ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΜΕ ΘΕΜΑ: «Η λύση για το Δημόσιο Χρέος & η Προοπτική Ανάπτυξης» την Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2014

H συζήτηση για το δημόσιο χρέος, είναι από τις πιο κρίσιμες για τη χώρα και τους πολίτες της, καθώς αναζητούμε την οριστική έξοδο από την κρίση, την ασφαλή έξοδο στις αγορές  και την μετάβαση σε μια σταθερή αναπτυξιακή πορεία.

Η συζήτηση αυτή αποτελεί κομβικό σημείο στην αντιπαράθεση των κομμάτων, ενόψει και των συζητήσεων με τους  Ευρωπαίους εταίρους, που έχουν δεσμευτεί ότι θα λάβουν αποφάσεις για περαιτέρω ελάφρυνσή του.

Οποιαδήποτε συζήτηση για το χρέος, πρέπει να ξεκινά από ορισμένες διαπιστώσεις, για να μπορούμε να αξιολογήσουμε τις προτάσεις πολιτικής που κατατίθενται και να προκρίνουμε αυτές που θα οδηγήσουν σε ασφαλή και οριστική αντιμετώπιση του προβλήματος.

Διαπίστωση Πρώτη: Σήμερα ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ στην Ευρωζώνη είναι ψηλότερος από τον αντίστοιχο του 2009 και πλησιάζει το 92% του ΑΕΠ.

Το 2009 ο μέσος όρος του  χρέους στην Ευρωζώνη των 18 ήταν στο 80% του ΑΕΠ ενώ το 2013 ήταν στο 92% του ΑΕΠ.

Το παράδοξο είναι, ότι σήμερα πολλοί υπερασπίζονται την άποψη, ότι η κρίση ξεπεράστηκε όταν πολλές από τις χώρες (πχ Πορτογαλία και Ιρλανδία) έχουν λόγο χρέους που είναι κατά πολύ υψηλότερος από το λόγο που είχαν όταν βρέθηκαν στο επίκεντρο κερδοσκοπικής επίθεσης.

Σήμερα στην Ελλάδα, το χρέος βρίσκεται στα 318 δις., δηλαδή κοντά στο επίπεδο που ήταν το 2009, παρά το γεγονός ότι στα πέντε χρόνια που μεσολάβησαν τροφοδοτήθηκε από νέα ελλείμματα.

Σε αυτό, κομβικό ρόλο έπαιξαν το PSI και η επαναγορά χρέους μέσω των οποίων αφαιρέθηκαν από το χρέος 126 δισ. Επομένως σε όσους υποστηρίζουν την άποψη ότι χρειάζεται αναδιάρθρωση του χρέους, αναδιάρθρωση έγινε και μάλιστα πολύ μεγάλη.

Χωρίς το PSI και τις πολιτικές προσαρμογής που ξεκίνησε το ΠΑΣΟΚ από το 2009, το χρέος θα είχε ξεπεράσει τα 400 δισ. Το χρέος το αυξάνουν τα ελλείμματα. Δεν μπορεί λοιπόν κάποιος να καταγγέλλει γιατί το χρέος συνέχιζε να αυξάνεται μετά το 2010 και ταυτοχρόνως να καταγγέλλει τις πολιτικές μείωσης των ελλειμμάτων που τροφοδοτούν το χρέος.

Η αύξηση του χρέους, ως ποσοστό του ΑΕΠ στο 175% το 2014 από 129% το 2009, οφείλεται στη μεγάλη μείωση του ΑΕΠ.

Διαπίστωση Δεύτερη: Δεν υπάρχει κανόνας για το πότε ένα χρέος θεωρείται βιώσιμο.

Η βιβλιογραφία δεν προσφέρει καμία ασφαλή μεθοδολογία, βάσει της οποίας, μπορούμε να υπολογίσουμε πότε ένα χρέος θεωρείται βιώσιμο και πότε όχι.

Η Ιαπωνία έχει ένα χρέος κοντά στο 200% χωρίς να έχει αμφισβητηθεί η βιωσιμότητά του, ενώ η Πορτογαλία είχε χρέος κοντά στο 80% όταν αμφισβητήθηκε η βιωσιμότητά του και αποκόπηκε από τις αγορές.

Η έκθεση για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους επικεντρώνεται στο ποσοστό 120% που τέθηκε αρχικά ως στόχος για το 2020 από τους θεσμικούς πιστωτές.

Το ποσοστό 120% είναι αυθαίρετο και χρησιμοποιήθηκε ως κριτήριο από τους πιστωτές για την Ελλάδα, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα εμφανιζόταν η Ιταλία, που έχει υψηλό χρέος, να θεωρείται ότι το χρέος της δεν είναι βιώσιμο.

Σήμερα το χρέος της Ιταλίας προσεγγίζει το 135% του ΑΕΠ και εξακολουθεί να δανείζεται από τις αγορές με συγκριτικά ευνοϊκούς όρους.

Εάν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωνε το Πρόγραμμα OΜΤ το 2010, δηλαδή εάν ο Trichet έλεγε αυτό που είπε ο Draghi, ότι «είμαστε έτοιμοι να κάνουμε ό,τι χρειάζεται για να υποστηρίξουμε μια χώρα που βρίσκεται στο επίκεντρο μιας κερδοσκοπικής επίθεσης», ίσως να μην τίθετο ποτέ ζήτημα βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους.

Επομένως, η βιωσιμότητα του χρέους, σε μεγάλο βαθμό είναι συνάρτηση της άποψης των αγορών, οι οποίες δεν έχουν ενιαίους κανόνες για την αξιολόγηση.

Διαπίστωση Τρίτη: Το μεγαλύτερο όφελος από το PSI αλλά και από την επαναγορά χρέους είναι, ότι διασφάλισε την αποσύνδεση του ύψους του χρέους από το κόστος εξυπηρέτησης και το ρίσκο αναχρηματοδότησής του.

Το PSI άλλαξε δυο σημαντικές παραμέτρους του χρέους, που λαμβάνουν υπόψη τους οι αγορές κατά την αξιολόγηση της βιωσιμότητάς του.

Η πρώτη παράμετρος, αφορά το κόστος εξυπηρέτησης, που ταμειακά είναι περίπου στα 6-7 δις ή 3,5% περίπου του ΑΕΠ για την περίοδο 2013-2018.

Το χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης οφείλεται στη σημαντική μείωση των επιτοκίων και των risk premia για την Ελλάδα.

Έτσι σήμερα, το μέσο επιτόκιο εξυπηρέτησης του χρέους διαμορφώνεται περίπου στο 2,5%.

Η δεύτερη παράμετρος, είναι η αποσύνδεση του ύψους του χρέους από το ρίσκο αναχρηματοδότησής του.

Αυτή η μεγάλη διασπορά λήξεων χρέους επιτεύχθηκε με την επιμήκυνση του χρέους.

Η μέση υπολειπόμενη διάρκεια του χρέους έχει επεκταθεί χρονικά στα 16 περίπου έτη στο τέλος του 2013, από 7 περίπου στο τέλος του 2010.

Τέλος, εξίσου σημαντικό, είναι το γεγονός, ότι το δημόσιο χρέος διακατέχεται στο μεγαλύτερο μέρος του, κυρίως, από θεσμικούς πιστωτές όπως το ESM, η ΕΚΤ, το ΔΝΤ, ενώ το  διαπραγματεύσιμο τμήμα είναι πάρα πολύ μικρό, μόλις 35 δις.

Α) Ευρωπαϊκές προτάσεις για την απομείωση του χρέους

Στην Ευρώπη, μετά το ξέσπασμα της χρηματοοικονομικής κρίσης, διατυπώθηκαν πολλές προτάσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος του χρέους.

1) Η απομείωση του χρέους  μέσω της αμοιβαιοποίησης, που όμως είναι δύσκολο να εφαρμοσθεί εξαιτίας  των αντιδράσεων που σημειώνονται – κυρίως από τη Γερμανία – περί «ηθικού κινδύνου».

Σύμφωνα με την άποψη αυτή, αν οι κυβερνήσεις αντιμετωπισθούν πολύ ήπια ύστερα από μια κρίση χρέους, τότε δεν θα πραγματοποιήσουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις ώστε να αντιμετωπιστούν οι αιτίες που οδήγησαν στην κρίση.

2) Πρόταση Paris και Wyplosz

Μια πιο ενδιαφέρουσα και πολιτικά αποδεκτή πρόταση, που οδηγεί σε ονομαστική απομείωση του χρέους, είναι αυτή που έχουν διατυπώσει οι Paris και Wyplosz (PADRE 2.0) και με την οποία προτείνουν τη δημιουργία ενός οχήματος ειδικού σκοπού στο οποίο οι χώρες θα εκχωρήσουν τα μελλοντικά έσοδα από την έκδοση χρήματος από την ΕΚΤ.

Αυτό με τη σειρά του θα αγοράζει, με κεφάλαια που θα δανείζεται, χρέος που έχουν εκδώσει οι χώρες μέλη της ευρωζώνης.

Η πρόταση αυτή, στο βαθμό που θα γίνει αποδεκτή, μπορεί να οδηγήσει – υπό προϋποθέσεις – σε μείωση του ονομαστικού χρέους των χωρών της Ευρώπης κατά 50% κατά μέσο όρο.

Σύμφωνα με τη μελέτη, το χρέος της Ελλάδας μπορεί να μειωθεί μετά από την εφαρμογή αυτής της πρότασης περίπου στο 105%-108% του ΑΕΠ.

Β) Προτάσεις για την ελάφρυνση του Ελληνικού χρέους

Σήμερα στη δημόσια συζήτηση που διεξάγεται παραμένει κυρίαρχη η άποψη, ότι η Ελλάδα πρέπει να αναζητήσει συναινετική λύση με τους εταίρους της για το πρόβλημα του χρέους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, για παράδειγμα, προτείνει Ευρωπαϊκή Διάσκεψη Χρέους για την Ελλάδα, στα πρότυπα της Διάσκεψης του Λονδίνου για το χρέος της Γερμανίας το ‘53.

Η άποψη, λοιπόν, για μονομερή διαγραφή του χρέους, έχει ελάχιστη υποστήριξη με δεδομένα τα προβλήματα που θα δημιουργήσει, όπως προκύπτει και από την εμπειρία χωρών όπως η Αργεντινή.

Η προοπτική μιας απομείωσης του ονομαστικού  χρέους σε συνεργασία με τους δανειστές, θα διευκόλυνε πάρα πολύ την προσπάθεια της Ελλάδας να βγει από την κρίση και είναι θεμιτή.

Εμφανίζει όμως μεγάλες δυσκολίες, με δεδομένη την αντίδραση που θα καταγραφεί στα Εθνικά Κοινοβούλια άλλων χωρών, να πάρουν μια απόφαση που θα διαγράφει το ελληνικό χρέος και θα αυξάνει το δικό τους χρέος. Και με αυτό απαντώ σε όσους υποστηρίζουν ότι μία χώρα η οποία δεν έχει εξασφαλίσει τις αναγκαίες συναινέσεις στο εσωτερικό και βρίσκεται με αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρώπη, ότι έχει τεράστιες δυνατότητες να προωθήσει τις στοχεύσεις της για το χρέος που συνεπάγονται κόστος για τους φορολογούμενους των άλλων χωρών.

Η Ελλάδα, στη συζήτηση που θα γίνει με τους Ευρωπαίους εταίρους για το χρέος, μπορεί να διεκδικήσει:

1) Την περαιτέρω επιμήκυνση του χρέους για να μειωθεί ή να μηδενιστεί το ρίσκο αναχρηματοδότησής του.

Η Ελλάδα μπορεί να επιδιώξει την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των διμερών δανείων και εκείνων από τον EFSF στα 70 χρόνια.

Αυτό θα οδηγήσει σε αισθητή μείωση των ετήσιων αναγκών αποπληρωμής των δανείων.

2) Να κλειδώσει τα επιτόκια στα παρόντα χαμηλά επίπεδα.

Μπορούμε να ζητήσουμε τη μετατροπή του χαμηλού κυμαινόμενου επιτοκίου σε σταθερό, για τα επόμενα 15 χρόνια και παράταση της περιόδου χάριτος. Με αυτήν την κίνηση διασφαλίζονται οι χαμηλές μελλοντικές δαπάνες για τόκους.

3) Να επιστραφούν τα 11,5 δις του ΤΧΣ που δεν χρησιμοποιήθηκαν. Επίσης, να εξεταστεί η πρόταση, οι μετοχές των τραπεζών που έχει στην κατοχή του να δοθούν στο ESM με στόχο τη μείωση του χρέους.

4) Η Ελληνική Διαπραγματευτική Ομάδα πρέπει να συνεργαστεί με άλλες χώρες για να προωθηθεί η εφαρμογή της πρότασης Paris – Wyplosz που οδηγεί σε απομείωση του χρέους.

5) Η χώρα σήμερα έχει αποπληθωρισμό, ο οποίος υπονομεύει τη δυναμική του χρέους.  Η Ελλάδα, πρέπει να έχει μικρότερο πληθωρισμό από το μέσο όρο της ευρωζώνης, όχι όμως αποπληθωρισμό που οδηγεί σε μείωση του ονομαστικού Α.Ε.Π. και επομένως, σε αύξηση του λόγου του χρέους προς ΑΕΠ.

Επομένως, η ΕΚΤ πρέπει να αυξήσει τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη ώστε να είναι κοντά στο ανώτατο όριο του 2%, για να επωφεληθεί και η Ελλάδα και να περάσει σε μικρό πληθωρισμό.

6) Η πολιτική ελέγχου της δυναμικής του χρέους, πρέπει να αποσυνδεθεί από την άποψη των θεσμικών πιστωτών, ότι πρέπει να στηριχτεί κυρίως στη δημιουργία υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 4,5% του ΑΕΠ.

Η Ελλάδα έχει κάνει τη μεγαλύτερη προσαρμογή στο διαρθρωτικό πρωτογενές ισοζύγιο.

Επομένως, η Ελλάδα, πρέπει να δεσμευτεί ότι θα συνεχίσει τις διαρθρωτικές αλλαγές και τη δημοσιονομική προσαρμογή με πρωτογενή πλεονάσματα χαμηλότερα του 4,5%, ώστε να μπορέσει η οικονομία να αναπτυχθεί και η υπόλοιπη δημοσιονομική προσαρμογή να γίνει μέσω της ανάπτυξης.

7) Ο πλέον καθοριστικός τρόπος για τη μείωση του χρέους, είναι μέσω της επιτάχυνσης της αναπτυξιακής διαδικασίας.

Γι’ αυτό, είναι αναγκαίες οι διαρθρωτικές αλλαγές που αλλάζουν το παραγωγικό πρότυπο και αυξάνουν την παραγωγικότητα και το δυνητικό ΑΕΠ της χώρας.

Η ανάπτυξη στο μέλλον θα έλθει από νέες επενδύσεις που θα επιτρέψουν, την αύξηση της εγχώριας παραγωγής – επομένως, θα υποκατασταθούν οι εισαγωγές – την αύξηση των εξαγωγών, αλλά και τη σταθεροποίηση της κατανάλωσης.

Ο κρατικός προϋπολογισμός δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει πρόγραμμα νέων επενδύσεων της τάξης των 30 δισεκατομμυρίων στην επόμενη τριετία – τετραετία, που είναι αναγκαίο, προκειμένου να αποκατασταθεί η παραγωγική βάση που χάθηκε πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Άρα, χρειαζόμαστε ιδιωτικές και Κοινοτικές επενδύσεις.

Υπάρχει ένα μεγάλο ερώτημα, αν στη χώρα έχουν διασφαλιστεί οι αναγκαίες συναινέσεις μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, που θα διασφαλίσουν ένα σταθερό, διαφανές, κοινωνικά δίκαιο και αξιόπιστο φορολογικό πλαίσιο που θα διευκολύνει την προσέλκυση των επενδύσεων;

Οι εξαγγελίες του νέου Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Γιούνγκερ, για άντληση 300 δισ. ευρώ πρόσθετων δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων στην πραγματική οικονομία την επόμενη τριετία, είναι θετικές.

Εξίσου σημαντικό για την αναπτυξιακή προοπτική, είναι να ολοκληρωθεί η διαδικασία ρύθμισης του ιδιωτικού χρέους.

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των ελληνικών τραπεζών υπερβαίνουν το 35% και συνεχίζουν να αυξάνονται, αν και με μειούμενο ρυθμό.

Ένα αυξανόμενο μέρος του δανειακού χαρτοφυλακίου βρίσκεται σε καθεστώς ρύθμισης.

Μεταξύ των δανειοληπτών υπάρχουν «στρατηγικοί κακοπληρωτές», στους οποίους έχει εδραιωθεί η αντίληψη, ότι δεν χρειάζεται να αποπληρώσουν τα δάνεια που έλαβαν, αφού το κόστος της μη αποπληρωμής είναι μηδενικό.

Άλλωστε, η άποψη που καλλιεργείται μέσω της συζήτησης για τα «κόκκινα δάνεια» είναι, ότι τελικά κανείς δεν θα χρειαστεί να τα αποπληρώσει.

Ούτε θα γίνει έλεγχος, αν τα εν λόγω δάνεια μετασχηματίστηκαν σε επενδύσεις που απέτυχαν επιχειρηματικά λόγω της ύφεσης ή απλά ενίσχυσαν τους προσωπικούς λογαριασμούς αυτών που τα έλαβαν.

Η πρόκληση, λοιπόν, για την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας είναι, να προχωρήσουν οι τράπεζες με προσεκτικά βήματα σε μια αναδιάρθρωση του δανειακού χαρτοφυλακίου τους με μερική προοδευτική διαγραφή χρεών, ανταγωνιστικών και επομένως, βιώσιμων εταιρειών.

Οι εταιρείες αυτές, θα έχουν τη δυνατότητα να αποπληρώσουν τα χρέη τους και σταδιακά θα μειωθεί το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Για να επιταχυνθεί, λοιπόν, η διαδικασία ανασυγκρότησης της οικονομίας, είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί σύντομα ο τρόπος αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, να αξιολογηθεί η βιωσιμότητα των προβληματικών επιχειρήσεων με διαφανή ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και να αποκλειστούν οι στρατηγικοί κακοπληρωτές.

Η μεγάλη πρόκληση είναι, κατά πόσο οι τράπεζες είναι ικανές, έτοιμες και διατεθειμένες να αξιολογήσουν και να διαχειριστούν τις βιώσιμες επιχειρήσεις και οικονομικούς κλάδους, έτσι ώστε να διοχετεύσουν τα περιορισμένα κεφάλαιά τους στις αποτελεσματικότερες επενδύσεις, συμβάλλοντας στην οικονομική ανάπτυξη

Είναι αναγκαίο να συζητάμε για την επίλυση του προβλήματος του χρέους που συσσωρεύτηκε.

Εξίσου αναγκαίο, όμως, είναι, να προτείνουμε με βάση την αρνητική εμπειρία από το παρελθόν, πως αυτό δεν θα ξανασυμβεί, χτίζοντας μια υγιή οικονομία που δεν θα συσσωρεύει χρέη σε βάρος των επόμενων γενεών.

Διότι, ακόμη και αν διαγραφεί το 50% του χρέους μας, αν δεν διασφαλίσουμε ότι στο μέλλον δεν θα παράγουμε ελλείμματα που θα το τροφοδοτούν, σε μια δεκαετία θα είμαστε αντιμέτωποι ξανά με αντίστοιχα προβλήματα.

Για αυτό θεωρώ, ότι είναι αναγκαίο να εξασφαλιστούν συναινέσεις για την εκλογή του ΠτΔ.

Έτσι, θα οργανώσουμε ένα εθνικό διαπραγματευτικό μέτωπο για τη συζήτηση για το χρέος και την οργάνωση της ασφαλούς μετάβασης στη μεταπρογραμματική περίοδο.

Θα προωθήσουμε μεταρρυθμίσεις με προοδευτικό πρόσημο που εμπεδώνουν την κοινωνική δικαιοσύνη και θα  ολοκληρωθεί η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, προκειμένου να δρομολογήσουμε σημαντικές αλλαγές.

Αν, όμως, δεν επιτευχθεί η Προεδρική πλειοψηφία στον τρίτο γύρο, τότε σημαντικά ζητήματα θα μετατεθούν προς αντιμετώπιση, για το τέλος της δεκαετίας.

Η χώρα σήμερα βρίσκεται λίγο πριν τη μετάβαση στη «μεταπρογραμματική» περίοδο. Το πρόγραμμα τελειώνει το Φεβρουάριου του 2015. Δεν χρειάζεται να το σκίσει κανείς, ούτε να το καταργήσει με άρθρο μονό.

Ας καταλάβουμε όλοι, η επόμενη μέρα δεν θα είναι εύκολη με τα λόγια.

Ούτε θα βγούμε οριστικά από την κρίση με διαγγέλματα και ατάκες και μεταρρυθμιστικά ευχολόγια.

Θέλει συνεννόηση και πράξεις.

Θέλει όραμα και σχέδιο.

Στο τέλος, ως προς αυτά, θα αξιολογηθούν όλα τα κόμματα από τους πολίτες που προσδοκούν, ότι οι προσπάθειες και οι θυσίες της τελευταίας πενταετίας θα οδηγήσουν σε μια Ελλάδα με βιώσιμη ανάπτυξη.

Που θα δημιουργεί θέσεις εργασίας και εισοδήματα, θα εξασφαλίζει πόρους για να χρηματοδοτεί την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών και θα στηρίζει όσους έχουν ανάγκη.

Αυτή, είναι η Ελλάδα, για την οποία πρέπει να εργαστούμε.