Οι εξελίξεις τρέχουν. Η Κεντροαριστερά;

Οι εξελίξεις τρέχουν. Η Κεντροαριστερά;

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη στο Πολιτιστικό Κέντρο «Μελίνα Μερκούρη», Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Μια από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της μεταπολιτευτικής Ελλάδας υπήρξε η ομαλή λειτουργία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, με δύο ισχυρά κόμματα, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, να εναλλάσσονται στην εξουσία.

Για τους οικονομολόγους, που αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στο ρόλο των θεσμών και διερευνούν όρους και προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάπτυξη σε μία χώρα, η πολιτική σταθερότητα και η δυνατότητα επίτευξης ευρύτερων συναινέσεων μεταξύ των πολιτικών κομμάτων αποτελούν παράγοντες που συμβάλλουν θετικά στην αναπτυξιακή πορεία.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, σε όλη την περίοδο μέχρι και το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, διασφαλίστηκε η πολιτική σταθερότητα. Αυτό εξηγεί, ως ένα βαθμό, και τη σημαντική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου που επιτεύχθηκε στη χώρα κατά την 35ετία 1974-2009.

Δεν διαμορφώθηκαν όμως συνθήκες για συναίνεση ούτε σε ζητήματα που θα διευκόλυνε τα δύο κόμματα, όπως για παράδειγμα στο ασφαλιστικό. Αντί για συναινέσεις, είχαμε σκληρή πολιτική αντιπαράθεση, η οποία σε πολλές περιπτώσεις άγγιζε τα όρια της πόλωσης.

Αυτό εξηγεί γιατί δεν κατάφερε η χώρα να αντιμετωπίσει έγκαιρα πολλά σύνθετα προβλήματα και να πραγματοποιήσει έγκαιρα αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές σε έναν κόσμο που άλλαζε με τρομακτική ταχύτητα. Έτσι, σε συνδυασμό με τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό της περιόδου 2007-2009 οδηγηθήκαμε στην κρίση.

Παρ’ όλα αυτά, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ σε ορισμένες περιπτώσεις όπως για παράδειγμα σε μείζονα εθνικά ζητήματα ή στο ζήτημα ένταξης στην ΟΝΕ πέτυχαν τις αναγκαίες συναινέσεις.

Με το ξέσπασμα όμως της κρίσης, πέρα από τις μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές απώλειες, χάθηκε και η πολιτική σταθερότητα της μεταπολίτευσης. Μια από τις επιπτώσεις της κρίσης στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος υπήρξε η ανατροπή του δικομματισμού.

Η εκλογική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ μεταξύ 2012-2015 και η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε κυρίαρχη πολιτική δύναμη πέραν της Δεξιάς, οδήγησε στην εκτίμηση ή και την επιδίωξη ότι ο παλαιός δικομματισμός μπορεί να αντικατασταθεί από ένα νέο δικομματισμό με τον ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ.

Η εκτίμηση αυτή, στηρίζεται στις υποθέσεις ότι:

α) η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ σταδιακά θα γίνουν μεγάλα πολυσυλλεκτικά κόμματα ώστε να σχηματίζουν αυτοδύναμα κυβερνήσεις ή ότι θα χρειάζονται έναν μικρό εταίρο για το σχηματισμό κυβέρνησης.

β) ο χώρος της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας δεν θα μπορέσει να ανασυνταχτεί.

Σήμερα, είναι δύσκολο να γίνει πρόβλεψη για το ποια από τα οκτώ κόμματα της Βουλής θα συνεχίσουν να υπάρχουν στις επόμενες ή στις μεθεπόμενες εκλογές.

Μπορεί, όμως, να ισχυριστεί κάποιος, ότι ο κατακερματισμός των μεγάλων κομμάτων και η ανάδειξη νέων κατά την διάρκεια της κρίσης ήρθε για να μείνει.

Η εκτίμηση αυτή, στηρίζεται στην εμπειρία που υπάρχει από τις πολιτικές εξελίξεις και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης. Αυτό που φαίνεται είναι ότι τα «καθιερωμένα» κόμματα που ανήκουν στην ομάδα των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών από τη μία και του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος από την άλλη χάνουν σταθερά έδαφος. Η πτώση είναι πιο μεγάλη για τα Σοσιαλιστικά, Σοσιαλδημοκρατικά και Εργατικά κόμματα.

Ο μεγάλος κερδισμένος είναι κυρίως νέα εθνικιστικά, ξενοφοβικά και λαϊκιστικά κόμματα της Δεξιάς και σε ορισμένες περιπτώσεις λαϊκιστικά κόμματα της Αριστεράς.

Επομένως, η επιδιωκόμενη ανασύνταξη της πολιτικής σκηνής προς ένα νέο δικομματισμό είναι υπό αίρεση. Θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από την δυνατότητα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να βγάλει τη χώρα από την ύφεση και τη στασιμότητα και να προετοιμάσει το έδαφος για την επόμενη ημέρα.

Για να βγει όμως η χώρα από την κρίση, και να αντιμετωπίσει μεγάλα προβλήματα όπως το προσφυγικό, την αναθεώρηση του ασφαλιστικού συστήματος, τη θέσπιση ενός σταθερού φορολογικού πλαισίου κλπ, είναι αναγκαίες ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις.

Αυτές ήταν παρούσες σε όλες τις χώρες που βγήκαν από τα Μνημόνια, δηλαδή την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Κύπρο.

Για την Ελλάδα ειδικά θα ήταν χρήσιμο να επικεντρωθούμε στα συμπεράσματα από την εμπειρία της Κύπρου.

Εκτιμώ, ότι τα πολιτικά κόμματα, σε μεγάλο βαθμό, δεν έχουν κατανοήσει την απαξίωση που υφίστανται στη συνείδηση των πολιτών όσο αδυνατούν να απαντήσουν στα ερωτήματα:

  • Γιατί η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα από όσες μπήκαν σε πρόγραμμα, που παραμένει σε αυτό;
  • Γιατί η Ελλάδα, εννέα χρόνια μετά την έναρξη της ύφεσης, παραμένει σε ύφεση έχοντας χάσει πάνω από 25% του ΑΕΠ και με την ανεργία να παραμένει στο 25%;

Η απαξίωση αυτή, μπορεί να εξηγεί, γιατί το ποσοστό συμμετοχής στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 έπεσε περίπου στο 60%.

Ο κίνδυνος που διατρέχουμε αν τελικά επικρατήσει ο νέος δικομματισμός, είναι να οδηγηθεί η χώρα σε ακόμη μεγαλύτερες οικονομικές και πολιτικές περιπέτειες επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ δεν μπορούν να πετύχουν αυτές τις συναινέσεις. Για το λόγο αυτό, είναι αναγκαία η ανασύνταξη της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου απέδειξε ότι η αφήγησή του για την ύπαρξη ενός άλλου δρόμου ήταν κενή περιεχομένου.

Δεν μπόρεσε να καταργήσει το Πρώτο και Δεύτερο Μνημόνιο με άρθρο μονό.

Έφερε το Τρίτο Μνημόνιο με άρθρα πολλά και ιδεολογικό φορτίο πολύ πιο βαρύ από αυτό των δύο πρώτων.

Με το Τρίτο Μνημόνιο επισφραγίζεται ως αναγκαιότητα για τη οικονομική σταθερότητα της χώρας η δημιουργία επαρκών πλεονασμάτων.

Για να τα πετύχει αυτά η κυβέρνηση θα πάρει δημοσιονομικά μέτρα ύψους 5,5 δις, με έμφαση κυρίως στη φορολογία, σε μια περίοδο όπου οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των πολιτών προς την εφορία έχουν ξεπεράσει τα 85 δις.

Μάλιστα, μόλις προχτές, μάθαμε ότι η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε προσαρμογή των διεκδικήσεων της για το χρέος.

Η νέα θέση της κυβέρνησης είναι:

«Μείωση ονομαστικού χρέους της χώρας, γιόκ.

Τώρα, λοιπόν, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιχειρεί το χτίσιμο μιας νέας αφήγησης και αναζητεί εχθρούς.

Στη νέα αφήγηση, η διαπραγματευτική στάση της κυβέρνησης καθίσταται πλέον αυτοσκοπός, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, προκειμένου να παρατείνουν οι κυβερνητικοί εταίροι την παραμονή τους στην εξουσία και όχι μέσο για την βελτίωση των όρων της συμφωνίας και την επιτάχυνση της εξόδου από την κρίση.

Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση μιλά για συναινέσεις αλλά υπονομεύει την διαμόρφωση ευρύτερων συναινέσεων, καταγγέλλοντας όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις.

Η ΝΔ από την πλευρά της, όπως φάνηκε και από τη στάση της στο ασφαλιστικό ή το προσφυγικό, είναι δέσμια του λαϊκισμού.

Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να ζητάς συζήτηση για το ασφαλιστικό από μηδενική βάση, όταν είναι γνωστό ότι τη μεγαλύτερη πίεση ο κρατικός προϋπολογισμός τη δέχεται από τη στήριξη που παρέχει στα συνταξιοδοτικά ταμεία για να συνεχίσουν αυτά να παρέχουν συντάξεις.

Η μεγάλη ανατροπή στα σχέδια για το νέο δικομματισμό μπορεί να έρθει μόνο μέσα από την ανασύνταξη του χώρου της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας, η οποία είναι κατακερματισμένη.

Το τελευταίο διάστημα, κόμματα και κινήσεις του χώρου αυτού έχουν κατανοήσει ότι αν παραμείνει κατακερματισμένος, τότε δεν θα έχουν την παραμικρή δυνατότητα να εργαστούν για να διαμορφώσουν τους όρους και τις προϋποθέσεις για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Ούτε θα έχουν ρόλο στη χάραξη της πορείας που πρέπει να ακολουθήσει η Ελλάδα στην Μεταμνημονιακή περίοδο.

Είναι ευθύνη πλέον των Σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων να αναλάβουν πρωτοβουλίες για να ανασυντάξουν τον χώρο και να εργαστούν για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Η συζήτηση για την ανασύνταξη του χώρου θα βρει ανταπόκριση στην κοινωνία, αν οι κοινωνικές δυνάμεις που θέλει να εκφράσει η Σοσιαλδημοκρατία έχουν καταλήξει σε μια ενιαία αφήγηση για το πώς έφτασε η χώρα σε κατάρρευση. Έτσι μόνο, η νέα Σοσιαλδημοκρατία θα μπορέσει να συντάξει μια αξιόπιστη και ρεαλιστική πρόταση εξόδου από την κρίση αλλά και να δώσει ένα όραμα για την Ελλάδα μετά τα Μνημόνια.

Το θεσμικό έλλειμμα ήταν αυτό που επέτρεψε, σε μεγάλο βαθμό, τη δημιουργία των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και των ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που οδήγησαν στον αναγκαστικό δανεισμό.

Επομένως, η πρόταση της νέας Σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να στοχεύει στο γκρέμισμα του πελατειακού κράτους και στην οικοδόμηση της κοινωνικής εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.

Αποτελεί θετική εξέλιξη η ανάληψη πρωτοβουλιών για την ανασύνταξη του χώρου. Το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών αντιμετωπίζει θετικά κάθε ειλικρινή πρωτοβουλία για την ανασυγκρότηση του προοδευτικού χώρου.

Με όρους ισοτιμίας, χωρίς αποκλεισμούς, καλούνται σε συνεργασία οι δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται ότι ανήκουν στο χώρο του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού, του πολιτικού φιλελευθερισμού, της πολιτικής οικολογίας και της ευρωπαϊκής και μεταρρυθμιστικής Αριστεράς.

Οι προκλήσεις για την χώρα, οκτώ χρόνια μετά την έναρξη της ύφεσης και έξι χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου, παραμένουν μεγάλες. Οι πολίτες απογοητευμένοι από την μέχρι τώρα λειτουργία των πολιτικών δυνάμεων αναζητούν προοπτική. Τώρα που κατέρρευσαν οι μύθοι για εύκολες αντιμνημονιακές λύσεις, η χώρα έχει ανάγκη από δύσκολες αλήθειες και πολιτικές δυνάμεις που θα προχωρήσουν σε όλες τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές.

Να διευκολύνουμε τις παραγωγικές και καινοτόμες κοινωνικές δυνάμεις να επενδύσουν για να παράξουν πλούτο και να επιστρέψουμε σε βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Αυτή είναι η προϋπόθεση για δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και αντιμετώπισης των προβλημάτων κοινωνικής συνοχής που προκάλεσε η αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων κατά την περίοδο της κρίσης.

Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για τις δυνάμεις της Σοσιαλδημοκρατίας και ως προς την συνεισφορά μας σε αυτή την κατεύθυνση θα αξιολογηθούμε από τους πολίτες, ως μια αξιόπιστη πολιτική δύναμη που μπορεί να διεκδικήσει εντολή από τους πολίτες για να εργαστεί για την έξοδο της χώρας από την κρίση.