Η ανταγωνιστική οικονομία θα διώξει τα μνημόνια

Η ανταγωνιστική οικονομία θα διώξει τα μνημόνια [συνέντευξη στην Ελευθερία]

Συνέντευξη στον Γιώργο Νούλη στην Εφημερίδα "Ελευθερία" Ο πρώην υπ. Οικονομικών εξηγεί στην "Ε" γιατί απέτυχαν τα δύο πρώτα μνημόνια, ποιες οι προϋποθέσεις για να πετύχει το τρίτο και πόσο κοντά είμαστε στο επόμενο…

» Το αν θα πάμε σε τέταρτο μνημόνιο θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις επιλογές της κυβέρνησης. Διότι τα μνημόνια ούτε σκίζονται ούτε καταργούνται με νόμους. Τα μνημόνια είναι αχρείαστα μόνο όταν έχεις μια οικονομία ανταγωνιστική, βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης και έχεις θέσει σε έλεγχο τα δημόσια οικονομικά της χώρας»…

Με τα λόγια αυτά και δίνοντας την προσωπική του εκτίμηση στα σενάρια των τελευταίων ημερών για το αν τελικά οδηγούμαστε σε συμφωνίες που υποκρύπτουν ένα νέο συμπληρωματικό μνημόνιο, ο Λαρισαίος πρώην υπουργός Οικονομικών Φίλιππος Σαχινίδης σε συνέντευξή του στην «Ε» αποτιμά τις αποφάσεις του πρόσφατου Eurogroup, αναδεικνύει τις προϋποθέσεις που θα διευκόλυναν την επιστροφή στην ανάπτυξη, εκφράζει τον προβληματισμό και την ανησυχία του για τις αντοχές της πραγματικής οικονομίας και της κοινωνίας μετά τη λήψη των τελευταίων μέτρων καθιστώντας όπως τονίζει δυσκολότερη την επίτευξη των στόχων…

Θεωρώντας τέλος πως η Ε.Ε. πρέπει να προχωρήσει σε πιο γενναίες αποφάσεις για το χρέος ο κ. Σαχινίδης εξηγεί γιατί είμαστε ακόμη η μόνη χώρα σε μνημόνιο, αναλύει τους λόγους που δεν πέτυχαν τα δύο πρώτα μνημόνια και αποκαλύπτει υπό ποιες προϋποθέσεις θα πετύχει το τρίτο…

* Κύριε Σαχινίδη πώς αποτιμάτε τις εξελίξεις από το πρόσφατο Eurogroup; Θεωρείτε πως μπορούν να συνεισφέρουν στην επανεκκίνηση της οικονομίας;

– Οι αποφάσεις του eurogroup πρέπει να αξιολογηθούν με γνώμονα τη συνεισφορά τους στην προσπάθεια για επανεκκίνηση της οικονομίας και ασφαλή επιστροφή στις αγορές. Η επανεκκίνηση της οικονομίας προϋποθέτει μεταξύ άλλων και την οριστική αντιμετώπιση του προβλήματος του χρέους. Όποιες όμως σημαντικές αποφάσεις για το χρέος ληφθούν, θα εφαρμοστούν κυρίως μετά το 2018. Αντίθετα, τα δημοσιονομικά μέτρα ύψους 5,6 δισ. και ιδιαίτερα η αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων σε συνθήκες περιορισμένης ρευστότητας, με capital controls, θα οδηγήσουν σε παράταση της ύφεσης που ξεκίνησε από το 2008. Τις υφεσιακές συνέπειες των μέτρων μπορούν να ανασχέσουν μόνο οι ιδιωτικές επενδύσεις οι οποίες δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και νέα εισοδήματα. Η κυβέρνηση όμως εξακολουθεί να είναι αρνητική ή επιφυλακτική με τις ιδιωτικές επενδύσεις. Η παράταση της ύφεσης βλάπτει την οικονομία και δυσκολεύει την έγκαιρη και ασφαλή έξοδο της χώρας στις αγορές.

* Συμμερίζεστε τη γενικότερη αισιοδοξία ότι είμαστε κοντά στο κλείσιμο της αξιολόγησης και στην οριοθέτηση ενός γενικού πλαισίου για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους;

– Με την κατάθεση και ψήφιση στο προσεχές διάστημα του πολυνομοσχεδίου για έμμεσους φόρους, «κόκκινα» δάνεια, νέο ταμείο ιδιωτικοποιήσεων και το μηχανισμό αυτόματης δημοσιονομικής προσαρμογής, η χώρα θα έχει ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το τρίτο Μνημόνιο έτσι ώστε στο επόμενο Eurogroup να κλείσει η πρώτη αξιολόγηση. Στο Eurogroup αυτό είναι πιθανό να εξειδικευτούν και οι αποφάσεις για τις ενέργειες ελάφρυνσης του χρέους. Οι κύριες παρεμβάσεις όμως στο χρέος φαίνεται ότι θα γίνουν μετά το 2018 όταν θα έχει τελειώσει το τρίτο Μνημόνιο.

* Η πολιτική σας εμπειρία και πολύ περισσότερο η θητεία σας σε οικονομικό υπουργείο σάς επιτρέπει να αποκηρύξετε την άποψη ότι η ανάληψη πρωτοβουλιών για τη διευθέτηση του χρέους δεν θα περάσει μέσα από σκληρότερα μέτρα; Αποκλείετε να υπάρξει ένα τέταρτο μνημόνιο που θα εξασφαλίζει την περαιτέρω χρηματοδότηση της οικονομίας έναντι νέων δεσμεύσεων για όσα δεν θα έχουν υλοποιηθεί και την επικαιροποίηση των απαιτήσεων;

– Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις του πρόσφατου Eurogroup η Ελλάδα καλείται να θεσμοθετήσει μέτρα ύψους 5,6 δισ. ευρώ προκειμένου να πετύχει τη δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 3,5% του ΑΕΠ το 2018. Σε περίπτωση απόκλισης από τον στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα η Ελλάδα δεσμεύτηκε ότι θα θεσμοθετήσει ένα αυτόματο μηχανισμό δημοσιονομικής προσαρμογής ώστε οι όποιες αποκλίσεις να αντιμετωπίζονται έγκαιρα. Αν λοιπόν υπάρξουν αποκλίσεις από τους στόχους για το 2016 τότε η χώρα θα πρέπει το 2017 να πάρει μέτρα – κυρίως περικοπές δαπανών – για να τις εξαλείψει. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που βρίσκεται σε μνημόνιο έξι χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου όταν όλες οι άλλες χώρες που μπήκαν σε μνημόνια έχουν πλέον πρόσβαση στις αγορές και επέστρεψαν σε ανάπτυξη.

Το αν θα πάμε σε τέταρτο μνημόνιο θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις επιλογές της κυβέρνησης. Διότι τα μνημόνια ούτε σκίζονται ούτε καταργούνται με νόμους. Τα μνημόνια είναι αχρείαστα μόνο όταν έχεις μια οικονομία ανταγωνιστική, βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης και έχεις θέσει σε έλεγχο τα δημόσια οικονομικά της χώρας.

 * Οι αντοχές της πραγματικής οικονομίας και της κοινωνίας μετά και το νέο ασφαλιστικό – φορολογικό διώχνουν τις ανησυχίες όσον αφορά στην ικανότητα της χώρας να αποπληρώσει το χρέος και να παράξει τα αναγκαία κατ΄ έτος πλεονάσματα;

– Θεωρώ ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να παράξει πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ για χρονικό διάστημα μιας δεκαετίας. Πολύ περισσότερο που η προσπάθεια αυτή στηρίζεται κυρίως στην αύξηση των φορολογικών συντελεστών σε μια περίοδο περιορισμένης ρευστότητας και περιορισμένης φοροδοτικής ικανότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ανείσπρακτες οφειλές προς το δημόσιο έχουν φτάσει τα 87 δισ. Εκτιμώ ότι η φοροδιαφυγή και η εισφοροδιαφυγή θα ενταθούν καθιστώντας δυσκολότερη την επίτευξη των στόχων.

Για αυτό θεωρώ ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να προχωρήσουν σε πιο γενναίες αποφάσεις για το χρέος ώστε ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα να είναι πολύ χαμηλότερος από το 3,5% του ΑΕΠ. Εμείς θα αναλάβουμε την ευθύνη για την ολοκλήρωση μεταρρυθμίσεων από τη δικαιοσύνη και τη δημόσια διοίκηση μέχρι τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Αυτό θα διευκόλυνε την επιστροφή στην ανάπτυξη και θα ενίσχυε την αξιολόγηση για τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους.

* Καθώς συμπληρώνονται έξι χρόνια από την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, γιατί νομίζετε πως Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της ευρωζώνης που παραμένει σε πρόγραμμα; Γιατί τα δύο πρώτα μνημόνια απέτυχαν να οδηγήσουν με ασφάλεια τη χώρα στις αγορές;

– Θα αναφερθώ στους τρεις σημαντικότερους κατά τη γνώμη μου παράγοντες. Ο πρώτος αφορά στην έλλειψη ή υπονόμευση κατά την πορεία εφαρμογής, της αξιοπιστίας των προγραμμάτων. Για παράδειγμα όταν η κ. Μέρκελ και ο κ. Σαρκοζί αποφάσισαν τον Οκτώβριο του 2010 στην Ντοβίλ ότι αν μια χώρα προσφεύγει στον ευρωπαϊκό μηχανισμό θα αξιολογείται πρώτα η βιωσιμότητα του χρέους της, αυτόματα ακυρώθηκε η αξιοπιστία του πρώτου ελληνικού προγράμματος που εγκρίθηκε τον Μάιο του 2010. Οι επενδυτές άρχισαν να ανησυχούν για το ενδεχόμενο «κουρέματος» του ελληνικού χρέους και πουλήσανε τα ομόλογα με αποτέλεσμα να ανεβούν ξανά τα σπρεντς τα οποία είχαν αρχίσει να πέφτουν μεταξύ Μαΐου και Οκτωβρίου του 2010.

Το δεύτερο ελληνικό πρόγραμμα είχε πρόβλημα αξιοπιστίας εξαιτίας του υψηλού δημοσιονομικού στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα, 4,5% του ΑΕΠ. Η Ελλάδα τα τελευταία σαράντα χρόνια ποτέ δεν πέτυχε τη δημιουργία τόσο υψηλών δημοσιονομικών πλεονασμάτων. Πώς θα τα πετύχαινε τώρα;

Ο δεύτερος παράγοντας σχετίζεται με την έλλειψη ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών συναινέσεων αναγκαίων για την αντιμετώπιση της κρίσης όπως φάνηκε και από την επιτυχή έξοδο τριών χωρών της ευρωζώνης από τα μνημόνια. Αναφέρομαι στις Ιρλανδία, Πορτογαλία και Κύπρο. Η άγονη αντιπολίτευση και ο στείρος αντιμνημονιακός λόγος αρχικά από τη ΝΔ με προγράμματα τύπου Ζαππείων και μετέπειτα από τον ΣΥΡΙΖΑ με τα προγράμματα Θεσσαλονίκης εξηγεί γιατί είμαστε ακόμη η μόνη χώρα σε μνημόνιο.

Τέλος, ένας άλλος παράγοντας σχετίζεται με τη λεγόμενη «ιδιοκτησία» του προγράμματος. Όλες οι κυβερνήσεις γνωρίζοντας το μεγάλο πολιτικό κόστος που συνεπαγόταν η εφαρμογή των όσων προβλέπονταν στο πρόγραμμα αντιμετώπιζαν τα προγράμματα ως κάτι που επιβλήθηκε από τους ξένους. Καμία όμως κυβέρνηση δεν κατάθεσε ένα δικό της πρόγραμμα με βάση το οποίο και για όσο θα διαρκούσε η εφαρμογή του, οι θεσμικοί δανειστές θα ήταν διατεθειμένοι να καλύψουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας για να αντιμετωπιστούν οι ανισορροπίες της οικονομίας.

* Το τρίτο μνημόνιο δεν μπορεί να βοηθήσει την ελληνική κυβέρνηση να χτίσει τo δικό της «success story» μέσω της συμμόρφωσης στο πρόγραμμα;

– Η χώρα μπορεί να επιστρέψει με ασφάλεια στις αγορές αρκεί η κυβέρνηση να εφαρμόσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε με την υπογραφή του τρίτου μνημονίου τον Αύγουστο του 2015 και να προχωρήσει σε όλες τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που θα καταργήσουν το πελατειακό κράτος που μας οδήγησε στην κρίση το 2009. Αν η χώρα έχει να επιδείξει αποτελέσματα στο πεδίο των μεταρρυθμίσεων τότε μπορεί να διεκδικήσει μείωση του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα και να διευκολύνει την επιστροφή στην ανάπτυξη. Και βέβαια έχει πολύ μεγάλη σημασία να εφαρμόζει τα όσα νομοθετεί. Γιατί πολλοί πιστεύουν ότι οι υποχρεώσεις της κυβέρνησης εξαντλούνται στην νομοθέτηση όσων δεσμεύσεων περιλαμβάνονται στο μνημόνιο. Όμως το μεγάλο πρόβλημα είναι η μη εφαρμογή τους –παρότι έχουν ψηφιστεί- όπως έχει πλέον φανεί από την εξαετή εμπειρία με τα Μνημόνια.