Μηνιαίο ΑρχείοΙανουάριος 2018

Άρθρο στην «ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ» Δημοσιεύθηκε την Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

Η δημοσιοποίηση έκθεσης του 2009 της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), είχε ως αποτέλεσμα να τεθούν στη δημόσια συζήτηση κρίσιμα ερωτήματα, που αφορούν το παρελθόν αλλά και την ασφαλή  πορεία της Χώρας μετά το πέρας του τρίτου μνημονίου. Οι προβληματισμοί  εκκινούν με το ερώτημα αν στη χώρα και στην Ευρώπη υπήρχαν μηχανισμοί έγκαιρης προειδοποίησης για την ύπαρξη μεγάλων οικονομικών ανισορροπιών. Αν ναι, γιατί απέτυχαν να οδηγήσουν στην έγκαιρη αντιμετώπιση του προβλήματος; Έχουν καλυφθεί επαρκώς τα θεσμικά ελλείμματα στους μηχανισμούς έγκαιρης προειδοποίησης, ώστε να μην επαναληφθεί στο μέλλον ανάλογος οικονομικός εκτροχιασμός;

Μέχρι τον Οκτώβριο του 2009 το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (ΓΛΚ) κατάρτιζε και παρακολουθούσε τον προϋπολογισμό του Κράτους και όχι της Γενικής Κυβέρνησης που περιλαμβάνει οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, κοινωνικής ασφάλισης και ΔΕΚΟ. Αυτό σημαίνει ότι ο Υπουργός Οικονομικών είχε εικόνα της πορείας των οικονομικών της Γενικής Κυβέρνησης, με καθυστέρηση μηνών καθώς δεν είχε έγκαιρα εικόνα για τα οικονομικά των ασφαλιστικών ταμείων. Το ΓΛΚ δημοσιοποιούσε μηνιαία δελτία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού. Η ΤτΕ δημοσιοποιούσε μηνιαία στοιχεία σε ταμειακή βάση. Η ενημέρωση της Βουλής γινόταν από τον Υφυπουργό Οικονομικών στην Επιτροπή Ισολογισμού Απολογισμού και αφορούσε τον Προϋπολογισμό του Κράτους και όχι της Γενικής Κυβέρνησης.

Άρα, η εικόνα για τη δημοσιονομική πορεία της Χώρας εξαρτιόταν αποκλειστικά από την πληροφόρηση που παρείχε η Κυβέρνηση και αυτή που υπήρχε στην Ετήσια Έκθεση του Διοικητή της ΤτΕ και στις δυο εξαμηνιαίες εκθέσεις νομισματικής πολιτικής.

Τον Ιούνιο του 2009, με εντολή Υπουργού, σταμάτησε η έκδοση του μηνιαίου δελτίου του ΓΛΚ! Στην κριτική της αξιωματικής αντιπολίτευσης στις ευρωεκλογές του Ιουνίου ότι η πορεία της Χώρας ήταν εκτός ελέγχου, η ΝΔ απάντησε με το διαφημιστικό σπoτ για τα «πράσινα παπαγαλάκια». Λίγους μήνες νωρίτερα, Πρωθυπουργός και Υπουργός Οικονομικών είχαν διαβεβαιώσει δημόσια τους πολίτες ότι η ελληνική οικονομία ήταν «θωρακισμένη».

Σε συνάντηση που έγινε τον Σεπτέμβριο του 2009, ο Διοικητής της ΤτΕ,  είχε ενημερώσει προφορικά τον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ ότι το έλλειμμα μπορεί να φτάσει σε διψήφιο ποσοστό.  Ο Πρωθυπουργός  στην Έκθεση Θεσσαλονίκης είπε ότι θα ληφθούν μέτρα εφαρμοστέα όμως από τον Ιανουάριο του 2010.

Στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2009 στο γραφείο του Υπουργού Οικονομικών κ. Παπακωνσταντίνου, στην οποία παραβρέθηκα, ο Διοικητής της ΤτΕ μας ενημέρωσε, και εξερχόμενος από τη συνάντηση δήλωσε και δημόσια, ότι το έλλειμμα μπορεί να φτάσει το 12% του ΑΕΠ. Δεν μας δόθηκε η έκθεση που δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα.

Σε ό,τι αφορά τους ευρωπαϊκούς θεσμούς η Ε.Ε. είχε θέσει την Ελλάδα σε επιτήρηση από τον Απρίλιο του 2009. Η Κυβέρνηση της ΝΔ τον Ιούνιο, ανακοίνωσε μέτρα. Την πρακτική τους αξία αμφισβητούσε η έκθεση της ΤτΕ. Όπως επίσης και η ΕΕ, σε σημείωμα της για το Eurogroup του Ιουλίου του 2009, επίσης μη δημοσιοποιημένο πριν τις εκλογές. Σ’ αυτό υπήρχε η εκτίμηση  ότι το έλλειμμα της Ελλάδας μπορεί να φτάσει το 10%.

Το πρόβλημα της ποιότητας  των στατιστικών στοιχείων της ΕΣΥΕ ήταν γνωστό, κάτι που επισημαίνει η έκθεση της ΤτΕ, λέγοντας ότι οι εκτιμήσεις για το έλλειμμα και το χρέος του 2009 που έστειλε η κυβέρνηση της Ν.Δ. στις 2 Οκτωβρίου «ήταν εκτός πραγματικότητας». Ενώ ανακριβή ήταν και τα απολογιστικά στοιχεία για το 2008. Στατιστικές απάτης τα χαρακτήρισε η έκθεση του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου.

Τέλος, ο μηχανισμός των αγορών απέτυχε να διαγνώσει έγκαιρα το μέγεθος του ελληνικού προβλήματος. Έτσι, σε μια περίοδο υπερβάλλουσας ρευστότητας παγκοσμίως, η Ελλάδα δανειζόταν  με επιτόκια  παρεμφερή με αυτά της Γερμανίας.

Τι άλλαξε από τότε; Το ΓΛΚ καταρτίζει μεσοπρόθεσμο και ετήσιο προϋπολογισμό Γενικής Κυβέρνησης και δημοσιοποιεί μηνιαία δελτία εκτέλεσης του.  Συγκροτήθηκε το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή και το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, το οποίο παρέχει αξιολογήσεις για  τις προβλέψεις που περιλαμβάνονται στον προϋπολογισμό.  Αποτελεί νόμο του Κράτους, το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, ενώ η ΕΛΣΤΑΤ είναι πραγματικά ανεξάρτητη και τα στοιχεία της από το 2010 και μετά, δεν έχουν αμφισβητηθεί. Έγινε ανεξάρτητη η Αρχή Δημοσίων Εσόδων.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση θεσπίστηκαν προληπτικοί μηχανισμοί παρακολούθησης των μακροοικονομικών μεγεθών των χωρών και το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, ενισχύθηκαν οι αρμοδιότητες της Eurostat,  δημιουργήθηκε η Τραπεζική Ένωση. Σε ό,τι αφορά το πρόβλημα με τις αγορές, αυτό εξακολουθεί να είναι υπαρκτό. Οι αγορές, σήμερα, τιμολογούν το διετές ομόλογο των ΗΠΑ πιο ακριβά από το αντίστοιχο ελληνικό.

Αν πριν την κρίση υπήρχαν στην Ε.Ε. και στη χώρα οι σημερινοί θεσμοί που υιοθετήθηκαν κυρίως από την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου, θεσμοί που με κάθε ευκαιρία παλεύουν να ξηλώσουν ΣΥΡΙΖΑ σήμερα και Ν.Δ. παλαιότερα, είναι πολύ πιθανό ο οικονομικός εκτροχιασμός, η υπαγωγή στα μνημόνια και η αναγκαία προσαρμογή με το συνεπακόλουθο οικονομικό και κοινωνικό κόστος να είχαν αποφευχθεί ή μετριαστεί. Πέρα από τα όποια λάθη όλων αυτών των χρόνων, ΣΥΡΙΖΑ, Ν.Δ. και το σύνολο του πολιτικού κόσμου, οφείλουν αυτή την απάντηση στις θυσίες του ελληνικού λαού: τι έκαναν και τι θα κάνουν για να αποτρέψουν μια επανάληψη της κρίσης του 2009. Έτσι, μόνο θα αποκαταστήσουν την αξιοπιστία της πολιτικής στη συνείδηση των πολιτών.

Άρθρο στην ιστοσελίδα Huffington Post

Οι οικονομικές κρίσεις του 20ου αιώνα (κρίση του 1929, του 1987, της Ν. Ανατολικής Ασίας κλπ) έδωσαν το έναυσμα για την ανάληψη κυβερνητικών πρωτοβουλιών με σκοπό τη αποτροπή νέων κρίσεων στο μέλλον. Αυτό σε μεγάλο βαθμό έγινε εφικτό επειδή μετά την εκδήλωση της κρίσης διαμορφώθηκε ευρύτερη συναίνεση για τα αίτια που οδήγησαν σ’ αυτήν. Οι όποιες διαφωνίες υπήρξαν αφορούσαν κυρίως το μετά. Ποιος δηλαδή θα ήταν ο αποτελεσματικότερος τρόπος διορθωτικής παρέμβασης για να περιοριστεί το οικονομικό και κοινωνικό κόστος της κρίσης και να αποτραπεί το ενδεχόμενο επανάληψής της μελλοντικά.

Ένα από τα πολλά παράδοξα που σχετίζονται με την ελληνική κρίση η οποία συμπληρώνει ήδη δεκαετία από την εκδήλωσή της είναι, ότι ακόμη και σήμερα οι μυθοπλασίες γύρω από τα αίτιά της παραμένουν ισχυρές. Και όσο παραβλέπουμε  τα  πραγματικά αίτια της κρίσης, τόσο απομακρυνόμαστε από τη δυνατότητα διεξαγωγής μιας ορθολογικής συζήτησης για τις αναγκαίες αλλαγές και την επιθυμητή πορεία για τη Χώρα μετά το πέρας των μνημονίων.

Η βασική, αλλά όχι καθολικά αποδεκτή, ερμηνεία για τα αίτιά της ξεκινά από τη θέση ότι η Ελλάδα μετά την ένταξη στην ΟΝΕ, και ιδιαίτερα μετά το 2004, αδράνησε στην αντιμετώπιση του δημοσιονομικού ελλείμματος και του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που διογκώνονταν χρόνο με το χρόνο. Το κυριότερο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας ήταν το σαθρό παραγωγικό πρότυπο που δεν της επέτρεπε να ενταχθεί αποτελεσματικά στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Αυτό οδήγησε στα μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Έτσι, όταν εκδηλώθηκε η κρίση η Ελλάδα βρέθηκε με ένα υψηλό χρέος, τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα, ύφεση, μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και με ένα έλλειμμα αξιοπιστίας εξαιτίας των «πλαστών στατιστικών στοιχείων» –διατύπωση της έκθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου- που έστελνε στη Eurostat. Όταν οι ροές των κεφαλαίων σταμάτησαν γιατί οι αγορές συμπέραναν ότι η Ελλάδα μπορεί να δυσκολευτεί μελλοντικά να εξυπηρετήσει το τεράστιο χρέος της, η Χώρα υποχρεώθηκε σε αναγκαστικό δανεισμό μέσω ενός Οικονομικού Προγράμματος. Το Πρόγραμμα αυτό προέβλεπε την μείωση του ελλείμματος από το 15,3% κάτω από το 3% του ΑΕΠ σε βάθος πενταετίας.

Παρόλο που σήμερα πλέον είμαστε σε θέση να έχουμε πλήρη εικόνα για την πραγματική δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, εντούτοις δεν υπήρχε αντίστοιχη εικόνα τις ημέρες της κρίσης, δηλαδή το 2009. Για παράδειγμα, ο τότε Πρωθυπουργός ζητούσε συναίνεση σε μέτρα αλλά θεωρούσε την οικονομία «θωρακισμένη» ενώ η κυβέρνηση του έκανε μαζικά προσλήψεις στο Μετρό ή μέσω προγραμμάτων Stage και έδινε αυξήσεις σε συνταξιούχους και επιδόματα. Τον Σεπτέμβριο στην έκθεση της ΔΕΘ, ο τότε Πρωθυπουργός ανακοίνωνε ότι θα πάρει μέτρα που θα εφαρμοζόντουσαν όμως από το 2010. Άρα δεν υπήρχε η αίσθηση του κατεπείγοντος ή της κρισιμότητας ούτε η διάθεση να περιγραφεί δημόσια ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός.

Τρεις μήνες αργότερα και αφού μεσολάβησαν οι εκλογές του Οκτωβρίου, στη συζήτηση που έγινε στη Βουλή τον για τον προϋπολογισμό του 2010, ο εισηγητής της αξιωματικής αντιπολίτευσης αμφισβητούσε την εκτίμηση του Υπουργείου Οικονομικών ότι το έλλειμμα θα διαμορφωθεί στο 12,7% του ΑΕΠ. Κατά την αγόρευσή του είπε ότι το πραγματικό έλλειμμα «είναι ζήτημα αν είναι 8,2% του ΑΕΠ». Κατήγγειλε δε την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ για τα περιοριστικά μέτρα που πρότεινε, για να μειώσει το έλλειμμα κατά 3,6 ποσοστιαίες μονάδες δηλαδή στο 9,1% του ΑΕΠ.

Πρόσφατα δημοσιοποιήθηκε η Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος που συντάχθηκε δύο ημέρες μετά τις εκλογές και μια ημέρα πριν την ορκωμοσία της νεοεκλεγείσας κυβέρνησης. Από την Έκθεση αυτή, που δεν δόθηκε τότε στο νέο Υπουργό των Οικονομικών, διαπιστώνουμε περίτρανα ότι οι υπηρεσίες της Τράπεζας, στις 6 Οκτωβρίου 2009, είχαν καταλήξει στα εξής συμπεράσματα:

  1. «η δημοσιονομική θέση της χώρας δεν είναι διατηρήσιμη»
  2. «οι αποφάσεις όμως που έχουν ληφθεί από τη αρχή του έτους έως σήμερα σχετικά με τις δαπάνες, όχι μόνο δεν συνάδουν με οποιαδήποτε προσπάθεια συγκράτησης των δαπανών αλλά κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση»
  3. «τα στοιχεία τα οποία γνωστοποιήθηκαν στις 30 Σεπτεμβρίου 2009 στη Eurostat για το έλλειμμα και το χρέος (5,9% του ΑΕΠ και 105,5% του ΑΕΠ αντίστοιχα) είναι εκτός πραγματικότητας».

Η έκθεση αυτή σε συνδυασμό με τα όσα υποστήριζαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τότε αλλά και αργότερα, απλά επιβεβαιώνει ότι εκείνες τις κρίσιμες στιγμές δεν υπήρξε συναντίληψη για την φύση του προβλήματος, ούτε για το μέγεθος της κρίσης, ούτε για το τι έπρεπε να γίνει. Γι’ αυτό από τότε, κανένα από τα κόμματα αυτά, ούτε η ΝΔ ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ τοποθετήθηκαν επί της ουσίας του προβλήματος:

α) ποιες ήταν αυτές οι άλλες πολιτικές που θα επέτρεπαν τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος από το 15,3% του ΑΕΠ του 2009 στο 3% μόλις σε μια πενταετία;

β) πώς το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα μειώνονταν από το 11,5% το 2009 στο 2-3% του ΑΕΠ, χωρίς η χώρα να διαθέτει εθνικό νόμισμα για να το υποτιμήσει και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των εξαγόμενων προϊόντων της;

Έκτοτε, ένα μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης αφορούσε το ποιο ήταν το πραγματικό έλλειμμα του 2009 και αν αυτό ήταν που μας οδήγησε στην υπαγωγή στα μνημόνια. Παραβλέποντας ότι, άλλες τρεις χώρες (Ιρλανδία, Πορτογαλία και Κύπρος) χωρίς αντίστοιχες πολιτικές διχογνωμίες για το ύψος του ελλείμματος, υποχρεώθηκαν, αν και με χαμηλότερα ελλείμματα από αυτό της Ελλάδος, να υπαχθούν σε καθεστώς μνημονίων.

Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και τις τρεις αυτές χώρες είναι ότι εκεί δεν χτίστηκαν πολιτικές καριέρες με βάση θεωρίες συνομωσίας. Ούτε επεδίωξαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης να κερδοσκοπήσουν μικροπολιτικά σε βάρος των συμφερόντων της χώρας και των πολιτών. Στις τρεις αυτές χώρες κυβέρνηση και αντιπολίτευση συναίνεσαν. Εφάρμοσαν τις πολιτικές που τους επέτρεψαν διορθώσουν τις οικονομικές ανισορροπίες τους, αποκατέστησαν την αξιοπιστία τους και απέκτησαν ξανά πρόσβαση στις αγορές με ένα μόνο μνημόνιο.

Αντίθετα, στην Ελλάδα από το 2010 μέχρι σήμερα έχουν υπογραφεί τρία μνημόνια. Αυτό συνέβη γιατί το 2010 η αξιωματική αντιπολίτευση της ΝΔ με τα «Ζάππεια» υποσχέθηκε στους πολίτες εύκολο δρόμο, χωρίς οικονομικό και κοινωνικό κόστος, που θα οδηγούσε σε μηδενισμό του ελλείμματος σε ενάμιση χρόνο. Την αντιμνημονιακή θέση της ΝΔ ότι κάθε μέρα θα σχίζει μία-μία τις σελίδες των μνημονίων επανέλαβε αργότερα ο ΣΥΡΙΖΑ όταν βρέθηκε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ διακήρυττε ότι τα μνημόνια θα τα καταργήσει με ένα άρθρο.

Όλα αυτά τα χρόνια ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ κατήγγειλαν τη λιτότητα αλλά αποσιώπησαν σκόπιμα ότι η αυξητική πορεία των δημοσιονομικών ελλειμμάτων της περιόδου 2007-2009 οδήγησε τελικά σε βαθιά ύφεση και όχι σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Σε αντίθεση δηλαδή με τα όσα προβλέπει η οικονομική θεωρία. Η έλλειψη πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης επί ενός εθνικού σχεδίου εξόδου από την κρίση, είχε ως αποτέλεσμα η Χώρα να παραμείνει σε ύφεση για περίπου μια δεκαετία, να χάσει το 25% του ΑΕΠ, και η ανεργία να φτάσει στο 27%.

Σήμερα, οκτώ χρόνια μετά το πρώτο μνημόνιο είμαστε αντιμέτωποι με το ερώτημα ποια θα πρέπει να είναι η πορεία της Χώρας μετά το πέρας του τρίτου μνημονίου; Για να γίνει η συζήτηση αυτή πρέπει να συμφωνήσουμε σε δυο πράγματα: α) Στα αίτια της κρίσης και β) στο ότι η κρίση έφερε τα μνημόνια. Επομένως η έξοδος από τα μνημόνια δεν μας οδηγεί κατ’ ανάγκη σε ασφαλή και οριστική έξοδο από την κρίση.

Η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει:

1) Την ανακοίνωση και υλοποίηση των μέτρων ελάφρυνσης χρέους το καλοκαίρι του 2018 ώστε να μειωθεί ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα από 3,5% στο 2% περίπου του ΑΕΠ.

2) Ένα Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων που θα επιταχύνει την αλλαγή του παραγωγικού προτύπου.

3) Ένα Εθνικό Πρόγραμμα Επενδύσεων της τάξης των 100 δις, που θα προσελκύσει ιδιωτικά κυρίως κεφάλαια, για την επόμενη τετραετία για να αναπληρωθεί ο καταστραμμένος παραγωγικός ιστός.

4) Την διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής για το ιδιωτικό χρέος. Με ένα νέο οδικό χάρτη για την άμεση αντιμετώπισης του προβλήματος των κόκκινων δανείων ώστε οι τράπεζες να μπορούν να επιτελέσουν τον αναπτυξιακό τους ρόλο.

5) Ένα σχέδιο για την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

Αν τα πολιτικά κόμματα της χώρας καταφέρουν να συμφωνήσουν σε αυτά τότε, παρά τα λάθη πριν και μετά την εκδήλωση της κρίσης, θα καταφέρουν να ανακτήσουν ένα μεγάλο μέρος από τη χαμένη αξιοπιστία τους στη συνείδηση των πολιτών. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι θα καταφέρουν να βγει η Χώρα από την κρίση οριστικά και με ασφάλεια.

Δημοσιεύτηκε στη Νέα Σελίδα στις 30 Δεκεμβρίου 2017 στο ένθετο Ιδεογράμματα

Η Ελλάδα, έπειτα από μια χαμένη δεκαετία, το 2017 θα έχει θετικό ρυθμό ανάπτυξης περίπου στο 1,3%, πολύ χαμηλότερα από την αρχική πρόβλεψη για 2,7%. Η χαμηλότερη επίδοση, όπως και η ύφεση το 2015 και το 2016 υπήρξαν το συνδυαστικό αποτέλεσμα των capital controls αλλά και της υπέρμετρης λιτότητας που συνειδητά επέλεξε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Τον Σεπτέμβριο του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ ζήτησε εντολή από τους Ελληνες πολίτες προκειμένου η χώρα με το τρίτο μνημόνιο να ακολουθήσει ηπιότερη δημοσιονομική προσαρμογή σε σχέση με αυτή που προέβλεπε το δεύτερο. Την τριετία 2016-2018 η υπέρβαση του ετήσιου στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα ισοδυναμεί με αφαίμαξη από την οικονομία πόρων ύψους 7,5 δισ. ευρώ. Αυτό έχει ως συνέπεια σημαντικές απώλειες σε όρους ΑΕΠ, θέσεων εργασίας και εισοδημάτων με αποκλειστική ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ και όχι των θεσμικών δανειστών.

Το εύλογο, λοιπόν, ερώτημα που ανακύπτει είναι αν η ελληνική οικονομία μπορεί μεσοπρόθεσμα να επιτύχει σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης ώστε να αναπληρώσει το ΑΕΠ που χάθηκε στην κρίση. Το ερώτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η κυβέρνηση έθεσε ως προτεραιότητα μετά τον Αύγουστο του 2018 οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας να καλύπτονται από τις αγορές. Τα επιτόκια της αγοράς θα είναι πολύ υψηλότερα από των θεσμικών δανειστών και η αύξηση του κόστους δανεισμού θα μειώσει επιπρόσθετα τον δημοσιονομικό χώρο. Ειδικά αν συνυπολογίσουμε τις αρνητικές για την ανάπτυξη συνέπειες από την περικοπή των συντάξεων και τη μείωση του αφορολογήτου που έχει συμφωνήσει η κυβέρνηση για το 2019 και 2020. Ολα αυτά σε μια περίοδο που η διεθνής συγκυρία μπορεί να μην παραμείνει ευνοϊκή, καθώς η πολιτική των αρνητικών επιτοκίων αναμένεται ότι θα αναστραφεί.

Έτσι, η αναπτυξιακή πορεία της χώρας θα κριθεί κυρίως στο μέτωπο των ιδιωτικών επενδύσεων. Αυτές θα πρέπει να αυξηθούν ώστε να υπερβαίνουν τις αποσβέσεις και να καλυφθεί το παραγωγικό κενό που προκαλεί η αποεπένδυση από το 2009. Οι επενδύσεις θα πρέπει, επιπρόσθετα, να κατευθυνθούν στο εξωστρεφές τμήμα της οικονομίας ώστε να συνεισφέρουν στην αναδιάρθρωσή της και να υποβοηθήσουν την αναπτυξιακή πορεία μέσω της ενίσχυσης των καθαρών εξαγωγών.

Η κυβέρνηση το ζήτημα των ιδιωτικών επενδύσεων το έχει αντιμετωπίσει μέχρι σήμερα με ιδεοληπτικό τρόπο. Γι’ αυτό πολλές από αυτές δεν έχουν ξεκινήσει ή δεν προχωρούν. Αντίθετα, ανησυχητικές διαστάσεις παίρνει το φαινόμενο μεγάλων επιχειρήσεων που αποχωρούν από τη χώρα.

Κρίσιμος παράγοντας είναι και η στάση που θα τηρήσει η κυβέρνηση έναντι του προγράμματος μεταρρυθμίσεων. Αν επιλέξει να το αναστείλει, αυτό θα επηρεάσει αρνητικά την αξιοπιστία της χώρας και τη στάση των αγορών, στις οποίες θα προσφεύγει μετά τον Αύγουστο του 2018. Οι αγορές θα επιβάλουν στη χώρα τη δική τους πειθαρχία σε κάθε δημοσιονομική ή μεταρρυθμιστική παρασπονδία, πέρα από λογικές πολιτικών διαπραγματεύσεων. Η ακύρωση των μεταρρυθμίσεων ίσως δώσει στους Ευρωπαίους αφορμή να αναστείλουν την ελάφρυνση του χρέους.

Τέλος, καθοριστικό παραμένει το ζήτημα της εξυγίανσης του χαρτοφυλακίου των τραπεζών. Οι επιλογές της κυβέρνησης την τελευταία τριετία συνέβαλαν στην περαιτέρω αύξηση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και στην ακύρωση του αναπτυξιακού ρόλου των τραπεζών. Οσο, λοιπόν, η κυβέρνηση δεν αναλαμβάνει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες ώστε να πετύχουν οι τράπεζες τους στόχους για μείωση των κόκκινων δανείων, η ελληνική οικονομία θα χάνει τις όποιες αναπτυξιακές ευκαιρίες υπάρχουν.

Για να ενεργοποιηθούν οι αδρανοποιημένες αλλά υγιείς παραγωγικές δυνάμεις της χώρας απαιτείται μετά τις εκλογές να υπάρξει εθνική συνεννόηση. Με ένα εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων στην οικονομία, στους θεσμούς και στο Σύνταγμα, πέρα από τις ιδεολογικές αγκυλώσεις της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ, που θα καταπολεμήσει αποτελεσματικά το πελατειακό κράτος και τις παθογένειες που μας οδήγησαν στην κρίση. Ετσι μόνο θα εξασφαλίσουμε μεσοπρόθεσμη τάση ανάπτυξης που να υπερβαίνει το 2%, προϋπόθεση για οριστική και ασφαλή έξοδο από την κρίση.

Στον τηλεοπτικό σταθμό του ΣΚΑΪ εμφανίστηκε το στέλεχος του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών, μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της ΔΗΣΥ και πρώην υπουργός των Οικονομικών, Φίλιππος Σαχινίδης, με αφορμή το σάλο που έχει ξεσπάσει γύρω από τη δημοσίευση της εσωτερικής έκθεσης της ΤτΕ σχετικά με το έλλειμμα του 2009.

Στις επίμονες ερωτήσεις των δημοσιογράφων Χρήστου Κούτρα, Γιάννη Ντσούνου και Άρη Πορτοσάλτε, γιατί δεν δόθηκε συναίνεση το 2009, ο πρώην υπουργός απάντησε πως το ΠΑΣΟΚ έδωσε συναίνεση όποτε τα ζητήματα τέθηκαν με ειλικρίνεια, με σκοπό το εθνικό συμφέρον, όπως στο Μακεδονικό, όταν η Ντόρα Μπακογιάννη άλλαξε την μέχρι τότε θέση της ΝΔ για το μεγάλο αυτό ζήτημα, ούτως ώστε να υπάρξει συμπόρευση και εθνική γραμμή.

Δεν μπορούσε όμως να υπάρξει καμία συναίνεση στην οικονομία, όταν ρωτούσαν τη ΝΔ γιατί έχουν υπερδανειστεί στα μισά του 2009 κι εκείνοι απαντούσαν πως είναι το «μαξιλαράκι» που θα θωράκιζε την οικονομία, όταν αποδείχθηκε πως ούτε η οικονομία ήταν θωρακισμένη, ούτε έλεγαν την αλήθεια.

 

Ο πρώην Υπουργός απάντησε στα περί καθυστερήσεων, πως όχι απλώς δεν άργησαν, αλλά λίγες εβδομάδες από την ορκωμοσία της κυβέρνησης Παπανδρέου, κατατέθηκε προϋπολογισμός με ανήκουστη ως τότε δημοσιονομική προσαρμογή, την οποία η ΝΔ κατήγγειλε μέσα στην Βουλή.

Σε όλες τις άλλες χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα, υπήρξε συναίνεση στην αποκάλυψη των προβλημάτων, όχι θεωρίες συνωμοσιολογίας, κι έτσι κατάφεραν σε 2 με 3 χρόνια να επανέλθουν με ρυθμούς ανάπτυξης, ανέφερε ο ίδιος.

Ερωτηθείς σχετικά με το βιβλίο του υπουργού Οικονομικών της κυβέρνησης Καραμανλή Γιάννη Παπαθανασίου, στο οποίο κατηγορείται η κυβέρνηση Παπανδρέου ότι φούσκωσε το έλλειμμα, είπε πως «κάποιοι επιχειρούν να ξαναγράψουν την ιστορία», ενώ έκλεισε λέγοντας πως όποια λάθη κι αν έγιναν, δεν επιτρέπουν σε κανέναν την εξίσωση εμπρηστών και πυροσβεστών.