Η οικονομία ένα χρόνο μετά τις εκλογές του 2019

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ 4-5 ΙΟΥΛΙΟΥ 2020

Η ΝΔ πριν από ένα χρόνο κέρδισε τις εκλογές με την υπόσχεση ότι σε περίπτωση νίκης της θα ελαφρύνει φορολογικά την μεσαία τάξη η οποία επί κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιβαρύνθηκε υπέρμετρα. Για να επιταχύνει την ανάπτυξη θα μείωνε τη φορολογία των επιχειρήσεων προκειμένου να προσελκύσει νέες επενδύσεις. Για να εξασφαλίσει τον δημοσιονομικό χώρο ώστε να εφαρμόσει τις ελαφρύνσεις αυτές θα επαναδιαπραγματεύονταν το στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2020.

Μετά τις εκλογές προσγειώθηκε για άλλη μια φορά σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, η πρώτη ήταν το 2012, στη σκληρή πραγματικότητα. Η συζήτηση για επαναδιαπραγμάτευση των δημοσιονομικών στόχων υπήρξε αδιέξοδη. Η κυβέρνηση εξ ανάγκης προέταξε την επίτευξη του δημοσιονομικού στόχου ευελπιστώντας ότι η ενίσχυση της αξιοπιστίας της χώρας και η καλή οικονομική πορεία θα επιταχύνει την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας. Έτσι, θα μείωνε τον επενδυτικό κίνδυνο της χώρας, τα ελληνικά ομόλογα θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, και η Ελλάδα θα καθίστατο πιο ελκυστικός προορισμός για επενδύσεις.

Η μόνη διορθωτική κίνηση στο πλαίσιο της δημοσιονομικής πολιτικής όπως φάνηκε από το δεύτερο εξάμηνο του 2019 ήταν να εξαλείψει τα υπερπλεονάσματα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Επιλογή η οποία τη διετία 2017-2018 οδήγησε την οικονομία σε επιδόσεις κάτω ακόμη και από τους στόχους της τότε κυβέρνησης.

Η κυβέρνηση κατέθεσε ένα προϋπολογισμό για το 2020 ο οποίος στηρίζονταν σε αισιόδοξες εκτιμήσεις για την ανάπτυξη: αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,8% το 2020. Επιπρόσθετα έθετε ως στόχο την διεύρυνση της φορολογικής βάσης μέσω της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής. Με βάση τα παραπάνω καθησύχασε  πως οι φορολογικές ελαφρύνσεις που πρότεινε ήταν συμβατές με την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων. Στα φορολογικά μέτρα που ανακοίνωσε προχώρησε σε επιμερισμό των ελαφρύνσεων μεταξύ των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Απέφυγε ωστόσο να μειώσει την Έκτακτη Εισφορά Κοινωνικής Αλληλεγγύης που μονιμοποιήθηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Η δε σπουδή της για μείωση των συντελεστών στα μερίσματα δεν βοηθά στις επενδύσεις, αντίθετα δημιουργεί στρεβλώσεις.

Ποτέ δεν θα μάθουμε τι θα πετύχαινε η κυβέρνηση στο μέτωπο της οικονομίας στον πρώτο χρόνο διακυβέρνησης της σε σχέση με τα όσα στόχευε με βάση τον προϋπολογισμό. Διότι μετά την κρίση πανδημίας όλοι οι σχεδιασμοί ανατράπηκαν. Η κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με πρωτόγνωρες καταστάσεις. Οι εκτιμήσεις του προϋπολογισμού για την μεγέθυνση και τα φορολογικά έσοδα διαψεύστηκαν με την δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων για το ΑΕΠ του πρώτου τριμήνου του 2020 και τα στοιχεία για την εκτέλεση του προϋπολογισμού για το πρώτο τρίμηνο. Σύμφωνα με τις πρώτες προσωρινές εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ, που συνήθως αναθεωρούνται σημαντικά, η ύφεση ήταν στο 0,9%. Τα αποτελέσματα αυτά ενσωματώνουν ένα μικρό μέρος από τις συνέπειες του lockdown.

Η επιλογή της κυβέρνησης για lockdown υπήρξε συνετή. Οδήγησε στα επιθυμητά αποτελέσματα στο μέτωπο της υγείας και ενίσχυσε τη διεθνή εικόνα της χώρας. Το lockdown όμως είχε συνέπειες για την οικονομία που υπερβαίνουν το 2020. Οι απώλειες στο ΑΕΠ του 2020 δεν θα αναπληρωθούν το 2021.

Σε μεγάλο βαθμό αυτό οφείλεται σε δύο παράγοντες. Ο πρώτος σχετίζεται με τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της οικονομίας και την εξάρτηση του ΑΕΠ από την τουριστική δραστηριότητα. Ο δεύτερος από την επιλογή της κυβέρνησης να μην προσφύγει στον ESM. Ακολούθησε λοιπόν μια δημοσιονομική πολιτική η οποία δεν θα την υποχρέωνε να αναλώσει τα ταμειακά διαθέσιμα αλλά ούτε και να προσφύγει στον ESM. Αξιοποίησε την απόφαση της ΕΚΤ να κάνει αποδεκτά τα ελληνικά ομόλογα και άρχισε να αντλεί κεφάλαια από τις αγορές με σχετικά χαμηλά επιτόκια.

Με την απόφαση της αυτή η κυβέρνηση «έδεσε τα χέρια της», περιορίζοντας την έκταση των δημοσιονομικών παρεμβάσεων στην οικονομία για την άμβλυνση των επιπτώσεων της πρόσφατης κρίσης. Στο βασικό σενάριο, η κυβέρνηση θεωρεί ότι με τα μέτρα που πήρε για την προστασία των εργαζομένων και τη διάσωση επιχειρήσεων η ύφεση φέτος θα φτάσει στο 4,7%. Πριν από λίγες ημέρες ο Υπουργός Οικονομικών δήλωσε ότι η ύφεση θα φτάσει στο 8% χωρίς να δώσει πρόσθετες εξηγήσεις για την αναθεώρηση του βασικού σεναρίου και αν αυτή σχετίζεται με την αναποτελεσματικότητα των μέτρων που ελήφθησαν.

Αν η ύφεση υπερβεί αισθητά το μέγεθος αυτό, χωρίς νέο lockdown, τότε είτε η κυβέρνηση δεν υπολόγισε σωστά τους πολλαπλασιαστές στους οποίους είχε επενδύσει αντιπολιτευτικά από το 2010, καθώς ισχυριζόταν ότι τους γνώριζε, είτε τα μέτρα που πήρε δεν υπαγορεύτηκαν από την γνώση αυτή.

Οι εκτιμήσεις διάφορων οργανισμών για την ανεργία στην Ελλάδα το 2020 κινούνται μεταξύ 21%-26%. Η ΓΣΕΒΕΕ σε έρευνα της βρίσκει ότι μία στις επτά επιχειρήσεις μπορεί να κλείσει λόγω της κρίσης. Η κυβέρνηση γνωρίζοντας τα μειονεκτήματα της στρατηγικής της δεν έθεσε στόχο για τον περιορισμό της ανεργίας ούτε και για το πόσες βιώσιμες επιχειρήσεις επιχειρεί να διασώσει.

Ουσιαστικά η μόνη προοπτική για την οικονομία διαμορφώνεται από τις παρεμβάσεις που θα γίνουν με τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης (2021-2024), του νέου ΕΣΠΑ (2021-2027), τα υπόλοιπα διαθέσιμα του προηγούμενου ΕΣΠΑ (2014-2020) και το ποσό που δικαιούται η Ελλάδα από το πρόγραμμα γέφυρα των 11,5 δις για το 2020. Αυτό υπό την προϋπόθεση ότι η κυβέρνηση της ΝΔ θα τους αντλήσει άμεσα και θα τους αξιοποιήσει ορθά και με διαφάνεια. Οι επιδόσεις της κυβέρνησης της ΝΔ στην οικονομική πολιτική πριν την κρίση του 2009 δεν συνηγορούν ότι θα πετύχει τώρα αν πρυτανεύσουν οι λογικές εκείνης της εποχής. Ειδικά αν δεν λάβει υπόψη τις απόψεις της κοινωνίας και της αντιπολίτευσης. Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για την χώρα και την κυβέρνηση και ως προς αυτή κυρίως θα αξιολογηθεί στις επόμενες εκλογές.