Εις μνήμην Φίλιππου Πετσάλνικου

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ 21-22 ΜΑΡΤΙΟΥ 2020

Στην αρχαία Ρώμη ο μεγαλύτερος έπαινος για έναν πολιτικό που έφθανε στα υψηλότερα αξιώματα, πήγαινε σε αυτόν που μετά την συμπλήρωση των πολιτικών του καθηκόντων επέλεγε να επιστρέψει στην πατρώα γη και να απασχοληθεί με την καλλιέργεια των κτημάτων του. Ο Φίλιππος Πετσάλνικος αφού τον Οκτώβριο του 2009 εκλέχθηκε Πρόεδρος της Βουλής, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον Μάϊο του 2012, τα τελευταία χρόνια είχε επιστρέψει στο χωριό του, στο Μαυροχώρι Καστοριάς και καλλιεργούσε τριαντάφυλλα. Συνέχισε όμως να παρακολουθεί τις πολιτικές εξελίξεις και να συμμετέχει στην πολιτική δραστηριότητα της παράταξης του.

Παιδί αγροτικής οικογένειας, μετά την αποφοίτηση από τη Νομική του ΑΠΘ αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στη Γερμανία. Σπούδασε δουλεύοντας ώστε να εξασφαλίσει τα αναγκαία ενώ ταυτόχρονα είχε συνδικαλιστική δράση. Εκεί γνώρισε τη σύζυγο του Μαριέλε Μπίντεχντικ με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά.

Η ζωή στη Γερμανία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον τρόπο που προσέγγιζε τα πράγματα, χωρίς ποτέ να ξεχνά την καταγωγή του και τις αξίες που ενστερνίστηκε στα φοιτητικά του χρόνια. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα και στην ιδιαίτερη πατρίδα του στην Καστοριά δραστηριοποιήθηκε πολιτικά στο χώρο του ΠΑΣΟΚ. Οι δυσκολίες ήταν πολλές καθώς στην Καστοριά, μετά τον εμφύλιο πόλεμο, η κυριαρχία της Δεξιάς καθιστούσε δύσκολη την πολιτική δράση ενός κόμματος που αυτοπροσδιοριζόταν ως ριζοσπαστικό σοσιαλιστικό.

Οι πολιτικοί του αγώνες αναγνωρίστηκαν από τους συμπατριώτες του με αποτέλεσμα να εκλέγεται Βουλευτής από το 1985 μέχρι και το 2009. Όλα αυτά τα χρόνια πέρασε από πολλά υπουργεία από τη θέση του Υφυπουργού η Υπουργού των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου και του Κώστα Σημίτη.

Ο Φίλιππος Πετσάλνικος ως Πρόεδρος της Βουλής λειτούργησε, σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες για την ίδια την Δημοκρατία, με απόλυτα θεσμικό τρόπο και ήταν αυτή η θεσμική του προσήλωση -παράγωγο της γερμανικής του παιδείας- που έκανε φίλους και αντιπάλους να τον εκτιμούν.

Η εντιμότητα και η ακεραιότητα του ουδέποτε αμφισβητηθήκανε σε όλη αυτή την πορεία. Λειτουργούσε με κριτήριο τις αξίες του, για αυτό διατύπωνε με απόλυτη ευθύτητα την άποψη του, ακόμη και όταν αυτή δεν ήταν αρεστή στους πολιτικούς του φίλους. Από την άλλη μεριά σεβόταν τις συλλογικές αποφάσεις και τις εθνικές προτεραιότητες. Όταν τον Νοέμβριο του 2011 προτάθηκε για λόγους θεσμικούς -ο Πρόεδρος της Βουλής είναι τρίτος στην ιεραρχία- από τον τότε Πρωθυπουργό της χώρας Γιώργο Παπανδρέου να αναλάβει την θέση του Πρωθυπουργού, δέχτηκε άδικη κριτική. Δεν ήταν κάτι που επεδίωξε ο ίδιος, δεν ήταν όμως ο άνθρωπος που θα αρνιόταν να υπηρετήσει τη χώρα σε μια κρίσιμη συγκυρία.      

Η γνωριμία μας ξεκίνησε όταν εκλέχτηκα Βουλευτής Λάρισας στη Βουλή του 2007. Ο Φίλιππος επανεκλέχτηκε τότε Αντιπρόεδρος της Βουλής. Οι σχέσεις μας σφυρηλατήθηκαν τα δύσκολα χρόνια της κρίσης του 2009, όταν κληθήκαμε να αντιμετωπίσουμε τα μεγάλα προβλήματα που μας κληροδότησε η καταστροφική διακυβέρνηση της ΝΔ την πενταετία 2004-2009. Στάθηκε τότε θεσμικά αλληλέγγυος στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης Γιώργου Παπανδρέου, όταν αυτό δέχονταν πυρά από την αντιπολίτευση αλλά και από το εσωτερικό της παράταξης. Ήταν εμφανής η αγωνία του όταν έπρεπε να περάσουν δύσκολα μέτρα για να μην πτωχεύσει η χώρα. Πίστευε ότι ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία του ευρωπαϊκού πολιτισμού και της σοσιαλδημοκρατίας είναι η αλληλεγγύη που πρέπει να επιδεικνύουν στην κρίση οι έχοντες προς τους αδύναμους. Η έγνοια του ήταν πως θα βγούμε από την κρίση προστατεύοντας όσο το δυνατόν περισσότερο τους αδύναμους. Τήρησε μια στάση ευθύνης, ενός ανθρώπου που ήθελε φιλολαϊκές πολιτικές αλλά κατανοούσε απόλυτα τη σημασία του αγώνα για να μην καταρρεύσει η χώρα, σε αντίθεση με άλλους που αγωνιούσαν μόνο πως να συντηρήσουν το φιλολαϊκό προφίλ τους, χωρίς να ενδιαφέρονται για τα αποτελέσματα των δήθεν φιλολαϊκών λόγων ή έργων τους. Είναι μια στάση που λείπει ακόμη και σήμερα μετά από τόσα χρόνια κρίσης.

Η οξεία και με ακραίες επιλογές πολιτική αντιπαράθεση των πρώτων χρόνων της κρίσης επιβεβαίωσε την προϋπάρχουσα αγωνία του για την ανάγκη επίτευξης ευρύτερων πολιτικών συναινέσεων. Εργάστηκε για την ολοκλήρωση των έργων για το Εθνικό Πάρκο Συμφιλίωσης στο Βίτσι που ξεκίνησε με πρωτοβουλία του από τη δεκαετία του 1980. Όπως έγραψε σε μήνυμα του για το Πάρκο: “Οφείλουμε αυτή τη χειρονομία απέναντι σε μια γενιά που πλήρωσε ακριβά τα λάθη της, τον διχασμό. Την οφείλουμε όμως και στις νεότερες γενιές, που πρέπει να γνωρίζουν τις συμπληγάδες που πέρασε ο λαός μας, μέχρι να δημιουργήσει και να τους κληροδοτήσει την Ελλάδα του σήμερα, μια χώρα στην οποία η ειρήνη και η δημοκρατία έχουν ριζώσει αμετάκλητα».

Μετά την μη εκλογή του στις εκλογές του Μαΐου του 2012 αποφάσισε να μη θέσει ξανά υποψηφιότητα. Συνέχισε όμως μέχρι και την τελευταία στιγμή να δραστηριοποιείται πολιτικά και να αγωνιά για την πορεία της χώρας και της παράταξης η οποία τον τίμησε και τον ανέδειξε. Δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι αυτή η παράταξη, που στην πολύχρονη πορεία της άλλαξε κυριολεκτικά την ουσία και την εικόνα της Ελλάδας στο εσωτερικό και το εξωτερικό, βρέθηκε μετά την κρίση αποδυναμωμένη.

Έφυγε πρόωρα και ξαφνικά καθώς λίγοι γνώριζαν το πρόβλημα υγείας του.

Φίλιππε, καλό ταξίδι με την ευχή ο δρόμος που πήρες να είναι γεμάτος με ανθισμένες τριανταφυλλιές.