Μηνιαίο ΑρχείοΦεβρουάριος 2018

Θέλω να εκφράσω την ικανοποίησή μου για τη σημερινή σας παρουσία στην εκδήλωση για τον προσυνεδριακό διάλογο του Κινήματος Αλλαγής.

Είμαστε στο ξεκίνημα μιας μεγάλης πορείας που θα καταστήσει το Κίνημα Αλλαγής την ισχυρή δύναμη που θα παλεύει για την προοδευτική πορεία της χώρας συγκρουόμενη με τη δεξιά και αριστερή συντήρηση.

Για να διασφαλιστεί ότι η πορεία της χώρας μελλοντικά θα είναι σταθερή και ασφαλής.

Ότι οι πολίτες θα ξαναγίνουν οι πρωταγωνιστές των εξελίξεων συμμετέχοντας στη διαμόρφωση των πολιτικών που αφορούν αυτούς και τα παιδιά τους.

Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για εμάς.

Και ξεκινάμε τώρα το διάλογο με τους πολίτες.

Να τους ακούσουμε.

Να τους αποδείξουμε ότι καταλαβαίνουμε το φόβο που νοιώθουν και την αγωνία τους για τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, στην Ευρώπη ή και πέρα από αυτή.

Ότι μέλημά μας στο σχεδιασμό των προτάσεων μας είναι να απαντήσουμε στην αγωνία τους και να διασφαλίσουμε ότι η Ελλάδα μπορεί να γίνει μια ευνομούμενη χώρα που θα προσελκύσει επενδύσεις και θα έχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Ώστε να δημιουργηθούν νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας με μισθούς που θα εξασφαλίζουν αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο για την οικογένεια τους.

Είμαστε εδώ για να κτίσουμε ξανά μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

Μια σχέση που θα αποκαταστήσει στα μάτια τους το ρόλο της πολιτικής ως το προνομιακό πεδίο στο οποίο θα αντιμετωπίζονται τα σύνθετα οικονομικά και  κοινωνικά προβλήματα.

Γιατί, όσο η πολιτική απαξιώνεται στη συνείδηση των πολιτών τόσο πιο πιθανό και ευκολότερο γίνεται το ενδεχόμενο εξωθεσμικών παρεμβάσεων που θα λειτουργήσουν σε βάρος της δημοκρατίας, των εθνικών θεμάτων αλλά και των πολιτών

  1. Εθνικά θέματα.

Είμαστε σε μια εποχή έντονων προβλημάτων στα Εθνικά θέματα.

Σε μια περίοδο που η ελληνική οικονομία πρέπει να προχωρήσει με τολμηρά βήματα για να βγει οριστικά και με ασφάλεια από την κρίση.

Όμως, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ αποδεικνύει με τις επιλογές της, για μια ακόμη φορά, ότι δεν ενοχλείται από το γεγονός ότι θέτει σε κίνδυνο την πορεία και τα συμφέροντα της χώρας.

Όλα αυτά τη στιγμή που η Τουρκία έχει εντείνει την προκλητικότητά της στο Αιγαίο και την Κύπρο καταπατώντας τις διεθνείς συνθήκες και το διεθνές δίκαιο.

Αμφισβητεί κατά τρόπο απαράδεκτο τα ελληνικά κυρίαρχα δικαιώματα στα Ίμια.

H αδράνεια και η χαλαρότητα με την οποία η Κυβέρνηση χειρίστηκε το θέμα δεν εξυπηρετεί τα εθνικά μας συμφέροντα.

Οι στιγμές απαιτούν σοβαρότητα και εθνική συνεννόηση.

Το ΚΙΝΗΜΑ ΑΛΛΑΓΗΣ επιζητεί ειρηνικές σχέσεις με τη γειτονική μας χώρα στο πλαίσιο και στη βάση των αρχών και των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συνθηκών.

Αλλά και στο ζήτημα των σχέσεων μας με τη FYROM, το Κίνημα Αλλαγής, έχει υποστηρίξει την ανάγκη επίλυσης του προβλήματος της ονομασίας της.

Θέλουμε λύση συνολική και  αποτελεσματική που θα  διασφαλίζει πλήρως τα εθνικά συμφέροντα.

Μια Ενιαία Συνθήκη με νομικά δεσμευτικές εγγυήσεις που θα αποτρέπουν ενέργειες αλυτρωτισμού, προπαγάνδας και καταστρατήγησης των όσων θα συμφωνηθούν.

Με σύνθετη ονομασία για όλες τις χρήσεις.

Η τυχόν «σαλαμοποίηση» της λύσης, θα δημιουργήσει μεγαλύτερα προβλήματα στο μέλλον από αυτά που υποτίθεται πως θα λύσει.

Με βάση αυτά θα κρίνουμε και την τελική πρόταση της κυβέρνησης.

  1. Υπόθεση Novartis

Σε αυτές τις συνθήκες το συμφέρον της χώρας επιβάλλει να μείνουμε μακριά από άγονες πολιτικές αντιπαραθέσεις που δυσκολεύουν τη διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας.

Όμως η κυβέρνηση υπηρετεί μόνο το  δόγμα «ή εμείς ή αυτοί» και αδιαφορεί για τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών.

Στόχος της η εξόντωση των πολιτικών της αντιπάλων με οποιονδήποτε τρόπο όπως φαίνεται και από τον τρόπο που τώρα χειρίζεται την υπόθεση Novartis.

Το Κίνημα Αλλαγής από την πρώτη στιγμή ζήτησε την πλήρη διαλεύκανση όλων των πτυχών του σκανδάλου Novartis.

Ενός σκανδάλου που έχει πληρωθεί ακριβά από τους Έλληνες.

Ιδιαίτερα την περίοδο διακυβέρνησης της ΝΔ 2004-2009 οπότε η φαρμακευτική δαπάνη υπερδιπλασιάστηκε.

Από 2,43 δις ευρώ ανέβηκε στα 5,1 δις ευρώ.

Αντιθέτως,  επί Κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ του 2009,  με αρχή το  2010 η φαρμακευτική δαπάνη μειώθηκε δραστικά με εξυγιαντικά μέτρα που βαρύνουν εξ ολοκλήρου τις φαρμακευτικές εταιρείες.

Τα μέτρα αυτά τα πολέμησε ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος από το 2015 δεν ανέλαβε καμία περαιτέρω προσπάθεια μείωσης, ενώ με πράξεις και παραλείψεις των Υπουργών του ευνόησε τους κερδοσκόπους.

Το Κίνημα Αλλαγής  ζητά να χυθεί παντού άπλετο φως και θα στηρίξει όλες τις ενέργειες της Δικαιοσύνης για την αναζήτηση της αλήθειας, προς πάσα κατεύθυνση ανεξαιρέτως.

Το Κίνημα Αλλαγής θα υπερψηφίσει στην Βουλή την πρόταση προανακριτικής επιτροπής.

  1. Για τη δήθεν «έξοδο από την κρίση».

Τις επόμενες ημέρες η Γραμματεία που ανέλαβε την ευθύνη για την εκπόνηση του προγράμματος του Κινήματος Αλλαγής θα παρουσιάσει τις προτάσεις της.

Αυτές θα τεθούν προς συζήτηση στον προσυνεδριακό διάλογο αλλά και κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου.

Οι πολίτες βλέπουν τις προοπτικές αλλά και τις επιδόσεις της χώρας να απέχουν πολύ από τις διακηρύξεις της κυβέρνησης.

Παρακολουθούν την απέλπιδα προσπάθεια της κυβέρνησης να χτίσει το νέο ιδεολόγημά της ότι η έξοδος από τα μνημόνια συνεπάγεται και έξοδο της χώρας από την κρίση.

Με τη νέα αφήγηση περί «καθαρής εξόδου» τα «επεισόδια» της τριλογίας του ΣΥΡΙΖΑ ολοκληρώνονται.

Το πρώτο επεισόδιο ήταν θα σκίσουμε τα μνημόνια, θα τα καταργήσουμε με ένα νόμο και με ένα άρθρο.

Το δεύτερο αφορούσε το περίφημο «παράλληλο πρόγραμμα».

Τώρα παρουσιάζουν τη δήθεν «καθαρή έξοδο».

Αλλά τους έχουν πια όλοι καταλάβει.

Βλέπουν ότι αυτό το πρόγραμμα του κ. Τσίπρα με την υπερφορολόγηση και τις περικοπές δαπανών τους κρατάει για λίγο ακόμα στην εξουσία με στόχο τελικά να κληροδοτήσουν όλα τα προβλήματα στην επόμενη κυβέρνηση και όχι να λύσουν τα προβλήματα της χώρας.

Ο κ. Τσίπρας έχει ήδη «φροντίσει» να δεσμεύσει τη χώρα για πολλά χρόνια αφού έχει ήδη συμφωνήσει  και προκαταβολικά νομοθετήσει:

  • Δεσμεύσεις για δυσβάσταχτα πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ ως το 2022,
  • Δεσμεύσεις για πλεονάσματα μετά το 2023 περίπου 2% ως το 2060,
  • Την παράδοση του εθνικού πλούτου για 99 χρόνια,
  • Την αποδοχή των νέων περικοπών στις συντάξεις και την μείωση του αφορολόγητου για μισθωτούς και συνταξιούχους.

Η πορεία της οικονομίας αποδεικνύει πως με την πολιτική των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ δεν είναι δυνατή η οριστική και ασφαλής έξοδος από την κρίση.

Ο ρυθμός ανάπτυξης παραμένει ιδιαίτερα αναιμικός.

Μετά από 9 χρόνια ύφεσης και στασιμότητας το 2018 ήταν η πρώτη χρονιά με ανάπτυξη.

Όμως η ανάπτυξη αυτή είναι κάτω από το στόχο που είχε θέσει η κυβέρνηση για 2,7% με ευθύνη της κυβέρνησης.

Γιατί με την υπέρ-απόδοση στα πρωτογενή πλεονάσματα αφαιρεί χώρο από την ανάπτυξη για να ασκήσει πολιτική ελεημοσύνης αντί να χτίσει τις υποδομές για ένα σύστημα κοινωνικής προστασίας που θα προστατεύει όσους έχουν χτυπηθεί από την κρίση.

Σήμερα, η κυβέρνηση αμφισβητεί αυτά που η ίδια υποστήριζε ως κυβέρνηση.

Τότε που πανηγύριζε ότι με τη διαπραγμάτευσή της τα πρωτογενή πλεονάσματα θα είναι μικρότερα και θα δημιουργηθεί χώρος για την ανάπτυξη.

Οι πολίτες επιβαρύνονται για το 2018 με πρόσθετα μέτρα 1,8 δις ευρώ.

Οι κυβερνητικές δεσμεύσεις για 130.000 πλειστηριασμούς (με ορίζοντα 4ετίας) – και με ταυτόχρονη εγκατάλειψη κάθε μέτρου προστασίας της Α’ κατοικίας των μικρών, μεσαίων δανειοληπτών – δημιουργούν σοβαρές ανησυχίες στα ελληνικά νοικοκυριά.

Την ίδια ώρα αυξάνονται οι δαπάνες για το πελατειακό κράτος, δημιουργούνται νέες Γραμματείες και γίνονται αθρόες προσλήψεις μετακλητών.

Τα χρέη των Ελλήνων πολιτών λόγω της εξοντωτικής φορολογίας  προς το Δημόσιο ξεπερνούν για πρώτη φορά τα 101 δις ευρώ,  αποδεικνύουν  τη λάθος κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής.

Την ίδια ώρα μάλιστα που οι εξοντωτικοί φόροι οδηγούν σε απόγνωση νοικοκυριά και επιχειρήσεις, δίνονται μεγάλα φορολογικά κίνητρα για τη δημιουργία  καζίνο, αποδεικνύοντας το πώς εννοούν τη «Δίκαιη Ανάπτυξη» οι ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ.

Η κρίση δεν θα μας εγκαταλείψει όσο δεν γίνονται οι αναγκαίες αλλαγές.

Ειδικά με μια κυβέρνηση που έχει  ιδεοληπτική “αλλεργία” με τις αναγκαίες προοδευτικές μεταρρυθμίσεις που μπορούν να αντιμετωπίσουν τις παθογένειες που οδήγησαν στην κρίση.

Χρέος μας είναι τώρα όσο ποτέ άλλοτε να αναδείξουμε εμείς τη δική μας Εθνική Γραμμή.

Ώστε η κρίση να αποτελέσει παρελθόν αλλά και να μην επιστρέψει ποτέ στο μέλλον.

Η Ελλάδα μπορεί, η Ελλάδα έχει προοπτική!

Αλλά αυτό προϋποθέτει μια ΑΛΛΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ, μια εναλλακτική πρόταση, προοδευτικής διακυβέρνησης που:

  • Προωθεί ένα νέο παραγωγικό πρότυπο για την ανάπτυξη και τη δημιουργία νέου πλούτου στην χώρα.
  • Μεριμνά σταθερά για τη δίκαιη διανομή του με τη στήριξη της μεσαίας τάξης και τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων.
  • Καταπολεμά οριστικά το πελατειακό κράτος, στηρίζει και αναβαθμίζει τους θεσμούς, το πολιτικό σύστημα, την ποιότητα της Δημοκρατίας μας.
  • Έχει την αξιοπιστία να προχωρήσει σε αλλαγές στους όρους της συμφωνίας με τους εταίρους μας, ώστε να απελευθερωθούν πόροι για την Ανάπτυξη και την Κοινωνική Συνοχή.

Σε αυτή την πολιτική εμείς ως Κίνημα Αλλαγής μένουμε σταθερά προσηλωμένοι, επιδιώκοντας την Εθνική Συνεννόηση, αλλά και την στρατηγική συμπόρευση με τις ζωντανές παραγωγικές και κοινωνικές δυνάμεις της χώρας.

Η συνεννόηση προϋποθέτει ότι θα αναγνωρίσουμε όλοι τα λάθη μας στο παρελθόν.

Εμείς το κάναμε, ας το κάνουν όλοι.

Η δημοσίευση -έστω και με μεγάλη καθυστέρηση- της εσωτερικής έκθεσης της Τράπεζας Ελλάδος του 2009, απαντά πολύ καθαρά σε αυτούς που επιμένουν να αποκρύπτουν τις τραγικές ευθύνες της Κυβέρνησης της Ν.Δ (του κ. Καραμανλή) για το πως φθάσαμε στην κρίση και στα Μνημόνια.

Αποκαλύπτεται ο ρόλος τόσο της Νέας Δημοκρατίας, όσο και των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ. Αρνήθηκαν να αναλάβουν τις ευθύνες τους για την αποτροπή της καταστροφής και αντίθετα, με το  λαϊκισμό τους, οδήγησαν στη συνέχιση της κρίσης μέχρι σήμερα.

Καταδίκασαν την Ελλάδα να είναι η τελευταία χώρα στην Ευρώπη που συνεχίζει τις θυσίες για να βγει από τα μνημόνια.

Αυτά ακριβώς ζητήσαμε να αναδειχθούν με την πρότασή μας για την Εξεταστική Επιτροπή, που θα συζητήσει όλη την πορεία της οικονομίας από το 2001 ως σήμερα.

Όχι για να πάρουμε καμία ρεβάνς, αλλά για να εγκαταλειφθούν οριστικά οι απαράδεκτες λογικές και νοοτροπίες που δημιούργησαν τα ανυπέρβλητα ελλείμματα και διόγκωσαν το χρέος, που μας έφθασε στα πρόθυρα της καταστροφής.

Η κατάσταση που διαμορφώνεται στην ελληνική οικονομία καθιστά σαφές πως το τέλος του «προγράμματος» δεν συνεπάγεται την οριστική και ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση.

Στο χθεσινό Eurogroup δεν ελήφθη απόφαση για την εκταμίευση των 5,7 δις γιατί η χώρα δεν ανταποκρίθηκε στις δεσμεύσεις της.

Σύντομα θα ξεκινήσουν οι συζητήσεις για την 4η επισκόπηση του προγράμματος που θα προετοιμάσουν και το έδαφος για την έξοδο από τα μνημόνια.

Μια έξοδος στις αγορές που όπως είδαμε και από την πρόσφατη πορεία του 7ετους ομολόγου μπορεί να μας οδηγήσει σε αχαρτογράφητα νερά.

 

Με την πολιτική των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ η χώρα επιστρέφει στο 2014, με επιβάρυνση 200 δις ευρώ  για την ελληνική οικονομία σύμφωνα με τον κ. Βίζερ απερχόμενο επικεφαλής του γιουρογουορκινγκ γκρουπ (EuroWorking Group).

Η Ελλάδα όμως έχει τις δυνάμεις, μπορεί να προχωρήσει μπροστά.

Η οριστική και ασφαλής έξοδος από την κρίση απαιτεί:

  • Την άμεση ελάφρυνση του χρέους που συνεπάγεται και μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα.
  • Ένα εθνικό σχέδιο επενδύσεων που θα οδηγήσει σε επενδύσεις ιδιωτικές και δημόσιες ύψους 100 δις για την επόμενη τετραετία. Αυτές θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και θα διασφαλίσουν ανάπτυξη και πόρους για να στηριχτεί η κοινωνική προστασία.
  • Την επίλυση του προβλήματος του ιδιωτικού χρέους με έμφαση τα κόκκινα δάνεια ώστε οι τράπεζες να μπορούν να χρηματοδοτήσουν την οικονομία.
  • Ένα σχέδιο αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας.

Η έξοδος από την κρίση απαιτεί προοδευτικές αλλαγές παντού,  που θα  διασφαλίζουν διακυβέρνηση διαφάνειας, αξιοκρατίας, αποτελεσματικότητας και λογοδοσίας.

Το Κίνημα Αλλαγής στην πορεία προς το Συνέδριο, διαμορφώνει την προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης, που θα ανοίξει νέους δρόμους για την χώρα και την Κοινωνία μας, που θα αφήσει οριστικά πίσω τα αδιέξοδα.

Το Κίνημα Αλλαγής θα επιμείνει με το διακριτό και αυτόνομο λόγο του, στην γραμμή της Εθνικής Συνεννόησης, που αποτελεί την κύρια προϋπόθεση για την επίτευξη των εθνικών στόχων.

Η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών και η ανάδειξή μας ως πρωταγωνιστή στις πολιτικές εξελίξεις, θα ανοίξει το δρόμο για μια προοδευτική διακυβέρνηση που έχει ανάγκη ο τόπος.

Άρθρο στην εφημερίδα Νέα Σελίδα την Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018.

Glass marbles on paper currency

Μία δεκαετία μετά την εκδήλωση της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης, είναι πλέον αποδεκτό ότι οι αγορές απέτυχαν να διαγνώσουν έγκαιρα τους κινδύνους που εγκυμονούσε για τη διεθνή οικονομία το περιβάλλον υπερβάλλουσας ρευστότητας της δεκαετίας του 2000. Το γεγονός αυτό συνδέθηκε ευθέως με την αποτυχία των τριών οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης (Moody’s, Standard & Poor’s και Fitch) που ως διαμεσολαβητές πληροφόρησης δεν αποτίμησαν σωστά το ρίσκο που ήταν συνδεδεμένο με τα εταιρικά και κρατικά ομόλογα.

Πριν την κρίση οι αξιολογήσεις των οίκων ήταν πολύ επιφανειακές και αδιαφανείς και δεν υπήρχαν συγκεκριμένα κριτήρια με τα οποία αξιολογούσαν τις χώρες. Έτσι, οι οίκοι προχώρησαν πολύ αργά στις υποβαθμίσεις χωρών με μεγάλο χρέος (Βέλγιο, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία Πορτογαλία κλπ) παρά τη διαφαινόμενη ανοδική πορεία του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Πιθανότατα επειδή  υπερεκτίμησαν την προστασία από χρεοκοπία που απολάμβαναν οι χώρες αυτές ως μέλη της ευρωζώνης.

Επιπρόσθετα, οι οίκοι αυτοί, με τις απότομες και μεγάλες υποβαθμίσεις στις αξιολογήσεις που πραγματοποίησαν  μετά την εκδήλωση της διεθνούς κρίσης, θεωρήθηκαν υπεύθυνοι και για την επιδείνωση και διάχυση της στις χώρες της Ευρωζώνης. Ο κίνδυνος που παραγνωρίστηκε από τους οίκους ήταν ότι μια γνωμοδότηση τους μπορεί να εξελιχθεί σε  αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Διότι μπορεί να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των αγορών προς μια χώρα  και να αυξήσουν τα επιτόκια με τα οποία διατίθενται να δανείσουν τη χώρα αυτή.

Στους οίκους αυτούς ασκήθηκε κριτική ότι ήταν εκτεθειμένοι σε σύγκρουση συμφερόντων και στον ηθικό κίνδυνο. Οι αξιολογήσεις γινόντουσαν μετά από αίτημα των πελατών τους (εκδότες ομολόγων) που πλήρωναν. Μετά την κρίση υπήρξε η πρόταση  για θέσπιση ενός ευρωπαϊκού οίκου αξιολόγησης, ώστε να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός και να περιοριστεί η ισχυρή θέση που έχουν οι τρεις αυτοί οίκοι στις αγορές. Η συγκεκριμένη πρόταση   δεν έχει προχωρήσει ούτε έχει αυξηθεί ο ανταγωνισμός όπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών (ESMA). Από την τελευταία έρευνα που δημοσιοποίησε προκύπτει ότι εξακολουθούν να ελέγχουν το 92% της αγοράς.

Οι οίκοι απάντησαν στην κριτική που τους ασκήθηκε,  καθιστώντας περισσότερο διαφανή τη διαδικασία των  αξιολογήσεων μετά το 2010. Επιπρόσθετα, τώρα στις αξιολογήσεις τους δίνουν πολύ μεγαλύτερη έμφαση στα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη.

Οι αξιολογήσεις τους εξακολουθούν να επηρεάζουν καθοριστικά την πορεία  χωρών που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης. Επομένως, η στόχευση της Ελλάδας για προσέλκυση επενδύσεων εξαρτάται από τις αξιολογήσεις τους. Σήμερα, τα Ελληνικά ομόλογα εξακολουθούν να ανήκουν στην κατηγορία των «σκουπιδιών» junk bonds.  Αυτό σημαίνει ότι η χώρα οφείλει  να αξιολογήσει σε ποιες πολιτικές πρέπει να δώσει άμεση προτεραιότητα ώστε να εξασφαλίσει αναβάθμιση της πιστοληπτικής της αξιολόγησης. Αυτό έχει πρόσθετη σημασία καθώς η χώρα προετοιμάζεται για την έξοδο στις αγορές.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα νέα κριτήρια αξιολόγησης που υιοθέτησαν οι οίκοι μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η συνέχιση του προγράμματος των μεταρρυθμίσεων με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την επιτάχυνση της αναδιάρθρωσης του παραγωγικού προτύπου υπέρ του τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών, πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα των κυβερνητικών επιλογών. Η αξιοπιστία του οδικού χάρτη για παροχή νέων ελαφρύνσεων στο ελληνικό χρέος, ειδικά αν περιορίζει τους κινδύνους που απορρέουν από ασθενέστερο, από το αναμενόμενο, μελλοντικό ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης, θα διευκόλυναν επίσης τις αποφάσεις τους όπως και η πολιτική σταθερότητα και η διαχρονική συνέπεια των πολιτικών.

Ο σχεδιασμός της κυβέρνησης για «καθαρή» έξοδο στις αγορές δείχνει να αποσκοπεί στην εξασφάλιση βαθμών ελευθερίας ώστε να ακυρωθεί ή να ανασταλεί το πρόγραμμα  μεταρρυθμίσεων για πολιτικούς  λόγους. Αυτό όμως θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην αξιολόγηση της χώρας. Θα διαμορφώσει υψηλά το κόστος δανεισμού της περιορίζοντας ακόμη περισσότερο το δημοσιονομικό χώρο και τις αναπτυξιακές προοπτικές.

Οκτώ χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης οι αξιολογήσεις των τριών οίκων  θα καθορίσουν σε καθοριστικό βαθμό αυτήν την φορά την μεταμνημονιακή πορεία της Ελλάδας. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να παραγνωρίσει την πραγματικότητα αυτή για να χτίσει την πολιτική αφήγηση περί «καθαρής» εξόδου. Ούτε και οι επόμενες κυβερνήσεις αφού πολιτική σταθερότητα και διαχρονική συνέπεια των πολιτικών θα επηρεάζουν την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας.