Μηνιαίο ΑρχείοΔεκέμβριος 2017

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη

Ερ. Η κυβέρνηση πανηγυρίζει ότι σε εννιά μήνες από σήμερα η χώρα επιτέλους επανακτά τον έλεγχο της μοίρας της, και θα ήθελε το πολιτικό αφήγημα της επόμενης ημέρας να συνδεθεί με μια «καθαρή» έξοδο. Εξηγήστε μας τι σημαίνει «καθαρή» έξοδος, και γιατί η πλειοψηφία των αναλυτών τη θεωρεί αδύνατη;

Όταν το 2010 η χώρα έχασε την πρόσβαση στις αγορές και κατέφυγε αναγκαστικά στους θεσμικούς δανειστές αποδέχτηκε την δανειοδότηση αναλαμβάνοντας δεσμεύσεις. Ότι θα εφάρμοζε τις αναγκαίες πολιτικές για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των δίδυμων ελλειμμάτων και να σταθεροποιήσει το τραπεζικό της σύστημα. Η πρόοδος στην υλοποίηση αυτών των πολιτικών αξιολογούνταν κάθε τρίμηνο και μετά από κάθε θετική αξιολόγηση εκταμιεύονταν τα προγραμματισμένα ποσά.

Οι δανειστές πλέον δεν θέλουν να συνεχίσουν να δανείζουν την Ελλάδα μετά τον Αύγουστο του 2018. Επομένως η χώρα είτε θα επιδιώξει να καλύπτει τις ανάγκες της αποκλειστικά από τις αγορές, κάνοντας μια «καθαρή» έξοδο όπως προτείνει η κυβέρνηση, είτε θα διεκδικήσει μια προληπτική γραμμή πίστωσης που θα συνοδεύεται ξανά από δεσμεύσεις. Στην προληπτική αυτή γραμμή θα μπορεί να προσφύγει η χώρα αν οι αγορές δεν την δανείζουν με χαμηλό επιτόκιο.

Πολλοί θεωρούν ότι η Ελλάδα δεν είναι ακόμη έτοιμη  για «καθαρή» έξοδο είτε γιατί δεν έχει ολοκληρώσει τις μεταρρυθμίσεις είτε γιατί δεν έχει εξασφαλίσει ποιες θα είναι οι αποφάσεις των Ευρωπαίων για το χρέος.

Ερ. Σύμφωνοι, αλλά η Deutche Bank θεωρεί ότι το ερώτημα δεν είναι αν η έξοδος θα είναι «καθαρή» ή «υποβοηθούμενη» (σ.σ.: πιστοληπτική γραμμή και νέο MOU), αλλά αν θα είναι «άτακτη» (messy) ή «συνεργατική» (co-operative). Τι σημαίνει το ένα και τι το άλλο;

Οι αναλυτές της Deutche Bank εκτιμούν ότι η κυβέρνηση για καθαρά πολιτικούς λόγους θα επιλέξει την “καθαρή” έξοδο για να εξασφαλίσει ελευθερία κινήσεων στην οικονομική της πολιτική μέχρι τις εκλογές. Στη δημοσιονομική όμως πολιτική έχει ήδη δεσμευτεί ότι η χώρα μέχρι το 2022 θα έχει πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ. Μετά και έως το 2060 η χώρα θα πρέπει να διατηρήσει πρωτογενή πλεονάσματα λίγο πάνω από το 2% του ΑΕΠ.

Άρα το ερώτημα είναι αν η κυβέρνηση μετά τον Αύγουστο του 2018 θα επιλέξει να «ξηλώσει» το πουλόβερ των μεταρρυθμίσεων και να μην εφαρμόσει αυτά που έχει ψηφίσει για περικοπή συντάξεων και αφορολόγητο.

Οι αναλυτές της τράπεζας εκτιμούν ότι τελικά η κυβέρνηση θα επιλέξει να είναι συνεργάσιμη. Διότι έτσι θα εξασφαλίσει τις ευρωπαϊκές αποφάσεις για το χρέος και θα εξασφαλίσει πρόσβαση στις αγορές με χαμηλά επιτόκια δανεισμού.

Ερ. Το να επιλέξει η κυβέρνηση να είναι συνεργάσιμη, δεν μοιάζει με αυτό που χαρακτηρίζεται ως «υβριδική» έξοδος; Δεν συνεπάγεται δηλαδή μια μέτρια και κλιμακωτή ελάφρυνση του χρέους, υπό τον όρο φυσικά η Ελλάδα να δεσμευθεί για συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα μεταρρυθμίσεων;

Πρακτικά ναι. Ο μόνος τρόπος που έχουν οι δανειστές για να δεσμεύσουν την παρούσα κυβέρνηση αλλά και τις επόμενες, είναι μέσω των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους τα οποία θα ενεργοποιούνται υπό την προϋπόθεση ότι η χώρα θα υλοποιεί τις μεταρρυθμίσεις.

Ερ. Πιστεύετε ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα πάρουμε τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, μετά τον Αύγουστο του 2018; Και αν ναι, αυτό θα συμβεί, μόνο εφόσον έχουμε ως τότε καταφέρει να φέρουμε σε πέρας το «βουνό» των μεταρρυθμίσεων (π.χ. ιδιωτικοποιήσεις) που αναφέρει το συμπληρωματικό μνημόνιο;

Οι όποιες αποφάσεις για το χρέος θα έρθουν μετά τον Αύγουστο του 2018. Η πρόοδος στην υλοποίηση των υποχρεώσεων για την επόμενη αξιολόγηση θα παίξει καθοριστικό ρόλο. Ειδικά σε αυτές που αφορούν το πρόγραμμα των αποκρατικοποιήσεων, αφού τα έσοδα από αυτές επηρεάζουν την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους και δίνουν ένα θετικό μήνυμα στις αγορές ότι η Ελλάδα είναι ένας αξιόπιστος επενδυτικός προορισμός. Εδώ όμως θα πρέπει ο κ. Τσίπρας να ξεπεράσει τις εσωκομματικές αντιδράσεις.

Ερ. Τι θα συμβεί άραγε αν δεν μπορέσουμε να υλοποιήσουμε ως τότε όλες αυτές τις μεταρρυθμίσεις; Μήπως οι δανειστές βρουν ένα «πάτημα» στην αποτυχία μας, ώστε να αναστείλουν για το απώτερο μέλλον τα μέτρα για το χρέος;

Είναι προφανές ότι οι ευρωπαϊκές χώρες θα συμφωνήσουν με τα μέτρα ελάφρυνσης, μόνο εφόσον η Ελλάδα συνεισφέρει στη μείωση του χρέους με τα έσοδα από τις  αποκρατικοποιήσεις. Επομένως, αν η Ελλάδα δεν ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις της είναι πολύ πιθανό να υπάρξουν καθυστερήσεις ή και αναβολή στις αποφάσεις των δανειστών για  την ελάφρυνση του χρέους.

Ερ. Πιστεύετε ότι ο κ. Τσίπρας μπορεί να δελεαστεί να πάει τελικά σε μια «άτακτη» (messy) έξοδο;

Τα αποτελέσματα της «άτακτης» διαπραγμάτευσης κατά την περίοδο Ιανουαρίου – Αυγούστου 2015 τα γνωρίζει από πρώτο χέρι ο Πρωθυπουργός όπως και κάθε πολίτης. Τα δύο χρόνια ύφεσης, η καθυστερημένη μετάβαση στην ανάπτυξη, με μια επίδοση περίπου στο 1,3%, πολύ πιο κάτω από την πρόβλεψη του 2,7% για το 2017, είναι αποτελέσματα αυτής της «άτακτης» διαπραγμάτευσης.

Αυτή οδήγησε στο κλείσιμο των τραπεζών, στη μαζική διαρροή καταθέσεων, στην οριστική απώλεια για το Δημόσιο περιουσίας 20 δισ. ευρώ από τις μετοχές των τραπεζών, στην απώλεια ΑΕΠ και εισοδημάτων, όπως και στην καθυστέρηση μείωσης της ανεργίας.

Μπορεί λοιπόν ο πρωθυπουργός να επιχειρήσει μια «άτακτη» έξοδο αλλά στις επόμενες εκλογές δεν θα έχει ούτε την τύχη, ούτε την επίδοση που εξασφάλισε στις εκλογικές αναμετρήσεις από τον Μάιο του 2014 και μετά. Επιπρόσθετα στις επόμενες εκλογές θα έχει να αντιμετωπίσει την ανασυγκροτημένη και ενωμένη κεντροαριστερά, η οποία θα επιδιώξει να ανακτήσει πρωταρχικό ρόλο στη πολιτική ζωή της χώρας.

Ερ. Βέβαια έως το 2020 οι λήξεις ομολόγων που πρέπει να αποπληρωθούν είναι σχετικά μικρές, (ανέρχονται σε κάτι παραπάνω από 10 δισ. ευρω). Από ποια χρονιά ξεκινούν οι δυσκολίες στις αποπληρωμές, από το 2022 και μετά;

Ουσιαστικά το 2022 η χώρα θα αντιμετωπίσει την πρώτη δυσκολία σε ότι αφορά την αναχρηματοδότηση της. Για αυτό και είναι κρίσιμο να μην δανείζεται μόνο σε χρονικό ορίζοντα τριετίας ή πενταετίας, καθώς αυτό θα καταστήσει ακόμη δυσκολότερη την αναχρηματοδότηση από τις αγορές μετά το 2022.

Ερ. Κάποτε ο ΣΥΡΙΖΑ αποκαλούσε «τοκογλυφικά» τα επιτόκια με τα οποία δανείζουν οι δανειστές. Τώρα, που θα τελειώσει το μνημόνιο, και θα πρέπει να απευθυνθούμε ξανά στις αγορές πως θα είναι τα επιτόκια;

Αν τα επιτόκια με τα οποία μας δάνειζαν οι θεσμικοί δανειστές ήταν «τοκογλυφικά» τώρα με την «καθαρή» έξοδο θα πρέπει η κυβέρνηση να επιδιώξει να δανειστεί με ακόμη χαμηλότερα επιτόκια από αυτά των δανειστών.

Αν δεν τα καταφέρει θα περιμένω να ακούσω τα επιχειρήματά τους για να δικαιολογήσουν γιατί η χώρα δανείζεται με τόσο υψηλά επιτόκια. Τα οποία δεν θα είναι απλά υψηλότερα από τα φερόμενα ως «τοκογλυφικά» των δανειστών, αλλά υψηλότερα και από αυτά με τα οποία δανείζονται άλλες χώρες που ήταν σε μνημόνια και τώρα μετά την επιτυχή έξοδο τους στις αγορές δανείζονται με πολύ χαμηλά επιτόκια.

Εμείς ξέρουμε ότι για το υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου θα ευθύνεται η αναξιοπιστία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Για αυτό, και μετά τις εκλογές η εθνική συνεννόηση είναι αναγκαία προϋπόθεση για την οριστική και ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση.

Στην παρουσίαση του βιβλίου του Θ. Στάθη «Αναζητώντας Πρότυπο Δημοκρατίας για το Σήμερα» Λάρισα, 7 Δεκεμβρίου 2017

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές της σημερινής εκδήλωσης για την πρόσκληση να παρουσιάσω το βιβλίο του συντοπίτη μας και φίλου πρώην Υπουργού και Βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Θ. Στάθη.

Το θέμα του βιβλίου «Αναζητώντας Πρότυπο Δημοκρατίας για το σήμερα» είναι από τα πλέον επίκαιρα καθώς για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία η Δημοκρατία αμφισβητείται τόσο έμπρακτα ακόμη και σε χώρες με μακρά κοινοβουλευτική παράδοση.

Η εξέλιξη αυτή έρχεται ως επακόλουθο της ανατροπής της μεταπολεμικής πολιτικής ισορροπίας, που στηρίχτηκε στην εναλλαγή στην εξουσία των σοσιαλδημοκρατών κομμάτων με τα συντηρητικά.

Μετά την πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση, τα σοσιαλιστικά κόμματα στην Ευρώπη χάνουν συνεχώς δυνάμεις. Κερδισμένα βγαίνουν λαϊκιστικά κόμματα κυρίως της άκρας Δεξιάς ή ακόμη και της ριζοσπαστικής αριστεράς, τα οποία προσελκύουν πρώην ψηφοφόρους των σοσιαλιστών που νιώθουν αποκλεισμένοι εξαιτίας της πρόσφατης κρίσης και της παγκοσμιοποίησης.

Τα σοσιαλιστικά κόμματα που στάθηκαν θετικά απέναντι στην παγκοσμιοποίηση υποτίμησαν τον ρόλο του εθνικού κράτους να θεσπίζει κανόνες για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών και την προστασία των καταναλωτών και να χαράζει πολιτικές που στηρίζουν αυτούς που πλήττονται από τις οικονομικές ανακατατάξεις.

Έτσι, οι λαϊκιστές βρήκαν ευήκοα ώτα προωθώντας ως λύση στα σύνθετα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα τον πολιτικό και οικονομικό εθνικισμό και την ξενοφοβία.

Δεν είναι λοιπόν συμπτωματικό ότι μεταξύ των νέων πολιτών αρχίζουν να κερδίζουν έδαφος αυταρχικές απόψεις και μια απαξίωση της πολιτικής και της δημοκρατίας.

Ο συγγραφέας σπεύδει  στο ξεκίνημα του βιβλίου να μας επισημάνει ότι η έμμεση αντιπροσωπευτική δημοκρατία πολύ λίγη σχέση έχει με την άμεση δημοκρατία της Αρχαίας Αθήνας η οποία όπως επισημαίνει ήταν πραγματική δημοκρατία.

Εκφράζει πολλές επιφυλάξεις για τον τρόπο λειτουργίας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας πριν και μετά την κρίση. Ιδιαίτερα για τον τρόπο συγκρότησης κυβερνήσεων που προκύπτουν από ένα εκλογικό σύστημα το οποίο δεν είναι αναλογικό και πριμοδοτεί το πρώτο κόμμα με το bonus των 40 εδρών.

Κάτι που όπως επισημαίνει οδηγεί σε στρέβλωση της βούλησης των πολιτών. Παρά τις επιφυλάξεις του αναγνωρίζει ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι πολύ καλύτερη σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο σύστημα διακυβέρνησης, αφού η τελευταία διασφαλίζει κάποιες ελευθερίες που άλλα συστήματα απορρίπτουν.

Όμως ο συγγραφέας δεν αρκείται σε διαπιστώσεις για τα κακώς κείμενα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Προχωρά στην διατύπωση προτάσεων με στόχο τη αναμόρφωση του τρόπου λειτουργίας της Δημοκρατίας, προσπαθώντας να οριοθετήσει ένα πρότυπο για το σήμερα.

Θα επικεντρωθώ λοιπόν σε ορισμένες από τις προτάσεις που διατυπώνει για να τις αξιολογήσω ως προς τη λειτουργικότητα αλλά και την αποτελεσματικότητά τους. Διότι κρίσιμο κριτήριο για την αποδοχή μιας πρότασης είναι να επιλύει τα υπάρχοντα προβλήματα χωρίς να δημιουργεί περισσότερα.

Ένα ερώτημα που θέτει ο συγγραφέας είναι αν η σημερινή δημοκρατία μπορεί να στραφεί στο αρχαιοελληνικό πρότυπο προκειμένου να υπηρετήσει το στόχο της ευημερίας των πολιτών;

Η πρόταση του για μια τέτοια άμεση συμμετοχή είναι ευκταία, συμπληρωματικά προς τους θεσμούς της  αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Αρκεί να μην τους υποκαθιστά αλλά και να μην δημιουργεί αυταπάτες.

Διότι ακόμη και αν με τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας είχαμε τη δυνατότητα να διασφαλίζουμε αποφάσεις για όλα τα ζητήματα με άμεση ψηφοφορία των πολιτών αυτό δεν θα βοηθούσε ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες της παγκοσμιοποίησης αλλά και της συμμετοχής στην Ε.Ε. και στην Ευρωζώνη.

Πολλά ζητήματα που μας αφορούν συζητούνται και αντιμετωπίζονται με επιλογές που γίνονται έξω από τα  εθνικά όρια σε φόρα όπου συμμετέχουν  εκπρόσωποι της χώρας. Κάποια άλλα όμως αποφασίζονται εκτός Ευρώπης. Ακόμη και σήμερα μετά την κρίση δεν έχουμε ένα σύστημα παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης όπου θα μπορούσαν να λυθούν πολλά προβλήματα με παγκόσμια διάσταση.

Οι πρόσφατες αποκαλύψεις που αφορούν τους φορολογικούς παραδείσους είναι ένα παράδειγμα. Σε συνθήκες πλήρους ελευθερίας των κεφαλαίων οι πλούσιοι αναζητούν νόμιμους ή μη τρόπους για να αποφύγουν την φορολόγηση. Αυτό διαρρηγνύει το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο της Ευρώπης όπου η προοδευτική φορολόγηση κερδών και υψηλών εισοδημάτων εξασφάλιζε τους αναγκαίους πόρους σε εθνικό επίπεδο για να στηρίξουν πολιτικές για την υγεία, παιδεία, πρόνοια.

Την αδυναμία αυτή την αναγνωρίζει ο συγγραφέας όταν αναφέρεται στο θέμα της επιβολής του φόρου Tobin αλλά η πρόταση του δεν θα βρει σύντομα ευήκοα ώτα ακόμη και αν απαγορεύσουμε εισαγωγές από τους φορολογικούς παραδείσους. Η αλήθεια είναι ότι ακόμη και με την απαγόρευση θα συνεχίσουν να υπάρχουν φορολογικοί παράδεισοι.

Εξίσου καθοριστική για την αναμόρφωση της δημοκρατίας είναι η επισήμανση του για την ανάγκη εφαρμογής των νόμων. Προφανώς ο ίδιος έχοντας διατελέσει νομοθέτης γνωρίζει ότι στην Ελλάδα άλλο πράγμα η νομοθεσία και άλλο η εφαρμογή.

Όταν στο ξεκίνημα της κρίσης συναντήθηκα με τον Ιταλό πρώην Υπουργό Τομάσσο Παντόα Σιόππα και του περιέγραψα τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ το 2010 για να αντιμετωπίσει τα πολλαπλά οικονομικά προβλήματα που οδήγησαν στην κρίση αλλά και άλλα, όπως η έλλειψη αξιοπιστίας από την αποστολή ψευδών στοιχείων στην Eurostat –για Statistical fraud μιλά η Έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου- γνωρίζοντας την Ελληνική αλλά και την Ιταλική πραγματικότητα μου απάντησε στωικά: “My young economist legislation is not implementation”.

Χρειάστηκε να μεσολαβήσει κάποιο διάστημα για να συνειδητοποιήσω ότι η δημόσια διοίκηση ήταν σε πολλές περιπτώσεις ανέτοιμη ή αντίθετη στην εφαρμογή των νόμων. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι «νομοθετούσαν» ερήμην της βουλής.

Η αντίσταση στην εφαρμογή των νόμων δεν οφείλεται στο ότι σε πολλές περιπτώσεις έχουν οικονομικό κόστος. Τι οικονομικό κόστος έχει η εφαρμογή της νομοθετικής πρόβλεψης για απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους;

Ότι και αν νομοθετήσει η βουλή, αν δεν υπάρχει Δικαιοσύνη που να λειτουργεί για να τιμωρεί παραβιάσεις του νόμου δεν πρόκειται να προχωρήσει ούτε η χώρα ούτε η αναμόρφωση της Δημοκρατίας. Αλλά και αν βελτιωθεί η λειτουργία της Δικαιοσύνης δεν μπορεί να έχεις έναν αστυνομικό σε κάθε δημόσιο χώρο για να ελέγχει την απαγόρευση καπνίσματος ή την έκδοση απόδειξης. Είναι καθήκον των πολιτών να αποδέχονται τους νόμους και να τους εφαρμόζουν.

Αν σε αυτές τις επισημάνσεις προσθέσει κάποιος την πολυνομία σε συνδυασμό με τις συνεχείς αλλαγές των νόμων μπορεί να κατανοήσει γιατί η Ελλάδα δύσκολα θα γίνει ελκυστική χώρα για επενδύσεις όταν όλοι αναγνωρίζουν ότι αυτή είναι η αναγκαία προϋπόθεση για την οριστική έξοδο από την κρίση.

Τα τελευταία χρόνια πολλοί οικονομολόγοι έχουν επισημάνει το θετικό ρόλο που διαδραματίζουν οι θεσμοί στην επίτευξη της οικονομικής ευημερίας. Η άποψη τους είναι ότι χώρες με ανοικτούς οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς είναι κατά τεκμήριο αυτές που εξασφαλίζουν ικανοποιητικό επίπεδο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

Η Ελλάδα από τη σύσταση της χαρακτηρίζεται από ένα θεσμικό έλλειμμα. Όχι γιατί δεν είχε φωτισμένες πολιτικές ηγεσίες που θα έφερναν χρήσιμους θεσμούς στην Ελλάδα. Το αντίθετο τέτοιες ηγεσίες υπήρξαν αρκετές στην ιστορική πορεία της χώρας. Οι περισσότεροι από τους μεταρρυθμιστές πολιτικούς ηγέτες προωθούσαν θεσμικές μεταρρυθμίσεις που δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας εξελικτικής διαδραστικής διεργασίας στην κοινωνία και την οικονομία με αποτέλεσμα στις περισσότερες περιπτώσεις να παραμείνουν κενές περιεχομένου ή να μην παράγουν τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Η ενίσχυση της Δημοκρατίας προϋποθέτει όπως τονίζει ο συγγραφέας την ενίσχυση της συμμετοχής. Αλλά η πραγματικότητα κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μεταξύ Μαΐου 2012 και Σεπτεμβρίου 2015 το ποσοστό συμμετοχής στις εθνικές εκλογές μειώθηκε από το 65% στο 56%. Η απαξίωση της πολιτικής στα μάτια των πολιτών ως του προνομιακού χώρου επίλυσης των προβλημάτων οδηγεί σε αυτή την εκλογική συμπεριφορά τους.

Το ερώτημα λοιπόν που ανακύπτει είναι: αν αλλάξουμε τον τρόπο λειτουργίας της Δημοκρατίας και των κομμάτων – γιατί η Δημοκρατία αφορά και τη λειτουργία των κομμάτων που είναι εξ ορισμού πυλώνες της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας –  θα αυξηθεί η συμμετοχή; Η άποψη μου είναι πως ναι.

Οι πολίτες πρέπει να αισθάνονται ότι η άποψη τους μετράει και μπορούν να συνδιαμορφώνουν τις προγραμματικές θέσεις του κόμματος τους. Αν μη τι άλλο αυτό φαίνεται να είναι ένα πρώτο μικρό αλλά χρήσιμο συμπέρασμα που μπορεί να βγάλει κανείς από τις διεργασίες στο Βρετανικό Εργατικό κόμμα.

Κρίσιμο θεωρεί ο συγγραφέας το ρόλο των ΜΜΕ. Με βρίσκει αντίθετο η πρόταση του για τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης αρχής η οποία θα παράγει ανεξάρτητες και ιδεολογικά ουδέτερες ειδήσεις. Διότι ακόμη και το τι θα καταγραφεί ή όχι είναι θέμα του δημοσιογράφου όπως και η οπτική γωνία που θα το προσεγγίσει. Επομένως η ανεξάρτητη αρχή δεν λύνει το πρόβλημα παράγοντας αλλά εποπτεύοντας απλώς τις ειδήσεις, ώστε να πληρούνται, έστω και στοιχειωδώς, οι συνταγματικές αρχές της ισότητας της αντικειμενικότητας και της ποιότητας.

Άλλωστε σήμερα τα ΜΜΕ δεν έχουν τη δύναμη που είχαν στο παρελθόν ούτε επηρεάζουν τη γενιά των μιλενιούμς που εξαντλεί την ενημέρωση της από τα ηλεκτρονικά μέσα. Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει πόσο ανεξέλεγκτα είναι αυτά αλλά και το ρόλο που έχουν διαδραματίσει τα fake news στη διαμόρφωση απόψεων και ειδικά στη διακίνηση αυταρχικών και αντιδημοκρατικών αντιλήψεων ή πως μπόρεσαν να επηρεάσουν εκλογές σε πολλές χώρες.

Κλείνω χωρίς να έχω εξαντλήσει όλα τα θέματα που αναπτύσσονται  στο βιβλίο με την πρόταση του συγγραφέα για το εκλογικό σύστημα αλλά και τον τρόπο εκλογής των βουλευτών. Ο συγγραφέας είναι υπέρ της απλής αναλογικής. Αυτή έχει θεσπιστεί. Το πρόβλημα είναι ότι σε μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου δεν υπάρχει κουλτούρα ευρύτερων συναινέσεων θα είναι δύσκολη η συγκρότηση κυβερνήσεων.  Αυτή η έλλειψη συναινετικής διάθεσης μεταξύ των κομμάτων εξηγεί γιατί είμαστε η μόνη χώρα σε κρίση και σε μνημόνια από το 2010 ακόμη όταν όλες οι άλλες που έχουν σχετική κουλτούρα βγήκαν από αυτά σε λιγότερο από τρία χρόνια. Δεν ξέρω λοιπόν πως θα λυθεί το πρόβλημα συγκρότησης κυβέρνησης αν δεν μπορούν να συγκροτηθούν συμμαχικές κυβερνήσεις.

Προτείνει ο συγγραφέας το μπόνους των εδρών να δίνεται στα κόμματα που θα δεχτούν μετά τις εκλογές να συγκροτήσουν κυβέρνηση. Το ορθότερο κατ’ εμένα είναι το μπόνους να το παίρνουν τα κόμματα τα οποία έχουν δηλώσει εκ των προτέρων με ποιον θα συνεργαστούν για να ξέρει και ο ψηφοφόρος τι ακριβώς ψηφίζει.

Τέλος, ο συγγραφέας είναι κατά του σταυρού προτίμησης γιατί σωστά επισημαίνει ότι αυτός ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την ανάπτυξη και διατήρηση του πελατειακού κράτους που μας οδήγησε στην κρίση. Η κατάργηση του σταυρού σήμερα έχει ευρύτερη αποδοχή. Αλλά δεν θεωρώ λειτουργική την πρόταση του για επιλογή των προσώπων που θα καταλάβουν τη βουλευτική έδρα από την ηγεσία του κόμματος ακόμη και αν γίνεται με κλήρωση από μια λίστα. Τα κόμματα πρέπει να εδραιώσουν τις δημοκρατικές διαδικασίες στο εσωτερικό τους και να προκρίνονται μέσω αυτών οι υποψήφιοι.

Ακόμη και αν κάποιος διαφωνεί με τις προτάσεις που διατυπώνει ο συγγραφέας για τα θέματα που θίγει δύσκολα θα διαφωνήσει με τις επισημάνσεις του για τα κακώς κείμενα και την αναγκαιότητα να αντιμετωπίσουμε πολλά από τα προβλήματα που μας οδήγησαν στην μεγαλύτερη οικονομική και κοινωνική κρίση που γνώρισε η χώρα μας μετά τον πόλεμο.  Εύχομαι να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο σου.