Μύθοι και αλήθειες για τα υπερπλεονάσματα και τις παροχές

Άρθρο στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ»

Το 2018 ήταν η τρίτη συνεχόμενη χρονιά κατά την οποία η κυβέρνηση υπερέβη το στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα αν είναι αναγκαία η υπέρβαση των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων που η ίδια συμφώνησε. Επιπρόσθετα, αν οι υπερβάσεις συνεπάγονται κάποιο κόστος για την οικονομία και αν ναι ποιο είναι αυτό;

Η συμφωνία για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα στο πλαίσιο του Τρίτου Μνημονίου αποσκοπούσε κυρίως στην ανάκτηση της αξιοπιστίας της χώρας μετά τα όσα συνέβησαν στο πρώτο εξάμηνο του 2015. Έκτοτε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προχώρησε σε μεγάλη υπέρβαση των συμφωνηθέντων δημοσιονομικών στόχων με αποτέλεσμα αυτά να αγγίζουν τους στόχους που είχαν συμφωνηθεί στο πλαίσιο του Δευτέρου Μνημονίου.

Αν λοιπόν η επίτευξη  πρωτογενών πλεονασμάτων  της τάξης του 4%-4,5%, είναι θετικό για την οικονομία, τότε είναι λογικό να υποθέσει κανείς πως θα είχαμε  μικρότερο κόστος για τη χώρα αν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ απέφευγε τα πειράματα του 2015. Αν συνέχιζε την πολιτική που είχε συμφωνηθεί, η χώρα δεν θα είχε χάσει την αξιοπιστία της και αν δεν σταματούσαν οι μεταρρυθμίσεις πιθανά θα διασφάλιζε νωρίτερα πρόσβαση στις αγορές.

Τα υπερπλεονάσματα επιτεύχθηκαν με την περικοπή του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) και την αύξηση φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών. Η πολιτική αυτή συνέβαλε στην περαιτέρω διόγκωση του ιδιωτικού χρέους. Επιπρόσθετα, είχαμε διόγκωση των κόκκινων δανείων τόσο λόγω της επιβολής των capital controls όσο και της έλλειψης πολιτικής βούλησης για την αντιμετώπιση τους.

Δεν αποτελεί λοιπόν σύμπτωση ότι μετά από μια οριακά θετική άνοδο του ΑΕΠ το 2014  περάσαμε σε μικρή ύφεση τη διετία 2015-2016. Ενώ τη διετία 2017-2018 οι αναπτυξιακές επιδόσεις ήταν χαμηλότερες σε σχέση με τους στόχους που είχε θέσει η ίδια η κυβέρνηση. Με άλλα λόγια, τα υπερπλεονάσματα δεν είναι απόρροια καλύτερης μακροοικονομικής επίδοσης, όπως συχνά και ατεκμηρίωτα ισχυρίζεται ο Πρωθυπουργός.

Η περικοπή του ΠΔΕ, έχει ως αποτέλεσμα  λιγότερες ιδιωτικές επενδύσεις και συνδέεται ευθέως με το έλλειμμα υποδομών στις περιφέρειες και τη συνεχιζόμενη πορεία πραγματικής απόκλισης τους. Το μεγάλο τίμημα των υπερπλεονασμάτων είναι η χώρα  -με κριτήριο το κατά κεφαλή εισόδημα – να παραμένει σε τροχιά πραγματικής απόκλισης έναντι του μέσου κοινοτικού όρου. Τέλος, η χώρα έχει το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας στην ΕΕ και το υψηλότερο ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας.

Ακόμη και αν κάποιος μπορεί να παραθέσει κάποια οφέλη – κυρίως σε όρους αξιοπιστίας για να αποκατασταθούν λάθη της κυβέρνησης-  από την δημιουργία υπερπλεονασμάτων, αυτά  έχουν μεγάλο και μακροχρόνιο τίμημα για την οικονομία και τους πολίτες. Οι δε προεκλογικές παροχές στις οποίες προβαίνει με μέρος από τα υπερπλεονάσματα δεν αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τις αρνητικές συνέπειες από την κρίση αλλά στοχεύουν στη συγκράτηση της εκλογικής πελατείας.

Το Κίνημα Αλλαγής είναι εναντίον των υπερβάσεων των δημοσιονομικών στόχων. Επιπρόσθετα προτείνει, μετά τις εκλογές, συμφωνία με  τους δανειστές για αναθεώρηση προς τα κάτω των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Η πρόταση αυτή συνοδεύεται από ένα πρόγραμμα μεγάλων προοδευτικών διαρθρωτικών αλλαγών στην οικονομία, τους θεσμούς και τη δικαιοσύνη. Μόνο με αυτό τον τρόπο η χώρα μπορεί να μπει σε τροχιά πραγματικής σύγκλισης και να επιλύσει αποτελεσματικά τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα που μας κληροδότησε η κρίση.