Βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα προϋπόθεση για σταθερή ανάπτυξη

Βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα προϋπόθεση για σταθερή ανάπτυξη

Το άρθρο είναι η συμμετοχή μου στο συλλογικό έργο: "Η κοινωνική ασφάλιση ως προυπόθεση οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής", Εκδόσεις Παπαζήση 2016.

  1. Εισαγωγή

Έχουν συμπληρωθεί 25 χρόνια από τότε που το ασφαλιστικό πρόβλημα βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης ως ζήτημα προς άμεση επίλυση. Έκτοτε αποτελεί προνομιακό πεδίο σκληρής και άγονης πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς δεν έχουμε καταφέρει μέχρι στιγμής να το επιλύσουμε.

Στην 25ετία που μεσολάβησε, έγιναν έξι παρεμβάσεις. Η πρώτη ουσιαστική παρέμβαση έγινε με τους νόμους 1902/1990 και 2084/1992, που συνδυαστικά έδωσαν ανάσα στο ασφαλιστικό μας σύστημα.

Η δεύτερη ουσιαστική παρέμβαση υπήρξε ο ν. 3863/2010. Καθιέρωνε μία σχεδόν καθολική, βασική σύνταξη και μια ανταποδοτική αναλογική σύνταξη. Σε αντίθεση με την επικρατούσα άποψη, η μεταρρύθμιση του 2010 δεν επιβλήθηκε από την τρόικα αλλά υπήρξε πολιτική πρωτοβουλία της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Αν κάποιος θέλει να σταθεί κριτικά απέναντι στον ν. 3863/2010, θα πρέπει κυρίως να επικεντρωθεί στις υποθέσεις στις οποίες στηρίχθηκε ως προς το ζήτημα της ανεργίας, αλλά και της οικονομικής ανάπτυξης, οι οποίες, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, ήταν πάρα πολύ αισιόδοξες.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ληφθεί τότε η πολιτική απόφαση να υπάρξει μία μεγάλη μεταβατική περίοδος για την εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου. Η εφαρμογή του θα ξεκινούσε από την 1η Ιανουαρίου του 2015. Ο νέος τρόπος υπολογισμού των συντάξεων θα είχε πλήρη εφαρμογή περίπου το 2030.

Μια άλλη αδυναμία των παρεμβάσεων κατά την περίοδο της κρίσης ήταν ότι θεσπίστηκαν σημαντικές πρόσθετες διευκολύνσεις για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων πολλών κατηγοριών ασφαλισμένων ενώ δεν έγιναν παρεμβάσεις σε διατάξεις που διευκόλυναν την πρόωρη συνταξιοδότηση. Έτσι, μεταξύ 2010-2015 το ασφαλιστικό σύστημα επιβαρύνθηκε από την μαζική έξοδο εκατοντάδων χιλιάδων ασφαλισμένων που βγήκαν στην σύνταξη (Γιαννίτσης 2016).

Οι παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό συνεχίστηκαν και μετά το 2010, με κυριότερη αυτή με τον ν. 4052/2012 που αφορούσε κυρίως τα επικουρικά ταμεία. Οι προγενέστερες παρεμβάσεις με τους νόμους 2676/1999, 3029/2002 και 3655/2008 ήταν μικρότερης εμβέλειας και αφορούσαν κυρίως ζητήματα συγκεντροποίησης ασφαλιστικών ταμείων και εξομοίωσης στην αντιμετώπιση των ασφαλισμένων.

  1. Ήταν αναγκαία μια νέα παρέμβαση στο ασφαλιστικό μετά τον ν. 3863/2010;

Το 2016 ξανασυζητάμε για το ασφαλιστικό μετά την νομοθετική πρωτοβουλία που πήρε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στο πλαίσιο του τρίτου μνημονίου.

Να τονιστεί ότι σήμερα το πρόβλημα του ασφαλιστικού παρά τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες είναι μικρότερο ως προς το μέγεθος από εκείνο του 2009. Τότε το ασφαλιστικό χρειαζόταν ετήσια ενίσχυση 18,5 δις ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ σήμερα χρειάζεται 10,5 δις ευρώ.

Τότε έπρεπε να γίνουν παρεμβάσεις για να αποτραπεί αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης από τα 32,7 δις ευρώ το 2009 στα 48 δις ευρώ που θα έφθανε το 2015 με βάση τις μελέτες. Σήμερα είμαστε στα 28,5 δις ευρώ και αναζητείται σταθεροποίηση. Αυτή η μεγάλη διαφορά δείχνει και πόσο διαφορετικές ήταν οι συνθήκες τότε σε σχέση με τις σημερινές.

Εύλογα μπορεί να τεθεί το ερώτημα γιατί είναι τόσο δύσκολο να αντιμετωπιστεί κατά ουσιαστικό τρόπο το ασφαλιστικό ζήτημα, έτσι ώστε να δίνει την αίσθηση της ασφάλειας σε βάθος χρόνου τόσο στους εργαζόμενους όσο και στους εργοδότες και ταυτόχρονα να συνεισφέρει μέσα από τη βελτίωση του οικονομικού κλίματος στην έξοδο της χώρας από την ύφεση στην οποία είναι βυθισμένη από το 2008;

Θεωρώ ότι δύο είναι οι βασικοί λόγοι:

Ο πρώτος είναι γιατί σε όρους πολιτικής οικονομίας η αδράνεια, η μη επίλυση του ασφαλιστικού, ωφελούσε τμήματα της κοινωνίας που είχαν δυναμική παρουσία και πελατειακούς μηχανισμούς παρέμβασης στα κόμματα εξουσίας και αντιπολίτευσης.

Είναι λάθος να πιστεύει κανείς ότι μια κοινωνική ομάδα μπορεί να διασφαλίζει τα προνόμια της, μόνο αν έχει πρόσβαση στα κόμματα εξουσίας. Εξίσου δυναμική παρέμβαση μπορεί να έχει μέσω των κομμάτων της αντιπολίτευσης γιατί αυτά ασκούν μεγάλη πίεση στα κόμματα εξουσίας σε θέματα που μπορεί να τους ωφελήσουν πολιτικά, όπως είναι για παράδειγμα το ασφαλιστικό.

Κάθε φορά λοιπόν που άνοιγε η σχετική συζήτηση τα κόμματα της αντιπολίτευσης, πολλές φορές και της συμπολίτευσης, αλλά και λαϊκιστές διαμορφωτές της κοινής γνώμης έκλειναν πονηρά το μάτι στους συνταξιούχους λέγοντας ότι δεν χρειάζεται να γίνει καμία παρέμβαση. Ένα τυπικό παράδειγμα παρέμβασης στο ασφαλιστικό που αναβλήθηκε ήταν αυτή του 2001 με τον Τάσο Γιαννίτση.

Το αποτέλεσμα όμως της αδράνειας ήταν να φτάσουμε στο σημείο το 2010 να γίνουν παρεμβάσεις που ήταν πλέον αναγκαστικές και εκ των πραγμάτων βίαιες, για να μπορεί το ασφαλιστικό σύστημα σήμερα να πληρώνει αυτές τις χαμηλότερες συντάξεις.

Η πολιτική άποψη όσων αντιτάχθηκαν στην αλλαγή που ήρθε με τον ν. 3863/2010 ήταν ότι το ελληνικό σύστημα ασφάλισης ήταν βιώσιμο ‒σε αντίθεση με ότι υποστήριζαν μέχρι τότε όλοι οι διεθνείς οργανισμοί‒ και ότι οι παρεμβάσεις που έγιναν με τον νόμο αυτόν δεν ήταν παρά το αποτέλεσμα ιδεοληπτικών προσεγγίσεων.

Ωστόσο όλες οι μελέτες οι οποίες είχαν γίνει μέχρι τότε έδειχναν ότι, εάν δεν γινόταν παρέμβαση στο ασφαλιστικό, σε βάθος χρόνου οι σχετικές δαπάνες θα έφταναν στο 24% του ΑΕΠ, δηλαδή 10 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Επιπλέον λόγω της γήρανσης του πληθυσμού οι προβλεπόμενες εισφορές δεν θα ξεπερνούσαν το 10% του ΑΕΠ. Αυτή η διαφορά ανάμεσα στις εισροές και τις εκροές θα οδηγούσε μαθηματικά σε κατάρρευση του ασφαλιστικού. Επομένως η άποψη όσων αντιτάχθηκαν στη μεταρρύθμιση δεν τεκμηριωνόταν σε καμία μελέτη και όσες υπήρχαν μέχρι τότε επιβεβαίωναν ακριβώς το αντίθετο. Ότι το ασφαλιστικό δεν είναι βιώσιμο.

Πού βρισκόμαστε όμως σήμερα σύμφωνα με τις σχετικές μελέτες; Η τελευταία σχετική μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (The 2015 Ageing Report) αποτιμά ποιες ήταν οι επιπτώσεις από τον ν. 3863/2010 στη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Σύμφωνα με αυτή το 2013 οι συνταξιοδοτικές δαπάνες στην Ελλάδα παρέμεναν οι υψηλότερες στην Ευρώπη: ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν στο 16,1%, όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη ήταν περίπου στο 12,3%.

Σύμφωνα με την έκθεση μετά από τις παρεμβάσεις της τελευταίας πενταετίας οι συνταξιοδοτικές δαπάνες το 2030 θα μειωθούν στο 14% του ΑΕΠ. Το ποσοστό αυτό θα είναι κατά μία ποσοστιαία περίπου μονάδα ψηλότερο από το μέσο όρο της Ευρώπης που θα είναι στο 13% του ΑΕΠ.

Για να γίνει κατανοητό γιατί κερδίζει η αδράνεια στην αντιμετώπιση του ασφαλιστικού, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ποιοι ωφελούνται και ποιοι ζημιώνουν από τη μη επίλυση του.

Τον λογαριασμό της μη αντιμετώπισης των ελλειμμάτων του ασφαλιστικού καλούνται να πληρώσουν:

1) Άμεσα οι φορολογούμενοι μέσω της αύξησης της φορολογίας προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η αύξηση των συνεισφορών του προϋπολογισμού προς τα ασφαλιστικά ταμεία.

2) Έμμεσα οι νεότερες και οι επερχόμενες γενεές, αφού οι φορολογούμενοι κάθε περιόδου επιδιώκουν να μην καλυφθεί το σύνολο των βαρών από νέα αύξηση φορολογίας αλλά να γίνει μετάθεσή τους στο μέλλον μέσω της συσσώρευσης χρέους.

Όσο η πρόσβαση μιας χώρας σε φθηνό χρήμα είναι διαθέσιμη, τόσο πιο εύκολα μετατίθεται η λύση του προβλήματος.

Θεωρώ επομένως ότι ο δεύτερος λόγος για τον οποίο κατά τη δεκαετία του 2000 δεν έσπευσαν οι κυβερνήσεις να αντιμετωπίσουν το ασφαλιστικό είναι ότι μετά την ένταξη στη ΟΝΕ η χώρα είχε πρόσβαση σε φθηνό δανεισμό από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων.

Οι κυβερνήσεις της χώρας μετά το 2001 είχαν βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση πολιτικής τους οποίους δεν είχαν τα προηγούμενα χρόνια. Η περιορισμένη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και το υψηλό κόστος δανεισμού της περιόδου πριν από την ένταξη στην ΟΝΕ λειτουργούσαν περισσότερο πιεστικά στη λήψη αποφάσεων για να αντιμετωπιστεί το ασφαλιστικό που επιβάρυνε σταθερά τον προϋπολογισμό.

Άρα αυτοί που πληρώνουν το τίμημα της αδράνειας μέσω της συσσώρευσης χρέους και της αβεβαιότητας για τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα είναι κυρίως οι νέοι, οι οποίοι δεν έχουν ουσιαστική δυνατότητα παρέμβασης στους πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων.

Όταν όμως μια γενεά μεταφέρει υπέρμετρα βάρη στην επόμενη γενεά ‒και με αυτό εννοώ βάρη που δεν δικαιολογούνται από την αρχή της διαγενεαλογικής αλληλεγγύης‒ πόσο αριστερή ή πόσο κοινωνικά δίκαιη μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η πολιτική;

Οι συντάξεις στηρίζονται στις εισφορές αυτών που εργάζονται σήμερα. Αν λοιπόν οι πρώτες είναι δυσανάλογες σε σχέση με τις εισφορές ή ανατραπεί η ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς που εργάζονται και εισφέρουν και σε αυτούς που είναι συνταξιούχοι, τότε το σύστημα καταρρέει και καμία σύνταξη δεν είναι εγγυημένη.

Οι εγγυήσεις που παρέχει το Σύνταγμα για τις συντάξεις καμία ουσιαστική αξία δεν έχουν, αν το κράτος δεν διαθέτει τους αναγκαίους πόρους για να χρηματοδοτήσει το ασφαλιστικό σύστημα. Η ένδεια πόρων του ασφαλιστικού και του προϋπολογισμού οδήγησε στις περικοπές. Άρα οι όποιες αποφάσεις του δικαστικού ελέγχου για ακύρωσή τους δεν μπορεί να παραγνωρίζει τα αίτια που οδήγησαν σε αυτές τις περικοπές.

Τονίζω το σημείο αυτό, διότι δεν υπάρχει σταθερός κανόνας από την πλευρά του δικαστικού ελέγχου ως προς το ποιες περικοπές είναι συνταγματικές και ποιες όχι. Πράγμα που σε συνθήκες κρίσης οδηγεί σε απουσία ασφαλούς δημοσιονομικού προγραμματισμού εκ μέρους του νομοθέτη, όταν οι περιστάσεις επιβάλλουν αλλαγή στις παροχές.

Μια δεύτερη κριτική επισήμανση προς όσους αντιδρούσαν στις αλλαγές του 2010 και στις επόμενες αφορά το ερώτημα αν το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας διακρινόταν για τη διαφάνειά του και για την ίση μεταχείριση των ασφαλισμένων. Είδαμε ότι ήταν άνισο σε ότι αφορά την κατανομή των βαρών ανάμεσα στις διαφορετικές γενεές. Τι ίσχυε όμως σε ότι αφορά την κατανομή των βαρών εντός της ίδιας γενεάς;

Η πραγματικότητα είναι ότι σε μεγάλο βαθμό ακόμα και σήμερα μετά από όλες αυτές τις παρεμβάσεις το ασφαλιστικό είναι άδικο και άνισο. Είναι άδικο, αφού το δικαίωμα στη σύνταξη δεν το καθόριζαν διαφανείς και ενιαίοι κανόνες για όλους τους εργαζόμενους, αλλά αδιαφανείς κανόνες, αποτέλεσμα συναλλαγών μεταξύ κομμάτων και εργαζομένων στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων. Άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων του ΙΚΑ και άλλα τα δικαιώματα των συνταξιούχων της ΔΕΗ και του ΟΤΕ. Άλλη η κατά συνταξιούχο ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό στο ΙΚΑ και άλλη στο συνταξιούχο των ταμείων της ΔΕΗ και του ΟΤΕ.

Ο κρατικός προϋπολογισμός το 2009 έδινε 4,5 δισεκατομμύρια για περίπου 1,2 εκατομμύρια ασφαλισμένων του ΙΚΑ, δηλαδή 3.750 ανά ασφαλισμένο αλλά έδινε 750 εκατομμύρια για 37.000 ασφαλισμένους στη ΔΕΗ, δηλαδή περίπου 20.000 ευρώ ανά ασφαλισμένο. Πόσο δίκαιη είναι αυτή η ανισότητα στην κατανομή των ενισχύσεων ανά δικαιούχο;

Αυτά τα χαρακτηριστικά του ασφαλιστικού συστήματος όμως επηρεάζουν αρνητικά και τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας, διότι οδηγούσαν τους εργαζόμενους σε επιλογές οι οποίες συνέβαλαν στη διόγκωση ενός στρεβλού παραγωγικού προτύπου που ευθύνεται για την κρίση που οδήγησε στην κατάρρευση του 2009. Διότι οι εργαζόμενοι επέλεγαν είτε τύπους εργασίας είτε θέσεις εργασίας στον μη ανταγωνιστικό και εσωστρεφή τομέα της οικονομίας, ο οποίος διογκώθηκε σε τέτοια έκταση που κατέστησε το παραγωγικό πρότυπο της χώρας μη βιώσιμο.

Με απλά λόγια ο ελληνικός καπιταλισμός δεν μπορούσε να ενσωματωθεί ανταγωνιστικά στον παγκόσμιο, γιατί τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που παράγονταν στην Ελλάδα δεν είχαν ζήτηση στις υπόλοιπες χώρες αλλά ούτε και στο εσωτερικό.

Δεν ήταν όμως μόνο άδικο το σύστημα, ήταν και σαθρό, αφού δεν υπήρχαν έλεγχοι για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά του ως προς την κοινωνική του στόχευση.

Δεν είναι τυχαίο ότι παρά τις υψηλές δαπάνες ‒ υψηλότερες από άλλες ευρωπαϊκές‒ το ασφαλιστικό μας σύστημα ήταν πριν από την κρίση αναποτελεσματικό –μετά την κρίση άλλαξε η εικόνα- ως προς το να προστατέψει τους δικαιούχους και ιδιαίτερα αυτούς με ηλικία από 65 και πάνω. Πριν την κρίση, το ποσοστό σε φτώχεια στην Ελλάδα σε αυτή τη συγκεκριμένη ηλικιακή κατηγορία των συνταξιούχων ήταν υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρώπη.

Η μη επίλυση του ασφαλιστικού δεν είναι χωρίς κόστος για την οικονομία και στις παρούσες συνθήκες υπονομεύει, την προοπτική της σταθερής ανάπτυξης στον βαθμό που αφαιρεί δυσανάλογα μεγάλους πόρους από την οικονομία μέσω της επιβολής νέων φόρων.

Στο δημόσιο διάλογο για το ασφαλιστικό η συζήτηση επικεντρώνεται μονομερώς στην πλευρά των πόρων του συστήματος και πολύ λίγο στις πληρωμές. Όμως τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό πληρωμών και ότι ως χώρα ξεχωρίζει έναντι των υπολοίπων διότι το κράτος συνεισφέρει περισσότερα για τη στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος ως ποσοστό του ΑΕΠ σε σχέση με αυτά που συνεισφέρουν οι άλλες χώρες.

Ερχόμαστε λοιπόν στο κρίσιμο ζήτημα που αφορά την επάρκεια η μη των πόρων του συστήματος. Η κυρίαρχη άποψη είναι ότι το ασφαλιστικό μπορεί να λυθεί, αν η χώρα επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και ταυτόχρονα επικεντρωθεί στη συλλογή ασφαλιστικών εσόδων που διαφεύγουν ή επιβάλει νέες εισφορές σε εισοδήματα για τα οποία δεν καταβάλλονται εισφορές.

Η εισφοροδιαφυγή είναι μεγάλη στην Ελλάδα αφού ως προς τα ασφαλιστικά έσοδα υστερεί σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες περίπου κατά 2,5 έως 3,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, τόσο πριν από την κρίση όσο και κατά τη διάρκειά της. Έχουν γίνει σημαντικές προσπάθειες να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της εισφοροδιαφυγής, αλλά χωρίς απτά αποτελέσματα.

Σε ότι αφορά την ανάπτυξη, οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης οδηγούν σταδιακά σε αύξηση της απασχόλησης και επομένως ενισχύονται τα έσοδα του συστήματος. Όμως να υπενθυμίσω ότι το πρόβλημα με το ασφαλιστικό υπήρχε και σε εποχές που η ελληνική οικονομία έτρεχε με πραγματικούς ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 3%-4%.

Επομένως, η ανάπτυξη δημιουργεί πόρους για ένα βιώσιμο ασφαλιστικό, υπό την προϋπόθεση ότι η αρχιτεκτονική του ασφαλιστικού έχει στηριχτεί σε παραδοχές που ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα.

Αντίθετα, αν το ασφαλιστικό έχει περιορισμένα έσοδα και δαπάνες οι οποίες συνεχώς αυξάνονται, τότε δημιουργεί τεράστιες δημοσιονομικές πιέσεις, αφού η διατήρηση του επιπέδου των παροχών του προϋποθέτει συνεχώς στήριξη από τον κρατικό προϋπολογισμό. Αυτή η στήριξη μπορεί να οδηγήσει σε νέα δημοσιονομική εκτροπή και τότε να χαθεί η προοπτική της βιώσιμης ανάπτυξης.

Με βάση τα παραπάνω τίθεται το ερώτημα αν η απουσία ουσιαστικής παρέμβασης στο ασφαλιστικό όλα αυτά τα χρόνια μπορεί να σχετίζεται με την κρίση δημόσιου χρέους ή όχι; Με βάση τα δεδομένα του Οκτωβρίου του 2009, όταν ανέλαβα καθήκοντα στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, το ασφαλιστικό σύστημα χρειαζόταν περίπου 1,5 δις ευρώ το μήνα ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καταβάλει τρέχουσες συντάξεις. Αυτό σημαίνει ότι χρειαζόταν περίπου 18 δις ευρώ το χρόνο.

Η στήριξη του προϋπολογισμού προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης ήταν της τάξης των 5,4 δις ευρώ ή 4% του ΑΕΠ το 2001. Το 2009, είχε φτάσει στα 18,9 δις ευρώ ή 8,2% του ΑΕΠ. Αν είχε σταθεροποιηθεί η συνεισφορά του κρατικού προϋπολογισμού στα ονομαστικά επίπεδα του 2001, η χώρα θα είχε 75 δισεκατομμύρια λιγότερο χρέος σε σχέση με αυτό το οποίο είχε το 2009.

Με λίγα λόγια, ένα στα τέσσερα ευρώ που χρωστούσε η χώρα το 2009 οφείλονταν στο γεγονός ότι τη δεκαετία του 2000 δεν προνόησαν οι κυβερνήσεις να ανακόψουν αυτήν την ανησυχητική πορεία αύξησης της χρηματοδότησης των ασφαλιστικών ταμείων από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Τελευταία γίνεται αναφορά στις αρνητικές επιπτώσεις που είχε το PSI στα αποθεματικά του ασφαλιστικού και ότι η κατάρρευσή του οφείλεται στο PSI. Πρόκειται για προκλητική άγνοια των πραγματικών δεδομένων, που επιχειρεί να συσκοτίσει τα πραγματικά αίτια του ασφαλιστικού προβλήματος.

Μιλάνε για απώλεια της τάξης των 26 δις ευρώ πριν το PSI, όταν τα ομόλογα που είχαν όλα τα ασφαλιστικά ταμεία ήταν 25,4 δις ευρώ. Ειδικά τα τέσσερα μεγαλύτερα ταμεία, ΙΚΑ, ΟΓΑ, ΟΑΕΕ και ΝΑΤ, που έχουν 2,2 εκατ. από τα 2,65 εκατομμύρια των ασφαλισμένων, είχαν αποθεματικά σε ομόλογα μόλις 3 δις ευρώ. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας (2012) από το PSI χάθηκαν 11,7 δις ευρώ.

Τέλος αποσιωπάται το γεγονός ότι ο κρατικός προϋπολογισμός από το 2010 μέχρι σήμερα έχει δώσει για το ασφαλιστικό 100 δις ευρώ, δηλαδή εννέα φορές περισσότερα από όσα χάθηκαν για το PSI.

Αφού λοιπόν έγιναν τόσες παρεμβάσεις την τελευταία εικοσιπενταετία, γιατί σήμερα το ασφαλιστικό εξακολουθεί να έχει προβλήματα; Η απάντηση σε ένα μεγάλο βαθμό σχετίζεται με συγκυριακούς παράγοντες:

1) Η ανεργία ανέρχεται στο 1,3 εκατομμύρια άτομα και την τελευταία πενταετία οι μισθοί μειώθηκαν σημαντικά. Αυτές οι εξελίξεις είχαν ως αποτέλεσμα να μειωθούν σημαντικά και τα ασφαλιστικά έσοδα.

2) Η οικονομία είναι σε ύφεση από το 2008 και έχουν κλείσει πάρα πολλές επιχειρήσεις ή πολλές από αυτές που συνεχίζουν να λειτουργούν δεν αποδίδουν τις ασφαλιστικές εισφορές αυξάνοντας τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις των ταμείων.

3) Η έλλειψη βεβαιότητας για το μέλλον και για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων είχε ως αποτέλεσμα πολλοί εργαζόμενοι να προσφύγουν στη σύνταξη και να αυξηθούν απότομα οι πληρωμές του συστήματος. Σύμφωνα με το σύστημα Ήλιος (ΗΔΙΚΑ 2015) σήμερα οι δικαιούχοι είναι 2.650.000, ενώ εκτιμήσεις που αναγράφονται στον Τύπο, αναφέρουν ότι εκκρεμούν 173.000 αιτήσεις για κύριες συντάξεις (Καθημερινή 2015).

Αυτό όμως που είναι πιο ανησυχητικό είναι ότι περίπου το 50% από αυτούς που προσφεύγουν αυτή τη στιγμή στη σύνταξη είναι στην ηλιακή κατηγορία 51-61 ετών (ΗΔΙΚΑ 2015), πράγμα που σημαίνει ότι ακόμη και σήμερα οι παροχές του συστήματος εξακολουθούν να λειτουργούν ως κίνητρο για την έξοδο στη σύνταξη, εισάγοντας στρεβλώσεις στις επιλογές των εργαζομένων.

Με λίγα λόγια η κρίση επιτάχυνε την πρόωρη έξοδο από την αγορά εργασίας και αυτό εκ των πραγμάτων επηρεάζει αρνητικά τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας, αφού μειώνεται ο αριθμός των ατόμων που βρίσκονται στην αγορά εργασίας.

Η επιστροφή λοιπόν στην ανάπτυξη και στην πλήρη απασχόληση μπορεί να προσφέρει ανακούφιση στο ασφαλιστικό, αλλά δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα της άνισης κατανομής των βαρών εντός της ίδιας γενεάς ούτε και μεταξύ διαφορετικών γενεών.

Επομένως η παρέμβαση στο ασφαλιστικό ήταν αναγκαία   προκειμένου να τεθεί σε σταθερή τροχιά και να βοηθήσει στην επίτευξη βιώσιμων δημόσιων οικονομικών, προϋπόθεση για μετάβαση σε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης.

  1. Η παρέμβαση στο ασφαλιστικό από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που συγκροτήθηκε μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, αρνήθηκε να εφαρμόσει τον ν. 3863/2010, καθώς συνέπεσε το 2015 να είναι και το πρώτο έτος πλήρους εφαρμογής του.

Με το νόμο που τελικά κατατέθηκε και ψηφίστηκε η κυβέρνηση επεδίωξε να συνδυάσει πολιτικές και οικονομικές στοχεύσεις πάντα εντός του διαπραγματευτικού πλαισίου με τους θεσμικούς δανειστές.

Συγκεκριμένα όφειλε να πετύχει άμεσα εξοικονομήσεις της τάξης του 1% του ΑΕΠ και να περιορίσει τις περικοπές στις συντάξεις κάτω από ένα όριο.

Έτσι, πέτυχε να διασώσει το ύψος των καταβαλλόμενων κύριων συντάξεων μέχρι και το 2018 με την εισαγωγή του επαναϋπολογισμού των συντάξεων και την πρόβλεψη για καταβολή προσωπικής διαφοράς για τους παλιούς ασφαλισμένους ώστε να καλύπτει την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Περικόπτει τις επικουρικές συντάξεις σε επιλεγμένο ποσοστό συνταξιούχων, για τους οποίους όμως η περικοπή αυτή μπορεί να φτάσει και το 40% της σύνταξής τους.

Προχωρά στη δημιουργία ενός ταμείου, το οποίο θα διαχειρίζεται το σύνολο της συνταξιοδοτικής δαπάνης, συμπεριλαμβανομένης και της δαπάνης για συντάξεις του δημοσίου. Μέσω της συγχώνευσης αυτής θα μπορέσει να κάνει χρήση των αποθεματικών όλων των ταμείων για την πληρωμή των συντάξεων για τουλάχιστον δυο χρόνια. Ένα από τα αρνητικά χαρακτηριστικά του νέου νόμου είναι ότι δεν αποκατάστησε τη σχέση εισφορών – παροχών.

Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι με το νέο νόμο επιτυγχάνεται η ίση μεταχείριση και η επίτευξη δικαιοσύνης μεταξύ παλαιών και νέων συνταξιούχων. Στην πραγματικότητα υφίσταται διαφορετική αντιμετώπιση. Η εκτίμηση ότι μετά από τρία έτη θα επέλθει «εξίσωση» των παλαιών συνταξιούχων με τους νέους, προϋποθέτει την ανάπτυξη της οικονομίας.

Με το νέο σύστημα διατηρείται ο διαχωρισμός των συνταξιούχων σε συνταξιούχους πολλών ταχυτήτων. Οι σημερινοί συνταξιούχοι βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση έναντι αυτών που θα ακολουθήσουν. Το πιο αρνητικό χαρακτηριστικό της νέας παρέμβασης είναι ότι ενώ επιβαρύνει τους εργαζομένους με τις υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές στην Ευρώπη τους προσφέρει χαμηλές παροχές μειώνοντας τα κίνητρα τους για ασφάλιση.

Πρέπει όμως να γίνει κατανοητό ότι η νέα παρέμβαση όπως και κάθε παρέμβαση θα βρει την ευρύτερη δυνατή κοινωνική συναίνεση, όταν γίνεται σε συνθήκες απόλυτης διαφάνειας, χωρίς να συνεχίζει τις παθογένειες του παρελθόντος, όπου όσοι είχαν πρόσβαση σε πελατειακούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων διασφάλιζαν τα προνόμιά τους.

Η επίλυση στο ασφαλιστικό δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της επικέντρωσης στους πόρους του συστήματος. Επιλογές όπως αυτές που αφορούν περαιτέρω αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών πρέπει να αξιολογούνται με γνώμονα την επίπτωση στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και στην ανάπτυξη. Αν λοιπόν υποστηρίζεται από την κυβέρνηση ότι λύνεται το πρόβλημα αυξάνοντας τις εργοδοτικές εισφορές, αλλά αυτό με τη σειρά του αποτρέπει τις επενδύσεις και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, τότε μπαίνουμε σε έναν φαύλο κύκλο.

Η νέα παρέμβαση για το ασφαλιστικό όφειλε να στοχεύει και στη διευκόλυνση του διαρθρωτικού μετασχηματισμού της οικονομίας. Να μην εισάγει στρεβλώσεις που ευνοούν τη δραστηριοποίηση των εργαζομένων στο μη ανταγωνιστικό και εσωστρεφές τμήμα της οικονομίας, πράγμα που υπήρξε και η αιτία που φτάσαμε στην κατάρρευση του 2009.

  1. Επίλογος

Για να βγει η οικονομία από την ύφεση, είναι αναγκαία η αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου, ώστε να δημιουργηθούν νέες και βιώσιμες θέσεις εργασίας και να αυξηθούν τα εισοδήματα και επομένως οι πόροι του συστήματος.

Η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα ειδικά σε συνθήκες κρίσης και έξαρσης των κοινωνικών ανισοτήτων είναι πώς θα διασφαλιστεί η επάρκεια των συντάξεων, ώστε να προστατεύονται οι ηλικιωμένοι από τη φτώχεια, αλλά και πώς οι συνταξιοδοτικές δαπάνες θα είναι συμβατές με βιώσιμα δημόσια οικονομικά. Αυτή είναι η υποχρέωση που έχουμε απέναντι στις νέες γενεές, για να νιώσουν ότι οι θυσίες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα δεν θα πάνε χαμένες.

Πηγές

Γιαννίτσης Τ., (2016) Το ασφαλιστικό και η Κρίση, (εκδόσεις Πόλις).

Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2015), The 2015 Ageing Report, Economic and budgetary projections for the 28 EU Member States (2013-2060), http://ec.europa.eu/economy_finance/publications/european_economy/2015/pdf/ee3_en.pdf

ΗΔΙΚΑ (2015), Έκθεση 25η, μηνιαία έκθεση του Ενιαίου Συστήματος Ελέγχου και Πληρωμών Συντάξεων «ΗΛΙΟΣ», http://www.idika.gr/files/25%CE%B7_%CE%B5%CE%BA%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7_%CE%97%CE%9B%CE%99%CE%9F%CE%A3_final.pdf

Καθημερινή (2015), «Νέα απειλή για το ασφαλιστικό 330.000 αιτήσεις συνταξιοδότησης», 13 Δεκεμβρίου, http://www.kathimerini.gr/842050/article/ oikonomia/ellhnikh-oikonomia/nea-apeilh-gia-to-asfalistiko-330000-aithseis-synta3iodothshs

Τράπεζα της Ελλάδας (2012), Απάντηση στην ερώτηση 170/17/7/2012, Κοινοβουλευτικού Ελέγχου, http://www.tovima.gr/files/1/2012/09/04/ PINAKES%20PSI.pdf

Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (2015), Πόρισμα Επιτροπής για την πρόταση ενός νέου ασφαλιστικού συστήματος, Προς Ένα Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο για τις Συντάξεις, http://www. tovima.gr/files/1/2015/10/po.pdf