Μηνιαίο ΑρχείοΑπρίλιος 2018

Ομιλία στην εκδήλωση του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών, 27 Απριλίου 2018

Έχει συμπληρωθεί μία δεκαετία από την εκδήλωση της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης το 2008.

Ήταν η μεγαλύτερη μεταπολεμική κρίση με οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες που παρέμειναν αισθητές σε πολλές χώρες για αρκετά χρόνια μετά την εκδήλωσή της και εξακολουθούν να παραμένουν αισθητές στην Ελλάδα.

Σήμερα, είναι πλέον αποδεκτό ότι οι αγορές απέτυχαν τότε να διαγνώσουν έγκαιρα τους κινδύνους που εγκυμονούσε για τη διεθνή οικονομία το περιβάλλον υπερβάλλουσας ρευστότητας της δεκαετίας του 2000.

Το γεγονός αυτό συνδέθηκε ευθέως με την αποτυχία των τριών οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης (Moody’s, S&P’s και Fitch) που ως διαμεσολαβητές πληροφόρησης δεν αποτίμησαν σωστά το ρίσκο που ήταν συνδεδεμένο με τα εταιρικά και κρατικά ομόλογα.

Αν κάτι πρέπει να μας προβληματίζει ως προς το ερώτημα αν «πρέπει να εμπιστευόμαστε τους οίκους αξιολόγησης;» είναι το γεγονός ότι η αποτυχία τους αυτή δεν ήταν η πρώτη.

Είχε προηγηθεί η αποτυχία τους στις αρχές της δεκαετίας του 2000 να προβλέψουν την επικείμενη κατάρρευση πολλών εταιρειών στο χώρο του ίντερνετ αλλά και της ενεργειακής εταιρείας Enron.

Ανάλογες αποτυχίες υπήρχαν και στην περίπτωση χωρών που πτώχευσαν παρά το γεγονός ότι η πιστοληπτική τους βαθμίδα δεν το προέβλεψε αυτό.

Από το 1975 μέχρι το 2009 μόνο μια χώρα από αυτές που είχαν βαθμολογήσει οι οίκοι με τη χαμηλότερη αξιολόγηση τελικά πτώχευσε.

Οι αποτυχίες τους όμως αυτές δεν φαίνεται να οδηγούσαν σε κάποια διορθωτική κίνηση καθώς δεν υπήρχε εποπτεία στη λειτουργία τους.

Δεν αποτελεί λοιπόν σύμπτωση ότι απέτυχαν να αξιολογήσουν σωστά σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα στην αγορά στεγαστικών δανείων των ΗΠΑ. Όταν η αγορά ακινήτων στις ΗΠΑ κατέρρευσε τότε ξεκίνησε η κρίση.

Η κρίση σύντομα μεταδόθηκε μέσω Ην. Βασιλείου στην Ευρώπη και οδήγησε σε αυτό που στη δημόσια συζήτηση έχει χαρτογραφηθεί ως «κρίση χρέους» χωρών της Ε.Ε.

Σε πολλούς δεν είναι ακόμη κατανοητό ποιος υπήρξε ο ειδικός ρόλος των οίκων αξιολόγησης στην κρίση και πως μπορούσαν με τις αποφάσεις τους να επηρεάσουν την εξέλιξη της.

Ο ρόλος τους στην κρίση σχετίζεται με την βαθμολόγηση που δίνουν στα ομόλογα χωρών της ευρωζώνης και το θεσμικό πλαίσιο άσκησης νομισματικής πολιτικής στην ευρωζώνη από τη ΕΚΤ.

Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να κάνω μια αναφορά σε ζητήματα που σχετίζονται με την λειτουργία της ευρωζώνης.

Η μακρά εμπειρία δημοσιονομικής χαλαρότητας σε πολλές χώρες που ήταν υποψήφιες να συμμετάσχουν στην ευρωζώνη ώθησε χώρες όπως η Γερμανία να προτείνουν τη θέσπιση του Συμφώνου Ανάπτυξης και Σταθερότητας προκειμένου να τεθεί σε έλεγχο η δημοσιονομική πολιτική των χωρών της ευρωζώνης μετά την έναρξη της ΟΝΕ.

Αυτή υπήρξε μια συνειδητή επιλογή που προέκυψε από την εκτίμηση ότι οι αγορές μπορεί να αποτύχουν να πειθαρχήσουν χώρες με παράδοση στη δημοσιονομική χαλαρότητα.

Ο ρόλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης να επιβάλλει τη δημοσιονομική πειθαρχία υποβαθμίστηκε όταν παραβιάστηκαν οι κανόνες του από τη Γερμανία και τη Γαλλία το 2003 και αργότερα το 2005 τροποποιήθηκε.

Μετά την τροποποίηση του Συμφώνου η ΕΚΤ δέχτηκε πιέσεις να διευκολύνει το έργο των αγορών να επιβάλλουν αυτές τη δημοσιονομική πειθαρχία στην Ευρωζώνη.

Τελικά, το Νοέμβριο του 2005 η ΕΚΤ ανακοίνωσε ότι η αποδοχή των κρατικών ομολόγων, ως ενέχυρο στις πράξεις νομισματικής πολιτικής της, θα γίνεται υπό την προϋπόθεση ότι θα έχουν πιστοληπτική βαθμολόγηση από ένα επίπεδο και πάνω και ότι η βαθμολόγηση αυτή θα προέρχεται από τους τρεις γνωστούς οίκους αξιολόγησης. Σε αντίθεση λοιπόν με τα όσα ίσχυαν μέχρι και τον Νοέμβριο του 2005 η ΕΚΤ αναγνώριζε πλέον με θεσμοποιημένη πρόβλεψη ότι δεν θα κάνει δεκτά ως ενέχυρο τα ομολόγα χωρών με βαθμίδα κάτω από το Α.

Έτσι, μέσω της ΕΚΤ, εκχωρήθηκε ρόλος στις αγορές και τους οίκους αξιολόγησης να πειθαρχούν τη δημοσιονομική πολιτική των χωρών της ευρωζώνης γιατί απέτυχε στο ρόλο αυτό το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Αυτή η απόφαση της ΕΚΤ δημιούργησε μεταξύ άλλων και τις προϋποθέσεις για την κρίση χρέους στην Ευρώπη. Η ανησυχία για υποβάθμιση των ομολόγων μίας χώρας και πιθανή χρεοκοπία μπορούσε να εξελιχθεί σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Η απόφαση της ΕΚΤ διευκόλυνε τις αγορές να έχουν δυσμενή στάση σε βάρος ομολόγων χωρών με χαμηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση. Έτσι, σε συνθήκες πανικού στην αγορά –όπως συνέβη μετά το 2008- η πρόβλεψη για πιθανή απώλεια της βαθμολόγησης Α των ομολόγων μιας χώρας μπορεί να οδηγήσει σε πιστωτικό γεγονός στο βαθμό που η αγορά γνωρίζει ότι η ΕΚΤ δεν θα τα κάνει πλέον αποδεκτά.

Αυτή υπήρξε η εμπειρία χωρών της ευρωζώνης όπως η Ελλάδα που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης και κατέστη περισσότερο εμφανής μετά την απόφαση της Ντοβίλ τον Οκτώβριο του 2010.

Τότε δηλαδή που οι ηγέτες της Γαλλίας και της Γερμανίας αποφάσισαν ότι προϋπόθεση για να προσφύγει μια χώρα στο μηχανισμό στήριξης θα ήταν η αξιολόγηση βιωσιμότητας του χρέους και η αναδιάρθρωσή του σε περίπτωση που αυτό κρίνονταν μη βιώσιμο.

Μόλις ανακοινώθηκε αυτή η απόφαση οι επενδυτές άρχισαν να εγκαταλείπουν μαζικά ομόλογα χωρών του Νότου διότι πλέον το ενδεχόμενο κουρέματος των ιδιωτών επενδυτών ήταν ανοιχτό.

Επανέρχομαι τώρα στο ρόλο των οίκων. Μέχρι την κρίση του 2008 οι αξιολογήσεις των οίκων ήταν πολύ επιφανειακές και αδιαφανείς και δεν υπήρχαν συγκεκριμένα κριτήρια με τα οποία αξιολογούσαν τις χώρες.

Επιπλέον, δεν φάνηκαν να είναι ικανοί να μπορούν να εκτιμήσουν τους κινδύνους για ευρύτερες συστημικές κρίσεις.

Έτσι, οι οίκοι προχώρησαν πολύ αργά στις υποβαθμίσεις χωρών με μεγάλο χρέος (Βέλγιο, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία Πορτογαλία κλπ) παρά τη διαφαινόμενη ανοδική πορεία του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Για παράδειγμα στην περίπτωση της Ελλάδος ο πρώτος οίκος που άλλαξε την αξιολόγηση ήταν ο οίκος S&P’s μόλις τον Ιανουάριο του 2009, αφού για μια πενταετία δηλαδή από τον Νοέμβριο του 2004  και  μέχρι το 2009 δεν ασχολήθηκε καθόλου με την Ελλάδα παρ’ όλο που τα μακροοικονομικά της μεγέθη επιδεινώνονταν συνεχώς ειδικά μετά το 2007.

Πιθανότατα οι οίκοι άργησαν να αντιδράσουν επειδή  υπερεκτίμησαν την προστασία από χρεοκοπία που απολάμβαναν οι χώρες μέλη της ευρωζώνης.

Τελικά, όταν εκδηλώθηκε η κρίση, οι οίκοι αυτοί, με τις απότομες και μεγάλες υποβαθμίσεις στις αξιολογήσεις που πραγματοποίησαν  μετά την εκδήλωση της, θεωρήθηκαν υπεύθυνοι και για την επιδείνωση και διάχυση της στις χώρες της Ευρωζώνης.

Στους οίκους αυτούς ασκήθηκε κριτική ότι ήταν εκτεθειμένοι σε σύγκρουση συμφερόντων και στον ηθικό κίνδυνο. Οι αξιολογήσεις γίνονται μετά από αίτημα των πελατών τους (εκδότες ομολόγων) που πλήρωναν.

Η Ε.Ε. μετά την εκδήλωση της κρίσης υιοθέτησε τον Κανονισμό 1060/2009 για να ρυθμίσει τη λειτουργία των οίκων αξιολόγησης. Ο στόχος του αρχικού Κανονισμού ήταν να διασφαλίσει την αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων, την ενίσχυση της ποιότητας των βαθμολογήσεων και την ενίσχυση της διαφάνειας στις διαδικασίες αξιολόγησης.

Στη συνέχεια τον αναθεώρησε αρχικά με τον Κανονισμό 513/2011 και στην συνέχεια με τον Κανονισμό 462/2013. Η πρώτη τροποποίηση δεν άλλαξε τους στόχους του αρχικού Κανονισμού. Εξουσιοδότησε όμως την ESMA (European Securities and Markets Aythority) να εποπτεύει τους οίκους αξιολόγησης.

Με την δεύτερη τροποποίηση τέθηκε ως στόχος να εξαλειφθεί από την ευρωπαϊκή νομοθεσία μέχρι το 2020 οποιαδήποτε αναφορά σε αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας για ρυθμιστικούς σκοπούς και προτάθηκε στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να αναπτύξουν δικά τους εργαλεία αξιολόγησης.

Η στόχευση όμως για αποδέσμευση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας από τις αξιολογήσεις των οίκων υπονομεύεται από την κεντρική στόχευση που είναι η ενίσχυση της ποιότητας των βαθμολογήσεων και της διαφάνειας στη διαδικασία αξιολόγησης.

Με τη δεύτερη τροποποίηση προτάθηκε η θέσπιση ενός ευρωπαϊκού οίκου αξιολόγησης. Η πρόταση αυτή είναι αναποτελεσματική ως προς την επίλυση του προβλήματος στη λειτουργία των οίκων αξιολόγησης. Με εξαίρεση ενδεχομένως στο διαγνωσμένο πρόβλημα της «ευμενέστερης» αξιολόγησης των επιχειρήσεων ή κρατών που έχουν έδρα εκεί που εδρεύει ο οίκος αξιολόγησης. Η Ε.Ε. με την πρόταση αυτή επιδίωκε να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός και να περιοριστεί η  ισχυρή θέση που έχουν οι τρεις αυτοί οίκοι στις αγορές.

Η συγκεκριμένη πρόταση δεν έχει προχωρήσει ούτε έχει αυξηθεί ο ανταγωνισμός όπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών (ESMA).

Από την τελευταία έρευνα που δημοσιοποίησε προκύπτει ότι αν και η ESMA έχει στο μητρώο της καταχωρημένους 26 οίκους, οι 3 γνωστοί οίκοι εξακολουθούν να ελέγχουν μετά το 2012 πάνω από το 93% της αγοράς.

Οι οίκοι απάντησαν στην κριτική που τους ασκήθηκε,  καθιστώντας περισσότερο διαφανή τη διαδικασία των  αξιολογήσεων μετά το 2010. Επιπρόσθετα, τώρα στις αξιολογήσεις τους δίνουν πολύ μεγαλύτερη έμφαση στα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη.

Ένα ερώτημα που θέτουν πολλοί μετά την εμπειρία του 2008 είναι αν οι αξιολογήσεις εξακολουθούν να παίζουν κάποιο ρόλο στις αγορές;

Αν δηλαδή παρέχουν στις αγορές κάποια πρόσθετη πληροφόρηση πέρα από αυτήν που οι ίδιες έχουν;

Το ερώτημα αυτό δεν είναι αβάσιμο αν λάβει υπόψη κανείς το γεγονός ότι οι αγορές δεν αντέδρασαν όταν ανακοινώθηκε η υποβάθμιση της αξιολόγησης των βρετανικών ή η αναβάθμιση των Πορτογαλικών ομολόγων.

Έτσι, όταν το Ην. Βασίλειο έχασε την τελευταία αξιολόγηση του ΑΑΑ από την S&P’s μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για το Brexit αντί να πέσουν οι τιμές των ομολόγων αυτές αυξήθηκαν.

Αντίθετα, οι τιμές των ομολόγων ιδιαίτερα των χωρών του Νότου ενισχύθηκαν το 2012 μετά την περίφημη ομιλία του Προέδρου της ΕΚΤ κ. Ντράγκι ο οποίος δήλωσε τότε «είμαι έτοιμος να κάνω ότι χρειάζεται για να σωθεί το ευρώ» παρά το γεγονός ότι η βαθμολόγηση των οίκων δεν άλλαξε.

Ακόμη και μετά την αποτυχία τους στην πράξη οι αξιολογήσεις των οίκων  εξακολουθούν να επηρεάζουν την πορεία  χωρών που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης.

Αυτό συμβαίνει, όπως προαναφέρθηκε, εξαιτίας του θεσμικού πλαισίου άσκησης της νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ.

Μια πρόταση που έχει διατυπωθεί για να ξεπεραστεί αυτό το πρόβλημα είναι να αποσυνδέσει η ΕΚΤ την αποδοχή των ομολόγων χωρών  της ευρωζώνης από την αξιολόγηση που έχουν από τους οίκους αξιολόγησης. Η αποδοχή τους θα μπορούσε να γίνεται με βάση αξιολογήσεις της ίδιας της ΕΚΤ ή του ESM αν τελικά μετασχηματιστεί σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.

Με αυτά τα δεδομένα είναι προφανές ότι η στόχευση της Ελλάδας για την πορεία μετά τα μνημόνια και την επιστροφή σε βιώσιμη ανάπτυξη μέσω της προσέλκυσης επενδύσεων εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις αξιολογήσεις των οίκων. Τα εμπειρικά δεδομένα συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η προσέλκυση επενδύσεων βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα επηρεάζεται από τις αξιολογήσεις.

Μια επιπλοκή από την κριτική που δέχθηκαν οι οίκοι και θα επηρεάσει την Ελλάδα είναι ότι θα γίνουν υπερβολικά επιφυλακτικοί στο να αποτιμούν την βελτίωση. Έτσι οι αναβαθμίσεις θα γίνονται με τέτοια καθυστέρηση που τελικά να είναι «παλαιά νέα» στα οποία η αγορά θα έχει αντιδράσει νωρίτερα.

Μια άλλη επιπλοκή είναι ότι θα γίνουν πιο συντηρητικοί προς το άγνωστο και καινούργιο και έτσι σε φάση ανόδου των επιτοκίων οι αναλύσεις τους για επιχειρήσεις – ειδικά χωρών περιφέρειας, εσωστρεφών και ΜΜΕ- που στοχεύουν σε μεγέθυνση να είναι πολύ συντηρητικές και να υποσκάπτουν τους όρους χρηματοδότησης και τις προοπτικές τους.

Σήμερα, τα Ελληνικά ομόλογα εξακολουθούν να ανήκουν στην βαθμίδα των «σκουπιδιών» junk bonds. H ΕΚΤ δεν αναμένεται να κάνει καμία εξαίρεση στους κανόνες της και έτσι οι ελληνικές τράπεζες θα χάσουν το waiver, όπως έγινε και στην περίπτωση της Κύπρου στις αρχές του 2016, και έτσι τα ελληνικά ομόλογα, δεν θα γίνονται αποδεκτά από την ΕΚΤ για τις πράξεις χρηματοδότησης και δεν συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Η απώλεια αυτής της «εγγύησης» της ΕΚΤ αναμένεται να επηρεάσει τις διαθέσεις των επενδυτών.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οφείλει  να αξιολογήσει σε ποιες πολιτικές πρέπει να δώσει άμεση προτεραιότητα ώστε να εξασφαλίσει αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης. Η αναβάθμιση στα ομόλογα θα πρέπει να έρθει το συντομότερο δυνατόν καθώς η χώρα προετοιμάζεται για την κάλυψη των μελλοντικών της δανειακών αναγκών αποκλειστικά από τις αγορές.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα νέα κριτήρια αξιολόγησης που υιοθέτησαν οι οίκοι μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η συνέχιση του προγράμματος των μεταρρυθμίσεων με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την επιτάχυνση της αναδιάρθρωσης του παραγωγικού προτύπου υπέρ του τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών, πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα των κυβερνητικών επιλογών.

Η αξιοπιστία του οδικού χάρτη για παροχή νέων ελαφρύνσεων στο ελληνικό χρέος, ειδικά αν περιορίζει τους κινδύνους που απορρέουν από ασθενέστερο, από το αναμενόμενο, μελλοντικό ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης, θα διευκόλυναν επίσης τις αποφάσεις τους όπως και η πολιτική σταθερότητα και η διαχρονική συνέπεια των πολιτικών.

Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στη μεταμνημονιακή πορεία της χώρας αυτό συνδέεται με το σχεδιασμό της κυβέρνησης να διασφαλίσει αυτό που η ίδια αποκαλεί «καθαρή» έξοδο στις αγορές ώστε να εξασφαλίσει βαθμούς ελευθερίας για να ακυρώσει ή να αναστείλει το πρόγραμμα  μεταρρυθμίσεων.

Ουσιαστικά η κυβέρνηση επιδιώκει την επονομαζόμενη «καθαρή έξοδο» προκειμένου να κάνει μετά ακριβώς το αντίθετο από ότι χρειάζεται για να επιτυχής η «καθαρή έξοδος» και να διατηρήσει η χώρα την πρόσβαση στις αγορές. Μάλιστα προαναγγέλλει τις προθέσεις της! Αυτό θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην αξιολόγηση της χώρας. Θα διαμορφώσει υψηλά το κόστος δανεισμού της περιορίζοντας ακόμη περισσότερο το δημοσιονομικό χώρο και τις αναπτυξιακές προοπτικές.

Οκτώ χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης οι αξιολογήσεις των τριών οίκων  θα καθορίσουν σε σημαντικό βαθμό αυτήν την φορά την μεταμνημονιακή πορεία της Ελλάδας. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να παραγνωρίσει την πραγματικότητα αυτή για να χτίσει την πολιτική αφήγηση περί «καθαρής» εξόδου. Ούτε και οι επόμενες κυβερνήσεις αφού πολιτική σταθερότητα και διαχρονική συνέπεια των πολιτικών θα επηρεάζουν την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας.

«Ο Κώστας Καραμανλής οδήγησε τη χώρα στο μνημόνιο και ο Τσίπρας κάνει πως δεν καταλαβαίνει τίποτε γι’ αυτή την περίοδο» δήλωσε στο Ραδιόφωνο 24/7 στους 88,6 ο πρώην υπουργός Οικονομικών Φίλιππος Σαχινίδης, σχολιάζοντας την επίσκεψη του πρωθυπουργού στο Καστελόριζο, οκτώ χρόνια μετά από αυτή του Γιώργου Παπανδρέου που ανακοίνωσε την ένταξη της χώρας στο μνημόνιο.

Τόνισε ότι ο κ. Τσίπρας μπορεί να θέλει να συνδέσει τη δική του παρουσία στο Καστελόριζο με την έξοδο της Ελλάδας από τα μνημόνια, αλλά είναι άλλο πράγμα η έξοδος από τα μνημόνια και άλλο η έξοδος από την κρίση.

Σημείωσε ότι ο Αλέξης Τσίπρας θα προσπαθήσει να πείσει τους πολίτες ότι η Ελλάδα βγαίνοντας από το μνημόνιο θα βγει και από την κρίση, αλλά δεν ισχύει.

Πρόσθεσε ότι η χώρα έχει δεσμεύσεις και κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι παρουσιάζει πρόγραμμα ανάπτυξης στο εξωτερικό και όχι στα κόμματα.

Όπως είπε μάλιστα το πρόγραμμα ανάπτυξης θα μπορούσε να ενσωματώσει και προτάσεις των άλλων κομμάτων.

Η σημερινή πρώτη συνεδρίαση της Κεντρικής Πολιτικης Επιτροπής του Κινήματος Αλλαγής πραγματοποιείται 18 περίπου μήνες πριν την Συνταγματική ημερομηνία για την διεξαγωγή των εκλογών.

Στην πραγματικότητα ο χρόνος που έχουμε στη διάθεση μας για να προετοιμαστούμε είναι πολύ λιγότερος αφού όπως όλα δείχνουν οι εκλογές θα διεξαχθούν στο διάστημα μεταξύ φθινοπώρου 2018 και Άνοιξης 2019.

Σε αυτό το περιορισμένο χρονικό διάστημα θα πρέπει να καταβάλλουμε προσπάθεια για να πετύχουμε τους δύο κομβικούς αλλά δύσκολους στην επίτευξη πολιτικούς στόχους:

  • Να αποκαταστήσουμε στη συνείδηση των πολιτών την αξιοπιστία της πολιτικής ως του προνομιακού χώρου επίλυσης των σύνθετων οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων που μας κληροδότησε η κρίση.
  • Να αναδειχθούμε ως ο ισχυρός αντίπαλος της δεξιάς κάτι που μεταξύ άλλων προϋποθέτει την στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο μεγάλος κίνδυνος που διατρέχει η πολιτική ζωή στην χώρα είναι η αυξανόμενη αποστασιοποίηση των πολιτών από την πολιτική.

Αυτό υπήρξε το αποτέλεσμα του απαξιωτικού και μηδενιστικού λόγου για την εκάστοτε κυβέρνηση και το έργο της που υιοθετούσαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης ιδιαίτερα τα λαϊκιστικά κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Ήταν όμως και το αποτέλεσμα της παρατεταμένης διάρκειας της κρίσης και της μεγάλης απώλειας σε όρους ΑΕΠ και θέσεων εργασίας.

Οι μεγάλες απώλειες της Ελλάδας σε σχέση με αυτές άλλων χωρών που μπήκαν στα μνημόνια οφείλεται αφενός στο μεγαλύτερο μέγεθος των προβλημάτων στην έναρξη της κρίσης και αφετέρου στο γεγονός ότι η αντιπολίτευση δεν συναίνεσε στην υλοποίηση των αναγκαίων αλλαγών από τη στιγμή που η χώρα έχασε την πρόσβαση στις αγορές. Ας μην ξεχνούμε τη στάση που τήρησε η ΝΔ από τον Οκτώβριο του 2009 μέχρι και τον Μάιο του 2012. Ούτε αυτή που τήρησε ο ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο μέχρι και τον Δεκέμβρη του 2014.

Στις άλλες χώρες υπήρξαν συναινέσεις και συνεννοήσεις και η πολιτική αντιπαράθεση έμεινε στα πεδία πολιτικής πέρα από αυτά που σχετίζονταν με την υλοποίηση των αναγκαίων αλλαγών για να ξεπεραστεί η κρίση.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο γεγονός η απαξίωση της πολιτικής στην Ελλάδα ούτε πρέπει να υποτιμούμε τους κινδύνους για την πολιτική σταθερότητα από τη πρωτοφανή μείωση του ποσοστού συμμετοχής στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 στο 56%.

Διαφορετικά κινδυνεύουμε να δούμε στο προσεχές μέλλον ένα μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας να γυρίζει την πλάτη στην πολιτική και να γοητεύεται από ακραίες και εξωθεσμικές επιλογές. Πολύ περισσότερο αν η χώρα κάποια στιγμή στο προσεχές μέλλον εκτεθεί στις συνέπειες μιας νέας εξωγενούς κρίσης.

Σήμερα δέκα χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης και οκτώ χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε ότι η έξοδος από τα μνημόνια δεν διασφαλίζει οριστική και ασφαλή έξοδο από την κρίση.

Ότι η ασφαλής και οριστική έξοδος από την κρίση προϋποθέτει ορισμένες ελάχιστες συνεννοήσεις μεταξύ των οποίων είναι το θέμα της ελάφρυνσης του χρέους και της αναθεώρησης των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα, το Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων, η αναθεώρηση του Συντάγματος τα θέματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας.

Από τα προαναφερθέντα ζητήματα ειδικά η αναθεώρηση του Συντάγματος προϋποθέτει εξ ορισμού την επίτευξη ευρύτερων συναινέσεων.

Με δεδομένο ότι η ΝΔ που είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων το 2013, οπότε μπορούσε να ξεκινήσει η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, δεν το έπραξε τότε, δεν έχουμε το περιθώριο σήμερα να καθυστερήσουμε άλλο. Πιστεύω ότι αυτό έγινε κατανοητό και από τον κ. Μητσοτάκη και για αυτό τροποποίησε την αρχική του στάση.

Ας μην μπερδεύουν λοιπόν κάποιοι την αξιακή πολιτική επιλογή για ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις που έχει ανάγκη η χώρα με τη συμπόρευση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί στην πρόταση μας για συναινέσεις περιλαμβάνεται και η ΝΔ.

Σε κάθε περίπτωση ας γίνει κατανοητό ότι η αντίθεση της εκλογικής μας βάσης να συμμετέχει ένα στέλεχος μας μετά τις εκλογές ως Υπουργός σε μια Κυβέρνηση υπό τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ισοδύναμη με την αντίθεση της να συμμετάσχουν τα στελέχη μας σε Κυβέρνηση υπό τη ΝΔ.

Ας παραμερίσουν λοιπόν κάποιοι το άγχος της μελλοντικής τους υπουργοποίησης σε κυβερνήσεις άλλων.

Διότι το ιστορικό μας καθήκον είναι να εργαστούμε ώστε να αποκτήσουμε αυτόνομο πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της χώρας.

Έτσι θα  επιβάλλουμε τους όρους και τις προϋποθέσεις συναινέσεων για τις απαραίτητες αλλαγές, αντί να αυτοεγκλωβιζόμαστε στο ρόλο του χρήσιμου κυβερνητικού συνεργάτη.

Σε ό,τι αφορά τον στόχο μας για στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ αυτός ξεκινά από την εκτίμηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει ούτε μπορεί να διασφαλίσει την οριστική και ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση.

Άλλωστε η κρίση και ο άκρατος λαϊκισμός του έφεραν τον ΣΥΡΙΖΑ στη θέση που είναι σήμερα.

Τώρα που κατέρρευσε η τεχνητή διαίρεση μνημονιακών – αντιμνημονιακών δυνάμεων ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να κρυφτεί πίσω από μια νέα τεχνητή διαίρεση:

«το νέο και ηθικό» έναντι του «παλιού και διεφθαρμένου».

Η πραγματική όμως σύγκρουση σήμερα στην Ελλάδα είναι μεταξύ των προοδευτικών δυνάμεων της αλήθειας και της ευθύνης όπως το Κίνημα Αλλαγής, που  προτάσσουν τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών, έναντι των συντηρητικών δυνάμεων, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ, που προτάσσουν το συμφέρον του κόμματος και των στελεχών του και θέτουν σε δεύτερη μοίρα το συμφέρον της χώρας και της κοινωνίας.

Η πραγματική σύγκρουση σήμερα είναι μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων όπως το Κίνημα Αλλαγής που θέλουν να κατεδαφίσουν το πελατειακό κράτος και να οικοδομήσουν ανοικτούς πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς και των δυνάμεων όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ που επιδιώκουν να κτίσουν το δικό τους πελατειακό κράτος και να συντηρούν κλειστούς πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς.

Για αυτό θεωρούμε αναγκαία την στρατηγική  ήττα του ΣΥΡΙΖΑ.

Ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζουμε ότι θα οδηγήσει τη χώρα σε νέα πολιτικά οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα η αντικατάσταση του πελατειακού κράτους του ΣΥΡΙΖΑ με αυτό της ΝΔ αν στις επόμενες εκλογές κερδίσει η ΝΔ.

Ας επικεντρωθούμε λοιπόν στη χάραξη μιας αυτόνομης πορείας.

Μόνο αυτός ο ρόλος ταιριάζει στη Δημοκρατική Παράταξη ώστε να εργαστεί για την οριστική και ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση.

Και σε αυτή την μάχη οφείλουμε όλοι να συστρατευτούμε.

-Το τρίτο μνημόνιο ολοκληρώνεται τον Αύγουστο, κ. Σαχινίδη. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα προχωρά στην ανάπτυξη χωρίς δεσμεύσεις ή θα υπάρξει και τέταρτο;

Με την έξοδο από τα μνημόνια δεν σημαίνει ότι θα έχουμε οριστική και ασφαλή έξοδο από την κρίση με μετάβαση σε διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Για να περάσουμε σε διατηρήσιμη ανάπτυξη πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα που μας οδήγησαν στην κρίση του 2009. Κάτι που μέχρι στιγμής δεν έχει προχωρήσει στο επιθυμητό βαθμό αν εξαιρέσουμε τα δύο πρώτα χρόνια της κρίσης, που έγιναν αρκετά τολμηρά βήματα. Αντίθετα, βλέπουμε την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να κτίζει ένα νέο πελατειακό κράτος με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη χώρα και την οικονομία.

Οκτώ χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου δεν υπάρχει ούτε μια χώρα στην Ευρώπη διατεθειμένη να προσφέρει νέο φθηνό δανεισμό στην Ελλάδα για άλλη μια τριετία. Άρα, δεν μπορεί να υπάρξει τέταρτο μνημόνιο.

-Πιστοληπτική γραμμή ή αποθεματικό; Τι είναι πιο συμφέρον για τη χώρα;

Λάθος δίλλημα. Αν εκδηλωθεί μελλοντικά μια διεθνής κρίση μας προστατεύει η προληπτική γραμμή ή το αποθεματικό; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ότι κανένα από τα δύο δεν θα μας προστατέψει. Η οικονομία και οι εργαζόμενοι θα είναι προστατευμένοι στο ενδεχόμενο μιας νέας διεθνούς κρίσης μόνο αν ολοκληρωθούν οι αναγκαίες αλλαγές και προχωρήσει η αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου.

Με την «καθαρή έξοδο» η κυβέρνηση επιχειρεί να κτίσει τη νέα της πολιτική αφήγηση: «ναι μεν υπέγραψα το Τρίτο Μνημόνιο εξ’ ανάγκης αλλά έβγαλα τη χώρα από τα μνημόνια». Στην πραγματικότητα μετά τον Αύγουστο δεν θα μπορεί μόνη της να αλλάξει τους αυστηρούς στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Η κυβέρνηση με την υποτιθέμενη «καθαρή έξοδο» έχει θέσει ως στόχο να αναστείλει ή να ακυρώσει μεταρρυθμίσεις που της στοιχίζουν πολιτικά. Με τις επιλογές της, δυστυχώς για τη χώρα, εξακολουθεί να είναι μέρος του προβλήματος και όχι μέρος της λύσης του ελληνικού προβλήματος.

-Ποια είναι η πολιτική πρόταση του Κινήματος Αλλαγής για την επόμενη ημέρα της λήξης του μνημονίου;

Το Κίνημα Αλλαγής υποστηρίζει ότι η ασφαλής και οριστική έξοδος της χώρας από την κρίση προϋποθέτει ευρείες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις για να ανακτηθεί πολιτική αξιοπιστία στην Ευρώπη που χάθηκε μετά τις αδιέξοδες και επικίνδυνες κυβερνητικές επιλογές του 2015. Με ενισχυμένη την αξιοπιστία θα διεκδικήσουμε την ελάφρυνση του δημόσιου χρέους ώστε να καταστεί δυνατή η μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα από 3,5% του ΑΕΠ σε 2% από το 2019.

Η μείωση αυτή θα δημιουργήσει τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο για φορολογικές και ασφαλιστικές ελαφρύνσεις. Αυτές σε συνδυασμό με την επίλυση του προβλήματος του ιδιωτικού χρέους και ένα Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων, που θα επιταχύνει τον μετασχηματισμό της οικονομίας με ενίσχυση του τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών, θα διευκολύνουν την προσέλκυση ιδιωτικών εγχώριων και ξένων επενδύσεων.

Η ενίσχυση των ιδιωτικών επενδύσεων στα επόμενα χρόνια θα στηρίξει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και θα οδηγήσει στη δημιουργία νέων, βιώσιμων και ποιοτικών θέσεων εργασίας με καλούς μισθούς. Έτσι, θα εξασφαλιστούν και οι αναγκαίοι πόροι για τη στήριξη του κοινωνικού κράτους και όσων χτυπήθηκαν από την κρίση. Αυτός είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος αντιμετώπισης της φτώχειας και των κοινωνικών ανισοτήτων που οξύνθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης και όχι τα φιλανθρωπικά μερίσματα της κυβέρνησης παραμονές Χριστουγέννων.

-Πώς μπορεί να σχεδιαστεί και εφαρμοστεί ένα Ελληνικό σχέδιο Ανασυγκρότησης σε ασταθές διεθνές οικονομικό περιβάλλον, λόγω της πολιτικής Τράμπ και της έντασης που επικρατεί στα εθνικά θέματα κυρίως με την ρητορική επιθετικότητα της Τουρκίας;

Η κυβέρνηση απέτυχε τα προηγούμενα χρόνια να αξιοποιήσει το ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον της ποσοτικής χαλάρωσης, των χαμηλών επιτοκίων και της παγκόσμιας ανάπτυξης. Με τις επιλογές της οδήγησε τη χώρα σε δύο χρόνια ύφεσης το 2015 και το 2016, ενώ το 2017 η ανάπτυξη ήταν τελικά στο μισό του αρχικού στόχου.

Σήμερα, λοιπόν, που οι συνθήκες στο διεθνές περιβάλλον φαίνεται ότι χειροτερεύουν σε συνδυασμό με την πολιτική έντασης που συντηρεί η Τουρκία, είναι ακόμη πιο επιτακτική η ανάγκη να προχωρήσουμε σε συναινέσεις ώστε να έχουμε τον Αύγουστο θετικές αποφάσεις για το χρέος και τα ελλείμματα που θα επιτρέψουν την εκπόνηση ενός αξιόπιστου εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης της οικονομίας.

Το Κίνημα Αλλαγής υπογραμμίζει την ανάγκη για στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ αλλά ζητάτε συναίνεση για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Πως συμβαδίζουν αυτά τα δύο;

Η αναθεώρηση του Συντάγματος προϋποθέτει εξ ορισμού την επίτευξη ευρύτερων συναινέσεων. Με δεδομένο ότι η ΝΔ που είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων το 2013, οπότε μπορούσε να ξεκινήσει η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, δεν το έπραξε τότε, δεν έχουμε το περιθώριο σήμερα να καθυστερήσουμε άλλο. Πιστεύω ότι αυτό έγινε κατανοητό και από τον κ. Μητσοτάκη και για αυτό τροποποίησε την αρχική του στάση.

Σε ό,τι αφορά τον στρατηγικό μας στόχο εξακολουθούμε να υποστηρίζουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει ούτε μπορεί να διασφαλίσει την οριστική και ασφαλή έξοδο από την κρίση. Άλλωστε η κρίση και ο άκρατος λαϊκισμός του έφεραν τον ΣΥΡΙΖΑ στη θέση που είναι σήμερα.

Τώρα που κατέρρευσε η τεχνητή διαίρεση μνημονιακών – αντιμνημονιακών δυνάμεων ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να κρυφτεί πίσω από μια νέα τεχνητή διαίρεση: «το νέο και ηθικό» έναντι του «παλιού και διεφθαρμένου».

Η πραγματική όμως σύγκρουση σήμερα στην Ελλάδα είναι μεταξύ των προοδευτικών δυνάμεων, όπως το Κίνημα Αλλαγής, που προτάσσουν τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών, έναντι των συντηρητικών δυνάμεων, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, που προτάσσουν το συμφέρον του κόμματος και των στελεχών του και θέτουν σε δεύτερη μοίρα το συμφέρον της χώρας και της κοινωνίας.

Είναι η σύγκρουση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων που θέλουν να κατεδαφίσουν το πελατειακό κράτος και να οικοδομήσουν ανοικτούς πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς και των δυνάμεων που επιδιώκουν να κτίσουν το δικό τους πελατειακό κράτος και να συντηρούν κλειστούς πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς και τον παρεοκρατικό καπιταλισμό. Στις πρώτες δυνάμεις ανήκει το Κίνημα Αλλαγής. Στις δεύτερες ανήκουν ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ. Για αυτό θεωρούμε αναγκαία την στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ. Ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζουμε ότι θα οδηγήσει τη χώρα σε νέα αδιέξοδα η αντικατάσταση του πελατειακού κράτους του ΣΥΡΙΖΑ με αυτό της ΝΔ αν στις επόμενες εκλογές κερδίσει η ΝΔ.

-Τι απαντάτε σ’ όσους λένε ότι προκαλείται σύγχυση και εκπέμπεται μήνυμα προσέγγισης με τον ΣΥΡΙΖΑ;

Να μην μπερδεύουν την αξιακή πολιτική επιλογή για ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις που έχει ανάγκη η χώρα με τη συμπόρευση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί στην πρόταση μας για συναινέσεις περιλαμβάνεται και η ΝΔ.

Σε κάθε περίπτωση ας κατανοήσουν ότι η αντίθεση της εκλογικής μας βάσης να συμμετέχει ένα στέλεχος μας μετά τις εκλογές ως Υπουργός σε μια Κυβέρνηση υπό τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ισοδύναμη με την αντίθεση της να συμμετάσχουν τα στελέχη μας σε Κυβέρνηση υπό τη ΝΔ. Ας παραμερίσουν λοιπόν το άγχος της μελλοντικής τους υπουργοποίησης σε κυβερνήσεις άλλων.

Το ιστορικό μας καθήκον είναι να εργαστούμε ώστε να αποκτήσουμε αυτόνομο πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της χώρας, επιβάλλοντας έτσι όρους και προϋποθέσεις συναινέσεων για τις απαραίτητες αλλαγές, αντί να αυτοεγκλωβιζόμαστε στο ρόλο του χρήσιμου κυβερνητικού συνεργάτη.

Ας επικεντρωθούμε στη χάραξη μιας αυτόνομης πορείας. Μόνο αυτός ο ρόλος ταιριάζει στη Δημοκρατική Παράταξη ώστε να εργαστεί για την οριστική και ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση.

-Πως σχολιάζετε την επίθεση φιλίας για συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων από τα κυβερνητικά στελέχη; Υπάρχει κοινό έδαφος;

Αν και δεν είναι της ειδικότητας μου ο κλάδος αυτός, πολλές από τις δηλώσεις των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ μοιάζουν να προέρχονται από άτομα με συμπτώματα διπολικής διαταραχής. Δευτέρα-Τετάρτη-Παρασκευή είναι υπέρ της Συνεργασίας με το Κίνημα Αλλαγής. Τρίτη-Πέμπτη-Σάββατο, κατά τα στελέχη αυτά, το Κίνημα Αλλαγής, και οι δυνάμεις που μετέχουν σε αυτό, είναι δυνάμεις που εκπροσωπούν «το παλιό και διεφθαρμένο καθεστώς που οδήγησε στην κρίση και έφερε τα Μνημόνια».

Το ότι στο ΣΥΡΙΖΑ έχουν εισρεύσει στρατιές στελεχών που προέρχονται είτε από την Καραμανλική Δεξιά είτε από το ΠΑΣΟΚ ή ότι συνεργάζονται με ένα ακροδεξιό κόμμα των ΑΝΕΛ δεν φαίνεται να τους απασχολεί. Ίσως επειδή θεολογικά αντιμετωπίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ ως την κολυμπήθρα του Σιλωάμ που αίρει όλες τις αμαρτίες του κόσμου. Προφανώς και τις δικές τους.

-Ποια θα πρέπει να είναι η στρατηγική απάντηση της Ελλάδας στην επιθετικότητα της Τουρκίας στο Αιγαίο και την Κύπρο;

Η Ελλάδα πρέπει να μείνει σταθερή στις θέσεις της για φιλικές σχέσεις με όλες τις γειτονικές χώρες στη βάση του σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου και των Συνθηκών. Οφείλουμε να αξιοποιούμε τη συμμετοχή μας στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ αλλά και τις φιλικές μας σχέσεις με χώρες της ευρύτερης περιοχής. Κάθε κυβέρνηση οφείλει με τις επιλογές της να στηρίζει το στρατιωτικό δόγμα της αποτρεπτικής ισχύος. Σε κάθε περίπτωση η πολιτική ηγεσία οφείλει να μην παρασύρεται από τις επιλογές των γειτόνων που επιθυμούν να διαμορφώσουν συνθήκες ώστε να φέρουν την Ελλάδα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ένα ατύχημα ή ένα θερμό επεισόδιο με την Τουρκία θα έχει καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία και τις προοπτικές της χώρας. Οφείλουμε να βρούμε έναν τρόπο διαχείρισης της αστάθειας στην ευρύτερη περιοχή, που περιλαμβάνει και την τουρκική επιθετικότητα, που θα είναι επωφελής για τα εθνικά συμφέροντα.