έπρεπε να διαλυθεί και τα στελέχη του να επιστρέψουν στο ΠΑΣΟΚ.

Το τι θα συμβεί στο μέλλον θα εξαρτηθεί από τους όρους και της προϋπόθεσης της συζήτησης για την ανασύνταξη της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας. Μια βασική προϋπόθεση για να προχωρήσουν οι συζητήσεις είναι, όσοι συμμετέχουν στις εργασίες για την ανασύνταξη –ανεξάρτητα από την παρούσα κομματική τους ή μη ένταξη – δεν θα ετεροπροσδιορίζονται ούτε θα φαντασιώνονται πως θα γίνουν υπουργοί του κ. Μητσοτάκη ή του κ. Τσίπρα, αλλά θα εργαστούν με υπευθυνότητα για την έξοδο της χώρας από την κρίση και την ανασύνταξη της Σοσιαλδημοκρατίας.

Αρκετοί αποδίδουν στον Πρόεδρο του Κινήματος Γιώργο Παπανδρέου, την είσοδο της Ελλάδας στα μνημόνια. Μήπως αυτός είναι ο κύριος λόγος που εκλογικά σημειώσατε μικρά ποσοστά;

Επτά χρόνια μετά τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό του 2009, στη δημόσια συζήτηση εξακολουθούν να παραμένουν ισχυρές διάφορες μυθοπλασίες για το ποια ήταν η πραγματική οικονομική κατάσταση της χώρας ιδιαίτερα την περίοδο μεταξύ 2007-2009, που τελικά οδήγησε την χώρα εκτός αγορών και σε αναγκαστικό δανεισμό από τους θεσμικούς πιστωτές. Μυθοπλασίες, που εξυπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες τόσο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ όσο και της ΝΔ.

Για την ιστορία λοιπόν, η χώρα μπήκε στα μνημόνια εξαιτίας της ανερμάτιστης διακυβέρνησης της χώρας από τη ΝΔ και τον Κώστα Καραμανλή την περίοδο 2004-2009, που οδήγησε το χρέος από τα 180 δις το 2004 στα 290 δις το 2009 και επέτρεψε το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών να φτάσει στο 14,5% του ΑΕΠ το 2007 και το δημοσιονομικό έλλειμμα στο 15,5% του ΑΕΠ το 2009.

Ο Γιώργος Παπανδρέου έχει λοιδορηθεί όσο κανείς άλλος πολιτικός στη μεταπολίτευση, προφανώς γιατί, την κρίσιμη στιγμή πήρε τις δύσκολες αποφάσεις για να σταθεί η χώρα. Να θυμίσω, ότι κάποιοι από τη σημερινή κυβέρνηση πρότειναν ως προτιμητέα λύση το 2010 να άφηνε τη χώρα να χρεοκοπήσει.

Σήμερα, που πλέον δοκιμάστηκαν όλοι και όλες οι φερόμενες ως εναλλακτικές προτάσεις, από τα Ζάππεια μέχρι και αυτές της Θεσσαλονίκης, βλέπουμε τα αποτελέσματα για τη χώρα.

Η αδυναμία να καταγράψουμε μια καλύτερη επίδοση στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 οφείλεται στο μικρό χρονικό διάστημα που είχαμε στη διάθεσή μας για τη μάχη των εκλογών, στην πτωτική πορεία όλου του χώρου καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ισχυρή δυναμική αλλά και σε λάθη δικά μας.

 

Το γεγονός ότι δεν συμμετείχατε στις εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου σας έχει αφήσει εκτός πολιτικού «κάδρου». Πώς θα επανακάμψετε;

Ο τρόπος για να επανακάμψει το Κίνημα στην πολιτική σκηνή περνά, κυρίως, μέσα από τη σκληρή και συστηματική δουλειά όλων των μελών του.

 

Ξεκινά η συγκρότηση, επί της ουσίας, του ΚΙΔΗΣΟ μέσω και του συνεδρίου. Ποιοι είναι οι βασικοί άξονες που θα καθορίσουν τις ιδεολογικές και πολιτικές θέσεις του Κινήματος;

Η συζήτηση στο Συνέδριο πρέπει να ξεκινά από το ερώτημα, αν οι κοινωνικές δυνάμεις που θέλει να εκφράσει το Κίνημα έχουν καταλήξει σε μια ενιαία αφήγηση για το πώς έφτασε η χώρα σε κατάρρευση. Έτσι μόνο, θα μπορέσει να συντάξει μια αξιόπιστη και ρεαλιστική πρόταση εξόδου από την κρίση αλλά και ένα όραμα για την Ελλάδα μετά τα μνημόνια.

Το θεσμικό έλλειμμα ήταν αυτό που επέτρεψε, σε μεγάλο βαθμό, τη δημιουργία των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και των ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που οδήγησαν στον αναγκαστικό δανεισμό.

Επομένως, η πρότασή μας για την επόμενη ημέρα πρέπει να βάζει στο επίκεντρο των προτεραιοτήτων μας την εξάλειψη του πελατειακού κράτους και την οικοδόμηση της κοινωνικής εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.

Πρέπει, επίσης, να προσδιοριστεί με σαφήνεια το ποιους αφορά, γιατί δεν μπορεί να αφορά όλους. Η συζήτηση αυτή πρέπει να αφορά όλους, όσοι:

  • πρεσβεύουν τις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας, της αλληλεγγύης και του σεβασμού στο περιβάλλον,
  • πιστεύουν ότι μόνο οι αγορές δεν οδηγούν πάντα στα καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα και άρα χρειάζονται κανόνες, θεσπιζόμενοι από ένα σύγχρονο επιτελικό κράτος που θα παρακολουθεί την εφαρμογή τους,
  • ιεραρχούν σαν προέχουσα επιλογή την παραγωγή, ώστε να διασφαλισθεί η αναδιανομή,
  • έχουν απαλλαγεί από το σύνδρομο του κρατισμού αλλά ταυτόχρονα θέτουν ως πρωταρχική προτεραιότητα τη μείωση των ανισοτήτων,
  • αντιλαμβάνονται ότι η κρίση υπήρξε το αποτέλεσμα του πελατειακού κράτους και της αδυναμίας της ελληνικής οικονομίας να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ΟΝΕ,
  • υπερασπίζονται την ανάγκη για έγκαιρες προοδευτικές μεταρρυθμίσεις ώστε η χώρα να διεκδικεί επάξια το δικό της μερίδιο στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας,
  • αντιστέκονται στις σειρήνες του λαϊκισμού αλλά αγαπούν και σέβονται ότι είναι λαϊκό.

Άρθρο του Φίλιππου Σαχινίδη στην «Εφημερίδα των Συντακτών», την Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Η διαρκής αβεβαιότητα σε ότι αφορά τις προοπτικές της χώρας επιταχύνει τις πολιτικές εξελίξεις και ωθεί σε αναζήτηση νέων σταθερών. Σε αυτό το περιβάλλον πυκνώνουν οι συζητήσεις για την ανασύνταξη της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας.

Η συζήτηση αυτή πρέπει να ξεκινά από το ερώτημα, αν οι κοινωνικές δυνάμεις που θέλει να εκφράσει η σοσιαλδημοκρατία έχουν καταλήξει σε μια ενιαία αφήγηση για το πώς έφτασε η χώρα σε κατάρρευση. Έτσι μόνο, η νέα σοσιαλδημοκρατία θα μπορέσει να συντάξει μια αξιόπιστη και ρεαλιστική πρόταση εξόδου από την κρίση αλλά και ένα όραμα για την Ελλάδα μετά τα Μνημόνια.

Το θεσμικό έλλειμμα ήταν αυτό που επέτρεψε, σε μεγάλο βαθμό, τη δημιουργία των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και των ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που οδήγησαν στον αναγκαστικό δανεισμό. Επομένως, η πρόταση της νέας σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να περιλαμβάνει μέτρα που θα χτυπήσουν στη ρίζα το πελατειακό κράτος και θα βοηθήσουν στην οικοδόμηση της κοινωνικής εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.

Πρέπει, επίσης, να προσδιοριστεί με σαφήνεια το ποιους αφορά, γιατί δεν μπορεί να αφορά όλους. Δεν μπορεί να αφορά αυτούς που ασπάζονται το δόγμα «εμ-εμ» (εμ έτσι – εμ αλλιώς). Η συζήτηση αυτή πρέπει να αφορά όλους, όσοι:

  • πρεσβεύουν τις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας, της αλληλεγγύης και του σεβασμού στο περιβάλλον,
  • πιστεύουν ότι μόνο οι αγορές δεν οδηγούν πάντα στα καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα και άρα χρειάζονται κανόνες, θεσπιζόμενοι από ένα σύγχρονο επιτελικό κράτος που θα παρακολουθεί την εφαρμογή τους,
  • ιεραρχούν σαν προέχουσα επιλογή την παραγωγή, ώστε να διασφαλισθεί η αναδιανομή,
  • έχουν απαλλαγεί από το σύνδρομο του κρατισμού αλλά ταυτόχρονα θέτουν ως πρωταρχική προτεραιότητα τη μείωση των ανισοτήτων,
  • αντιλαμβάνονται ότι η κρίση υπήρξε το αποτέλεσμα του πελατειακού κράτους και της αδυναμίας της ελληνικής οικονομίας να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ΟΝΕ,
  • υπερασπίζονται την ανάγκη για έγκαιρες προοδευτικές μεταρρυθμίσεις ώστε η χώρα να διεκδικεί επάξια το δικό της μερίδιο στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας,
  • αντιστέκονται στις σειρήνες του λαϊκισμού αλλά αγαπούν και σέβονται ότι είναι λαϊκό.

Εξίσου σημαντική, είναι η απάντηση στο ερώτημα της ταυτότητας των δυνάμεων της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας στο πλαίσιο της ιστορικής διάκρισης Αριστερά-Δεξιά. Η διάκριση αυτή παραμένει σε ισχύ στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα, με διαφορετικό όμως περιεχόμενο σε σύγκριση με το παρελθόν. Τα Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της Αριστεράς σε όλη την Ευρώπη – προφανώς και στην Ελλάδα, όπου την έννοια της Αριστεράς επιχείρησαν να μονοπωλήσουν κομμουνιστικά-κομμουνιστογενή κόμματα.

Όμως, η διάκριση αυτή από μόνη της, δεν αρκεί για να κατανοήσουμε τις τρέχουσες πολιτικές διεργασίες. Σήμερα, η πολιτική στάση των πολιτών προσδιορίζεται και από την θέση που έχουν έναντι του ευρωπαϊκού εγχειρήματος και της παγκοσμιοποίησης. Έτσι, στο εσωτερικό της Αριστεράς μπορεί κανείς να βρει κοινωνικές δυνάμεις που εναντιώνονται στις ευρωπαϊκές διεργασίες και αντιλαμβάνονται την παγκοσμιοποίηση μόνο σαν απειλή.

Οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων σε όλη την Ευρώπη τα εγκαταλείπουν γιατί θεωρούν ότι οι κυβερνητικές πολιτικές τους δεν τους προστάτευσαν από τους κινδύνους της παγκοσμιοποίησης ή προχώρησαν σε ριζική αναθεώρηση των κοινωνικών πολιτικών τους, ή ότι υποχώρησαν στις πιέσεις της συντηρητικής Ευρώπης για μια προσαρμογή με έμφαση στη λιτότητα.

Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι η στροφή στο Κέντρο, μακριά από ιδεολογικές και αξιακές αναφορές και πολιτικές, αλλά η ανανέωση της Σοσιαλδημοκρατίας με προτάσεις που απαντούν στις προκλήσεις που συνδιαμορφώνουν η παγκοσμιοποίηση και η συμμετοχή στην ΟΝΕ. Υποχρέωση, λοιπόν, των δυνάμεων αυτών, είναι να εκπονήσουν ένα πρόγραμμα για την αποκατάσταση της παραγωγικής ικανότητας της χώρας, ώστε ο ελληνικός καπιταλισμός να μπορεί να σταθεί ανταγωνιστικά στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Έτσι, θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας, θα ανασυνταχθεί το κοινωνικό κράτος και θα στηριχτούν όσοι έχουν ανάγκη. Η ελληνική σοσιαλδημοκρατία για να κερδίσει τη νέα γενιά πρέπει να παλέψει και για μια Ευρώπη της αλληλεγγύης και των κανόνων που θα ισχύουν για όλους, μικρούς και μεγάλους.

Σε αυτή τη βάση μπορεί κανείς να αξιολογήσει, με ποιες πολιτικές δυνάμεις μπορεί να συνεργαστεί για την έξοδο της χώρας από την κρίση. Με βάση τα δεδομένα πριν από την κρίση, η ΝΔ ήταν ο παραδοσιακός αντίπαλος και ο ΣΥΝ ο δυνητικός σύμμαχος.

Σήμερα, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ συμφωνούν στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας και στην παραμονή στην ευρωζώνη. Βεβαίως, η Ευρώπη που οραματιζόμαστε δεν είναι η ίδια με αυτή που οραματίζεται η ΝΔ και η οικογένεια του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, όπως φάνηκε από τη στάση που τήρησε στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης ή σε ζητήματα, όπως το προσφυγικό ή η κλιματική αλλαγή. Εμείς θέλουμε μια Ευρώπη των κανόνων, που θα στοχεύει τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη μείωση των ανισοτήτων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα είναι σε αναζήτηση ταυτότητας, καθώς οι ιδεοληπτικές προσεγγίσεις της αντιπολιτευτικής περιόδου ισοπεδώνονται μπρος στην σκληρή κυβερνητική πραγματικότητα. Το αν αποτελεί δυνητικό σύμμαχο θα εξαρτηθεί από την απόφασή του με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει και με ποιο όραμα για τη χώρα. Διαφορετικά, κινδυνεύει να μετεξελιχθεί από «ντεμέκ» Αριστερά σε «εμ – εμ» Αριστερά και να έχει την τύχη όσων η κρίση απότομα ανέβασε και κατέβασε.

Άρθρο στην Καθημερινή της Κυριακής

Η ​​Ελλάδα, επτά χρόνια μετά τον εκτροχιασμό των δίδυμων ελλειμμάτων το 2009, που την οδήγησε στον αναγκαστικό δανεισμό από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, κατάφερε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του δημοσιονομικού ελλείμματος και αυτού των εξωτερικών συναλλαγών. Ενώ οι άλλες χώρες που προσέφυγαν στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό είναι πλέον εκτός προγράμματος –η Κύπρος βγαίνει τον Μάρτιο– και έχουν θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η Ελλάδα, τον Αύγουστο του 2015, υπέγραψε το τρίτο μνημόνιο και είναι σε ύφεση.

Η χώρα μετά την επιβολή των capital controls θα καταγράψει αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, τόσο το 2015 όσο και το 2016, συμπληρώνοντας 9 χρόνια ύφεσης –μόνη εξαίρεση η οριακή αύξηση του ΑΕΠ το 2014– με σωρευτική απώλεια 26% του ΑΕΠ. Ετσι, η χώρα για πρώτη φορά στη μεταπολεμική περίοδο θα έχει χάσει μία ολόκληρη δεκαετία. Ο κίνδυνος που διατρέχει η Ελλάδα είναι να χαθούν όσα με θυσίες κατακτήθηκαν αν δεν επιστρέψει σε τροχιά σταθερής ανάπτυξης και καθηλωθεί σε στασιμότητα και υψηλή ανεργία. Η μετάβαση όμως σε σταθερή ανάπτυξη δεν είναι μια μηχανική διαδικασία. Η ανάπτυξη δεν διατάσσεται ούτε επιστρατεύεται ούτε νομοθετείται με ένα άρθρο. Προϋποθέτει πολιτική και κοινωνική ηρεμία, σταθερότητα και ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις για την πορεία και τις στρατηγικές επιλογές της χώρας. Η Ελλάδα μέσω των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων επιδιώκει να ενισχύσει τη δυναμικότητα αλλά και την παραγωγικότητα\ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Ομως η στρατηγική των μεταρρυθμίσεων θέλει χρόνο για να φέρει αποτελέσματα.

Σήμερα, η κατανάλωση παρά τη δεκαετή κρίση εξακολουθεί να αποτελεί περίπου το 70% του ΑΕΠ. Η συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής στην περίοδο 2016-2018, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα, εκ των πραγμάτων αποδυναμώνει τον ρόλο της κατανάλωσης στα επόμενα χρόνια για να συνεισφέρει στην επιτάχυνση της ανάπτυξης. Ενας τομέας της οικονομίας που μείωσε τις αρνητικές επιπτώσεις των capital controls ήταν οι εξωτερικές συναλλαγές. Η καθίζηση των εισαγωγών κράτησε την ύφεση πολύ κάτω από το 1% για το 2015. Η ενίσχυση όμως της ανάπτυξης μέσω της τόνωσης των εξαγωγών προϋποθέτει χρόνο, αφού αυτές αποτελούσαν μικρό τμήμα της οικονομικής δραστηριότητας πριν από το ξέσπασμα της κρίσης.

Επομένως μεγάλη βαρύτητα στην αναπτυξιακή στρατηγική της χώρας αποκτούν οι επενδύσεις και ιδιαίτερα αυτές του ιδιωτικού τομέα. Η χώρα στα επόμενα τρία χρόνια χρειάζεται τουλάχιστον 60 δισ. επενδύσεις πέρα από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Η προσέλκυση όμως επενδύσεων σε τέτοια έκταση προϋποθέτει σημαντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις ικανές να αλλάξουν τους κανόνες του παιχνιδιού. Με τις μεταρρυθμίσεις αυτές θα μειωθούν τα ασφάλιστρα κινδύνου καθιστώντας τη χώρα πολύ πιο ελκυστικό προορισμό για επενδύσεις. Οι σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις είναι οι εξής:

1. Λειτουργική ανεξαρτησία και θεσμικές εξασφαλίσεις όσον αφορά τη λειτουργία των θεσμών και ειδικότερα την προστασία των επενδύσεων.

2. Σταθερό και προβλέψιμο φορολογικό πλαίσιο και ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης. Ενα φορολογικό νομοσχέδιο ανά 10ετία με αυξημένη πλειοψηφία.

3. Πλήρης διαφάνεια στο νομοθετικό έργο κάθε κυβέρνησης με λεπτομερή μελέτη δημοσιονομικών επιπτώσεων.

4. Διαφανές και εύρυθμο πλαίσιο αποκρατικοποιήσεων. Είναι καιρός να αμφισβητήσουμε το δόγμα σύμφωνα με το οποίο ό,τι είναι δημόσιο είναι και καλύτερο. Το κράτος καλείται να αναλάβει έναν επιτελικό ρόλο και να θεσπίζει κανόνες.

5. Ευέλικτος δημόσιος τομέας με χρήση νέων τεχνολογιών και διαρκή επιμόρφωση. Ηλεκτρονική διακυβέρνηση στον πυρήνα των λειτουργιών του Δημοσίου.

Επιπρόσθετα, η οικονομία έχει ανάγκη από νέα χρηματοδοτικά εργαλεία (ιδιωτικά και κρατικά κεφάλαια όπως private equity, ventures capitals κ.ά.) αλλά και από ένα υγιές τραπεζικό σύστημα που θα στηρίζει επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και θα «στρέψει» σημαντικό μέρος της πιστοδοτικής του ικανότητας προς τις νέες επιχειρήσεις που χρειάζεται η χώρα. Με αυτά τα νέα δάνεια θα βελτιωθεί η ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων, επιτρέποντας την περαιτέρω στροφή των τραπεζικών πιστώσεων προς επιχειρήσεις ανταγωνιστικές και εξωστρεφείς.

Οι τελικές ρυθμίσεις για τα «κόκκινα» δάνεια των επιχειρήσεων με τις οποίες θα ξεκινήσουν οι διαδικασίες εξυγίανσης των τραπεζικών χαρτοφυλακίων είναι κρίσιμες και καθοριστικές για την ανάκαμψη των τραπεζών και της οικονομίας. Με ένα υγιές και διάφανο πλαίσιο μπορεί να διασφαλιστεί ότι οι εταιρείες που θα εξαγοράσουν τα προβληματικά δάνεια των τραπεζών θα βοηθήσουν στην αναδιάρθρωση εταιρειών που βρέθηκαν εκτός λειτουργίας λόγω μεγάλων δανειακών βαρών αλλά παραμένουν ανταγωνιστικές. Κάποιες άλλες που δεν επιδέχονται αναδιάρθρωση και δεν είναι ανταγωνιστικές υποχρεωτικά θα κλείσουν. Ετσι, το τραπεζικό σύστημα από τη μεριά του θα δημιουργήσει προϋποθέσεις απορρόφησης των ζημιών από την έκθεσή του σε προβληματικά δάνεια και θα μπορεί να τροφοδοτήσει το νέο που γεννιέται.

Σταθεροποίηση της κατανάλωσης, μεγάλος όγκος νέων ιδιωτικών επενδύσεων και ταχεία αναδιάρθρωση χαρτοφυλακίου τραπεζών, άρση των capital controls, αποκατάσταση ρευστότητας των τραπεζών με ανάκτηση μεγάλου μέρους καταθέσεων και επιστροφή στη διατραπεζική αγορά αποτελούν προϋποθέσεις για σταθερή ανάπτυξη στο μέλλον, οριστική έξοδο από τα προγράμματα και επιστροφή στις αγορές. Ετσι, η ελληνική οικονομία θα μπορέσει να δημιουργήσει στα επόμενα χρόνια νέες θέσεις εργασίας και, βεβαίως, να αντιμετωπίσει τις ανισότητες που βάθυναν με την κρίση και να ενισχύσει τα εισοδήματα των εργαζομένων.

First of all, I would like to thank you for your invitation.

Over the period 2009 – 2012, I have served under different capacities at the Ministry of Finance in Greece. I would like to share with you the lessons, which we have learned out of this crisis.

Lesson No 1: A wrong diagnosis of the nature of the problem will always result in a wrong prescription.

Lesson No 2: The Euro crisis is the combined result of deficiencies in the institutional framework of the Euro zone — deficiencies that were known from the time of its inception — and the failure of the financial markets.

Lesson No 3: Grexit is not the answer to the Greek crisis.

Lesson No 4: Structural changes are necessary to improve growth prospects; but they need time to deliver results.

Lesson No 5: Now that we have almost balanced the primary deficit, it is about time to reconsider the speed of fiscal consolidation in order to give space to the economy to breath and to fight unemployment and rising inequalities.

Let me elaborate on these lessons.

Lesson No 1: A wrong diagnosis of the nature of the problem will always result in a wrong prescription. The dominant view is that the euro crisis is a debt crisis. The truth is that the euro crisis is not a debt sustainability crisis.

The average debt-to-GDP ratio in the Euro-zone is smaller compared to the Japanese or even the USA or the UK debt-to-GDP ratio. Even in major Euro-zone countries, the debt-to-GDP ratios were lower compared to those in the aforementioned countries.

If it had been, one would have expected Belgium or Italy, which entered the crisis with extraordinarily high debts, to request assistance. As it turned out, they made it through without economic adjustment programmes, while Ireland and Spain, which entered the crisis with low levels of sovereign debt, needed bail-outs.

The problem in Europe was one of massive capital flows across borders, which encouraged high levels of private borrowing in the economies that eventually got into trouble. When the global financial crisis — that started in USA in 2007-2008 and hit Europe via the UK and Ireland — generated a reversal in those flows, private borrowers and banks got into big trouble. That trouble translated into serious economic downturns and bank failures, both of which led to explosive growth in sovereign debt burdens.

It has been argued that Greek fiscal deficiencies caused the crisis in the Euro zone. However, Greece is a rather small economy and its debt is a very small proportion of the European debt.

It may be correct to argue that Greece has not been a fiscally-responsible country over the years before the crisis. But this was no excuse to punish a country and its citizens with punitive interest rates as happened with lending under the first programme.

Lesson No 2: The Euro crisis is the combined result of deficiencies in the institutional framework of the Euro zone — deficiencies that were known from the time of its inception — and the failure of the financial markets.

The absence of a fiscal union, the lack of the a federal agency to supervise European banks, the institutional prohibition of ECB to act as a lender of last resort in order to stabilize bond markets and banking systems, the failure of the European institutions to monitor closely the economies of the euro zone member countries, have among other factors contributed to the emergence of the euro zone crisis. The crisis will be resolved only when European countries will be ready to fully address these deficiencies.

Lesson No 3: Grexit is not the answer to the Greek crisis.

Almost 20 years ago, a significant majority of Greek economists came to the conclusion that it would be to the benefit of Greece to join EMU. Greece would lose the instrument of monetary and exchange rate policy but it was expected to gain in terms of monetary stability and growth prospects.

One can successfully argue that Greece did not, and probably still is not, meeting the theoretical criteria to belong to an optimum currency area (OCA). The theory of OCA was first published by Robert Mundell in 1961. It shows that countries could join a monetary union if the costs of doing so are lower than the benefits. The European Monetary Union (EMU), founded in 1999, is the most prominent example of the OCA theory.

Greek economists and political parties were aware that in a globalized economy Greece had to adapt and make its economy more competitive and outward oriented. They did understand at the time that there was an urgent need to introduce politically-difficult reforms. Their expectation was that by joining the EMU Greece would be keen to introduce the necessary reforms through peer pressure.

Nine years after joining the Euro Area, Greece was trapped in an unsustainable economic path with high fiscal and current account deficits, high debt-to-GDP ratio and a deep recession. The debt problem was initiated by the fiscal irresponsibility of the years before the emergence of the global crisis. In almost every year until 2009, the government was running a deficit. In fact, this was increasing year after year post-2006.

At that period, despite the fact that Greece was enjoying significant positive growth rates, the government debt increased from 180 bn euros in 2004 to 290 bn in 2009. As a result while Greece joined the Eurozone with a debt-to-GDP ratio below 100% and despite the high growth rates in the nine year period 2000-9, the debt-to-GDP ratio rose to 127% in 2009. In that year, the government deficit reached 15.7% of GDP, and not 6% as had been reported by the governing conservative party of New Democracy. The current account deficit in that year was almost 11% of GDP.

In 2009, Greece was in a recession for the second year in a row despite a doubling of the government deficit between 2007 and 2009 from almost 7% to 15.7% of GDP. Against Keynesian theory predictions, fiscal expansion not only failed to prevent recession but the recession deepened as the deficit was increasing. There is a number of studies, showing that fiscal spending under certain conditions might have a negative effect on growth. In Greece, public spending financed through borrowing mainly fed external imbalances.

In spring 2010, Greece experienced a sudden stop: it lost access to capital markets and requested financial support from its European partners. Europe established a special supporting mechanism along with the IMF. Greece accepted to implement an Economic Adjustment Programme in exchange for the financial support.

According to the first programme, Greece had to reduce its deficit below 3% of GDP by 2014, address the lack of competitiveness through major structural reforms and safeguard financial stability.

Over the first three years, the Greek government managed to reduce the fiscal deficit by 7 percentage points of GDP and introduced many substantial reforms, which in the discussions that are taking place these days are neglected or ignored. No surprise that later governments prone to clientelism tried to replace or dilute them.

In 2016, six years after the first programme was signed, Greece is back in recession and has a small primary deficit. This is so despite registering a small but positive growth rate in 2014 and a fiscal primary surplus in 2013 and 2014.

Even the current account deficit swung to a surplus; however mainly as a result of a decline in imports rather than an increase in exports. The elimination of the twin deficits (fiscal and current account) came at the expense of growth and employment. Over the eight years — the recession started two years before the first programme — Greece lost almost a quarter of its GDP and unemployment reached 27%.

One could argue that this happened because part of employment was in effect disguised unemployment — in either the quasi-public sector and/or the non-tradable sector — financed by borrowing. At the same period, all social indicators worsened.

Over the crisis, some economists, mainly Anglo-Saxons, have argued that a Greek exit from the Eurozone would benefit the growth prospects of the Greek economy. However, there are good reasons to argue that a Grexit will have disastrous consequences for the Greek economy and the living standards of Greeks.

I believe that after eight years of recession, there is an urgent need to be more sensitive on the issue of rising inequalities. And I am arguing that a Grexit, whether coordinated or not, will result in an increase of inequalities.

A Grexit would imply that Greece would default on a large part of its foreign debt. Without defaulting on a substantial part of debt service obligations, the combination of devaluation and recession would push the total external debt to even higher levels. As a result, Greece would have to produce greater and unattainable current account surpluses in order to meet foreign debt repayments. That is why Greece will have no other option but to default on part of its foreign loan obligations.

The argument that Greece’s exit from the Eurozone would enable the country to enhance the competitiveness of its economy through the devaluation of the currency has no real substance. Most of the key export sectors of the Greek economy, as well as a significant part of production intended for domestic consumption, rely on imported raw materials and imports of intermediate and capital goods, which would be difficult to acquire due to the limited access to foreign exchange.

With the country’s transition to the new currency, the living standards of Greeks will fall dramatically as their real income will fall. In distributional terms, the only groups that stand to gain from a Grexit will be wealthy Greeks, whose assets are already denominated in other currencies and reside abroad. The most vulnerable part of the population will be the first victim of a Grexit. That is why we should oppose recommendations for a Grexit or a break from participation in the Eurozone, as suggested by the German Minister of Finance.

Lesson No 4: Structural changes are necessary to improve growth prospects; but they need time to deliver results.

According to the OECD, Greece was among the countries that introduced a lot of structural changes. But in the same period, the recession was becoming deeper. As a result, citizens lost their faith on the effectiveness of the programme to move the Greek economy out of the recession. Therefore, there is a need to reconsider the growth strategy not by just arguing on the need of more structural changes. Returning to positive growth rates will make our fiscal consolidation easier and will change the view of the markets on the debt sustainability.

Lesson No 5: Now that we have almost balanced the primary deficit, it is about time to reconsider the speed of fiscal consolidation in order to give space to the economy to breath and to fight unemployment.

What is imperative for Greece is to put the economy on a path of sustainable growth. That is a pre-condition to help the most vulnerable part of the society by enabling them to get access to the job market.

As negotiations for the first review of the third programme — that was signed last August — are at their beginning, Greece needs:

  1. a) to design and implement a National Reform Programme with a stronger growth orientation and
  2. b) a decision for debt relief through lengthening bond maturities to 50-70 years and lowering interest rates.

It is correct that the debt-to-GDP ratio increased over the years of fiscal consolidation despite a substantial nominal haircut that took place by 2012. This was due to the recession but also to the fact that Greece continued to have deficits after the 2009 crisis and up to today.

Greece needs to present its own National Reform Programme to transform its economy to become more efficient and more outward oriented. It is important to be ready to introduce reforms in the pension system, judiciary system, in the functioning of the political system and public administration.

These are the major challenges that the current coalition government and the one before failed to address over the last few years. In reality, what we observed since June 2012 was an effort to re-establish a clientelist state. Even worse, since last year the new coalition government is nurturing the idea of an economy that will mainly be controlled by the state, leaving little room if any to private entrepreneurship.

In the meantime, unemployment rate is well above 25% with youth unemployment at 60%. We cannot accept youth unemployment at such levels as a natural phenomenon. The emergence of an extreme pro-nazi party in Greece is a very clear signal on the problems that might arise if we do not take concrete action to address youth unemployment.

In order for Greece to restore growth and address the issue of unemployment and social inequality, there is an urgent need to attract resources — i.e. private investment mainly in the tradable sector of the economy. That would allow the Greek economy to revive its productive potential and capacity — that was ruined during the period of the crisis — and to restore its competitiveness. Young Greeks deserve a better future and it’s our generation’s duty to set the conditions for that.