«Game Over: Η Αλήθεια για την Κρίση»

«Game Over: Η Αλήθεια για την Κρίση»

Ομιλία Φίλιππου Σαχινίδη στην παρουσίαση του βιβλίου του Γ. Παπακωνσταντίνου

Φίλες και φίλοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τον Γ. Παπακωνσταντίνου για την ευκαιρία που μου δίνει να συμμετάσχω στην παρουσίαση του βιβλίου του «Game Over: Η Αλήθεια για την κρίση” στην Ξάνθη.

Αυτή η δεύτερη ευκαιρία, μου επιτρέπει σήμερα να μιλήσω για το βιβλίο μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία, αφού κάθε νέα ανάγνωση του βιβλίου επιτρέπει να ανακαλύψεις νέα σημαντικά στοιχεία που περιλαμβάνονται σ’ αυτό.

Πριν ξεκινήσω να μιλώ για το βιβλίο αυτό, οφείλω ορισμένες προσωπικές επισημάνσεις.

Τα όσα γράφει στο βιβλίο, οι μαρτυρίες δηλαδή, δεν αφορούν γεγονότα ξένα προς εμένα.

Αλλά γεγονότα, που έζησα με τον ίδιο βαθμό έντασης ή σε ορισμένες περιπτώσεις και μεγαλύτερο, αφού οι συχνές μετακινήσεις του στο εξωτερικό καθιστούσαν αναγκαία την αναπλήρωσή του στις δύσκολες και γεμάτες από σκληρές συγκρούσεις κοινοβουλευτικές εργασίες.

Με αυτή την έννοια, η σημερινή μου τοποθέτηση για το βιβλίο και τον Παπακωνσταντίνου υπόκειται σε έλεγχο αντικειμενικότητας.

Πολλές φορές, αναρωτήθηκα, αν στις 400 τόσες σελίδες καταφέρνει να μεταφέρει στον αναγνώστη την αγωνία του και τις πρωτόγνωρες, για πολιτικό, δυσκολίες, με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπος.

Τα ξενύχτια και τις ατελείωτες συζητήσεις με όλους τους συνεργάτες του.

Τους προβληματισμούς του, για το αν υπήρχαν άλλες επιλογές που έπρεπε να διερευνηθούν.

Τις συναντήσεις και συζητήσεις με εκπροσώπους μεγάλων τραπεζών, με πολιτικούς χωρών που αντιμετώπισαν κρίση, με οικονομολόγους διεθνούς εμβέλειας.

Την προσπάθειά του να κερδίσει συμμαχίες στο εσωτερικό ενός κόμματος, που είχε κρίση συνειδήσεως, που φοβόταν μην χάσει την ψυχή του, αλλά αδυνατούσε να καταθέσει εναλλακτική πρόταση, καθώς καλούνταν να εφαρμόσει την πιο αυστηρή δημοσιονομική προσαρμογή που έγινε ποτέ μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.

Πολλές φορές όταν καθόμασταν στην αίθουσα συσκέψεων του Υπουργείου με τις φωτογραφίες όλων των προκατόχων του ίσως και ο ίδιος να αναρωτήθηκε, αν ήταν κάποιος από αυτούς στη θέση του, τι διαφορετικό θα έκανε;

Ήμουν παρών σε πολλά από όσα περιγράφει και σας διαβεβαιώνω, ότι κάθε φορά, σε κάθε δυσκολία, ανταποκρίνονταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Και το λέω αυτό, γιατί πολλές φορές άκουσα να λένε ότι ευθύνεται για την πορεία προς τα μνημόνια.

Για το περιεχόμενο τους.

Ότι, κάποιος άλλος στη θέση του, θα είχε ακολουθήσει άλλη πορεία ή θα είχε αποφύγει τα μνημόνια.

Όλα αυτά, είναι η αφήγηση που χτίσανε οι αντίπαλοί του και αντίπαλοί μας όλα αυτά τα χρόνια για να χτίσουν, όπως φάνηκε εκ των υστέρων, πολιτικές καριέρες στις πλάτες των Ελλήνων.

Όταν όμως αυτά ακούγονται από προκατόχους του, που ευθύνονται για την πορεία της χώρας προς την κρίση, ας αναρωτηθούν πόσα δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθεσαν στο χρέος και τι ελλείμματα παρέλαβαν και τι ελλείμματα παρέδωσαν και μάλιστα σε ημέρες ευημερίας.

Ποιες δύσκολες αποφάσεις απέφυγαν να πάρουν όταν έπρεπε, με αποτέλεσμα το πρόβλημα να μετακυλίεται στους επόμενους μέχρι που στο τέλος ξέσπασε η καταιγίδα και η χώρα βρέθηκε απροετοίμαστη και υπερχρεωμένη.

Δυστυχώς όταν ξέσπασε η κρίση δεν μιλήσαμε για τις παραλείψεις ή τα εγκληματικά λάθη του παρελθόντος, γιατί από την πρώτη στιγμή δώσαμε προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του προβλήματος και όχι στην αναζήτηση πολιτικών ή ποινικών ευθυνών.

Ίσως και να ‘ταν λάθος μας αυτό. Προτάξαμε την χώρα και τους πολίτες και όχι την πολιτική κυριαρχία.

Έτσι δόθηκε η ευκαιρία σε κάποιους να ανασκουμπωθούν σήμερα και να μας κουνάνε το δάχτυλο για το πόσο διαφορετικά θα τα χειριζόντουσαν οι ίδιοι.

Ότι θα αποφεύγαμε τα μνημόνια ή ότι με μερικές μικρές περικοπές θα περισώζαμε ότι κτίστηκε για πολλά χρόνια σε σαθρά θεμέλια.

Και αναρωτιέμαι, αν ήταν τόσο απλό, γιατί δεν το επεσήμαναν νωρίτερα ή όσοι κυβέρνησαν πιο πριν γιατί δεν προχώρησαν στην έγκαιρη αντιμετώπιση των προβλημάτων για να μην φτάσει η χώρα στην κατάρρευση;

H κοινωνία, που υποφέρει για περισσότερα από εννιά χρόνια από την ύφεση, πολλές φορές έθεσε και εξακολουθεί να θέτει το ερώτημα, μα καλά φτάσαμε σε αυτήν την κρίση εξαιτίας της υπερχρέωσης, 300 δις χρέος και των πλαστών στατιστικών στοιχείων που έστελνε η ΝΔ στην Ευρώπη και δεν θα λογοδοτήσει κανείς από αυτούς που ευθύνονται;

Το ότι τελικά η χώρα δεν χρεοκόπησε, οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στην αξιοπιστία του Γ. Παπακωνσταντίνου μεταξύ των ομολόγων του.

Μια αξιοπιστία, που την κέρδισε σιγά σιγά καθώς αποδείκνυε ότι πίστευε στην  ανάγκη να αλλάξουμε για να μην βουλιάξουμε.

Γιατί ήταν ένας από τους λίγους υπουργούς της περιόδου των μνημονίων που αποδέχτηκε την ιδιοκτησία του προγράμματος και προσπαθούσε σε κάθε αξιολόγηση να πετύχει βελτιώσεις.

Η Ελλάδα, με τις πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου και του Γ. Παπακωνσταντίνου, τελικά δεν έγινε «το ατύχημα που περιμένει να συμβεί» όπως έχει γραφτεί στους Financial Times από το 2008.

Βέβαια, η δημόσια αφήγηση που έχει κυριαρχήσει δεν συμμερίζεται την άποψή μου. Η δημόσια αφήγηση, τον θέλει να είναι ο κακός της ιστορίας. Ό ένοχος για όλα όσα υπέφεραν οι Έλληνες τα τελευταία χρόνια. Γιατί έτσι βόλευε τους εμπρηστές και όσους τους προστάτευαν. Να περάσουν την ευθύνη στους πυροσβέστες.

Το βιβλίο αυτό, όπως τονίζει ο ίδιος στον πρόλογο, δεν είναι μια σύνθεση διηγήσεων άλλων, αλλά η προσωπική του μαρτυρία για όλα όσα συνέβησαν στην πιο κρίσιμη περίοδο της μεταπολίτευσης που επηρέασαν όλους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες.

Είναι η δική του αλήθεια για την κρίση. Επομένως, είναι η αποτύπωση των γεγονότων όπως τα προσέλαβε και τα αξιολόγησε. Είναι μια ματιά υποκειμενική. Υπόκειται όμως σε αξιολόγηση, με την έννοια ότι, τα όσα λέει μπορούν να ελεγχθούν και να αντικρουστούν.

Με αυτήν την έννοια, είναι μια μοναδική μαρτυρία τουλάχιστον από την πλευρά της Ελλάδας, αφού δεν υπάρχει ακόμη άλλη γραπτή μαρτυρία από όσους συμμετείχαν με θεσμικό ρόλο στα γεγονότα εκείνης της εποχής.

Το βιβλίο αυτό είναι μια απόπειρα, όπως λέει, να κτιστεί μια ενιαία αφήγηση για την κρίση. Σε μια χώρα που έξι χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου και οκτώ μετά την έναρξη της ύφεσης, δεν έχουμε ακόμη καταλήξει σε μια κοινά παραδεκτή αφήγηση για το πώς φτάσαμε στην κρίση.

Γιατί όλα αυτά τα χρόνια, από την πρώτη στιγμή, κυριάρχησαν οι μύθοι και οι συνομωσίες. Θα προσπαθήσω να αναφέρω κάποιους από αυτούς, όχι όμως εξαντλητικά. Ότι σκόπιμα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έβαλε τη χώρα στο Μνημόνιο για να πάρει τα σκληρά μέτρα και να ενισχύσει την κερδοφορία των ιδιωτικών κεφαλαίων.

Ότι όλα έγιναν για να μπει το ΔΝΤ στη χώρα και να βάλει η Αμερική πόδι στην Ευρώπη μέσω Ελλάδας.

Ότι έγιναν για να κερδοσκοπήσουν κάποιοι – που είχαν πρόσβαση στην κυβέρνηση – στις αγορές ομολόγων.

Και για να γίνει αυτό ή όλα αυτά μαζί, σύμφωνα με τη θεωρία της συνομωσίας η Κυβέρνηση  του ΠΑΣΟΚ «φούσκωσε» τεχνητά το έλλειμμα του 2009 για να χάσει η χώρα την πρόσβαση στις αγορές και να καταφύγει στα μνημόνια.

Απορρίπτοντας τις προσφορές των κεφαλαίων των Ρώσων, Κινέζων, Αράβων ή ακόμη και τα 600 δις του Σώρρα.

Η απλή εξήγηση ότι η Ελλάδα για άλλη μια φορά, όπως το 1983, το 1985, το 1990 και το 1993, βρισκόταν αντιμέτωπη με μακροοικονομικές ανισορροπίες, οι οποίες είχαν ξεφύγει πέρα από κάθε όριο και δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν εύκολα από μια χώρα η οποία ως μέλος της ευρωζώνης δεν είχε εργαλεία πολιτικής όπως η υποτίμηση, δεν πέρασε ποτέ ως επιχείρημα τα κρίσιμα αυτά χρόνια.

Δεν πέρασε ακόμη και όταν ο ίδιος έφυγε από τη θέση του Υπουργού Οικονομικών και η χώρα με την Κυβέρνηση Λ. Παπαδήμου προχώρησε στη συμφωνία για το δεύτερο μνημόνιο.

Δεν πέρασε ούτε και αργότερα, όταν ο κ. Α. Σαμαράς ως Πρωθυπουργός υποχώρησε από την αντιμνημονιακή στάση του «δεν θα συναινέσω στο λάθος» και προχώρησε στην υιοθέτηση μιας ιδιαίτερα εμπροσθοβαρούς δημοσιονομικής πολιτικής για το 2012 και 2013.

Δεν πέρασε, ούτε με την άνοδο του κ. Α. Τσίπρα στην εξουσία.

Το αντίθετο, η κυριαρχία των μύθων και των συνομωσιών, η υποχώρηση της κοινής λογικής, η άγνοια ή η συστηματική απόρριψη επιχειρημάτων που στηρίζονταν σε πραγματικά και μη αμφισβητήσιμα αριθμητικά ή στατιστικά δεδομένα είναι που οδήγησε στην άνοδο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην εξουσία.

Από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2015 ήρθαν τα πάνω κάτω. Οι τράπεζες έκλεισαν, τα capital controls επιβλήθηκαν, περιουσιακά στοιχεία με τη μορφή μετοχών αξίας 25 δις από τη συμμετοχή του ΤΧΣ στο κεφάλαιο των τραπεζών εξαφανίστηκαν σε μια νύχτα αυξάνοντας το χρέος ισόποσα, η δυναμική του χρέους επιδεινώθηκε, η διαρροή των καταθέσεων ξεπέρασε κάθε όριο, η ΕΚΤ κατέστησε μη επιλέξιμα τα ελληνικά ομόλογα.

Κανείς, όμως, δεν θέλει να παραδεχτεί, ότι τελικά το 2010 με 36 δις έλλειμμα και χωρίς πρόσβαση στις αγορές λόγω των απαγορευτικών επιτοκίων δεν υπήρχε άλλος δρόμος από αυτόν της προσφυγής στους θεσμικούς δανειστές.

Ότι τέσσερα χρόνια αργότερα και αφού η χώρα είχε σχεδόν μηδενίσει το πρωτογενές έλλειμμα, η Ευρώπη δεν θα άλλαζε την πολιτική της επειδή στην Ελλάδα κέρδισαν τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ.

Ότι για να μείνει στην εξουσία η νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ –ΑΝΕΛ θα έπρεπε, όχι μόνο να μην σκίσει τα μνημόνια όπως υπόσχονταν ή να τα καταργήσει με άρθρο μονό, αλλά να ψηφίσει το τρίτο μνημόνιο και μάλιστα με άρθρα πολλά για να πάρει τα 86 δις ευρώ που καλύπτουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας μέχρι το 2018.

Τελικά, όπως μάθαμε εκ των υστέρων, όσοι μας κατηγορούσαν για «προδοσία», «εθνική μειοδοσία», ως «μερκελιστές» ή «τσολάκογλου» είχαν αυταπάτες.

Διαβάζοντας, λοιπόν, το βιβλίο, αναρωτιέται κανείς μαζί με τον συγγραφέα, γιατί όλες αυτές οι ακραίες πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις που οδήγησαν μεταξύ άλλων και στο θάνατο τριών εργαζομένων που πυρπολήθηκαν από εμπρηστική βόμβα;

Γιατί η οικονομία έχασε το 25% του ΑΕΠ και παραμένει για όγδοο χρόνο στην ύφεση;

Γιατί τελικά, είμαστε η μόνη χώρα σε μνημόνιο, έξι χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, όταν Ιρλανδία, Κύπρος και Πορτογαλία μπήκαν μετά από την Ελλάδα, και είναι ήδη εκτός;

Μήπως αργήσαμε να πάρουμε μέτρα ή πήραμε πολύ λίγα;

Μέτρα πήρε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και μάλιστα πολλά.

Αλλά και η Πορτογαλία και η Ιρλανδία που είχαν πάρει μέτρα και μάλιστα πολλά, πάλι κατέληξαν στα μνημόνια.

Τρεις παράγοντες, που επισημαίνονται σε διαφορετικά σημεία του βιβλίου, καθόρισαν το μέγεθος και την ένταση της ελληνικής κρίσης.

Ο πρώτος, κωδικοποιείται από τον συγγραφέα με την έκφραση «πολιτικοί υπολογισμοί».

Πολιτικοί υπολογισμοί στο εσωτερικό της χώρας και πολιτικοί υπολογισμοί στο εξωτερικό.

Πολιτικοί υπολογισμοί οδήγησαν, το φερόμενο ως αστικό κόμμα της χώρας, τη ΝΔ, να υψώσει πρώτο την αντιμνημονιακή σημαία αντί να επιλέξει τη συναίνεση.

Οι σχεδιαστές της αντιμνημονιακής στρατηγικής της ΝΔ κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι μόνο έτσι θα μπορούσε να απορροφήσει τις διαρροές από τους απογοητευμένους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ.

Προφανώς, ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό των σχεδιαστών της στρατηγικής της ΝΔ, ότι η στάση τους νομιμοποιούσε στη συνείδηση των πολιτών την ακραία στάση του ΣΥΡΙΖΑ ή της ακραίας λαϊκής δεξιάς και ακροδεξιάς.

Ούτε καν πέρασε από το μυαλό τους, ότι όταν θα έκαναν την αναγκαία στροφή, τότε θα έχαναν ψηφοφόρους τόσο προς τη ΧΑ και τους ΑΝΕΛ όσο και προς το ΣΥΡΙΖΑ.

Έτσι, η ΝΔ απέρριψε όλες τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για συναίνεση ακόμη και όταν ο Γ. Παπανδρέου είπε ότι αν η παρουσία του συνιστά πρόβλημα είναι διατεθειμένος να το συζητήσει.

Ποτέ δεν κατάλαβαν ότι η συνεργασία θα ωφελούσε τη χώρα και τους πολίτες αλλά και την πολιτική σταθερότητα.

Ο στόχος τους, να πέσει η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, σε δύο μόλις χρόνια από την νίκη του 2009. Στόχος, που τελικά επιτεύχθηκε, αλλά το πολιτικό κέρδος ακόμη και για τη ΝΔ ήταν πολύ μικρό. Έτσι, στις εκλογές του Μαΐου 2012 η ΝΔ πήρε μόλις 18,5% και σε αυτές του Ιουνίου 29,5%.  Κυβέρνησε σε συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ τελικά, μόλις για 30 μήνες.

Πολιτικοί υπολογισμοί και από την πλευρά πολλών στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ. Είτε για την αναγκαιότητα ή όχι των μέτρων, είτε για την ανοικτή στήριξη ή την αποστασιοποίηση από την πολιτική που υιοθέτησε η κυβέρνηση, προκειμένου να διασφαλιστούν οι προϋποθέσεις επανεκλογής τους. Λίγοι καταλάβαιναν τι έρχεται για τη χώρα, τους πολίτες, το πολιτικό σύστημα.

Πολιτικοί υπολογισμοί και στο εξωτερικό. Σύγκρουση μεταξύ Μέρκελ και Σόιμπλε για την αναγκαιότητα ενός προγράμματος ή για την παρουσία του ΔΝΤ ή για την προτιμητέα αντιμετώπιση του ελληνικού χρέους.

Η Γερμανία μετά την χρηματοοικονομική κρίση αναδείχτηκε σε ηγεμονική δύναμη της Ευρώπης αλλά οι πολιτικοί υπολογισμοί για τον αντίκτυπο των αποφάσεων που αφορούσαν την Ελλάδα ή άλλες χώρες στους γερμανούς ψηφοφόρους καθόριζαν τη στάση της Μέρκελ.

Πολιτικοί υπολογισμοί για τις εκλογές σε κάποιο κρατίδιο της Γερμανίας οδηγούσαν σε καθυστέρηση της ανακοίνωσης της απόφασης για τη δημιουργία του Ελληνικού Μηχανισμού.

Πολιτικοί υπολογισμοί από τη πλευρά των άλλων χωρών του νότου να μην μπουν στο κάδρο της κρίσης, εμπόδισαν τη συγκρότηση συμμαχίας για έγκαιρη και ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος, που όπως αποδείχτηκε τελικά, δεν ήταν ελληνικό.

Πολιτικοί υπολογισμοί από την πλευρά των αμερικάνων, που ενόψει των Προεδρικών εκλογών του 2012 ήθελαν να λυθεί το ελληνικό πρόβλημα για να μην μεταδοθεί η κρίση στις ΗΠΑ και επηρεάσει αρνητικά την επανεκλογή Ομπάμα.

Αλλά η δυνατότητα παρέμβασης στην Ευρώπη μικρότερη από ότι στο παρελθόν, αφού ο γερμανός υπουργός οικονομικών φέρεται να υπέδειξε στον αμερικανό συνάδελφό του να ασχοληθεί με το πρόβλημα του χρέους των ΗΠΑ και η Ευρώπη θα βρει λύση στα προβλήματά της.

Ο δεύτερος κρίσιμος παράγοντας που καθόρισε τις εξελίξεις είναι ο χρόνος.

Όταν έγινε ορατό, ότι η Ελλάδα κάποια στιγμή θα χάσει την πρόσβαση στις αγορές σε αποδεκτά επιτόκια, τις επιλογές πλέον τις καθόριζε ο περιορισμένος χρόνος μέχρι τη λήξη ενός ομολόγου ύψους 9 περίπου δις ευρώ στις 19 Μαΐου.

Ο χρόνος της δημοσιονομικής προσαρμογής για πολλούς που στάθηκαν κριτικά στο πρώτο μνημόνιο ήταν πολύ μικρός.

Πέντε χρόνια για να μειωθεί το έλλειμμα κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες. Αυτό οδήγησε σε βαθύτερη ύφεση δυσκολεύοντας την δημοσιονομική προσαρμογή. Αλλά μια πιο αργή δημοσιονομική προσαρμογή προϋπέθετε πιο πολλά χρήματα, που όμως δεν ήθελαν να δώσουν οι Ευρωπαίοι.

Οι διαρθρωτικές αλλαγές είναι αναγκαίες, αλλά θέλουν χρόνο για να αποδώσουν. Στο μεταξύ, το ΑΕΠ μειώνεται και η ανεργία αυξάνεται και μαζί της η κοινωνική αντίδραση.

Κάθε καθυστέρηση στην αξιολόγηση ανέβαζε το κόστος σε όρους χαμένου ΑΕΠ και περισσότερων μέτρων για τη χώρα.

Όσο απομακρύνεται το ενδεχόμενο έγκαιρης εξόδου στις αγορές, τόσο μειώνεται η αντοχή στα νέα μέτρα.

Η έλλειψη αίσθησης του ρόλου του χρόνου και του συγχρονισμού της πορείας της οικονομίας και των πολιτικών εξελίξεων οδήγησαν τελικά στο τρίτο μνημόνιο και τα νέα μέτρα του 2015.

Ο τρίτος παράγοντας είναι η αξιοπιστία των επιλογών.

Το πρώτο πρόγραμμα στηρίζονταν στην εκτίμηση ότι το πρόβλημα χρέους είναι πρόβλημα ρευστότητας.

Αμέσως μετά τις αποφάσεις στη Ντοβίλ κλονίστηκε η αξιοπιστία του, αφού πλέον οι αγορές συνυπολόγιζαν τον κίνδυνο του κουρέματος και άρχισαν να πουλάνε τα ελληνικά ομόλογα αλλά και των άλλων χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Παρά, λοιπόν, τις επιτυχίες στο δημοσιονομικό μέτωπο, το ενδεχόμενο εξόδου στις αγορές είχε πλέον απομακρυνθεί.

Ποια αξιοπιστία έχει ένα πρόγραμμα, όταν οι υπουργοί που το ψήφισαν και καλούνται να το εφαρμόσουν λένε ότι είναι καταστροφικό για τη χώρα αλλά δεν καταθέτουν εναλλακτική πρόταση έναντι της οποίας θα εξασφάλιζε η χώρα χρηματοδότηση;

Πόσο αξιόπιστο είναι ένα πρόγραμμα, όταν θέτει ως στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα 4,5% ή 3,5% του ΑΕΠ.

Η πόσο αξιόπιστο είναι ένα πρόγραμμα που προβλέπει αποκρατικοποιήσεις της τάξης των 50 δις.

Κλήθηκα σε μια τηλεοπτική συζήτηση να υπερασπιστώ την άποψη ότι το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων που θα απέδιδε 50 δις ευρώ είναι εφικτό.

Βρέθηκα αντιμέτωπος με το αφοπλιστικό ερώτημα του κ. Στ. Μάνου:

“κ. Σαχινίδη τι έσοδα είχε η χώρα από τις αποκρατικοποιήσεις πέρυσι;”

Η απάντηση μου ήταν «ελάχιστα».

«Πως λοιπόν σχεδιάζετε να εισπράξετε 50 δις» με ξαναρώτησε.

Για να απαντήσω ότι είναι ένας στόχος φιλόδοξος.

Εκ των υστέρων προβληματίστηκα για την αλληλεπίδραση του στόχου αυτού με τα αναγκαία πρωτογενή πλεονάσματα αλλά και την άσκηση βιωσιμότητας του χρέους.

Βέβαια, η αλήθεια είναι, ότι ο Παπακωνσταντίνου ποτέ δεν διανοήθηκε ως Υπουργός να δημιουργήσει ένα υπερταμείο στο οποίο θα περνούσαν σχεδόν όλα τα περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου με διάρκεια ζωής 99 χρόνων και με ξένη διοίκηση. Ούτε διανοήθηκε να επιτρέψει ή να διευκολύνει το πέρασμα της διοίκησης των τραπεζών σε ξένα κερδοσκοπικά ταμεία. Το ηθικό πλεονέκτημα για αυτές τις  επιλογές, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, το είχε μόνο η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Περνάνε όλες τις αποφάσεις από τη Βουλή –αποφάσεις που οι ίδιοι ως αντιπολίτευση καθ’ όλη την περίοδο των μνημονίων χαρακτήριζαν ως εξευτελιστικές ή προδοτικές- χωρίς την παραμικρή κοινωνική αντίδραση. Αυτό είναι ενδεικτικό του μεγέθους της ήττας του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ στη συνείδηση της κοινωνίας.

Τελευταία πολλοί στο εξωτερικό αλλά και στην Ελλάδα υποστηρίζουν ότι το μέγεθος της κρίσης και η διάρκειά της επηρεάστηκε καθοριστικά από τη συμμετοχή της χώρας στην ευρωζώνη. Στο στρατόπεδο των υποστηρικτών αυτής της άποψης ανήκουν αυτοί που πάντα ήταν κατά της συμμετοχής της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ.

Τελευταία όμως προσχωρούν και κάποιοι «νεοδραχμιστές» που λένε ότι αν είχαμε βγει από την ευρωζώνη η Ελλάδα θα είχε ξεπεράσει την κρίση. Παραβλέπουν όμως, ότι τα οφέλη για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση από μια υποτίμηση του εθνικού νομίσματος θα ήταν οριακά, αφού σε μεγάλο βαθμό ο μη εμπορεύσιμος τομέας της παραμένει κυρίαρχος.

Αντίθετα, το κόστος από τον πληθωρισμό που θα προκαλούσαν οι συνεχείς υποτιμήσεις του νομίσματος θα το πλήρωναν πρώτιστα οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι και οι άνεργοι.

Από την άλλη πλευρά, πρέπει κανείς να αναγνωρίσει ότι αν η Ελλάδα δεν είχε μπει στην ευρωζώνη ποτέ δεν θα έφτανε το χρέος της στο 129% του ΑΕΠ ή στα 300 δις. Γιατί οι διεθνείς αγορές ποτέ δεν δάνειζαν τόσο πολύ την Ελλάδα όσο είχε το εθνικό της νόμισμα.

Ούτε θα μπορούσε ποτέ η Ελλάδα να διατηρεί για μια σχεδόν δεκαετία τόσο υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Γιατί η δραχμή θα είχε δεχτεί σκληρές επιθέσεις. Όπως συνέβη τη δεκαετία του 1980 και του 1990 όταν το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ξεπερνούσε το 5-6% του ΑΕΠ και όχι το 14,5% του ΑΕΠ που έφτασε το 2008.

Τον συγγραφέα τον κατατρέχει όλα αυτά τα χρόνια το βάρος προβλέψεων που έκανε ως υπουργός ή αργότερα.

Τρεις θα ξεχωρίσω:

  1. «Δεν θα πάρω άλλα μέτρα».
  2. «Θα βγούμε στις αγορές μέχρι το 2012».
  3. «Όταν η Ελλάδα πάψει να είναι στις πρώτες σελίδες θα έχει λύσει τα προβλήματά της».

Οι εξελίξεις δεν τον δικαίωσαν.

Χρειάστηκε να πάρει και άλλα μέτρα. Όχι μόνος αυτός αλλά και όλοι οι υπουργοί Οικονομικών που τον διαδέχτηκαν.

Όταν το πρωτογενές έλλειμμα είναι 10% του ΑΕΠ και θέλεις να διαμορφώσεις συνθήκες σταθεροποίησης του χρέους άρα πρέπει να δημιουργήσεις  πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 4%-5% χρειάζονται πολλά και δύσκολα μέτρα.

Τόσο πολλά που καμία κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να τα υλοποιήσει μόνη της.

Επομένως, δεν είναι τυχαίο που χρειάστηκαν τέσσερις κυβερνήσεις και εννιά υπουργοί οικονομικών για να φτάσουμε σε πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 1% του ΑΕΠ.

Η χώρα δεν βγήκε τελικά στις αγορές, γιατί η συμφωνία των Μέρκελ και Σαρκοζί στη Ντοβίλ έδιωξε τους επενδυτές από τα ελληνικά ομόλογα.

Τέλος, η χώρα έφυγε από τα διεθνή πρωτοσέλιδα αλλά η κρίση παραμένει εδώ, γιατί όλοι υποεκτίμησαν το μέγεθος της και τις συνέπειες της και έτρεχαν να προλάβουν το τραίνο της εξουσίας υποσχόμενοι στους πολίτες τα ανέφικτα.

Παραγνωρίζοντας, όμως, ότι αν δεν γίνουν οι αναγκαίες αλλαγές για να κτυπηθεί το πελατειακό κράτος που μας οδήγησε ως εδώ, η κρίση θα παραμένει και θα κατατρώγει την χώρα και τους πολίτες.

Το βιβλίο διαβάζεται με μεγάλη ευκολία. Είναι εξαντλητικό σε ότι αφορά την παράθεση των δεδομένων που οδήγησαν στη λήψη των συγκεκριμένων αποφάσεων. Η περιγραφή κινείται γρήγορα και κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Έχει χαρακτηριστικά που ταιριάζουν σε λογοτεχνικό έργο.

Γιώργο, καλή συνέχεια και καλοτάξιδο το βιβλίο σου.