Μηνιαίο ΑρχείοΑύγουστος 2016

Άρθρο στην Ημερησία

Η πρόσφατη ανακοίνωση της Ε.Ε. σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή ζητά από τις Ελληνικές Αρχές «να αντιμετωπίσουν ενεργά και δημόσια την εσφαλμένη εντύπωση ότι κατά την περίοδο 2010-2015 τα δημοσιονομικά στοιχεία που παρήχθησαν από την ΕΛΣΤΑΤ χειραγωγήθηκαν» καταρρίπτει εκκωφαντικά άλλον έναν αντιμνημονιακό μύθο που καλλιεργήθηκε με πρωτοβουλίες κομμάτων της Δεξιάς και της Αριστεράς.

Σύμφωνα με αυτόν η «διόγκωση» στη στατιστική απεικόνιση των ελλείμματος του 2009 από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ οδήγησε τη χώρα σε συνθήκες αναγκαστικού δανεισμού από τους θεσμικούς εταίρους καθώς το κόστος δανεισμού από τις αγορές έγινε ασύμφορο. Την άποψη αυτή υπερασπίζονται σήμερα με την ίδια ζέση στελέχη της ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ αλλά και κομματικά έντυπα όπως η Αυγή.

Το βασικό επιχείρημα της μυθοπλασίας αυτής είναι ότι η δημοσιονομική θέση της χώρας κατά το έτος 2009 που το δημόσιο χρέος έφτασε τα 300 δισ., δεν είχε ιδιαίτερα προβλήματα έτσι ώστε οι αγορές να πρέπει να επανεξετάσουν την στάση τους αν θα συνεχίζουν να δανείζουν την Ελλάδα ή όχι.

Υποστηρίζουν ?παραπέμποντας για τεκμηρίωση σε έντυπο που ετοίμασε ο τότε Υπουργός Οικονομικών της ΝΔ – ότι το έλλειμμα θα μπορούσε να είχε συγκρατηθεί στο 10%. Παραγνωρίζουν όμως ότι στο τέλος Σεπτεμβρίου το ταμειακό έλλειμμα όπως το δημοσιοποίησε η Τράπεζα της Ελλάδας ήταν ήδη στα 26 δισ. ή 10,5% του ΑΕΠ και αυξάνονταν πάνω από 1% του ΑΕΠ μηνιαίως.

Αυτοί λοιπόν που συνέπραξαν στην αύξηση του χρέους από 180 δισ. στα 300 δισ. μεταξύ 2004-2009 αντί να απολογηθούν που άφησαν αναξιοποίητους εννέα μήνες του 2009 για να ανακόψουν τη δυναμική του ελλείμματος ώστε να μην φτάσει στο 15,4% του ΑΕΠ σήμερα εγκαλούν τις επιλογές της τότε κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου κατηγορείται μόνο και μόνο γιατί απεικόνισε στους εθνικούς λογαριασμούς γνωστές δαπάνες ήδη εγγεγραμμένες στο δημόσιο χρέος και ήδη γνωστές στις αγορές, οι οποίες είχαν δανείσει τα κεφάλαια για την κάλυψή τους και ασφαλώς γνώριζαν το συνολικό δημοσιονομικό πορτρέτο.

Λες κι αν κρύβαμε αυτές τις δαπάνες οι αγορές θα «ξεχνούσαν» ότι μας είχαν δανείσει για την κάλυψή τους. Το έλλειμμα το «φούσκωσε» η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή. Η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου σταμάτησε το κουκούλωμα της καταγραφής του, μια πρακτική που είχε ήδη οδηγήσει σε διασυρμό της χώρας στην Ευρώπη.

Τέλος, υπάρχει το επιχείρημα ότι αν εφαρμόζονταν τα μέτρα που είχε ανακοινώσει η τότε κυβέρνηση της ΝΔ η χώρα θα είχε καταφέρει να συγκρατήσει το έλλειμμα πιο χαμηλά κοντά στο 10-12% του ΑΕΠ και θα απέφευγε το μνημόνιο.

Για να έμενε το έλλειμμα έστω στο 12% του ΑΕΠ, θα χρειαζόντουσαν μέτρα ύψους τουλάχιστον 8 δισ. ευρώ, περίπου 3 μονάδες του ΑΕΠ. Άρα, σύμφωνα με την προαναφερθείσα άποψη για να αποφύγουμε το μνημόνιο, έπρεπε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να μην πληρώσει για παράδειγμα μισθούς και συντάξεις του δημοσίου Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου ούτε και το Δώρο Χριστουγέννων αφού το ετήσιο μισθολογικό και συνταξιοδοτικό κόστος ήταν περίπου 25 δισ. ευρώ. Περικοπές που η ΝΔ δεν τόλμησε για εννιά μήνες λόγω ευρωεκλογών και που όταν ανακοινώθηκαν αργότερα από την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ τις κατήγγειλε από κοινού με το ΣΥΡΙΖΑ.

Αλλά ας υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ πετύχαινε να συγκρατήσει το έλλειμμα στο 11-12% του ΑΕΠ. Θα απέφευγε το μνημόνιο; Από την εμπειρία της Πορτογαλίας γνωρίζουμε πως όχι αφού μπήκε στο μνημόνιο με έλλειμμα 11%.

Αυτό που πραγματικά υπονόμευσε τη χώρα και περιόριζε τις επιλογές της νεοεκλεγείσας κυβέρνησης ήταν η διάρθρωση και το μέγεθος του χρέους. Καθώς ξέσπασε η διεθνής κρίση και άρχιζαν να ανεβαίνουν τα περιθώρια επιτοκίου από τα τέλη του 2008 η διάρκεια του νέου χρέους άρχισε να μειώνεται. Η κυβέρνηση της ΝΔ προσπαθούσε να συγκρατήσει το κόστος δανεισμού και δανειζόταν σε μικρότερες διάρκειες. Αποτέλεσμα οι δανειακές ανάγκες της διετίας 2010-2011 μόνο για τα τοκοχρεολύσια έφταναν τα 80 δισ. ή 37% του ΑΕΠ.

Επομένως δεν είναι άδολη η επιμονή της ΝΔ η συζήτηση να περιστρέφεται μόνο γύρω από το έλλειμμα του 2009 και όχι για το χρέος που είχε φτάσει το 2009 στο 127% του ΑΕΠ. Η Πορτογαλία μπήκε στο μνημόνιο με χρέος 96% του ΑΕΠ.

Τα μνημόνια λοιπόν τα έφερε το τεράστιο χρέος, το έλλειμμα αξιοπιστίας της χώρας και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, που έφτασε στο 14,5% του ΑΕΠ. Όλα αυτά τα δημιουργούσε το πελατειακό κράτος που οδηγούσε χρόνο με τον χρόνο στην αύξηση του εξωτερικού δημόσιου και ιδιωτικού χρέους.

Όσο λοιπόν η κυβέρνηση δεν προχωρά στις αναγκαίες αλλαγές που θα διαλύσουν το πελατειακό κράτος και θα αναμορφώσουν την οικονομία, η χώρα θα παραμένει βυθισμένη σε κρίση στερώντας κάθε προοπτική στους Έλληνες πολίτες.

Άρθρο στην Καθημερινή της 13 Αυγούστου 2016

Το τελευταίο διάστημα, με αφορμή την απόφαση του Αρείου Πάγου να αναιρέσει την απαλλαγή του πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ Ανδρέα Γεωργίου, επιχειρείται από πολιτικές δυνάμεις ανασκευή της ιστορίας της χώρας σε ό,τι αφορά τα αίτια που οδήγησαν στα μνημόνια.

Από την αντίδραση των κομμάτων γίνεται αντιληπτό ότι η συζήτηση για το αν το έλλειμμα του 2009 οδήγησε στο μνημόνιο ή όχι, δεν είναι μια υπόθεση που αφορά το παρελθόν. Αντιθέτως, είναι μέσο αμφισβήτησης της νέας ηγεσίας στη Ν.Δ. και ταυτόχρονα προσπάθεια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να νομιμοποιήσει πολιτικά το μνημόνιο που υπέγραψε.

Στελέχη της Ν.Δ. υποστηρίζουν ότι η χώρα μπήκε στο μνημόνιο γιατί το έλλειμμα του 2009 «φούσκωσε» από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και εγκαλούν τον αρχηγό τους γιατί δεν παίρνει θέση. Ο κ. Μητσοτάκης σιωπά, γιατί αντιλαμβάνεται ότι η αντιπαράθεση αυτή είναι θέμα υπαρξιακό για τον ίδιο. Διεκδίκησε την ηγεσία της Ν.Δ. ως υπέρμαχος της μεταρρυθμιστικής ατζέντας. Αν λοιπόν προσχωρήσει στην άποψη της εσωκομματικής αντιπολίτευσης μετατρέπει τη Ν.Δ. σε δεξιό ΣΥΡΙΖΑ. Σιωπώντας, όμως, ακυρώνεται ως μεταρρυθμιστής.

Η εκ νέου αποτίμηση, μέσω δικαστικών αποφάσεων, του έργου της κυβέρνησης Καραμανλή όπως επιδιώκεται από στελέχη της Ν.Δ. δεν μπορεί να αποκτήσει προοπτική γιατί η αποτυχία της δεν προκύπτει αποκλειστικά από τα ελλείμματα του 2008 και 2009 αλλά από το σύνολο των επιλογών της περιόδου 2004-2009.

Οι δημοσιονομικά ανερμάτιστες πολιτικές της Ν.Δ. σε περίοδο υψηλών θετικών ρυθμών ανάπτυξης ήταν αυτές που οδήγησαν στην αύξηση του χρέους από τα 180 δισ. το 2003 στα 300 δισ. το 2009. Οι δαπάνες για μισθούς αυξήθηκαν από 12,3 δισ. το 2003 σε 19,1 δισ. το 2009 και οι δαπάνες για συντάξεις του Δημοσίου από 3,5 δισ. σε 6,4 δισ. αντίστοιχα. Αυτό υπήρξε το συνδυαστικό αποτέλεσμα των μαζικών προσλήψεων στο Δημόσιο και των υπέρογκων αυξήσεων στους μισθούς και στις συντάξεις.

Το δεύτερο σφάλμα της διακυβέρνησης Καραμανλή υπήρξε η παντελής αδιαφορία για το διογκούμενο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο από το 5,7% του ΑΕΠ το 2003 έφτασε στο 14,5% του ΑΕΠ το 2007. Αναρωτήθηκε ποτέ η κυβέρνηση Καραμανλή πώς διορθώνεται μια τόσο μεγάλη μακροοικονομική ανισορροπία όταν δεν έχεις διαθέσιμο το όπλο της υποτίμησης; Από τις επιλογές της προκύπτει πως όχι.

Αυτές οι μακροοικονομικές ανισορροπίες, αποτέλεσμα του πελατειακού κράτους, οδήγησαν τις αγορές να σταματήσουν να χρηματοδοτούν την Ελλάδα όπως και το έλλειμμα αξιοπιστίας λόγω των πλαστών στοιχείων που έστελνε η κυβέρνηση της Ν.Δ. στη Eurostat, όπως επισημαίνεται άλλωστε σε έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την τρόικα. Έτσι, η χώρα κατέφυγε στα μνημόνια.

Σε ό,τι αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, η απόφαση του Αρείου Πάγου επικροτήθηκε από υπουργό που έσπευσε να προκαταλάβει τις δικαστικές αποφάσεις και να καταδικάσει τον κ. Γεωργίου ως υπεύθυνο για το μνημόνιο, παραβλέποντας ότι ανέλαβε καθήκοντα τρεις μήνες μετά την υπογραφή του.

Η υπόθεση της ΕΛΣΤΑΤ αναζωπυρώνει τις διαιρέσεις που προκάλεσε στην πολιτική ζωή της χώρας το μνημόνιο. Η σκληρή αντιπολίτευση της Ν.Δ. της αντιμνημονιακής περιόδου ύφανε τον καμβά για την πολιτική νομιμοποίηση πολιτικών δυνάμεων από την άκρα δεξιά μέχρι την άκρα αριστερά, που υποστήριξαν ότι υπάρχουν λύσεις πέρα από το μνημόνιο. Αυτό όμως που διαπίστωσαν όλοι μόλις έλαβαν εντολή διακυβέρνησης είναι οι περιορισμένες επιλογές που υπήρχαν για τη χώρα, και γι’ αυτό υποχρεώθηκαν σε αναθεώρηση πολιτικής. Η επιλογή τους όμως ως αντιπολίτευσης να πολώσουν την κοινωνία εμπόδισε τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας να διασφαλίσουν συναινέσεις και να προχωρήσουν στις αναγκαίες αλλαγές για να χτυπηθεί το πελατειακό κράτος. Ετσι, είμαστε η μόνη χώρα σε μνημόνιο.

Η υπόθεση Γεωργίου για τον ΣΥΡΙΖΑ παρέχει την ευκαιρία να χαραχτεί μια νέα αφήγηση. Ότι τα λάθη του πρώτου μνημονίου οδήγησαν στο δεύτερο και αυτό στο τρίτο, που αναγκαστικά υπέγραψε. Στόχος του ΣΥΡΙΖΑ να παραμείνει το ισχυρότερο κόμμα στον χώρο που οριοθετείται αριστερά της Ν.Δ. Αυτό προϋποθέτει ότι οι δυνάμεις της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας δεν θα βρουν κοινό βηματισμό. Οι δυνάμεις αυτές για πρώτη φορά ύστερα από καιρό βρέθηκαν να έχουν ενιαία αφήγηση και να υπερασπίζονται την άποψη πως η χώρα μπήκε στα μνημόνια και παραμένει σε αυτά γιατί δεν προχώρησαν με την αναγκαία ταχύτητα οι αλλαγές που θα διέλυαν το πελατειακό κράτος που μας οδήγησε στην κρίση.

Σήμερα οι δυνάμεις αυτές εκπροσωπούν μιαν άλλη αντίληψη για την πορεία της χώρας. Παρά τις ιδεολογικές διαφορές από κοινού με φωνές από τη μεταρρυθμιστική αριστερά και τη φιλελεύθερη δεξιά, εκφράζουν την ανάγκη να υπερασπιστούμε την ανοικτή κοινωνία και τις κατακτήσεις της που κινδυνεύει από όσους στη Δεξιά και στην Αριστερά ονειρεύονται τη συντήρηση του πελατειακού κράτους και το πέρασμα σε μια κλειστή, ξενοφοβική και οπισθοδρομική κοινωνία.