Τι λένε τα κομπιούτερ και οι αριθμοί για το ασφαλιστικό;

Τι λένε τα κομπιούτερ και οι αριθμοί για το ασφαλιστικό;

Άρθρο Φίλιππου Σαχινίδη στην εφημερίδα «Καθημερινή της Κυριακής» στις 27 Δεκεμβρίου 2015

Στο κλείσιμο του 2015 ξανασυζητάμε την ανάγκη παρέμβασης στο ασφαλιστικό μετά την πρωτοβουλία που πήρε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ στο πλαίσιο του τρίτου μνημονίου.

Σήμερα, το πρόβλημα του ασφαλιστικού, παρά τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, είναι μικρότερο ως προς το μέγεθος από εκείνο του 2009. Τότε, το ασφαλιστικό χρειαζόταν ετήσια ενίσχυση 18,5 δις ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό ενώ σήμερα χρειάζεται 10,5 δις ευρώ.

Τότε, έπρεπε να γίνουν παρεμβάσεις για να αποτραπεί μια αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης από τα 32 δις ευρώ το 2009 στα 48 δις ευρώ που θα έφθανε το 2015 με βάση τις μελέτες. Σήμερα είμαστε στα 28,5 δις ευρώ και αναζητείται σταθεροποίηση.

Η ανακοπή της εκρηκτικής πορείας των συνταξιοδοτικών δαπανών υπήρξε το αποτέλεσμα παρεμβάσεων της περιόδου 2010-2012 και του Ν.3863/2010. Η πολιτική άποψη όσων αντιτάχθηκαν στην αλλαγή που ήρθε με τον Ν.3863/2010 ήταν ότι το ελληνικό σύστημα ασφάλισης ήταν βιώσιμο σε αντίθεση με ό,τι υποστήριζαν μέχρι τότε όλοι οι διεθνείς οργανισμοί.

Όμως, όλες οι μελέτες έδειχναν ότι, εάν δεν γινόταν παρέμβαση στο ασφαλιστικό, σε βάθος χρόνου, οι δαπάνες για το ασφαλιστικό θα έφταναν στο 24% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο. Αντίθετα, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, οι προβλεπόμενες εισφορές δεν θα ξεπερνούσαν το 10% του ΑΕΠ. Αυτή η διαφορά ανάμεσα στις εισροές και τις εκροές θα οδηγούσε μαθηματικά σε κατάρρευση του ασφαλιστικού.

Μια δεύτερη κριτική επισήμανση προς όσους αντιδρούσαν στις αλλαγές του 2010 είναι ότι το ασφαλιστικό είναι άδικο και άνισο. Ο κρατικός προϋπολογισμός το 2009 έδινε 4,5 δισεκατομμύρια για περίπου 1,2 εκατομμύρια ασφαλισμένων του ΙΚΑ, αλλά έδινε 750 εκατομμύρια για 37.000 ασφαλισμένους στη ΔΕΗ. Πόσο δίκαιη είναι αυτή η ανισότητα στην κατανομή των ενισχύσεων κατά δικαιούχο;

Στο δημόσιο διάλογο για το ασφαλιστικό και τις λύσεις του, η συζήτηση επικεντρώνεται μονομερώς στην πλευρά των πόρων του συστήματος και όχι στις πληρωμές.

Είναι γεγονός ότι η εισφοροδιαφυγή είναι μεγάλη στην Ελλάδα αφού ως προς τα ασφαλιστικά έσοδα υστερεί σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες, περίπου 2,5-3,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, τόσο πριν από την κρίση όσο και μετά από την κρίση.

Σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη, οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης οδηγούν σταδιακά σε αύξηση της απασχόλησης και, επομένως, ενισχύονται τα έσοδα του συστήματος. Όμως, να υπενθυμίσω ότι το πρόβλημα με το ασφαλιστικό υπήρχε και σε εποχές που η ελληνική οικονομία έτρεχε με πραγματικούς ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 3%-4%.

Επομένως, η ανάπτυξη δημιουργεί πόρους για ένα βιώσιμο ασφαλιστικό, υπό την προϋπόθεση ότι η αρχιτεκτονική του ασφαλιστικού έχει στηριχτεί σε παραδοχές που ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα.

Αντίθετα, αν το ασφαλιστικό έχει περιορισμένα έσοδα και δαπάνες οι οποίες συνεχώς αυξάνονται, τότε δημιουργεί τεράστιες δημοσιονομικές πιέσεις, αφού η διατήρηση του επιπέδου των παροχών του προϋποθέτει συνεχώς στήριξη από τον κρατικό προϋπολογισμό. Με βάση τα παραπάνω τίθεται το ερώτημα αν η απουσία ουσιαστικής παρέμβασης στο ασφαλιστικό όλα αυτά τα χρόνια μπορεί να σχετίζεται με την κρίση δημόσιου χρέους ή όχι;

Με βάση τα δεδομένα του Οκτωβρίου του 2009, όταν ανέλαβα καθήκοντα στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, το ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόταν 1,5 δις ευρώ το μήνα ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καταβάλει τρέχουσες συντάξεις. Αυτό σημαίνει ότι χρειαζόταν 18 δις ευρώ το χρόνο.

Η στήριξη του προϋπολογισμού προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης ήταν της τάξης των 5,4 δις ευρώ ή 4% του ΑΕΠ. Το 2009, είχε φτάσει στα 18,9 δις ευρώ ή 8,2% του ΑΕΠ.

Αν είχε σταθεροποιηθεί η συνεισφορά του κρατικού προϋπολογισμού στα ονομαστικά επίπεδα του 2001, η χώρα θα είχε 75 δισεκατομμύρια λιγότερο χρέος σε σχέση με αυτό το οποίο είχε το 2009.

Με λίγα λόγια, ένα στα τέσσερα ευρώ που χρωστούσε η χώρα το 2009 οφείλονταν στο γεγονός ότι, τη δεκαετία του 2000, δεν προνόησαν οι κυβερνήσεις να ανακόψουν αυτήν την ανησυχητική πορεία αύξησης της χρηματοδότησης των ασφαλιστικών ταμείων από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Τελευταία, γίνεται αναφορά στις αρνητικές επιπτώσεις που είχε το PSI στα αποθεματικά του ασφαλιστικού και ότι η κατάρρευση του οφείλεται στο PSI. Μιλάνε για απώλεια της τάξης των 26 δις ευρώ πριν το PSI, όταν τα ομόλογα που είχαν όλα τα ασφαλιστικά ταμεία ήταν 25,4 δις ευρώ. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας από το PSI χάθηκαν 11,7 δις ευρώ. Τέλος, αποσιωπάται το γεγονός ότι ο κρατικός προϋπολογισμός από το 2010 μέχρι σήμερα έχει δώσει για το ασφαλιστικό 100 δις ευρώ, δηλαδή εννέα φορές περισσότερα από όσα χάθηκαν για το PSI.

Αφού έγιναν έξι παρεμβάσεις την τελευταία εικοσιπενταετία, γιατί σήμερα το ασφαλιστικό εξακολουθεί να έχει προβλήματα; Η απάντηση σε μεγάλο βαθμό σχετίζεται με συγκυριακούς παράγοντες:

  • Η ανεργία ανέρχεται στο 1,3 εκατ. άτομα και την τελευταία πενταετία μειώθηκαν σημαντικά οι μισθοί με αποτέλεσμα να μειωθούν σημαντικά τα ασφαλιστικά έσοδα.
  • Η οικονομία είναι σε ύφεση από το 2008 και πολλές επιχειρήσεις δεν αποδίδουν τις ασφαλιστικές εισφορές. Οι ανείσπρακτες απαιτήσεις φτάνουν τα 14,5 δις ευρώ
  • Η έλλειψη βεβαιότητας για το μέλλον και για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων είχε ως αποτέλεσμα πολλοί εργαζόμενοι να προσφύγουν στη σύνταξη και να αυξηθούν απότομα οι πληρωμές του συστήματος. Σύμφωνα με το σύστημα Ήλιος, σήμερα οι δικαιούχοι είναι 2.650.000, ενώ εκτιμήσεις που αναγράφονται στον τύπο, αναφέρουν ότι εκκρεμούν 173.000 αιτήσεις για κύριες συντάξεις με αχαρτογράφητο χρέος ύψους 2 δις ευρώ.

Αυτό, όμως, που είναι πιο ανησυχητικό είναι ότι περίπου το 50% από αυτούς που προσφεύγουν αυτή τη στιγμή στη σύνταξη είναι στην ηλιακή κατηγορία 51-61 ετών. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και σήμερα, οι παροχές του συστήματος εξακολουθούν να λειτουργούν ως κίνητρο για την έξοδο στη σύνταξη.

Άρα, είμαστε σε αναζήτηση μιας νέας παρέμβασης που θα θέσει σε σταθερή τροχιά το ασφαλιστικό, θα βοηθήσει στην επίτευξη βιώσιμων δημόσιων οικονομικών, προϋπόθεση για μετάβαση σε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Οι νέες προτάσεις πρέπει να συνοδεύονται από αριθμητικά παραδείγματα που θα καταδεικνύουν, μέσω μιας σύγκρισης με τις προβλέψεις του Ν.3863\2010, ποιες αλλαγές επέρχονται και πώς συγκρίνονται με αυτά τα οποία θα προέκυπταν από την εφαρμογή του Ν.3863\2010. Έτσι, θα ξέρει ο ασφαλισμένος τι ακριβώς αλλάζει και πως κατανέμονται τα βάρη.

Τότε και μόνον τότε, η νέα παρέμβαση θα βρει την ευρύτερη δυνατή κοινωνική συναίνεση, όταν θα γίνει σε συνθήκες απόλυτης διαφάνειας, χωρίς να συνεχίζει τις παθογένειες του παρελθόντος, όπου όσοι είχαν πρόσβαση σε πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων διασφάλιζαν τα προνόμιά τους.