Συνέντευξη στο Ρ/Σ "Σκαϊ 100,3" στην εκπομπή "Ημερολόγιο" με τον Παύλο Τζίμα, την Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Ο Βουλευτής του ΠΑΣΟΚ και πρώην Υπουργός Οικονομικών κ. Φίλιππος Σαχινίδης είναι στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Καλημέρα σας κ. Σαχινίδη.

Καλή σας ημέρα.

Να σας μεταφέρω μια ερώτηση ακροατή, που την βρίσκω λογική. Αν ήταν  τόσο εύκολα και μέσα σε λίγα 24ωρα να μπορούσαμε γλιστρήσουμε πίσω στο 2012 και στους φόβους για έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ και όλα αυτά, αυτό δεν σημαίνει ότι στην πραγματικότητα δεν κάναμε και πολλά πράγματα από τότε ως τώρα; Δηλαδή, ότι όλες οι θυσίες που έγιναν δεν είναι σταθεροποιημένες και όλες οι επιτυχίες που τόσο διαφημίστηκαν δεν είναι και τόσο επιτυχίες;

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει, ότι η Ελλάδα αντιμετώπισε τα δύο μεγάλα προβλήματα με τα οποία βρέθηκε αντιμέτωπη το 2009, δηλαδή τα ελλείμματα.  Αλλά αυτά, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά συμπτώματα ενός βαθύτερου προβλήματος. Και το πρόβλημα αυτό ήταν η αδυναμία στην λειτουργία των θεσμών και μια οικονομία που δεν ανταποκρίνονταν στα διεθνή πρότυπα. Δεν μπορούσε δηλαδή να ανταγωνιστεί άλλες οικονομίες και να συμμετέχει ισότιμα στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Γι’ αυτό και στη χθεσινή μου τοποθέτηση σε μια εκδήλωση που έκανε η ΔΗΜ.ΑΡ. με αφορμή την προοδευτική διακυβέρνηση και τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις είπα, ότι το μεγάλο ζητούμενο για την Ελλάδα το επόμενο χρονικό διάστημα είναι να θωρακίσει αυτές τις κατακτήσεις που πέτυχε συνεχίζοντας πλέον τις μεγάλες αλλαγές, το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της χώρας. Στον τρόπο που λειτουργεί το πολιτικό σύστημα, στον τρόπο που λειτουργούν τα Μέσα, στον τρόπο που λειτουργεί η Δικαιοσύνη. Τότε και μόνο τότε, αυτές οι κατακτήσεις θα έχουν θωρακιστεί απόλυτα.

Άρα, λέτε ότι δεν είναι τόσο οικονομικό το θέμα, αλλά περισσότερο πολιτικό, θεσμικό.

Ακριβώς. Είναι και πολιτικό και θεσμικό. Χρειάζεται μια εκ νέου θέσμιση της πολιτείας. Και αυτό προϋποθέτει, ότι υπάρχει συναίνεση. Αυτό το οποίο στοιχίζει στη χώρα σε σχέση με άλλες χώρες, γιατί και άλλες χώρες ήταν σε πρόγραμμα – και η Ιρλανδία ήταν σε πρόγραμμα και η Πορτογαλία ήταν σε πρόγραμμα – και όμως αυτές οι χώρες κατάφεραν ολοκλήρωσαν τις δεσμεύσεις τις οποίες είχαν αναλάβει, βγήκαν έξω από το πρόγραμμα και μία από αυτές, η Ιρλανδία αυτή τη στιγμή έχει πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και σταδιακά αποκαθιστά όλες τις απώλειες που είχε και στα εισοδήματα και στην απασχόληση κατά την περίοδο της κρίσης. Η Ελλάδα είναι πίσω σε αυτό το ζήτημα. Και πιστεύω, ότι ένας από τους βασικούς παράγοντες είναι ότι, πρώτον, δυστυχώς ακόμη δεν έχουμε συμφωνήσει στο τι μας οδήγησε στην κρίση και δεύτερον, ποιες ήταν οι επιλογές.  Και δεν είναι τυχαίο ότι το 2010 την ώρα που η χώρα βρισκόταν αντιμέτωπη με τα μεγαλύτερα προβλήματα, η μεν Νέα Δημοκρατία υπερασπιζόταν την άποψη των «Ζαππείων» ο δε ΣΥΡΙΖΑ υπερασπιζόταν την άποψη της «Αργεντινοποίησης» ή της «Βολιβοποίησης» της ελληνικής πραγματικότητας. Αντιλαμβάνεστε, ότι όταν βρισκόμαστε τόσο μακριά από την επίτευξη μιας σύγκλισης στο ποιο είναι το πρόβλημα και ποιες είναι οι δυνατές επιλογές, είναι λίγο δύσκολο να ζητάς σήμερα να λυθούν όλα τα προβλήματα «ως δια μαγείας». Όταν, ναι κάναμε προσπάθειες, λύσαμε τα συμπτώματα αλλά δεν κάναμε προσπάθειες για να λύσουμε την πρωτογενή αιτία του προβλήματος.

Μάλιστα. Αλήθεια, κινδύνους τώρα βλέπετε ή όλο αυτό είναι τρομοκρατία με πολιτική σκοπιμότητα και προπαγάνδα; Το Grexit, ο κίνδυνος να βρεθούμε ξανά με «το ένα πόδι έξω» και όλα αυτά;

Ακούστε, η συζήτηση αυτή, είτε θέλουμε είτε δεν θέλουμε, ξεκίνησε για πρώτη φορά σε πολύ έντονο βαθμό μεταξύ Μαΐου και Ιουνίου 2012. Και όλα αυτά, γιατί; Διότι τότε, υπήρχε μια επιμονή από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας, πριν από τον Μάιο του 2012, να προχωρήσει η χώρα σε εκλογές ενώ η κυβέρνηση Παπαδήμου μόλις είχε καταφέρει να ολοκληρώσει τις πρώτες υποχρεώσεις που είχε αναλάβει στο πλαίσιο του Δεύτερου Προγράμματος. Σήμερα, βρισκόμαστε ξανά αντιμέτωποι με τα ίδια διλλήματα με μια μεγάλη διαφορά. Ότι αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στο τέλος του προγράμματος και στη χάραξη του οδικού χάρτη της επόμενης ημέρας, που όμως αυτή τη στιγμή δεν είναι χαρτογραφημένος και αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα. Και βέβαια, το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα είναι, ότι η χώρα μας δεν έχει τη δυνατότητα – εξ αντικειμένου – να καλύπτει δανειακές ανάγκες από τις αγορές, διότι τα επιτόκια έχουν ανέβει πάρα πολύ ψηλά αλλά ταυτοχρόνως δεν έχει κάποια πρόσβαση σε πρόγραμμα, ούτε έχει αυτό που λέγεται προληπτική γραμμή στήριξης. Άρα, υπάρχει ένας υψηλός βαθμός αβεβαιότητας, που ενισχύεται από το γεγονός, ότι βαδίζουμε πλέον προς την διεξαγωγή των διαδικασιών για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, και –βεβαίως – οι εκτιμήσεις όλες κατατείνουν στο ότι είναι δύσκολο να διαμορφωθεί η προεδρική πλειοψηφία, και αυτό πιθανότατα θα μας οδηγήσει και στις εκλογές. Όσο, λοιπόν, υπάρχει αβεβαιότητα για το τι θα συμβεί στη χώρα το επόμενο χρονικό διάστημα, αυτό επηρεάζει όλους όσους έχουν τοποθετηθεί στην ελληνική οικονομία, και αναφέρομαι κυρίως στους ξένους επενδυτές, άρα θα προσπαθήσουν να αποσύρουν τα κεφάλαια τα οποία έχουν επενδύσει, και βεβαίως μπορεί να επηρεάσει και πάρα πολλούς από αυτούς που είχαν πρόγραμμα να επενδύσουν στην Ελλάδα ή είχαν ξεκινήσει να διερευνούν τις προοπτικές, τις επενδυτικές ευκαιρίες που υπάρχουν. Άρα, ακόμη και τα θετικά σενάρια που υπάρχουν για την αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας, ξέρετε, ο προϋπολογισμός που ψηφίσαμε προβλέπει ανάπτυξη του 2,9%, πώς θα ευοδωθούν; Πώς θα πετύχουμε την αύξηση κατά 12% των επενδύσεων, όταν όλα πλέον τελούν υπό την αίρεση της αβεβαιότητας και υπό την προοπτική ότι μπορεί να πάμε σε εκλογές και μία και δύο φορές, προκειμένου να διαμορφωθεί μία κυβέρνηση η οποία θα αναλάβει τη συνέχιση της πορείας της χώρας;

E, ναι, αλλά τι να κάνουμε;  Δημοκρατίες είμαστε.

Κοιτάξτε. Δεν είμαι ενάντια στο να  γίνονται εκλογές. Εκείνο το οποίο με προβληματίζει, είναι το να έχουμε εκλογές κάθε δύο χρόνια. Γιατί στην πραγματικότητα, από το 2007 και μετά, αυτό το οποίο συμβαίνει στη χώρα, είναι να έχουμε εκλογές κάθε δύο χρόνια και στο ενδιάμεσο να πέφτουν είτε Αυτοδιοικητικές, είτε Ευρωεκλογές. Αυτό, όπως καταλαβαίνετε, δημιουργεί μία πρόσθετη…

Ε, εντάξει. Για την πρώτη διετία, το ΠΑΣΟΚ φταίει. Δηλαδή, τις εκλογές του 2009, το ΠΑΣΟΚ τις προκάλεσε.

Ακούστε. Δεν έχω κανένα πρόβλημα να αποδεχτώ τις όποιες ευθύνες αναλογούν στο κόμμα στο οποίο ανήκω. Εκείνο όμως το οποίο πρέπει να κάνω, είναι να εξηγήσω γιατί αυτή την στιγμή υπάρχει αυξημένος βαθμός αβεβαιότητας.

Εντάξει.

Κατά τη δική μου την άποψη, η αβεβαιότητα αυτή προκαλεί έναν προβληματισμό στο εξωτερικό, γι’ αυτό και ξαναξεκίνησε η συζήτηση για το αν η Ελλάδα μπορεί να παραμείνει μέσα στην Ευρωζώνη ή όχι. Δεν είναι δηλαδή μία συζήτηση που τυχαία την ξεκινούν στο εξωτερικό.

Και ποιος φταίει γι’ αυτό τώρα; Η κυβέρνηση λέει ότι φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ, γιατί με τις θέσεις του τρομάζει τις αγορές. Ο ΣΥΡΙΖΑ λέει ότι φταίει η κυβέρνηση, που τυχοδιωκτικά έφερε πιο μπροστά και πρόχειρα τις διαδικασίες της προεδρικής εκλογής. Εσείς τι λέτε; Ποιος φταίει;

Φοβάμαι ότι και οι δύο έχουν τις δικές τους ευθύνες. Ο καθένας από τη δική του μεριά. Δεν θα γινόταν η εκλογή του Προέδρου Δημοκρατίας; Ούτως ή άλλως. Άρα, το ζήτημα ποιο είναι; Αν η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας θα γινόταν τον Φεβρουάριο ή Μάρτιο, ή αν θα γινόταν το Δεκέμβριο; Αυτό ήταν ένα δεδομένο. Όπως δεδομένο ήταν εδώ και ένα χρόνο, ότι τελείωνε το πρόγραμμα. Και ότι έπρεπε να προετοιμαστούμε για την επόμενη ημέρα.

Ε, καλά. Δεν προετοιμαστήκαμε.

Όπως δεδομένο ήταν, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συναινεί στην  εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας και επιθυμεί διακαώς εκλογές, και δεν είναι τυχαίο, ότι και η κυβέρνηση είχε προχωρήσει στην ζήτηση ψήφου εμπιστοσύνης από τη Βουλή, για να προσδιορίσει έναν οδικό χάρτη για τις ενέργειές της και είχε πει τότε συγκεκριμένα ότι τον Φεβρουάριο θα προχωρήσουμε στην διαδικασία για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Προφανώς, αυτή την στιγμή, αν κανείς αντικειμενικά προσεγγίσει τα γεγονότα θα διαπιστώσει, ότι υπήρξαν λάθη και παραλείψεις από την πλευρά της κυβέρνησης αλλά και ταυτόχρονα ο ΣΥΡΙΖΑ με τις επιλογές του, πυροδοτεί τις εξελίξεις, και βέβαια ενισχύει αυτή την αβεβαιότητα. Διότι εγώ θέλω να ρωτήσω κύριε Τσίμα. Τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, όταν θα βρεθεί –λέω εγώ σε ένα υποθετικό σενάριο – αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο να καταφέρει σε πιθανές εκλογές που γίνουν να κερδίσει τη μία ψήφο που απαιτείται για να πάρει το μπόνους των 50 εδρών, άρα να πάρει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, σε μία χώρα, η οποία δεν θα έχει πρόσβαση στις αγορές αλλά δεν θα υπάρχει και πρόγραμμα. Αυτό δηλαδή το πρόγραμμα το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ καταγγέλλει ότι θα το σκίσει, δεν θα υπάρχει εν ζωή για να μπορέσει να το σκίσει ή να το καταργήσει με άρθρο μονό. Πώς ακριβώς θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα της συνέχισης της πορείας της χώρας, της ολοκλήρωσης και της εκτέλεσης, εν πάση περιπτώσει, ακόμη και του στοιχειώδους προγράμματος που έχει καταθέσει; Αυτό προϋποθέτει πόρους. Από πού, θα τους βρει αυτούς τους πόρους;

Σύμφωνοι, κατανοητό και νομίζω και οι ίδιοι το κατανοούν ότι υπάρχει ένα θέμα εκεί. Το ερώτημα είναι, τι μπορούμε να κάνουμε τώρα ρεαλιστικά για να το αποφύγουμε; Ας πούμε, η πρόταση που κατάλαβα ότι προτείνει ο κύριος Παπανδρέου χθες, να γίνει μια κυβέρνηση ειδικού σκοπού, άλλη, με άλλο πρωθυπουργό από τη σημερινή Βουλή, με ποιους; Ποιες δυνάμεις διαθέσιμες υπάρχουν;

Όλοι σήμερα, έχουμε μία υποχρέωση να τοποθετούμαστε απέναντι στα προβλήματα με τα οποία βρίσκεται αντιμέτωπη η χώρα. Πολύ περισσότερο ο κύριος Παπανδρέου ο οποίος έχει κάνει και Πρωθυπουργός και μάλιστα σε δύσκολες συνθήκες, και ο ίδιος, έδειξε με την προσωπική του στάση, ότι δεν έβαλε το προσωπικό του συμφέρον μπροστά από τα συμφέροντα της χώρας. Αλλά το αντίθετο. Από τον Ιούνιο του 2011, όταν συνειδητοποίησε το μέγεθος των προβλημάτων, πρότεινε τότε στον αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, να εργαστούν από κοινού και ότι ο ίδιος είναι διατεθειμένος να παραιτηθεί και από  τη θέση του Πρωθυπουργού. Κάτι το οποίο έκανε αργότερα, αφού όμως στο μεταξύ κατάφερε να εξασφαλίσει τις μεγάλες αποφάσεις: Να πάρουμε πρόγραμμα, άλλα 130 δισεκατομμύρια, και να διασφαλιστεί και το PSI.

Εντάξει. Άρα, τι πρέπει να κάνει ο κ. Σαμαράς, το ίδιο; Να παραμερίσει κι αυτός;

Εγώ εκείνο το οποίο λέω είναι, ότι αυτή τη στιγμή η χώρα χρειάζεται μία συναινετική λύση. Και τι προτείνω και τι βλέπω ας πούμε ότι μπορεί να γίνει; Δε θα ήταν εύλογο, σ’ αυτές τις συνθήκες, με δεδομένη τη θέση του κ. Σαμαρά, με δεδομένη τη θέση του κ. Τσίπρα, να καλέσει ο κ. Σαμαράς ως Πρωθυπουργός της χώρας τον αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης να συζητήσουν για το ποια είναι τα μεγάλα προβλήματα;  Γιατί, τον πολίτη δεν τον ενδιαφέρει να φανεί ποιος φταίει για όλα αυτά τα οποία συνέβησαν. Αν είστε ένας μικρός επιχειρηματίας, αν είστε ένας άνθρωπος ο οποίος αγωνίζεται να κρατήσει ζωντανή την επιχείρησή του και να μπορεί να πληρώνει τις υποχρεώσεις του και να αμείβει τους εργαζόμενους στην επιχείρηση δε θα σας ενδιαφέρει αν θα φταίει ο κ. Τσίπρας ή αν θα φταίει ο κ. Σαμαράς  γι’ αυτήν την αβεβαιότητα, αν για παράδειγμα δεν του δίνουν πιστωτική γραμμή από το εξωτερικό οι επιχειρήσεις με τις οποίες συνεργάζεται. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι, να συνεχίσει η χώρα αυτήν τη δύσκολη ανοδική πορεία στην οποία έχει εισέλθει. Και λέω. Δεν έχουν υποχρέωση τουλάχιστον θεσμικού χαρακτήρα οι δύο αρχηγοί να καθίσουν σε ένα τραπέζι κι ο καθένας να κάνει τις αναγκαίες υποχωρήσεις, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί μία συναίνεση, να προχωρήσουμε στην εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας …

Και σε εκλογές μετά.

Και στις μεγάλες αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα. Δηλαδή, να διαμορφώσουμε έναν οδικό χάρτη για την έξοδο από το πρόγραμμα, να διασφαλίσουμε ότι η χώρα θα λειτουργεί σε όσο το δυνατόν ασφαλέστερο περιβάλλον την επόμενη ημέρα και βεβαίως, εάν για να διασφαλιστούν αυτές οι αναγκαίες συναινέσεις ώστε να πετύχουμε και εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας και να ξέρουμε ποιος θα είναι ο οδικός χάρτης για την επόμενη μέρα και να προχωρήσουμε και στις αλλαγές που απαιτούνται στο Σύνταγμα για να μπορέσουμε πραγματικά να βοηθήσουμε την Ελλάδα να ξεκινήσει μια άλλη πορεία, δε θα πρέπει ο καθένας να αναλάβει να κάνει και θυσίες; Ποιες είναι αυτές οι θυσίες που θα κληθεί να κάνει ο καθένας, αυτό ας τις προσδιορίσει με βάση του πώς αντιλαμβάνεται την υποχρέωση που έχει αναλάβει απέναντι στη χώρα.

Ωραία. Ένας συμβιβασμός τέτοιος.

Γιατί και ο πρωθυπουργός και ο Αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης έχουν θεσμικούς ρόλους κι έχουν μία υποχρέωση, πρωτίστως, απέναντι στη χώρα και δευτερευόντως απέναντι στα κόμματά τους κι απέναντι στον εαυτό τους.

Τώρα. Για πείτε μου επειδή προφανώς έχετε πάρει μέρος σ’ αυτές τις συζητήσεις αν δε γίνουν τα πράγματα έτσι όπως τα περιγράφετε εσείς ή παρόμοια, δηλαδή αν δε βρεθεί μία συναινετική λύση που να μας οδηγήσει σε εκλογές ομαλότερα και σε ασφαλέστερο περιβάλλον. Αν πάμε, δηλαδή, σε εκλογές έτσι όπως τώρα φαίνεται ότι τα πράγματα  θα πάμε, υπάρχει περίπτωση εσείς να κατέβετε με άλλο κόμμα από το σημερινό ΠΑΣΟΚ;

Αναφέρεστε σε μένα προσωπικά.

Ναι.

Θα έχετε παρακολουθήσει τις τοποθετήσεις που έχω κάνει δημόσια, αναφορικά με το τι πρέπει να γίνει στο χώρο μου.

Ναι.

Έχω υπερασπιστεί κι έχω υποστηρίξει την ανασυγκρότηση του ΠΑΣΟΚ. Δε σας το κρύβω, ότι πάντοτε μέσα στο μυαλό μου είχα την ιστορική εμπειρία που βίωσε το Εργατικό Κόμμα της Αγγλίας, το οποίο κάποια στιγμή αφού απαξιώθηκε στη συνείδηση των Άγγλων ψηφοφόρων του Εργατικού Κόμματος κατάφερε, μέσα από μία διαδικασία ανασυγκρότησης και μια αλλαγή, μια προσθήκη τoυ “Nέου” που έβαλε μπροστά από το «Labour» τότε ο Tony Blair, να αναδείξει για πολλά χρόνια ξανά το Εργατικό Κόμμα στην εξουσία και να βγάλει και δύο Πρωθυπουργούς. Τις απόψεις αυτές τις έχω διατυπώσει στα όργανα του κόμματος, τις έχω διατυπώσει και δημόσια. Την επομένη των εκλογών, των Ευρωεκλογών του Μαΐου, είχα πει πάλι στα όργανα «ας μην μπερδέψουμε το φιλί που μας έδωσαν οι ψηφοφόροι. Αν είναι φιλί αποχαιρετισμού ή φιλί ζωής». Από εμάς εξαρτάται να μην είναι «φιλί του αποχαιρετισμού».  Η εκτίμηση μου είναι ότι όλες οι πρωτοβουλίες που αναλήφθηκαν από τον Ιούνιο και μετά δεν ενεργοποιούν, δεν κινητοποιούν πολιτικές δυνάμεις οι οποίες στο παρελθόν ήταν με το ΠΑΣΟΚ και τώρα είναι αποστασιοποιημένες.

Δια ταύτα.

Επομένως, αυτό που είπα με πρόσφατη δήλωσή μου είναι, ότι το ΠΑΣΟΚ έχει ανάγκη από μία διαδικασία ανασυγκρότησης μέσα από ένα συνέδριο που θα κινητοποιήσει αυτή τη στιγμή όλες αυτές τις ανενεργές δυνάμεις. Αυτήν την άποψη υπερασπίζομαι, την έχω καταθέσει και θα συνεχίσω να την υπερασπίζομαι.

Ωραία. Το ερώτημα μου είναι, αν το ΠΑΣΟΚ αυτό, η σημερινή ηγεσία του ΠΑΣΟΚ δεν ακούσει τη συμβουλή σας, αν εσείς παρόλα αυτά θα μείνετε εκεί και θα συνεχίσετε να δίνετε τη μάχη ή θα μετακινηθείτε;

Ευελπιστώ, ότι όλες αυτές οι απόψεις που κατέθεσα και περιμένω να ακούσω και τους άλλους, διότι έχω διαπιστώσει ότι υπάρχουν και πολλοί συνάδελφοί μου μέσα και έξω από το ΠΑΣΟΚ, οι οποίοι είχαν κι έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σ’ αυτήν την ιστορική διαδρομή, να καταθέσουν κι αυτοί τις απόψεις τους. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να σωπάσει αυτήν την κρίσιμη στιγμή. Όσοι έχουν αποστασιοποιηθεί και αγωνιούν για το μέλλον και για την πορεία των δυνάμεων της Σοσιαλδημοκρατίας αλλά και αυτοί που είναι μέσα στο ΠΑΣΟΚ αλλά δεν έχουν τοποθετηθεί, θα πρέπει αυτή τη στιγμή όλοι να αναλάβουν τις ιστορικές τους ευθύνες και να μιλήσουν, να τοποθετηθούν. Γιατί θα πρέπει ο καθένας από εμάς να αναλάβει τις ευθύνες του και θα παλεύω μέχρι και την τελευταία στιγμή οι απόψεις τις οποίες έχω καταθέσει να αποκτήσουν «σάρκα και οστά», έτσι ώστε να δώσω μια άλλη προοπτική στο ΠΑΣΟΚ.

Ωραία. Δε μου είπατε τι θα κάνετε μετά την τελευταία στιγμή, αλλά έχουμε χρόνο να το κουβεντιάσουμε. Σας ευχαριστώ κ. Σαχινίδη. Καλημέρα.

Να είστε καλά. Καλή σας ημέρα.