Μηνιαίο ΑρχείοΑπρίλιος 2017

0

Παρέμβαση Φίλιππου Σαχινίδη Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών-ΔΗ.ΣΥ. Στην παρουσίαση της πρότασης της Κ.Ο. της ΔΗΣΥ για τα «κόκκινα» επιχειρηματικά και επαγγελματικά δάνεια

Θέλω να σας ευχαριστήσω που ανταποκριθήκατε στην πρόσκληση της Κ.Ο. της ΔΗΣΥ προκειμένου να συζητήσουμε την πρότασή της για τα «κόκκινα» επιχειρηματικά και επαγγελματικά δάνεια.

Η πρόταση αυτή κατατίθεται προς συζήτηση και θα εμπλουτιστεί με βάση τις απόψεις που θα κατατεθούν σε συζητήσεις -όπως η σημερινή -που θα γίνουν στο επόμενο διάστημα στην πορεία προς το συνέδριο.

Η σημερινή συζήτηση μας δίνει την ευκαιρία να συζητήσουμε συνολικότερα για τις πολιτικές αντιμετώπισης του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ).

Να τονίσω ότι χωρίς την επίλυση του προβλήματος αυτού η χώρα δεν θα βγει από την κρίση, οι πολίτες με χρέη δεν θα έχουν ποτέ μια δεύτερη ευκαιρία για ένα νέο ξεκίνημα και οι χρεωμένες αλλά βιώσιμες επιχειρήσεις δεν θα ανασυγκροτηθούν ποτέ.

Είναι πλέον αποδεκτό ότι η ύφεση στην οποία έχει βυθιστεί η οικονομία από το 2008 οφείλεται όχι μόνο στην περιοριστική δημοσιονομική προσαρμογή που προκάλεσε την μείωση των εισοδημάτων των νοικοκυριών και των εσόδων των επιχειρήσεων αλλά και στην περιορισμένη ρευστότητα της οικονομίας. Η αβεβαιότητα και η πολιτική αστάθεια αυτής της περιόδου περιόρισαν τη διαθέσιμη ρευστότητα.

Η αβεβαιότητα αυτή που ήταν πολύ πιο έντονη κατά την τελευταία διετία, οδήγησε στην επιβολή των capital controls στην παράταση της ύφεσης και στην επιδείνωση του προβλήματος των κόκκινων δανείων. Το πρόβλημα σήμερα επιδεινώνεται από την παρατεταμένη αβεβαιότητα εξαιτίας της μη ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης γεγονός που οδηγεί σε περαιτέρω αύξηση των «κόκκινων» δανείων.

Μετά, λοιπόν, από εννέα χρόνια ύφεσης και στασιμότητας το ζητούμενο από τους πολίτες και ιδιαίτερα από όσους έχουν πληγεί από την κρίση είναι να περάσει η οικονομία σε πορεία βιώσιμης ανάπτυξης.

Στη μετάβαση αυτή ο ρόλος των τραπεζών θα είναι κρίσιμος. Η παροχή χρηματοδότησης σε ανταγωνιστικές και εξωστρεφείς επιχειρήσεις και σε επαγγελματίες με καινοτόμες δραστηριότητες θα διευκολύνει την αλλαγή του παραγωγικού προτύπου.

Επομένως, η επίλυση των ΜΕΔ είναι αναγκαία προϋπόθεση εξόδου από την κρίση διότι θα διευκολύνει την παραγωγικότερη ανακατανομή του κεφαλαίου και της εργασίας από μη βιώσιμες σε βιώσιμες επιχειρήσεις και κλάδους της οικονομίας που παραμένει και το μεγάλο ζητούμενο μετά από μια πολυετή κρίση.

Οι ελληνικές τράπεζες μέχρι στιγμής δεν είναι σε θέση να δώσουν τις αναγκαίες πιστώσεις στις επιχειρήσεις ή τους επαγγελματίες, καθώς είναι επιβαρυμένες με υψηλά ποσοστά Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων.

Η αυξητική πορεία των ΜΕΔ από το 2012 και μετά δείχνει ότι παρά τις πρωτοβουλίες που αναλήφθηκαν κατά την προηγούμενη περίοδο το μέγεθος του προβλήματος και η παράταση της ύφεσης καθιστούν αναγκαίες νέες και πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις.

Πέρα από την ύφεση στην αύξηση των ΜΕΔ διαδραμάτισαν ρόλο και παράγοντες όπως: η αναποτελεσματικότητα των δικαστικών διαδικασιών, η προνομιακή κατάταξη του Δημοσίου και των ταμείων συντάξεων έναντι άλλων κατηγοριών πιστωτών στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, η δυσμενής φορολογική μεταχείριση των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο και των διαγραφών δανείων, η έλλειψη πλαισίου για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό και η ανυπαρξία δευτερογενούς αγοράς ΜΕΔ.

Για την αντιμετώπιση του προβλήματος η ΤτΕ εισήγαγε τον Κώδικα Δεοντολογίας, ο οποίος οριοθετεί τις σχέσεις των πιστωτικών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με τους δανειολήπτες που εμφανίζουν καθυστέρηση στην αποπληρωμή των δανείων τους.

Ο Κώδικας Δεοντολογίας των Τραπεζών παρόλο που έθεσε κανόνες και πλαίσιο διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους δε φαίνεται να είχε τα προσδοκόμενα αποτελέσματα.

Το θεσμικό πλαίσιο είναι ιδιαίτερα βαρύ και τόσο οι τράπεζες όσο και οι δανειολήπτες συχνά δεν φαίνεται να το προτιμούν αλλά προχωρούν σε ρυθμίσεις δανείων εκτός των πλαισίων του κώδικα.

Πρόσφατα, η Τράπεζα της Ελλάδος, σε συνεργασία με την Τραπεζική Εποπτεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, διαμόρφωσε ένα πλαίσιο επιχειρησιακών στόχων για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι τράπεζες έχουν συμφωνήσει στη θέσπιση στόχων οι οποίοι υποβλήθηκαν στο τέλος Σεπτεμβρίου 2016 με χρονικό ορίζοντα τριών ετών. Επιδίωξη είναι η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά περίπου 40,2 δισεκ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2019.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ παρά την κρισιμότητα του προβλήματος έχει καθυστερήσει πολύ στην ολοκλήρωση ενός θεσμικού πλαισίου που να αντιμετωπίζει ολιστικά των πρόβλημα των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων και των επαγγελματιών.

Θεσμοθέτησε τη λειτουργία Εταιρειών Διαχείρισης και Εταιρειών Απόκτησης Απαιτήσεων με τον ν.4354/2015 που αφορά τη διαχείριση δανείων και εκτός του ισολογισμού των πιστωτικών ιδρυμάτων δεν παρουσίασε όμως ένα σοβαρό σχέδιο για τη διαχείριση τους εντός του ισολογισμού των πιστωτικών ιδρυμάτων παρά ένα χρόνο μετά οπότε και κατέθεσε ένα νομοσχέδιο για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό. Το οποίο θα έχει ουσιαστικά προβλήματα στην εφαρμογή του όπως επισημαίνουν θεσμικοί φορείς.

Μια πρώτη προσέγγιση οδηγεί στην εκτίμηση ότι η λογική με αυτές τις δράσεις είναι ότι σταδιακά επιχειρείται να δημιουργηθεί ένα «οικοσύστημα» διαχείρισης των ΜΕΔ στο οποίο θα έχουν ενεργό ρόλο αρκετοί «παράγοντες». Τράπεζες, διαχειριστές, επενδυτές και funds, ακόμα και το Δημόσιο. Όλα αυτά προϋποθέτουν ένα σχέδιο το οποίο όμως η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ουδέποτε εκπόνησε.

Με αυτή την λογική επί της αρχής η δημιουργία εταιρειών διαχείρισης και απόκτησης μη εξυπηρετούμενων δανείων θα μπορούσε να οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα αν είχαν γίνει σωστές προετοιμασίες και έγκαιρα.

Ακόμη χειρότερα η κυβέρνηση υποτιμά τον παράγοντα χρόνο σε ότι αφορά την επίλυση του προβλήματος. Παραβλέπει ότι τον επόμενο χρόνο θα γίνουν τα νέα stress-test των τραπεζών.

Με καθυστέρηση το πλαίσιο συμπληρώνεται και ως προς το σκέλος της εξωδικαστικής διευθέτησης οφειλών, προκειμένου να διευκολυνθεί ο συντονισμός μεταξύ τραπεζών και άλλων πιστωτών, συμπεριλαμβανομένων του Δημοσίου και των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης.

Ένα κρίσιμο ζήτημα είναι, οι προτάσεις, όπως αυτή που καταθέτουμε και συζητούμε σήμερα, να διασφαλίζουν τη στήριξη της υγιούς επιχειρηματικότητας και την απομόνωση των στρατηγικών κακοπληρωτών.

Οι τελευταίοι, επωφελούνται μέχρι τώρα από το γεγονός ότι η σκόπιμη αθέτηση των δανειακών υποχρεώσεων δεν επιφέρει άμεσες κυρώσεις. Και έτσι ανταγωνίζονται κατά αθέμιτο τρόπο και υγιείς και συνεπείς επιχειρήσεις, υγιείς και συνεπείς επαγγελματίες.

Σύμφωνα με μια συντηρητική εκτίμηση της ΤτΕ, που βασίζεται σε δείγμα 13.000 επιχειρήσεων με δάνεια ύψους άνω του 1 εκατ. ευρώ, κατά μέσο όρο μία στις έξι επιχειρήσεις εμφανίζει χαρακτηριστικά στρατηγικού κακοπληρωτή, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι η αναλογία είναι σημαντικά μεγαλύτερη για τις μικρότερες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η πλήρης και αποτελεσματική υλοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, σε συνδυασμό με μια πιο ενεργητική πολιτική διαχείρισης των ΜΕΔ από την πλευρά των τραπεζών, θα βοηθήσει τις επιχειρήσεις, τους επαγγελματίες, αλλά και την οικονομία.

Η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα βελτιώσει την κερδοφορία των τραπεζών και θα περιορίσει την ανάγκη για σχηματισμό προβλέψεων ή για διαγραφές επισφαλών απαιτήσεων.

Το χαμηλότερο επίπεδο των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων βελτιώνει την διάθεση δανείων από μη βιώσιμες επιχειρήσεις, οι οποίες διατηρούνται τεχνητά στη ζωή, προς βιώσιμες επιχειρήσεις.

Η πρόταση της ΔΗΣΥ, που μεταξύ άλλων περιλαμβάνει και την δημιουργία ενός Ταμείου Ανασυγκρότησης, έρχεται να συμπληρώσει το θεσμικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση του προβλήματος των ΜΕΔ.

Προϋποθέτει βέβαια την εξεύρεση ιδιωτικών και δημόσιων πόρων για την λειτουργία του Ταμείου αλλά και την διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού τρόπου λειτουργίας του ώστε να μην δημιουργηθούν θέματα παραβίασης των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων. Αυτό αφορά μια σειρά πραγμάτων που έχουν να κάνουν με τις τιμές μεταβιβάσεως των δανείων από τις τράπεζες προς το Ταμείο καθώς και τελικά ποιος θα παίρνει τις ζημιές του όλου εγχειρήματος.

Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά στα τελευταία χρόνια, πρέπει να προχωρήσουν όλες οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που θα διευκολύνουν την επίλυση των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων. Έτσι θα πετύχουμε την ανακατανομή κεφαλαίων στην ελληνική οικονομία, την ενίσχυση της παραγωγικότητας, το πέρασμα σε μια βιώσιμη ανάπτυξη που θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και πόρους για να στηριχτούν αυτοί που χτυπήθηκαν από την κρίση.