Βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα προϋπόθεση για σταθερή ανάπτυξη

Βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα προϋπόθεση για σταθερή ανάπτυξη

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη σε εκδήλωση Πανεπιστημίου Αθηνών-Ένωσης για την Προάσπιση των Κοινωνικών Δικαιωμάτων

Έχουν συμπληρωθεί 25 χρόνια από τότε το ασφαλιστικό πρόβλημα βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης ως ζήτημα προς άμεση επίλυση. Έκτοτε αποτελεί προνομιακό πεδίο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης, άγονης όμως όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος.

Στην εικοσιπενταετία που μεσολάβησε έγιναν τουλάχιστον έξι παρεμβάσεις. Από αυτές οι παρεμβάσεις 1902/90 και 2084/92 συνδυαστικά έδωσαν ουσιαστική ανάσα στο ασφαλιστικό σύστημα. Η δεύτερη ουσιαστική παρέμβαση υπήρξε ο Νόμος 3863/2010 ο οποίος έδωσε προοπτική βιωσιμότητας στο ασφαλιστικό. Καθιέρωνε μια σχεδόν καθολική βασική σύνταξη και μια ανταποδοτική αναλογική σύνταξη.

Όριζε μια βασική σύνταξη ύψους 360 ευρώ το μήνα. Όσο για το ύψος της αναλογικής σύνταξης, αυτό εξαρτάται από τα έτη ασφάλισης και τις εισφορές (των ασφαλισμένων και των εργοδοτών τους).

Σε αντίθεση με την επικρατούσα άποψη η μεταρρύθμιση του 2010 δεν επιβλήθηκε από την Τρόικα αλλά ήταν πολιτική απόφαση της κυβέρνησης όπως και οι πρωτοβουλίες για μείωση των δαπανών των κλάδων υγείας των ταμείων κατά 4 δις ευρώ και ο έλεγχος των συντάξεων μέσα από την ΗΔΙΚΑ και των αναπηρικών από τα ΚΕΠΑ.

Αν μπορεί να γίνει κάποια κριτική στο Ν.3863 αυτή αφορά κυρίως τις υποθέσεις πάνω στις οποίες στηρίχτηκε –ως προς το ζήτημα της ανεργίας και της οικονομικής ανάπτυξης- οι οποίες όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξες.

Αυτό οδήγησε στη πολιτική απόφαση για μεγάλη μεταβατική περίοδο με εφαρμογή του νέου τρόπου υπολογισμού συντάξεων την 1η Ιανουαρίου 2015 και ο νέος τρόπος να έχει πλήρη εφαρμογή περίπου το 2030.

Οι παρεμβάσεις συνεχίστηκαν και μετά το 2010 με κυριότερη παρέμβαση τον 4052\2012 ο οποίος αφορούσε τα επικουρικά ταμεία.

Οι παρεμβάσεις με τους Ν. 2676\1999, Ν. 3029\2002 και Ν. 3655\2008 ήταν μικρότερης εμβέλειας και αφορούσαν κυρίως ζητήματα συγκεντροποίησης ασφαλιστικών ταμείων και εξομοίωσης στην αντιμετώπιση των ασφαλισμένων.

Σήμερα, στο κλείσιμο του 2015 ξανασυζητάμε για την ανάγκη παρέμβασης στο ασφαλιστικό μετά την πρωτοβουλία που πήρε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στο πλαίσιο του 3ου μνημονίου.

Να τονίσω ότι το πρόβλημα του ασφαλιστικού σήμερα παρά τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες είναι πολύ μικρότερο ως μέγεθος από εκείνο του 2009.

Τότε χρειαζόμασταν 18,5 δις από τον κρατικό προϋπολογισμό και σήμερα υπολογίζουμε σε 10,5 δισ. Τότε, έπρεπε να προχωρήσουμε σε παρεμβάσεις για να αποτρέψουμε μια αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης από τα 32 δις ευρώ το 2009 στα 48 δισ που θα έφθανε το 2015 με βάση τις μελέτες. Σήμερα είμαστε στα 28,5 δισ και αναζητούμε σταθεροποίηση.

Εύλογα, μπορεί να τεθεί το ερώτημα γιατί ήταν τόσο δύσκολο να γίνουν οι αναγκαίες αλλαγές στο ασφαλιστικό με αποτέλεσμα να μετατίθεται συνεχώς η επίλυση του;

Ο πρώτος λόγος είναι γιατί σε όρους πολιτικής οικονομίας η αδράνεια ωφελούσε τμήματα της κοινωνίας που είχαν δυναμική παρουσία και πελατειακούς μηχανισμούς παρέμβασης στα κόμματα εξουσίας και αντιπολίτευσης.

Κάθε φορά που ανοίγει η σχετική συζήτηση, τα κόμματα της αντιπολίτευσης πολλές φορές και της συμπολίτευσης αλλά και λαϊκιστές διαμορφωτές της κοινής γνώμης έκλειναν πονηρά το μάτι στους συνταξιούχους, λέγοντας τους ότι δεν χρειάζεται να γίνει καμία παρέμβαση. Τυπικό παράδειγμα η απόρριψη των προτάσεων Γιαννίτση το 2001.

Το αποτέλεσμα της αδράνειας, ήταν να φτάσουμε στο σημείο να γίνουν αναγκαστικά και βίαια οι παρεμβάσεις το 2010 και μετά, για να μπορεί το σύστημα να πληρώνει έστω και τις μειωμένες συντάξεις.

Η πολιτική άποψη όσων αντιτάχθηκαν στην αλλαγή αυτή ήταν ότι το ελληνικό σύστημα ασφάλισης ήταν βιώσιμο – σε αντίθεση με όλους τους διεθνείς οργανισμούς που το θεωρούσαν μη βιώσιμο– και ότι οι παρεμβάσεις αυτές ήταν το αποτέλεσμα κυρίως ιδεοληπτικών προσεγγίσεων.

Όμως όλες οι μελέτες που είχαν συνταθεί μέχρι τότε έδειχναν, ότι αν δεν γινόταν παρέμβαση τότε, σε μια δεκαετία οι δαπάνες για το ασφαλιστικό θα έφταναν στο 24% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο.

Αντίθετα, λόγω της ραγδαίας γήρανσης του πληθυσμού, οι προβλεπόμενες εισφορές δεν θα ξεπερνούσαν το 10% του ΑΕΠ. Αυτή η διαφορά εισροών – εκροών στο σύστημα θα οδηγούσε σε τρομακτικές συνθήκες.

Επομένως, η άποψη περί βιωσιμότητας όχι μόνο δεν τεκμηριώνονταν από κάποια μελέτη αλλά όσες υπήρχαν επιβεβαίωναν πόσο ανησυχητική ήταν η κατάσταση.

Η τελευταία μελέτη που έχει γίνει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (The 2015 Ageing Report, Economic and budgetary projections for the 28 EU Member States (2013-2060) δείχνει ότι οι συνταξιοδοτικές δαπάνες το 2013 ήταν στο 16,1% και ήταν οι υψηλότερες σε όλη την Ευρώπη παρά τις περικοπές. Ο μ.ο. στην ευρωζώνη ήταν 12,3%.

Η μεγάλη διαφορά οφείλεται και στην ύφεση που ξεκίνησε από το 2008 και έχει οδηγήσει σε απώλεια της τάξης του 26% στο ΑΕΠ όπως επίσης και στην αύξηση του αριθμού των συνταξιούχων.

Σύμφωνα με την έκθεση, από τις παρεμβάσεις της τελευταίας πενταετίας, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες θα μειωθούν σε λίγο πάνω από το 14% από το 2030 και μετά. Το ποσοστό αυτό θα είναι πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που θα είναι περίπου 13%.

Για να γίνει κατανοητό γιατί κερδίζει η αδράνεια είναι εξίσου αναγκαίο να δούμε και ποιοι ζημιώνουν από τη μη επίλυση.

Το λογαριασμό της μη αντιμετώπισης του ασφαλιστικού καλούνται να τον πληρώσουν:

Α)   Άμεσα οι φορολογούμενοι μέσω της αύξησης της φορολογίας προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η αύξηση συνεισφορών του προϋπολογισμού προς τα ασφαλιστικά ταμεία.

Β)   Έμμεσα, οι νεότερες και οι επερχόμενες γενεές αφού οι φορολογούμενοι κάθε περιόδου επιδιώκουν να μην καλυφθεί το σύνολο των βαρών από νέα αύξηση φορολογίας αλλά να γίνει μετάθεση τους στο μέλλον μέσω της συσσώρευσης χρέους.

Όσο λοιπόν η πρόσβαση μιας χώρας σε φθηνό χρήμα είναι διαθέσιμη τόσο πιο εύκολα μετατίθεται η λύση του προβλήματος. Η ένταξη λοιπόν στην ΟΝΕ είναι ο δεύτερος λόγος που κατέστη λιγότερη πιεστική η ανάγκη επίλυσης του προβλήματος. Διότι παρείχε τη δυνατότητα στη χώρα να αποκτήσει πρόσβαση σε δανεισμό από τις διεθνείς αγορές με χαμηλά επιτόκια.

Αντίθετα, η περιορισμένη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και το υψηλό κόστος δανεισμού της περιόδου πριν την ένταξη στην ΟΝΕ λειτουργούσαν περισσότερο πιεστικά στη λήψη αποφάσεων για να αντιμετωπιστεί το ασφαλιστικό που επιβάρυνε σταθερά το προϋπολογισμό.

Επομένως αυτοί που πληρώνουν το τίμημα της αδράνειας μέσω της συσσώρευσης χρέους και της αβεβαιότητας για τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα είναι οι κυρίως οι νέοι οι οποίοι δεν έχουν ουσιαστική δυνατότητα παρέμβασης στους πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων.

Θέλω, λοιπόν, να θέσω ένα ερώτημα.

Όταν μια γενεά μεταφέρει υπέρμετρα βάρη στην επόμενη γενεά, και με αυτό εννοώ βάρη που δεν δικαιολογούνται από την αρχή της διαγενεαλογικής αλληλεγγύης, πόσο «αριστερή» ή «κοινωνικά δίκαιη» μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η πολιτική;

Οι συντάξεις σήμερα στηρίζονται στις εισφορές αυτών που εργάζονται σήμερα. Αν, λοιπόν, αυτές είναι δυσανάλογες σε σχέση με τις εισφορές ή ανατραπεί η ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς που εργάζονται και εισφέρουν και σε αυτούς που είναι συνταξιούχοι, τότε το σύστημα καταρρέει και καμία σύνταξη δεν είναι εγγυημένη.

Και μια παρένθεση οι εγγυήσεις που παρέχει το Σύνταγμα για τις συντάξεις καμία ουσιαστική αξία δεν έχουν αν το κράτος δεν διαθέτει τους αναγκαίους πόρους για να χρηματοδοτήσει το ασφαλιστικό σύστημα.

Η ένδεια πόρων του ασφαλιστικού και του προϋπολογισμού οδήγησε σε περικοπές. Άρα, οι όποιες αποφάσεις του δικαστικού ελέγχου για ακύρωση τους δεν μπορεί να παραγνωρίζει τα αίτια που οδήγησαν σε αυτές τις περικοπές.

Τονίζω το σημείο αυτό γιατί δεν υπάρχει σταθερός κανόνας από την πλευρά του δικαστικού ελέγχου ως προς το ποιες περικοπές είναι συνταγματικές και ποιες όχι. Πράγμα που σε συνθήκες κρίσης οδηγεί σε απουσία ασφαλούς δημοσιονομικού προγραμματισμού εκ μέρους του νομοθέτη όταν οι περιστάσεις επιβάλλουν αλλαγή στις παροχές.

Μια δεύτερη κριτική επισήμανση προς όσους αντιδρούσαν στις αλλαγές του 2010 και τις επόμενες αφορά το ερώτημα αν το ασφαλιστικό σύστημα ως είχε διακρίνονταν για την διαφάνεια του και την ίση μεταχείριση των ασφαλισμένων.

Η πραγματικότητα όμως ήταν και σε μεγάλο βαθμό παραμένει ακόμη και σήμερα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το συνταξιοδοτικό σύστημα είναι άδικο, αφού το δικαίωμα στη σύνταξη δεν το καθόριζαν διαφανείς και ενιαίοι κανόνες για όλους τους εργαζόμενους, αλλά αδιαφανείς κανόνες, αποτέλεσμα συναλλαγών μεταξύ κομμάτων και εργαζομένων στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων.

Άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων του ΙΚΑ και άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων της ΔΕΗ και του ΟΤΕ. Άλλη η κατά συνταξιούχο ενίσχυση από τον προϋπολογισμό στο ΙΚΑ και άλλη στον συνταξιούχο των ταμείων, της ΔΕΗ και του ΟΤΕ.

Ο κρατικός προϋπολογισμός το 2009 έδινε περίπου 4,5 δις για 1,2 εκατομμύρια ασφαλισμένων του ΙΚΑ και 750 εκατομμύρια για 36.000 ασφαλισμένους της ΔΕΗ.

Αυτά τα χαρακτηριστικά του ασφαλιστικού συστήματος επηρέαζαν και τις επιλογές των εργαζομένων και συνέβαλαν στην διόγκωση του στρεβλού παραγωγικού προτύπου που έφερε τη χώρα στην κρίση του 2009.

Διότι οι πολίτες επέλεγαν να κινούνται προς θέσεις εργασίας στον μη ανταγωνιστικό και εσωστρεφή τομέα της οικονομίας ο οποίος διογκώθηκε σε τέτοια έκταση που το παραγωγικό πρότυπο της χώρας κατέστη μη βιώσιμο.

Δεν ήταν όμως μόνο άδικο το σύστημα, ήταν και σαθρό, αφού δεν υπήρχαν έλεγχοι για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά του ως προς τις κοινωνικές στοχεύσεις.

Παρά τις υψηλές παροχές του ασφαλιστικού συστήματος υψηλότερες από άλλες ευρωπαϊκές ήταν, μέχρι την εκδήλωση της κρίσης, αναποτελεσματικό ως προς το να προστατέψει τους δικαιούχους με ηλικία άνω των 65 από τη φτώχεια.

Η μη επίλυση του ασφαλιστικού δεν είναι χωρίς κόστος για την οικονομία και στις παρούσες συνθήκες υπονομεύει την προοπτική της σταθερής ανάπτυξης στο βαθμό που αφαιρεί δυσανάλογα μεγάλους πόρους από την οικονομία μέσω της επιβολής νέων φόρων.

Επιτρέψτε μου να εξηγήσω τη θέση αυτή.

Στη δημόσια συζήτηση για το ασφαλιστικό και τις λύσεις του επικεντρώνεται μονομερώς στην πλευρά των πόρων του συστήματος και όχι στις πληρωμές παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό πληρωμών στην Ευρώπη και επίσης το κράτος συνεισφέρει ως ποσοστό του ΑΕΠ περισσότερα για τη στήριξη του ασφαλιστικού από όσα άλλες χώρες στην Ευρώπη.

Ερχόμαστε λοιπόν στο κρίσιμο ερώτημα αυτό που αφορά τους πόρους του συστήματος.

Η κυρίαρχη σήμερα άποψη είναι ότι το ασφαλιστικό πρόβλημα μπορεί να λυθεί αν η χώρα επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και ταυτόχρονα επικεντρωθεί στη συλλογή των ασφαλιστικών εσόδων που διαφεύγουν ή επιβάλλει νέες εισφορές σε εισοδήματα για τα οποία δεν καταβάλλονται εισφορές.

Είναι γεγονός ότι η εισφοροδιαφυγή είναι μεγάλη στην Ελλάδα. Η Ελλάδα ως προς τα ασφαλιστικά έσοδα υστερεί έναντι των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών κατά 2,5-3,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σταθερά προ της κρίσης αλλά και μετά την εκδήλωση της κρίσης. Στο πεδίο αυτό έχουν γίνει ουσιαστικές παρεμβάσεις χωρίς όμως ουσιαστικά αποτελέσματα επί του παρόντος.

Σε ότι αφορά την ανάπτυξη είναι επίσης γεγονός ότι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης οδηγούν σταδιακά σε αύξηση της απασχόλησης και επομένως ενισχύονται τα έσοδα του συστήματος. Όμως το πρόβλημα στο ασφαλιστικό υπήρχε και όταν η Ελλάδα έτρεχε σε πραγματικούς όρους με 3-4% κατά μέσο όρο όπως συνέβαινε πριν την κρίση.

Επομένως η ανάπτυξη δημιουργεί πόρους για ένα βιώσιμο ασφαλιστικό υπό την προϋπόθεση ότι η αρχιτεκτονική του έχει στηριχτεί σε παραδοχές που ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα.

Αντίθετα, αν το ασφαλιστικό έχει περιορισμένα έσοδα έναντι αυξανόμενων δαπανών, τότε δημιουργεί τεράστιες δημοσιονομικές πιέσεις αφού η διατήρηση του επιπέδου των παροχών προϋποθέτει πρόσθετη ενίσχυση από τον προϋπολογισμό. Οι ανάγκες αυτές μπορεί να οδηγήσουν σε δημοσιονομική εκτροπή και τότε να χαθεί η προοπτική μιας βιώσιμης ανάπτυξης.

Τίθεται λοιπόν εύλογα το ερώτημα αν η απουσία ουσιαστικής παρέμβασης στο ασφαλιστικό τα προηγούμενα χρόνια σχετίζεται με την κρίση δημόσιου χρέους ή όχι;

Με βάση τα δεδομένα του Οκτωβρίου του 2009, όταν ανέλαβα καθήκοντα στο ΓΛΚ, το ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόταν 1,5 δις μηνιαίως ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καταβάλει τρέχουσες συντάξεις. Αυτό σημαίνει, ότι χρειαζόταν 18 δις το χρόνο.

Είναι ενδεικτικό, ότι όταν μπήκαμε στην ΟΝΕ, η στήριξη του προϋπολογισμού προς τους ΦΚΑ ήταν της τάξης των 5,4 δις περίπου ή 4% του ΑΕΠ. Το 2009 είχε φτάσει στα 18,9 δις ή 8,2% του ΑΕΠ.

Αν είχε σταθεροποιηθεί η συνεισφορά του προϋπολογισμού στο επίπεδο του 2001, η χώρα θα είχε περίπου 75 δις λιγότερο χρέος από αυτό που είχε το 2009.

Με λίγα λόγια, 1 στα 4 ευρώ περίπου που χρωστούσε η χώρα το 2009 οφείλονταν στο γεγονός, ότι τη δεκαετία του 2000 δεν προνόησαν οι κυβερνήσεις να ανακόψουν αυτή την ανησυχητική πορεία αύξησης της χρηματοδότησης των ταμείων από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Τελευταία γίνεται αναφορά, στις απώλειες που προκάλεσε το PSI στα αποθεματικά των ταμείων ως παράγοντα που ευθύνεται για την πορεία του ασφαλιστικού. Πρόκειται για φτηνό πολιτικάντικο λαϊκισμό και προκλητική άγνοια των πραγματικών δεδομένων που επιχειρεί να συσκοτίσει τα πραγματικά αίτια του ασφαλιστικού προβλήματος.

Μιλάνε για απώλεια ύψους 26 δις όταν πριν το PSI το σύνολο των ομολόγων των ταμείων ήταν 25,6 δις. Η αλήθεια είναι ότι η απώλεια ήταν της τάξης των 11,7 δις σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας και της Τράπεζας της Ελλάδος.

Θα μπορούσε να είχε ελαχιστοποιηθεί αν ορισμένες διοικήσεις ταμείων εισάκουγαν σχετικές συμβουλές για πλήρη αναπλήρωση των απωλειών. Για παράδειγμα η ΑΕΔΑΚ του ΙΚΑ δεν είχε καμία απώλεια αφού η αρχική απώλεια των 220 εκ ευρώ αναπληρώθηκε από ισόποσα κέρδη μετά τη ρευστοποίηση των ομολόγων EFSF που έλαβε με το PSI και την τοποθέτηση του σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου.

Αποσιωπάται το γεγονός ότι ο κρατικός προϋπολογισμός από το 2010 και μετά και παρά τις παρεμβάσεις συνεισέφερε περίπου 100 δις για τη στήριξη του ασφαλιστικού. Εννέα δηλαδή φορές περισσότερα από όσα χάθηκαν με το PSI.

Αποσιωπάται το γεγονός ότι στην περίοδο 2000-2015 ο κρατικός προϋπολογισμός στήριξε τα ασφαλιστικά ταμεία με 200 δισ δηλαδή με ποσό που ισούται με τα 2\3 του χρέους.

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα αφού έγιναν παρεμβάσεις στο σύστημα γιατί σήμερα εξακολουθεί να έχει προβλήματα; Γιατί δεν έχει αντιμετωπιστεί κατά τρόπο ουσιαστικό ώστε να δημιουργεί αίσθηση ασφάλειας σε βάθος χρόνου στους εργαζόμενους αλλά και στους εργοδότες και να συνεισφέρει μέσω της βελτίωσης του οικονομικού κλίματος στην έξοδο της χώρας από την ύφεση στην οποία είναι βυθισμένη από το 2008;

Η απάντηση σχετίζεται σε σημαντικό βαθμό με συγκυριακούς παράγοντες.

Με ανεργία της τάξης του 1,3 εκ και με τη μείωση των μισθών τα ασφαλιστικά έσοδα έχουν μειωθεί σημαντικά.

Η οικονομία είναι σε ύφεση από το 2008 και οι επιχειρήσεις κλείνουν ή αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τα ταμεία.

Η έλλειψη βεβαιότητας για το μέλλον και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων, είχε ως αποτέλεσμα να προσφύγουν πολλοί στη σύνταξη και να αυξηθούν απότομα οι πληρωμές του συστήματος. Σήμερα, οι δικαιούχοι σύμφωνα με το σύστημα Ήλιος είναι 2.650.00. Εκκρεμούν αιτήσεις για συνταξιοδότηση που, σύμφωνα με πληροφορίες που αναφέρονται στον τύπο, ανέρχονται σε περίπου 250.000. Το ανησυχητικό είναι ότι σε ποσοστό που φτάνει το 50% οι νέοι συνταξιούχοι είναι στην ηλιακή κατηγορία 51-61.

Πράγμα που σημαίνει ότι οι παροχές του συστήματος εξακολουθούν να λειτουργούν ως κίνητρο για την έξοδο στη σύνταξη εισάγοντας στρεβλώσεις στις επιλογές των εργαζομένων ως προς τις επιλογές τους. Με λίγα λόγια η κρίση επιτάχυνε την πρόωρη έξοδο από την αγορά εργασίας και αυτό θα επηρεάσει αρνητικά τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.

Είναι σωστή η άποψη ότι η επιστροφή στην ανάπτυξη και στην πλήρη απασχόληση μπορεί να προσφέρει κάποια ανακούφιση στο ασφαλιστικό. Δεν μπορεί όμως να αναστρέψει μια πραγματικότητα ότι η κατανομή των βαρών εντός της ίδιας γενεάς αλλά και μεταξύ διαφορετικών γενεών ακόμη και σήμερα είναι και άνιση και κοινωνικά άδικη.

Άρα είμαστε σε αναζήτηση μιας νέας παρέμβασης που θα θέσει σε σταθερή τροχιά το ασφαλιστικό, θα βοηθήσει στην επίτευξη βιώσιμων δημόσιων οικονομικών προϋπόθεση για μετάβαση σε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Στο δημόσιο διάλογο που διεξάγεται για τη νέα παρέμβαση στο ασφαλιστικό θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ποια είναι η στόχευση της. Διότι σύμφωνα με την μελέτες της Ε.Ε. ο Ν. 3863 εγγυάται τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού. Επομένως θα πρέπει οι προτάσεις που θα κατατεθούν να αποσαφηνίζουν ποια είναι η πραγματική στόχευση και πως αυτή θα επιτευχθεί.

Σε κάθε περίπτωση οι νέες προτάσεις θα πρέπει να συνοδεύονται από σχετικές επεξεργασίες με πληροφόρηση για τον ασφαλισμένο που θα καταδεικνύουν μέσω της σύγκρισης με τις προβλέψεις του Ν. 3863 ποιες αλλαγές επέρχονται και πως γίνεται η κατανομή των βαρών εντός της ίδιας γενεάς αλλά και μεταξύ των διαφορετικών γενεών με το νέο σύστημα και με το Ν. 3863.

Τότε και μόνον τότε η νέα παρέμβαση θα εξασφαλίσει την ευρύτερη δυνατή κοινωνική συναίνεση όταν γίνει σε συνθήκες απόλυτης διαφάνειας και χωρίς να συνεχίζει τις παθογένειες του παρελθόντος όπου όσοι είχαν πρόσβαση στους πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων διασφάλιζαν τα προνόμια τους.

Η επίλυση όμως του ασφαλιστικού δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της επικέντρωσης στους πόρους του συστήματος. Ειδικότερα, προτάσεις που αφορούν περαιτέρω αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών θα πρέπει να αξιολογηθούν και με γνώμονα την επίπτωση στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την ανάπτυξη.

Η νέα παρέμβαση για το ασφαλιστικό θα πρέπει να στοχεύει και στη διευκόλυνση του διαρθρωτικού μετασχηματισμού της οικονομίας. Να μην εισάγει στρεβλώσεις που ευνοούν τη δραστηριοποίηση των εργαζομένων στο μη ανταγωνιστικό και εσωστρεφές τμήμα της οικονομίας το οποίο υπήρξε και η αιτία που φτάσαμε στην κατάρρευση του 2009. Η χώρα πρέπει να θέσει ως προτεραιότητα την αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου ώστε να δημιουργηθούν νέες και βιώσιμες θέσεις εργασίας στον ανταγωνιστικό και εξωστρεφή τομέα και να αυξηθούν τα εισοδήματα και επομένως οι πόροι του συστήματος.

Η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα ειδικά σε συνθήκες κρίσης και έξαρσης των κοινωνικών ανισοτήτων είναι πως θα διασφαλιστεί η επάρκεια συντάξεων ώστε να προστατεύονται οι ηλικιωμένοι από τη φτώχεια αλλά και πως οι συνταξιοδοτικές δαπάνες θα είναι συμβατές με βιώσιμα δημόσια οικονομικά.

Με αφορμή τη νέα παρέμβαση έχουμε υποχρέωση να επανεξετάσουμε τις οικονομικές και κοινωνικές προτεραιότητες και να κλείσουμε τα αυτιά στις σειρήνες ένθεν κακείθεν που υπόσχονται εύκολες λύσεις ή ακόμη και επιστροφή στη «belle époque» του 2009.