Η ανακολουθία της κυβέρνησης

Δημοσιεύτηκε Κυριακή 15 Δεκεμβρίου στην εφημερίδα ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ

Μετά τη διεθνή χρηματοοικονομική κρίση του 2008, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα σε εκείνες που υποχρεώθηκαν να προσφύγουν σε προγράμματα δημοσιονομικής σταθεροποίησης, τα κοινωνικά στρώματα με μεσαίου ύψους εισοδήματα,  υπέστησαν σημαντικές απώλειες. Στην Ελλάδα τα δημόσια έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν σε 41,5% του ΑΕΠ το 2018 από 33,5% του ΑΕΠ το 2007. Τα μεσαία στρώματα συνεισέφεραν ένα σημαντικό τμήμα από τα πρόσθετα φορολογικά βάρη που ψηφίστηκαν από τις κυβερνήσεις αυτής της περιόδου ώστε η χώρα να πετύχει τους δημοσιονομικούς στόχους για τους οποίους είχε δεσμευθεί. Το γεγονός αυτό επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και την πολιτική στάση αυτών των στρωμάτων.  

Στην περίοδο της μεταπολίτευσης η κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ συνδέθηκε με την ανάδειξη νέων μεσαίων εισοδηματικά στρωμάτων. Η οικονομική θέση ενός σημαντικού τμήματος των στρωμάτων αυτών συνδεόταν ή επηρεαζόταν άμεσα ή έμμεσα από τις δραστηριότητες του ελληνικού Δημοσίου. Όταν, λοιπόν μετά τον  εκτροχιασμό της περιόδου 2004-2009 η χώρα κατέρρευσε δημοσιονομικά, η ευημερία αυτών των στρωμάτων κλονίστηκε. Η πολιτική τους αντίδραση στην διαφαινόμενη κοινωνική ανακατάταξη υπήρξε άμεση. Επιδίωξη τους, η ανάκτηση όσων χάθηκαν με το πρώτο κύμα περικοπών ή, τουλάχιστον, η σταθεροποίηση ώστε να μην καταγράψουν και άλλες απώλειες. Έτσι, τα στρώματα αυτά σταδιακά εγκατέλειψαν το ΠΑΣΟΚ και αναζήτησαν αλλού πολιτική έκφραση. Σε πολιτικούς σχηματισμούς που υποσχόταν ότι υπήρχαν εναλλακτικές λύσεις με μηδενικό οικονομικό και κοινωνικό κόστος.  

Με αφορμή τη συζήτηση για το φορολογικό και τον προϋπολογισμό του 2020, ένα από τα ζητήματα που προκαλεί έντονη πολιτική αντιπαράθεση είναι η φορολογική αντιμετώπιση των μεσαίων στρωμάτων από την Κυβέρνηση. Η ΝΔ ως αντιπολίτευση είχε ασκήσει κριτική στη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για τη φορολογική μεταχείριση της μεσαίας τάξης και δεσμεύτηκε ότι ως Κυβέρνηση θα ελαφρύνει τα φορολογικά βάρη της. Υπενθυμίζεται ότι τα υπερπλεονάσματα των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ της περιόδου 2015-2019 δημιουργήθηκαν κυρίως μέσω της υπέρμετρης φορολογικής επιβάρυνσης αυτών των στρωμάτων. Ο κ. Τσακαλώτος ως Υπουργός Οικονομικών είχε αποδεχτεί ότι η υπερφορολόγηση τους ήταν ιδεολογικά συμβατή με τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ και συνειδητή επιλογή της συγκυβέρνησης προκειμένου να διευκολυνθεί η έξοδος από τα μνημόνια με την επίτευξη των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Η πολιτική αντιπαράθεση ως προς το ποια στρώματα ανήκουν στη μεσαία τάξη δεν γίνεται από κοινή αφετηρία, αφού δεν υπάρχει σαφής και κοινά αποδεκτή οριοθέτηση της. Για παράδειγμα, ο Υπουργός Οικονομικών κ. Σταϊκούρας αναφέρθηκε στα στοιχεία του ΟΟΣΑ. Στην περίπτωση της Ελλάδας, με βάση τα στοιχεία του 2016, ένα νοικοκυριό με τρία άτομα για παράδειγμα ανήκει στη μεσαία τάξη αν έχει εισοδήματα μεταξύ 10.901 και 29.069 ευρώ. Σε διευκρινιστική του τοποθέτηση ο κ. Σταϊκούρας δήλωσε ότι δεν υιοθετεί τον ορισμό που προκύπτει από τη χρήση των στοιχείων του ΟΟΣΑ. Πριν από λίγους μήνες ο κ. Τσακαλώτος ως Υπουργός Οικονομικών σε ανάλογη συζήτηση τον Ιούνιο του 2019 είχε επικαλεστεί τα στοιχεία από την έρευνα εισοδημάτων που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Αρχή. Με βάση αυτή την προσέγγιση μια οικογένεια με δύο παιδιά άνω των 14 ετών ανήκει στη μεσαία τάξη όταν εμφανίζει οικογενειακό καθαρό εισόδημα από 10.700 έως 22.400 ευρώ.

Ανεξάρτητα όμως από τις διαφορετικές οριοθετήσεις, από το φορολογικό νομοσχέδιο που ψηφίστηκε προκύπτει ότι πολλά νοικοκυριά με εισόδημα μεταξύ 20.000-50.000 ευρώ θα έχουν περιορισμένα ή καθόλου οφέλη. Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση της ΝΔ βρίσκεται σε ανακολουθία με τις προεκλογικές της δεσμεύσεις.

Για το Κίνημα Αλλαγής, που επιδιώκει να ανακτήσει κεντρικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της χώρας, η ελάφρυνση με βάση τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο των φορολογικών βαρών των μεσαίων εισοδηματικά στρωμάτων αποτελεί προτεραιότητα. Τα στρώματα αυτά συνεισφέρουν σημαντικό τμήμα από το σύνολο των φορολογικών εσόδων και η μείωση των φορολογικών βαρών τους θα βοηθήσει περισσότερο την αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας, ενώ θα συμβάλλει σημαντικά στην κοινωνική και πολιτική σταθερότητα της χώρας.