Θα βάλει το τρίτο Μνημόνιο τέλος στα Μνημόνια;

Θα βάλει το τρίτο Μνημόνιο τέλος στα Μνημόνια;

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη Πρ. Υπουργού Οικονομικών στην Εφημερίδα Συντακτών 22 Αυγ. 2015

Τις προηγούμενες ημέρες εγκρίθηκε από το Eurogroup η νέα δανειακή σύμβαση μεταξύ ESM και Ελλάδος ύψους μέχρι 86 δις ευρώ.

Μετά από έξι μήνες αποτυχημένων πειραματισμών, η απόφαση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να προχωρήσει στην υπογραφή της σύμβασης κατέστη αναπόφευκτη μόλις αποδέχτηκε ότι δεν υπάρχει χωρίς οικονομική ζημία εναλλακτική λύση που να διασφαλίζει τη συμμετοχή της Ελλάδος στην Ευρωζώνη και να καλύπτει ταυτόχρονα τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας.

Η μεταστροφή της κυβέρνησης ακυρώνει τις προϋποθέσεις που κατέστησαν εφικτή την άνοδο της στην εξουσία. Η ανιστόρητη και διαχωριστική διάκριση μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών δυνάμεων, που καλλιέργησαν τα δυο κυβερνητικά κόμματα με τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό κόστος για τη χώρα, κατέρρευσε στις 14 Αυγούστου 2015.

Η κυβέρνηση για να ξεπεράσει το πρόβλημα αυτό επιχειρεί άμβλυνση των πολιτικών συνεπειών του μέσω σύγκρισης του νέου μνημονίου με τα προηγούμενα προωθώντας την άποψη ότι το τρίτο Μνημόνιο είναι ηπιότερο σε σχέση με τα προηγούμενα.

Η άποψη αυτή πάσχει σε δυο σημεία:

1) Οι σημερινές συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν κατά την υπογραφή των δύο προηγούμενων μνημονίων.

Το 2009, για παράδειγμα, η χώρα είχε δημοσιονομικό έλλειμμα 15,7% του ΑΕΠ και έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κοντά στο 11% του ΑΕΠ.

Τα ελλείμματα αυτά έπρεπε να εξουδετερωθούν σε ένα δύσκολο οικονομικά περιβάλλον καθώς η ύφεση το 2009 ήταν πάνω από 4%. Αντίθετα, το 2014 η χώρα είχε ένα μικρό πρωτογενές πλεόνασμα και οριακά θετική ανάπτυξη.

2) Η ηπιότερη πορεία στους δημοσιονομικούς στόχους του τρίτου Μνημονίου έναντι αυτών του δευτέρου κατέστη αναγκαία και δεν υπήρξε διαπραγματευτική επιτυχία. Αυτό συνέβη επειδή οι καταστροφικές οικονομικές επιλογές του πρώτου εξαμήνου του 2015 είχαν ως αποτέλεσμα την επιβολή των capital controls, την επιστροφή σε ύφεση το 2015 και το 2016 και τη μετάβαση σε πρωτογενές έλλειμμα το 2015.

Αυτό που προσπαθούν όσοι επιχειρούν την παραπάνω σύγκριση, καθαρά για λόγους πολιτικών σκοπιμοτήτων εν όψει της επερχόμενης εκλογικής αναμέτρησης, είναι να αποφύγουν να απαντήσουν άμεσα σε τρία κομβικά ερωτήματα που θα κυριαρχήσουν στις επόμενες εκλογές.

1) Το πρώτο αφορά τη δυνατότητα της Κυβέρνησης να προσδιορίσει έναν εθνικό οδικό χάρτη εξόδου της χώρας από την κρίση και το τρίτο Μνημόνιο.

Το Σεπτέμβριο του 2014 έθετα από τις στήλες της ΕφΣΥΝ το ίδιο ακριβώς ερώτημα προς την κυβέρνηση Σαμαρά για το δεύτερο Μνημόνιο που έληγε το Δεκέμβριο του 2014.

Τελικά, η κυβέρνηση Σαμαρά απέτυχε εκεί που πέτυχαν η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Ταυτόχρονα, άφησε ανοικτό το θέμα της κάλυψης των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας στο πλαίσιο της στρατηγικής της αριστερής παρένθεσης.

Σήμερα, η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων με capital controls και το πέρασμα σε διατηρήσιμη ανάπτυξη είναι δύσκολο να επιτευχθούν χωρίς σχέδιο. Είναι έτοιμη η Κυβέρνηση να καταθέσει έναν εθνικό οδικό χάρτη εξόδου από την κρίση;

2) Το δεύτερο αφορά τη βούληση της κυβέρνησης να εφαρμόσει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων που έχει συμφωνήσει.

Το ερώτημα αυτό συναρτάται με το πρώτο όμως είναι εξίσου καθοριστικό. Το ιδεολογικό φορτίο του τρίτου Μνημονίου είναι περισσότερο αισθητό σε σχέση με τα δύο προηγούμενα.

Το τρίτο Μνημόνιο ακυρώνει την θέση της κυβέρνησης ότι το πρόβλημα της χώρας οφείλεται στη λιτότητα όπως αναφέρονταν στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης.

Με το τρίτο Μνημόνιο επιχειρείται αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας. Στόχος να συρρικνωθεί ο μη ανταγωνιστικός και εσωστρεφής τομέας της οικονομίας προς όφελος του ανταγωνιστικού και εξωστρεφούς.

Υιοθετεί τη φιλοσοφία αυτή η κυβέρνηση; Έχει τη βούληση να εφαρμόσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις;

3) Το τρίτο αφορά τη θέση της κυβέρνησης έναντι του προβλήματος του χρέους. Η κυβέρνηση πριν και μετά τις εκλογές ζητούσε ονομαστική διαγραφή του λέγοντας ότι δεν είναι βιώσιμο.

Από τις επίσημες αποφάσεις προκύπτει ότι το καλύτερο που μπορεί να εξασφαλίσει η χώρα για το χρέος είναι: α) επιμήκυνση, β) όπου είναι εφικτό μείωση των επιτοκίων και γ) παράταση της περιόδου χάριτος για την αποπληρωμή τοκοχρεολυσίων.

Είναι έτοιμη η κυβέρνηση να αποδεχτεί αποφάσεις για το χρέος που μέχρι πρότινος απέρριπτε ως αναποτελεσματικές;

Αν οι κυβερνητικοί εταίροι είναι έτοιμοι να απαντήσουν στα παραπάνω ερωτήματα θετικά τότε το διακύβευμα των νέων εκλογών θα είναι αντίστροφο των εκλογών του Ιανουαρίου: «Ψηφίστε μας για να εφαρμόσουμε αποτελεσματικά και με την αναγκαία ευαισθησία το νέο πρόγραμμα ώστε να βγάλουμε τη χώρα από την κρίση».

Η επιτυχία στον τομέα αυτό θα καθορίσει τη δυνατότητα ή όχι του ΣΥΡΙΖΑ να διατηρήσει σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας. Όμως, η εμπειρία των τελευταίων έξι μηνών δείχνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επεδίωξε επιστροφή στις παθογένειες που μας οδήγησαν στην κρίση. Δεν επιδιώκει την υιοθέτηση προοδευτικών μεταρρυθμίσεων στην οικονομία και τους θεσμούς. Η απάντηση που θα δώσουν στα ίδια ερωτήματα τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα καθορίσει τις δικές τους προοπτικές.