Μηνιαίο ΑρχείοΙούνιος 2017

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα “ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ” Δημοσιεύθηκε την Κυριακή 25 Ιουνίου 2017

Ένα από τα πολιτικά παράδοξα της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα είναι ότι η ήττα της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας που σηματοδοτήθηκε με τη διεθνή χρηματοοικονομική κρίση του 2008 και η παρατηρούμενη πρωτοφανής διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων δεν εξασφάλισαν πολιτικά οφέλη για τα σοσιαλιστικά κόμματα στην Ευρώπη τα οποία βρίσκονται σταθερά σε πτωτική πορεία. Η πτωτική πορεία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων εύλογα εγείρει το ερώτημα αν έχουν περιθώρια ανάκαμψης.

Η ανασύνταξή τους προϋποθέτει την αποκατάσταση της δυνατότητας τους να ανταποκριθούν αποτελεσματικά με επεξεργασμένες πολιτικές προτάσεις στις αγωνίες των ψηφοφόρων τους. Το κοινωνικό συμβόλαιο που προσέφεραν μετά τον πόλεμο για να εξισορροπήσουν τη σύγκρουση εργασίας και κεφαλαίου διασφάλισε την συνύπαρξη του καπιταλισμού με τη δημοκρατία και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων.

Αυτό που άλλαξε τις τελευταίες δεκαετίες ήταν ότι δεν ανταποκρίθηκαν στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης, ούτε κατανόησαν τις μεγάλες αλλαγές της μεταβιομηχανικής περιόδου στην οικονομία και την κοινωνία.

Η ενίσχυση του τριτογενή τομέα στις ευρωπαϊκές οικονομίες είχε ως αποτέλεσμα, την μείωση του ρόλου των συνδικάτων και κατ’ επέκταση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που αυτά στήριζαν. Τη ίδια περίοδο μειώθηκε και ο αριθμός των εργαζομένων στις βιομηχανίες ενώ αναδείχτηκαν νέα κοινωνικά στρώματα, μια νέα μεσαία τάξη πολύ καλά εκπαιδευμένη με ψηλές απολαβές. Με προτεραιότητες όμως αρκετά διαφορετικές από τον παραδοσιακό κόσμο της εργασίας στις βιομηχανίες.

Τα νέα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα σε συνδυασμό με τις μεγάλες προκλήσεις για τον κόσμο της εργασίας, αποτέλεσμα των τεχνολογικών εξελίξεων και της αυτοματοποίησης, καθιστούν αναγκαία την αναζήτηση μιας νέας ταυτότητας για την Σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη.

Για να μπορέσει να εκφράσει μια νέα συμμαχία μεταξύ των υγιών παραγωγικών δυνάμεων που παράγουν νέο πλούτο και αυτών που πλήττονται από την παγκοσμιοποίηση.

Για να το πετύχει δεν αρκεί να περιοριστεί στο όραμα ενός «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο». Σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης δεν αρκεί να προτείνεις υψηλότερη φορολογία και περισσότερες δημόσιες επενδύσεις. Πολλά από τα σύγχρονα προβλήματα (κλιματική αλλαγή, μεταναστευτικό, φοροαποφυγή μεγάλων επιχειρήσεων) έχουν παγκόσμια διάσταση την ώρα που η πολιτική εξακολουθεί να ασκείται εντός των εθνικών ορίων γεγονός που περιορίζει την αποτελεσματικότητα της.

Η λαϊκιστική δεξιά και αριστερά προτείνουν ως λύση τον απομονωτισμό, το κλείσιμο των συνόρων την εκδίωξη των μεταναστών. Η Σοσιαλδημοκρατία πρέπει να ξεφύγει από τη αναζήτηση προτάσεων σε εθνικό επίπεδο όπου είναι βέβαιο ότι θα ηττηθεί και θα χαθεί οριστικά και να παλέψει για μια λύση των προβλημάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο δύσκολο και αν είναι σήμερα αυτό.

Μόνο εκεί μπορεί να διασφαλίσει τον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων του καπιταλισμού. Με ένα ισχυρό ευρωπαϊκό προϋπολογισμό που θα καταστήσει εφικτή μια ευρωπαϊκή κεϋνσιανή πολιτική, με ευρωπαϊκά προγράμματα επενδύσεων και καταπολέμησης της ανεργίας, με ένα ευρωπαϊκό μηχανισμό προστασίας των ανέργων.

Για να τα πετύχει αυτά πρέπει να αποδεχτεί ξανά την ανάγκη «του πρωτείου της πολιτικής» και να εργαστεί για να συγκροτηθούν υπερεθνικά όργανα οικονομικής διακυβέρνησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο στη βάση κοινών αξιών.

Η πρόκληση σήμερα είναι να συγκροτήσει το νέο συμβιβασμό αυτή τη φορά ανάμεσα στο κράτος, την αγορά, τις μεγάλες υπερεθνικές εταιρίες και την κοινωνία των πολιτών. Μόνο αν ανταποκριθεί σε αυτή την πρόκληση η Σοσιαλδημοκρατία θα καταφέρει στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη θα ξαναγίνει δύναμη ηγεμονική στο χώρο της κεντροαριστεράς για να προωθήσει την βιώσιμη ανάπτυξη, την κοινωνική δικαιοσύνη και την κοινωνική πρόοδο σε συνθήκες πολιτικής ασφάλειας.

Ομιλία στην εκδήλωση του Πολιτικού Εργαστηρίου «Σοσιαλισμός και Φιλελευθερισμός» 20 Ιουνίου 2017 Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων

Το θέμα της σημερινής μας συζήτησης παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον όχι μόνο γιατί ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός επανήλθε στην τρέχουσα πολιτική συζήτηση ως μια από τις προτάσεις για την ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας αλλά και για το λόγο ότι η σχέση Σοσιαλισμού και Φιλελευθερισμού χαρακτηρίζεται από μια ιδιαιτερότητα.

Η απάντηση στο ερώτημα για τη σχέση Σοσιαλισμού και Φιλελευθερισμού εξαρτάται σημαντικά από τον χρόνο στον οποίο τίθεται το ερώτημα αλλά και τον τόπο στον οποίο διεξάγεται η συζήτηση. Έτσι θεωρώ, ότι δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι στην ερώτηση αυτή μπορούν να δοθούν και δόθηκαν διαχρονικά διαμετρικά αντίθετες απαντήσεις.

Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και μέχρι την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, η Σοσιαλδημοκρατία έχει υιοθετήσει την ατζέντα του Φιλελευθερισμού σε ότι αφορά την κοινοβουλευτική δημοκρατία και τα δικαιώματα των πολιτών. Ωστόσο, η υιοθέτηση του Πολιτικού Φιλελευθερισμού έχει εν μέρει εργαλειακό χαρακτήρα, διότι θεωρείται το καλύτερο πολιτικό σύστημα για την προώθηση των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Η πλήρης υιοθέτηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ως αξίας θα γίνει σταδιακά, στις δεκαετίες του 1920 και 1930.

Σε ότι αφορά τις οικονομικές θέσεις του Φιλελευθερισμού για όσο διάστημα οι Σοσιαλιστές δεν έχουν ακόμη μια πλήρη και επεξεργασμένη πρόταση για την άσκηση οικονομικής πολιτικής πέρα από τα κείμενα του Μαρξ και την εκτίμηση του για την αναπόδραστη κατάρρευση του καπιταλισμού υπάρχει μια αντιθετική σχέση.

Όπως λέει ο Ιταλός Σοσιαλιστής Κάρλο Ροσέλι («Φιλελεύθερος Σοσιαλισμός», Εκδόσεις Πόλις 2013) «ο σοσιαλισμός γεννήθηκε ως αντίδραση στον –κυρίως οικονομικό – Φιλελευθερισμό που χαρακτήριζε τη σκέψη της αστικής τάξης στις αρχές του 19ου αιώνα».

Οι Σοσιαλδημοκράτες καλούνται να πάρουν πιο συγκεκριμένη θέση σε θέματα οικονομικής πολιτικής μετά το ξέσπασμα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου καθώς αρχίζουν να συμμετέχουν σε κυβερνήσεις της περιόδου.

Το Laissez-faire του 19ου αιώνα δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες για τη διεξαγωγή του πολέμου. Έτσι, για πρώτη φορά το κράτος παρεμβαίνει στη λειτουργία των αγορών. Είναι η περίοδος που θεσπίζονται και εφαρμόζονται προοδευτικά φορολογικά συστήματα για τη χρηματοδότηση των πολεμικών δαπανών ενώ γίνονται οι πρώτες εθνικοποιήσεις επιχειρήσεων. Ο πόλεμος αυτός νομιμοποιεί στην πολιτική σοσιαλιστικές ιδέες όπως τα προοδευτικά φορολογικά συστήματα ή η εθνικοποίηση των επιχειρήσεων.

Η σχέση αντιπαλότητας μεταξύ Σοσιαλισμού και Φιλελευθερισμού γίνεται πιο έντονη στη δεκαετία του 1920 και κορυφώνεται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930 κυρίως ως αποτέλεσμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας του Φιλελευθερισμού να δώσει ουσιαστική απάντηση στις συνέπειες του οικονομικού κραχ του 1929.

Για τον Ροσέλι: «το σοσιαλιστικό κίνημα είναι ο αληθινός κληρονόμος του φιλελευθερισμού, ο φορέας αυτής της δυναμικής αντίληψης για την ελευθερία που πραγματοποιείται στη δραματική κίνηση της ιστορίας. Φιλελευθερισμός και σοσιαλισμός αντί να έρχονται σε σύγκρουση, μια ανούσια αντιπαράθεση, συνδέονται με στενούς δεσμούς. Ο φιλελευθερισμός είναι η ιδεατή δύναμη που εμπνέει, ο σοσιαλισμός η πρακτική δύναμη που υλοποιεί».

Είναι προφανές από τα γραφόμενα του ότι στα τέλη της δεκαετίας του 1920, την εποχή που ο Ροσέλι αντιμάχονταν τον Φασισμό και τον Μαρξισμό, η αυτονόητη σχέση ήταν αυτή της αντιπαλότητας. Ο Ροσέλι εκφράζει ένα ιδιαίτερο ρεύμα στις τάξεις των Σοσιαλιστών που αναδείχτηκε κυρίως στην Ιταλία και τη Γαλλία στη δεκαετία του 1920 χωρίς όμως να γίνει κυρίαρχο.

Είναι η περίοδος που σε όλη την Ευρώπη με εξαίρεση ίσως την Αγγλία η σχέση σοσιαλδημοκρατίας και φιλελευθερισμού προσλαμβάνονταν ως σχέση αντιπαλότητας. Η Σέρι Μπέρμαν στο βιβλίο της «Το Πρωτείο της Πολιτικής» περιγράφει τη σχέση αυτή ως εξής: « ..η σοσιαλδημοκρατία …δεν αποτελεί κάποιου είδους συμβιβασμό ανάμεσα στον μαρξισμό και τον φιλελευθερισμό… Η σοσιαλδημοκρατία αντιπροσώπευε μια πλήρως επεξεργασμένη πρόταση τόσο έναντι του μαρξισμού όσο και έναντι του φιλελευθερισμού, μια πρόταση που την χαρακτήριζε η βαθιά και ακλόνητη προσήλωση στην πρωτοκαθεδρία της πολιτικής έναντι της οικονομίας και στον κοινοτισμό».

Η σοσιαλδημοκρατία όμως στο πέρασμα του χρόνου αλλάζει. Από τη σοσιαλδημοκρατία του Μπερνσταιν μέχρι αυτή του Μπραντ, ή του Σρέντερ ή ακόμη και του Γκάμπριελ η απόσταση είναι τεράστια.

Αυτή η σχέση αντιπαλότητας συντηρείται για πολλά χρόνια μέχρι και την αναβίωση των ιδεών του νεοφιλελευθερισμού που κυριαρχούν στις δεκαετίες 1970-1990. Η πρόσφατη διεθνής χρηματοοικονομική κρίση έθεσε υπό αμφισβήτηση την κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων ιδεών. Λίγα μόλις χρόνια μετά την εκτίμηση του Φουκογιάμα στο έργο του «Το Τέλος της Ιστορίας» ότι αυτές πλέον δεν θα αμφισβητηθούν από κανένα, η κρίση αυτή δικαίωσε την επιφυλακτική στάση αρκετών σοσιαλδημοκρατών που δεν υιοθέτησαν τις προτροπές του Τρίτου Δρόμου.

Η άκριτη προσχώρηση τμημάτων της σοσιαλδημοκρατίας στην άποψη για πλήρη απελευθέρωση των αγορών και περιορισμό του ρόλου του κράτους, τα χρόνια στα οποία εκδηλώθηκε η νέα φάση της παγκοσμιοποίησης, οδήγησε σε ουσιαστική αλλαγή της ταυτότητας της γεγονός που εξηγεί την προσέγγιση της με τον νεοφιλελευθερισμό.

Έτσι, από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 γίνεται ξανά συζήτηση για τον «φιλελεύθερο σοσιαλισμό». Σε αυτή τη φάση η νοηματοδότηση του σοσιαλισμού απέχει πολύ από τις κλασικές του θέσεις. Για παράδειγμα σοσιαλιστικά κόμματα σε πολλές χώρες δεν θεωρούν προτεραιότητά τους την υπεράσπιση του κόσμου της εργασίας, την παρέμβαση του κράτους στην οικονομία και την κοινωνική πρόνοια, απαρνιούνται μια πολιτική αλληλεγγύης που θα αποβλέπει στην προστασία των ατόμων, μια ευρεία αναδιανομή του πλούτου, ή την ανάγκη εξανθρωπισμού του καπιταλισμού κ.λπ.

Από πολιτική άποψη η όσμωση της σοσιαλδημοκρατίας με τον νεοφιλελευθερισμό δεν την βοήθησε εκλογικά. Ο Γερ. Μοσχονάς σε συνέντευξη του της 6ης Ιουνίου στην Εποχή αναφέρει τα εξής για τις εκλογικές επιδόσεις της σοσιαλδημοκρατίας: “Στις 13 δυτικοευρωπαϊκές χώρες που μετράω (εκτός Ελλάδας, Ισπανίας, Πορτογαλίας), η σοσιαλδημοκρατία σήμερα κατά μέσον όρο καταγράφει απώλειες περίπου 33% με 34% σε σχέση με το ποσοστό που είχε στη δεκαετία του 1950. Στις δε τρεις χώρες του Νότου οι απώλειες σήμερα, σε σχέση με τις επιδόσεις της δεκαετίας του 1980, είναι της τάξης του 44,5% κατά μέσον όρο…”.

Η αποδυνάμωση της ενίσχυσε είτε τα λαϊκιστικά κόμματα της Αριστεράς που κράτησαν μια πιο επιθετική στάση απέναντι στην παγκοσμιοποίηση και στην κυριαρχία των αγορών είτε τα λαϊκιστικά κόμματα της ακροδεξιάς για τους ίδιους λόγους αλλά και επειδή επαναφέρουν στο προσκήνιο της πολιτικής έναν ξεπερασμένο εθνικισμό και προτείνουν την εκδίωξη των μεταναστών.

Σήμερα για πολλούς η σχέση Σοσιαλδημοκρατίας και Πολιτικού Φιλελευθερισμού είναι αυτονόητη. Όμως η σοσιαλδημοκρατία -αν και όχι σε όλες τις εκδοχές της- κρατά μια στάση αντιπαλότητας απέναντι στον οικονομικό φιλελευθερισμό και στο πρόταγμα του για ελεύθερες και ανεξέλεγκτες αγορές.

Οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία οδηγούν σε ανανέωση του ενδιαφέροντος για τη σχέση αυτή και ο όρος σοσιαλφιλελευθερισμός χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις ιδέες της πολιτικής πλατφόρμας του νικητή των Προεδρικών εκλογών της Γαλλίας. Είναι δύσκολο να προδικάσει κανείς τι ακριβώς περιεχόμενο θα επιχειρήσει να προσδώσει ο Μακρόν στο Φιλελεύθερο Σοσιαλισμό. Είναι όμως σίγουρο, ότι θα απέχει πολύ από αυτό του Ροσέλι καθώς η πολιτική του πρόταση είναι πιο κοντά σε αυτή του Τρίτου Δρόμου. Αυτή δηλαδή που έφερε τα Σοσιαλιστικά κόμματα πιο κοντά στο νεοφιλελευθερισμό.

Στην Βρετανία αντίθετα η ανάληψη της ηγεσίας του Εργατικού Κόμματος από τον Κόρμπιν οδήγησε σε οριστική ρήξη με τις ιδέες του Τρίτου Δρόμου. Η πολιτική του πρόταση παραπέμπει πιο πολύ στις προγραμματικές προτάσεις της Σοσιαλδημοκρατίας της χρυσής περιόδου του εθνικού Κεϋνσιανισμού που έχει εγκαταλειφθεί από όλα τα Σοσιαλιστικά κόμματα από την δεκαετία του 1990.

Για τις ανάγκες της σημερινής συζήτησης ενόψει του Συνεδρίου της Δημοκρατικής Συμπαράταξης αποκτά ιδιαίτερη σημασία να αναζητήσουμε πως προσλαμβάνουν σήμερα τα ελληνικά κόμματα του δημοκρατικού σοσιαλισμού τη σχέση σοσιαλισμού και φιλελευθερισμού.

Ανατρέχοντας στις προγραμματικές θέσεις της ΔΗΜΑΡ προκύπτει ότι, η ΔΗΜΑΡ εμπνέεται από τα ιδεώδη του πολιτικού φιλελευθερισμού και αντιτίθεται στον κρατισμό και στο πελατειακό κράτος. Αντιπαρατίθεται στο νεοφιλελευθερισμό.

Ανάλογες απόψεις θα βρει κανείς στην πρόσφατη πολιτική εισήγηση για τη ΔΗ.ΣΥ. όπου είναι εμφανής η αναγνώριση της σχέσης μεταξύ Δημοκρατικού Σοσιαλισμού και Πολιτικού Φιλελευθερισμού. Το ίδιο ισχύει και με τα πρόσφατα καταστατικά κείμενα του ΠΑΣΟΚ.

Στα κείμενα του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών υπάρχει ευθεία αναφορά στη σχέση αυτή. Στην Πολιτική Εισήγηση που εγκρίθηκε πρόσφατα στην 3η Συνδιάσκεψη αναφέρονται τα εξής:

“Το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών εκφράζει ταυτόχρονα μια δέσμη αξιών που βασίζονται στις ζωντανές παραδόσεις του ανθρωπισμού, του διαφωτισμού, του πολιτικού φιλελευθερισμού και του δημοκρατικού σοσιαλισμού».

Τέλος σε ότι αφορά τη θέση για το νεοφιλελευθερισμό αναφέρονται τα εξής:

“Συγκροτούμε μέτωπο απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό, και κυρίως, απέναντι στις παλιές και νέες ανισότητες που αυτός παράγει. Μέτωπο στη λογική ότι οι αγορές οδηγούν στα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα παραβλέποντας ότι την ώρα που παράγεται τόσος πλούτος οι ανισότητες φτάνουν σε πρωτόγνωρα επίπεδα για την σύγχρονη εποχή».

Συμπερασματικά, σε μια περίοδο ανασύνταξης του χώρου του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού στην Ελλάδα η σχέση του με τον Πολιτικό Φιλελευθερισμό είναι περισσότερο καθαρή από οποιαδήποτε άλλη φορά στην ιστορία του. Οι αναφορές στις αξίες της Ανοικτής Κοινωνίας στα κείμενα της ΔΗ.ΣΥ. και του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών δεν είναι τυχαίες και δύσκολα θα τις έβρισκε κανείς στα πολιτικά κείμενα κομμάτων του χώρου στο παρελθόν.

Σήμερα, ο Δημοκρατικός Σοσιαλισμός στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι σε αναζήτηση νέας ταυτότητας για να εκφράσει τη συμμαχία των υγιών παραγωγικών δυνάμεων που παράγουν νέο πλούτο και αυτών που πλήττονται από την παγκοσμιοποίηση.

Για να το πετύχει δεν αρκεί να περιοριστεί στο όραμα ενός «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο». Την ώρα που ο ευάλωτος στον νεοφιλελευθερισμό «Τρίτος Δρόμος» κατέρρευσε, η Σοσιαλδημοκρατία καλείται σήμερα να επιδιώξει, σε ευρωπαϊκό πλέον επίπεδο, τον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων του καπιταλισμού και την καταπολέμηση των μεγάλων ανισοτήτων.

Αυτό θα το πετύχει αν αποδεχτεί εκ νέου την ανάγκη να ηγεμονεύει ιδεολογικά «το πρωτείο της πολιτικής» και να εργαστεί για να συγκροτηθούν υπερεθνικά όργανα οικονομικής διακυβέρνησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο στη βάση κοινών αξιών. Πολλά από τα σύγχρονα προβλήματα όπως η κλιματική αλλαγή, το μεταναστευτικό, η φοροαποφυγή των μεγάλων επιχειρήσεων, έχουν παγκόσμια διάσταση. Αν η σοσιαλδημοκρατία κάνει το λάθος να αναζητήσει τη λύση στα σύγχρονα προβλήματα εντός των εθνικών ορίων θα ηττηθεί και θα χαθεί.

Η πρόκληση σήμερα είναι να συγκροτήσει το νέο συμβιβασμό αυτή τη φορά ανάμεσα στο κράτος, την αγορά, τις γιγάντιες εταιρείες που μπορούν να επηρεάσουν επ’ ωφελεία τους τις αποφάσεις του κράτους και την κοινωνία των πολιτών. Στο βαθμό που θα ανταποκριθεί σε αυτή την πρόκληση η Σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη θα ξαναγίνει δύναμη ηγεμονική στο χώρο της κεντροαριστεράς για να προωθήσει την βιώσιμη ανάπτυξη και την κοινωνική δικαιοσύνη σε συνθήκες πολιτικής ασφάλειας.

Εισήγηση στο τραπέζι για τις μεταρρυθμίσεις στην 3η Συνδιάσκεψη Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών

Έχουν συμπληρωθεί επτά χρόνια από την ημέρα που η χώρα έχασε την πρόσβαση στις αγορές και υποχρεώθηκε σε αναγκαστικό δανεισμό υπογράφοντας το πρώτο μνημόνιο.

Στόχος, η αντιμετώπιση των μακροοικονομικών ανισορροπιών, η διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η αναδιάρθρωση της οικονομίας μέσω μεταρρυθμίσεων.

Η Ελλάδα σήμερα έχει υπογράψει το τρίτο μνημόνιο και παραμένει εκτός αγορών ενώ η ύφεση και η στασιμότητα των τελευταίων εννέα χρόνων είχαν ως αποτέλεσμα να χαθεί το 26% του ΑΕΠ και να καταστραφούν κατά τη διάρκεια της κρίσης πάνω από 1 εκατομ. θέσεις εργασίας.

Οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν αναγκαία συνθήκη προκειμένου η χώρα να βγει οριστικά από την κρίση.

Μεταρρυθμίσεις σε όλα τα επίπεδα, θεσμούς, λειτουργία πολιτικού συστήματος, δικαιοσύνη, αγορά προϊόντων και υπηρεσιών, εργασιακές σχέσεις.

Στη δημόσια συζήτηση οι μεταρρυθμίσεις έχουν χρωματιστεί αρνητικά. Ταυτίζονται αποκλειστικά με περικοπές μισθών και συντάξεων ή κοινωνικών επιδομάτων, αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις σε βάρος των δικαιωμάτων των εργαζομένων, γενικά με αλλαγές που στην πράξη οδηγούν σε επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών, σε ανασφάλεια και αβεβαιότητα.

Αυτό υπήρξε το συνδυαστικό αποτέλεσμα αφενός της απουσίας ουσιαστικής συζήτησης για το πώς η χώρα οδηγήθηκε στην κρίση και αφετέρου συγκεκριμένων οργανωμένων προσπαθειών να απαξιωθεί η έννοια της μεταρρύθμισης και να χαθεί η κοινωνική στήριξη ακόμη και σε αλλαγές τις οποίες η κοινωνία είχε αποδεχτεί ότι είναι αναγκαίες.

Ακόμα και σήμερα δεν έχει συζητηθεί επαρκώς αν την κρίση την προκάλεσε η απουσία μεταρρυθμίσεων στο νέο περιβάλλον που συνδιαμόρφωναν η συμμετοχή στην ΟΝΕ και η παγκοσμιοποίηση.

Ούτε συζητήθηκε ουσιαστικά τι σήμαινε η άνοδος του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών στο 14% του ΑΕΠ το 20007. Δεν συζητήθηκε με ποια εργαλεία μια χώρα, μέλος της ευρωζώνης που δεν έχει στη διάθεσή της το εργαλείο της υποτίμησης, μπορούσε να διορθώσει την ανισορροπία αυτή.

Επιπλέον, δεν συζητήθηκε ποια είναι η στόχευση των επιμέρους μεταρρυθμίσεων. Ποιοι  ωφελούνται και ποιοι ζημιώνονται από αυτές και εάν τελικά  υπάρχει άλλος τρόπος επίλυσης των προβλημάτων χωρίς μεταρρυθμίσεις.

Πολλοί μεταξύ των οποίων και ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ Blanchard έχουν υποστηρίξει ότι η Ελλάδα δεν κατάφερε να βγει από την κρίση γιατί δεν προχώρησε στην εφαρμογή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων έγκαιρα και αποφασιστικά.

Η άποψη αυτή δεν υποστηρίζεται από τα στοιχεία του ΟΟΣΑ και άλλων οργανισμών σύμφωνα με τα οποία η Ελλάδα προχώρησε με ικανοποιητικούς ρυθμούς στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων την περίοδο 2010-2012 και στη συνέχεια μέχρι και το 2014. Σύμφωνα με τους σχετικούς δείκτες του ΟΟΣΑ την τελευταία διετία η πρόοδος στις μεταρρυθμίσεις έχει υποχωρήσει έναντι της προηγούμενης περιόδου.

Παρά την πρόοδο που έχει καταγράψει η χώρα, η ανάγκη σήμερα για να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις, που θα απελευθερώσουν τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας και θα αποδυναμώσουν μέχρι την οριστική του κατάρρευση το πελατειακό κράτος που ευθύνεται για την κρίση και κατάρρευση της οικονομίας, είναι αναγκαίες περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

Η ανάγκη για αλλαγές στη χώρα δεν αποτελεί σημερινό ζητούμενο. Ήδη από το 2009 το κεντρικό μας σύνθημα ήταν «ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε».

Οι αλλαγές που δρομολογήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια και επηρέασαν την καθημερινότητα του πολίτη δεν έγιναν ούτε εύκολα ούτε χωρίς αντιστάσεις.

Υπήρχαν οργανωμένες ομάδες αντίστασης που υπερασπιζόντουσαν τα προνόμια τους μέσω των οποίων διασφάλιζαν με αδιαφανή τρόπο προσόδους σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Η έξοδος από την κρίση και η θεμελίωση μιας Ελλάδας της ευημερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης που δίνει νέες ευκαιρίες σε όλους τους πολίτες της πρέπει να αποτελέσει την στρατηγική μας στόχευση.

Σε αυτή την προσπάθεια χρειαζόμαστε τη στήριξη της κοινωνίας.