Ημερήσιο Αρχείο6 Ιουνίου 2018

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη στο liberal.gr

*πρώτα κάνε τα αυγά και μετά κακάρισε

– Πως σχολιάζετε τις εκτιμήσεις του υπ. Οικονομικών για έκρηξη επενδύσεων- ανάπτυξης και υπερ-πλεονασμάτων μαμούθ, όπως προβλέπει το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022;

Το Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής δεν έχει δημοσιοποιηθεί ακόμη. Από την έκθεση που δημοσιοποίησε το Δημοσιονομικό Συμβούλιο βλέπουμε ότι οι εκτιμήσεις για την αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,1% κατά μέσο όρο την περίοδο 2018-2022 στηρίζονται σε πολύ αισιόδοξες εκτιμήσεις για αύξηση των επενδύσεων.

Αυτές οι εκτιμήσεις συγκρούονται με την σκληρή πραγματικότητα η οποία καταδεικνύει ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αντιμετωπίζει με ιδεοληπτικό τρόπο το ζήτημα των επενδύσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι μερικές μεγάλες επενδύσεις δεν έχουν ξεκινήσει, κάποιες άλλες έχουν απορριφθεί από την κυβέρνηση, ενώ ανησυχητικό είναι το φαινόμενο της μετακίνησης επιχειρήσεων στο εξωτερικό.

Είναι να απορεί κανείς πως με την υπερφορολόγηση, η οποία όπως προκύπτει και από την έκθεση θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια, θα αυξηθούν οι επενδύσεις. Επομένως οι εκτιμήσεις για θηριώδη υπερπλεονάσματα πολύ άνω του 3,5% του ΑΕΠ στα επόμενα έτη είναι μετέωρες. Το μόνο που εξυπηρετούν είναι να καλλιεργούν προσδοκίες ότι θα δημιουργηθεί δημοσιονομικός χώρος και πριν τις εκλογές -που όπως φαίνεται θα γίνουν μάλλον το 2019- θα δοθούν πρόσθετες προεκλογικές παροχές, πέρα δηλαδή και από αυτές που προβλέπονται με τα αντίμετρα.

– Σε μια κρίσιμη στιγμή για την πορεία της Ελλάδας μετά το μνημόνιο, και ενώ έχουν σταλεί τα πρώτα μηνύματα από τις αγορές, η συζήτηση για την προληπτική γραμμή στήριξης επανέρχεται. Εδώ που είμαστε, μήπως είναι απαραίτητη, παρά τις όποιες περί του αντιθέτου επιθυμίες;

Η ποντιακή παροιμία «μιαν έβασον και επέκει κακάντζον» δηλαδή «πρώτα κάνε τα αυγά και μετά κακάρισε» ταιριάζει απόλυτα ως σχόλιο στην επιλογή της κυβέρνησης να προτάξει τις πολιτικές σκοπιμότητες – μιλώντας πρόωρα για «καθαρή» έξοδο στις αγορές – έναντι των αναγκών της χώρας για οριστική και ασφαλή υπέρβαση της κρίσης.

Η κυβέρνηση όφειλε και οφείλει να εξετάσει τι εξυπηρετεί καλύτερα και με ασφάλεια τις ανάγκες της χώρας και όχι να σπεύδει να προεξοφλεί την «καθαρή» έξοδο σε ένα περιβάλλον αυξημένων αβεβαιοτήτων. ‘Όφειλε να μείνει σιωπηλή μέχρι που να διασφαλίσει ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις ώστε η χώρα να επιστρέψει στις αγορές με ασφάλεια χωρίς να αναλαμβάνει επιπρόσθετα ρίσκα.

Τώρα οι εξελίξεις στις διεθνείς αγορές και στη γειτονική Ιταλία οδήγησαν σε αύξηση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων και δυσκολεύουν την υλοποίηση του σχεδιασμού για τη δημιουργία αποθεματικού με άντληση κεφαλαίων από τις αγορές πριν τη λήξη του τρίτου μνημονίου.

Βλέπουμε λοιπόν ότι όλες οι κυβερνητικές διακηρύξεις τελούν υπό αίρεση έχοντας όμως βλάψει για άλλη μια φορά την αξιοπιστία της χώρας. Για αυτό πάλι στο εξωτερικό άρχισαν να μιλάνε για το γνωστό «ηθικό» κίνδυνο και το ενδεχόμενο να υποτροπιάσει η χώρα εξαιτίας των πολιτικών αντιπαραθέσεων στις επικείμενες εκλογικές αναμετρήσεις.

– Ας έρθουμε στο θέμα του χρέους. Στο σενάριο που ΔΝΤ και Βερολίνο δεν τα βρίσκουν τελικά, και ότι Ταμείο παραμείνει στο πρόγραμμα ως παρατηρητής δίχως χρηματοδοτική συμμετοχή, τι θα σημαίνει αυτό ως προς την ανάλυση που θα κάνει για τη βιωσιμότητα του χρέους, και τι μηνύματα θα στείλει στις αγορές;

Η Ελλάδα έχει ανάγκη τη θετική αξιολόγηση του ΔΝΤ ως προς το ζήτημα της βιωσιμότητας του χρέους. Στο βαθμό που τώρα διαφαίνεται ότι η Γερμανία δεν αποδέχεται τις εκκλήσεις του ΔΝΤ και της ΕΚΤ για ανακοίνωση και υλοποίηση των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους χωρίς όρους και προϋποθέσεις, γίνεται ακόμη πιο αβέβαιη η ασφαλής έξοδος στις αγορές.

Εκτιμώ λοιπόν ότι η επιδίωξη των δανειστών σε περίπτωση που τελικά αποκλειστεί οριστικά το ΔΝΤ από το πρόγραμμα και δεν προσφύγει η κυβέρνηση σε κάποια συμφωνία για στήριξη μετά την έξοδο στις αγορές, θα είναι να μην χρεωθούν ότι μετά από τρία προγράμματα διάρκειας οκτώ ετών η Ελλάδα είναι ανέτοιμη να βγει στις αγορές.

Θα διασφαλίσουν λοιπόν οι δανειστές με την ρύθμιση που θα γίνει για το χρέος ότι για τα επόμενα 3-4 χρόνια η χώρα δεν θα έχει χρηματοδοτικές ανάγκες που θα καταστήσουν αναγκαία την εκ νέου προσφυγή στον ESM σε περίπτωση μιας νέας κρίσης που μπορεί να έχει αφετηρία την γειτονική Ιταλία. Το τι θα γίνει μετά την περίοδο αυτή θα το επανεξετάσουν στην βάση των εξελίξεων στην Ελλάδα και στις αγορές.

– Μπορεί τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν τη Δευτέρα από την ΕΛΣΤΑΤ να δείχνουν αύξηση του ΑΕΠ σε ετήσια βάση κατά 2,3% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2017, ωστόσο επενδύσεις και ιδιωτική κατανάλωση παραμένουν καθηλωμένες. Τι κινδύνους εγκυμονεί αυτή η εξέλιξη;

Η πτώση της κατανάλωσης είναι το αποτέλεσμα της υπερφορολόγησης αλλά και της ενισχυμένης αβεβαιότητας. Αυτό που είναι ανησυχητικό είναι ότι την ώρα που η ελληνική οικονομία έχει ανάγκη από νέες επενδύσεις για να αναπληρώσει τον κατεστραμμένο παραγωγικό ιστό, από τα στοιχεία προκύπτει ότι η αποεπένδυση συνεχίζεται. Και όλα αυτά σε μια στιγμή που οι συνθήκες στη διεθνή οικονομία αρχίζουν να γίνονται πιο αβέβαιες.

Το ζητούμενο για τη χώρα από τότε που κατέρρευσε το παραγωγικό της πρότυπο και ξέσπασε η κρίση είναι πως θα διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις εκείνες ώστε η οικονομία να περάσει με σταθερό τρόπο σε ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Οι επενδύσεις είναι το κρίσιμο εργαλείο για τη μετάβαση αυτή.

Επομένως η αύξηση του ΑΕΠ είναι θετική εξέλιξη υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι συγκυριακή, θα έχει συνέχεια και θα βασιστεί σε ένα πιο ισορροπημένο και διατηρήσιμο μείγμα επενδύσεων, εξαγωγών, και σε μια ήπια, αλλά σταθερή, ανάκαμψη της κατανάλωσης.

– Στα παραπάνω βέβαια πρέπει να συνυπολογίσει κανείς και την έλλειψη εμπιστοσύνης των νοικοκυριών στο success story της ελληνικής οικονομίας. Στη έρευνα του ΙΟΒΕ για το Μάιο, το 61% προβλέπει ελαφρά ή αισθητή επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας, ενώ το 58% περιμένει επιδείνωση της δικής του οικονομικής κατάστασης…

Τα ελληνικά νοικοκυριά έχουν εξαντληθεί μετά από μια δεκαετή κρίση που οδήγησε σε μείωση των εισοδημάτων αλλά και σε ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων. Στο βαθμό που εξακολουθούν να βλέπουν τις αποταμιεύσεις τους να απομειώνονται προκειμένου να ανταποκριθούν στις φορολογικές τους υποχρεώσεις ή στην εξυπηρέτηση των δανείων τους, είναι πολύ επιφυλακτικά ως προς τις μελλοντικές προοπτικές.

Ας μην ξεχνάμε ότι έχουμε μπροστά μας τις προγραμματισμένες μειώσεις των συντάξεων από το Ιανουάριο του 2019 και την μείωση του αφορολόγητου το 2020. Σε πολλά νοικοκυριά υπάρχει ένας μόνο εργαζόμενος και αυτός ή αυτή σε πολλές περιπτώσεις είναι σε άτυπη εργασιακή σχέση.

Όλα αυτά αυξάνουν την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια των νοικοκυριών γεγονός που αποτυπώνεται και στα στοιχεία για την κατανάλωση η οποία όπως προείπα μειώνεται. Η κόπωσή τους είναι τέτοια που θα απαιτηθούν πολλά τρίμηνα θετικών ρυθμών ανάκαμψης, αύξηση της απασχόλησης και αύξηση των εισοδημάτων προκειμένου να δούμε μια ουσιαστική βελτίωση στην οικονομική κατάσταση και τη συνολική δαπάνη των νοικοκυριών.

Η χώρα έχει ανάγκη από αλλαγή πορείας και η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν μπορεί να συνεισφέρει στην προσπάθεια για οριστική και ασφαλή υπέρβαση της κρίσης. Μετά τις εκλογές θα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα των πολιτικών δυνάμεων που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν την κρίση, ώστε να διασφαλίσουν ευρύτερες συναινέσεις προκειμένου να μπούμε σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης και πραγματικής σύγκλισης με την Ευρώπη.

στο Liberal