Μηνιαίο ΑρχείοΜάιος 2016

Άρθρο στην huffingtonpost.gr

Οι αποφάσεις του Eurogroup της 24ης Μαΐου έχουν όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά αντίστοιχων αποφάσεων που αφορούσαν προηγούμενα ελληνικά προγράμματα. Με λίγα λόγια δεσμεύουν επί της αρχής τις χώρες της Ευρωζώνης και ειδικότερα τη Γερμανία αναφορικά με την ανάγκη να ληφθούν ουσιαστικές αποφάσεις για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Αλλά είναι αρκετά ασαφείς ως προς το ακριβές περιεχόμενο αυτών των παρεμβάσεων και την επίπτωση τους στη δυναμική του χρέους.

Τελικά, οι αποφάσεις αυτές είναι το αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού
, όχι ανάμεσα στις ανάγκες της Ελλάδας για επιστροφή στην ανάπτυξη και της εμμονής των χωρών που επιμένουν στη συνέχιση μιας περιττής επιπρόσθετης δημοσιονομικής προσαρμογής μετά από εννιά χρόνια ύφεσης.
Αλλά ενός συμβιβασμού μεταξύ της επιθυμίας της Γερμανίας να παραμείνει το ΔΝΤ στο Ελληνικό πρόγραμμα και της υποχώρησης του ΔΝΤ από τη θέση του ότι για να είναι αξιόπιστη η λύση για το χρέος θα πρέπει όλες οι αποφάσεις για αυτό να διευθετηθούν πριν το πέρας του προγράμματος το 2018 και να μειωθεί ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα άμεσα.

Με βάση τα προαναφερθέντα συνιστά πρόοδο το γεγονός ότι με καθυστέρηση οκτώ μηνών ολοκληρώνεται η πρώτη αξιολόγηση του τρίτου μνημονίου και εκταμιεύονται αλλά με όρους ποσά για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών. Οι αποφάσεις για το χρέος φαίνεται να πηγαίνουν πιο μακριά από όσο θα επιθυμούσε η Γερμανία αφού πλέον αναγνωρίζεται ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ 15-20% του ΑΕΠ και θα εξεταστεί η δυνατότητα ενεργοποίησης αυτόματων σταθεροποιητών που θα διευκολύνουν στη στόχευση αυτή.

Οι αποφάσεις για το χρέος φαίνεται να πηγαίνουν πιο μακριά από όσο θα επιθυμούσε η Γερμανία αφού πλέον αναγνωρίζεται ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ 15-20% του ΑΕΠ και θα εξεταστεί η δυνατότητα ενεργοποίησης αυτόματων σταθεροποιητών που θα διευκολύνουν στη στόχευση αυτή.

Όμως υπολείπονται της πρότασης του ΔΝΤ να συγκρατηθούν οι χρηματοδοτικές ανάγκες μέχρι το 2040 κάτω από το 10% του ΑΕΠ.

Παραμένει αναπάντητο το ερώτημα αν οι αποφάσεις αυτές καλύπτουν τις ανάγκες και τις προτεραιότητες της χώρας και των πολιτών για γρήγορη επιστροφή στην ανάπτυξη, δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και ασφαλή έξοδο στις αγορές. Η επιστροφή της Ελλάδας σε διατηρήσιμη ανάπτυξη προϋποθέτει μεταξύ άλλων και την εξάλειψη δύο κινδύνων:

  • Ο πρώτος κίνδυνος που επικρέμεται ως απειλή είναι ο συναλλαγματικός κίνδυνος. Οι αγορές εξακολουθούν να πιστεύουν ότι το grexit είναι ένα πιθανό ενδεχόμενο.
  • Ο δεύτερος κίνδυνος είναι ότι η Ελλάδα έχει παγιδευτεί σε ένα φαύλο κύκλο στασιμο-αποπληθωρισμού που καθηλώνει τις όποιες προοπτικές εξόδου από την κρίση.

Οι δύο αυτοί κίνδυνοι επηρεάζουν αρνητικά την απόφαση των επενδυτών να προχωρήσουν σε επενδύσεις στην Ελλάδα, προϋπόθεση αναγκαία για τον διαρθρωτικό μετασχηματισμό της οικονομίας, την ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας της και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και νέων εισοδημάτων.

Οι αποφάσεις λοιπόν για το χρέος θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εξάλειψη του ασφάλιστρου κινδύνου που σχετίζεται με το grexit μόνο αν ήταν δεσμευτική η λήψη τους πριν το πέρας του προγράμματος. Αντίθετα, οι αποφάσεις παραπέμπουν σε οριστικοποίηση των μεσοπρόθεσμων παρεμβάσεων, που θα επιλεγούν για το χρέος, μετά το πέρας του προγράμματος.

Σε ό,τι αφορά το κρίσιμο ζήτημα της μείωσης του στόχου για πρωτογενή πλεονάσματα για να διευκολυνθεί η επιστροφή στην ανάπτυξη, το κείμενο των αποφάσεων ρητά αναφέρει ότι ο στόχος για 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2018 είναι σε ισχύ. Αφήνει ανοικτό το τι θα συμβεί μετά. Η πρόσφατη όμως ψήφιση μέτρων ύψους 3% του ΑΕΠ εκ των πραγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα τόσο το 2016 όσο και το 2017 να είναι έτη υφεσιακά ή, έστω, στασιμότητας, υπονομεύοντας περισσότερο την κοινωνική συνοχή και περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την ελευθερία της κυβέρνησης στην υλοποίηση των δεσμεύσεων του προγράμματος.

Πέρα από τους κινδύνους αυτούς η προσέλκυση ενός προγράμματος ιδιωτικών επενδύσεων ύψους 60 περίπου δις μέσα στην επόμενη τριετία προϋποθέτει και την αλλαγή στάσης της κυβέρνησης ως προς τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι ιδιωτικές επενδύσεις σε ανταγωνιστικούς τομείς της οικονομίας. Διότι επί του παρόντος η κυβέρνηση όταν δεν είναι αρνητική στις ιδιωτικές επενδύσεις υιοθετεί μια πολιτική που ευνοεί μόνο επενδύσεις που προσιδιάζουν σε αυτό που είναι πλέον γνωστό ως «παρεοκρατικός» καπιταλισμός.

Συμπερασματικά, αν ο στόχος των χθεσινών αποφάσεων ήταν να επηρεαστούν θετικά οι προσδοκίες των αγορών σε ό,τι αφορά τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και την προετοιμασία εξόδου της στις αγορές τότε είμαστε αρκετά μακριά από την επίτευξη του. Είναι πολύ πιθανόν, αυτή η «έλλειψη αποφασιστικότητας» και «γενναιοδωρίας» των δανειστών να ενσωματώνει την εκτίμηση τους ότι η Ελλάδα θα είναι ανέτοιμη να βγει στις αγορές μέχρι το 2018. Επομένως, εκτιμούν ότι θα χρειαστεί ένα νέο πρόγραμμα και για αυτό το λόγο μεταθέτουν για τότε τις οριστικές αποφάσεις για το χρέος.

 

 

 

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη για τις αποφάσεις του Eurogroup Δημοσιεύθηκε στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» το Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Οι αποφάσεις  του Eurogroup πρέπει να αξιολογηθούν με γνώμονα τη συνεισφορά τους στην προσπάθεια για επανεκκίνηση της οικονομίας και ασφαλή επιστροφή στις αγορές.

Η επανεκκίνηση της οικονομίας προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, και την οριστική αντιμετώπιση του προβλήματος του χρέους. Οι όποιες όμως σημαντικές αποφάσεις για το χρέος ληφθούν, θα εφαρμοστούν κυρίως μετά το 2018. Δυστυχώς, δεν μειώνεται ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα χαμηλότερα από το 3,5% του ΑΕΠ, ώστε να διευκολυνθεί η επιστροφή στην ανάπτυξη.

Αντίθετα,  τα δημοσιονομικά μέτρα ύψους 5,6 δις και ιδιαίτερα η αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων σε συνθήκες περιορισμένης ρευστότητας, με capital controls και υψηλή αβεβαιότητα, θα οδηγήσουν σε παράταση της ύφεσης που ξεκίνησε από το 2008.

Τις υφεσιακές συνέπειες των μέτρων μπορούν να ανασχέσουν μόνο οι ιδιωτικές επενδύσεις, οι οποίες δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και νέα εισοδήματα. Η κυβέρνηση όμως εξακολουθεί να είναι  επιφυλακτική ή αρνητική με τις ιδιωτικές επενδύσεις, καθυστερεί ή ακυρώνει μεταρρυθμίσεις και αποποιείται την ιδιοκτησία του προγράμματος. Έτσι, μειώνει  την αξιοπιστία του και τα όποια οφέλη από την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του τρίτου μνημονίου και την πιθανή απόφαση της ΕΚΤ να καταστήσει επιλέξιμα τα ελληνικά ομόλογα. Απόφαση, που θα οδηγήσει σε μείωση της εξάρτησης των τραπεζών από τον ELA, ενίσχυση της ρευστότητας και θα αυξήσει τις πιθανότητες συμμετοχής της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Η παράταση της ύφεσης βλάπτει την οικονομία, δυσκολεύει την έγκαιρη και ασφαλή έξοδο της χώρας στις αγορές και αφήνει την Ελλάδα να είναι η μόνη χώρα της ευρωζώνης που παραμένει σε πρόγραμμα.

Συνέντευξη στον Γιώργο Νούλη στην Εφημερίδα "Ελευθερία" Ο πρώην υπ. Οικονομικών εξηγεί στην "Ε" γιατί απέτυχαν τα δύο πρώτα μνημόνια, ποιες οι προϋποθέσεις για να πετύχει το τρίτο και πόσο κοντά είμαστε στο επόμενο…

» Το αν θα πάμε σε τέταρτο μνημόνιο θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις επιλογές της κυβέρνησης. Διότι τα μνημόνια ούτε σκίζονται ούτε καταργούνται με νόμους. Τα μνημόνια είναι αχρείαστα μόνο όταν έχεις μια οικονομία ανταγωνιστική, βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης και έχεις θέσει σε έλεγχο τα δημόσια οικονομικά της χώρας»…

Με τα λόγια αυτά και δίνοντας την προσωπική του εκτίμηση στα σενάρια των τελευταίων ημερών για το αν τελικά οδηγούμαστε σε συμφωνίες που υποκρύπτουν ένα νέο συμπληρωματικό μνημόνιο, ο Λαρισαίος πρώην υπουργός Οικονομικών Φίλιππος Σαχινίδης σε συνέντευξή του στην «Ε» αποτιμά τις αποφάσεις του πρόσφατου Eurogroup, αναδεικνύει τις προϋποθέσεις που θα διευκόλυναν την επιστροφή στην ανάπτυξη, εκφράζει τον προβληματισμό και την ανησυχία του για τις αντοχές της πραγματικής οικονομίας και της κοινωνίας μετά τη λήψη των τελευταίων μέτρων καθιστώντας όπως τονίζει δυσκολότερη την επίτευξη των στόχων…

Θεωρώντας τέλος πως η Ε.Ε. πρέπει να προχωρήσει σε πιο γενναίες αποφάσεις για το χρέος ο κ. Σαχινίδης εξηγεί γιατί είμαστε ακόμη η μόνη χώρα σε μνημόνιο, αναλύει τους λόγους που δεν πέτυχαν τα δύο πρώτα μνημόνια και αποκαλύπτει υπό ποιες προϋποθέσεις θα πετύχει το τρίτο…

* Κύριε Σαχινίδη πώς αποτιμάτε τις εξελίξεις από το πρόσφατο Eurogroup; Θεωρείτε πως μπορούν να συνεισφέρουν στην επανεκκίνηση της οικονομίας;

– Οι αποφάσεις του eurogroup πρέπει να αξιολογηθούν με γνώμονα τη συνεισφορά τους στην προσπάθεια για επανεκκίνηση της οικονομίας και ασφαλή επιστροφή στις αγορές. Η επανεκκίνηση της οικονομίας προϋποθέτει μεταξύ άλλων και την οριστική αντιμετώπιση του προβλήματος του χρέους. Όποιες όμως σημαντικές αποφάσεις για το χρέος ληφθούν, θα εφαρμοστούν κυρίως μετά το 2018. Αντίθετα, τα δημοσιονομικά μέτρα ύψους 5,6 δισ. και ιδιαίτερα η αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων σε συνθήκες περιορισμένης ρευστότητας, με capital controls, θα οδηγήσουν σε παράταση της ύφεσης που ξεκίνησε από το 2008. Τις υφεσιακές συνέπειες των μέτρων μπορούν να ανασχέσουν μόνο οι ιδιωτικές επενδύσεις οι οποίες δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και νέα εισοδήματα. Η κυβέρνηση όμως εξακολουθεί να είναι αρνητική ή επιφυλακτική με τις ιδιωτικές επενδύσεις. Η παράταση της ύφεσης βλάπτει την οικονομία και δυσκολεύει την έγκαιρη και ασφαλή έξοδο της χώρας στις αγορές.

* Συμμερίζεστε τη γενικότερη αισιοδοξία ότι είμαστε κοντά στο κλείσιμο της αξιολόγησης και στην οριοθέτηση ενός γενικού πλαισίου για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους;

– Με την κατάθεση και ψήφιση στο προσεχές διάστημα του πολυνομοσχεδίου για έμμεσους φόρους, «κόκκινα» δάνεια, νέο ταμείο ιδιωτικοποιήσεων και το μηχανισμό αυτόματης δημοσιονομικής προσαρμογής, η χώρα θα έχει ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το τρίτο Μνημόνιο έτσι ώστε στο επόμενο Eurogroup να κλείσει η πρώτη αξιολόγηση. Στο Eurogroup αυτό είναι πιθανό να εξειδικευτούν και οι αποφάσεις για τις ενέργειες ελάφρυνσης του χρέους. Οι κύριες παρεμβάσεις όμως στο χρέος φαίνεται ότι θα γίνουν μετά το 2018 όταν θα έχει τελειώσει το τρίτο Μνημόνιο.

* Η πολιτική σας εμπειρία και πολύ περισσότερο η θητεία σας σε οικονομικό υπουργείο σάς επιτρέπει να αποκηρύξετε την άποψη ότι η ανάληψη πρωτοβουλιών για τη διευθέτηση του χρέους δεν θα περάσει μέσα από σκληρότερα μέτρα; Αποκλείετε να υπάρξει ένα τέταρτο μνημόνιο που θα εξασφαλίζει την περαιτέρω χρηματοδότηση της οικονομίας έναντι νέων δεσμεύσεων για όσα δεν θα έχουν υλοποιηθεί και την επικαιροποίηση των απαιτήσεων;

– Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις του πρόσφατου Eurogroup η Ελλάδα καλείται να θεσμοθετήσει μέτρα ύψους 5,6 δισ. ευρώ προκειμένου να πετύχει τη δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 3,5% του ΑΕΠ το 2018. Σε περίπτωση απόκλισης από τον στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα η Ελλάδα δεσμεύτηκε ότι θα θεσμοθετήσει ένα αυτόματο μηχανισμό δημοσιονομικής προσαρμογής ώστε οι όποιες αποκλίσεις να αντιμετωπίζονται έγκαιρα. Αν λοιπόν υπάρξουν αποκλίσεις από τους στόχους για το 2016 τότε η χώρα θα πρέπει το 2017 να πάρει μέτρα – κυρίως περικοπές δαπανών – για να τις εξαλείψει. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που βρίσκεται σε μνημόνιο έξι χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου όταν όλες οι άλλες χώρες που μπήκαν σε μνημόνια έχουν πλέον πρόσβαση στις αγορές και επέστρεψαν σε ανάπτυξη.

Το αν θα πάμε σε τέταρτο μνημόνιο θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις επιλογές της κυβέρνησης. Διότι τα μνημόνια ούτε σκίζονται ούτε καταργούνται με νόμους. Τα μνημόνια είναι αχρείαστα μόνο όταν έχεις μια οικονομία ανταγωνιστική, βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης και έχεις θέσει σε έλεγχο τα δημόσια οικονομικά της χώρας.

 * Οι αντοχές της πραγματικής οικονομίας και της κοινωνίας μετά και το νέο ασφαλιστικό – φορολογικό διώχνουν τις ανησυχίες όσον αφορά στην ικανότητα της χώρας να αποπληρώσει το χρέος και να παράξει τα αναγκαία κατ΄ έτος πλεονάσματα;

– Θεωρώ ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να παράξει πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ για χρονικό διάστημα μιας δεκαετίας. Πολύ περισσότερο που η προσπάθεια αυτή στηρίζεται κυρίως στην αύξηση των φορολογικών συντελεστών σε μια περίοδο περιορισμένης ρευστότητας και περιορισμένης φοροδοτικής ικανότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ανείσπρακτες οφειλές προς το δημόσιο έχουν φτάσει τα 87 δισ. Εκτιμώ ότι η φοροδιαφυγή και η εισφοροδιαφυγή θα ενταθούν καθιστώντας δυσκολότερη την επίτευξη των στόχων.

Για αυτό θεωρώ ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να προχωρήσουν σε πιο γενναίες αποφάσεις για το χρέος ώστε ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα να είναι πολύ χαμηλότερος από το 3,5% του ΑΕΠ. Εμείς θα αναλάβουμε την ευθύνη για την ολοκλήρωση μεταρρυθμίσεων από τη δικαιοσύνη και τη δημόσια διοίκηση μέχρι τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Αυτό θα διευκόλυνε την επιστροφή στην ανάπτυξη και θα ενίσχυε την αξιολόγηση για τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους.

* Καθώς συμπληρώνονται έξι χρόνια από την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, γιατί νομίζετε πως Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της ευρωζώνης που παραμένει σε πρόγραμμα; Γιατί τα δύο πρώτα μνημόνια απέτυχαν να οδηγήσουν με ασφάλεια τη χώρα στις αγορές;

– Θα αναφερθώ στους τρεις σημαντικότερους κατά τη γνώμη μου παράγοντες. Ο πρώτος αφορά στην έλλειψη ή υπονόμευση κατά την πορεία εφαρμογής, της αξιοπιστίας των προγραμμάτων. Για παράδειγμα όταν η κ. Μέρκελ και ο κ. Σαρκοζί αποφάσισαν τον Οκτώβριο του 2010 στην Ντοβίλ ότι αν μια χώρα προσφεύγει στον ευρωπαϊκό μηχανισμό θα αξιολογείται πρώτα η βιωσιμότητα του χρέους της, αυτόματα ακυρώθηκε η αξιοπιστία του πρώτου ελληνικού προγράμματος που εγκρίθηκε τον Μάιο του 2010. Οι επενδυτές άρχισαν να ανησυχούν για το ενδεχόμενο «κουρέματος» του ελληνικού χρέους και πουλήσανε τα ομόλογα με αποτέλεσμα να ανεβούν ξανά τα σπρεντς τα οποία είχαν αρχίσει να πέφτουν μεταξύ Μαΐου και Οκτωβρίου του 2010.

Το δεύτερο ελληνικό πρόγραμμα είχε πρόβλημα αξιοπιστίας εξαιτίας του υψηλού δημοσιονομικού στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα, 4,5% του ΑΕΠ. Η Ελλάδα τα τελευταία σαράντα χρόνια ποτέ δεν πέτυχε τη δημιουργία τόσο υψηλών δημοσιονομικών πλεονασμάτων. Πώς θα τα πετύχαινε τώρα;

Ο δεύτερος παράγοντας σχετίζεται με την έλλειψη ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών συναινέσεων αναγκαίων για την αντιμετώπιση της κρίσης όπως φάνηκε και από την επιτυχή έξοδο τριών χωρών της ευρωζώνης από τα μνημόνια. Αναφέρομαι στις Ιρλανδία, Πορτογαλία και Κύπρο. Η άγονη αντιπολίτευση και ο στείρος αντιμνημονιακός λόγος αρχικά από τη ΝΔ με προγράμματα τύπου Ζαππείων και μετέπειτα από τον ΣΥΡΙΖΑ με τα προγράμματα Θεσσαλονίκης εξηγεί γιατί είμαστε ακόμη η μόνη χώρα σε μνημόνιο.

Τέλος, ένας άλλος παράγοντας σχετίζεται με τη λεγόμενη «ιδιοκτησία» του προγράμματος. Όλες οι κυβερνήσεις γνωρίζοντας το μεγάλο πολιτικό κόστος που συνεπαγόταν η εφαρμογή των όσων προβλέπονταν στο πρόγραμμα αντιμετώπιζαν τα προγράμματα ως κάτι που επιβλήθηκε από τους ξένους. Καμία όμως κυβέρνηση δεν κατάθεσε ένα δικό της πρόγραμμα με βάση το οποίο και για όσο θα διαρκούσε η εφαρμογή του, οι θεσμικοί δανειστές θα ήταν διατεθειμένοι να καλύψουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας για να αντιμετωπιστούν οι ανισορροπίες της οικονομίας.

* Το τρίτο μνημόνιο δεν μπορεί να βοηθήσει την ελληνική κυβέρνηση να χτίσει τo δικό της «success story» μέσω της συμμόρφωσης στο πρόγραμμα;

– Η χώρα μπορεί να επιστρέψει με ασφάλεια στις αγορές αρκεί η κυβέρνηση να εφαρμόσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε με την υπογραφή του τρίτου μνημονίου τον Αύγουστο του 2015 και να προχωρήσει σε όλες τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που θα καταργήσουν το πελατειακό κράτος που μας οδήγησε στην κρίση το 2009. Αν η χώρα έχει να επιδείξει αποτελέσματα στο πεδίο των μεταρρυθμίσεων τότε μπορεί να διεκδικήσει μείωση του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα και να διευκολύνει την επιστροφή στην ανάπτυξη. Και βέβαια έχει πολύ μεγάλη σημασία να εφαρμόζει τα όσα νομοθετεί. Γιατί πολλοί πιστεύουν ότι οι υποχρεώσεις της κυβέρνησης εξαντλούνται στην νομοθέτηση όσων δεσμεύσεων περιλαμβάνονται στο μνημόνιο. Όμως το μεγάλο πρόβλημα είναι η μη εφαρμογή τους –παρότι έχουν ψηφιστεί- όπως έχει πλέον φανεί από την εξαετή εμπειρία με τα Μνημόνια.

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα “Καθημερινή” το Σάββατο 7 - Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Καθώς συμπληρώνονται έξι χρόνια από την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, τίθεται εύλογα το ερώτημα, γιατί η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της ευρωζώνης που παραμένει σε πρόγραμμα.

Αναζητώντας τους λόγους για τους οποίους τα δύο πρώτα Μνημόνια απέτυχαν να οδηγήσουν με ασφάλεια τη χώρα στις αγορές, καταλήγουμε στην διαπίστωση ότι είχαν πρόβλημα από την αρχή ή υπονομεύτηκε στην πορεία η αξιοπιστία τους. Οι αποφάσεις της Ντοβίλ υπονόμευσαν την αξιοπιστία του πρώτου Μνημονίου. Οι υπερβάλλουσες δημοσιονομικές στοχεύσεις υπονόμευσαν την αξιοπιστία του δεύτερου Μνημονίου.

Επομένως, η έξοδος στις αγορές μελλοντικά θα επιτευχθεί μόνο αν το τρίτο Μνημόνιο είναι αυξημένης αξιοπιστίας. Δυστυχώς όμως, και η αξιοπιστία του νέου Μνημονίου υπονομεύεται από μια ασύμβατη τριλογία που ενσωματώνει.

Συγκεκριμένα, με βάση τις επιδιώξεις\δεσμεύσεις θεσμικών δανειστών και των στοχεύσεων της ελληνικής κυβέρνησης διαμορφώνεται ένα τρίγωνο. Στην κάθε κορυφή του υπάρχει μία από τις ακόλουθες στοχεύσεις:

  • Συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα.
  • Ελαφριά ρύθμιση του χρέους.
  • Μέτρα 5,6 δις ευρώ αρκούν για επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ το 2018. Δεν χρειάζονται προληπτικά μέτρα.

Αυτές οι τρεις στοχεύσεις δεν μπορούν να συνυπάρξουν ταυτόχρονα. Για παράδειγμα, η ελαφριά ρύθμιση χρέους μπορεί να συνυπάρξει με μέτρα 5,6 δις ευρώ. Τότε όμως, δεν θα συμμετάσχει στο πρόγραμμα το ΔΝΤ, όπως έχει δεσμευτεί η κυβέρνηση με την επιστολή του Υπουργού οικονομικών κ. Τσακαλώτου.

Η παρουσία του ΔΝΤ στο πρόγραμμα μπορεί να διασφαλιστεί με μια ελαφριά ρύθμιση του χρέους αλλά όχι με μέτρα 5,6 δις ευρώ. Το ΔΝΤ θεωρεί αναγκαία  επιπλέον προληπτικά μέτρα ύψους 3,6 δις ευρώ.

Η κυβέρνηση όμως δεν δέχεται να νομοθετήσει τα προληπτικά μέτρα γιατί αυτά θα προκαλέσουν την ολική κατάρρευση της αφήγησής της για ηπιότερη προσαρμογή έναντι του δεύτερου προσράμματος και θα χάσει πολιτική στήριξη.

Μέτρα 5,6 δις μπορούν να συνυπάρξουν με το ΔΝΤ στο πρόγραμμα, αλλά όχι με μια ελαφριά ρύθμιση του χρέους. Το ΔΝΤ θεωρεί ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με μια γενναία ρύθμιση του χρέους, την οποία όμως δεν είναι διατεθειμένοι να προσφέρουν οι Ευρωπαίοι.

Το ΔΝΤ θεωρεί αδύνατη την επίτευξη από την Ελλάδα πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% του ΑΕΠ για μια δεκαετία. Έτσι, αντιπροτείνει γενναία ρύθμιση του χρέους και μείωση του στόχου για πρωτογενή πλεονάσματα στο 1,5% του ΑΕΠ.

Υπάρχουν τρεις έξοδοι από την ασύμβατη τριλογία. Η καθεμία με διαφορετικές συνέπειες για την αξιοπιστία του προγράμματος.

Η πρώτη έξοδος είναι η «απίθανη». Σε αυτή, το ΔΝΤ μένει εκτός προγράμματος. Αυτό δημιουργεί τεράστια προβλήματα στο εσωτερικό της Γερμανίας αλλά και της Ολλανδίας και Φινλανδίας, σε μια περίοδο έντονου ευρωσκεπτικισμού και στις τρεις αυτές χώρες.

Σε αυτό το ενδεχόμενο, η Ελλάδα θα καθυστερήσει να βγει στις αγορές. Ένα αμιγώς ευρωπαϊκό πρόγραμμα θα αντιμετωπιστεί με δυσπιστία. Είναι πιθανό να καταστεί αναγκαίο ένα τέταρτο πρόγραμμα.

Η δεύτερη έξοδος είναι η «αδύνατη». Η Ευρώπη δέχεται γενναία ρύθμιση του χρέους και μείωση των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα.

Σε αυτό το ενδεχόμενο, η Ελλάδα δίνοντας έμφαση στην ανάπτυξη και στις διαρθρωτικές αλλαγές θα μπορέσει να βγει στις αγορές πριν το 2018.

Αλλά οι Ευρωπαίοι δεν πρόκειται να δώσουν αυτήν την ευκαιρία στην Ελλάδα. Μόνος σύμμαχος της εδώ είναι το ΔΝΤ, το οποίο η κυβέρνηση έχει αναγάγει σε αντίπαλο.

Η τρίτη έξοδος είναι η «πιθανή». Η ελληνική κυβέρνηση υποχωρεί, δέχεται  προληπτικά μέτρα ύψους 3,6 δις και διασφαλίζει μια ελαφριά ρύθμιση του χρέους. Σε αυτή δεν περιλαμβάνονται ούτε ονομαστική περικοπή ούτε σταθεροποίηση των επιτοκίων.

Η αξιοπιστία του προγράμματος, σε αυτό το ενδεχόμενο, είναι χαμηλή. Κανείς δεν πιστεύει ότι η Ελλάδα μπορεί να δημιουργήσει πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ για μια δεκαετία.

Η βαρύτητα των μέτρων, κυρίως εισπρακτικού χαρακτήρα, σε συνδυασμό με τις αρνητικές τους επιπτώσεις στην ανάπτυξη θα δημιουργήσουν τεράστια πολιτικά προβλήματα στην κυβέρνηση.

Επιπρόσθετα, και με δεδομένο ότι η κυβέρνηση, όπως και οι προηγούμενες, δεν αποδέχεται την ιδιοκτησία του προγράμματος δύσκολα θα εφαρμοστούν οι όποιες μεταρρυθμίσεις προβλέπονται.

Διότι, η νομοθέτηση τους, ακόμη και αν γίνει χωρίς απώλειες για την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, δεν συνεπάγεται αυτόματα και την εφαρμογή τους, όπως έχουμε διαπιστώσει τα έξι αυτά χρόνια των προγραμμάτων.

Όπως προειδοποιούσε ο Tomasso Padoa-Schioppa στην αρχή του πρώτου προγράμματος, “legislation is not implementation”. Επισήμανση που αγνοήθηκε συστηματικά και εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί είμαστε ακόμη η μόνη χώρα σε πρόγραμμα.

Οι προκλήσεις της «πιθανής» εξόδου από την ασύμβατη τριλογία είναι γνωστές στην κυβέρνηση και αυτές αξιολογεί πριν την οριστική λήψη αποφάσεων.

Η λήψη τους μετατίθεται, από τον περασμένο Οκτώβριο, από το ένα θρησκευτικό ορόσημο στο άλλο, παρατείνοντας την αβεβαιότητα, τροφοδοτώντας ξανά σενάρια για grexit. Όλα αυτά οδηγούν σε παράταση της ύφεσης, σε βάρος των προοπτικών της οικονομίας.

Η κυβέρνηση πριν από οκτώ μήνες έλαβε εντολή να οδηγήσει τη χώρα έξω από την κρίση. Σήμερα είναι αμφίβολο αν τελικά μπορεί να το κάνει.