Ημερήσιο Αρχείο15 Ιανουαρίου 2018

Δημοσιεύτηκε στη Νέα Σελίδα στις 30 Δεκεμβρίου 2017 στο ένθετο Ιδεογράμματα

Η Ελλάδα, έπειτα από μια χαμένη δεκαετία, το 2017 θα έχει θετικό ρυθμό ανάπτυξης περίπου στο 1,3%, πολύ χαμηλότερα από την αρχική πρόβλεψη για 2,7%. Η χαμηλότερη επίδοση, όπως και η ύφεση το 2015 και το 2016 υπήρξαν το συνδυαστικό αποτέλεσμα των capital controls αλλά και της υπέρμετρης λιτότητας που συνειδητά επέλεξε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Τον Σεπτέμβριο του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ ζήτησε εντολή από τους Ελληνες πολίτες προκειμένου η χώρα με το τρίτο μνημόνιο να ακολουθήσει ηπιότερη δημοσιονομική προσαρμογή σε σχέση με αυτή που προέβλεπε το δεύτερο. Την τριετία 2016-2018 η υπέρβαση του ετήσιου στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα ισοδυναμεί με αφαίμαξη από την οικονομία πόρων ύψους 7,5 δισ. ευρώ. Αυτό έχει ως συνέπεια σημαντικές απώλειες σε όρους ΑΕΠ, θέσεων εργασίας και εισοδημάτων με αποκλειστική ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ και όχι των θεσμικών δανειστών.

Το εύλογο, λοιπόν, ερώτημα που ανακύπτει είναι αν η ελληνική οικονομία μπορεί μεσοπρόθεσμα να επιτύχει σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης ώστε να αναπληρώσει το ΑΕΠ που χάθηκε στην κρίση. Το ερώτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η κυβέρνηση έθεσε ως προτεραιότητα μετά τον Αύγουστο του 2018 οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας να καλύπτονται από τις αγορές. Τα επιτόκια της αγοράς θα είναι πολύ υψηλότερα από των θεσμικών δανειστών και η αύξηση του κόστους δανεισμού θα μειώσει επιπρόσθετα τον δημοσιονομικό χώρο. Ειδικά αν συνυπολογίσουμε τις αρνητικές για την ανάπτυξη συνέπειες από την περικοπή των συντάξεων και τη μείωση του αφορολογήτου που έχει συμφωνήσει η κυβέρνηση για το 2019 και 2020. Ολα αυτά σε μια περίοδο που η διεθνής συγκυρία μπορεί να μην παραμείνει ευνοϊκή, καθώς η πολιτική των αρνητικών επιτοκίων αναμένεται ότι θα αναστραφεί.

Έτσι, η αναπτυξιακή πορεία της χώρας θα κριθεί κυρίως στο μέτωπο των ιδιωτικών επενδύσεων. Αυτές θα πρέπει να αυξηθούν ώστε να υπερβαίνουν τις αποσβέσεις και να καλυφθεί το παραγωγικό κενό που προκαλεί η αποεπένδυση από το 2009. Οι επενδύσεις θα πρέπει, επιπρόσθετα, να κατευθυνθούν στο εξωστρεφές τμήμα της οικονομίας ώστε να συνεισφέρουν στην αναδιάρθρωσή της και να υποβοηθήσουν την αναπτυξιακή πορεία μέσω της ενίσχυσης των καθαρών εξαγωγών.

Η κυβέρνηση το ζήτημα των ιδιωτικών επενδύσεων το έχει αντιμετωπίσει μέχρι σήμερα με ιδεοληπτικό τρόπο. Γι’ αυτό πολλές από αυτές δεν έχουν ξεκινήσει ή δεν προχωρούν. Αντίθετα, ανησυχητικές διαστάσεις παίρνει το φαινόμενο μεγάλων επιχειρήσεων που αποχωρούν από τη χώρα.

Κρίσιμος παράγοντας είναι και η στάση που θα τηρήσει η κυβέρνηση έναντι του προγράμματος μεταρρυθμίσεων. Αν επιλέξει να το αναστείλει, αυτό θα επηρεάσει αρνητικά την αξιοπιστία της χώρας και τη στάση των αγορών, στις οποίες θα προσφεύγει μετά τον Αύγουστο του 2018. Οι αγορές θα επιβάλουν στη χώρα τη δική τους πειθαρχία σε κάθε δημοσιονομική ή μεταρρυθμιστική παρασπονδία, πέρα από λογικές πολιτικών διαπραγματεύσεων. Η ακύρωση των μεταρρυθμίσεων ίσως δώσει στους Ευρωπαίους αφορμή να αναστείλουν την ελάφρυνση του χρέους.

Τέλος, καθοριστικό παραμένει το ζήτημα της εξυγίανσης του χαρτοφυλακίου των τραπεζών. Οι επιλογές της κυβέρνησης την τελευταία τριετία συνέβαλαν στην περαιτέρω αύξηση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και στην ακύρωση του αναπτυξιακού ρόλου των τραπεζών. Οσο, λοιπόν, η κυβέρνηση δεν αναλαμβάνει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες ώστε να πετύχουν οι τράπεζες τους στόχους για μείωση των κόκκινων δανείων, η ελληνική οικονομία θα χάνει τις όποιες αναπτυξιακές ευκαιρίες υπάρχουν.

Για να ενεργοποιηθούν οι αδρανοποιημένες αλλά υγιείς παραγωγικές δυνάμεις της χώρας απαιτείται μετά τις εκλογές να υπάρξει εθνική συνεννόηση. Με ένα εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων στην οικονομία, στους θεσμούς και στο Σύνταγμα, πέρα από τις ιδεολογικές αγκυλώσεις της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ, που θα καταπολεμήσει αποτελεσματικά το πελατειακό κράτος και τις παθογένειες που μας οδήγησαν στην κρίση. Ετσι μόνο θα εξασφαλίσουμε μεσοπρόθεσμη τάση ανάπτυξης που να υπερβαίνει το 2%, προϋπόθεση για οριστική και ασφαλή έξοδο από την κρίση.